Το ποτήρι το νερό
Θυμήθηκα μια ιστορία από την Ινδική παράδοση που κάπου είχα διαβάσει πριν κάμποσα χρόνια — δεν θυμάμαι πού. Θα προσπαθήσω να την ξαναφέρω στο μυαλό μου και να σας τη γράψω εδώ. Λοιπόοον…
Κάποτε, ένας αναζητητής της Αλήθειας φτάνει στον Θεό και του ζητάει να τον δεχτεί για μαθητή του και να του διδάξει την Αλήθεια. Και ο καημένος ο Θεός που υποφέρει εκείνη την ημέρα από τη φοβερή ζέστη που κάνει του λέει: «Αχ, φίλε μου, σκάω από τη ζέστη. Μπορείς να μου φέρεις ένα ποτήρι νερό»; «Και βέβαια, Θεέ μου», απαντάει πρόθυμα ο υποψήφιος μαθητής και βγαίνει έξω. Σταματάει στο πρώτο σπίτι που συναντάει και χτυπά την πόρτα. Του ανοίγει μια πολύ όμορφη κοπέλα, που ο αναζητητής της αλήθειας την ερωτεύεται, παντρεύονται κι αποκτά τρία παιδιά μαζί της. Μια μέρα αρχίζει να βρέχει και να μη λέει να σταματήσει! Έβρεχε, έβρεχε, έβρεχε, μέχρι που οι χείμαρροι φούσκωσαν το ποτάμι που πλημύρισε τους δρόμους κι άρχισε να παρασέρνει τα σπίτια. Τότε, ο αναζητητής της αλήθειας παίρνει τη γυναίκα του και τα παιδιά του και κουβαλώντας τα στον ώμο προσπαθεί να τα σώσει από την ορμή του νερού. Όμως, τα νερά αρχίζουν να τον παρασέρνουν κι εκείνος φωνάζει απελπισμένος: «Σε παρακαλώ Θεέ μου, σώσε με». Και τότε ακούγεται η φωνή του Θεού να του λέει: «Πού είναι το ποτήρι το νερό που σου ζήτησα»;
Είναι αλήθεια ότι κανείς ξεκινάει με τις καλύτερες προθέσεις, έχοντας κάθε καλή διάθεση, αλλά είναι πολύ εύκολο κάποια στιγμή να «πάρει κάποια λάθος στροφή» και να χάσει το δρόμο του, ξεχνώντας για πού πήγαινε. Πώς το λέει, κάποιος ποιητής; Α, ναι: «Πού ‘σαι νιότη που ‘δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος…». Χρειάζεται πολύ και αδιάκοπη επίγνωση για να μην χάσει κανείς το «δρόμο» του. Κι αν πάλι τον χάσει και το πάρει χαμπάρι κάποια στιγμή, θα πρέπει να έχει την εντιμότητα και την ειλικρίνεια να το παραδεχτεί και την ενέργεια που χρειάζεται για να πάρει στροφή επιτόπου και να πάρει τον αρχικό του δρόμο. Όπως το λέει και πάλι ένας ποιητής (αυτόν τον θυμάμαι) ο Σεφέρης: «Πήραμε τη ζωή μας… λάθος. Κι αλλάξαμε ζωή».
Αυτή είναι η σοβαρή πλευρά της ιστορίας που σας είπα, συμφωνείτε; Όμως, αυτή η ίδια ιστορία, λέει και κάτι άλλο που με διασκεδάζει πάρα πολύ! Το προσέξατε; Χα, χα, χα… Μνησικακούλης τύπος ο Θεούλης, ε; Του τη φύλαγε: Χα, χα, χα… Όχι; Λέτε να μην είναι έτσι; Πιθανόν. Ε, όπως το δει κανείς… Ωχ, ωχ… Ας σταματήσω όμως γιατί «μ’ έπιασε» ο Θεός στο Skype!
Σας φιλώ.
Π.
Η έκθεση του αγοριού
Μία φίλη μου έστειλε μία μικρή ιστορία, που μου άρεσε πάαααααρα πολύ και γι’ αυτό αποφάσισα να την ανεβάσω εδώ.
Σας φιλώ πολύ.
Καλό βράδυ.
Π.

«Θεέ μου, απόψε σου ζητάω κάτι που το θέλω πάρα πολύ. Θέλω να με κάνεις τηλεόραση! Θέλω να πάρω τη θέση της τηλεόρασης που είναι στο σπίτι μου. Να έχω… το δικό μου χώρο. Να έχω την οικογένειά μου γύρω από μένα. Να με παίρνουν στα σοβαρά όταν μιλάω. Θέλω να είμαι το κέντρο της … προσοχής και να με ακούνε οι άλλοι χωρίς διακοπές η ερωτήσεις. Θέλω να έχω την ίδια φροντίδα που έχει η τηλεόραση όταν χαλάει…
Όταν θα είμαι τηλεόραση, θα μου κάνει παρέα ο πατέρας μου όταν έρχεται σπίτι από τη δουλειά, ακόμα κι αν είναι κουρασμένος. Και η μαμά μου θα κάθεται κοντά μου όταν είναι λυπημένη και στενοχωρημένη, αντί να με αγνοεί. Θέλω τ’ αδέλφια μου να μαλώνουν για το ποιος θα περνάει ώρες μαζί μου. Θέλω να νοιώθω ότι η οικογένειά μου αφήνει τα πάντα στην άκρη, πότε – πότε, μόνο για να περάσει λίγο χρόνο με μένα. Α! Και το τελευταίο: κάνε με τηλεόραση για να τους κάνω όλους ευτυχισμένους και χαρούμενους. Θεέ μου, δεν ζητάω πολλά.
Θέλω μόνο να γίνω σαν μια τηλεόραση!»
H δασκάλα που το διάβασε – βαθμολογώντας τις εκθέσεις των παιδιών της τάξης της -έβαλε τα κλάματα. Ο άντρας της που μόλις είχε μπει στο σπίτι, τη ρώτησε: «τι συμβαίνει;»
Αυτή απάντησε: «Διάβασε αυτή την έκθεση, την έχει γράψει ένας μαθητής μου».
Ο σύζυγος μόλις τη διάβασε είπε, συγκινημένος: «Το καημένο το παιδί. Τι αδιάφοροι γονείς είναι αυτοί που έχει!»
Τότε η γυναίκα του τον κοίταξε και του είπε: «Αυτή η έκθεση είναι του γιου μας!..»
Το μέντιουμ
Χθες το βράδυ, είδα την είδηση για την ανακάλυψη των όπλων και ότι με κάποια από αυτά είχαν χτυπήσει αστυφύλακες φρουρούς στο Υπουργείο Πολιτισμού και στο Αστυνομικό Τμήμα της Νέας Ιωνίας. Η είδηση μου θύμισε μια ιστορία από την εποχή της δικτατορίας της 21ης Απριλίου, για την οποία είναι και το προηγούμενο post, οπότε μπορώ και σήμερα, μια μέρα μετά την θλιβερή επέτειο, να ξαναγράψω κάτι σχετικό.
Ήταν σχεδόν ένας χρόνος μετά, Μάρτιος του 1968, όταν μαζευτήκαμε πέντε φίλοι, μεταξύ 23 και 25 χρονών, οι τέσσερις ηθοποιοί κι ο ένας μουσικός, όλοι γνωστοί σήμερα, που δεν έχει σημασία ποιοι είναι. Συζητήσαμε, λοιπόν, πώς θα αντιδράσουμε στη Δικτατορία και αποφασίσαμε να κάνουμε μία αντιστασιακή ομάδα. Ύστερα από διάφορα σχέδια που πέσανε στο τραπέζι, καταλήξαμε ότι κατ’ αρχήν θα έπρεπε να έχουμε όπλα. Αυτό ήταν πολύ δύσκολο τότε, πάρα πολύ δύσκολο, όχι σαν και τώρα που άκουσα ότι τα βρίσκεις στη μαύρη αγορά!!! Ο ένας από μας, υπηρετούσε τότε τη θητεία του σε μια μονάδα της Αττικής και μάλιστα ήταν έφεδρος ανθυπολοχαγός . Αυτός ανέλαβε να βρει το πρώτο όπλο. Πράγματι ύστερα από λίγες μέρες, μαζευτήκαμε και μας έδειξε όλο χαρά ένα Thompson, αυτόματο αμερικάνικο όπλο του στρατού τότε, και τρεις δεσμίδες με σφαίρες. Μας διηγήθηκε όλη την ιστορία πώς το έβγαλε έξω από το στρατόπεδο, πώς την άλλη μέρα ανακαλύφθηκε η κλοπή κι άρχισαν οι ανακρίσεις, που δεν έβγαλαν καμιά άκρη. Και τότε, προς μεγάλη έκπληξη όλων στο στρατόπεδο, ο Διοικητής του Τάγματος, που φαίνεται ότι είχε κάποιες «μεταφυσικές» ανησυχίες, φώναξε ένα γνωστό μέντιουμ της εποχής. Συγκεντρώθηκαν όλοι στην αυλή του στρατοπέδου και το μέντιουμ πέρασε ανάμεσά τους σαν στρατηγός που επιθεωρούσε το Τάγμα. Ύστερα επισκέφτηκε όλους τους άδειους χώρους και τελικά κλείστηκαν με τον Διοικητή στο γραφείο του. Όταν έφυγε το μέντιουμ, ο Διοικητής κάλεσε όλους τους αξιωματικούς και τους είπε ότι δεν είχε καταφέρει να βρει ποιος έκλεψε το αυτόματο, αλλά του είπε να μην ανησυχεί, αυτός που το πήρε δεν θα κάνει κανένα κακό.
Όταν τέλειωσε η διήγηση σκάσαμε όλοι στα γέλια και κάναμε πλάκα, λέγοντας ότι το μέντιουμ είχε βρει ότι δεν θα γίνει κακό με το όπλο, αφού θα χρησιμοποιηθεί για καλό σκοπό, δηλαδή για αντίσταση στη Δικτατορία. Αμέσως μετά αρχίσαμε να καταστρώνουμε το σχέδιο που θα έπρεπε να ακολουθήσουμε. Θα έπρεπε κατ’ αρχήν να αποκτήσουμε όλοι από ένα περίστροφο. Χρειαζόμαστε δηλαδή πέντε και ο μόνος τρόπος να τα βρούμε είναι να τα πάρουμε από αστυφύλακες. Τότε, οι αστυφύλακες κάνανε βάρδια ένας – ένας. Εμείς θα έπρεπε, να τους πλησιάζουμε, να τους πυροβολούμε με το Thomson, κι όταν θα έπεφταν θα παίρναμε το περίστροφό τους και θα εξαφανιζόμαστε. Όταν καταστρώθηκε το σχέδιο, έκανα την καίρια ερώτηση: «Ρε, σεις. Ποιος θα σκοτώνει τους αστυφύλακες; Εγώ πάντως, δεν μπορώ». Κοιταχτήκαμε αμήχανα. Αυτό δεν το είχε σκεφτεί κανείς. «Ούτ’ εγώ», είπε ο δεύτερος. «Α, ούτε κι εγώ», είπε ο τρίτος. «Κι εγώ, αποκλείεται να σκοτώσω άνθρωπο», είπε ο τέταρτος. «Να σας πω την αλήθεια μου, ούτε εγώ μπορώ…» είπε κι ο πέμπτος, που ήταν εκείνος που είχε κλέψει το Thomson. Έπεσε σιωπή αμηχανίας. Κανείς μας δεν μπορούσε να σκοτώσει. Ούτε καν να δείρει… Δεν είναι τυχαίο ότι και οι πέντε μας, μεγαλώνοντας, περάσαμε σε χώρους που ήταν εναντίον κάθε είδους βίας. Κοιταχτήκαμε, εγώ έκανα την κλασσική κίνηση που υποδηλώνει αυνανισμό και σκάσαμε στα γέλια. Αυτό ήταν και το τέλος κάθε σκέψης για το στήσιμο αντιδικτατορικής τρομοκρατικής ομάδας. Κι όταν νύχτωσε για τα καλά, βγήκαμε στο δρόμο, σηκώσαμε τη σχάρα ενός υπονόμου και πετάξαμε μέσα το Thomson, γιατί ήταν επικίνδυνο να το κρατήσουμε. Όταν γυρίσαμε στο σπίτι έβαλα τα γέλια και είπα: «Τελικά το μέντιουμ, είχε δίκιο! Αυτός που το πήρε, δεν έκανε κανένα κακό. Απλώς το πέταξε στα… κακά. Χα, χα, χα…».
Καλό βράδυ.
Π.
Οι δυο γιαγιάδες
Αυτό το post για τις δυο γιαγιάδες το είχα για την Ημέρα της Γυναίκας , αλλά μου προέκυψε το τραγούδι που ανέβασα, εκείνη την ημέρα. Τις ιστορίες των δυο γιαγιάδων που θα διαβάσετε, μου τις έστειλαν δυο φίλες μου μέσα σε διάστημα ενός μήνα! Δεν ήταν για να δημοσιευτούν, αλλά για μένα σε σχέση με κάποιες συζητήσεις που κάναμε για το γάμο, τότε που ετοίμαζα το post για το γάμο που ΘΑ το βάλω (οπωσδήποτε — δεν τη γλυτώνετε παντρεμένοι bloggers και μη). Μου άρεσαν και οι δύο ιστορίες. Πήρα την άδεια των κοριτσιών που μου τις έστειλαν (για μένα και σαράντα να είστε, κορίτσια κι αγόρια είσαστε), έκανα κάτι ψιλοαλλαγές και τις ανέβασα εδώ. Διαβάστε τες και λέμε δυο λόγια μετά.
ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΔΥΟ ΓΙΑΓΙΑΔΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΓΓΟΝΕΣ ΤΟΥΣ
Η ιστορία της πρώτης γιαγιάς
Πέρυσι την άνοιξη πέθανε η γιαγιά μου. Ούτε «έφυγε», ούτε «πήγε στους ουρανούς», ούτε θα «τη βλέπουμε από κει ψηλά», ούτε «θα γίνει ένα μικρό ή μεγάλο αστέρι», ούτε κάποια άλλη από όλες αυτές τις ανοησίες που φορτώνουμε τα μικρά παιδιά «εξηγώντας» τους το θάνατο. Μου την έδιναν στα νεύρα από μικρή, καθώς μου τις έλεγαν με ένα μελιστάλαχτο ύφος. Κι όλα αυτά, μόνο και μόνο γιατί οι μεγάλοι ντρέπονται να δείξουν τον πόνο τους ή νομίζουν ότι τα παιδιά είναι χαζά και δεν ξέρουν ότι αυτός που πέθανε δεν πρόκειται πια να ξανάρθει.
Η γιαγιά μου ήταν ένας άνθρωπος… γεμάτος. Κι αυτό δεν το λέω μόνο για το μεγάλο ανάστημά της και τη «γεροδεσιά» της (όπως έλεγε η ίδια), αλλά πιο πολύ αυτό πάει για το μέσα της, για την ψυχή της. Ενώ δεν είχε πάει ποτέ της σχολείο ήταν σοφή και μας έλεγε, στα εγγόνια της, πάντα ένα σωρό ιστορίες και παραμύθια, κυρίως συμπονετικά, για τη ζωή, για τη θλίψη, για το θάνατο, για το μίσος, για το ανθρώπινο πάθος, για τη ζήλεια και τραγουδούσε, της άρεσε το τραγούδι, αλλά το έκανε και γιατί έτσι έμπαινε στο «πετσί» του παραμυθιού. Και πολλές φορές έκλαιγε κιόλας, όταν μας απήγγειλε ποιήματα —έκλαιγε από συγκίνηση. Η γιαγιά μου δεν έκανε ποτέ τίποτα το ψεύτικο και είχε εκπληκτικό χιούμορ. Όταν γελούσε, τρανταζόταν το μεγάλο πλίθινο σπίτι στο χωριό, όπου μαζεύονταν τα καλοκαίρια όλα της τα παιδιά (και τα 5) με τα παιδιά τους, από 2 παιδιά ο καθένας, σύνολο 10 εγγόνια. Και γινόταν χαμός, παιχνίδια στην αυλή του σπιτιού, ποδηλατοδρομίες, πικ νικ στα κτήματα κάτω από τ’ αμπέλια της γιαγιάς, ολονυκτίες στο μικρό μπαλκόνι για να δούμε τον «κύκλο του φεγγαριού» και τον ήλιο το ξημέρωμα… Συζητήσεις ολόκληρες και ατέλειωτες για τις αγαπημένες μας σειρές στην τηλεόραση κι η γιαγιά εκεί, ποτέ δεν γκρίνιαξε που της είχαμε κάνει το σπίτι άνω κάτω, ποτέ δεν παραπονέθηκε για τίποτα. Έτσι ήταν η γιαγιά. Κι εγώ ήμουν θυμωμένη μαζί της και ίσως είμαι ακόμα, που δεν μπόρεσε… «Γιατί δεν σηκώθηκες να φύγεις, γιαγιά; Να παρατήσεις τον παππού, να τους παρατήσεις όλους και όλα και να φύγεις!». «Αχ, παιδάκι μου», απαντούσε εκείνη, «άλλες εποχές τότε. Πώς να φύγω και να αφήσω μόνο του τον παππού με 5 παιδιά;»
Τον παππού… ΄Ενα… τέρας και μισό, σύμφωνα με τα λόγια της κόρης της και μαμάς μου. Η γιαγιά είχε αγαπήσει στα νιάτα της ένα γραφιά ευκατάστατο και »από καλό σπίτι», αλλά το συνοικέσιο που της έκανε ο αδερφός της ήταν αμείλικτο… και βρέθηκε παντρεμένη με τον παππού και το ξύλο κι οι προσβολές έδιναν κι έπαιρναν… για χρόνια, σε όλους, γυναίκα, παιδιά όταν ήταν μικρά, σκυλιά, όλα… Ο σκύλος στην αυλή είχε συνηθίσει σε τόσο πολύ ξύλο που όταν εμείς μικρά παιδάκια τον πρωτοχαϊδέψαμε, έκλαιγε όλη νύχτα απ’ τη συγκίνησή του και δεν μας άφησε να κλείσουμε μάτι!!! Σαν να τη βλέπω όμως να με μαλώνει που »εξέθεσα» τον παππού…
Η γιαγιά ήταν το χωριό, ήταν η παιδική μου (μας) όλων και των δέκα εγγονιών της, παιδική ηλικία. Κι ας ξέρω ότι μόνο εγώ θα το παραδεχτώ, η μεγαλύτερη σε ηλικία και απ’ τους δέκα. Οι άλλοι τώρα που μεγάλωσαν, έχουν δουλειές, αυτοκίνητα, ωραία ρούχα, παιδιά, συζύγους, φίλους, συντρόφους, ερωτικούς, φιλικούς, και ό,τι άλλο, σιγά μην θυμούνται τη γιαγιά… μια γιαγιά ήταν και πέθανε… και δεν πήγαμε ούτε στην κηδεία της… μάλιστα. Και δεν πήγαμε, εμείς τα εγγόνια, γιατί τα παιδιά της πήγανε και τσακώθηκαν και στην κηδεία! ΄Οπως έκαναν και όταν ήμασταν εμείς μικρά… Τώρα το θέμα τους ήταν το ποιος θα πάρει το σπίτι, τα κτήματα, τα αμπέλια, εκείνο το ασημικό, εκείνο το ρούχο… Κι η μαμά μου καθόταν ζωριασμένη σε μια γωνιά κι έκλαιγε γοερά το χαμό της μάνας… της μάνας της… κι ενώ ήθελε να βρίσει, να φωνάξει σ’ όλους αυτούς και τους τέσσερις υπόλοιπους αδερφούς, που φιλονικούσαν πάνω απ’ το… φέρετρο, δεν είπε τίποτα. Τι να πει κανείς και γι’ αυτούς… «ου γαρ οίδασι τι ποιούσι», όπως θα έλεγε κι η γιαγιά…
Η ιστορία της δεύτερης γιαγιάς
Η γιαγιά μου γεννήθηκε πριν από 90 περίπου χρόνια, από Έλληνες γονείς, στη Σμύρνη. Η μητέρα της ήταν μικρασιάτισσα, ο πατέρας της από τη Ζάκυνθο. Ήρθαν στην Ελλάδα όταν εκείνη ήταν μωρό. Έζησαν στη Ζάκυνθο για λίγο, κι έπειτα (δεν ξέρω για ποιους λόγους) βρέθηκαν σε ένα χωριό της Καλαμάτας. Εκεί αγόρασαν ένα χωράφι που δούλευε ο προπάππους μου και η προγιαγιά μου έκανε δέκα παιδιά, τα πιο πολλά κορίτσια. Ένα από αυτά τα κορίτσια, από τα μεγαλύτερα, είναι και η γιαγιά μου. Στα δεκατέσσερά της την πάντρεψαν με τον παππού μου.
Ο παππούς μου είχε έρθει κι εκείνος μωρό παιδί από την Μικρά Ασία, μαζί με τα αδέρφια του μόνο, καθώς με τους γονείς τους χάθηκαν (!!!) στο δρόμο και δεν τους θυμόταν καν. Στο λαιμό είχε ένα σημάδι, από το μαχαίρι κάποιου τούρκου, την ώρα που προσπαθούσαν να ξεφύγουν. Τότε, το 1912, πρέπει να ήταν περίπου 2 χρονών. Τον μεγάλωσαν τα αδέρφια του, μια και ήταν ο πιο μικρός. Με κάποιο τρόπο, κάτι σαν αποζημίωση προσφύγων, απέκτησαν ένα κτήμα έξω από την Καλαμάτα. Εκεί τον γνώρισε ο πεθερός του, που βλέποντάς τον καλό, εργατικό, τίμιο και νοικοκύρη, τον θεώρησε κελεπούρι για να ξεφορτωθεί μια από τις κόρες του. Η γιαγιά μου ήταν πάνω από 20 χρόνια πιο μικρή από τον παππού μου, αλλά ήταν από τότε νταρντανογυναίκα, όπως λένε όσοι την θυμούνται. Στα δεκαπέντε της, έκανε την πρώτη της κόρη. Και μετά, κάθε τρία χρόνια περίπου, έκανε κι από ένα παιδί, συνολικά εννιά: έξη κόρες και τρεις γιους. Σταμάτησε να γεννάει όταν πάντρεψε την πρώτη κόρη — κι αυτή μικρή, γύρω στα 17.
Η γιαγιά κι ο παππούς, έζησαν μαζί πολλά χρόνια, ευτυχισμένοι. Ο παππούς δούλευε στα χωράφια, από το χάραμα μέχρι να πέσει ο ήλιος. Η γιαγιά είχε τη φροντίδα του σπιτιού και των παιδιών. Το σπίτι τους βρισκόταν μέσα σε ένα μεγάλο αγρόκτημα, στην άκρη της πόλης. Ήταν γεμάτο με δέντρα που έκαναν φρούτα όλων των ειδών, είχε ένα κήπο πνιγμένο στα λουλούδια και ζώα, κάθε είδους για να δίνουν τροφή και βοήθεια στο σπίτι. Δύο όμορφα άλογα βοηθούσαν τον παππού στη δουλειά του, και δυο σκύλοι, που το σπιτάκι τους ήταν δίπλα στο πηγάδι με την αγριοτριανταφυλλιά, πρόσεχαν τα πάντα.
Καθώς κι οι δυο τους ήταν σχεδόν αγράμματοι, ήθελαν τα παιδιά τους να μορφωθούν -κυρίως ο παππούς επέμενε σ’ αυτό, που ήθελε οπωσδήποτε όλα τα παιδιά του να τελειώσουν το Γυμνάσιο. Μερικά σπούδασαν, μερικά έμαθαν τέχνες, αλλά όλα τους πάντως πρόκοψαν στη ζωή τους, κι ο παππούς ήταν πολύ περήφανος. Τα καμάρωνε.
Ο παππούς μου πέθανε πριν από 25 χρόνια, ξαφνικά. Η γιαγιά εξακολούθησε να ζει στο σπίτι της στο χωριό, έως σήμερα. Φροντίζει το κτήμα, τα ζωντανά της και -ανάλογα με την εποχή- μοιράζει σε παιδιά κι εγγόνια τα «καλούδια» του σπιτιού της: φρέσκα φρούτα, λαχανικά, αβγά, χειροποίητα ζυμαρικά και γλυκά. Έτσι, μετά το θάνατο του παππού, η γιαγιά ζει καλά, κι ας είναι μόνη της. Έχει τις παρέες της στην εκκλησία, έχει να φροντίζει τα ζώα και τα λουλούδια της, τα χελιδόνια κάθε άνοιξη, τα παιδιά και τα εγγόνια της, που την επισκέπτονται πού και πού. Και είναι γερή, περνάει καλά και δείχνει ευχαριστημένη από τη ζωή της. Κανείς μας δεν φαντάστηκε ποτέ, ότι γιαγιά μπορεί να έχει «σκοτεινά σημεία» στη ζωή της, κρυμμένα βαθειά μέσα της.
Πριν από 10 περίπου χρόνια, η γιαγιά μου είχε ένα ατύχημα: κάποιος απρόσεκτος οδηγός τη χτύπησε με το αυτοκίνητο, την έριξε κάτω, και ράγισαν κόκκαλα της λεκάνης της. Την πήγαμε στο νοσοκομείο, όπου της έκαναν γενική αναισθησία και επέμβαση στη λεκάνη. Για τη γιαγιά ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε σε χειρουργείο, και ήταν ολοφάνερα φοβισμένη. Και καθώς το είχε ρίξει στη θρησκεία τα τελευταία χρόνια, ζήτησε κι έκανε όλα όσα θα έπρεπε να κάνει σαν καλή χριστιανή που πρόκειται να πεθάνει: φώναξαν παπά, εξομολογήθηκε και κοινώνησε. Στην εντατική όπου βρισκόταν, ο γιατρός είπε ότι, μέχρι να συνέλθει τελείως, καλό θα ήταν να είναι κάποιος δικός της μαζί. Έτσι έγινε και την άκουσαν να παραμιλάει. Ένα απόγευμα, εκεί ανάμεσα σε ύπνο και ξύπνιο, οι θείες μου, οι δυο κόρες της γιαγιάς που κάθονταν μαζί της στο δωμάτιο, την άκουσαν άναυδες να λέει ότι τα μισά, σχεδόν, από τα παιδιά της –τρία από τα κορίτσια, ανάμεσά τους κι ένα από τα δύο που ήταν εκεί – και το ένα από τα αγόρια, ήταν αποτέλεσμα της ερωτικής της σχέσης με άλλους τέσσερις άντρες, διαφορετικούς, δηλαδή, κάθε φορά. Παραμιλώντας μέσα στη νάρκωση ακόμα, είπε ότι τους ερωτεύτηκε όλους πολύ, ότι ήταν όλοι τους ήδη παντρεμένοι, ότι έχουν πεθάνει όλοι πια και ότι δεν έχει πει τα ονόματά τους ούτε στον παπά!
Οι θείες μου σοκαρίστηκαν και δεν ήξεραν τι να κάνουν μετά. Αποφάσισαν να μην της το πουν της ίδιας ποτέ, αλλά το είπαν και στα υπόλοιπα αδέρφια τους, και σε μερικά από τα εγγόνια, στα «μεγάλα», σαν εμένα. Έτσι καταλάβαμε πώς γίνεται να διαφέρουν τόσο πολύ κάποια παιδιά μεταξύ τους, και γιατί κάποια έδειχνε μια ξεχωριστή αδυναμία…
Η γιαγιά μου, είναι ακόμα μια «νταρντανογυναίκα» που κοντεύει τα 90 και είναι μια χαρά στην υγεία της, χορτασμένη από τη ζωή της. Εξακολουθεί να είναι δυνατή, με τα λευκά μαλλιά της να στεφανώνουν το όμορφο πρόσωπό της, αξιοσέβαστη ανάμεσα στους συγγενείς και τους γνωστούς της, ευγενική και σοβαρή.
Πώς τα κατάφερε σε μια τόσο μικρή κοινωνία να μην την πάρουν χαμπάρι, ούτε εγώ ούτε κανείς μας ξέρει και μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ.
Ε; Τι λέτε; Εξαιρετικές ιστορίες! (Ναι, προσωπικά προτιμώ τη δεύτερη). Νομίζω, το έχω ξαναγράψει εδώ, πως ό,τι έχω μάθει σε αυτή τη ζωή –ε, το 80%- το έχω μάθει από τις γυναίκες! Να προσθέσω μόνο κάτι εδώ: Το καλύτερο που μου έμαθαν οι γυναίκες είναι ότι εκείνες, δεν θα τις μάθω ποτέ. Έτσι, έχω το κεφάλι μου ήσυχο.
Και θα ήθελα να κλείσω αυτό το post και με μια σύντομη ιστορία ενός παππού. Κι αυτήν μου την είπε μια φίλη μου. (Χα, χα, χα… Πάλι από γυναίκα έμαθα). Η γιαγιά της φίλης μου (η μητέρα της μάνας της), χώρισε τον άντρα της έχοντας τέσσερα παιδιά και χάλια οικονομικά, επειδή έκανε ερωτική σχέση με μία άλλη γυναίκα. Ο «παππούς», που ήταν έλληνας από την Αίγυπτο, ομολόγησε ο ίδιος τον έρωτά του για την άλλη γυναίκα, χωρίς να αναφέρει τίποτα για διαζύγιο. Κι όταν άκουσε τη γυναίκα του να ουρλιάζει και να ζητάει διαζύγιο, της είπε έκπληκτος: «Καλά, κακό είναι να αγαπάω δύο γυναίκες;!»
Νομίζω ότι το σημερινό post, είναι η καλύτερη εισαγωγή για το post του γάμου.
Καλή εβδομάδα, καλό Πάσχα, καλά στέφανα, καλή λευτεριά, καλό βόλι και προπάντων: καλή καρδιά.
Σας φιλώ γλυκά.
Π.
Μια μέρα που θα θυμάμαι πάντα.

Μια μέρα σαν σήμερα -14 Φεβρουαρίου, δηλαδή- πριν κάμποσα χρόνια, βρέθηκα καλεσμένος στο γάμο του γιου του Προέδρου της Κοινότητας του χωριού, που πέρναγα τα καλοκαίρια τότε. Ο κυρ Αλέκος μου είχε αδυναμία, γιατί μαζί με τα παιδιά του, όταν ήτανε μικρά, βλέπανε την εκπομπή μου στην τηλεόραση, σε μία από τις λίγες ασπρόμαυρες συσκευές που υπήρχαν τότε στο χωριό. Κι όταν τα καλοκαίρια πήγαινα να περάσω τις διακοπές μου, πέρναγα αρκετές ώρες με τον κυρ Αλέκο στην ταβέρνα του. «Θα ‘ρθεις ν πιουμ’ κάνα κρασάκι, Παραμυθάμ’»; με ρωτούσε με την κλασσική ντόπια προφορά του και συμπλήρωνε, γελώντας σαν παιδί: «Θα φουράς και του μαγικό γιλεκάκ’ σ’»; «Όχι, κυρ Αλέκο», του έλεγα, «αυτό το φοράω μόνο στην τηλεόραση», κι εκείνος κατσούφιαζε, γιατί ήθελε να με δει να το φοράω στ’ αλήθεια. Αλλά ήρθε κάποτε η μέρα που θα θυμάμαι πάντα, που ο κυρ Αλέκος με κατάφερε να φορέσω για χάρη του το γιλέκο.
Είχαν περάσει κάμποσα χρόνια από τότε που γνωριστήκαμε, και κάποιο Φεβρουάριο με πήρε τηλέφωνο στο σπίτι μου! «Γεια σου Παραμυθάμ’», είπε δυνατά ξεκουφαίνοντάς με. «Γεια σου, κυρ Αλέκο, τι συμβαίνει;» τον ρώτησα, καθώς δεν ήμουν συνηθισμένος να μου τηλεφωνάει χειμωνιάτικα. «Στις 14 τούτου του μήνα, παντρεύου τον κανακάρ’ μ’, τον Ντίνου, Παραμυθάμ’ κι θέλου να σι καλέσου να ‘ρθς μι την κυρά σ’». «Και βέβαια, θα ‘ρθω κυρ Αλέκο μου», του είπα, «σ’ ευχαριστώ». Κι εκείνος συνέχεισε: «Μόνου που θέλου να μι κάνς μια χάρ’». «Ό,τι θέλεις κυρ Αλέκο μου», του είπα, χωρίς να φαντάζομαι τι θα μου ζητήσει. «Θέλου να φρας του μαγικό γιλεκάκ’ σ’». Ε, αυτό ήταν το μόνο που δεν περίμενα ν’ ακούσω, αλλά δεν μπορούσα να του το αρνηθώ. Κι έτσι στις 14 Φεβρουαρίου εκείνης της χρονιάς, που θα θυμάμαι για πάντα, ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που έβαλα το μαγικό γιλέκο μου, «εκτός δουλειάς».
Ο γάμος του Ντίνου, του γιου του κυρ Αλέκου, έγινε στο εκκλησάκι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης που ήταν στην πλατεία του χωριού, απέναντι από την ταβέρνα του κυρ Αλέκου. Μετά την γαμήλια τελετή, κι επειδή εκείνο το Φεβρουάριο, είχε πλήρη εφαρμογή η σοφή ελληνική παροιμία, «ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει», το γαμήλιο τραπέζι είχε στρωθεί ανάμεσα στην εκκλησία και στην ταβέρνα. Το γλέντι άναψε γρήγορα, καθώς υπήρχε και μια λαϊκή ορχήστρα και ο κυρ Αλέκος που –έτσι κι αλλιώς- ήταν γερό ποτήρι, έπινε συνέχεια για τη χαρά του γιού του, του Ντίνου. Κάποια στιγμή, τον βλέπω να παίρνει κι ένα δεύτερο ποτήρι και να ζητάει από το γιο του να του το γεμίσει. «Μα καλέ πατέρα», του λέει ο Ντίνος, «θα πίνεις από δύο ποτήρια»; «Όχι Ντίνου μ’. Αυτό είναι τ’ Αγίου. Απ’ αυτούνου, για ‘κείνουν θα πίνου, όχι για μένα», είπε ο πονηρός κυρ Αλέκος και σκάσαμε όλοι στα γέλια. Ο γιος του ο Ντίνος γέλασε, αλλά δεν του έβαλε κρασί. Αλλά ο κυρ Αλέκος επέμενε: « Έλα βάλε πιδί μ’. Δεν είν’ για μένα σι ‘πα, είναι τ’ Αγίου… Κατάλαβς; Τ’ Αγίου βάλε Ντίνου». Και μέσα σε γενική ευθυμία, ο γιος του κυρ Αλέκου, του γέμισε το ποτήρι, ενώ εκείνος επαναλάμβανε, «Τ’ Αγίου βάλε Ντίνου…»
Έχουν περάσει τόσα χρόνια, και κάθε τέτοια μέρα, 14 Φεβρουαρίου, θυμάμαι πάντα το χαρούμενο πρόσωπο του κυρ Αλέκου, να λέει στο γιο του: «Τ’ Αγίου βάλε Ντίνου… Τ’ Αγίου βάλε Ντίνου…».
Καλή Καθαρή Δευτέρα.
Θα τα πούμε πάλι από Τρίτη.
Πολλά φιλιά.
Π.
Τεστ ύπνου
Κάποια στιγμή, λοιπόν, το καλοκαίρι με το που ξύπνησα ένα πρωί, μου λέει η κυρία Παραμυθά: «Χτες το βράδυ, έπαθες άπνοια και τρόμαξα. Μέτρησα μέχρι το 45 και μετά έκανες σαν να πνίγηκες κι άρχισες πάλι ν’ ανασαίνεις». Μου φάνηκε περίεργο αυτό γιατί δεν ένοιωσα κάτι τέτοιο. Πριν πολλά χρόνια – πάνω από επτά – έκανα άπνοιες και ξέρω πώς πεταγόμουν όρθιος. Κι όπως έμαθα αργότερα, όταν κάνεις άπνοια πάνω από δώδεκα δευτερόλεπτα τα «τινάζεις». Οπότε η κυρία Παραμυθά ή θα μετρούσε πάαααααααρα πολύ γρήγορα ή απλώς εγώ πια κοιμάμαι τόσο βαθιά και χαλαρωμένος, που θα έπρεπε να βάλει καθρεφτάκι στη μύτη μου για να δει αν αναπνέω. Όμως, το περιστατικό το είπαμε στο γιατρό μας, το έμαθε και μια φίλη μας που βρίσκεται στον ιατρικό χώρο, κι όλοι μαζί βάλθηκαν να με πείσουν να κάνω τεστ ύπνου, για να δούμε αν παθαίνω άπνοιες. Άρχισα να ψήνομαι, αν και, όπως είχα εξηγήσει, ακόμα και να αποδεικνυόταν ότι κάνω άπνοιες δεν υπήρχε περίπτωση να αρχίσω να κοιμάμαι με τη μάσκα που πρέπει να βάζεις πια όταν κοιμάσαι! Καλύτερα να τα κακαρώσω από άπνοια. Μια χαρά είναι, να πεθάνεις στον ύπνο σου και στο κρεβάτι σου. Υπάρχει τίποτα καλύτερο; Τέλος πάντων, αποφάσισα να κάνω το τεστ για χάρη τους, αλλά κυρίως γιατί μετά από 20 χρόνια που πληρώνω την Ασφαλιστική Εταιρία και δεν έχω πάθει τίποτα, επιτέλους θα μου πλήρωναν και κάτι. Έτσι έκλεισα ραντεβού στο ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ, που κάνει αυτό το τεστ και χτες το βράδυ ξεκίνησα με τα πόδια από ένα χώρο που έχω στην Αθήνα, στους Αμπελόκηπους, για το Νοσοκομείο. Μπαίνοντας στο τεράστιο κτίριο – κάτι ανάμεσα σε τεράστιο Μουσείο και Μουσολινικό κτίριο στη Ρώμη - ένοιωσα μια παγερή αδιαφορία για τον ανθρώπινο πόνο, μια αίσθηση που δεν υπάρχει στα Δημόσια Νοσοκομεία. Πέρασα από το γραφείο κινήσεως -θυμήθηκα ότι έτσι λέγαμε στο στρατό το γραφείο που κανόνιζε τα δρομολόγια των αυτοκινήτων- έβαλα τις υπογραφές μου, συνάντησα τη φίλη μου που έχει σχέση με τον ιατρικό χώρο και θα την άφηναν γι’ αυτό ακριβώς να είναι μαζί μου σε όλα τα στάδια και στις 9 η ώρα έμπαινα στο δωμάτιο 435. Τέλειο! Σαν να ήμουν σε ξενοδοχείο πολυτελείας!

«Χα, χα, χα…», είπα στη φίλη μου, «νοιώθω σαν να έχω έρθει για γύρισμα κάποιας ταινίας, κι όχι στ’ αλήθεια»! Άφησα τα πράγματά μου και πήγαμε στην νοσηλεύτρια που ήταν στην υποδοχή των ασθενών. Μας είπε ότι η τεχνολόγος που θα μου πέρναγε τα καλώδια θα άρχιζε στις δέκα και μισή, ενώ ο τεχνολόγος που θα με παρακολουθούσε όλη τη νύχτα καθώς θα κοιμόμουν, θα ερχόταν στις έντεκα. Και τότε, έγινε αυτό που μ’ έκανε να νοιώσω για πρώτη φορά ανθρώπινη ζεστασιά σ’ αυτό χώρο: «Κάπου σας ξέρω», είπε η κοπέλα μ’ ένα βλέμμα μεταξύ περιέργειας και απορίας. «Είσαστε τριάντα και κάτι;» την ρώτησα. «Ναι, 33″, μου απάντησε. «Ε, τότε θα βλέπατε μικρή τον Παραμυθά στην τηλεόραση», κατέληξα. «Αααα…» έκανε η κοπέλα και τα μάτια της γέμισαν μ΄εκείνη την γλυκιά παιδική τρυφερότητα, που βλέπω τα τελευταία πέντε χρόνια, στα μάτια νέων γυναικών και αντρών που συναντώ σε διάφορα μέρη. Είπαμε διάφορα περί «Παραμυθά» κι ύστερα κατεβήκαμε με τη φίλη μου στο μπαρ του Νοσοκομείου, ενώ είχα αρχίσει να ξεχνάω γιατί είχα πάει εκεί, αφού δεν ένοιωθα καθόλου ασθενής, αντίθετα θα έλεγα, έσκαγα από υγεία! Στις δέκα η ώρα έκλεισε το μπαρ, ανεβήκαμε πάνω και ξαναγυρίσαμε στο δωμάτιο για να βάλω ένα λεπτό καλοκαιρινό παντελόνι και ένα φανελάκι που θα έπαιζαν το ρόλο της πυτζάμας, όπως εγώ έπαιζα τον άρρωστο, γιατί η κυρία Παραμυθά είπε ότι αφού δεν φοράω ποτέ πυτζάμα, δεν υπάρχει λόγος να αγοράσω για μια φορά. Σωστήηηηη…

Στην άλλη μεριά του δωματίου, ήταν ο χώρος με τα μηχανήματα απ’ όπου ο τεχνολόγος θα παρακολουθούσε τον ύπνο μου! «Δουλειά κι αυτή!» σκέφτηκα και κάθησα να συμπληρώσω ένα ιστορικό μου με ερωτήσεις (πέντε σελίδων) για το γιατρό. Ξανακοιτάζοντας τις απαντήσεις που έδωσα, βεβαιώθηκα ότι δεν μπορεί να έχω άπνοια. Αλλά πια η ιστορία με διασκέδαζε πραγματικά, λες και κάναμε γύρισμα για ταινία. Πάνω εκεί, ήρθε η βοηθός του τεχνολόγου που θα με καλωδίωνε. «Σηκώστε το φανελάκι σας» μου είπε, και έμεινε το χέρι της ακίνητο. «Κάτι μου θυμίζετε», μου λέει με ένα ύφος σαν να μην θέλει να πιστέψει αυτό που έβλεπε μπροστά της. «Μήπως βλέπατε τον Παραμυθά;» την ρώτησα. «Αχ, ναι…» είπε εκείνη και τα μάτια της γέμισαν με μια τρυφερότητα, που μ’ έκανε να ξεχάσω πού βρισκόμουν. «Είδατε τι είναι η ζωή», της λέω. «Ποιος να σας το ‘λεγε όταν βλέπατε την εκπομπή ως κοριτσάκι, ότι θα ‘ρχόταν μια μέρα που θα καλωδιώνατε τον Παραμυθά». Ήταν στα όρια να βουρκώσει από τη συγκίνηση και μου κόλλησε μηχανικά, μ’ ένα φαρδύ ειδικό τσιρότο, το πρώτο καλώδιο στο στήθος μου. «Άουτς», έκανα καθώς ένοιωσα σαν να μου βγάζουν τις τρίχες με τσιμπιδάκι. «Συγνώμη, σας πόνεσα;» με ρώτησε στενοχωρημένη η κοπέλα. » Όχι, όχι μη στενοχωριέσαι…εντάξει…» της είπα. «Ξέρετε, αύριο θα είναι το δύσκολο που θα κάνετε μία ελαφριά αποτρίχωση, καθώς θα τα βγάζουμε». Και το στόλισμα του επιτάφιου άρχισε. «Βγάζε φωτογραφίες», είπα στη φίλη μου. Τσιρότα, ζώνες, σωληνάκια μέσα στη μύτη…

… καλώδια πάνω στο κεφάλι, μπροστά στο μέτωπο, πίσω από το κεφάλι, στο λαιμό, στα χέρια, στα πόδια, κάναμε μισή ώρα για να ολοκληρωθεί το πράγμα. Οπότε ήρθε η κρίσιμη στιγμή να πάω τουαλέτα.

Μου εξήγησε η κοπέλα ότι, στη διάρκεια της νύχτας, θα πρέπει να φωνάζω τον τεχνολόγο που θα παρακολουθεί τον ύπνο μου να βγάζει το βύσμα που θα συνδέει τον πίνακα με τα καλώδια και το κομπιούτερ του δωματίου ή να μου φέρνει πάπια. «Ούτε γι’ αστείο πάπια». Μόνο που σκέφτομαι τον άνθρωπο να το παίρνει και να το κουβαλάει γεμάτο, καταντράπηκα. Έτσι πήρα τον πίνακα με τα καλώδια και πήγα στην τουαλέτα. Αν προσέξετε, θα δείτε ότι ο δείκτης του δεξιού χεριού έχει κάτι σαν μεγάλο άσπρο μανταλάκι, αυτό ήταν και η δυσκολία. Όλα έπρεπε να γίνουν με το αριστερό χέρι… Και καλά το φερμουάρ κατέβηκε. Αλλά έχετε δοκιμάσει ποτέ να ανεβάσετε φερμουάρ σε λεπτό παντελόνι, χωρίς να κρατάτε κόντρα με το άλλο χέρι; Ε, δεν γίνεται. Έτσι, βγήκα με ένα ανέμελο ύφος έχοντας το φερμουάρ κατεβασμένο. Ε, οι άρρωστοι δεν παρεξηγούνται. «Πώς τα αισθάνεστε;» με ρώτησε η κοπέλα. «Με στενεύουν λίγο οι ζώνες στο στήθος και στη κοιλιά και με γαργαλάνε τα καλώδια στο μάγουλο». Έκανε κάτι ψιλοδιορθώσεις, και χάθηκε στο δωμάτιο παρακολούθησης. «Βγάλε με και καμιά χαρούμενη», είπα στη φίλη μου και πήρα πόζα.

Κι εκείνη τη στιγμή μπήκε ο τεχνολόγος που θα παρακολουθούσε τον ύπνο μου. «Πώς νοιώθετε; Χαίρομαι πολύ που σας βλέπω», είπε ο τρίτος των παραμυθομεγαλωμένων, που είχε πληροφορηθεί από τη βοηθό του για ποιον θα ξενυχτήσει, κι ήρθε με τα μάτια ήδη γεμάτα από εκείνη τη γλυκειά παιδική τρυφερότητα. Τρεις στους τρεις! σκέφτηκα συγκινημένος πια. Έχω πέσει σε φωλιά παραμυθομεγαλωμένων! «Πόσω χρονών είσαι;» τον ρώτησα. «Τριάντα πέντε», μου απάντησε. «Αν φύγω θα το γλυτώσεις το ξενύχτι;» τον ρώτησα γελώντας. «Μπα, όχι είναι άλλοι δύο που θα παρακολουθώ όλη τη νύχτα», απάντησε κι αυτός γελώντας σαν παιδί. «Πόσες ώρες θα πρέπει να κοιμηθώ για να βγει συμπέρασμα;» ζήτησα να μάθω. «Τουλάχιστον τρεις, για να υπάρξει η κατάσταση REM που ελέγχουμε». (Έβαλα link για όποιον θέλει να μάθει τι είναι ο REM). «Και τώρα θα πρέπει να ξαπλώσετε», συνέχισε, ο Βαγγέλης (έτσι τον λέγανε) «για να τεστάρω τις συνδέσεις». Ξάπλωσα και ζήτησα από τη φίλη μου να μου βγάλει μια τελευταία φωτογραφία, πριν πάει μαζί με το συνάδελφό της στο διπλανό δωμάτιο, καθώς την έτρωγε η περιέργεια να δει τα μηχανήματα.

Όταν έμεινα μόνος μου, πήρα την αγαπημένη μου στάση ύπνου, τη στάση του νεκρού στο φέρετρο – ανάσκελα δηλαδή και με σταυρωμένα χέρια στο στήθος – κι άρχισα να παρατηρώ το δωμάτιο από την καινούργια μου οπτική γωνία και να χαλαρώνω. Στην πάνω δεξιά μου γωνία είχε μία τηλεόραση και στην αριστερή μία κάμερα, απ’ όπου θα με παρακολουθούσαν όλη τη νύχτα, πέρα από τις πληροφορίες που θα έπαιρναν για τις ζωτικές λειτουργίες μου από τα καλώδια. Είχα χαλαρώσει τελείως. Σε λίγο μπήκε η φίλη μου, μου είπε ότι κάποια στιγμή ήμουν πιο ακίνητος από τους άλλους δύο που είχαν ήδη κοιμηθεί και νόμισαν ότι κάτι είχε πάθει η κάμερα και πάγωσε η εικόνα. «Έχεις κι αυτή τη στάση και τρόμαξα…» μου είπε γελώντας η φίλη μου. Χαιρετηθήκαμε και έσβησε τα φώτα πριν φύγει και κλείσει την πόρτα. Κοίταξα την ώρα, πατώντας το κουμπάκι που φωτίζει το καντράν του ρολογιού μου: 12 και 5. Έκλεισα τα μάτια μου. Χαλάρωσα εντελώς. Μετά από λίγο, άνοιξα τα μάτια. Ένοιωθα φοβερά ξύπνιος. Κοίταξα πάλι το ρολόι. Δεν ήταν μετά από λίγο, είχε περάσει ένα τέταρτο. Αυτό το παθαίνω αρκετές φορές. Μπορώ να κοιμηθώ δέκα – δεκαπέντε λεπτά και μετά να νοιώθω ξύπνιος και ξεκούραστος για ώρες. «Ωχ», σκέφτηκα. «Αν κάθε τόσο κοιμάμαι έτσι, δεν θα πιάσω ποτέ το τρίωρο!» Άρχισα να παρατηρώ μέσα στο σκοτάδι γύρω μου για να μην σκέφτομαι και τότε πρόσεξα ένα μικρό απαλό κόκκινο φωτάκι στο αριστερό μου χέρι. Το άσπρο μανταλάκι στον δείχτη, έβγαζε ένα απαλό κόκκινο φως! «Χα, χα, χα… Σαν τον Ε.Τ. (ι – τι) είμαι που έβγαζε από αυτό το δάχτυλό του φως! (Την έχετε δει την ταινία φαντάζομαι. Αν όχι δείτε την. Είναι υπέροχη). Και τότε, πρόσεξα ότι η κάμερα απέναντί μου έβγαζε μια θολή κόκκινη λάμψη από το φακό της. Κατάλαβα. Για να μπορεί να «βλέπει» στο σκοτάδι, είχε εκείνη την τεχνολογία που είχαν και οι διόπτρες των όπλων στο Βιετνάμ, για να μπορούν οι στρατιώτες να βλέπουν να σημαδεύουν και να σκοτώνουν στο σκοτάδι. Τι ύπουλο!.. Σκέφτηκα κάτι που είχα ακούσει: ότι τα περισσότερα πράγματα της τεχνολογίας που χρησιμοποιούμε, φτιάχτηκαν πρώτα για τον πόλεμο ή για τη διαστημική έρευνα. Κι εκείνη τη στιγμή μου ήρθε να κάνω ένα χοντρό αστείο στον Βαγγέλη, τον τεχνολόγο που με παρακολουθούσε με την κάμερα εκείνη τη στιγμή: Να σηκώσω το αριστερό μου χέρι προς την κάμερα, και με το «φωτεινό» μου δάχτυλο τεντωμένο να κάνω τη γνωστή κίνηση που σημαίνει, «άει γα*%$ ου». Χα, χα, χα… Ενθουσιάστηκα. Δεν το έκανα βέβαια αλλά σκέφτηκα κι άλλο. Να σηκώσω το χέρι μου προς τη κάμερα σφιγμένο σε γροθιά και να κάνω την επίσης γνωστή κίνηση που υποδηλώνει την ενδοπαλαμική ψευδοσυνουσία. (Χα, χα, χα… έτσι στην καθαρεύουσα, δεν χρειάζεται να αντικαταστήσω κάποια γράμματα με σύμβολα. Χα, χα, χα…) Ούτε αυτό το έκανα βέβαια. Και τότε σκέφτηκα ότι αυτός ο νεαρός άντρας που τώρα με παρακολουθούσε στο μόνιτορ που είχε μπροστά του, κάποτε, ως μικρό αγόρι καθισμένο μπροστά σε μια άλλη οθόνη, με έβλεπε να κάνω τον Παραμυθά. Κι ύστερα σκέφτηκα τα άλλα δύο κορίτσια, τη νοσηλεύτρια και τη βοηθό τεχνολόγου, που ως μικρά κορίτσια με έβλεπαν στην τηλεόραση σαν Παραμυθά. Και μού ‘ρθατε στο νου εσείς, που τρία χρόνια σχεδόν που υπάρχει το blog, μου στέλνετε αγάπη, μια αγάπη που έχω δει στα μάτια όσων έβλεπαν την εκπομπή και με συναντάνε ξαφνικά, μια αγάπη που έχει ανιδιοτέλεια, γιατί βγαίνει μέσα από την αθωότητα και το άνοιγμα της παιδικής ηλικίας, μια αγάπη που με τα χρόνια κρύβεται σιγά σιγά, ίσως χάνεται, μια αγάπη που έχει και μια αγνότητα ευγνωμοσύνης γι΄αυτό που εκείνος ο παππούς στην τηλεόραση έκανε εκείνα τα παιδιά να νοιώθουν. Όπως εκείνο το κοριτσάκι που άντεχε την αθλιότητα του σπιτιού του, μόνο και μόνο επειδή έπαιρνε δύναμη κάθε φορά που έβλεπε την εκπομπή και φανταζόταν ότι πετάει μαζί με εκείνον τον παππού και ότι έτσι θα φύγει πετώντας κάποια μέρα από το παλιόσπιτο που την έκανε δυστυχισμένη. Ή όπως εκείνο το αγόρι που του άρεσε τόσο πολύ να βλέπει τον Παραμυθά να πετάει που όταν μεγάλωσε, πήγε και έγινε πιλότος, για να μπορεί κι αυτός να πετάει. Ή όπως εκείνα τα δύο αδελφάκια που μεγάλωναν σε Ορφανοτροφείο και κάθε Σάββατο στις πέντε, το έσκαγαν από το Ορφανοτροφείο που δεν είχε τηλεόραση και πήγαιναν σε ένα διπλανό σπίτι που είχαν γνωρίσει τα παιδιά που έμεναν εκεί, και έβλεπαν τον Παραμυθά, που γι’ αυτούς -όπως του είπαν μεγάλα πια όταν τον συνάντησαν- συμβόλιζε την ελευθερία. Ή όπως εκείνο το αγόρι που είχε γεννηθεί με σχιζοφρένεια κι έβλεπε την εκπομπή, κι όταν τον ζόριζαν και πάθαινε κρίση, έσπαγε ό,τι έβρισκε μπροστά και φώναζε: «Θα το πω στον Παραμυθά… Θα το πω στον Παραμυθά…» Ή όπως τόσες άλλες ιστορίες που άκουσα, όταν άρχισα να συναντάω κάποιους από σας. Και καθώς ήμουν έτσι ξαπλωμένος και τα σκεφτόμουν όλα αυτά, τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα… Κι ένοιωθα μια φοβερή χαρά μέσα μου. Το σώμα μου το πλημμύριζε μια φοβερή ενέργεια, που ένοιωθα ότι θα μπορούσα να ρίξω μια στον τοίχο και να τον γκρεμίσω. Πλημμύριζα από υγεία και δύναμη. Σκέφτηκα τι ωραία που θα ‘ταν να ήμουν τώρα έξω και να περπάταγα στους άδειους δρόμους, μέσα σ’ αυτή γλυκειά νύχτα. Ήμουν εντελώς ξύπνιος, σαν να είχα κοιμηθεί ώρες… Κοίταξα το καλωδιωμένο σώμα μου, και καθώς ένοιωσα να μην με νοιάζει καθόλου αυτή η ιστορία, να μην με νοιάζει αν έχω ή δεν έχω άπνοια, κι αν θα πεθάνω σε δύο ώρες ή σε δύο ή σε είκοσι χρόνια, αισθάνθηκα, έτσι τυλιγμένος με όλα αυτά τα καλώδια, πολύ μαλάκας! Κάποια στιγμή πριν είχα σκεφτεί ότι αν δεν νυστάξω έως τις μία η ώρα, θα φύγω. Κοίταξα το ρολόι μου. Ήταν μία και πέντε. Έδωσα μια κι ανακάθησα στο κρεβάτι. Χτύπησα το κουδούνι ανάγκης, κι αμέσως μπήκε ο Βαγγέλης και άναψε το φως. «Έλα, Βαγγέλη», του είπα χαμογελώντας, «ξήλωνε να φύγω». «Μήπως κάποια καλώδια σας ενοχλούν και θέλετε να τα μετακινήσουμε;» με ρώτησε διστακτικά. «Όχι, παιδί μου», του είπα, «θέλω μόνο να φύγω». Ήμουν τόσο ήσυχος και σίγουρος, που δεν έκανε άλλη προσπάθεια να με πείσει και μέσα σε δέκα λεπτά τα είχε αποσυνδέσει όλα. Ντύθηκα, μάζεψα τα πράγματά μου, υπόγραψα το χαρτί που έλεγε ότι έφυγα με τη θέλησή μου, χαιρέτησα τον Βαγγέλη ευχαριστώντας τον και κατέβηκα με το ασανσέρ στον άνευ λόγου φαρδύ, ψηλό και μακρύ διάδρομο που οδηγούσε στην έξοδο, και που ήταν φτιαγμένος έτσι όχι για κανένα πρακτικό, λειτουργικό λόγο, αλλά για να κάνει αυτούς που μπαινόβγαιναν να νοιώθουν ότι είναι «κάποιοι» κι έτσι να ‘ναι ευχαριστημένοι που τους τα μασάνε.
Βγήκα στο δρόμο. Ήταν δύο παρά εικοσιπέντε το πρωί. Πέρασα το μικρό σακίδιο στην πλάτη μου. Η Μεσογείων ήταν άδεια και η νύχτα πολύ γλυκειά. Ένοιωσα φοβερά χαρούμενος κι ευτυχισμένος. Ένοιωθα όπως τότε που ήμουν μικρό αγόρι και την έκανα κοπάνα από το σχολείο, με την τσάντα στον ώμο. Το τι σκασιαρχεία έκανα μικρός, δεν λέγεται! Τι φοβερή ελευθερία!… Ρούφαγα τον βραδυνό γλυκό αέρα και δεν τον χόρταινα. Ούτε κοίταξα πίσω μου. Έστριψα στην Αλεξάνδρας. Κι αυτή άδεια. Περπάταγα απίστευτα ανάλαφρα. Ήταν -αλήθεια σας λέω- σαν να πέταγα!!! Σας σκεφτόμουν, σκεφτόμουν όλα τα παιδιά του κόσμου και στα μάτια μου έτρεχαν δάκρυα από χαρά… Έφτασα μετά από μισή ώρα περπάτημα στο χώρο όπου θα κοιμόμουν και πριν πέσω για ύπνο, άνοιξα το κομπιούτερ μου και σας έγραψα το «Μικρό trailer για το αυριανό post», που έγινε τελικά μεθαυριανό και που μόλις τέλειωσε.
Σας ευχαριστώ πολύ όλους σας.
Καλό ξημέρωμα.
Σας φιλώ γλυκά.
Νίκος
Μικρό trailer για το αυριανό post
Επειδή είναι τρεις παρά εικοσιπέντε το πρωί, γύρισα πριν λίγο και είμαι ψιλοπτώμα με όσα τράβηξα, μόνο αυτά τα δυο λόγια και μια φωτογραφία, έτσι σαν σύντομο trailer της ιστορίας που θα γράψω αύριο.
Καλό ξημέρωμα.
Π.
Μια ιστορία από το στρατό
Αυτό το blog ξεκίνησε έχοντας στόχο να ανεβάζει παραμύθια, βίντεο κ.λπ. για παιδιά. Στο δρόμο, όμως, κάτι εγώ που κάποια στιγμή έγραψα ένα «σεντόνι», κάτι εσείς – οι παλιότεροι τέλος πάντων- που σας αρέσανε και δεν τα βρίσκατε «φούμαρα ιντερνετικά», πήγαμε το blog αλλού από εκεί που σκόπευα. Τελικά έγινε πιο πολύ για σας παρά για τα παιδάκια σας. Κι αυτό, κάπου κάπου δεν μου άρεσε. Τώρα, όμως, που πια λειτουργεί το ιντερνετικό μας κανάλι paramithas.tv, που είναι 100% για παιδιά – άσχετα αν μπαίνετε κι εσείς έχοντας μέσο το παιδί που κρύβετε μέσα σας– μπορώ άνετα να δώσω εδώ το βάρος σε άλλου είδους «παιδικά»: σε παιδικά καρδιάς και όχι ηλικίας —είτε αυτά είναι ιστορίες μου είτε είναι σκέψεις μου. Για σήμερα, λοιπόν, σας έχω μια ιστορία από το στρατό, εγκαινιάζοντας μια νέα κατηγορία, τις ΙΣΤΟΡΙΕΣ.
Ήταν Ιούλιος του 1964. Ήμουν φαντάρος, στο 644 Τεθωρακισμένο Τάγμα Πεζικού, στη Σταυρούπολη, στη Θεσσαλονίκη. Ήταν ζόρικα. Ανάμεσα στα παιδιά του λόχου ήταν κι ο Στέλιος. Ο Στέλιος ήταν ομοφυλόφιλος. Αυτό στο στρατό και εκείνη μάλιστα την εποχή ήταν ζόρικο. Πολύ ζόρικο. Δεν τον άφηναν σε χλωρό κλαρί τον φουκαρά! Όταν δεν ήταν μπροστά αξιωματικοί τον «ξεφώνιζαν», φωνάζοντάς του είτε «σύυυυκααα…» είτε «Στέλλαααα». Δεν ξέρω γιατί και πώς είχε βγει αυτό, αλλά τότε η κραυγή «σύκα» έδινε κι έπαιρνε ως ξεφωνητό. Επίσης, επειδή ήταν ακόμα νωπή η μνήμη της ταινίας «Στέλλα» του Κακογιάννη, μερικές φορές οι πιο θρασείς, φώναζαν στο Στέλιο: «Στέλλα, φύγε… κρατάω μαχαίρι…», από τη γνωστή σκηνή όπου ο Φούντας μαχαιρώνει την Μερκούρη. Από τα σαράντα άτομα του λόχου, είμαστε λιγότεροι από δέκα που δεν τον πειράζαμε ποτέ και του φερόμαστε κανονικά. Ο ίδιος ήταν ένα εξαιρετικό παιδί. Δεν προκαλούσε ποτέ, ήταν φιλικός με όλους και στα πειράγματα παρέμενε ατάραχος, διότι είχε και εξαιρετικό χιούμορ. Έτσι, καθώς εγώ δεν θεωρούσα ποτέ μου ότι όλοι πρέπει να έχουν τις ίδιες σεξουαλικές προτιμήσεις, τον συμπαθούσα πολύ και το κοινό χιούμορ μας, μας έκανε να ανταλλάσσουμε οι δυο μας, κάθε μέρα σχεδόν, ανέκδοτα.
Ένα Σαββατοκύριακο προς το τέλος του μήνα, κι ενώ ετοιμαζόμαστε να βγούμε με 48ωρες και 24ωρες άδειες, ήρθε διαταγή να μείνουμε μέσα σε επιφυλακή, επειδή είχε δημιουργηθεί ένταση με την Τουρκία! Τα ‘χαμε βάψει όλοι στα μαύρα. Όσοι έχουν κάνει στρατό, θα το καταλάβουν αυτό. Όταν το βράδυ στις οχτώ, η σάλπιγγα σήμανε σιωπητήριο, όλο το τάγμα μαζεύτηκε μέσα στους λόχους. Φυσικά, δεν είχε κανείς μας όρεξη για ύπνο, αφού άλλωστε την άλλη μέρα ήταν Κυριακή και θα μπορούσαμε να κοιμηθούμε όσο θέλουμε. Έτσι, μπήκαμε στο λόχο μας, κάτσαμε στα κρεβάτια μας, πάνω και κάτω, ενώ στη μέση του θαλάμου ήρθε και κάθισε ένα παιδί που έπαιζε ακορντεόν. Άρχισε να παίζει και σιγά σιγά, μας έφτιαξε το κέφι κι αρχίσαμε, άλλοι να χτυπάμε παλαμάκια κι άλλοι να τραγουδάνε. Κάποια στιγμή, ο ακορντεονίστας άρχισε να παίζει το τραγούδι, «΄Ασ’ τα τα μαλλάκια σου», που είναι βαλς. Πολλοί πιάστηκαν αγκαζέ εκεί όπου κάθονταν, κι άρχισαν να κουνιούνται μια δεξιά και μια αριστερά, στο ρυθμό του βαλς. Το κέφι είχε ανάψει. Και τότε, ο Στέλιος σηκώθηκε από το κρεβάτι του, ήρθε στη μέση κι άρχισε να χορεύει μόνος του βαλς. Το τι έγινε δεν περιγράφεται! Όλοι άρχισαν να χειροκροτούν και να σφυρίζουν ενθουσιασμένοι. Ο Στέλιος στροβιλιζόταν πανευτυχής, με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Και τότε, χωρίς να σκεφτώ τίποτα, κατέβηκα από το κρεβάτι μου και πλησίασα τον Στέλιο απλώνοντας τα χέρια μου σαν να του ζητούσα να τον χορέψω. Χωρίς να διστάσει στιγμή, έπιασε τα χέρια μου και ακολουθώντας αμέσως τη γυναικεία κίνηση, πήρε το ρόλο της ντάμας κι αρχίσαμε να χορεύουμε βαλς. Έγινε πανδαιμόνιο στο θάλαμο. Σφυρίγματα, χειροκροτήματα, αλλά ούτε ένα προστυχόλογο. Και ξαφνικά, αφού είχα χορέψει κάνα πεντάλεπτο με τον Στέλιο, ήρθε ένας άλλος φαντάρος και ζήτησε να τον χορέψει κι εκείνος. Έτσι εγώ σταμάτησα και συνέχισε το άλλο παιδί το βαλς με τον Στέλιο. Σιγά σιγά τα πολλά σφυρίγματα και χειροκροτήματα σταμάτησαν και ο ακορντεονίστας έπαιζε το ένα βαλς μετά το άλλο, ενώ ένας ένας οι φαντάροι, όλοι σχεδόν, χόρεψαν με τον Στέλιο. Η ατμόσφαιρα στο θάλαμο είχε μια λεπτή ευαισθησία. Δεν ακούστηκε η παραμικρή ειρωνική λέξη. Ο Στέλιος, με μια βαθιά αξιοπρέπεια, έπαιξε το ρόλο της ντάμας για όλους τους φαντάρους που χόρεψαν μαζί του. Ένοιωθε κανείς μια φοβερή χαρά να γεμίζει το θάλαμο, καθώς είχε εξαφανιστεί η μιζέρια που γεννάει η έλλειψη σεβασμού στη διαφορετικότητα του άλλου και όλοι διασκεδάζαμε με την καρδιά μας που είχε ανοίξει και χαιρόμαστε αυτό που βλέπαμε. Συνεχίσαμε έτσι, μέχρι που ήρθε ο αξιωματικός υπηρεσίας και μας σταμάτησε.
Από την άλλη μέρα και μέχρι που φύγαμε από το τάγμα, ούτε μία φορά δεν ξαναπείραξε κανείς τον Στέλιο· ούτε μια φορά δεν ξανακούστηκε το «σύκα» ή το «Στέλλα».
Καλό ξημέρωμα
Π.
Η αγάπη του πατέρα
Διαβαζοντας πριν λίγο τα σημερινά σας σχόλια έμαθα ότι σήμερα είναι η «Ημέρα του πατέρα». Όπως λέμε, «η ημέρα της γυναίκας», «η ημέρα του παιδιού», «η ημέρα των ζώων», «η ημέρα του περιβάλλοντος» κ.λπ. Είναι επειδή τις υπόλοιπες μέρες, ασχολούμαστε με σοβαρότερα πράγματα. Η ιστορία που θα διαβάσετε είναι κάτι που συνέβη στ’ αλήθεια, πριν δέκα μέρες περίπου, σε μια φίλη μου. Η επεξεργασία είναι δική μου, για χάρη σας και για … χάρη της ημέρας. Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ.
Π.
Δεν φανταζόταν ποτέ ότι η αγάπη που ένοιωθε για τον πατέρα της και το γιο της θα της δημιουργούσε κάποτε μέσα της τόσο μεγάλη σύγκρουση. Ο πατέρας της, πατημένα ογδόντα, εδώ και δυο εβδομάδες είχε πια καταρρεύσει. Η υγεία του, που τα τελευταία χρόνια δεν ήταν καλή εξαιτίας της καρδιάς του, χειροτέρευσε και δεν σηκωνόταν πια από το κρεβάτι. «Έχει ακόμα ζωή από δέκα μέρες μέχρι ένα μήνα», είπε ο γιατρός πριν μερικές ώρες, που τον είδε για τελευταία φορά. Σε έξι μέρες, την Κυριακή που ερχόταν, ήταν ο γάμος του γιου της στην Αγγλία, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια. Ήταν το μοναχοπαίδι της, που το μεγάλωσε από πολύ νωρίς μόνη της, αφού με τον πατέρα του είχε χωρίσει στα πρώτα χρόνια του γάμου. Ήταν αδύνατο να μην είναι στο γάμο του γιου της. Αλλά ήταν και αδύνατο να αφήσει τον πατέρα της ετοιμοθάνατο και να φύγει. Η μάνα της δεν ζούσε εδώ και χρόνια, κι ο πατέρας της δεν είχε άλλη απ’ αυτήν. Δεν άντεχε στη σκέψη ότι μπορεί να πέθαινε όσο εκείνη θα έλειπε. Ήταν σε τέλειο αδιέξοδο.
Πήγε όπως κάθε πρωί γύρω στις δέκα στο σπίτι του. Της άνοιξε η γυναίκα που έμενε μαζί του για να τον φροντίζει. Μόλις την είδε χαμογέλασε. «Σήμερα είναι πολύ καλύτερα ο πατέρας σου. Αν συνεχίσει έτσι, θα σηκωθεί κι από το κρεβάτι»! Αυτό την μπέρδεψε πια εντελώς.
Τον φίλησε και κάθισε δίπλα του στην άκρη του κρεβατιού. Το μάτι της έπεσε σ’ ένα μαραμένο φύλλο, που ήταν ακουμπισμένο στο κομοδίνο δίπλα του. Εκείνος πρόσεξε το βλέμμα της. Άπλωσε το χέρι του και της έπιασε το δικό της. Ύστερα άρχισε να μιλάει, μ’ ένα τρόπο όπως της έλεγε μικρή παραμύθια.
«Αυτό το φύλλο το μάζεψα λίγες μέρες πριν πέσω στο κρεβάτι… Μου έκανε εντύπωση αυτό το νεκρό φύλλο, έτσι απλό όπως ήταν στο θάνατό του, γεμάτο από την ομορφιά ολόκληρου του δέντρου! Γιατί εμείς τ’ ανθρώπινα πλάσματα πεθαίνουμε τόσο μίζερα, τόσο δυστυχισμένα από αρρώστια, από μεγάλη ηλικία, γερατειά, με ζαρωμένο το κορμί, άσχημο; Γιατί δεν μπορούμε να πεθάνουμε το ίδιο όμορφα όπως αυτό το φύλλο; Τι κάνουμε λάθος; Γιατροί, φάρμακα, νοσοκομεία, εγχειρήσεις… Δεν φαίνεται να μπορούμε να πεθάνουμε με αξιοπρέπεια, με απλότητα, μ’ ένα χαμόγελο. Θα ‘πρεπε από όταν είμαστε παιδιά να μας μαθαίνουν στο σχολείο τη μεγάλη ομορφιά και αξιοπρέπεια του θανάτου, όχι σαν κάτι καταθλιπτικό, όχι σαν μια θλιβερή κατάληξη που κάποτε κανείς θα αντιμετωπίσει, αλλά σαν μέρος της καθημερινής ζωής. Θα ‘πρεπε να μας εξηγούν από παιδιά, χωρίς κανένα φόβο, ότι η ζωή και ο θάνατος είναι ένα. Το τέλος είναι η αρχή που έχει τέλος που είναι η αρχή… Το τέλος κάθε μέρας θα έπρεπε να είναι το τέλος του εγώ, αυτού του εγώ που σπαταλά κανείς τη ζωή του θρέφοντάς το με συγκρούσεις μέσα μας, με χαρές, με δυστυχίες, πίνοντας, καπνίζοντας, ξενυχτώντας, περνώντας από τη μία σχέση στην άλλη, χρησιμοποιώντας το σεξ για φυγή και με δουλειά, δουλειά, δουλειά… Και κάποια στιγμή αντιμετωπίζει κανείς αυτό το πράγμα που ονομάζεται θάνατος και το φοβάται. Ο θάνατος δεν είναι κάποια μακρινή φθορά του σώματος από γερατειά ή οποτεδήποτε από ξαφνικό ατύχημα, θα έπρεπε να είναι το τέλος του εγώ κάθε μέρα. Αυτό σημαίνει το, «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι» κι όχι μακάριοι οι ηλίθιοι. Είναι δυνατόν ένα τόσο μεγάλο πνεύμα, να ήρθε στην ανθρωπότητα για να μας πει ότι πρέπει να είμαστε βλάκες; Μας είπε να μη θρέφουμε το εγώ μας, να μην είμαστε τίποτα ψυχολογικά μέσα μας, τότε μπορεί να αγαπά ο ένας τον άλλον στην πράξη κι όχι στα λόγια, όχι θεωρητικά,κυνηγώντας ένα ιδανικό που κάποτε στο μέλλον θα το φτάσεις…»
Η γυναίκα κοίταξε τα μάτια του πατέρα της που ξαφνικά είχαν γίνει τρομερά ζωηρά και η φωνή του είχε ένα νεανικό πάθος. Για λίγο είχε ξεχάσει το άγχος της για το γάμο του γιου της. Να, όμως που το ξαναθυμήθηκε. Το πρόσωπό της σκοτείνιασε.
«Τι έχεις;» τη ρώτησε ο πατέρας της που κατάλαβε ότι κάτι την ανησυχούσε.
Πήρε την απόφαση και του μίλησε. Του είπε όλη τη σύγκρουση που είχε μέσα της, ανάμεσα στην επιθυμία της να είναι στο γάμο του γιου της, αλλά και να είναι κοντά σ’ εκείνον όσο θα χρειαζόταν. Ο πατέρας της σήκωσε αργά το χέρι του και της χάιδεψε τρυφερά το πρόσωπο.
«Ούτε να το σκέφτεσαι, μωρό μου», της είπε. «Θα πας στο γάμο του γιου σου. Είναι χαζό να περιμένεις εδώ πότε θα πεθάνω».
«Μα μπαμπά…», διαμαρτυρήθηκε εκείνη σαν παιδάκι αυτή φορά.
«Ούτε να το συζητάς. Ο γάμος είναι την Κυριακή και θα είσαι εκεί. Αύριο να βγάλεις εισιτήριο για το Σάββατο. Θα φύγεις, όπως κι αν είμαι εγώ».
Εκείνη έβαλε τα κλάματα και τον πήρε στην αγκαλιά της, ενώ εκείνος της χάιδευε τα μαλλιά, όπως όταν ήταν μικρό κοριτσάκι και την έβαζε για ύπνο.
Το ίδιο απόγευμα, από το σπίτι της, παρήγγειλε το εισιτήριό της με βαριά καρδιά. Έκανε ένα μπάνιο κι ετοιμάστηκε να ξαναπάει στον πατέρα της. Χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η γυναίκα που φρόντιζε τον πατέρα της και την άκουσε σαν χαμένη να της λέει, πως μόλις πριν λίγο είχε πεθάνει ο πατέρας της μ’ ένα χαμόγελο στο πρόσωπό του. Λίγο πριν πεθάνει, της είχε πει πόσο χαρούμενος ήταν που η κόρη του θα πήγαινε στο γάμο του γιου της.
![]()


