Μια μέρα που θα θυμάμαι πάντα.

Μια μέρα σαν σήμερα -14 Φεβρουαρίου, δηλαδή-  πριν κάμποσα χρόνια, βρέθηκα καλεσμένος στο γάμο του γιου του Προέδρου της Κοινότητας του χωριού, που πέρναγα τα καλοκαίρια τότε. Ο κυρ Αλέκος μου είχε αδυναμία, γιατί μαζί με τα παιδιά του, όταν ήτανε μικρά, βλέπανε την εκπομπή μου στην τηλεόραση, σε μία από τις λίγες ασπρόμαυρες συσκευές που υπήρχαν τότε στο χωριό.  Κι όταν τα καλοκαίρια πήγαινα να περάσω τις διακοπές μου, πέρναγα αρκετές ώρες με τον κυρ Αλέκο στην ταβέρνα του. «Θα ‘ρθεις ν πιουμ’ κάνα κρασάκι, Παραμυθάμ’»; με ρωτούσε με την κλασσική ντόπια προφορά του και συμπλήρωνε, γελώντας σαν παιδί: «Θα φουράς και του μαγικό γιλεκάκ’ σ’»;  «Όχι, κυρ Αλέκο», του έλεγα, «αυτό το φοράω μόνο στην τηλεόραση», κι εκείνος κατσούφιαζε, γιατί ήθελε να με δει να το φοράω στ’ αλήθεια. Αλλά ήρθε κάποτε η μέρα που θα θυμάμαι πάντα, που ο κυρ Αλέκος με κατάφερε να φορέσω για χάρη του το γιλέκο.
Είχαν περάσει κάμποσα χρόνια από τότε που γνωριστήκαμε, και κάποιο Φεβρουάριο με πήρε τηλέφωνο στο σπίτι μου! «Γεια σου Παραμυθάμ’», είπε δυνατά ξεκουφαίνοντάς με. «Γεια σου, κυρ Αλέκο, τι συμβαίνει;» τον ρώτησα, καθώς δεν ήμουν συνηθισμένος να μου τηλεφωνάει χειμωνιάτικα. «Στις 14 τούτου του μήνα, παντρεύου τον κανακάρ’ μ’, τον Ντίνου, Παραμυθάμ’ κι θέλου να σι καλέσου να ‘ρθς μι την κυρά σ’». «Και βέβαια, θα ‘ρθω κυρ Αλέκο μου», του είπα, «σ’ ευχαριστώ». Κι εκείνος συνέχεισε: «Μόνου που θέλου να μι κάνς μια χάρ’». «Ό,τι θέλεις κυρ Αλέκο μου», του είπα, χωρίς να φαντάζομαι τι θα μου ζητήσει. «Θέλου να φρας του μαγικό γιλεκάκ’ σ’». Ε, αυτό ήταν το μόνο που δεν περίμενα ν’ ακούσω, αλλά δεν μπορούσα να του το αρνηθώ. Κι έτσι στις 14 Φεβρουαρίου εκείνης της χρονιάς, που θα θυμάμαι για πάντα, ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που έβαλα το μαγικό γιλέκο μου, «εκτός δουλειάς».
Ο γάμος του Ντίνου, του γιου του κυρ Αλέκου, έγινε στο εκκλησάκι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης που ήταν στην πλατεία του χωριού, απέναντι από την ταβέρνα του κυρ Αλέκου. Μετά την γαμήλια τελετή, κι επειδή εκείνο το Φεβρουάριο, είχε πλήρη εφαρμογή η σοφή ελληνική παροιμία, «ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει», το γαμήλιο τραπέζι είχε στρωθεί ανάμεσα στην εκκλησία και στην ταβέρνα. Το γλέντι άναψε γρήγορα, καθώς υπήρχε και μια λαϊκή ορχήστρα και ο κυρ Αλέκος που –έτσι κι αλλιώς- ήταν γερό ποτήρι, έπινε συνέχεια για τη χαρά του γιού του, του Ντίνου. Κάποια στιγμή, τον βλέπω να παίρνει κι ένα δεύτερο ποτήρι και να ζητάει από το γιο του να του το γεμίσει. «Μα καλέ πατέρα», του λέει ο Ντίνος, «θα πίνεις από δύο ποτήρια»; «Όχι Ντίνου μ’. Αυτό είναι τ’ Αγίου. Απ’ αυτούνου, για ‘κείνουν θα πίνου, όχι για μένα», είπε ο πονηρός κυρ Αλέκος και σκάσαμε όλοι στα γέλια. Ο γιος του ο Ντίνος γέλασε, αλλά δεν του έβαλε κρασί. Αλλά ο κυρ Αλέκος επέμενε: « Έλα βάλε πιδί μ’. Δεν είν’ για μένα σι ‘πα, είναι τ’ Αγίου… Κατάλαβς;  Τ’ Αγίου βάλε Ντίνου». Και μέσα σε γενική ευθυμία, ο γιος του κυρ Αλέκου, του γέμισε το ποτήρι, ενώ εκείνος επαναλάμβανε, «Τ’ Αγίου βάλε Ντίνου…»
Έχουν περάσει τόσα χρόνια, και κάθε τέτοια μέρα, 14 Φεβρουαρίου, θυμάμαι πάντα το χαρούμενο πρόσωπο του κυρ Αλέκου, να λέει στο γιο του: «Τ’ Αγίου βάλε Ντίνου… Τ’ Αγίου βάλε Ντίνου…».
Καλή Καθαρή Δευτέρα.
Θα τα πούμε πάλι από Τρίτη.
Πολλά φιλιά.
Π.

Τεστ ύπνου

Κάποια στιγμή, λοιπόν, το καλοκαίρι με το που ξύπνησα ένα πρωί, μου λέει η κυρία Παραμυθά: «Χτες το βράδυ, έπαθες άπνοια και τρόμαξα. Μέτρησα μέχρι το 45 και μετά έκανες σαν να πνίγηκες κι άρχισες πάλι ν’ ανασαίνεις». Μου φάνηκε περίεργο αυτό γιατί δεν ένοιωσα κάτι τέτοιο. Πριν πολλά χρόνια – πάνω από επτά – έκανα άπνοιες και ξέρω πώς πεταγόμουν όρθιος. Κι όπως έμαθα αργότερα, όταν κάνεις άπνοια πάνω από δώδεκα δευτερόλεπτα τα «τινάζεις». Οπότε η κυρία Παραμυθά ή θα μετρούσε πάαααααααρα πολύ γρήγορα ή απλώς εγώ πια κοιμάμαι τόσο βαθιά και χαλαρωμένος, που θα έπρεπε να βάλει καθρεφτάκι στη μύτη μου για να δει αν αναπνέω. Όμως, το περιστατικό το είπαμε στο γιατρό μας, το έμαθε και μια φίλη μας που βρίσκεται στον ιατρικό χώρο, κι όλοι μαζί βάλθηκαν να με πείσουν να κάνω τεστ ύπνου, για να δούμε αν παθαίνω άπνοιες. Άρχισα να ψήνομαι, αν και, όπως είχα εξηγήσει, ακόμα και να αποδεικνυόταν ότι κάνω άπνοιες δεν υπήρχε περίπτωση να αρχίσω να κοιμάμαι με τη μάσκα που πρέπει να βάζεις πια όταν κοιμάσαι! Καλύτερα να τα κακαρώσω από άπνοια. Μια χαρά είναι, να πεθάνεις στον ύπνο σου και στο κρεβάτι σου. Υπάρχει τίποτα καλύτερο; Τέλος πάντων, αποφάσισα να κάνω το τεστ για χάρη τους, αλλά κυρίως γιατί μετά από 20 χρόνια που πληρώνω την Ασφαλιστική Εταιρία και δεν έχω πάθει τίποτα, επιτέλους θα μου πλήρωναν και κάτι. Έτσι έκλεισα ραντεβού στο ΕΡΡΙΚΟΣ ΝΤΥΝΑΝ, που κάνει αυτό το τεστ και χτες το βράδυ ξεκίνησα με τα πόδια από ένα χώρο που έχω στην Αθήνα, στους Αμπελόκηπους, για το Νοσοκομείο. Μπαίνοντας στο τεράστιο κτίριο – κάτι ανάμεσα σε τεράστιο Μουσείο και Μουσολινικό κτίριο στη Ρώμη -  ένοιωσα μια παγερή αδιαφορία για τον ανθρώπινο πόνο, μια αίσθηση που δεν υπάρχει στα Δημόσια Νοσοκομεία. Πέρασα από το γραφείο κινήσεως -θυμήθηκα ότι έτσι λέγαμε στο στρατό το γραφείο που κανόνιζε τα δρομολόγια των αυτοκινήτων- έβαλα τις υπογραφές μου, συνάντησα τη φίλη μου που έχει σχέση με τον ιατρικό χώρο και θα την άφηναν γι’ αυτό ακριβώς να είναι μαζί μου σε όλα τα στάδια και στις 9 η ώρα έμπαινα στο δωμάτιο 435. Τέλειο! Σαν να ήμουν σε ξενοδοχείο πολυτελείας!

30112009874

«Χα, χα, χα…», είπα στη φίλη  μου, «νοιώθω σαν να έχω έρθει για γύρισμα κάποιας ταινίας, κι όχι στ’ αλήθεια»!  Άφησα τα πράγματά μου και πήγαμε στην νοσηλεύτρια που ήταν στην υποδοχή των ασθενών. Μας είπε ότι η τεχνολόγος  που θα μου πέρναγε τα καλώδια θα άρχιζε στις δέκα και μισή, ενώ ο τεχνολόγος που θα με παρακολουθούσε όλη τη νύχτα καθώς θα κοιμόμουν, θα ερχόταν στις έντεκα. Και τότε,  έγινε αυτό που μ’ έκανε να νοιώσω για πρώτη φορά ανθρώπινη ζεστασιά σ’ αυτό χώρο: «Κάπου σας ξέρω», είπε η κοπέλα μ’ ένα βλέμμα  μεταξύ περιέργειας και απορίας. «Είσαστε τριάντα και κάτι;» την ρώτησα. «Ναι, 33″, μου απάντησε. «Ε, τότε θα βλέπατε μικρή τον Παραμυθά στην τηλεόραση», κατέληξα. «Αααα…» έκανε η κοπέλα και τα μάτια της γέμισαν μ΄εκείνη την γλυκιά παιδική τρυφερότητα, που βλέπω τα τελευταία πέντε χρόνια, στα μάτια νέων γυναικών και αντρών που συναντώ σε διάφορα μέρη. Είπαμε διάφορα περί «Παραμυθά» κι ύστερα κατεβήκαμε με τη φίλη μου στο μπαρ του Νοσοκομείου, ενώ είχα αρχίσει να ξεχνάω γιατί είχα πάει εκεί, αφού δεν ένοιωθα καθόλου ασθενής, αντίθετα θα έλεγα, έσκαγα από υγεία! Στις δέκα η ώρα έκλεισε το μπαρ, ανεβήκαμε πάνω και ξαναγυρίσαμε στο δωμάτιο για να βάλω ένα λεπτό καλοκαιρινό παντελόνι και ένα φανελάκι που θα έπαιζαν το ρόλο της πυτζάμας, όπως εγώ έπαιζα τον άρρωστο, γιατί η κυρία Παραμυθά είπε ότι αφού δεν φοράω ποτέ πυτζάμα, δεν υπάρχει λόγος να αγοράσω για μια φορά. Σωστήηηηη…

30112009873

Στην άλλη μεριά του δωματίου, ήταν ο χώρος με τα μηχανήματα απ’ όπου ο τεχνολόγος θα παρακολουθούσε τον ύπνο μου!  «Δουλειά κι αυτή!» σκέφτηκα και κάθησα να συμπληρώσω ένα ιστορικό μου με ερωτήσεις (πέντε σελίδων) για το γιατρό. Ξανακοιτάζοντας τις απαντήσεις που έδωσα, βεβαιώθηκα ότι δεν μπορεί να έχω άπνοια. Αλλά πια η ιστορία με διασκέδαζε πραγματικά, λες και κάναμε γύρισμα για ταινία. Πάνω εκεί, ήρθε η βοηθός του τεχνολόγου που θα με καλωδίωνε. «Σηκώστε το φανελάκι σας» μου είπε, και έμεινε το χέρι της ακίνητο.  «Κάτι μου θυμίζετε», μου λέει με ένα ύφος σαν να μην θέλει να πιστέψει αυτό που έβλεπε μπροστά της. «Μήπως βλέπατε τον Παραμυθά;»  την ρώτησα. «Αχ, ναι…» είπε εκείνη και τα μάτια της γέμισαν με μια τρυφερότητα, που μ’ έκανε να ξεχάσω πού βρισκόμουν. «Είδατε τι είναι η ζωή», της λέω. «Ποιος να σας το ‘λεγε όταν βλέπατε την εκπομπή ως κοριτσάκι, ότι θα ‘ρχόταν μια μέρα που θα καλωδιώνατε τον Παραμυθά». Ήταν στα όρια να βουρκώσει από τη συγκίνηση και μου κόλλησε μηχανικά, μ’ ένα φαρδύ ειδικό τσιρότο, το πρώτο καλώδιο στο στήθος  μου. «Άουτς», έκανα καθώς ένοιωσα σαν να μου βγάζουν τις τρίχες με τσιμπιδάκι. «Συγνώμη, σας πόνεσα;» με ρώτησε στενοχωρημένη η κοπέλα. » Όχι, όχι μη στενοχωριέσαι…εντάξει…» της είπα. «Ξέρετε, αύριο θα είναι το δύσκολο που θα κάνετε μία ελαφριά αποτρίχωση, καθώς θα τα  βγάζουμε».  Και το στόλισμα του επιτάφιου άρχισε. «Βγάζε φωτογραφίες», είπα στη φίλη μου. Τσιρότα, ζώνες, σωληνάκια μέσα στη μύτη…

30112009879

… καλώδια πάνω στο κεφάλι, μπροστά στο μέτωπο, πίσω από το κεφάλι, στο λαιμό, στα  χέρια, στα πόδια, κάναμε μισή ώρα για να ολοκληρωθεί το πράγμα. Οπότε ήρθε η κρίσιμη στιγμή να πάω τουαλέτα.

30112009883

Μου εξήγησε η κοπέλα ότι, στη διάρκεια της νύχτας,  θα πρέπει να φωνάζω τον τεχνολόγο που θα παρακολουθεί τον ύπνο μου να βγάζει το βύσμα που θα συνδέει τον πίνακα με τα καλώδια και το κομπιούτερ του δωματίου ή να μου φέρνει πάπια. «Ούτε γι’ αστείο πάπια». Μόνο που σκέφτομαι τον άνθρωπο να το παίρνει και να το κουβαλάει γεμάτο, καταντράπηκα. Έτσι πήρα τον πίνακα με τα καλώδια και πήγα στην τουαλέτα. Αν προσέξετε, θα δείτε ότι ο δείκτης του δεξιού χεριού έχει κάτι σαν μεγάλο άσπρο μανταλάκι, αυτό ήταν και η δυσκολία. Όλα έπρεπε να γίνουν με το αριστερό χέρι… Και καλά το φερμουάρ κατέβηκε. Αλλά έχετε δοκιμάσει ποτέ να ανεβάσετε φερμουάρ σε λεπτό παντελόνι, χωρίς να κρατάτε κόντρα με το άλλο χέρι; Ε, δεν γίνεται. Έτσι, βγήκα με ένα ανέμελο ύφος έχοντας το φερμουάρ κατεβασμένο. Ε, οι άρρωστοι δεν παρεξηγούνται. «Πώς τα αισθάνεστε;» με ρώτησε η κοπέλα. «Με στενεύουν λίγο οι ζώνες στο στήθος και στη κοιλιά και με γαργαλάνε τα καλώδια στο μάγουλο». Έκανε κάτι ψιλοδιορθώσεις, και χάθηκε στο δωμάτιο παρακολούθησης. «Βγάλε με και καμιά χαρούμενη», είπα στη φίλη μου και πήρα πόζα.

30112009882

Κι εκείνη τη στιγμή μπήκε ο τεχνολόγος που θα παρακολουθούσε τον ύπνο μου. «Πώς νοιώθετε; Χαίρομαι πολύ που σας βλέπω», είπε ο τρίτος των παραμυθομεγαλωμένων, που είχε πληροφορηθεί από τη βοηθό του για ποιον θα ξενυχτήσει, κι ήρθε με τα μάτια ήδη γεμάτα από εκείνη τη γλυκειά παιδική τρυφερότητα. Τρεις στους τρεις! σκέφτηκα συγκινημένος πια. Έχω πέσει σε φωλιά παραμυθομεγαλωμένων! «Πόσω χρονών είσαι;» τον ρώτησα.  «Τριάντα πέντε», μου απάντησε. «Αν φύγω θα το γλυτώσεις το ξενύχτι;» τον ρώτησα γελώντας. «Μπα, όχι είναι άλλοι δύο που θα παρακολουθώ όλη τη νύχτα», απάντησε κι αυτός γελώντας σαν παιδί. «Πόσες ώρες θα πρέπει να κοιμηθώ  για να βγει συμπέρασμα;» ζήτησα να μάθω. «Τουλάχιστον τρεις, για να υπάρξει η κατάσταση REM που ελέγχουμε».  (Έβαλα link για όποιον θέλει να μάθει τι είναι ο REM). «Και τώρα θα πρέπει να ξαπλώσετε», συνέχισε, ο Βαγγέλης (έτσι τον λέγανε)  «για να τεστάρω τις συνδέσεις». Ξάπλωσα και ζήτησα από τη φίλη μου να μου βγάλει μια τελευταία φωτογραφία, πριν πάει μαζί με το συνάδελφό της στο διπλανό δωμάτιο, καθώς την έτρωγε η περιέργεια να δει τα μηχανήματα.

30112009884

Όταν έμεινα μόνος μου, πήρα την αγαπημένη μου στάση ύπνου, τη στάση του νεκρού στο φέρετρο  – ανάσκελα δηλαδή και με σταυρωμένα χέρια στο στήθος – κι άρχισα να παρατηρώ το δωμάτιο από την καινούργια μου οπτική γωνία και να χαλαρώνω. Στην πάνω δεξιά μου γωνία είχε μία τηλεόραση και στην αριστερή μία κάμερα, απ’ όπου θα με παρακολουθούσαν όλη τη νύχτα, πέρα από τις πληροφορίες που θα έπαιρναν για τις ζωτικές λειτουργίες μου από τα καλώδια. Είχα χαλαρώσει τελείως. Σε λίγο μπήκε η φίλη μου, μου είπε ότι κάποια στιγμή ήμουν πιο ακίνητος από τους άλλους δύο που είχαν ήδη κοιμηθεί και νόμισαν ότι κάτι είχε πάθει η κάμερα και πάγωσε η εικόνα. «Έχεις κι αυτή τη στάση και τρόμαξα…» μου είπε γελώντας η φίλη μου. Χαιρετηθήκαμε και έσβησε τα φώτα πριν φύγει και κλείσει την πόρτα. Κοίταξα την ώρα, πατώντας το κουμπάκι που φωτίζει το καντράν του ρολογιού μου: 12 και 5. Έκλεισα τα μάτια μου. Χαλάρωσα εντελώς. Μετά από λίγο, άνοιξα τα μάτια. Ένοιωθα φοβερά ξύπνιος. Κοίταξα πάλι το ρολόι. Δεν ήταν μετά από λίγο, είχε περάσει ένα τέταρτο. Αυτό το παθαίνω αρκετές φορές. Μπορώ να κοιμηθώ δέκα – δεκαπέντε λεπτά και μετά να νοιώθω ξύπνιος και ξεκούραστος για ώρες. «Ωχ», σκέφτηκα. «Αν κάθε τόσο κοιμάμαι έτσι, δεν θα πιάσω ποτέ το τρίωρο!»  Άρχισα να παρατηρώ μέσα στο σκοτάδι γύρω μου για να μην σκέφτομαι και τότε πρόσεξα ένα μικρό απαλό κόκκινο φωτάκι στο αριστερό μου χέρι. Το άσπρο μανταλάκι στον δείχτη, έβγαζε ένα απαλό κόκκινο φως! «Χα, χα, χα… Σαν τον Ε.Τ. (ι – τι) είμαι που έβγαζε από αυτό το δάχτυλό του φως! (Την έχετε δει την ταινία φαντάζομαι. Αν όχι δείτε την. Είναι υπέροχη).   Και τότε, πρόσεξα ότι η κάμερα απέναντί μου έβγαζε μια θολή κόκκινη λάμψη από το φακό της. Κατάλαβα. Για να μπορεί να «βλέπει» στο σκοτάδι, είχε εκείνη την τεχνολογία που είχαν και οι διόπτρες των όπλων στο Βιετνάμ, για να μπορούν οι στρατιώτες να βλέπουν να σημαδεύουν και να σκοτώνουν στο σκοτάδι. Τι ύπουλο!.. Σκέφτηκα κάτι που είχα ακούσει: ότι τα περισσότερα πράγματα της τεχνολογίας που χρησιμοποιούμε, φτιάχτηκαν πρώτα για τον πόλεμο ή για τη διαστημική έρευνα. Κι εκείνη τη στιγμή μου ήρθε να κάνω ένα χοντρό αστείο στον Βαγγέλη, τον τεχνολόγο που με παρακολουθούσε με την κάμερα εκείνη τη στιγμή: Να σηκώσω το αριστερό μου χέρι προς την κάμερα, και με το «φωτεινό» μου δάχτυλο τεντωμένο να κάνω τη γνωστή κίνηση που σημαίνει, «άει γα*%$ ου». Χα, χα, χα… Ενθουσιάστηκα. Δεν το έκανα βέβαια αλλά σκέφτηκα κι άλλο. Να σηκώσω το χέρι μου προς τη κάμερα σφιγμένο σε γροθιά και να κάνω την επίσης γνωστή κίνηση που υποδηλώνει την ενδοπαλαμική ψευδοσυνουσία. (Χα, χα, χα… έτσι στην καθαρεύουσα, δεν χρειάζεται να αντικαταστήσω κάποια γράμματα με σύμβολα. Χα, χα, χα…) Ούτε αυτό το έκανα βέβαια. Και τότε σκέφτηκα ότι αυτός ο νεαρός άντρας που τώρα με παρακολουθούσε στο μόνιτορ  που είχε μπροστά του, κάποτε, ως μικρό αγόρι καθισμένο μπροστά σε μια άλλη οθόνη, με έβλεπε να κάνω τον Παραμυθά. Κι ύστερα σκέφτηκα τα άλλα δύο κορίτσια, τη νοσηλεύτρια και τη βοηθό τεχνολόγου, που ως μικρά κορίτσια με έβλεπαν στην τηλεόραση σαν Παραμυθά.  Και μού ‘ρθατε στο νου εσείς, που τρία χρόνια σχεδόν που υπάρχει το blog, μου στέλνετε αγάπη, μια αγάπη που έχω δει στα μάτια όσων έβλεπαν την εκπομπή και με συναντάνε ξαφνικά, μια αγάπη που έχει ανιδιοτέλεια, γιατί βγαίνει μέσα από την αθωότητα και το άνοιγμα της παιδικής ηλικίας, μια αγάπη που με τα χρόνια κρύβεται σιγά σιγά, ίσως χάνεται, μια αγάπη που έχει και μια αγνότητα ευγνωμοσύνης γι΄αυτό που εκείνος ο παππούς στην τηλεόραση έκανε εκείνα τα παιδιά να νοιώθουν. Όπως εκείνο το κοριτσάκι που άντεχε την αθλιότητα του σπιτιού του, μόνο και μόνο επειδή έπαιρνε δύναμη κάθε φορά που έβλεπε την εκπομπή και φανταζόταν ότι πετάει μαζί με εκείνον τον παππού και ότι έτσι θα φύγει πετώντας κάποια μέρα από το παλιόσπιτο που την έκανε δυστυχισμένη. Ή όπως εκείνο το αγόρι που του άρεσε τόσο πολύ να βλέπει τον Παραμυθά να πετάει που όταν μεγάλωσε, πήγε και έγινε πιλότος, για να μπορεί κι αυτός να πετάει. Ή όπως εκείνα τα δύο αδελφάκια που μεγάλωναν σε Ορφανοτροφείο και κάθε Σάββατο στις πέντε, το έσκαγαν από το Ορφανοτροφείο που δεν είχε τηλεόραση και πήγαιναν σε ένα διπλανό σπίτι που είχαν γνωρίσει τα παιδιά που έμεναν εκεί, και έβλεπαν τον Παραμυθά, που γι’ αυτούς -όπως του είπαν μεγάλα πια όταν τον συνάντησαν- συμβόλιζε την ελευθερία. Ή όπως εκείνο το αγόρι που είχε γεννηθεί με σχιζοφρένεια κι έβλεπε την εκπομπή, κι όταν τον ζόριζαν και πάθαινε κρίση, έσπαγε ό,τι έβρισκε μπροστά και φώναζε: «Θα το πω στον Παραμυθά… Θα το πω στον Παραμυθά…» Ή όπως τόσες άλλες ιστορίες που άκουσα, όταν άρχισα να συναντάω κάποιους από σας. Και καθώς ήμουν έτσι ξαπλωμένος και τα σκεφτόμουν όλα αυτά, τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα… Κι ένοιωθα μια φοβερή χαρά μέσα μου. Το σώμα μου το πλημμύριζε μια φοβερή ενέργεια, που ένοιωθα ότι θα μπορούσα να ρίξω μια στον τοίχο και να τον γκρεμίσω. Πλημμύριζα από υγεία και δύναμη. Σκέφτηκα τι ωραία που θα ‘ταν να ήμουν τώρα έξω και να περπάταγα στους άδειους δρόμους, μέσα σ’ αυτή γλυκειά νύχτα. Ήμουν εντελώς ξύπνιος, σαν να είχα κοιμηθεί ώρες… Κοίταξα το καλωδιωμένο σώμα μου, και καθώς ένοιωσα να μην με νοιάζει καθόλου αυτή η ιστορία, να μην με νοιάζει αν έχω ή δεν έχω άπνοια, κι αν θα πεθάνω σε δύο ώρες ή σε δύο ή σε είκοσι χρόνια, αισθάνθηκα, έτσι τυλιγμένος με όλα αυτά τα καλώδια, πολύ μαλάκας! Κάποια στιγμή πριν είχα σκεφτεί ότι αν δεν νυστάξω έως τις μία η ώρα, θα φύγω. Κοίταξα το ρολόι μου. Ήταν μία και πέντε. Έδωσα μια κι ανακάθησα στο κρεβάτι. Χτύπησα το κουδούνι ανάγκης, κι αμέσως μπήκε ο Βαγγέλης και άναψε το φως. «Έλα, Βαγγέλη», του είπα χαμογελώντας, «ξήλωνε να φύγω». «Μήπως κάποια καλώδια σας ενοχλούν και θέλετε να τα μετακινήσουμε;» με ρώτησε διστακτικά. «Όχι, παιδί μου», του είπα, «θέλω μόνο να φύγω».  Ήμουν τόσο ήσυχος και σίγουρος, που δεν έκανε άλλη προσπάθεια να με πείσει και μέσα σε δέκα λεπτά τα είχε αποσυνδέσει όλα. Ντύθηκα, μάζεψα τα πράγματά μου, υπόγραψα το χαρτί που έλεγε ότι έφυγα με τη θέλησή μου, χαιρέτησα τον Βαγγέλη ευχαριστώντας τον και κατέβηκα με το ασανσέρ στον άνευ λόγου φαρδύ, ψηλό και μακρύ διάδρομο που οδηγούσε στην έξοδο, και που ήταν φτιαγμένος έτσι όχι για κανένα πρακτικό, λειτουργικό λόγο, αλλά για να κάνει αυτούς που μπαινόβγαιναν να νοιώθουν ότι είναι «κάποιοι» κι έτσι να ‘ναι ευχαριστημένοι που τους τα μασάνε.
Βγήκα στο δρόμο. Ήταν δύο παρά εικοσιπέντε το πρωί. Πέρασα το μικρό σακίδιο στην πλάτη μου. Η Μεσογείων ήταν άδεια και η νύχτα πολύ γλυκειά. Ένοιωσα φοβερά χαρούμενος κι ευτυχισμένος. Ένοιωθα όπως τότε που ήμουν μικρό αγόρι και την έκανα κοπάνα από το σχολείο, με την τσάντα στον ώμο. Το τι σκασιαρχεία έκανα μικρός, δεν λέγεται! Τι φοβερή ελευθερία!… Ρούφαγα τον βραδυνό γλυκό αέρα και δεν τον χόρταινα. Ούτε κοίταξα πίσω μου. Έστριψα στην Αλεξάνδρας. Κι αυτή άδεια. Περπάταγα απίστευτα ανάλαφρα. Ήταν -αλήθεια σας λέω- σαν να πέταγα!!! Σας σκεφτόμουν, σκεφτόμουν όλα τα παιδιά του κόσμου και στα μάτια μου έτρεχαν δάκρυα από χαρά… Έφτασα μετά από μισή ώρα περπάτημα στο χώρο όπου  θα κοιμόμουν και πριν πέσω για ύπνο, άνοιξα το κομπιούτερ μου και σας έγραψα το «Μικρό trailer για το αυριανό post», που έγινε τελικά μεθαυριανό και που μόλις τέλειωσε.

Σας ευχαριστώ πολύ όλους σας.
Καλό ξημέρωμα.
Σας φιλώ γλυκά.
Νίκος

Μικρό trailer για το αυριανό post

Επειδή είναι τρεις παρά εικοσιπέντε το πρωί, γύρισα πριν λίγο και είμαι ψιλοπτώμα με όσα τράβηξα, μόνο αυτά τα δυο λόγια και μια φωτογραφία, έτσι σαν σύντομο trailer της ιστορίας που θα γράψω αύριο.

Καλό ξημέρωμα.
Π.

30112009884

Μια ιστορία από το στρατό

Αυτό το blog ξεκίνησε έχοντας στόχο να ανεβάζει παραμύθια, βίντεο κ.λπ. για παιδιά. Στο δρόμο, όμως, κάτι εγώ που κάποια στιγμή έγραψα  ένα «σεντόνι», κάτι εσείς – οι παλιότεροι τέλος πάντων-  που σας αρέσανε και δεν τα βρίσκατε «φούμαρα ιντερνετικά», πήγαμε το blog αλλού από εκεί που σκόπευα. Τελικά έγινε πιο πολύ για σας παρά για τα παιδάκια σας. Κι αυτό, κάπου κάπου δεν μου άρεσε. Τώρα, όμως, που πια λειτουργεί το ιντερνετικό μας κανάλι  paramithas.tv, που είναι 100% για παιδιά  – άσχετα αν μπαίνετε κι εσείς έχοντας μέσο το παιδί που κρύβετε μέσα σας– μπορώ άνετα να δώσω εδώ το βάρος σε άλλου είδους «παιδικά»: σε παιδικά καρδιάς και όχι ηλικίας —είτε αυτά είναι ιστορίες μου είτε είναι σκέψεις μου. Για σήμερα, λοιπόν, σας έχω μια ιστορία από το στρατό, εγκαινιάζοντας μια νέα κατηγορία, τις ΙΣΤΟΡΙΕΣ.

Ήταν Ιούλιος του 1964. Ήμουν φαντάρος, στο 644 Τεθωρακισμένο Τάγμα Πεζικού, στη Σταυρούπολη, στη Θεσσαλονίκη.  Ήταν ζόρικα. Ανάμεσα στα παιδιά του λόχου ήταν κι ο Στέλιος. Ο Στέλιος ήταν ομοφυλόφιλος.  Αυτό στο στρατό και εκείνη μάλιστα την εποχή ήταν ζόρικο. Πολύ ζόρικο. Δεν τον άφηναν σε χλωρό κλαρί τον φουκαρά!  Όταν δεν ήταν μπροστά αξιωματικοί τον «ξεφώνιζαν», φωνάζοντάς του είτε «σύυυυκααα…» είτε «Στέλλαααα». Δεν ξέρω γιατί και  πώς είχε βγει αυτό, αλλά τότε η κραυγή «σύκα» έδινε κι έπαιρνε ως ξεφωνητό. Επίσης, επειδή ήταν ακόμα νωπή η μνήμη της ταινίας «Στέλλα» του Κακογιάννη, μερικές φορές οι πιο θρασείς, φώναζαν στο Στέλιο: «Στέλλα, φύγε… κρατάω μαχαίρι…», από τη γνωστή σκηνή όπου ο Φούντας μαχαιρώνει την Μερκούρη. Από τα σαράντα άτομα του λόχου, είμαστε λιγότεροι από δέκα που δεν τον πειράζαμε ποτέ και του φερόμαστε κανονικά. Ο ίδιος ήταν ένα εξαιρετικό παιδί. Δεν προκαλούσε ποτέ, ήταν φιλικός με όλους και στα πειράγματα  παρέμενε ατάραχος, διότι είχε και εξαιρετικό χιούμορ. Έτσι, καθώς εγώ δεν θεωρούσα ποτέ μου ότι όλοι πρέπει να έχουν τις ίδιες σεξουαλικές προτιμήσεις, τον συμπαθούσα πολύ και το κοινό χιούμορ μας, μας έκανε να ανταλλάσσουμε οι δυο μας, κάθε μέρα σχεδόν, ανέκδοτα.
Ένα Σαββατοκύριακο προς το τέλος του μήνα, κι ενώ ετοιμαζόμαστε  να βγούμε με 48ωρες και 24ωρες άδειες, ήρθε διαταγή να μείνουμε μέσα σε επιφυλακή, επειδή είχε δημιουργηθεί ένταση με την Τουρκία! Τα ‘χαμε βάψει όλοι στα μαύρα. Όσοι έχουν κάνει στρατό, θα το καταλάβουν αυτό. Όταν το βράδυ στις οχτώ, η σάλπιγγα σήμανε σιωπητήριο, όλο το τάγμα μαζεύτηκε μέσα στους λόχους. Φυσικά, δεν είχε κανείς μας όρεξη για ύπνο, αφού άλλωστε την άλλη μέρα ήταν Κυριακή και θα μπορούσαμε να κοιμηθούμε όσο θέλουμε. Έτσι, μπήκαμε στο λόχο μας, κάτσαμε στα κρεβάτια μας, πάνω και κάτω, ενώ στη μέση του θαλάμου ήρθε και κάθισε ένα παιδί που έπαιζε ακορντεόν.  Άρχισε να παίζει  και σιγά σιγά, μας έφτιαξε το κέφι κι αρχίσαμε, άλλοι να χτυπάμε παλαμάκια κι άλλοι να τραγουδάνε. Κάποια στιγμή, ο ακορντεονίστας άρχισε να παίζει το τραγούδι, «΄Ασ’ τα τα μαλλάκια  σου», που είναι βαλς. Πολλοί πιάστηκαν αγκαζέ εκεί όπου κάθονταν, κι άρχισαν  να κουνιούνται μια δεξιά και μια αριστερά, στο ρυθμό του βαλς. Το κέφι είχε ανάψει. Και τότε, ο Στέλιος σηκώθηκε από το κρεβάτι του, ήρθε στη μέση κι άρχισε να χορεύει μόνος του βαλς. Το τι έγινε δεν περιγράφεται! Όλοι άρχισαν να χειροκροτούν και να σφυρίζουν ενθουσιασμένοι. Ο Στέλιος στροβιλιζόταν  πανευτυχής, με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Και τότε, χωρίς να σκεφτώ τίποτα, κατέβηκα από το κρεβάτι μου και πλησίασα τον Στέλιο απλώνοντας τα χέρια μου σαν να του ζητούσα να τον χορέψω. Χωρίς να διστάσει στιγμή, έπιασε τα χέρια μου και ακολουθώντας αμέσως τη γυναικεία κίνηση, πήρε το ρόλο της ντάμας κι αρχίσαμε να χορεύουμε βαλς. Έγινε πανδαιμόνιο στο θάλαμο. Σφυρίγματα, χειροκροτήματα, αλλά ούτε ένα προστυχόλογο.  Και ξαφνικά, αφού είχα χορέψει κάνα πεντάλεπτο με τον Στέλιο, ήρθε ένας άλλος φαντάρος και ζήτησε να τον χορέψει κι εκείνος. Έτσι εγώ σταμάτησα και συνέχισε το άλλο παιδί το βαλς  με τον Στέλιο. Σιγά σιγά τα πολλά σφυρίγματα και χειροκροτήματα σταμάτησαν  και ο ακορντεονίστας  έπαιζε το ένα βαλς μετά το άλλο, ενώ ένας ένας οι φαντάροι, όλοι σχεδόν, χόρεψαν με τον Στέλιο. Η ατμόσφαιρα στο θάλαμο είχε μια λεπτή ευαισθησία. Δεν ακούστηκε η παραμικρή ειρωνική λέξη. Ο Στέλιος, με μια βαθιά αξιοπρέπεια, έπαιξε το ρόλο της ντάμας για όλους τους φαντάρους που χόρεψαν μαζί του. Ένοιωθε κανείς μια φοβερή χαρά να γεμίζει το θάλαμο, καθώς είχε εξαφανιστεί η μιζέρια που γεννάει η έλλειψη σεβασμού στη διαφορετικότητα του άλλου και όλοι διασκεδάζαμε με την καρδιά μας που είχε ανοίξει  και χαιρόμαστε αυτό που βλέπαμε. Συνεχίσαμε έτσι, μέχρι που ήρθε ο αξιωματικός υπηρεσίας και μας σταμάτησε.
Από την άλλη μέρα και μέχρι που φύγαμε από το τάγμα, ούτε μία φορά δεν ξαναπείραξε  κανείς τον Στέλιο· ούτε μια φορά δεν ξανακούστηκε το «σύκα» ή το «Στέλλα».

Καλό ξημέρωμα
Π.