“Το διάφανο ανθρωπάκι”

Σήμερα είναι από τις λίγες φορές που θα βάλω κάτι που δεν είναι δικό μου, γιατί μου άρεσε πάρα πολύ! Είναι στα όρια του “κλεμμένου” μια και εκείνη από την οποία “το βούτηξα”, στην αρχή δεν ήθελε να βάλω το όνομά της, μετά μου είπε να κάνω ό,τι θέλω, μετά να το βάλω και μετά να κάνω ό,τι θέλω… Εγώ το μόνο που θέλω είναι να βάλω αυτό το κείμενο. Κι άμα θέλει, ας αποκαλυφθεί μόνη της. Χα, χα, χα… Να, κι εγώ. Της πέταξα το μπαλάκι. Παρακαλώ πολύ, αν τύχει να το διαβάσει κανείς που το ξέρει, να μην το μαρτυρήσει.
“Το διάφανο ανθρωπάκι” της… ουπς!… παραλίγο να μου ξεφύγει.
Καλό βράδυ.
Π.

Το διάφανο ανθρωπάκι
Πήγαινε καιρός που δεν ήταν στις καλές της. Τις περισσότερες μέρες της βδομάδας τα μάτια της ήταν θλιμμένα. Δεν μπορούσε να εξηγήσει το λόγο… Βαθιά όμως μέσα της τον ήξερε καλά.
Εκείνο το απόγευμα είχε αποφασίσει να μην κάνει τίποτα. Να μείνει σπίτι της και να μην ασχοληθεί με τίποτα. Ούτε βόλτα θα πήγαινε, ούτε στη φίλη της για καφέ, ούτε γυμναστήριο, ούτε σινεμά. Είχε αποφασίσει να μείνει μόνη και ν’ ακούσει τη σιωπή της.
Άναψε μερικά κεράκια -λάτρευε τα κεριά!- έβαλε ένα ποτό, πήρε ένα βιβλίο και έκατσε στον καναπέ. Ούτε που άνοιξε το βιβλίο που είχε διαλέξει. Το ποτό έμεινε κι αυτό μόνο του δίπλα της στο τραπεζάκι κι εκείνη βρέθηκε κουλουριασμένη στον καναπέ, αγκαλιά μ’ έναν τεράστιο αρκούδο.
Τότε ήταν που εμφανίστηκε αυτό το περίεργο, διάφανο ανθρωπάκι.
-Καλησπέρα! της είπε.
-Ποιος μίλησε; ρώτησε ξαφνιασμένη.
-Εγώ! … Εδώ… πού κοιτάς; επανέλαβε η φωνούλα.
-Πού είσαι, επιτέλους; ρώτησε πάλι εκείνη, κάπως τρομαγμένη.
-Εδώ, πάνω στον αρκούδο σου! Με είδες τώρα;
-Α! Τι είσαι εσύ; θαύμασε απορημένη.
-Ε, καλά… Τώρα θα μου πεις ότι δεν ξέρεις τι είμαι!
-…
-Τι κάνεις τόση ώρα;
-Κλαίω… ψιθύρισε εκείνη ντροπαλά.
-Μήπως τώρα, λοιπόν, ξέρεις τι είμαι; Με αναγνωρίζεις;
-…
-Δάκρυ είμαι, ανόητη, δάκρυ!
-Μα, τα δάκρυα δε μιλάνε… είπε δειλά.
Το δακρυάκι γέλασε και της απάντησε:
-Δε μιλάνε; Τι ανόητη που είσαι! Φυσικά και μιλάνε! Όχι μόνο μιλάνε, αλλά φωνάζουν, παρακαλούν, ζητάνε, χαίρονται, γελάνε, λυπούνται, τρομάζουν, πονούν… Και μάλιστα όλα αυτά τα συναισθήματα τα εκφράζουν πιο ξεκάθαρα από τις λέξεις και πολύ πιο δυνατά, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει κανείς να τ’ ακούσει. Άκου εκεί, “δε μιλάνε…”!
-Και από μένα τι θες; Μάθημα ήρθες να μου κάνεις; ανέβασε τον τόνο της φωνής της.
-Όχι. Απλά τόσες μέρες με καταπιέζεις και δεν μ’ αφήνεις να βγω και να ‘ρθω να σου μιλήσω.
-Και σαν τι θες να μου πεις; Δεν έχω όρεξη να ακούσω τίποτα. Είχα αποφασίσει να μείνω μόνη μου απόψε…
-Για πρόσεχε πώς μου μιλάς, σε παρακαλώ! Δε φτάνει που βγήκα από μέσα σου για να σε κάνω να νιώσεις καλύτερα, θα με μαλώσεις κι από πάνω; Και στο κάτω κάτω, ξεχνάς από πού προέρχομαι; Αυτά τα,  “είχα αποφασίσει να μείνω μόνη μου απόψε” να τα πεις αλλού, όχι σε μένα! είπε το δακρυάκι θυμωμένο και εκείνη κουλουριάστηκε πιο πολύ στον καναπέ της.
Καταλάβαινε πως το διάφανο ανθρωπάκι είχε δίκιο και ότι, μάλλον, δεν θα ‘πρεπε να διώχνει τον… ουρανοκατέβατο φύλακά της. Έτσι, σταμάτησε να μιλάει και το άφησε να πει το λόγο της επίσκεψής του.
Το άκουγε με προσοχή ενώ κι άλλα διάφανα ανθρωπάκια, αθόρυβα και βουβά, εμφανίστηκαν και χόρευαν μπροστά στα μάτια της. Όσα άκουσε να λέει το δακρυάκι, τα ήξερε πολύ καλά, όμως αρνιόταν να τα παραδεχτεί. Τελειώνοντας όσα είχε να πει το διάφανο ανθρωπάκι κύλησε και τρύπωσε μέσα στην καφετιά γούνα του αρκούδου. Ούτε το ξανάδε ποτέ. Μερικά ακόμα διάφανα ανθρωπάκια κρύφτηκαν μέσα στη γούνα του αρκούδου, άλλα στην πιτζάμα της, άλλα στα μαξιλάρια που στήριζαν το κεφάλι της… Και τότε ένιωσε μια γλυκιά νύστα να την τυλίγει και να βαραίνει τα βλέφαρά της.
Όταν ξύπνησε δεν υπήρχαν πουθενά διάφανα ανθρωπάκια. Δεν ήταν καθόλου σίγουρη αν όλα αυτά συνέβηκαν στην πραγματικότητα ή αν ήταν μόνο ένα όνειρο. Όμως για ένα πράγμα ήταν βέβαιη: ότι τα δάκρυα εκφράζουν όλα τα συναισθήματα πιο ξεκάθαρα από τις λέξεις και πολύ πιο δυνατά, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει κανείς να τα ακούσει…


 

 

Πέρασμα από τα Εξάρχεια

Χθες χρειάστηκε να πάω στα Εξάρχεια, τη γειτονιά που γεννήθηκα κι έζησα έως τα 18 μου. Είχα ένα ραντεβού στο Υπουργείο Πολιτισμού, με ένα φίλο που γνωριστήκαμε στη Δικτατορία, όταν το κτίριο του Υπουργείο Πολιτισμού σήμερα ήταν τότε το κτίριο της Ασφάλειας Αθηνών που είχα επισκεφτεί για άλλους λόγους. Ο χώρος αυτός έμεινε στη μνήμη της γενιάς μου και των παλιότερων, ως χώρος βασανιστηρίων όσων αντιστέκονταν στη Δικτατορία και συλλαμβάνονταν.  Βρισκόταν και βρίσκεται στην οδό Μπουμπουλίνας. Ο πρώτος παράλληλος δρόμος είναι η οδός Ζαίμη όπου βρισκόταν και βρίσκεται το σπίτι όπου γεννήθηκα. Είχα πολλά χρόνια να πάω εκεί. Βγαίνοντας από την Ασφάλεια… συγνώμη, από το Υπουργείο Πολιτισμού ήθελα να πω, κοίταξα την οδό Τοσίτσα και θυμήθηκα μία φωτογραφία που είχαμε βγάλει εκεί  με τη μητέρα μου και την αδελφή μου το 1952, όταν ήμουν εννιά χρονών. Έτσι μου ήρθε η ιδέα γι’ αυτό το post που θα μπει στην κατηγορία SERENDIPITY, μια και είναι κάτι από τη ζωή μου. Έβγαλα, λοιπόν, την πρώτη φωτογραφία με το κινητό μου, που είναι η Οδός Τοσίτσα, από την ίδια σχεδόν γωνία, όπως η φωτογραφία του 1952. Την έκανα επίτηδες ασπρόμαυρη.

Και να και η φωτογραφία του 1952 στο ίδιο σημείο.

Τα πλακάκια στο πεζοδρόμιο τα ίδια, τα δέντρα τα ίδια, το σπίτι της γωνίας αριστερά το ίδιο, η μεγάλη διαφορά είναι στα αυτοκίνητα (δύο ταξί μόνο εδώ)  και σε… μένα, φυσικά. “Γιατί δεν ντύνεσαι κι εσύ σαν όλα τ’ αγοράκια της ηλικίας σου παιδάκι μου;” έλεγε  η μάνα μου επειδή ήθελα  πάντα να φοράω γραβάτα. Εγώ όμως, δεν άκουγα γιατί έτσι ένοιωθα πιο μεγάλος.

Αφού, λοιπόν, έβγαλα φωτογραφία την οδό Τοσίτσα σήμερα, αποφάσισα να κατέβω περπατώντας προς την Πατησίων, στην είσοδο του Μουσείου. Αυτή η είσοδος όμως είχε πια μια μεγάλη κλειστή καγκελόπορτα. Αλλά ξαφνικά είχα μια φλασιά: Εκεί όπου ήταν παρκαρισμένο ένα αυτοκίνητο  σήμερα, είχα βγάλει το 1948, σε ηλικία 5 χρονών και ντυμένος ναυτάκι όπως ήταν η μόδα για τ’ αγόρια τότε, μία φωτογραφία μπροστά σε κάποιο παρκαρισμένο αυτοκίνητο.  Δείτε τη φωτογραφία σήμερα και προσέξτε το δέντρο πίσω από το παρμπρίζ.

Να και η φωτογραφία του 1948, με το ίδιο δέντρο όπως και σήμερα, αλλά πολύ μικρότερο, όπως κι εγώ άλλωστε όπως βλέπετε.

Κι εκεί αποφάσισα να γυρίσω πίσω στην οδό Ζαίμη και να βγάλω φωτογραφία την πολυκατοικία όπου έζησα από τότε που γεννήθηκα μέχρι τα δεκαοχτώ μου. Είναι αυτή που βλέπετε εδώ, ίδια όπως τότε.

Δεξιά από την είσοδο και κάτω, είναι τα δύο παράθυρα του σπιτιού, του υπόγειου που μέναμε οι γονείς μου, οι δύο αδελφές μου κι εγώ. Μόνο που τότε δεν υπήρχαν, βέβαια, τα κάγκελα, τα χόρτα και τα  graphiti  στον τοίχο.

Τη στιγμή που έβγαζα αυτή τη φωτογραφία, ήρθε ένα παιδί με πίτσες από κάποια πιτσαρία, χτύπησε ένα κουδούνι, του άνοιξαν και καθώς η βαριά ξύλινη πόρτα έκλεινε αργά, αποφάσισα να μπω στο σπίτι, ακριβώς 50 χρόνια μετά από τότε που βρισκόμουν εκεί για τελευταία φορά. Μπήκα μέσα, ανέβηκα τα σκαλοπάτια της εισόδου, και βρέθηκα στην κορφή της σκάλας που οδηγούσε κάτω στο σπίτι μας.

Ωραία παλιά σκάλα. Την κατέβηκα και κοίταξα προς τα πάνω.

Χα, χα, χα… Όταν άρχισα να πηγαίνω σχολείο, η χαρά μου ήταν τα μεσημέρια να κατεβαίνω στο σπίτι κάνοντας τσουλήθρα σ’ αυτή την ξύλινη, φαρδιά κουπαστή. Κοίταξα προς τα κάτω. Η πόρτα του σπιτιού μας κλειστή, καθώς δεν έμενε κανείς πια εκεί! Παραήταν υπόγειο για να ‘ναι σπίτι και το έκαναν αποθήκη.

Κοιτώντας την πόρτα που είχα περάσει εκατοντάδες φορές στη ζωή μου, συνειδητοποίησα ότι δεν ένοιωθα κανενός είδους συγκίνηση. Ήταν κάτι πολύ διασκεδαστικό, σαν να έπαιζα κάποιο παιχνίδι. Και τότε, καθώς θυμόμουν όλα όσα είχα ζήσει σ’ αυτό το σπίτι, κατάλαβα εκείνο που λέγεται σβήσιμο ψυχολογικής μνήμης. Φαίνεται πως όταν συμβεί αυτό, γυρνάει όλη η πρακτική μνήμη. Θυμάσαι τα πάντα, χωρίς κανενός είδους συναισθηματισμό. Είναι αυτό που λέμε καμιά φορά, “αχ μη μου τα θυμίζεις τώρα…”, όταν ακόμα υπάρχουν πράγματα στην ψυχολογική μνήμη που πονάνε, και εμποδίζουν την πρακτική να έρθει στην επιφάνεια. Κι εκείνη τη στιγμή, θυμήθηκα το πιο έντονο πράγμα που έχω ζήσει εκεί σαν μικρό παιδί. Ένα μεγάλο μάθημα που πήρα: Να μην φοβάμαι να φοβάμαι. Κατέβηκα την υπόλοιπη σκάλα, στάθηκα στην αρχή του διαδρόμου με τις αποθήκες που οδηγούσε στην αυλή κι ανακάλυψα ότι τώρα πια υπήρχε φως και πάτησα το κουμπί. Και ξανάκανα την ίδια διαδρομή προς την αυλή που είχα κάνει και τότε. Για να καταλάβετε τι είναι αυτή η διαδρομή, θα πρέπει να διαβάσετε, όσοι δεν το είχατε διαβάσει, ένα post  που είχα ανεβάσει το Μάιο του 2009 με τίτλο, “ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΦΟΒΟ’. Κάντε κλικ ΕΔΩ και θα σας πάει.  Και μετά, δείτε το βίντεο για να παρακολουθήσετε τη διαδρομή που έκανα ζωντανά, κι όχι απλώς το σχέδιό της, όπως σ’ εκείνο το post. Δυστυχώς η πόρτα της αυλής ήταν κλειδωμένη αυτή τη φορά.

Μεγάλο Σχολείο αυτός ο διάδρομος!!!… Στο σημερινό πέρασμα από το Εξάρχεια, κατάλαβα τι σήμαινε για τη στάση μου απέναντι στο φόβο από τότε και μετά, το πέρασμα αυτού του διάδρομου.

Καλό βράδυ.
Π.

Το μωρό της μάγισσας

Πριν μερικές  μέρες μια από τις μάγισσες φίλες που έχω, γέννησε ένα αγοράκι. Γιατί, βέβαια, και οι μάγισσες γεννάνε παιδιά. Θα ‘λεγε κανείς ότι μια μάγισσα δεν έχει ανάγκη από αυτά, αλλά φαίνεται ότι και μάγισσες –κι ίσως περισσότερο αυτές- θέλουν έναν άντρα να τις αγαπάει και να τις φροντίζει, να κάνουν παιδιά, να έχουν οικογένεια και τέτοια. Έτσι, λοιπόν, κι η φίλη  μου η μάγισσα, αφού βρήκε το σύντροφό της,  μετά από πολλά βάσανα κατάφερε με τα μαγικά της (ε, και τη βοήθεια των γιατρών) να γεννήσει ένα αγοράκι. Όπως είναι φυσικό, αγαπούσε το μωράκι της πριν ακόμα γεννηθεί και θα το αγαπάει  έτσι για πάντα. Κι επειδή είναι μάγισσα το πιο πιθανό είναι να  προσέξει ώστε όταν  το αγοράκι της   γίνει άντρας, να μην συνεχίσει να του φέρεται σαν αγοράκι και να έχει φροντίσει μεγαλώνοντάς το  να μην  κάνει το λάθος που κάνουν πολλές μαμάδες αγοριών και  τα κάνουν αυτές οι ίδιες να μένουν μέσα τους για πάντα «αγοράκια», που ψάχνουν τη μαμά τους  κι έτσι να παιδεύουν  άλλες γυναίκες, χωρίς να ξέρουν γιατί και πώς το κάνουν αυτό.
Όμως το αγοράκι της μάγισσας γεννήθηκε πολύ καλότυχο, γιατί  ανακάλυψα ότι  έχει και μια καλή Νεράιδα που το προστατεύει από τη μέρα που γεννήθηκε. Έτσι –επειδή οι Νεράιδες είναι κι αυτές γυναίκες και ξέρουν απ’ αυτά- φρόντισε να δώσει στο αγοράκι προστασία. Τη δεύτερη κι όλας μέρα , λοιπόν, που  γεννήθηκε το αγοράκι και ήταν ακόμα στην κλινική, η καλή Νεράιδα του έκανε επίσκεψη. Και για να μην την πάρει χαμπάρι κανείς, μεταμορφώθηκε σε μια φωτεινή αχτίδα ήλιου και κάθισε πάνω στο πρόσωπο τού αγοριού. Εκείνη τη στιγμή  η μάγισσα μάνα του,  κάτι ένοιωσε κι άπλωσε το χέρι της στο μικρό καροτσάκι-κρεβάτι του μωρού, σαν να για να το προστατέψει. Όλες οι μάνες θα ένοιωθαν και θα έκαναν κάτι τέτοιο, όχι μόνο οι μάγισσες. Η Νεράιδα-αχτίδα ήλιου, λοιπόν, έδωσε στο αγοράκι υγεία σωματική και ψυχική για πάντα. Κι ύστερα του έδωσε να έχει αγάπη, σεβασμό και φροντίδα για τη μάνα του, αλλά να μην έχει καμιά ψυχολογική εξάρτηση απ’ αυτήν όταν μεγαλώσει, ούτε και να συγκρίνει τις γυναίκες που θα γνωρίζει με τη μάνα του, ούτε σε αυτές να ψάχνει να βρει εκείνη. Όχι που η μάνα του μικρού αγοριού, η μάγισσα, δεν θα φρόντιζε γι’ αυτό, αλλά για καλό και για κακό είπε να βάλει κι εκείνη το χεράκι της.
Εκείνη τη στιγμή που μπήκε η Νεράιδα μεταμορφωμένη σε αχτίδα  ήλιου στο δωμάτιο, έτυχε να είμαι κι εγώ εκεί, γιατί όταν κάποια από τις φίλες μου τις  μάγισσες  γεννήσει, είναι σπουδαίο γεγονός και δεν υπάρχει περίπτωση να μην της κάνω επίσκεψη. Κι έτσι, επειδή φορούσα το μαγικό γιλέκο μου κάτω από το σακάκι , που, όπως ξέρετε από την ιστορία της Ντόλλυ με βοηθάει –εκτός των άλλων- να βλέπω καιν’ ακούω  πράγματα που οι περισσότεροι δεν μπορούν,  κατάλαβα αμέσως τη νεράιδα  μόλις μπήκε, που τα ‘χασε και «άκουσα» τη  φωνή της σαν σκέψη  μέσα στο κεφάλι μου να με ρωτάει:
«Τι θες εδώ Παραμυθά»;
« Ήρθα να δω τη φίλη μου τη μάγισσα», σκέφτηκα κι εγώ για να τ’ «ακούσει».
«Αχ, μην με μαρτυρήσεις σε παρακαλώ», μου είπε.
«Μην ανησυχείς», την καθησύχασα, «δεν θα πω τίποτα. Και στη φωτογραφία που θα βγάλω το μωράκι, δεν θα καταλάβει κανένας τίποτα, αφού είσαι μεταμορφωμένη σε αχτίδα του ήλιου».
Κι έτσι είναι, που στη φωτογραφία του μωρού που έβγαλα εκείνη τη στιγμή που απλώθηκε το χέρι της μάγισσας μαμάς του, υπάρχει μια φωτεινή αχτίδα στο πρόσωπό του, που όλοι νομίζουν ότι είναι ο ήλιος που πέφτει από το παράθυρο!
Να ζήσει.
Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ όλους
Π.


Παραλίγο… Γιώργος και Γεωργία

Μια φορά κι έναν καιρό (όπως αρχίζουν όλες οι αληθινές ιστορίες) ήταν ένας Βασιλιάς και μια Βασίλισσα.  Τον Βασιλιά τον λέγαν Όθωνα και τη Βασίλισσα, Αμαλία και από πολύ νέοι έγιναν βασιλιάδες σε μια μακρινή χώρα που τη λέγαν Ελλάδα. Και επειδή ήταν οι πρώτοι βασιλιάδες της Ελλάδας, έπρεπε να τα φτιάξουν όλα από την αρχή: Ανάκτορα, κήπους, βασιλική φρουρά και στάβλους για τα άλογά τους, γιατί και οι δύο αγαπούσαν πολύ την ιππασία. Κι ενώ το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού των ανακτόρων το κάλυψαν με Βαυαρούς, δεν μπορούσαν να βρουν κανένα καλό Σταβλάρχη. Κάποιος. όμως, τους είπε ότι ένας πολύ καλός Σταβλάρχης, που φρόντιζε και αγαπούσε πολύ τα άλογα, ζούσε στην Κρήτη. Τον λέγανε Νικόλαο Πιλάβιο κι ήταν τότε γύρω στα 25. Το όνομα δεν τέλειωνε σε “άκης”, όπως πολλών Κρητικών, γιατί ζούσε σε μια περιοχή της Κρήτης όπου δεν είχαν πατήσει οι Τούρκοι, που αυτοί ήταν εκείνοι που έδιναν στους Έλληνες την κατάληξη “άκης” ως υποτιμητικό, παίρνοντάς το από την κατάληξη “άκη” λέξεων όπως, νεράκι, γατάκι, σκυλάκι κ.λπ. Όσοι Κρητικοί γεννήθηκαν και έζησαν σε μέρη που δεν τόλμησαν να πατήσουν οι Τούρκοι, έχουν ονόματα που δεν τελειώνουν σε “άκης”, όπως για παράδειγμα:  Ξυλούρης, Πατελάρος, Παρασύρης, Δασκαλογιάννης κ.λπ. Έτσι λοιπόν ο νεαρός Πιλάβιος, βρέθηκε από τη μια μέρα στην άλλη Σταβλάρχης στα Ανάκτορα του Όθωνα και της Αμαλίας. (ΟΘΩΝΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ. ΤΟΜΟΣ Νο 12, Α’ ΜΕΡΟΣ – “Ιπποστάσιον” , 208 e  209 e).  Οι κακές γλώσσες λένε, ότι επειδή ο Όθωνας στα συζυγικά του καθήκοντα   βρισκόταν στην περιοχή του απόλυτου τίποτα, η Αμαλία εξαιτίας της καθημερινής επαφής που είχε με τον Σταβλάρχη για να κάνει ιππασία, κατέληξε να τον ερωτευτεί. Κάτι απ’ τη μια  που τη βοηθούσε ν’ ανέβει στο άλογο, κάτι απ’ την άλλη που στηριζόταν επάνω του για να κατέβει, ε… πολύ θέλει μια γυναίκα σαν την Αμαλία, που ο άντρας την ούτε καν την άγγιζε να ερωτευτεί ένα νεαρό Κρητικό γεμάτο ζωντάνια – από κάθε πλευρά; Έτσι ο Σταβλάρχης Νικόλαος  Πιλάβιος ήταν ο πρώτος -κρυφός φυσικά- έρωτας της Αμαλίας, που της άνοιξε το δρόμο και για πολλούς άλλους έρωτες μετά, όπως θα έκανε -καμιά εκατοπενηνταριά χρόνια αργότερα- και ο συνονόματος τρισέγγονος τουταβλάρχη. Δυστυχώς, από τον Νικόλαο Πιλάβιο δεν σώθηκε καμιά φωτογραφία. Ξέρουμε, όμως, ότι είχε ένα μεγάλο μαύρο μουστάκι και μαύρα μακριά μαλλιά, σύμφωνα με την μόδα της εκείνης της εποχής, της  λίγο μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, που ήθελε τους άντρες να έχουν μακριά μαλλιά, όπως είχαν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης κ.λπ. Έτσι, η εμφάνισή του Σταβλάρχη του Όθωνα, Νικόλαου Πιλάβιου θα πρέπει να έμοιαζε κάπως με εκείνη του τρισέγγονού του, που είπαμε πιο πάνω, του ηθοποιού  Νικόλαου Πιλάβιου, που κι αυτός στα 25 του, 150 χρόνια περίπου μετά, είχε βγάλει  την παρακάτω φωτογραφία, όπου είναι εμφανής και η Κρητική του καταγωγή και η ομοιότητά του με τους οπλαρχηγούς της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

Ο Νικόλαος Γ. Πιλάβιος, παράλληλα με τη κρυφή σχέση του με την Βασίλισσα Αμαλία, παντρεύτηκε στην Αθήνα με μία  εύπορη γνωστή Αθηναία και απόκτησαν ένα γιο, τον Γεώργιο Πιλάβιο, που γεννήθηκε το 1852, σπούδασε κτηνιατρική στο Μόναχο κι όταν επέστρεψε, κατατάχτηκε στο στρατό κι έφτασε έως το βαθμό του Αρχικτηνίατρου, και -λόγω πατέρα φυσικά-  με αυτό τον βαθμό, υπηρέτησε στα Ανάκτορα, ενώ υπήρξε Καθηγητής Ιππολογίας στη Σχολή Ευελπίδων και συγγραφέας πολλών βιβλίων για την κτηνιατρική. (ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗ, ΣΕΛ.680 και ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥ ΚΤΗΝΙΑΤΡΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ Αλ.Καρδούλη. ΣΕΛ. 50).  Από τον Γεώργιο Πιλάβιο, σώθηκε μόνο αυτή η φωτογραφία του,  με τη μεγάλη του στολή.

Και ο Γεώργιος Ν.  Πιλάβιος παντρεύτηκε μία γνωστή Αθηναία από εύπορη και καλή οικογένεια, και το 1882, απόχτησαν ένα γιο, τον Νικόλαο Πιλάβιο, που πήρε φυσικά  το όνομα του παππού του ο οποίος ζούσε ακόμα (!) , αφού πέθανε το 1890,  γύρω στα 80 του.

Ο Νικόλαος Γ. Πιλάβιος, γεννήθηκε το 1882 και σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός στις Βρυξέλλες. Παντρεύτηκε -και αυτός- με μία εύπορη Αθηναία καλής οικογένειας, την Μαρία Θεοδωρίδου. Από τον Νικόλαο Γ. Πιλάβιο σώζονται αρκετές φωτογραφίες, που μία από αυτές είναι και τούτη.

Ο Νικόλαος  Γ. Πιλάβιος, το 1914 απόχτησε ένα γιο που επειδή ο παππούς Γεώργιος Πιλάβιος, ήταν προληπτικός και έλεγε ότι αν έδιναν στον εγγονό του το όνομά του εκείνος θα πέθαινε (!!!), απαγόρευσε να δώσουν το δικό του όνομα στον μικρό, κι έτσι ο γιος του Νικόλαου Πιλάβιου πήρε το όνομα του αδελφού της μητέρας του κι ονομάστηκε Κωνσταντίνος. Έτσι, έσπασε η σειρά Νίκος-Γιώργος, Νίκος-Γιώργος, κι έχουμε για πρώτη φορά: Νίκος-Κωνσταντίνος, κάτι που δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ πια.
Ο Νικόλαος Γ. Πιλάβιος, ζώντας με την γυναίκα του και το μικρό του γιο Κωνσταντίνο στην Ελβετία  με νταντάδες, υπηρέτριες και τέτοια -δεν ξέραν τι να τα κάνουν τότε τα λεφτά τους και τα τρώγανε  με τέτοια χαϊλίκια, με αποτέλεσμα να υποφέρουν σήμερα οι απόγονοί τους. Ζώντας, λοιπόν, ο Νικόλαος Πιλάβιος με την οικογένειά του, στην Ελβετία, κόλλησε το 1918 Ισπανική γρίπη, που ήταν εκείνο τον καιρό επιδημία στην Ευρώπη, και καθώς δεν υπήρχε τότε η πενικιλλίνη, ανέβασε πάρα πολύ υψηλό πυρετό και πήδηξε από το μπαλκόνι έχοντας πάθει παραισθήσεις από τον πυρετό. Ποιος ξέρει,  ίσως και να είδε από διαίσθηση τον εγγονό του -χρόνια αργότερα- σαν “Παραμυθά”, νόμισε ότι μπορεί να πετάξει κι αυτός, και την έκανε από το μπαλκόνι στο κενό…  Έτσι, ο πρώτος Κωνσταντίνος Ν. Πιλάβιος, έμεινε ορφανός στα τέσσερά του. Αλλά δεν ήταν μόνο  ο πρώτος Κωνσταντίνος ανάμεσα σε Νικόλαους και Γεώργιους, αλλά και ο πρώτος που έμεινε ορφανός μικρός, ο πρώτος που δεν κατάφερε να σπουδάσει λόγω χασίματος της περιουσίας του από τη μάνα του στο χρηματιστήριο  προς το τέλος της δεκαετίας του ’30, ο πρώτος που δεν παντρεύτηκε εύπορη και γνωστή Αθηναία από καλή οικογένεια, αλλά τη φτωχιά μοδίστρα της θείας του,  μία κωλοπετσωμένη πρόσφυγα από την Κωνσταντινούπολη, που είχε πάει έως την Τρίτη Δημοτικού, την Γεωργία Ιωαννίδου.  Κι ακόμα, ήταν ο πρώτος που τίναξε όλο το καθώς πρέπει στυλ  120 χρόνων, της οικογένειάς του και έγινε χαρτοπαίκτης και αλκοολικός. Τέλος ήταν και ο πρώτος που δεν απέκτησε μόνο ένα γιο – τον Νίκο – αλλά και δύο κόρες: την Αικατερίνη και την Αλίκη. Και επίσης, ήταν ο πρώτος που και τα τρία παιδιά του, δεν θυμούνται να έχει απλώσει ποτέ χέρι επάνω τους , όπως άκουγαν για άλλους γονείς,  που θυμούνται και τα τρία παιδιά  να έχουν εισπράξει πολύ αγάπη απ’ αυτόν, όπως θυμούνται και ότι, όταν μεγάλωσαν, εείνος δεν έκανε ποτέ και για κανένα λόγο καμία επέμβαση στη ζωή τους. Από τον Κωνσταντίνο Πιλάβιο, υπάρχει μία φωτογραφία από το γάμο της μικρότερης κόρης του, γύρω στα 65 του.

Ο Νικόλαος Κ. Πιλάβιος, που γεννήθηκε το 1943, σε κάποια πράγματα συνέχισε την παράδοση των παππούδων του, σε άλλα του πατέρα του, αλλά έφερε και κάποια δικά του. Έκανε σπουδές και στο εξωτερικό όπως οι τρεις πρώτοι, παντρεύτηκε δύο  εύπορες Αθηναίες καλών οικογενειών (κάνοντας δύο γάμους για να αναπληρώσει τον πατέρα του που δεν ακολούθησε την παράδοση των Πιλάβιων που παντρεύονταν εύπορες από καλές οικογένειες), ήταν ο πρώτος από τους  προηγούμενους τέσσερις που ακολούθησε καλλιτεχνικό επάγγελμα, ανοίγοντας το δρόμο στο δικό του γιο. Τέλος  -όπως και ο πατέρας του- σε αντίθεση με τους παππούδες του, απέκτησε και γιο και κόρη, ένα παιδί από τον κάθε γάμο δηλαδή. Η κόρη του, που ήταν πρώτη, παραλίγο να βαφτιστεί Γεωργία, αλλά αυτό το όνομα δεν άρεσε ούτε στη μάνα της ούτε στον πατέρα της, κι ευτυχώς συμφώνησε κι η γιαγιά της, κι έτσι της έβγαλαν το όνομα τής προγιαγιάς της: Μαρία. Όσο για το γιο, αυτός παραλίγο να λεγόταν Γιώργος, αν ο προπάππους του δεν ήταν προληπτικός και δεν είχε ζητήσει να μην βαφτίσουν τον εγγονό του Γιώργο, αλλά Κωνσταντίνο. Θα ήταν τραγικό σήμερα για τον πατέρα του που δεν θα μπορούσε να τον φωνάζει “Κώτσο” που του άρεσε, αλλά “Γιώργη”, ενώ το ιντερνετικό  όνομα του παιδιού του δεν θα ήταν cpil , αλλά gpil.
Και μπορούμε να κλείσουμε αυτό το ιστορικό ντοκουμέντο με μία φωτογραφία και των τριών τελευταίων Πιλάβιων μαζί, βγαλμένη πριν κάμποσα χρόνια στην Αγγλία που βρέθηκαν και οι τρεις, εξαιτίας ενός φιλόσοφου  ονόματι Τζίντου Κρισναμούρτι. Εδώ είναι στριμωγμένοι στο αυτόματο μηχάνημα:  η παραλίγο Γεωργία Πιλαβίου, ο παραλίγο  Γιώργος Πιλάβιος και ο Νικόλαος, παραλίγο Γεωργίου, Πιλάβιος.

Χα, χα, χα… Μου πήρε σχεδόν δυο μέρες να γράψω αυτό το post, αλλά το διασκέδασα πολύ – ελπίζω να φαίνεται. Εδώ και κάποιο καιρό ψήνομαι -και από μόνος μου και από κάποιους φίλους- να γράψω για τη ζωή μου. Επειδή έχω διαβάσει τις αυτοβιογραφίες δύο άλλων φίλων ηθοποιών, δεν με πολυενθουσιάζει η ιδέα. Μου μοιάζει λίγο σαν αυτολιβάνισμα, κυρίως αν έχεις ζήσει πράγματα που είναι κάπως ιδιαίτερα. Νομίζω ότι αν τελικά αποφάσιζα, θα ήταν για να πω κυρίως για τη γνωριμία μου με τον Κρισναμούρτι και γι’ αυτόν. Και πάντως, αν έγραφα τελικά κάτι που να έχει σχέση με τη ζωή μου, θα έπρεπε να έχει κάτι από παραμύθι, κάτι που έχουν οι ιστορίες που γράφω για τον ΠΑΡΑΜΥΘΑ. Αλλά δεν το έχω βρει  ακόμα. Πριν μερικές μέρες μου πέρασε η ιδέα να αρχίσω να γράφω σιγά σιγά αυτό το βιβλίο εδώ, κάπως σαν posts. Μία πρώτη προσπάθεια, ήταν το post με την “Ιστορία του αγοριού με το κερί”. Σήμερα, έγραψα κάτι που θα μπορούσε να είναι σαν πρόλογος του βιβλίου. Κι έχω κάποιες άλλες ιδέες. Θα δούμε.
Καλό ξημέρωμα.
Σας φιλώ
Π.

Η ιστορία του αγοριού με το κερί.



Βρήκε ένα ξεχασμένο CD  με Γρηγοριανούς Ψαλμούς. Έβαλε να τους ακούσει. Πάντα τού άρεσαν πολύ. Αναρωτήθηκε για πρώτη φορά πώς γίνεται η Βυζαντινή λειτουργία να μην του λέει τίποτα· οι Βουδιστικοί και Ινδουιστικοί ψαλμοί που είχε ακούσει κάποτε να τον έχουν αφήσει αδιάφορο·  να είναι βαθιά  και απόλυτα άθρησκος κι ωστόσο να συγκινείται από Γρηγοριανούς Ψαλμούς; Την ίδια αίσθηση, όμως, την είχε από έφηβος, όταν άκουγε την Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν και το Toccata and Fugue του Μπαχ. Φαίνεται ότι υπάρχουν ζωγράφοι, συγγραφείς, ποιητές  και – κυρίως – μουσικοί, που όχι μόνο έχουν οι ίδιοι μία αληθινή και βαθιά αίσθηση κάτι «Ιερού», αλλά έχουν και την ικανότητα να την μεταδίδουν κι όλας με τη δουλειά τους. Στη μουσική αυτό είναι πιο έντονο γιατί ο ήχος  μπορεί – δεν έχουν σημασία τα λόγια αφού κι η φωνή είναι ήχος και λειτουργεί ως ένα από τα όργανα – μπορεί, λοιπόν,  ο ήχος να πάει μέσα στην καρδιά και να ξυπνήσει μια βαθιά αίσθηση Ιερού, που δεν έχει σχέση με καμιά θρησκεία, που δεν υπάρχει σε καμιά θρησκεία καθώς έχει σχέση με κάτι που δεν έχει όνομα, που δεν έχει αρχή και τέλος, που δεν υπάρχει καμία περίπτωση να μπει σε λόγια, και  δεν μπορεί να πλησιαστεί ή ν’ αποκαλυφθεί  με κανενός είδους επιστημονικό πείραμα. Κι όταν ακούγοντας αυτή τη μουσική ανοίγει η καρδιά σου, τότε μπαίνεις σε μια βαθιά ησυχία, χωρίς συναισθηματισμούς,  παρ’ όλο που μπορεί να κυλάνε  δάκρυα στα μάτια σου,  και μπαίνεις σε μια κατάσταση – και πάλι χωρίς κανένα συναισθηματισμό – μια κατάσταση «νοσταλγίας» για «κάτι», για «κάπου».
Καθώς άκουγε τη μουσική και όλα αυτά πέρναγαν από το μυαλό του, ο νους του «έφυγε» πηγαίνοντας πολλά χρόνια πίσω, τότε που ήταν μικρό αγόρι.  Άνοιξη. Μεγάλη Πέμπτη. Η βραδιά είναι γλυκιά κι έτσι  ο κόσμος , αφού γέμισε την εκκλησία, που ήταν στο κέντρο της Αθήνας, τώρα έχει απλωθεί και στο απέναντι πεζοδρόμιο. Εκείνος, μικρό αγόρι  γύρω στα εννιά, στέκεται όρθιος στην άκρη του πεζοδρόμιου, δίπλα στην μητέρα του. Με το αριστερό του χέρι κρατάει ένα μικρό βιβλιαράκι με όλους τους ψαλμούς της Μεγάλης Εβδομάδας και με το δεξί κρατάει το μακρύ, λεπτό, καφέ κερί κοντά στο βιβλιαράκι για να  φωτίζει τις σελίδες του.
Το αγόρι, όμως, δεν ήταν καθόλου θρήσκο. Δεν είχε –από τότε- «ούτε ιερό, ούτε όσιο», όπως του έλεγε η μάνα του. Πριν μερικά χρόνια, στα πέντε του, το αγόρι παραπονέθηκε στη μητέρα του ότι το φως από το καντήλι που ήταν στο εικονοστάσι απέναντι από το κρεβάτι του, τον ενοχλούσε και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ζήτησε από τη μητέρα του να το σβήσει. Εκείνη του απάντησε ότι αυτό αποκλείεται και το αγόρι τέντωσε την παλάμη του, είπε: «να, κι εγώ» και έριξε μια μουτζιά  με το δεξί του χέρι στα εικονίσματα. «Μην το ξανακάνεις αυτό», είπε η μάνα του έξαλλη και με εκείνο το απειλητικό ύφος που πάντα τον φόβιζε, «γιατί θα σου κόψει η Παναγία το χέρι». Και βγήκε πολύ θυμωμένη από το δωμάτιο. Ήταν τρομακτικά θρήσκα. Το αγόρι, έμεινε μόνο του. Κοίταξε πρώτα το εικονοστάσι , με τη μεγάλη μπροστινή εικόνα της Παναγίας που κρατούσε τον Χριστό κι ύστερα κοίταξε το δεξί του χέρι με την ανοιιχτή παλάμη. Φοβότανε, αλλά έπρεπε να μάθει. Τον έτρωγε η περιέργεια. Σήκωσε το χέρι του προς τα εικονίσματα με την ολάνοιχτη παλάμη και τα μούντζωσε. «Να», είπε. Ύστερα κοίταξε το χέρι του και περίμενε να δει αν θα του το κόψει η Παναγία όπως είχε πει η μάνα του. Τίποτα. Τότε σήκωσε και τα δύο χέρια του και ξαναμούντζωσε το εικονοστάσι. «Να», ξανάπε πιο προκλητικά και πιο έντονα από πριν. Κοίταξε τα δυο του χέρια. Δεν είχαν κοπεί. Ύστερα άρχισε να μουντζώνει με μανία: «Να, να, να…», έλεγε και ξανάλεγε μουντζώνοντας. Τίποτα! Η Παναγία δεν του είχε κόψει τα χέρια! Και τότε γελώντας, έριξε άλλη μια μουτζιά  λέγοντας  πολύ περιφρονητικά αυτή τη φορά: «να» και βγήκε από το δωμάτιο. Είχε τελειώσει με τη θρησκεία για πάντα. Όμως, όπως συνειδητοποίησε πάρα πολλά χρόνια αργότερα, στο τέλος της εφηβείας του, ακούγοντας στο ραδιόφωνο τη φράση, «στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν άθεοι, αλλά άθρησκοι» , συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρξε ποτέ του άθεος, αφού είχε την αίσθηση της ύπαρξης κάτι Θείου, κάτι ιερού, που το ένοιωθε σαν ένα απέραντο  χάος, που τον γέμιζε δέος, σεβασμό κι αγάπη.
Το μικρό αγόρι, στο απέναντι πεζοδρόμιο της εκκλησίας,  ακούει τους ψαλμούς τής Μεγάλης Πέμπτης από τα μεγάφωνα και παρακολουθεί τους στίχους τους στο μικρό βιβλιαράκι που κρατάει, φωτίζοντάς το με το κερί του. Δεν ψέλνει, ούτε κι ακούει στους στίχους· ακούει τον  ήχο των φωνών που ψέλνουν, σαν ν’ ακούει κάποιο μουσικό όργανο και βυθίζεται σε εκείνο το απέραντο  χάος, που τον γέμιζε δέος, σεβασμό κι αγάπη.
«Πήρε φωτιά, πήρε φωτιά… θα καεί το παιδί…», φώναξε τρομαγμένη μια κυρία δίπλα στο αγόρι, βλέποντας το βιβλιαράκι του με τους ψαλμούς  να έχει αρπάξει φωτιά από το κερί που το είχε φέρει πολύ κοντά στις σελίδες χωρίς να το καταλάβει. Το αγόρι δεν θυμόταν τι ακριβώς συνέβη, ούτε ποιος έσβησε το βιβλιαράκι που είχε αρπάξει φωτιά, ούτε τι έγινε μετά. Του έμεινε, όμως,  για πάντα μία αίσθηση και δύο εικόνες, πεντακάθαρα: Η αίσθηση ενός βυθίσματος σε μία βαθιά ησυχία σαν κενό,  και η εικόνα από ψηλά ενός μικρού αγοριού στο πεζοδρόμιο απέναντι στην εκκλησία καθώς είναι σκυμμένο επάνω στο βιβλιαράκι με τους ψαλμούς και άλλη μία εικόνα – σαν πολύ κοντινό πλάνο ταινίας – της πάνω δεξιάς γωνίας του βιβλίου να καίγεται, κι εκείνος να μην κάνει τίποτα γι’ αυτό…

Αργότερα, στην εφηβεία του, θα είχε ξανά μία μακρινή αίσθηση εκείνου του βυθίσματος, την πρώτη φορά που ερωτεύτηκε. Και με τα χρόνια κατάλαβε, ότι ο αληθινός και βαθύς έρωτας, γεννιέται από τη νοσταλγία για μια χαμένη ενότητα με κάτι,  και καθώς φέρνει  την ενότητα με έναν άλλο άνθρωπο – όπως τίποτε άλλο δεν τη φέρνει έτσι στη ζωή – δημιουργεί μία ψευδαίσθηση αποκατάστασης αυτής της ενότητας, αλλά δεν είναι αλήθεια.  Είναι όπως όταν δεν έχεις δοκιμάσει φρέσκο κρεμμυδάκι, μπορείς να βράσεις ένα ξερό και η γεύση του μόλις το δαγκώσεις, μοιάζει με του φρέσκου, αλλά δεν είναι το αληθινά φρέσκο, κρεμμυδάκι. Φαίνεται, όμως, πως όταν γεννηθεί μέσα σε κάποιον ο έρωτας για το «Ιερό» που δεν έχει σχέση με θρησκείες και θεούς, αλλά με ένα «απέραντο χάος χωρίς όνομα αρχή και τέλος», με ένα «κενό» που πάλλεται  από ζωή, κι αγάπη,τότε κάθε άλλος έρωτας που μπορεί να γεννηθεί μέσα στα πλαίσιά του -γιατί μπορεί να γεννηθεί και τότε- είναι κάπως σαν να υπάρχει, αλλά και να μην υπάρχει. Δεν είναι το ίδιο όπως συμβαίνει σε ανθρώπους που πληγώθηκαν πολύ από τις ερωτικές τους ιστορίες, που πόνεσαν κι έτσι βλέποντας λογικά όλο τον μηχανισμό του έρωτα, από την αρχή έως το τέλος, δημιουργούν ένα προστατευτικό τοίχος γύρω από την καρδιά τους και: ή δεν ξαναερωτεύονται ή όταν δουν ότι πάνε να ερωτευτούν, ή το τελειώνουν επιτόπου ή ερωτεύονται χλιαρά, χωρίς πάθος. Αυτό όμως δεν έχει σχέση με την κατανόηση του τι είναι αληθινά ο έρωτας. Αυτό μοιάζει με το να σου κόψει για λόγους υγείας ο γιατρός το κάπνισμα, χωρίς να μάθεις έτσι ποτέ ο ίδιος γιατί καπνίζεις και το κάπνισμα να σταματήσει από μόνο του. Όταν γεννηθεί ο έρωτας για κάτι «Ιερό», τότε είσαι ανοιχτός να ερωτευτείς ακόμα  και πέντε λεπτά πριν πεθάνεις κι ας πονέσεις, κι ας πληγωθείς κι ας… οτιδήποτε. Γιατί ο έρωτας, είναι πια στη θέση του. Δεν είναι υποκατάστατο τίποτε άλλου· δεν είσαι γενικώς ερωτευμένος με τον έρωτα· δεν μπαίνει θέμα «πιστεύω στον έρωτα», όπως έχει πει κάποιος·  δεν μπαίνει θέμα «πίστης» ή «απιστίας» στο άλλο πρόσωπο,  αποκλειστικότητας δηλαδή και ιδιοκτησίας. Τότε λειτουργεί η ηθική του: ό,τι γίνεται με αγάπη είναι σωστό – όντας η αγάπη κάτι που δεν το νιώθεις, που δεν είναι συναίσθημα, αλλά είναι μία κατάσταση που ή είσαι μέσα της ή δεν είσαι.

Το κοριτσάκι που φώναζε βοήθεια

Μία ημέρα με διάφορες ευαισθησίες σήμερα, μ’ έκανε να τελειώσω  μια ιστορία που είχα αρχίσει από το καλοκαίρι και την είχα αφήσει στη μέση. Είναι από αυτές που έχω εδώ στο blog και θα ‘θελα κάποτε να της βγάλω σε βιβλίο. Έχω και τον τίτλο: “Ιστορίες της καρδιάς”.
Καλή Κυριακή και καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ
Π.

Το κοριτσάκι που φώναζε βοήθεια

Οι δυο γυναίκες γνωρίστηκαν σ’ ένα φιλικό σπίτι, στα γενέθλια κάποιας κοινής γνωστής. Πολύ γρήγορα  ένοιωσαν και οι δύο μια βαθιά συμπάθεια η μία για την άλλη. Η μία είχε μόλις περάσει τα εξήντα, αλλά πραγματικά δεν την έκανες πάνω από πενήντα!  Είχε μια καθαρότητα στο βλέμμα  κι ένοιωθες να υπάρχει ένα τρομερό άνοιγμα καρδιάς, μιας καρδιάς έτοιμης ν’ αγκαλιάσει  όποιον θα το ήθελε. Και αν και περασμένα εξήντα, έβγαζε εκείνη τη θηλυκότητα που έχουν οι μεγάλες γυναίκες, που έχουν ζήσει μια ζωή χωρίς αναστολές και ταμπού στο  σεξ, αλλά με ευαισθησία. Ξέροντας πως ό,τι γίνεται με αγάπη – όχι με έρωτα- είναι στη θέση του, είναι σωστό. Η άλλη γυναίκα, είχε κλείσει τα τριάντα πέντε, αλλά την ένοιωθες να είναι ρουφηγμένη μέσα της και με χαμηλή ενέργεια.

Όταν τα δώρα, τα κεράσματα, το σβήσιμο των κεριών κι όλα τα κλασσικά των γενεθλίων είχαν καταλαγιάσει και οι μισοί, σχεδόν, καλεσμένοι είχαν φύγει, άρχισε μία συζήτηση για την ψυχανάλυση. Η νεαρή γυναίκα, δήλωσε από την αρχή ότι τα δύο τελευταία χρόνια κάνει ψυχανάλυση, ενώ η μεγαλύτερη μιλούσε ξεκάθαρα εναντίον. Ήταν φανερό ότι οι δύο γυναίκες διαφωνούσαν εντελώς γι’ αυτό το θέμα, αλλά ήταν επίσης φανερό ότι μεταξύ τους υπήρχε  επικοινωνία. Γιατί η επικοινωνία δεν προϋποθέτει και συμφωνία στις απόψεις πάνω σε κάποιο θέμα, όπως και το αντίθετο: το ότι συμφωνούν δυο άνθρωποι σε κάτι, δεν σημαίνει και ότι επικοινωνούν.  Υπάρχει η επικοινωνία με έναν άλλο άνθρωπο που είναι αυτόματη – ένα είδος «χημείας» που δεν εξηγείται – όπως υπάρχει και η επικοινωνία δύο ανθρώπων που τη γεννάει το ενδιαφέρον: για το ίδιο πράγμα, την ίδια στιγμή και με την ίδια ένταση.

Όταν τέλειωσε η βραδιά, οι δυο γυναίκες είχαν γίνει φίλες κι αποφάσισαν να βρεθούν την άλλη μέρα οι δυο τους. Η συζήτηση άρχισε πάλι με το θέμα της ψυχανάλυσης και η νέα γυναίκα ρώτησε την άλλη γιατί έλεγε αυτά που έλεγε το προηγούμενο βράδυ, κι εκείνη της απάντησε:
«Ποιος μπορεί να ξέρει τον εαυτό σου καλύτερα από σένα; Και, ναι, χρειαζόμαστε βοήθεια σε πρακτικά πράγματα, αλλά σε ψυχολογικά  γιατί να ζητάει κανείς  βοήθεια; Γιατί να θες “πατερίτσες” για  να αντιμετωπίσεις τα ψυχολογικά σου προβλήματα; Και γιατί να ζητάς βοήθεια από κάποιον που και ο ίδιος θέλει βοήθεια; Όπως ξέρεις οι ψυχαναλυτές που ψυχαναλύουν άλλους, χρειάζονται κι οι ίδιοι ψυχανάλυση. Και οι ίδιοι, κάνουν ψυχανάλυση κάθε χρόνο με κάποιον άλλο ψυχαναλυτή, που επίσης κάνει ψυχανάλυση με κάποιον άλλον και πάει λέγοντας. Πόσα χρόνια κάνεις ψυχανάλυση;»
«Πέντε», είπε η νέα κοπέλα.
«Για ποιο θέμα πήγες»;
«Για διάφορα, αλλά το βασικό είναι ότι παθαίνω κρίσεις πανικού».
«Έχεις δει καμιά καλυτέρευση»;
«Μικρή».
Η συζήτηση συνεχίστηκε πηγαίνοντας όλο και πιο βαθιά, και η νέα γυναίκα εμπιστευόταν όλο και πιο πολύ την καινούργια της φίλη που ένοιωθε να της στέλνει κύματα αληθινής στοργής χωρίς να υπάρχει κανένα και κανενός είδους προσωπικό ενδιαφέρον για την  ίδια — μόνο στοργή και καλοσύνη.
Το νέο κορίτσι είχε γεννηθεί και μεγαλώσει έως τα δεκαοχτώ του σ’ ένα από τα νησιά της άγονης γραμμής. Ο πατέρας της ήταν καπετάνιος σε φορτηγό καράβι που έκανε δρομολόγια ανάμεσα στα κοντινά νησιά. Η μητέρας της, κόρη παπά, ήταν αυταρχική και φανατικά θρησκόληπτη που φρόντιζε το σπίτι και τα δυο παιδιά της, την νέα γυναίκα δηλαδή και τον μικρότερο αδελφό της με αυταρχικότητα. Καθώς μεγάλωνε το κορίτσι,  η μάνα της όλο και σκλήραινε τη θρησκευτική  ανατροφή του. Όσο κι αν προσπαθούσε να θυμηθεί, είπε ότι μέχρι τα δώδεκα ήταν σαν να είχαν σβήσει μέσα της όλα όσα είχε ζήσει. Θυμόταν  μόνο, ότι στα δώδεκα όταν είχει αδιαθετήσει για πρώτη φορά,  η μάνα της τής απαγόρευσε να πάει στην εκκλησία γιατί, «όταν είναι έτσι η γυναίκα, είναι βρώμικη και δεν κάνει να πηγαίνει στην εκκλησία», ενώ ο πατέρας της που μπήκε στο δωμάτιο, κοίταξε την κόρη του μ’ ένα βλέμμα παράξενο, που την έκανε να νοιώσει πολύ άσχημα.

Καθώς η ηλικιωμένη γυναίκα άκουγε τη νεαρή κοπέλα να της διηγείται τα πρώτα χρόνια της ζωής της, της φάνηκε σαν ν’ άκουσε  ένα κοριτσάκι να φωνάζει βοήθεια.  Για δευτερόλεπτα τα ‘χασε, αλλά αμέσως κατάλαβε ότι η φωνή δεν ακούστηκε απ’ έξω, αλλά μέσα στο κεφάλι της! Και τότε  ένοιωσε ότι καθώς η κοπέλα απέναντί της, της  διηγιόταν τη ζωή της, έμοιαζε σαν κάτι από μέσα της να ζητάει  βοήθεια. Αυτό το «κοριτσάκι» που είχε μείνει κρυμμένο από φόβο μέσα της από τα παιδικά της χρόνια, φώναζε βοήθεια. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η γυναίκα  θυμήθηκε το γέρο φίλο της που δεν υπήρχε πια στη ζωή, που εκείνη τον έλεγε δάσκαλό της κι αυτός την κορόιδευε. Της έλεγε ότι,  «μπορεί  να λέει κανείς πέντε πράγματα που έχει δει στη ζωή του σε κάποιον άλλον, αλλά όλοι μας είμαστε μαθητές και δάσκαλοι του εαυτού μας. Και όλοι εκείνοι – αλλά όλοι – που παριστάνουν τους πνευματικούς δάσκαλους και θέλουν “μαθητές”, απλώς διψάνε για χρήμα, για δύναμη, για εξουσία πάνω στην ψυχή των ανθρώπων. Αλλά ένας αληθινός δάσκαλος, δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα δάσκαλο οδήγησης αυτοκινήτου. Σου λέει πέντε πράγματα και μετά φεύγεις και μαθαίνεις από σένα τον ίδιο που οδηγείς μόνος πια στους δρόμους, πώς να οδηγείς». Τα μάτια της βούρκωσαν καθώς θυμήθηκε το γέρο φίλο της και καθώς έπιασε τον εαυτό της εκείνη ακριβώς τη στιγμή να θέλει πάρα πολύ να βοηθήσει τη νέα κοπέλα απέναντί της, θυμήθηκε κάτι ακόμα που της είχε ο φίλος της, όταν κάποτε είχε πάει να τον ρωτήσει πώς θα μπορούσε να βοηθήσει μια φίλη της που είχε  ψυχολογικά προβλήματα. Εκείνος τότε της είχε απαντήσει:  «Όταν έρχεται κάποιος και σου ζητάει να τον βοηθήσεις για κάποιο ψυχολογικό του πρόβλημα, πρέπει  ν’ αφήσεις κατά μέρος τις εικόνες, τις ιδέες, τα συμπεράσματα, τις απόψεις και τις σκέψεις που έχεις για το θέμα που σου μιλάει ο άλλος.  Αλλά, όταν σου ζητάει κάποιος να τον βοηθήσεις για ένα ψυχολογικό του πρόβλημα, εσύ κάνεις προσπάθεια να τον βοηθήσεις; Γιατί; Οποιαδήποτε προσπάθεια κι αν κάνεις να  βοηθήσεις, ένα είναι σίγουρο: ότι θα  εμποδίσεις τον άλλο άνθρωπο να κατανοήσει τον εαυτό του. Οπότε καλύτερα μην βοηθάς. Σε παρακαλώ, μην παρεξηγήσεις αυτό που σου λέω. Ξέρω, ακούγεται φριχτό, αλλά πώς θα βοηθήσεις; Μην ξεκινάς, λοιπόν, ποτέ με στόχο ότι πρέπει να βοηθήσεις ή ότι μπορείς σίγουρα να το κάνεις.  Άκουσέ με σε παρακαλώ: Μου είπες ότι είναι κάποια φίλη σου που έχει ψυχολογικά προβλήματα κι έρχεται και στα λέει — δεν έχει σημασία ποια είναι τα προβλήματα.  Νοιώθει απελπισμένη, νοιώθει να είναι σε αδιέξοδο, βρίσκεται σε σύγκρουση, νοιώθει μοναξιά,  είναι βουτηγμένη στη θλίψη, στον πόνο και πολλά άλλα πράγματα. Οι σκέψεις που  βασανίζουν το μυαλό της την έχουν  εξουθενώσει. Έρχεται, λοιπόν,  κουβαλώντας όλα αυτά σε σένα κι εσύ νοιώθεις στοργή γι’ αυτήν. Έρχεται με όλα αυτά που τη βαραίνουν και τη βασανίζουν για να σου τα πει, για να την ακούσεις. Και καθώς στα λέει και εσύ την ακούς αληθινά τότε,  κάτι συμβαίνει. Αυτό το «κάτι», όμως, θα συμβεί μόνο εάν ξέρεις πώς να ακούς. Αν, πεις, “ναι, μπορώ να σε βοηθήσω”, τότε η σχέση σας είναι τελείως διαφορετική. Εσύ θεωρείς ότι βοηθάς κι εκείνη είναι πεισμένη ότι θα τη βοηθήσεις. Κι έτσι παύει κάθε κατανόηση κι από εσένα και από εκείνη, τού τι πραγματικά συμβαίνει. Ενώ αν εκείνη  έρθει με τα πραγματικά της προβλήματα και απλώς στα λέει γιατί θέλει να σου ανοίξει την καρδιά της, χωρίς να σου περιγράφει «λογοτεχνικά» τα συναισθήματα της, κι εσύ την ακούς με στοργή, με ανοιχτή και τη δική σου καρδιά, χωρίς να υποθέτεις ότι μπορείς να την βοηθήσεις, χωρίς εικόνες, χωρίς ιδέες, χωρίς φιλοσοφικές και  ψυχαναλυτικές απόψεις και συμπεράσματα γι’ αυτά που σου λέει, χωρίς να την επικρίνεις ή να την δικαιολογείς, αλλά απλώς ακούς βαθιά και αληθινά, τότε από το γεγονός και μόνο ότι εσύ την ακούς έτσι, ενώ εκείνη σου ανοίγει την καρδιά της κι εσύ ανοίγεις τη δική σου, τότε δημιουργείται μία σχέση ανάμεσα σας, όπου γεννιέται η κατανόηση  και η γνώση του εαυτού της, αλλά και εσένα του δικού σου. Αυτή ακριβώς η σχέση είναι το εύφορο έδαφος  όπου κάτι καινούργιο μπορεί  ν’ ανθίσει. Τότε και οι δύο μπορεί κάτι να δείτε.  Το να δείτε αναφέρεται στην καρδιά, όχι στο μυαλό· δεν είναι κάποιο λογικό συμπέρασμα είναι αίσθηση και συνειδητοποίηση αυτού που πραγματικά συμβαίνει, χωρίς να χρειάζονται λόγια και περιγραφές· απλώς ξέρεις κάτι που δεν ήξερες πριν. Και το ξέρεις όχι επειδή στο είπε κάποιος άλλος, αλλά επειδή το είδες από μόνη σου…»

Καθώς θυμόταν τα λόγια του γερο φίλου της, ένοιωθε την καρδιά της ν’ ανοίγει κι άλλο κι έμοιαζε να συμβαίνει το ίδιο και στη νέα γυναίκα που την κοίταγε και τα μάτια της είχαν βουρκώσει. Άρχισε να μιλάει ακούγοντας κι η ίδια αυτά που έλεγε, κάπως σαν να τ’ άκουγε για πρώτη φορά. Θυμόταν δυσάρεστες στιγμές με τη μάνα της και τον πατέρα της, που χρόνια τώρα ήταν θαμμένα μέσα της κι έμοιαζε να είχαν σβήσει. Αλλά δεν είχαν σβήσει. Ζούσαν στο σκοτάδι και «ροκάνιζαν» τη ψυχή της και το σώμα της. Ζούσαν στο σκοτάδι σαν φαντάσματα και τώρα έρχονταν στο φως. Κι επειδή τα φαντάσματα δεν ζουν στο φως, τώρα πια έσβηναν στ’ αλήθεια. Ανάμεσα στις δυο γυναίκες είχε γεννηθεί μια βαθιά επικοινωνία, που καθώς τελείωνε η διήγηση έσπρωξε, πολύ απλά και φυσικά, την μια στην αγκαλιά της άλλης.

Μια ιστορία ενός φίλου μου

Σήμερα θα σας πω μία ιστορία, αληθινή όπως πάντα βέβαια, που αυτή τη φορά, όμως,  δεν την έζησα εγώ, αλλά ένας φίλος μου.

Πριν λίγες μέρες, λοιπόν, με προσκάλεσαν: ο Πολιτιστικός Οργανισμός Δήμου Σκιάθου και τα δύο βιβλιοπωλεία του νησιού,  να πάω να παρουσιάσω τα βιβλία μου, στα πλαίσια της Έκθεσης Βιβλίου, που γίνεται κάθε χρόνο στο Δημοτικό Πάρκο στο λιμάνι. Ο ΕΚΔΟΤΙΚΌΣ ΟΙΚΟΣ ετοίμασε την πρόσκληση που έστειλε ο Δήμος.

Επειδή, όμως, η είσοδος ήταν έτσι κι αλλιώς ελεύθερη, φτιάχτηκε και μία ωραία αφίσα που μπήκε σε μαγαζιά, αλλά και σε όλα τα stands του Δήμου Σκιάθου, στον κεντρικότερο δρόμο του νησιού, στην οδό Παπαδιαμάντη. Τα δύο «μεγάλα» γεγονότα του Αυγούστου, ήταν η παρουσίαση των βιβλίων του Παραμυθά στις 20 και η συναυλία της Πίτσας Παπαδοπούλου στις 19. Βλέποντας τις δεκάδες αφίσες στο δρόμο, ένοιωσα ότι επιτέλους είχα φτάσει ψηλά –όχι στον ουρανό πετώντας, αυτό μου είναι εύκολο- είχα φτάσει ψηλά σαν καλλιτέχνης, αφού ήμουν μαζί με μία διάσημη λαϊκή τραγουδίστρια.

Εκτός, όμως, από την πρόσκληση για την παρουσίαση των βιβλίων, είχα και μια πρόσκληση για να πάω στα βαφτίσια της εγγονής της Άιναφετς, από το γιο της από τον πρώτο της γάμο. (Είδες η Άιναφετς! Και είναι και νέα ακόμα, και ζωηρούλα, ποιος ξέρει…)  Αυτή είναι η φωτογραφία της τούρτας πριν φαγωθεί, που μου την έστειλαν, για να δω πώς ήταν γιατί εγώ δυστυχώς , όπως θα δείτε, δεν μπόρεσα να πάω.

Κάπως μπερδεύτηκαν τα πράγματα και στάθηκε αδύνατο να πάω και στην παρουσίαση το βράδυ και στη βάφτιση το άλλο πρωί. Για καλή μου τύχη, όμως, μπαλώθηκαν τα πράγματα γιατί έτυχε να βρίσκεται αυτές τις μέρες εκεί ο καλός μου φίλος, ο ηθοποιός Νίκος Πιλάβιος, που με “κάνει” στην τηλεόραση. Ε, δεν πολυμοιάζουμε, είναι και πολύ πιο νέος… αλλά, είναι καλός ηθοποιός και τα ψιλοκαταφέρνει να με θυμίζει, κάπως. Αυτόν τον καιρό, παραθερίζει μόνος του στη Σκιάθο, σε μια ερημική παραλία και μένει σε ένα περίεργο κατασκεύασμα που έφτιαξε μόνος του!

Μόλις του είπα τη χάρη που ήθελα, δέχτηκε με χαρά του να κάνει την παρουσίαση των βιβλίων, γιατί είχε μαζί του κι ένα  DVD  με μερικά από τα καινούργια επεισόδια της ΕΡΤ με ιστορίες μου, όπου εκείνος «παίζει» εμένα και μου είπε ότι θα έδειχνε και ένα από αυτά. Εκεί, όμως, που γκρίνιαξε, λίγο ήταν για τη βάφτιση. Γιατί εκτός που από πέντε ετών ήταν άθρησκος επειδή απογοητεύθηκε που ο Θεός δεν του έκαψε τα χέρια, όπως του είχε πει η μάνα του, επειδή για να πειραματισθεί έριχνε κάτι ξεγυρισμένες μουτζιές στα εικονίσματα και με τα τέσσερα, εκτός από αυτό, δεν άντεχε να ακούει τα μωρά να σπαράζουν στο κλάμα, όταν μπαίνουν στην κολυμπήθρα. Μου είπε ότι αν η βάφτιση ήταν σε καμιά κοντινή εκκλησία απ’ όπου θα μπορούσε να φύγει όταν δεν θα άντεχε άλλο, δεν θα το συζητούσε, αλλά τώρα που θα έπρεπε να πάει σε ένα μοναστήρι που βρισκόταν στου διαόλου τη μάνα (ήμαρτον, Κύριε) και δεν θα ήταν εύκολο να φύγει, δίσταζε.. Τότε κι εγώ του είπα να μην ανησυχεί, γιατί στη Σκιάθο ήταν η φίλη μου η μάγισσα Πόπη, που έφτιαχνε τα γνωστά  «T-SHIRTS Παραμυθά», που όταν τα φορούσες  και ήξερες και τα ανάλογα μαγικά λόγια, μπορούσες να πετάξεις. Το μόνο κακό, είναι ότι αυτά τα T-SHIRTS είναι μιας χρήσης.Αυτό το t-shirt είχε επάνω του τη φωτογραφία μου με τα τρία γουρουνάκια — ναι, τα γνωστά γουρουνάκια.

Έτσι, φίλος μου ο Νίκος ησύχασε και δέχτηκε και τις δύο χάρες που του ζήτησα: παρουσίαση βιβλίων και βάφτιση. Το βράδυ της Παρασκευής, στις εννιά η ώρα, έγινε η παρουσίαση. Το τι κόσμος μαζεύτηκε, μου είπε, δεν λέγεται. Ενώ είχαν βάλει στο χώρο της ΕΚΘΕΣΗΣ ΒΙΒΛΙΟΥ εκατό καρέκλες, μαζεύτηκαν πάνω από 180 άτομα, παιδιά και μεγάλοι! Μου έστειλε μια φωτογραφία με το κινητό του, που δεν πίστευα στα μάτια μου!

Και η παρουσίαση πήγε πολύ καλά. Τους εξήγησε ότι ήταν ο ηθοποιός που «παίζει» τον «Παραμυθά» στην τηλεόραση και μάλιστα για να δώσει στα μικρά παιδιά να καταλάβουν τι είναι ηθοποιός –αν και ήξεραν- τα φώναξε επάνω και τους ζήτησε να κάνουν σαν «ηθοποιοί» από κάποιο ζώο. Τα περισσότερα χειροκροτήματα τα πήρε ένα αγόρι που έκανε ένα πουλάκι, κι όταν τον ρώτησε τι είναι αυτό που κάνει, απάντησε «τσίου, τσίου» κι όταν τον ξαναρώτησε πώς τον λένε, είπε πάλι, «τσίου – τσίου».

Ο κόσμος, ενθουσιάστηκε με την προβολή του επεισοδίου για το «Μαγικό Γιλέκο» από την καινούργια σειρά που θ’ αρχίσει τα Σεπτέμβριο. Το μόνο που τον δυσκόλεψε στο τέλος, ήταν ότι τα παιδάκια που ήταν μαζεμένα εκεί, του φώναζαν να πετάξει, κι εκείνος που δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το μαγικό T-SHIRT αφού ήταν μιας χρήσης, κι έτσι είπε ότι κι εκείνος θα ‘θελε να πετάξει, αλλά αυτό το μπορεί μόνο ο πραγματικός Παραμυθάς. Έτσι η παρουσίαση των βιβλίων μου πήγε μια χαρά. Τα δύσκολα ήταν την άλλη μέρα στη βάφτιση.


Όπως το φανταζόταν, το μικρό κοριτσάκι έκλαιγε συνέχεια· και μάλιστα όχι από τη στιγμή που το βάλανε στην κολυμπήθρα, αλλά από την αρχή. Τσίριζε τόσο πολύ που ο παππάς, που δεν άντεχε να το ακούει, άφησε να το κρατάει η μητέρα του που το καλμάριζε κι όχι η νονά του και τα έλεγε όλα γρήγορα – γρήγορα για να τελειώνει, τόσο γρήγορα που κανένας δεν καταλάβαινε τίποτα! Ωστόσο, ο φίλος μου ο Νίκος, δεν άντεξε για πολύ.

Κι έτσι αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το μαγικό TSHIRT της φίλης μου της Πόπης.  Άνοιξε το πουκάμισό του σε στυλ, «Superman»… είπε τα μαγικά λόγια, «Ίκου, μπίκου, πεταξίκουουουου… Φλικ»….

Και χάθηκε προς το χωριό της Σκιάθου, πετώντας πάνω από τις νησιώτικες στέγες.

Αυτή ήταν η ιστορία του φίλου μου του Νίκου στη Σκιάθο…

Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ
Π.

Μικρό αλληγορικό παραμύθι

Πριν μερικές μέρες, πάνω που είχα σχεδόν έτοιμα δύο σχέδια για «σεντόνια»  ν’ ανεβάσω μέσα στον υπόλοιπο μήνα, άρχισα να σκέφτομαι σοβαρά να σταματήσω πια να γράφω στο blog. Κράτησα κάποιες σημειώσεις για το κείμενο που θα έβαζα ως αποχαιρετιστήριο κι ανέβασα – για να είναι έτοιμο – κάποιο τραγούδι που δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα και που σκέφτηκα να σας το αφιερώσω. Και πάνω εκεί, είναι η τρίτη φορά που επαναλαμβάνεται αυτή η  σύμπτωση (τυχαίο;) ήρθε το σχόλιο ενός κοριτσιού στα βιογραφικά του  blog. Δεν αντέχω, θα σας το αντιγράψω εδώ.

Αγαπημένε μου Παραμυθά,
Πόσο χαίρομαι που σε ξαναβρίσκω…. Ήμουν στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού όταν έγινα πιστό Παραμυθόπουλο και τώρα είμαι τριαντάρα!!!!Τα έχω χαμένα που σε ξαναβρήκα… Ξέρεις. το αγαπημένο μου κομμάτι ήταν πάντα η εισαγωγή (της εκπομπής)! Γιατί; Μα φυσικά επειδή πετούσες! Και νευρίαζα με τον πατέρα μου που δεν μπορούσε να πετάξει σαν εσένα! Εύχομαι να τα χιλιάσεις και τα χρόνια σου και τα χρόνια του blog και τα ανεπανάληπτα παραμύθια σου για να μπορούν να σε δουν και τα παιδιά μου!
Σε ευχαριστώ τόσο μα τόσο πολύ για τις βόλτες στο όνειρο και στην φαντασία που μου χάρισες στα πιο αθώα μου χρόνια!!!!!
Σε φιλώ και σου στέλνω την πιο ζεστή μου αγκαλιά,
Η (μικρή) Κυριακούλα.

Τι της λες τώρα!!! Τίποτα. Απλώς μετά από αυτό, ΔΕΝ κλείνεις το blog. Είναι 32 χρόνια που έχει γίνει αυτή η εκπομπή, πάνε τρία χρόνια που υπάρχει αυτό το blog, μου έχουν πει και μου έχουν γράψει διάφορα καλά, συγκινητικά, τρυφερά και τέτοια, αλλά αυτό δεν μου το έχουν ξαναπεί ποτέ: «Και νευρίαζα με τον πατέρα μου που δεν μπορούσε να πετάξει σαν εσένα»!
Πα, πα, πα, πα… Αν μου είχε πει κάτι τέτοιο η κόρη μου όταν ήταν μικρή, θα είχα σκάσει από το κακό μου και θα τα ‘χωνα μέσα μου σ’ αυτόν τον τύπο που μας το παίζει, «Υπεράνθρωπος»… Θα ήθελα, λοιπόν,  να ζητήσω αναδρομικά συγνώμη από τον πατέρα τής Κυριακούλας, αν τότε του δημιούργησα οποιαδήποτε ενόχληση…
Και για να κάνουμε μια… «καινούργια αρχή» , θα σας ανεβάσω εδώ κάτι πολύ προσωπικό μου. Αυτόν τον καιρό, αποφάσισα να αντιγράψω στο WORD το ημερολόγιο που άρχισα να κρατάω το 1965 (22 χρονών), λίγο πριν απολυθώ από το στρατό. Από τότε και μέχρι το 1994, που αγόρασα για πρώτη φορά lap top, το ημερολόγιό μου είναι χειρόγραφο. Έτσι, αποφάσισα, όσα είχα γράψει αυτά τα 29 χρόνια, να τα αντιγράψω στο computer μου. Σήμερα το πρωί, λοιπόν, λίγο μετά που βρήκα το σχόλιο της Κυριακούλας, εκεί που αντέγραφα κάτι που είχα γράψει στις 11 Αυγούστου του 1980 –πριν είκοσι χρόνια, δηλαδή- σκέφτηκα να του βάλω τον τίτλο, «Μικρό αλληγορικό παραμύθι» και να το ανεβάσω εδώ. Μην μου ζητήσετε διευκρινίσεις, ό,τι πιάσετε, δεν πειράζει…
Σας φιλώ πολύ
Καλό βράδυ
Ο Παραμυθάς.

ΜΙΚΡΟ ΑΛΛΗΓΟΡΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Είναι ένα μακρινό «ταξίδι», που δεν ξέρεις πότε άρχισε και πότε θα τελειώσει· πόσο θα κρατήσει και από ποια «μέρη» θα σε περάσει.  Όταν φεύγεις ξεχνάς το «σπίτι» σου, χάνεις κάθε επαφή μαζί του, κι όμως εκεί θα γυρίσεις. Μόνο που δεν ξέρεις πότε, από πού και πώς.
Στην «πόρτα» σ’ αποχαιρετάει ο «Πατέρας». Πονάει για σένα. Όμως, ξέρει πώς δεν γίνεται αλλιώς. Πρέπει να «μάθεις». Από Αγάπη Εκείνος σου δίνει Εφόδια που εσύ θα τα περιφρονήσεις, θα τα ξεχάσεις. Κι ύστερα από πολύ – πολύ καιρό θα τα ξαναθυμηθείς. Λίγα – λίγα στην αρχή… Με κόπο… Και θ’ ανακαλύπτεις, σιγά – σιγά,  πως η «γνώση»  από τα «ταξίδια» δεν είναι για τίποτ’ άλλο παρά για να μάθεις να χρησιμοποιείς τα Εφόδια που σου ‘δωσε ο «Πατέρας». Αυτό θα γίνει ύστερα από πολύ καιρό… και σιγά – σιγά, λίγο – λίγο στην αρχή. Μα αυτό το λίγο, θα ΄ναι σημάδι ότι γυρνάς στο «σπίτι». Κι ας έχεις άλλο τόσο δρόμο για να κάνεις. Δεν έχει σημασία ο χρόνος. Σημασία έχει ότι γυρνάς στο «σπίτι».
Ψάχνοντας το μονοπάτι με το φως
έχει δρόμους σκοτεινούς,
γεμάτους τρόμο.
Μην φοβηθείς.

Το… “πρόβατο”!

Χα, χα, χα… φαίνεται πώς το “βάρος” που έλεγα ότι ένοιωθα στο προτελευταίο άρθρο… βάρυνε κάποιους κι δοκίμασαν να με παρηγορήσουν… Ζητώ συγνώμη, όπως ξανάπα, δεν έπρεπε καν να το αναφέρω γιατί είναι κάτι έξω από όλα όσα υποθέσατε ή υπονοήσατε και -κυρίως- δεν είναι κάτι που μπορεί να μεταδοθεί γραπτά, είναι από εκείνα που μπορεί να  τα νοιώσει κανείς μέσα στη σιωπή, όταν βρίσκεται με κάποιον άλλον και υπάρχει μία επικοινωνία όπου δεν χρειάζεται να μιλάει κανείς… Για να αποκαταστήσω το… κέφι της παρέας, και για να αρχίσουμε χαρούμενα τον μήνα, θα σας μεταφέρω εδώ ένα high tech ανέκδοτο,  που με έχει κάνει να γελάσω πολύ. Ίσως κάποιοι να το ξέρετε, αλλά νομίζω ότι όσες φορές και να το ακούσει κανείς έχει πλάκα. Ο τίτλος που έδωσα, έχει σχέση με το τέλος.
Καλό μήνα.
Σας φιλώ.
Π.

Ένας βοσκός, ενώ έβοσκε τα πρόβατά του σε μια απόμερη τοποθεσία, βλέπει από μακριά να πλησιάζει μια καλογυαλισμένη ΒΜW. Ο οδηγός, ένας νεαρός ντυμένος με:  κοστούμι Versace, παπούτσια Gucci, γυαλιά ηλίου Ray Ban και γραβάτα Yves Saint Laurent, σταματάει δίπλα στον βοσκό, κατεβάζει το παράθυρο και του λέει: «Aν σου πω ακριβώς πόσα πρόβατα έχεις στο κοπάδι σου, θα μου δώσεις ένα»; Ο βοσκός κοιτάει το νεαρό, που ήταν φανερά ένας συνδυασμός, γιάπη/golden boy, κοιτάει και το κοπάδι του και του απαντά ήρεμα: «Ναι, γιατί όχι»;
Αμέσως λοιπόν ο γιάπης κατεβαίνει από το αυτοκίνητο μαζί με ένα τελευταίου τύπου laptop  το οποίο και το συνδέει με ένα touch screen κινητό με παγκόσμια σύνδεση της AT&T. Αφού συνδέεται με το Internet, πηγαίνει σε μια σελίδα της NASA, και επιλέγει ένα σύστημα δορυφορικού προσδιορισμού τοποθεσίας GPS το οποίο υπολογίζει την ακριβή τοποθεσία στην οποία βρίσκονται και αποστέλλει τα στοιχεία αυτά σε ένα άλλο δορυφόρο της ΝASA ο οποίος «σκανάρει» την περιοχή και βγάζει μια φωτογραφία υπέρ-υψηλής ανάλυσης. Αφού επεξεργάζεται τη φωτογραφία με το πρόγραμμα Adobe Photoshop, στέλνει την εικόνα σε ένα εργαστήριο ερευνών στο Αμβούργο, στη Γερμανία και μετά από μερικά δευτερόλεπτα παίρνει στο Palm Pilot του, ένα e-mail που επιβεβαιώνει ότι η φωτογραφία έχει αναλυθεί και τα στοιχεία έχουν καταχωρηθεί σε μια βάση δεδομένων. Ύστερα, μέσω μιας σύνδεσης ΟDBC μπαίνει σε μία MS-SQL database και καταχωρεί όλα τα στοιχεία σε ένα φύλλο εργασίας Excel που το στέλνει μέσω e-mail στο Blackberry του.
Μετά από λίγα λεπτά εκτυπώνει μια έκθεση 150 σελίδων με έγχρωμες φωτογραφίες, με τον καινούργιο του φορητό HP LaserJet εκτυπωτή και αφού τη διαβάζει λέει στο βοσκό: «Λοιπόν: Έχεις 1586 πρόβατα».

«Ακριβώς», λέει ο βοσκός. «Εντάξει. Έχασα. Μπορείς να πάρεις όποιο πρόβατο θέλεις”. Όμως, παρακολουθεί  τον νεαρό καθώς διαλέγει το ζώο που θέλει και το μεταφέρει στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου. Και τότε, λέει ο βοσκός στο νεαρό: «Να σου πω… αν βρω ακριβώς τι δουλειά κάνεις, θα μου επιστρέψεις το ζώο που πήρες»;
Ο γιάπης, στην αρχή δεν καταλαβαίνει πού το πάει ο βοσκός, το σκέφτεται για μια στιγμή, και μετά λέει γελώντας στο βοσκό: «ΟΚ, γιατί όχι;» κι εκείνος του λέει: «Είσαι σύμβουλος επιχειρήσεων»,
«Απίστευτο», λέει αποσβολωμένος ο νεαρός, «έτσι είναι!! Μα πώς το μάντεψες»;
«Ε, δεν είναι και τόσο δύσκολο», λέει ο βοσκός. «Ήρθες από το πουθενά· χωρίς να στο ζητήσει κανείς· θέλησες να βρεις για μένα μια απάντηση που εγώ ήδη ξέρω, σε μια ερώτηση που δεν σου έκανε κανείς και θέλησες και να πληρωθείς γι’ αυτό· και το καλύτερο: δεν έχεις ιδέα από αυτή την επιχείρηση. Και τώρα, μπορείς σε παρακαλώ να μου δώσεις πίσω το τσοπανόσκυλο που μου πήρες»;

Το ποτήρι το νερό

Θυμήθηκα μια ιστορία από την Ινδική παράδοση που κάπου είχα διαβάσει πριν κάμποσα χρόνια — δεν θυμάμαι πού. Θα προσπαθήσω να την ξαναφέρω στο μυαλό μου και να σας τη γράψω εδώ. Λοιπόοον…
Κάποτε, ένας αναζητητής της Αλήθειας φτάνει στον Θεό και του ζητάει να τον δεχτεί για μαθητή του και να του διδάξει την Αλήθεια. Και ο καημένος ο Θεός που υποφέρει εκείνη την ημέρα από τη φοβερή ζέστη που κάνει του λέει: «Αχ, φίλε μου, σκάω από τη ζέστη. Μπορείς να μου φέρεις ένα ποτήρι νερό»; «Και βέβαια, Θεέ μου», απαντάει πρόθυμα ο υποψήφιος μαθητής και βγαίνει έξω. Σταματάει στο πρώτο σπίτι που συναντάει και χτυπά την πόρτα. Του ανοίγει μια πολύ όμορφη κοπέλα, που ο αναζητητής της αλήθειας την ερωτεύεται, παντρεύονται κι αποκτά τρία παιδιά μαζί της. Μια μέρα αρχίζει να βρέχει και να μη λέει να σταματήσει! Έβρεχε, έβρεχε, έβρεχε, μέχρι που οι χείμαρροι φούσκωσαν το ποτάμι που πλημύρισε τους δρόμους κι άρχισε να παρασέρνει τα σπίτια. Τότε, ο αναζητητής της αλήθειας παίρνει τη γυναίκα του και τα παιδιά του και κουβαλώντας τα στον ώμο προσπαθεί να τα σώσει από την ορμή του νερού. Όμως, τα νερά αρχίζουν να τον παρασέρνουν κι εκείνος φωνάζει απελπισμένος: «Σε παρακαλώ Θεέ μου, σώσε με». Και τότε ακούγεται η φωνή του Θεού να του λέει: «Πού είναι το ποτήρι το νερό που σου ζήτησα»;
Είναι αλήθεια ότι κανείς ξεκινάει με τις καλύτερες προθέσεις, έχοντας κάθε καλή διάθεση, αλλά είναι πολύ εύκολο κάποια στιγμή να «πάρει κάποια λάθος στροφή» και να χάσει το δρόμο του, ξεχνώντας για πού πήγαινε. Πώς το λέει, κάποιος ποιητής; Α, ναι: «Πού ‘σαι νιότη που ‘δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος…». Χρειάζεται πολύ και αδιάκοπη επίγνωση για να μην χάσει κανείς το «δρόμο» του. Κι αν πάλι τον χάσει και το πάρει χαμπάρι κάποια στιγμή, θα πρέπει να έχει την εντιμότητα και την ειλικρίνεια να το παραδεχτεί και την ενέργεια που χρειάζεται για να πάρει στροφή επιτόπου και να πάρει τον αρχικό του δρόμο. Όπως το λέει και πάλι ένας ποιητής (αυτόν τον θυμάμαι) ο Σεφέρης: «Πήραμε τη ζωή μας… λάθος. Κι αλλάξαμε ζωή».
Αυτή είναι η σοβαρή πλευρά της ιστορίας που σας είπα, συμφωνείτε; Όμως, αυτή η ίδια ιστορία, λέει και κάτι άλλο που με διασκεδάζει πάρα πολύ! Το προσέξατε; Χα, χα, χα… Μνησικακούλης τύπος ο Θεούλης, ε; Του τη φύλαγε: Χα, χα, χα… Όχι; Λέτε να μην είναι έτσι; Πιθανόν. Ε, όπως το δει κανείς… Ωχ, ωχ…  Ας σταματήσω όμως γιατί «μ’ έπιασε» ο Θεός στο  Skype!
Σας φιλώ.
Π.