Ένας παιδικός… «έρωτας»

Για το σημερινό post παιδεύτηκα πολύ για να αποφασίσω, αν θα το βάλω ή όχι. Τελικά το ανέβασα. Αν δεν αντέχετε κείμενα που έχουν σχέση με τον θάνατο, κλείστε το post  τώρα. Το μαρμάρινο κεφάλι που βλέπετε, είναι ενός κοριτσιού 18 χρονών. Όμως ας πάρω, καλύτερα, τα πράγματα από την αρχή.

Σε ένα άρθρο από κάποιο περιοδικό του internet που μου έστειλαν, είχε στα δεξιά, εικόνες κι από άλλα άρθρα, και μία από αυτές ήταν η φωτογραφία που βλέπετε. Είναι από το άγαλμα της Σοφίας Αφεντάκη, που βρίσκεται στο Πρώτο  Νεκροταφείο Αθηνών. Το είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου, όταν ήμουν εκεί κάπου στα 9 με 12. Ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα εκεί εξ αιτίας του θανάτου κάποιου μέλους της οικογένειας του πατέρα μου, που έχει ιδιόκτητο τάφο εκεί, έως σήμερα. Μπαίνοντας στο νεκροταφείο, μετά από λίγο, πέρασα από έναν τάφο που είχε το άγαλμα του κοριτσιού που βλέπετε. Ένοιωσα, αν και μικρό παιδί, να μου ‘ρχεται ένα έντονο αίσθημα ομορφιάς και σταμάτησα.

«Είναι η Ωραία Κοιμωμένη του Γιαννούλη Χαλεπά», άκουσα τη μητέρα μου να μου λέει πλησιάζοντάς με. Πλησίασα το άγαλμα και κοίταξα το πρόσωπο του κοριτσιού κι ένοιωσα την καρδιά μου να χτυπάει δυνατά. Δεν άντεξα και ακούμπησα το μαρμάρινο πρόσωπο. «Έλα, Νίκο, φύγε από ΄κει», με μάλωσε η μητέρα μου, ενώ εγώ ένοιωθα σαν ερωτευμένος με το «κορίτσι». Από τότε και μέχρι σήμερα, κάθε φορά που πάω στο Πρώτο, για την κηδεία κάποιου συγγενικού προσώπου, καθώς το άγαλμα είναι στο δρόμο μας, πάντα σταματάω και το κοιτάζω με ένα είδος τρυφερότητας, αλλά και κάποιου θαυμασμού για την δουλειά τού γλύπτη .
Και καθώς τα θυμήθηκα και τα σκεφτόμουν όλα αυτά, ξαφνικά μου ήρθε στο νου κάτι που είχε πει ο Κρισναμούρτι για την πρώτη επίσκεψη  που είχε κάνει  στην Ακρόπολη την πρώτη φορά που ήρθε στην Αθήνα, το 1930. Είχε πει:  «Η Ακρόπολη δεν έχει το ταίρι της και είμαι ερωτευμένος με μια κυρία που δυστυχώς είναι από μάρμαρο. Η τύχη μου βλέπετε!!! Είναι η θεά της Δικαιοσύνης, η Θέμις. Είναι πραγματικά υπέροχη και μου ‘κλεψε το μυαλό και την καρδιά».
Ε, λοιπόν, είναι η πρώτη φορά που ένοιωσα με όλη μου την καρδιά, αυτά τα λόγια του Κρισναμούρτι, καθώς είχε ζωντανέψει μέσα μου η ανάμνηση για κάτι παρόμοιο. Κι έτσι, μου μπήκε και η ιδέα να ανεβάσω ετούτο το post. Αυτά… Και θα κλείσω με μια ωραία φωτογραφία του αγάλματος που βρήκα στο internet, όπου -αν θέλετε να ψάξετε- υπάρχουν αρκετά κείμενα για τον Γιαννούλη Χαλεπά και την «Ωραία Κοιμωμένη» του.
Σας φιλώ πολύ
Καλή εβδομάδα
  Π.

 

 

«Σμαρώ»

Αυτή η φωτογραφία που βλέπετε είναι το εξώφυλλο του καινούργιου βιβλίου της φίλης μου, της  Δέσποινας Χατζή, που έχει τίτλο, «Σμαρώ» και υπότιτλο,  «Από τον Βόσπορο στον Σηκουάνα».  Το βιβλίο αυτό, είναι βασικά μια ιστορική, πολιτικοκοινωνινική παρουσίαση μιας εποχής που σημάδεψε τον ελληνισμό. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η βασική σχέση μου με το βιβλίο, καθώς είναι μια σύνδεση με τις ρίζες μου, από την πλευρά της μητέρας μου που γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου εκείνη μαζί με τις τρεις αδελφές της και τον αδελφό της, άφησαν την Πόλη και ήρθαν ως μικρά και νέα παιδιά, γύρω στο 1922, για να ζήσουν στην Αθήνα. Πριν μερικά χρόνια, έχω γράψει εδώ δυο-τρία posts για την μητέρα μου και την Κωνσταντινούπολη. Ένα από αυτά μπορείτε να το δείτε κάνοντας κλικ ΕΔΩ.
Το περιεχόμενο του βιβλίου, είναι εξαιρετικό σαν το εξώφυλλό του. Σας το συστήνω ανεπιφύλακτα.
Και θα κλείσω αυτό το post, βάζοντας εδώ το κείμενο που υπάρχει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, για να πάρετε μια ιδέα της ιστορίας.
Καλά να περάσετε το Πάσχα.
Σας φιλώ
 Π.

«Κωνσταντινούπολη 1953. Η νεαρή Ζαππίδα, Σμαρώ Παπάζογλου γοητεύεται απ’ το αιρετικό πνεύμα του τριαντάχρονου καθηγητή και λογοτέχνη Κωνσταντίνου Βαΐτση κι εκείνος από το απαιτητικό μυαλό της. Αναπόφευκτα ένας δυνατός έρωτας γεννιέται. Η ζωή του καθηγητή όμως μοιάζει να έχει οφθαλμοφανή κενά. Η έντεχνη σιωπή του καθώς και τα αλλεπάλληλα ταξίδια του στο Παρίσι κινούν υποψίες στην οικογένεια Παπάζογλου.
Τα φρικαλέα γεγονότα της 6ης Σεπτεμβρίου του ’55 αλλάζουν ριζικά τη ζωή της οικογένειας στην Πόλη. Οι ξέγνοιαστες διακοπές στα Πριγκιποννήσια, οι βεγγέρες, οι χοροί και ο υδάτινος κόσμος των χαμάμ μοιάζουν παρελθόν. Η μνήμη πονά σαν ανοιχτό τραύμα. Έρωτες ανατρέπονται, αποφάσεις αλλάζουν, πεποιθήσεις κλονίζονται, ενώ ένας βίαιος και ατυχής γάμος οδηγεί τη Σμαρώ στην εξαφάνιση.
Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά ο γιος της, Μηνάς Βογιατζόγλου, αναζητά τα ίχνη της. Την προσωπική του έρευνα ενισχύει η στενή του φίλη, η Ελληνογαλλίδα ηθοποιός, Αρλέτ Μαρσέν. Ανακαλύπτοντας ένα κομμάτι του παζλ θα οδηγηθούν στο Παρίσι μισό αιώνα πίσω. Τι απέγινε η Σμαρώ και ο νεανικός της έρωτας και ποια η σχέση της με το Παρίσι;
«Ένα κοσμοπολίτικο μυθιστόρημα με αναφορές στη ζωή των Ελλήνων της Πόλης και στο Παρίσι της τέχνης και της διανόησης, αναδεικνύοντας καρέ καρέ την αξία των γραμμάτων και του πολιτισμού».

 

 

«Το έξυπνο κόλπο του έμπορου»

Ένας φίλος μου θύμησε με το μέιλ του, ότι έχω καιρό να ανεβάσω παραμύθι. Έτσι, για σήμερα σας έχω, το παραμύθι «Το έξυπνο κόλπο του έμπορου».
Καλό Σαββατοκύριακο. Σας φιλώ.
Π

«Οι τέσσερις σύντροφοι»

Γεια σας. Για σήμερα σας έχω ένα εξαιρετικό «παραμύθι». Δεν είναι δικό μου. Το διάβασα στο ίντερνετ – ΕΔΩ  – και μου άρεσε τόσο πολύ που είπα να το αντιγράψω και να το βάλω εδώ. Διαβάστε  το.
Καλό Σαββατοκύριακο.
Π.

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μια βασίλισσα, που είχε 4 συντρόφους. Πάνω απ’ όλους έδειχνε αδυναμία στον τέταρτο. Τον στόλιζε με ακριβά ρούχα, του χάριζε πάντα τα καλύτερα, τον στόλιζε με κοσμήματα, του φορούσε αρώματα και του φερόταν πολύ γενναιόδωρα.
Ο τρίτος σύντροφος της βασίλισσας είχε μεγάλη αυτοπεποίθηση, ήταν αλαζών, όμως εκείνη τον αγαπούσε και τον σύστηνε με υπερηφάνεια στον κύκλο της και φοβόταν μήπως κάποια μέρα, θα την άφηνε για άλλη γυναίκα..
Ο δεύτερος σύντροφος της ήταν πάντα ευγενικός κι υπομονετικός μαζί της. Όταν εκείνη αντιμετώπιζε ένα πρόβλημα, ήξερε ότι μπορούσε να βασιστεί πάνω του, ότι θα την άκουγε και θα τη βοηθούσε στην λύση του.
Ο πρώτος αν και ήταν πιστός σαν σκυλί και βρισκόταν πάντα δίπλα της, εκείνη δεν του έδινε σημασία, τον παραμελούσε, τον ειρωνευόταν και τον έδιωχνε από κοντά της.
Και μια μέρα, η βασίλισσα αρρώστησε βαριά και κατάλαβε πως θα πεθάνει. Σκέφτηκε τότε πως είχε 4 συντρόφους, όμως σε λίγο δε θα’χε κανέναν. Έτσι τους φώναξε όλους μπροστά της και ρώτησε πρώτα τον τέταρτο που ήταν η μεγάλη της αδυναμία: «Σ” αγάπησα περισσότερο από τους άλλους, σε είχα πάντα στα πλούτη, ντυμένο με τα πιο όμορφα ρούχα και μες την καλοπέραση, δε σου χάλασα ποτέ χατίρι. Τώρα που πεθαίνω, θα με ακολουθήσεις για να έχω παρέα, εκεί που πάω;»
«Δεν υπάρχει περίπτωση! Εσύ τον δρόμο σου κι εγώ τον δικό μου. » απάντησε εκείνος κοφτά και την παράτησε σύξυλη. Τα λόγια του την πλήγωσαν σαν μαχαίρι στην καρδιά.
Μετά ρώτησε τον τρίτο σύντροφό της. «Σ “αγάπησα σ όλη μου τη ζωή και πάντα γύρευα την συντροφιά σου. Τώρα που πεθαίνω, θα με ακολουθήσεις στο θάνατο;» «Όχι, φυσικά» απάντησε εκείνος. «Η ζωή είναι πολύ ωραία για να την αφήσω. Όταν πεθάνεις, θα παντρευτώ μια άλλη.» Η Βασίλισσα ένοιωσε να της κόβεται η αναπνοή και η καρδιά της βούλιαξε…
Ύστερα, ρώτησε τον δεύτερο σύντροφό της. «Πάντα ερχόμουν σε σένα για βοήθεια και πάντα ήσουν εκεί για μένα. Όταν πεθάνω, θα με ακολουθήσεις για να μου κρατάς συντροφιά;»
«Λυπάμαι, δε μπορώ να σε βοηθήσω τώρα. Το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να “περπατήσω” μαζί σου μέχρι τον τάφο σου.», απάντησε το παλικάρι κάνοντας την καρδιά της να ραγίσει από θλίψη…
Τότε, ακούστηκε μια φωνή: «Εγώ βασίλισσα μου θα έρθω μαζί σου! Θα σε ακολουθήσω όπου κι αν πας!»
Η βασίλισσα γύρισε να δει από πού ερχόταν η φωνή και είδε τον πρώτο της σύντροφο. Φαινόταν πολύ ταλαιπωρημένος και παραμελημένος.
Θρηνώντας η βασίλισσα του είπε, «αχ τι λάθος που έκανα η δύστυχη, έπρεπε να σε είχα προσέξει περισσότερο, όταν είχα την ευκαιρία!» και ξεψύχησε . Ήταν ήδη πολύ αργά.
Εδώ τελειώνει το παραμύθι και αρχίζει η πραγματικότητα.

Η «Βασίλισσα»  είσαι εσύ και έχεις 4 συντρόφους στη ζωή σου:  Ο τέταρτος σύντροφος σου είναι το ΣΩΜΑ σου. Όση προσοχή κι αγάπη κι αν του δώσεις, όσα κι αν του προσφέρεις, όσο κι αν το στολίσεις, όση αδυναμία κι αν του δείξεις, όταν έρθει η στιγμή και πεθάνεις, θα σε εγκαταλείψει χωρίς οίκτο. Ο τρίτος σύντροφός σου είναι η ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΣΟΥ, ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ STATUS και ό,τι υλικό κατέχεις. Βρίσκονται μαζί σου όσο είσαι εν ζωή. Όμως μπορεί να σε εγκαταλείψουν και σίγουρα όταν έρθει η ώρα να φύγεις ακολουθούν άλλους και σε έχουν κιόλας ξεχάσει. Ο δεύτερος σύντροφος σου είναι η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΣΟΥ.  Όσο κι αν βρίσκονται κοντά σου, την ύστατη ώρα, μόνο να σε ξεπροβοδίσουν μέχρι τον τάφο σου μπορούν…όχι όμως να έρθουν μαζί σου. Ο πρώτος σου σύντροφος είναι το ΠΝΕΥΜΑ σου, που σχεδόν είναι πάντα παραμελημένο από το κυνήγι του πλούτου, της δύναμης, της εξουσίας, των υλικών αγαθών. Όμως, το πνεύμα σου είναι το μόνο που θα σε ακολουθήσει όπου κι αν πας, το μόνο που θα είναι πιστό αιώνια! Καλλιέργησέ το, δυνάμωσέ το, διατήρησέ το ζωντανό, καθώς αυτό θα σε συντροφεύει για πάντα…

«Οι πειρατές»

paramithas-petaei-2

Θα ήθελα σήμερα να θυμίσω σε όσους μπορεί να ενδιαφέρει, ότι αύριο Σάββατο, στις 6.00  το απόγευμα είναι η δεύτερη παράσταση «Παραμυθά» στο θέατρο της Ακαδημίας Πλάτωνος. Για περισσότερες λεπτομέρειες και κλείσιμο εισιτηρίων κάντε κλικ  ΕΔΩ.   Με αυτή την ευκαιρία λοιπόν, σκέφτηκα να ανεβάσω μία καινούργια περιπέτεια του Παραμυθά με τίτλο, «Οι πειρατές», που θα μπει  στο επόμενο βιβλίο (το έβδομο) που θα κυκλοφορήσει, μάλλον, τον επόμενο χρόνο.
Καλό Σαββατοκύριακο
Π.

 

Οι Πειρατές

Ένα μεσημέρι, εκεί που έβλεπα μια ταινία στην τηλεόραση, βαρέθηκα και είπα να κάνω μια βόλτα πετώντας πάνω από τη θάλασσα, που μου αρέσει πολύ. Κι έτσι έκανα.
Πάνω εκεί που απολάμβανα το θαλασσινό αεράκι πετώντας ήσυχα και αργά, ακούω ξαφνικά κάτι κανονιές! Τρόμαξα πολύ και χωρίς να το πολυσκεφτώ, άρχισα να πετάω πολύ γρήγορα για να φύγω από εκεί που ήμουνα, όταν άκουσα κάποιον, κάτω από τη θάλασσα, να φωνάζει: «Εεε… Σταματήστε. Είναι ο Παραμυθάς…».
Κοιτάζω κάτω και τι βλέπω; Ένα μεγάλο τρικάταρτο καράβι, με μια πειρατική σημαία να κυματίζει στο μεσαίο κατάρτι του και να έχει γυρίσει τα κανόνια του προς το μέρος μου. «Καλά, υπάρχουν ακόμα πειρατές», αναρωτήθηκα κι απάντησα μόνος μου, «έτσι φαίνεται». Ο άνθρωπος που φώναζε ήταν ανεβασμένος σε ένα κατάρτι και άρχισε να κουνάει το χέρι του προς το μέρος μου, φωνάζοντας:
«Παραμυθά… Παραμυθά, μη φοβάσαι. Δεν θα σου κάνουμε κακό, έλα στο καράβι μας.»
Ε, κι εγώ, αφού με φώναξαν και ήμουν και από μικρό παιδί περίεργος  να γνωρίσω πειρατές, κατέβηκα στο καράβι.
«Καλώς τον Παραμυθά», μου λέει ο πειρατής που με φώναξε, κι είχε κατέβει στην πλώρη του καραβιού, όπου κατέβηκα κι εγώ.
«Ώστε πειρατικό είναι το καράβι σας, ε;»
«Ναι», μου απαντάει ο πειρατής, «και να μας συγχωρείς που σου ρίξαμε με τα κανόνια μας».
«Δεν πειράζει», του λέω, ενώ είχαν αρχίσει να μαζεύονται γύρω μας κι άλλοι πειρατές. «Και πού πάτε», τον ρωτάω.
«Πάμε να βρούμε έναν κρυμμένο θησαυρό. Έρχεσαι μαζί μας;» μου λέει εκείνος.
«Και δεν έρχομαι κι εγώ, αν με θέλετε βέβαια…»
«Ναι, ναι, σε θέλουμε…», φώναξαν και οι άλλοι πειρατές που είχαν μαζευτεί για να με δουν, αφού δεν είχαν ξαναδεί ποτέ τους άνθρωπο να πετάει.
Κι έτσι, έμεινα στο καράβι των πειρατών και ξεκινήσαμε όλοι μαζί για το θησαυρό που, όπως μου είπαν, ήταν κρυμμένος βαθιά σε μια σπηλιά ενός νησιού στον ωκεανό. Όπως μου είπαν, είχαν ένα χάρτη του νησιού, που τους τον είχε αφήσει ένας παλιός πειρατής και που είχε πάνω του σημειωμένη τη σπηλιά. Σ’ όλο το ταξίδι πέρασα πολύ ωραία, γιατί οι πειρατές μου λέγανε ιστορίες από τα ταξίδια τους και τις περιπέτειές τους. Στο τέλος ένοιωθα σαν παιδί που του λένε πειρατικές ιστορίες!
Το ταξίδι κράτησε μερικές μέρες και τα βράδια κοιμόμουνα σε μια πολύ ωραία κουκέτα, που από το φινιστρίνι της έβλεπα τη θάλασσα. Και ένα πρωί, ακούστηκε ένας πειρατής να φωνάζει,  από το μεσαίο κατάρτι που είχε ανέβει: «Στεριά… βλέπω στεριά…»
Τρέξαμε όλοι στη πλώρη του καραβιού και αντικρίσαμε μπροστά μας ένα υπέροχο νησί με ένα ψηλό βουνό στη μέση. Σ’ αυτό το βουνό, μου είπε ο πειρατής που είχαμε γίνει πια φίλοι, βρισκόταν η σπηλιά με τον θησαυρό.
Ύστερα από λίγη ώρα, ρίξαμε άγκυρα κοντά στο νησί και  βγήκαμε στη στεριά με κάτι μεγάλες βάρκες. Είδαμε στον χάρτη, πού ακριβώς ήταν σημειωμένη η σπηλιά που έκρυβε το θησαυρό, κι αρχίσαμε όλοι μαζί να ανεβαίνουμε από ένα μονοπάτι για  ‘κείνο το σημείο του βουνού.
Αφού περπατήσαμε κάμποσο, φτάσαμε στη σπηλιά, που ήταν πολύ μεγάλη. Δεν προφτάσαμε, όμως, καλά καλά να μπούμε και να χαρούμε γιατί είδαμε κάτι που μας τρόμαξε. Από όλες τις μεριές της σπηλιάς άρχισαν να βγαίνουν κάτι μεγάλα φίδια, σαν να ήταν οι φύλακες του θησαυρού.
«Πω, πω!… Και τι θα κάνουμε τώρα;» Άρχισαν να μουρμουρίζουν τρομαγμένοι οι πειρατές κάνοντας πίσω, προς την έξοδο της σπηλιάς. Αλλά τότε, μου ήρθε μια ιδέα και τους λέω:
«Μη σας νοιάζει. Θα σας βοηθήσω εγώ».
Κι έτσι όπως είχαν μαζευτεί τα φίδια στη μέση της μεγάλης σπηλιάς, άρχισα να πετάω γύρω γύρω, πάνω από τα κεφάλια τους, κάνοντας κύκλους. Εκείνα, ανασηκώθηκαν κι άρχισαν να με παρακολουθούν με τα κεφάλια τους, προσπαθώντας να με φτάσουν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι έτσι τυλιγόντουσαν τα σώματά τους. Κι ώσπου να πεις, «κύμινο» τα φίδια, ζαλισμένα, είχαν δεθεί κόμπο. Οι πειρατές κοιτούσαν και δεν πίστευαν στα μάτια τους.
«Πάρτε την κασέλα με τον θησαυρό», τους φώναξα, χωρίς να σταματήσω να πετάω πάνω από τα κεφάλια των φιδιών. Κι εκείνοι, χωρίς να χάσουν καιρό, όρμησαν και σήκωσαν την μεγάλη κασέλα με τον θησαυρό και την έβγαλαν έξω. Τα φίδια, έτσι όπως ήταν ζαλισμένα κι είχαν δεθεί κόμπος, δεν έκαναν καμιά προσπάθεια να τους ακολουθήσουν, κι έτσι βγήκα κι εγώ έξω από τη σπηλιά πετώντας.
Σε λίγο είχαμε φτάσει στην παραλία κι οι πειρατές ακούμπησαν την κασέλα στην άμμο. Άνοιξαν το καπάκι της κι έμειναν για λίγο σαν χαμένοι, καμαρώνοντας τον θησαυρό από χρυσά φλουριά που είχε μέσα. Κι αμέσως μετά, όρμησαν όλοι μαζί κι άρχισαν να παίρνουν όσα φλουριά μπορούσε ο καθένας και γέμιζαν τις τσέπες τους, χωρίς να κάνουν κανονική μοιρασιά. Κι έτσι, άρχισαν να τσακώνονται κι έγινε ένας καυγάς που δεν λέγεται.
Τι κι αν τους φώναζα, «σταματήστε, σταματήστε, δεν είναι σωστό αυτό που κάνετε», τίποτα αυτοί. Συνέχισαν να τσακώνονται. Και τότε, τι να κάνω κι εγώ, δίνω μια και γίνομαι μεγάλος σαν ελέφαντας και τους παίρνω την κασέλα που είχε ακόμα πολύ θησαυρό. Την σηκώνω ψηλά και τους φωνάζω: «Αν δεν σταματήσετε να τσακώνεστε θα την πετάξω βαθιά στη θάλασσα και δεν θα την ξαναβρείτε».
«Μη, Παραμυθά, μην την πετάς…», άρχισαν να μου φωνάζουν.
«Μου υπόσχεστε ότι θα σταματήσετε τον καυγά και θα μοιραστείτε το θησαυρό ήσυχα και καλά, χωρίς τσακωμούς;» τους είπα.
«Ναι, ναι, στο υποσχόμαστε», φώναξαν όλοι μαζί.
Κι έτσι, έβαλα πάλι την κασέλα κάτω και ξανάγινα κανονικός. Οι πειρατές έβαλαν την κασέλα στη μέση και κάθισαν γύρω της. Και έτσι, ήσυχα και καλά, μοίρασαν δίκαια τα χρυσά φλουριά μεταξύ τους. Και μετά, ανεβήκαμε πάνω στο καράβι κι έπιασαν αμέσως το τραγούδι και και το χορό, ενώ κάποιοι σήκωναν τα πανιά του καραβιού.
Χο, χο, χο,
Βρήκαμε μεγάλο θησαυρό.
Χρόνια κρυμμένο μέσα σε σπηλιά,
Φυλαγμένο μέσα σε κασέλα παλιά.
Χο, χο, χο,
Και τώρα με τραγούδι και χορό
Στο σπίτι μας γυρίζουμε ξανά
Και δεν θα ‘χουμε ανάγκη κανένα πια.
Χο, χο, χο,
Βρήκαμε μεγάλο θησαυρό.

Κι ύστερα, εκείνοι ξεκίνησαν για την πατρίδα τους κι εγώ γύρισα πετώντας σπίτι μου, αλλά καθώς κατέβαινα αργά στον κήπο, ξαφνικά, σαν να έπαθε κάτι το γιλέκο, έπαψα να πετάω και βρέθηκα πεσμένος στο έδαφος! Και τότε, ανασηκώνω το κεφάλι μου και τι να δω! Ήμουνα ξαπλωμένος στον καναπέ, όπου με είχε πάρει ο ύπνος βλέποντας τηλεόραση, που ήταν ακόμα ανοιχτή! Και τότε κατάλαβα τι είχε γίνει. Η ταινία που έβλεπα, ήταν με πειρατές και κάποια στιγμή φαίνεται ότι με πήρε ο ύπνος και είδα όνειρο με πειρατές. Αυτό που μόλις σας είπα. Και πρέπει να σας πω ότι μου άρεσε πολύ που, έστω και στον ύπνο μου, έζησα μια πειρατική περιπέτεια! Χα, χα, χα…

 

 

 

Ιστορίες σαν ζωγραφιές

Καθώς σκεφτόμουν τι post να ανεβάσω απόψε, ξαφνικά θυμήθηκα ένα ολόκληρο βιβλίο που έχω ετοιμάσει και πολύ καιρό, αλλά που ακόμα φαίνεται πως δεν ήρθε η ώρα του να βγει. Είναι ένα βιβλίο για μεγάλα παιδιά με μικρά κείμενα του Κρισναμούρτι από διάφορα βιβλία του -κυρίως από τα ημερολόγιά του- που καθώς τα διαβάζεις, σου φέρνουν στον νου σου εικόνες. Ο τίτλος του βιβλίου, θα είναι: ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΝ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ, και θα είναι χωρισμένο σε τρία μέρη: σε τοπία, σε ζώα και σε πρόσωπα.  Και κάθε ιστορία, θα έχει και την ανάλογη εικόνα. Έτσι, έψαξα στα αρχεία μου και το βρήκα το βιβλίο. Διάλεξα τρία αντιπροσωπευτικά αποσπάσματα, μερικές εικόνες και να το σημερινό post.
Καλό βράδυ και καλή εβδομάδα.
Π.

ΟI ΦΟIΝIΚΕΣ
Φοίνικες.2
«… Ο φοίνικας λικνιζόταν με μεγάλη αξιοπρέπεια, λυγίζοντας με ευχαρίστηση κάτω από τη δυτική αύρα που ερχόταν από τη θάλασσα· έμοιαζε εντελώς απόμακρος στο γεμάτο με κόσμο και φασαρία δρόμο. Καθώς υψωνόταν κόντρα στο βραδινό ουρανό, ήταν σκούρος· ο ψηλός κορμός του ήταν καλοσχηματισμένος, λυγερός, φτιαγμένος με πολλών χρόνων υπομονετική δουλειά· κυριαρχούσε στη γεμάτη αστέρια βραδιά και στη ζεστή θάλασσα. Άπλωνε τα κλαριά του σχεδόν σαν για να σε υποδεχτεί, για να σε αρπάξει μακριά από τον γεμάτο σκόνη δρόμο, αλλά το βραδινό αεράκι τα απομάκρυνε τα κλαριά, για να γεμίσει τον ουρανό με τις κινήσεις τους…»

Η ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ
Κουκουβάγια.1

«…Τη νύχτα το δωμάτιο ήταν πολύ σκοτεινό και από το πλατύ παράθυρο φαινόταν όλος ο ουρανός στα νότια· σ΄ αυτό το δωμάτιο μπήκε κάποιο βράδυ, φτερουγίζοντας  με δυνατό θόρυβο, ένα πουλί. Ήταν μια κουκουβάγια. Ήταν περίπου μισό μέτρο ψηλή με εξαιρετικά μεγάλα ορθάνοιχτα μάτια και ένα κάπως τρομακτικό ράμφος! Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλον από πολύ κοντά, κάπου ένα μέτρο. Ήταν τρομαγμένη από το φως και την παρουσία ενός ανθρώπου τόσο κοντά της. Κοιταχτήκαμε με ακίνητα μάτια για αρκετή ώρα. Μπορούσες να δεις τα σκληρά νύχια, και τις φτερούγες με τα απαλά φτερά σφιχτά κολλημένες επάνω στο σώμα της. Σου ερχόταν να την αγγίξεις, να την χαϊδέψεις, αλλά εκείνη δεν θα επέτρεπε κάτι τέτοιο. Έτσι, έσβησα το φως και ξάπλωσα· για λίγη ώρα υπήρξε ησυχία στο δωμάτιο. Ύστερα από λίγο, ακούστηκε το χτύπημα των φτερών της, που μπορούσες να νοιώσεις τον αέρα που έκαναν  στο πρόσωπό σου, και η κουκουβάγια βγήκε από το παράθυρο. Δεν ξαναγύρισε ποτέ…

ΤΟ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟ ΖΕΥΓΑΡΙ
Παγκάκι με ζευγάρι

«… Είναι ένα μονοπάτι που βγάζει στα ψηλά βουνά περνώντας μέσα από δάση, λιβάδια και ξέφωτα. Στην αρχή της ανηφόρας υπάρχει ένα παγκάκι· εκεί κάθεται ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, που κοιτάζει κάτω, την ηλιόλουστη κοιλάδα. Έρχονται σ΄αυτό το μέρος πολύ συχνά. Κάθονται χωρίς να μιλούν, παρατηρώντας σιωπηλά την ομορφιά της γης. Περιμένουν υπομονετικά το θάνατο να έρθει. Και το μονοπάτι συνεχίζει μέσα στα χιόνια…»

 

 

 

Ο κόκκος του καφέ

κόκκοι
Ψάχνοντας προχθές κάποια φωτογραφία, έπεσα σε μία με κόκκους καφέ. Και έτσι όπως την είδα ξαφνικά μπροστά μου, σκέφτηκα ότι ο κόκκος του καφέ από κάτω, είναι σαν να έχεις βγάλει ένα χαμόγελο από κάποιο πρόσωπο! Ε; Κι ατάκα, θυμήθηκα μια ιστορία που μου είχαν στείλει πριν τέσσερα – πέντε χρόνια σε power-point και την κράτησα για να την ανεβάσω κάποτε εδώ επειδή μου άρεσε. Όμως την ξέχασα, μέχρι προχθές που είδα να μου… χαμογελά ο κόκκος του καφέ! Έψαξα, την βρήκα, τις έκανα ένα «χτενισματάκι» και κάποιες μικροαλλαγές και την ανέβασα. Ελπίζω να σας αρέσει. Και μια και χτες ήταν και η γιορτή του πατέρα, ας του αφιερώσουμε αυτό το post, αφού τα χρόνια πολλά ισχύουν για σαράντα μέρες.
Καλή εβδομάδα
Π.

Ο κόκκος του καφέ

Μία νεαρή κοπέλα πήγε στον πατέρα της  και του μίλησε για τη ζωή της και πώς τα πράγματα είχαν γίνει πολύ δύσκολα για εκείνη. Δεν ήξερε πώς να φτιάξει την κατάσταση και ήθελε να εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια και να τα παρατήσει . Είχε κουραστεί να προσπαθεί και να παλεύει. Της φαινόταν πως μόλις λυνόταν ένα πρόβλημα, εμφανιζόταν ένα άλλο.
Ο πατέρας της, χωρίς να της πει τίποτα, την πήγε στην κουζίνα. Γέμισε τρεις κατσαρόλες  με νερό και τις έβαλε στην ηλεκτρική κουζίνα και τις τρεις. Γρήγορα, τα νερό στις κατσαρόλες άρχισε να βράζει. Τότε, στην πρώτη κατσαρόλα έβαλε καρότα, στη δεύτερη έβαλε αυγά και στην τρί τη έβαλε μερικούς κόκκους καφέ και τα άφησε όλα να βράσουν λίγο χωρίς να πει ούτε μια λέξη.
Περίπου σε είκοσι λεπτά έκλεισε τα τρία μάτια της ηλεκτρικής κουζίνας. Έβγαλε τα καρότα έξω από το νερό και τα έβαλε σ’ ένα μπολ. Έβγαλε έξω τα αυγά και τα έβαλε σ’ ένα μπολ. Μετά έβγαλε έξω τον καφέ και τον έβαλε σε ένα φλιτζάνι. Γυρνώντας στην κόρη του την ρώτησε: «Πες μου τι βλέπεις».
«Καρότα, αυγά και καφέ», του απάντησε η κόρη του. Ο πατέρας της την έφερε πιο κοντά και της ζήτησε να αγγίξει τα καρότα και να του πώς είναι. Εκείνη το έκανε και του είπε ότι ήταν μαλακά. Μετά ο πατέρας ζήτησε από την κόρη του να πάρει ένα αυγό και να το σπάσει και να πει πάλι τι παρατήρησε. Εκείνη αφού έβγαλε τα τσόφλια, είπε ότι παρατήρησε πως το αυγό μέσα ήταν σφιχτό. Στο τέλος, ο πατέρας ζήτησε από την κόρη του να πιει μια γουλιά από τον καφέ. Η κόρη του το έκανε και χαμογέλασε καθώς μύρισε το πλούσιο άρωμα του καφέ. Μετά ρώτησε: «Τι σημαίνουν όλα αυτά μπαμπά»;
Ο πατέρας της τής εξήγησε ότι το καθένα από αυτά τα τρία διαφορετικά πράγματα – τα καρότα, τα αυγά και οι κόκκοι καφέ – είχε αντιμετωπίσει τις ίδιες συνθήκες, δηλαδή το βραστό νερό. Το καθένα, όμως, από αυτά τα τρία, αντέδρασε διαφορετικά: Τα καρότα όταν μπήκαν μέσα στο νερό ήταν δυνατά και σκληρά, αλλά, από τη στιγμή που μπήκαν στο βραστό νερό, μαλάκωσαν και έγιναν αδύναμα. Τα αυγά, ενώ ήταν εύθραυστα με υγρό εσωτερικό, το λεπτό εξωτερικό τσόφλι τους, προστάτεψε το εσωτερικό του κάθε αυγού μετά που μπήκε στο βραστό νερό και το εσωτερικό του σκλήρυνε. Οι κόκκοι του καφέ, όμως, έκαναν κάτι μοναδικό: Μετά που μπήκαν στο βραστό νερό, άλλαξαν το νερό!
«Και τώρα πες μου, ποιο απ’ αυτά είσαι εσύ;» ρώτησε ο πατέρας την κόρη του. «Όταν κάποια δυσκολία χτυπάει την πόρτα σου, πώς αντιδράς; Σαν καρότο, σαν αυγό, ή σαν κόκκος καφέ; Σκέψου το λίγο. Ποιο απ’ αυτά είσαι εσύ; Είσαι το καρότο που φαίνεται σκληρό και δυνατό, αλλά με τον πόνο και τις δυσκολίες λυγίζεις και μαλακώνεις και χάνεις τη δύναμή σου; Είσαι το αυγό που ξεκινάει με μαλακή καρδιά, αλλά αλλάζει με τη θερμότητα; Μήπως έτσι κι εσύ  με έναν θάνατο, μ΄ έναν χωρισμό, ή μία άλλη δοκιμασία, σκληραίνει το μέσα σου, η καρδιά σου, κι ενώ το «έξω σου» μοιάζει το ίδιο, μέσα σου έχεις πίκρα και σκληράδα κι έχει σκληρύνει η καρδιά σου;  Ή μήπως είσαι σαν τον κόκκο του καφέ; Ο κόκκος του καφέ είναι ο μόνος που εκείνος  αλλάζει πραγματικά το καυτό νερό, δηλαδή τις ίδιες τις συνθήκες που του προκαλούν τον πόνο. Όταν το νερό ζεσταίνεται, ο κόκκος απελευθερώνει το άρωμα και τη γεύση του.
Εάν είσαι σαν τους κόκκους του καφέ, όταν τα πράγματα στη ζωή σου δεν πάνε καλά, εσύ έχεις τη δύναμη να αλλάζεις την κατάσταση γύρω σου; Όταν περνάς δοκιμασίες, δυναμώνεις μέσα σου ακόμα πιο πολύ; Πώς αντιμετωπίζεις τις αντιξοότητες; Σαν το καρότο, σαν το αυγό ή σαν τον κόκκο του καφέ;
Ελπίζω στη ζωή σου παιδί μου, να νοιώσεις αρκετή ευτυχία για να σε κάνει γλυκιά, αλλά και αρκετές δοκιμασίες για να σε κάνουν δυνατή, όπως και αρκετό πόνο για να παραμείνεις ανθρώπινη  και να σου δώσει αρκετή εσωτερική δύναμη για να σε κάνει ευτυχισμένη. Στους πιο ευτυχισμένους ανθρώπους, δεν τους συμβαίνουν πάντα και τα καλύτερα. Απλώς εκείνοι κάνουν το καλύτερο που μπορούν με αυτά που τους συμβαίνουν στη ζωή τους. Ένα λαμπρό αύρ ιο, βασίζεται πάντα πάνω σε ένα σβησμένο χθες, σε ξεχασμένο παρελθόν. Δεν μπορείς να προχωρήσεις στη ζωή αν δεν αφήσεις πίσω σου τις αποτυχίες σου, τα βάσανά σου και τους πόνους σου, αλλά και τις χαρές σου.
Όταν γεννήθηκες εσύ έκλαιγες και όλοι γύρω σου χαμογελούσαν. Ζήσε τη ζωή σου παιδί μου έτσι ώστε στο τέλος, ενώ θα φεύγεις πια από τη ζωή, εσύ να είσαι εκείνη που θα χαμογελάει, ενώ όλοι γύρω σου θα κλαίνε.

 

Η Γαβγούλα και ο Παρλαπίπας

Μια και τον καινούργιο μήνα θα τον εγκαινιάσουμε πάλι με γενέθλια, – το άλλο παιδάκι μου έχει γενέθλια την 1η Φεβρουαρίου –  λέω να κλείσουμε αυτόν τον μήνα με κάτι για όλα τα παιδάκια και μάλιστα τα πολύ μικρότερα, τους φίλους μου τα πρωτάκια, αλλά και όλα τα άλλα παιδιά του Δημοτικού γενικώς και … ε… άντε και για όλους τους μεγάλους με παιδική καρδιά.

Ήταν ένας παπαγάλος που τον λέγανε Παρλαπίπα. Ο Παρλαπίπας, ήταν πολύ μορφωμένος παπαγάλος, γιατί εκτός από τη γλώσσα των παπαγάλων, είχε μάθει κι άλλες ξένες γλώσσες γιατί του άρεσε να μαθαίνει. Πρώτα έμαθε τη γλώσσα των ανθρώπων για να συνεννοείται με τ’ αφεντικά του, ύστερα έμαθε τη γλώσσα των γατιών, για να μιλάει με τη γάτα του σπιτιού και τέλος, έμαθε τη γλώσσα των σκυλιών, αν και δεν είχαν σκύλο στο σπίτι που έμενε, γιατί του άρεσε. Ζούσε σε μια πολυκατοικία, στο ισόγειο, και όλα τα πρωινά που έμενε μόνος του στο σπίτι, τον είχαν φέρει κοντά στο παράθυρο για να βλέπει έξω και χαζεύοντας τον κόσμο που περνούσε, να μην βαριέται. Κι έτσι, μια μέρα του φάνηκε πολύ χρήσιμο που είχε μάθει τη γλώσσα την σκυλιών. Εκεί που χάζευε από το μισάνοιχτο παράθυρο, που δεν το είχαν κλείσει γιατί έκανε ζέστη, είδε ένα μεγαλόσωμο σκυλί να περνάει απ’ έξω. «Α, να μια καλή ευκαιρία για να δω αν μιλάω καλά τα σκυλίσια», σκέφτηκε, κι αμέσως, χτύπησε με το ράμφος του το τζάμι φωνάζοντας: «Ε, σκυλάκι, πού πας;» Το σκυλί σταμάτησε και κοίταξε γύρω του παραξενεμένο, γιατί δεν έβλεπε κανένα άλλο σκυλί να φωνάζει. Κούνησε με απορία το κεφάλι του κι έκανε να φύγει. «Ε, σκυλάκι, μη φεύγεις, εγώ σου μιλάω, ο παπαγάλος, εδώ στο παράθυρο». Το σκυλί κοίταξε παραξενεμένα τον παπαγάλο στο παράθυρο και του ‘πε: «Μπα. Και πώς γίνεται και μιλάς στη γλώσσα μου»; «Α, ξέρω πολλές γλώσσες. Μιλάω με τους ανθρώπους, με τις γάτες και με τα σκυλιά και τ΄ όνειρό μου είναι να μάθω να μιλάω με τα λιοντάρια, αλλά όλοι λένε ότι είναι άχρηστο γιατί δεν έχει λιοντάρια εδώ γύρω». «Τι λες παιδάκι μου! Εσύ είσαι φοβερός παπαγάλος! Και πώς σε λένε;» είπε το σκυλί με θαυμασμό. «Με λένε Παρλαπίπα, κι εσένα»; «Γαβγούλα», απάντησε το σκυλί. «Α, κορίτσι είσαι», είπε ο Παρλαπίπας». «Ναι, κορίτσι», απάντησε η Γαβγούλα. «Και πώς βρέθηκες στη γειτονιά;» ξαναρώτησε ο Παρλαπίπας. «Αααχ…» αναστέναξε εκείνη. «Εμένα που με βλέπεις, ζούσα σε ένα πολύ ωραίο μεγάλο σπίτι με πολλά δωμάτια και τ’ αφεντικά μου φαίνεται ότι είχαν πολλά λεφτά γιατί είχαν τέσσερα αυτοκίνητα, δύο ο καθένας για να κυκλοφορούν και τις μονές μέρες και τις ζυγές. Είχαν από τρία κινητά τηλέφωνα ο καθένας για την περίπτωση που θα τέλειωνε η μπαταρία σε κάποιο να έχουν το άλλο, γιατί μιλάγανε πολύ. Είχανε τέσσερις τηλεοράσεις για να μην χάνουν αυτό που βλέπανε όταν άλλαζαν δωμάτιο κι άλλα πολλά. Αφού και για μένα είχαν εφτά λουριά, με εφτά διαφορετικά χρώματα, για ένα έχω άλλο χρώμα λουρί κάθε μέρα! Αλλά φαίνεται πως έκαναν πολλές σπατάλες – και αυτοί και όλοι σ’ αυτή τη χώρα – γιατί μια μέρα, είδα και στις τέσσερις τηλεοράσεις έναν πολύ χοντρό κύριο, που έλεγε: “Δεν έχουμε πια λεφτά. Όλοι μαζί τα φάγαμε…”. Κι έτσι, τ’ αφεντικά μου, που μείνανε και τα δύο χωρίς δουλειά, άρχισαν να πουλάνε τα πράγματά τους κι έφτασαν να τρώνε μια φορά την ημέρα! Και στο τέλος, μου είπαν: “Γαβγούλα, εδώ δεν έχουμε να φάμε εμείς, δεν μπορούμε πια να ταΐζουμε κι εσένα. Πρέπει να φύγεις και να πας να βρεις τη τύχη σου”.  Έτσι, από τη μια στιγμή στην άλλη, βρέθηκα στους δρόμους. Βέβαια, εμείς τα σκυλιά, μένουμε συχνά άστεγα και μάλιστα πολλά από μας κι από την ώρα που θα γεννηθούμε, γιατί οι άνθρωποι δεν μας σκέφτονται και μας πετάνε στο δρόμο, αλλά εγώ δεν έχω συνηθίσει να είμαι συνέχεια στο δρόμο κι έχω να φάω και δυο μέρες», είπε η Γαβγούλα, τελειώνοντας την ιστορία της. «Τι λες Γαβγούλα μου», είπε στενοχωρημένος ο Παρλαπίπας, «έχεις να φας δυο μέρες! Πω, πω… Λοιπόν. Έλα. Θα σου κάνω το τραπέζι. Σ’ αρέσουν τα μακαρόνια»; «Και βέβαια, μ’ αρέσουν», απάντησε η Γαβγούλα. «Η αφεντικίνα μου», είπε ο Παρλαπίπας, «πριν φύγει έφτιαξε μακαρονάδα για το μεσημέρι κι είναι ακόμα ζεστά μέσα στον τέντζερη. Έλα, πήδα μέσα από το παράθυρο και πάμε στην κουζίνα να φάμε». Κι η Γαβγούλα, δίνει μια και βρέθηκε μέσα στο σαλόνι του σπιτιού. Αμέσως, ο Παρλαπίπας πέταξε για τη κουζίνα και πήγε και κάθισε  δίπλα στον τέντζερη με τη μακαρονάδα, ενώ η Γαβγούλα έτρεξε πίσω του.  Εκεί, όμως, κατάλαβαν, ότι η Γαβγούλα δεν χώραγε ν’ ανέβει κι αυτή στην κουζίνα και να φάει από τον τέντζερη γιατί ήταν μεγάλο σκυλί. «Μη σε νοιάζει», της είπε ο Παρλαπίπας, «θα σε ταΐσω εγώ».  Και πραγματικά, ο Παρλαπίπας τσίμπαγε τα μακαρόνια με το ράμφος του, και τα έριχνε μέσα στο στόμα της Γαβγούλας που στεκόταν δίπλα στην ηλεκτρική κουζίνα. Κι από τότε η Γαβγούλα και ο Παρλαπίπας, γίνανε δυο καλοί φίλοι και βλέπονταν κάθε μέρα.
Πώς σας φάνηκε; Πώς είπατε; Ωραίο παραμύθι; Τσ, τσ, τσ…  Αφού ξέρετε ότι ο Παραμυθάς δεν λέει παραμύθια, αλλά αληθινές ιστορίες  που τις έχει ζήσει.  Κι αφού ξέρετε ότι όταν φοράω το μαγικό γιλέκο μου, μπορώ και μιλάω με όλα τα ζώα. Αυτή που σας είπα είναι η ιστορία που μου είπε η ίδια η Γαβγούλα πριν λίγες μέρες που τη συνάντησα στο δρόμο. Και μάλιστα, με πήρε μαζί της και με γνώρισε στον Παρλαπίπα, προχθές που είχε ξαναπάει για να φάει μακαρονάδα. Κι επειδή ήξερα ότι μπορεί και να μην με πιστεύατε, τους γύρισα ένα βίντεο με το κινητό μου, του έβαλα μουσική και σας το ανέβασα εδώ να το δείτε. Για να μάθετε να με πιστεύετε.
Σας φιλώ πολύ.
Π.

«Το διάφανο ανθρωπάκι»

Σήμερα είναι από τις λίγες φορές που θα βάλω κάτι που δεν είναι δικό μου, γιατί μου άρεσε πάρα πολύ! Είναι στα όρια του «κλεμμένου» μια και εκείνη από την οποία «το βούτηξα», στην αρχή δεν ήθελε να βάλω το όνομά της, μετά μου είπε να κάνω ό,τι θέλω, μετά να το βάλω και μετά να κάνω ό,τι θέλω… Εγώ το μόνο που θέλω είναι να βάλω αυτό το κείμενο. Κι άμα θέλει, ας αποκαλυφθεί μόνη της. Χα, χα, χα… Να, κι εγώ. Της πέταξα το μπαλάκι. Παρακαλώ πολύ, αν τύχει να το διαβάσει κανείς που το ξέρει, να μην το μαρτυρήσει.
«Το διάφανο ανθρωπάκι» της… ουπς!… παραλίγο να μου ξεφύγει.
Καλό βράδυ.
Π.

Το διάφανο ανθρωπάκι
Πήγαινε καιρός που δεν ήταν στις καλές της. Τις περισσότερες μέρες της βδομάδας τα μάτια της ήταν θλιμμένα. Δεν μπορούσε να εξηγήσει το λόγο… Βαθιά όμως μέσα της τον ήξερε καλά.
Εκείνο το απόγευμα είχε αποφασίσει να μην κάνει τίποτα. Να μείνει σπίτι της και να μην ασχοληθεί με τίποτα. Ούτε βόλτα θα πήγαινε, ούτε στη φίλη της για καφέ, ούτε γυμναστήριο, ούτε σινεμά. Είχε αποφασίσει να μείνει μόνη και ν’ ακούσει τη σιωπή της.
Άναψε μερικά κεράκια -λάτρευε τα κεριά!- έβαλε ένα ποτό, πήρε ένα βιβλίο και έκατσε στον καναπέ. Ούτε που άνοιξε το βιβλίο που είχε διαλέξει. Το ποτό έμεινε κι αυτό μόνο του δίπλα της στο τραπεζάκι κι εκείνη βρέθηκε κουλουριασμένη στον καναπέ, αγκαλιά μ’ έναν τεράστιο αρκούδο.
Τότε ήταν που εμφανίστηκε αυτό το περίεργο, διάφανο ανθρωπάκι.
-Καλησπέρα! της είπε.
-Ποιος μίλησε; ρώτησε ξαφνιασμένη.
-Εγώ! … Εδώ… πού κοιτάς; επανέλαβε η φωνούλα.
-Πού είσαι, επιτέλους; ρώτησε πάλι εκείνη, κάπως τρομαγμένη.
-Εδώ, πάνω στον αρκούδο σου! Με είδες τώρα;
-Α! Τι είσαι εσύ; θαύμασε απορημένη.
-Ε, καλά… Τώρα θα μου πεις ότι δεν ξέρεις τι είμαι!
-…
-Τι κάνεις τόση ώρα;
-Κλαίω… ψιθύρισε εκείνη ντροπαλά.
-Μήπως τώρα, λοιπόν, ξέρεις τι είμαι; Με αναγνωρίζεις;
-…
-Δάκρυ είμαι, ανόητη, δάκρυ!
-Μα, τα δάκρυα δε μιλάνε… είπε δειλά.
Το δακρυάκι γέλασε και της απάντησε:
-Δε μιλάνε; Τι ανόητη που είσαι! Φυσικά και μιλάνε! Όχι μόνο μιλάνε, αλλά φωνάζουν, παρακαλούν, ζητάνε, χαίρονται, γελάνε, λυπούνται, τρομάζουν, πονούν… Και μάλιστα όλα αυτά τα συναισθήματα τα εκφράζουν πιο ξεκάθαρα από τις λέξεις και πολύ πιο δυνατά, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει κανείς να τ’ ακούσει. Άκου εκεί, «δε μιλάνε…»!
-Και από μένα τι θες; Μάθημα ήρθες να μου κάνεις; ανέβασε τον τόνο της φωνής της.
-Όχι. Απλά τόσες μέρες με καταπιέζεις και δεν μ’ αφήνεις να βγω και να ‘ρθω να σου μιλήσω.
-Και σαν τι θες να μου πεις; Δεν έχω όρεξη να ακούσω τίποτα. Είχα αποφασίσει να μείνω μόνη μου απόψε…
-Για πρόσεχε πώς μου μιλάς, σε παρακαλώ! Δε φτάνει που βγήκα από μέσα σου για να σε κάνω να νιώσεις καλύτερα, θα με μαλώσεις κι από πάνω; Και στο κάτω κάτω, ξεχνάς από πού προέρχομαι; Αυτά τα,  «είχα αποφασίσει να μείνω μόνη μου απόψε» να τα πεις αλλού, όχι σε μένα! είπε το δακρυάκι θυμωμένο και εκείνη κουλουριάστηκε πιο πολύ στον καναπέ της.
Καταλάβαινε πως το διάφανο ανθρωπάκι είχε δίκιο και ότι, μάλλον, δεν θα ‘πρεπε να διώχνει τον… ουρανοκατέβατο φύλακά της. Έτσι, σταμάτησε να μιλάει και το άφησε να πει το λόγο της επίσκεψής του.
Το άκουγε με προσοχή ενώ κι άλλα διάφανα ανθρωπάκια, αθόρυβα και βουβά, εμφανίστηκαν και χόρευαν μπροστά στα μάτια της. Όσα άκουσε να λέει το δακρυάκι, τα ήξερε πολύ καλά, όμως αρνιόταν να τα παραδεχτεί. Τελειώνοντας όσα είχε να πει το διάφανο ανθρωπάκι κύλησε και τρύπωσε μέσα στην καφετιά γούνα του αρκούδου. Ούτε το ξανάδε ποτέ. Μερικά ακόμα διάφανα ανθρωπάκια κρύφτηκαν μέσα στη γούνα του αρκούδου, άλλα στην πιτζάμα της, άλλα στα μαξιλάρια που στήριζαν το κεφάλι της… Και τότε ένιωσε μια γλυκιά νύστα να την τυλίγει και να βαραίνει τα βλέφαρά της.
Όταν ξύπνησε δεν υπήρχαν πουθενά διάφανα ανθρωπάκια. Δεν ήταν καθόλου σίγουρη αν όλα αυτά συνέβηκαν στην πραγματικότητα ή αν ήταν μόνο ένα όνειρο. Όμως για ένα πράγμα ήταν βέβαιη: ότι τα δάκρυα εκφράζουν όλα τα συναισθήματα πιο ξεκάθαρα από τις λέξεις και πολύ πιο δυνατά, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει κανείς να τα ακούσει…


 

 

Πέρασμα από τα Εξάρχεια

Χθες χρειάστηκε να πάω στα Εξάρχεια, τη γειτονιά που γεννήθηκα κι έζησα έως τα 18 μου. Είχα ένα ραντεβού στο Υπουργείο Πολιτισμού, με ένα φίλο που γνωριστήκαμε στη Δικτατορία, όταν το κτίριο του Υπουργείο Πολιτισμού σήμερα ήταν τότε το κτίριο της Ασφάλειας Αθηνών που είχα επισκεφτεί για άλλους λόγους. Ο χώρος αυτός έμεινε στη μνήμη της γενιάς μου και των παλιότερων, ως χώρος βασανιστηρίων όσων αντιστέκονταν στη Δικτατορία και συλλαμβάνονταν.  Βρισκόταν και βρίσκεται στην οδό Μπουμπουλίνας. Ο πρώτος παράλληλος δρόμος είναι η οδός Ζαίμη όπου βρισκόταν και βρίσκεται το σπίτι όπου γεννήθηκα. Είχα πολλά χρόνια να πάω εκεί. Βγαίνοντας από την Ασφάλεια… συγνώμη, από το Υπουργείο Πολιτισμού ήθελα να πω, κοίταξα την οδό Τοσίτσα και θυμήθηκα μία φωτογραφία που είχαμε βγάλει εκεί  με τη μητέρα μου και την αδελφή μου το 1952, όταν ήμουν εννιά χρονών. Έτσι μου ήρθε η ιδέα γι’ αυτό το post που θα μπει στην κατηγορία SERENDIPITY, μια και είναι κάτι από τη ζωή μου. Έβγαλα, λοιπόν, την πρώτη φωτογραφία με το κινητό μου, που είναι η Οδός Τοσίτσα, από την ίδια σχεδόν γωνία, όπως η φωτογραφία του 1952. Την έκανα επίτηδες ασπρόμαυρη.

Και να και η φωτογραφία του 1952 στο ίδιο σημείο.

Τα πλακάκια στο πεζοδρόμιο τα ίδια, τα δέντρα τα ίδια, το σπίτι της γωνίας αριστερά το ίδιο, η μεγάλη διαφορά είναι στα αυτοκίνητα (δύο ταξί μόνο εδώ)  και σε… μένα, φυσικά. «Γιατί δεν ντύνεσαι κι εσύ σαν όλα τ’ αγοράκια της ηλικίας σου παιδάκι μου;» έλεγε  η μάνα μου επειδή ήθελα  πάντα να φοράω γραβάτα. Εγώ όμως, δεν άκουγα γιατί έτσι ένοιωθα πιο μεγάλος.

Αφού, λοιπόν, έβγαλα φωτογραφία την οδό Τοσίτσα σήμερα, αποφάσισα να κατέβω περπατώντας προς την Πατησίων, στην είσοδο του Μουσείου. Αυτή η είσοδος όμως είχε πια μια μεγάλη κλειστή καγκελόπορτα. Αλλά ξαφνικά είχα μια φλασιά: Εκεί όπου ήταν παρκαρισμένο ένα αυτοκίνητο  σήμερα, είχα βγάλει το 1948, σε ηλικία 5 χρονών και ντυμένος ναυτάκι όπως ήταν η μόδα για τ’ αγόρια τότε, μία φωτογραφία μπροστά σε κάποιο παρκαρισμένο αυτοκίνητο.  Δείτε τη φωτογραφία σήμερα και προσέξτε το δέντρο πίσω από το παρμπρίζ.

Να και η φωτογραφία του 1948, με το ίδιο δέντρο όπως και σήμερα, αλλά πολύ μικρότερο, όπως κι εγώ άλλωστε όπως βλέπετε.

Κι εκεί αποφάσισα να γυρίσω πίσω στην οδό Ζαίμη και να βγάλω φωτογραφία την πολυκατοικία όπου έζησα από τότε που γεννήθηκα μέχρι τα δεκαοχτώ μου. Είναι αυτή που βλέπετε εδώ, ίδια όπως τότε.

Δεξιά από την είσοδο και κάτω, είναι τα δύο παράθυρα του σπιτιού, του υπόγειου που μέναμε οι γονείς μου, οι δύο αδελφές μου κι εγώ. Μόνο που τότε δεν υπήρχαν, βέβαια, τα κάγκελα, τα χόρτα και τα  graphiti  στον τοίχο.

Τη στιγμή που έβγαζα αυτή τη φωτογραφία, ήρθε ένα παιδί με πίτσες από κάποια πιτσαρία, χτύπησε ένα κουδούνι, του άνοιξαν και καθώς η βαριά ξύλινη πόρτα έκλεινε αργά, αποφάσισα να μπω στο σπίτι, ακριβώς 50 χρόνια μετά από τότε που βρισκόμουν εκεί για τελευταία φορά. Μπήκα μέσα, ανέβηκα τα σκαλοπάτια της εισόδου, και βρέθηκα στην κορφή της σκάλας που οδηγούσε κάτω στο σπίτι μας.

Ωραία παλιά σκάλα. Την κατέβηκα και κοίταξα προς τα πάνω.

Χα, χα, χα… Όταν άρχισα να πηγαίνω σχολείο, η χαρά μου ήταν τα μεσημέρια να κατεβαίνω στο σπίτι κάνοντας τσουλήθρα σ’ αυτή την ξύλινη, φαρδιά κουπαστή. Κοίταξα προς τα κάτω. Η πόρτα του σπιτιού μας κλειστή, καθώς δεν έμενε κανείς πια εκεί! Παραήταν υπόγειο για να ‘ναι σπίτι και το έκαναν αποθήκη.

Κοιτώντας την πόρτα που είχα περάσει εκατοντάδες φορές στη ζωή μου, συνειδητοποίησα ότι δεν ένοιωθα κανενός είδους συγκίνηση. Ήταν κάτι πολύ διασκεδαστικό, σαν να έπαιζα κάποιο παιχνίδι. Και τότε, καθώς θυμόμουν όλα όσα είχα ζήσει σ’ αυτό το σπίτι, κατάλαβα εκείνο που λέγεται σβήσιμο ψυχολογικής μνήμης. Φαίνεται πως όταν συμβεί αυτό, γυρνάει όλη η πρακτική μνήμη. Θυμάσαι τα πάντα, χωρίς κανενός είδους συναισθηματισμό. Είναι αυτό που λέμε καμιά φορά, «αχ μη μου τα θυμίζεις τώρα…», όταν ακόμα υπάρχουν πράγματα στην ψυχολογική μνήμη που πονάνε, και εμποδίζουν την πρακτική να έρθει στην επιφάνεια. Κι εκείνη τη στιγμή, θυμήθηκα το πιο έντονο πράγμα που έχω ζήσει εκεί σαν μικρό παιδί. Ένα μεγάλο μάθημα που πήρα: Να μην φοβάμαι να φοβάμαι. Κατέβηκα την υπόλοιπη σκάλα, στάθηκα στην αρχή του διαδρόμου με τις αποθήκες που οδηγούσε στην αυλή κι ανακάλυψα ότι τώρα πια υπήρχε φως και πάτησα το κουμπί. Και ξανάκανα την ίδια διαδρομή προς την αυλή που είχα κάνει και τότε. Για να καταλάβετε τι είναι αυτή η διαδρομή, θα πρέπει να διαβάσετε, όσοι δεν το είχατε διαβάσει, ένα post  που είχα ανεβάσει το Μάιο του 2009 με τίτλο, «ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΦΟΒΟ’. Κάντε κλικ ΕΔΩ και θα σας πάει.  Και μετά, δείτε το βίντεο για να παρακολουθήσετε τη διαδρομή που έκανα ζωντανά, κι όχι απλώς το σχέδιό της, όπως σ’ εκείνο το post. Δυστυχώς η πόρτα της αυλής ήταν κλειδωμένη αυτή τη φορά.

Μεγάλο Σχολείο αυτός ο διάδρομος!!!… Στο σημερινό πέρασμα από το Εξάρχεια, κατάλαβα τι σήμαινε για τη στάση μου απέναντι στο φόβο από τότε και μετά, το πέρασμα αυτού του διάδρομου.

Καλό βράδυ.
Π.