Δύο γυναίκες

αρχείο λήψης

Για σήμερα, σας έχω δύο περιπτώσεις γυναικών που επισκέφτηκαν τον Κρισναμούρτι για να μιλήσουν μαζί του.  Είναι από το τελευταίο βιβλίο που μετέφρασα το, «Η Μόνη Επανάσταση» που έχει ξανακυκλοφορήσει παλιά με τον τίτλο, «Στη Σιγή του Νου», αλλά με αρκετά λάθη.
Καλή εβδομάδα.
Π.

Η πρώτη γυναίκα
Ήταν μια αρκετά νέα κυρία, καλοντυμένη, με κοντά κομμένα μαλλιά, και έδειχνε πολύ δραστήρια και ικανή. Είχε παιδιά κι από ό,τι είπε δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις για τον εαυτό της. Είχε κάποια ποιότητα σοβαρότητας. Ήταν πολύ νέα και ίσως να ήταν κάπως ρομαντική, αλλά για αυτήν η Ανατολή είχε χάσει την αύρα του μυστικισμού και αυτό ήταν πολύ καλό. Μιλούσε απλά, χωρίς κανένα δισταγμό.

«Νομίζω ότι αυτοκτόνησα μέσα μου πριν από πολύ καιρό, όταν συνέβη κάποιο γεγονός στη ζωή μου· με εκείνο το γεγονός η ζωή μου τελείωσε. Φυσικά συνέχισα εξωτερικά να φροντίζω τα παιδιά μου και όλα τα υπόλοιπα, αλλά μέσα μου έχω σταματήσει να ζω».

Δεν νομίζετε, κυρία, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι – είτε το ξέρουν είτε όχι – αυτοκτονούν; Η ακραία του μορφή είναι  να πηδήξεις από το μπαλκόνι. Αλλά αρχίζει, πιθανόν, όταν υπάρξει η πρώτη εσωτερική αντίσταση σε ό,τι συμβαίνει και απογοήτευση. Χτίζουμε ένα τοίχο γύρω μας, που πίσω του ζούμε τη χωριστή ζωή μας – παρόλο που μπορεί να έχουμε συζύγους και παιδιά. Αυτή η χωριστή ζωή είναι η ζωή της αυτοκτονίας, και αυτή είναι η αποδεχτή ηθική της θρησκείας και της κοινωνίας. Οι πράξεις της χωριστικότητας ανήκουν σε μία αλυσίδα που οδηγεί στον πόλεμο και στην αυτοκαταστροφή. Ο ψυχολογικός διαχωρισμός είναι αυτοκτονία, είτε του ατόμου, είτε της κοινότητος, είτε του έθνους. Καθένας θέλει να ζήσει μια ζωή αυτοπροβολής, εγωκεντρικής δραστηριότητας, και με την θλίψη του αυτοεγκλωβισμού της προσαρμογής στο σύνολο. Είναι αυτοκτονία όταν πηγαίνετε χέρι-χέρι με την πίστη και το δόγμα. Πριν από το γεγονός που σας συνέβη, είχατε επενδύσει τη ζωή σας και όλα όσα κάνατε στον έναν ενάντια στους πολλούς, και όταν αυτός ο ένας πεθαίνει ή ο Θεός σου καταρρέει, η ζωή σου χάνεται μαζί του και δεν έχεις κανένα λόγο για να ζεις. Αν κανείς είναι τρομερά έξυπνος, εφευρίσκει κάποιο νόημα για τη ζωή –κάτι που  κάνουν από πάντα οι κάθε είδους «ειδικοί» – αλλά τη στιγμή που παραδίνεσαι σ’ αυτό τα νόημα, έχεις ήδη αυτοκτονήσει. Κάθε ψυχολογική παράδοση – είτε στο όνομα του Θεού είτε στο όνομα του Σοσιαλισμού ή στο όνομα οτιδήποτε άλλου – είναι αυτοκαταστροφή.

Εσείς, κυρία –και αυτό δεν το λέω με σκληρότητα– πάψατε να υπάρχετε επειδή δεν μπορούσατε να πάρετε αυτό που θέλατε· ή επειδή το είχατε και σας το πήραν· ή επειδή θέλατε να περάσετε από μια ειδική, μια ορισμένη πόρτα, που ήταν ερμητικά κλειστή. Όπως η λύπη και η ευχαρίστηση είναι αυτό-εγκλωβιστικά, έτσι κι η παραδοχή και η επιμονή γεννάνε το δικό τους σκοτάδι του χωρισμού. Δεν ζούμε· διαρκώς αυτοκτονούμε. Η ζωή αρχίζει όταν η πράξη της αυτοκτονίας σταματήσει.

«Καταλαβαίνω τι εννοείτε. Βλέπω τι έχω κάνει. Αλλά τώρα τι μπορώ να κάνω; Πώς μπορώ να γυρίσω πίσω από τα πολλά χρόνια αυτού του θανάτου;»

Δεν μπορείτε να γυρίσετε πίσω· αν γυρίζατε πίσω θα ακολουθούσατε πάλι το παλιό μοντέλο και η λύπη θα σας κυνηγούσε όπως ένα σύννεφο που το πηγαίνει ο άνεμος. Το μόνο πράγμα που μπορείτε να κάνετε είναι να δείτε τώρα ότι το να ζει κανείς τη δική του ζωή, χωριστά, κρυφά, απαιτώντας τη συνέχιση της ευχαρίστησης, είναι το να προσκαλείς τον διαχωρισμό του θανάτου. Στον διαχωρισμό δεν υπάρχει αγάπη. Η αγάπη δεν έχει ταυτότητα. Η ευχαρίστηση και το κυνήγι της, χτίζουν τον διαχωριστικό τοίχο της διαίρεσης. Δεν υπάρχει θάνατος, όταν κάθε ψυχολογική παράδοση σε οτιδήποτε σταματά. Και η πόρτα που είναι  ανοιχτή, είναι η αυτογνωσία.

Η δεύτερη γυναίκα

Ήταν μία νέα γυναίκα, αρκετά όμορφη και πολύ καλοντυμένη· έδειχνε ανυπόμονη και δυναμική. Είχε έρθει με τις δύο μικρές της κόρες, αλλά τις άφησε έξω να παίζουν. Είπε ότι ο σύζυγός της δούλευε σε κάποια εταιρία και η ζωή κυλούσε. Είχε μια παράξενη θλίψη που την κάλυπτε με γρήγορα χαμόγελα.
Ρώτησε: «Τι είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, κύριε; Είμαστε παντρεμένοι με τον άντρα μου εδώ και μερικά χρόνια. Υποθέτω ότι αγαπιόμαστε, αλλά υπάρχει κάτι σ’ όλο αυτό που λείπει έντονα».
– Θέλετε πραγματικά, κυρία,  να το κοιτάξετε πολύ βαθιά αυτό;
– Ναι, ήρθα από μακριά για να μιλήσω μαζί σας γι’ αυτό το θέμα.
– Ο σύζυγός σας δουλεύει στο γραφείο του κι εσείς στο σπίτι, έχοντας και οι δύο σας  τις φιλοδοξίες σας, τις απογοητεύσεις σας, τις αγωνίες και τους φόβους σας. Εκείνος θέλει να γίνει ένας σπουδαίο στέλεχος στη δουλειά του και φοβάται μήπως δεν το καταφέρει, κι ότι ίσως κάποιοι άλλοι ανέβουν πριν από εκείνον.  Εκείνος είναι χωμένος στις φιλοδοξίες του, στις απογοητεύσεις του, στην προσπάθειά για αναγνώριση και εσείς στα δικά σας. Εκείνος γυρίζει σπίτι κουρασμένος, εκνευρισμένος, με φόβο στην καρδιά του και κουβαλάει στο σπίτι τις εντάσεις του. Αλλά κι εσείς επίσης είστε κουρασμένη από τις δουλειές του σπιτιού, με τα παιδιά και με όλα τα υπόλοιπα. Ίσως πίνετε μαζί κάτι το βράδυ για να καλμάρουν τα νεύρα σας κι αρχίζετε μια ανήσυχη συζήτησι. Ύστερα από λίγη κουβέντα και φαγητό πέφτετε αναπόφευκτα στο κρεβάτι. Όλο αυτό είναι εκείνο που ονομάζεται συζυγική σχέση – ο καθένας ζει μέσα στη δική του εγωκεντρική δραστηριότητα, και συναντιέται με τον άλλον στο κρεβάτι – όλο αυτό ονομάζεται αγάπη. Φυσικά υπάρχει και λίγη τρυφερότητα, λίγη φροντίδα, ένα δυο χάδια στο κεφάλι των παιδιών. Ύστερα θα έρθουν τα γηρατειά και τέλος ο θάνατος. Αυτό είναι ό,τι γενικώς ονομάζεται ζωή σ’ ένα γάμο. Κι εσείς αποδέχεστε αυτό τον τρόπο ζωής.
– Και τι άλλο μπορεί να κάνει κανείς; Ανατρεφόμαστε μέσα σ’ αυτό, εκπαιδευόμαστε γι’ αυτό. Θέλουμε να έχουμε ασφάλεια, να έχουμε μερικά από τα αγαθά της ζωής. Δεν βλέπω τι άλλο θα μπορούσε να κάνει κανείς».
– Είναι η επιθυμία για ασφάλεια που μας δένει; Ή είναι η συνήθεια, η αποδοχή των μοντέλων της κοινωνίας, όπως η ιδέα του γάμου δύο ανθρώπων και της οικογένειας; Σίγουρα σε όλα αυτά υπάρχει πολύ λίγη ευτυχία.
– Υπάρχει κάποια ευτυχία, αλλά υπάρχουν πάρα πολλά που πρέπει να κάνει κανείς, πάρα πολλά για τα οποία πρέπει να ενδιαφερθεί. Είναι πάρα πολλά εκείνα που πρέπει να διαβάσει κανείς, εάν θέλει να είναι καλά πληροφορημένος. Δεν υπάρχει πολύς χρόνος για να σκεφτόμαστε. Προφανώς δεν είμαστε πραγματικά ευτυχισμένοι, αλλά απλώς συνεχίζουμε να ζούμε.
– Όλο αυτό ονομάζεται ζωή μέσα σε μια σχέση, αλλά προφανώς δεν υπάρχει καθόλου βαθιά σχέση. Μπορεί σωματικά να είσαι για λίγο μαζί με τον άλλον, αλλά ο καθένας ζει στον δικό του κόσμο απομόνωσης, θρέφοντας τα δικά του βάσανα και στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμιά συνάντηση, όχι απλώς σωματικά, αλλά σε ένα πολύ πιο βαθύ και πολύ πιο πλατύ επίπεδο. Το λάθος είναι της κοινωνίας και του πολιτισμού όπου έχουμε ανατραφεί και όπου τόσο εύκολα παγιδευόμαστε — έτσι δεν είναι; Η κοινωνία είναι μία σάπια, μία διεφθαρμένη και ανήθικη κοινωνία που την έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι οι άνθρωποι. Η κοινωνία πρέπει να αλλάξει, αλλά δεν μπορεί να αλλάξει παρά μόνον όταν αλλάξουν τα ανθρώπινα πλάσματα που την έχουν φτιάξει.
– Ίσως εγώ να μπορώ να καταλάβω αυτά που λέτε και πιθανόν να αλλάξω, αλλά τι θα γίνει μ’ εκείνον; Του δίνει πολλή ευχαρίστηση να αγωνίζεται, να πετυχαίνει, να γίνεται κάποιος. Δεν πρόκειται να αλλάξει και έτσι ξαναβρισκόμαστε πάλι εκεί που ήμασταν: εγώ αδύναμα να προσπαθώ να διαπεράσω το κλείσιμό μου και εκείνος όλο και περισσότερο να στερεώνει το στενό κελί της ζωής του. Οπότε τι νόημα έχουν όλα αυτά που λέτε;
– Δεν υπάρχει κανένα απολύτως νόημα σ’ αυτό το είδος ζωής. Είμαστε εμείς που έχουμε κάνει έτσι αυτή τη ζωή, με την καθημερινή ωμότητα και ασκήμια της, με τις κατά καιρούς αναλαμπές απόλαυσης· οπότε, εμείς πρέπει να πεθάνουμε ψυχολογικά ως προς όλα αυτά. Ξέρετε, κυρία, πραγματικά δεν υπάρχει αύριο ψυχολογικά. Το ψυχολογικό αύριο, είναι επινόηση της σκέψης για να εκπληρώνει τις σκάρτες φιλοδοξίες και επιθυμίες της. Η σκέψη φτιάχνει αυτά τα πολλά αύριο, αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τέτοιο αύριο. Το να πεθάνεις για κάτι του αύριο, σημαίνει να ζεις με πληρότητα σήμερα. Όταν το κάνεις, ολόκληρη η ζωή σου αλλάζει. Γιατί η αγάπη δεν είναι το αύριο, η αγάπη δεν είναι αντικείμενο της σκέψης, η αγάπη δεν έχει παρελθόν ή μέλλον. Όταν ζεις με πληρότητα σήμερα, υπάρχει σ’ αυτό μεγάλη ένταση και στην ομορφιά του –που δεν την αγγίζει η φιλοδοξία, η ζήλεια ή ο χρόνος– υπάρχει επικοινωνία, όχι μόνον με τον άνθρωπο αλλά και με τη φύση, με τα λουλούδια, με τη γη και με τους ουρανούς. Σ’ αυτό υπάρχει η ένταση της αθωότητας· και τότε το να ζεις έχει ένα τελείως διαφορετικό νόημα.

 

 

«Η ανοιχτή πόρτα»

f

Δεν υπολόγιζα να ανεβάσω post για την «Ημέρα της Γυναίκας», όμως, για μια ακόμη φορά μέσα σε λίγες μέρες, έπεσα πάνω και σ΄ άλλο ένα κείμενο στο βιβλίο του Κρισναμούρτι που μεταφράζω, που μιλάει για μια γυναίκα που τον επισκέφτηκε.  Είχα κι αυτή τη φωτογραφία που είχα βρει εδώ και καιρό και μου άρεσε, ε… πολύ θέλει. Χρόνια πολλά κορίτσια, λοιπόν, αν και – όπως έχω γράψει και παλιότερα εδώ – όλες αυτές οι ειδικά αφιερωμένες μέρες γενικώς, έχουν και κάτι  το ψεύτικο και ψιλοενοχικό. Τέλος πάντων, ας είναι καλά το κείμενο του Κρισναμούρτι που αξίζει, καθώς μιλάει αληθινά στην γυναίκα που τον επισκέφτηκε. Όσο για τον τίτλο του post, θα σας εξηγηθεί στο τέλος.
Καλή εβδομάδα.
Π.

Ήταν μια αρκετά νέα γυναίκα, καλοντυμένη, με κοντά κομμένα μαλλιά, και έδειχνε πολύ δραστήρια και ικανή. Είχε παιδιά κι από ό,τι είπε δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις για τον εαυτό της. Είχε κάποια ποιότητα σοβαρότητας. Ήταν πολύ νέα και ίσως να ήταν κάπως ρομαντική, αλλά για αυτήν η Ανατολή είχε χάσει την αύρα του μυστικισμού και αυτό ήταν πολύ καλό. Μιλούσε απλά, χωρίς κανένα δισταγμό.

«Νομίζω ότι αυτοκτόνησα μέσα μου πριν από πολύ καιρό, όταν συνέβη κάποιο γεγονός στη ζωή μου· με εκείνο το γεγονός η ζωή μου τελείωσε. Φυσικά συνέχισα εξωτερικά να φροντίζω τα παιδιά μου και όλα τα υπόλοιπα, αλλά μέσα μου έχω σταματήσει να ζω».

Δεν νομίζετε, κυρία, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι – είτε το ξέρουν είτε όχι – αυτοκτονούν; Η ακραία του μορφή είναι  να πηδήξεις από το μπαλκόνι. Αλλά αρχίζει, πιθανόν, όταν υπάρξει η πρώτη απογοήτευση και η εσωτερική αντίσταση σε ό,τι συμβαίνει. Χτίζουμε, τότε, ένα τοίχο γύρω μας, που πίσω του ζούμε τη χωριστή ζωή μας – παρόλο που μπορεί να έχουμε συζύγους και παιδιά. Αυτή η χωριστή ζωή μέσα μας είναι η ζωή της αυτοκτονίας, και αυτή είναι η αποδεχτή ηθική της θρησκείας και της κοινωνίας, όπου οι πράξεις της χωριστικότητας είναι μέρος μιας αλυσίδας που οδηγεί στον πόλεμο και στην αυτοκαταστροφή. Ο ψυχολογικός διαχωρισμός είναι αυτοκτονία, είτε του ατόμου, είτε της κοινότητος, είτε του έθνους. Καθένας θέλει να ζήσει μια ζωή αυτοπροβολής, εγωκεντρικής δραστηριότητας, και της θλίψης που φέρνει ο αυτοεγκλωβισμός στον κομφορμισμό. Είναι ψυχολογική αυτοκτονία όταν πηγαίνεις χέρι-χέρι με την πίστη και το δόγμα. Πριν από το γεγονός που σας συνέβη, φαίνεται πως είχατε επενδύσει τη ζωή σας και όλα όσα κάνατε για τον έναν ενάντια στους πολλούς, και όταν αυτός ο ένας πεθαίνει – ή ο Θεός σου καταρρέει – η ζωή σου χάνεται μαζί του και δεν έχεις κανένα λόγο για να ζεις. Αν κανείς είναι τρομερά έξυπνος, εφευρίσκει κάποιο νόημα για τη ζωή –κάτι που  κάνουν από πάντα οι κάθε είδους «ειδικοί» – αλλά τη στιγμή που παραδίνεσαι σ’ αυτό τα νόημα, έχεις ήδη αυτοκτονήσει. Κάθε ψυχολογική παράδοση – είτε στο όνομα του Θεού είτε στο όνομα του Σοσιαλισμού είτε στο όνομα οτιδήποτε ή οποιουδήποτε άλλου – είναι αυτοκαταστροφή.

Εσείς, κυρία –και αυτό δεν το λέω με σκληρότητα– πάψατε να υπάρχετε επειδή δεν μπορούσατε να πάρετε αυτό που θέλατε· ή επειδή το είχατε και σας το πήραν· ή επειδή θέλατε να περάσετε από μια ειδική, μια ορισμένη πόρτα, που ήταν ερμητικά κλειστή. Αλλά όπως η λύπη και η ευχαρίστηση είναι αυτοεγκλωβιστικά, έτσι κι η παραδοχή και η επιμονή γεννάνε το δικό τους σκοτάδι του χωρισμού. Δεν ζούμε· διαρκώς αυτοκτονούμε. Η ζωή αρχίζει όταν η πράξη της ψυχολογικής αυτοκτονίας σταματήσει.

«Καταλαβαίνω τι εννοείτε. Βλέπω τι έχω κάνει. Αλλά τώρα τι μπορώ να κάνω; Πώς μπορώ να γυρίσω πίσω από τα πολλά χρόνια του θανάτου;»

Δεν μπορείτε να γυρίσετε πίσω· αν γυρίζατε πίσω θα ακολουθούσατε πάλι το παλιό μοντέλο και η λύπη θα σας κυνηγούσε όπως ένα σύννεφο που το κυνηγάει ο άνεμος. Το μόνο πράγμα που μπορείτε να κάνετε είναι να δείτε τώρα ότι το να ζει κανείς τη δική του ξεχωριστή ζωή, απαιτώντας τη συνέχιση της ευχαρίστησης που το δίνει αυτό, είναι το να προσκαλείς το ξεχώρισμα του θανάτου. Στο ξεχώρισμα δεν υπάρχει αγάπη. Η αγάπη δεν έχει ταυτότητα. Η ευχαρίστηση και το κυνήγι της, χτίζουν τον διαχωριστικό τοίχο της διαίρεσης. Δεν υπάρχει θάνατος, όταν κάθε ψυχολογική παράδοση σε οτιδήποτε σταματά και τότε η πόρτα που είναι  ανοιχτή, είναι η πόρτα της αυτογνωσίας.

 

 

«Ήταν μια νέα γυναίκα…»

Desparate woman 3

 Έπεσα πάλι σ’  ένα εξαιρετικό κομμάτι του βιβλίου, «Η Μόνη Επανάσταση» του Κρισναμούρτι που μεταφράζω, ακριβώς τώρα που με καλέσανε να μιλήσω σε ένα Σύλλογο Γυναικών, για την Ημέρα της Γυναίκας που πλησιάζει.  Εμ… τζάμπα όταν ήμασταν πιτσιρικάδες με είχαν ονομάσει «γυναικολόγο»; Χα, χα, χα… Σας το έχω ξαναπεί νομίζω, πως όταν ως έφηβοι πηγαίναμε εκδρομές με τα κορίτσια μας, κάποια στιγμή όλα τα αγόρια πηγαίναν και παίζανε ποδόσφαιρο που εμένα δεν με ενδιέφερε ποτέ, κι έτσι καθόμουν κι έκανα παρέα με τα κορίτσια. Γι΄ αυτό με φωνάζανε κοροϊδευτικά, «γυναικολόγο». Χα, χα, χα… Σκέφτηκα,λοιπόν, να ανεβάσω αυτό το εξαιρετικό κείμενο από την επίσκεψη μιας γυναίκας στον Κρισναμούρτι. Αλήθεια, πόσες τέτοιες περιπτώσεις δεν θα υπάρχουν γύρω μας… 
Καλό Σαββατοκύριακο.
Σας φιλώ πολύ – κορίτσια κι αγόρια.
Π.

«… Ήταν μία νέα γυναίκα, αρκετά όμορφη και πολύ καλοντυμένη· έδειχνε ανυπόμονη και δυναμική. Είχε έρθει με τις δύο μικρές της κόρες, αλλά τις άφησε έξω να παίζ ουν. Είπε ότι ο σύζυγός της δούλευε σε κάποια εταιρία και η ζωή κυλούσε. Είχε μια παράξενη θλίψη που την κάλυπτε με γρήγορα χαμόγελα.
Ρώτησε: «Τι είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, κύριε; Είμαστε παντρεμένοι με τον άντρα μου εδώ και μερικά χρόνια. Υποθέτω ότι αγαπιόμαστε, αλλά υπάρχει κάτι σ’ όλο αυτό που λείπει έντονα».
– Θέλετε πραγματικά, κυρία,  να το κοιτάξετε πολύ βαθιά αυτό;
– Ναι, ήρθα από μακριά για να μιλήσω μαζί σας γι’ αυτό το θέμα.
– Ο σύζυγός σας δουλεύει στο γραφείο του κι εσείς στο σπίτι, έχοντας και οι δύο σας  τις φιλοδοξίες σας, τις απογοητεύσεις σας, τις αγωνίες και τους φόβους σας. Εκείνος θέλει να γίνει ένας σπουδαίο στέλεχος στη δουλειά του και φοβάται μήπως δεν το καταφέρει, κι ότι ίσως κάποιοι άλλοι ανέβουν πριν από εκείνον.  Εκείνος είναι χωμένος στις φιλοδοξίες του, στις απογοητεύσεις του, στην προσπάθειά για αναγνώριση και εσείς στα δικά σας. Εκείνος γυρίζει σπίτι κουρασμένος, εκνευρισμένος, με φόβο στην καρδιά του και κουβαλάει στο σπίτι τις εντάσεις του. Αλλά κι εσείς επίσης είστε κουρασμένη από τις δουλειές του σπιτιού, με τα παιδιά και με όλα τα υπόλοιπα. Ίσως πίνετε μαζί κάτι το βράδυ για να καλμάρουν τα νεύρα σας κι αρχίζετε μια ανήσυχη συζήτησι. Ύστερα από λίγη κουβέντα και φαγητό πέφτετε αναπόφευκτα στο κρεβάτι. Όλο αυτό είναι εκείνο που ονομάζεται συζυγική σχέση – ο καθένας ζει μέσα στη δική του εγωκεντρική δραστηριότητα, και συναντιέται με τον άλλον στο κρεβάτι – όλο αυτό ονομάζεται αγάπη. Φυσικά υπάρχει και λίγη τρυφερότητα, λίγη φροντίδα, ένα δυο χάδια στο κεφάλι των παιδιών. Ύστερα θα έρθουν τα γηρατειά και τέλος ο θάνατος. Αυτό είναι ό,τι γενικώς ονομάζεται ζωή σ’ ένα γάμο. Κι εσείς αποδέχεστε αυτό τον τρόπο ζωής.
– Και τι άλλο μπορεί να κάνει κανείς; Ανατρεφόμαστε μέσα σ’ αυτό, εκπαιδευόμαστε γι’ αυτό. Θέλουμε να έχουμε ασφάλεια, να έχουμε μερικά από τα αγαθά της ζωής. Δεν βλέπω τι άλλο θα μπορούσε να κάνει κανείς».
– Είναι η επιθυμία για ασφάλεια που μας δένει; Ή είναι η συνήθεια, η αποδοχή των μοντέλων της κοινωνίας, όπως η ιδέα του γάμου δύο ανθρώπων και της οικογένειας; Σίγουρα σε όλα αυτά υπάρχει πολύ λίγη ευτυχία.
– Υπάρχει κάποια ευτυχία, αλλά υπάρχουν πάρα πολλά που πρέπει να κάνει κανείς, πάρα πολλά για τα οποία πρέπει να ενδιαφερθεί. Είναι πάρα πολλά εκείνα που πρέπει να διαβάσει κανείς, εάν θέλει να είναι καλά πληροφορημένος. Δεν υπάρχει πολύς χρόνος για να σκεφτόμαστε. Προφανώς δεν είμαστε πραγματικά ευτυχισμένοι, αλλά απλώς συνεχίζουμε να ζούμε.
– Όλο αυτό ονομάζεται ζωή μέσα σε μια σχέση, αλλά προφανώς δεν υπάρχει καθόλου βαθιά σχέση. Μπορεί σωματικά να είσαι για λίγο μαζί με τον άλλον, αλλά ο καθένας ζει στον δικό του κόσμο απομόνωσης, θρέφοντας τα δικά του βάσανα και στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμιά συνάντηση, όχι απλώς σωματικά, αλλά σε ένα πολύ πιο βαθύ και πολύ πιο πλατύ επίπεδο. Το λάθος είναι της κοινωνίας και του πολιτισμού όπου έχουμε ανατραφεί και όπου τόσο εύκολα παγιδευόμαστε — έτσι δεν είναι; Η κοινωνία είναι μία σάπια, μία διεφθαρμένη και ανήθικη κοινωνία που την έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι οι άνθρωποι. Η κοινωνία πρέπει να αλλάξει, αλλά δεν μπορεί να αλλάξει παρά μόνον όταν αλλάξουν τα ανθρώπινα πλάσματα που την έχουν φτιάξει.
– Ίσως εγώ να μπορώ να καταλάβω αυτά που λέτε και πιθανόν να αλλάξω, αλλά τι θα γίνει μ’ εκείνον; Του δίνει πολλή ευχαρίστηση να αγωνίζεται, να πετυχαίνει, να γίνεται κάποιος. Δεν πρόκειται να αλλάξει και έτσι ξαναβρισκόμαστε πάλι εκεί που ήμασταν: εγώ αδύναμα να προσπαθώ να διαπεράσω το κλείσιμό μου και εκείνος όλο και περισσότερο να στερεώνει το στενό κελί της ζωής του. Οπότε τι νόημα έχουν όλα αυτά που λέτε;
– Δεν υπάρχει κανένα απολύτως νόημα σ’ αυτό το είδος ζωής. Είμαστε εμείς που έχουμε κάνει έτσι αυτή τη ζωή, με την καθημερινή ωμότητα και ασκήμια της, με τις κατά καιρούς αναλαμπές απόλαυσης· οπότε, εμείς πρέπει να πεθάνουμε ψυχολογικά ως προς όλα αυτά. Ξέρετε, κυρία, πραγματικά δεν υπάρχει αύρ ιο ψυχολογικά. Το ψυχολογικό αύρ ιο, είναι επινόηση της σκέψης για να εκπληρώνει τις σκάρτες φιλοδοξίες και επιθυμίες της. Η σκέψη φτιάχνει αυτά τα πολλά αύριο, αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τέτοιο αύριο. Το να πεθάνεις για κάτι του αύριο, σημαίνει να ζεις με πληρότητα σήμερα. Όταν το κάνεις, ολόκληρη η ζωή σου αλλάζει. Γιατί η αγάπη δεν είναι το αύριο, η αγάπη δεν είναι αντικείμενο της σκέψης, η αγάπη δεν έχει παρελθόν ή μέλλον. Όταν ζεις με πληρότητα σήμερα, υπάρχει σ’ αυτό μεγάλη ένταση και στην ομορφιά του –που δεν την αγγίζει η φιλοδοξία, η ζήλεια ή ο χρόνος– υπάρχει επικοινωνία, όχι μόνον με τον άνθρωπο αλλά και με τη φύση, με τα λουλούδια, με τη γη και με τους ουρανούς. Σ’ αυτό υπάρχει η ένταση της αθωότητας· και τότε το να ζεις έχει ένα τελείως διαφορετικό νόημα. »

 

«Το Ταξίδι της Θάλασσας»

Το σημερινό post έρχεται από την Κρήτη! Χα, χα, χα… Από τότε που ανακάλυψα πως- απ΄ ό,τι φαίνεται- η καταγωγή μου χάνεται μέσα στα χρόνια στην Κρήτη, όλο και κάτι γίνεται και γράφω για την Κρήτη! Αυτή τη φορά το post έχει να κάνει με ένα βιβλίο για παιδιά που μου έστειλε η συγγραφέας του, η Στέλλα Γιανναδάκη, με ζωγραφιές της Στεφανίας  Μαθιουδάκη και τίτλο, «Το Ταξίδι της Θάλασσας». Να και το εξώφυλλό του.

Όμως, το θέμα αυτού του ποστ, δεν είναι το εξαιρετικό παραμύθι με τις υπέροχες εικόνες του, δεν είναι διαφήμιση του βιβλίου, αλλά είναι το χειρόγραφο γράμμα που ήρθε μαζί με το βιβλίο και που το έγραψε η συγγραφέας του. Το γράμμα αυτό, που με συγκίνησε πολύ, μιλάει για το πώς και πότε γεννήθηκε η ιδέα του παραμυθιού, «Το Ταξίδι της Θάλασσας». Και, ίσως, αναρωτηθείτε γιατί  ένα γράμμα που έχει σχέση με ένα παραμύθι το έβαλα στην κατηγορία, «ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ». Νομίζω ότι είναι η πιο κατάλληλη  κατηγορία γι΄ αυτό το γράμμα. Αλλά ταυτόχρονα, έχει νόημα και για όλους μας, καθώς η ουσία του είναι για όλους τους ανθρώπους. Είμαι σίγουρος ότι θα συμφωνήσετε μαζί μου, όταν διαβάσετε το γράμμα που μου έστειλε η Στέλλα μαζί με το βιβλίο της.
Καλό βράδυ.
Π.

ΓΙΑΤΙ ΕΓΡΑΨΑ «Το Ταξίδι Της Θάλασσας».
Από παλιά είχα θέμα με την εμφάνισή μου. Είχα κάποια κιλά παραπάνω που με ενοχλούσαν στην εφηβεία μου. Ακόμα, είχα χοντρά πόδια. Δεν μου άρεσαν καθόλου τα πόδια μου. Έτσι το 1999 (τότε ήμουν στο Λύκειο) ξεκίνησα την πρώτη μου εξαντλητική δίαιτα μαζί με γυμναστική και από 62 κιλά που ήμουν πάντα, κατέβηκα περίπου 42 μέσα σε τρεις μήνες.
Οι γονείς μου, μιας και είναι λίγο υπερπροστατευτικοί, έπαθαν πανικό και έλεγαν πως κινδύνευα από Νευρική Ανορεξία. Ούτε νοσηλεύτηκα ποτέ σε νοσοκομείο, ούτε μου έδωσε ποτέ τέτοια διάγνωση γιατρός. Και ειλικρινά δεν πιστεύω πως είχα κάτι τέτοιο. Απλά είχε κολλήσει το μυαλό μου (κάτι σαν εμμονή) γιατί εγώ να έχω τέτοια πόδια (αυτή τη Μεσογειακή καμπύλη που έχουν οι Ελληνίδες)  και να μην είναι τα πόδια μου ίσια, ψηλά και λεπτά; Έτσι προσπαθούσα σκληρά να λεπτύνω τα πόδια μου, αλλά η κατασκευή του σώματός μου είναι τέτοια, που όσα κιλά κι αν χάσω πάντα τα πόδια μου θα είναι πιο γεμάτα. Φυσικά, το πρόβλημα δεν ήταν στα πόδια μου, αλλά στην χαμηλή αυτοεκτίμησή μου!
Έτσι μια μέρα πήγα στο Γυμναστήριο. Απογοητευμένη, στενοχωρημένη και εξαντλημένη κάθισα σε ένα ποδήλατο, κοιτώντας στον καθρέπτη απέναντί μου κι άρχισα να σκέφτομαι: «Πώς είμαι έτσι; Είμαι χάλια! Και τι απαίσια πόδια που έχω; Γιατί ο Θεός έπρεπε να δώσει σε εμένα αυτό το σώμα;».
Κι ενώ σκεφτόμουν όλα αυτά κοίταξα στο διπλανό ποδήλατο που καθόταν ένα κορίτσι· ένα πολύ όμορφο κορίτσι! Ήταν τόσο όμορφη που πραγματικά τη ζήλεψα!
Αν και ήταν καθιστή, φαινόταν ψηλή και είχε λεπτά πόδια. Τα μαλλιά της ήταν κατάμαυρα κι όλο μακριές μπούκλες πλαισίωναν το πρόσωπό της. Είχε κάτασπρο δέρμα, γλυκά χαρακτηριστικά σαν Νεράιδα με κατακόκκινα μαγουλάκια και χείλη!
Έβγαζε μια ομορφιά από μέσα της, μια αυτοεκτίμηση κι αξιοπρέπεια! Τη ζήλεψα τόσο που είπα από μέσα μου: «Αχ! Μακάρι να ήμουν στη θέση της»!

Μόλις το είπα αυτό, βλέπω μια άλλη κοπέλα να έρχεται κοντά της, να της πιάνει ένα ένα τα πέλματα των ποδιών της και να τα κατεβάζει από τα πετάλια του ποδηλάτου! Μετά τη βοήθησε να σταθεί όρθια. Όταν η κοπέλα στάθηκε όρθια περπάτησε μόνη της χωρίς βοήθεια. Όμως τα πέλματά της δεν ήταν ευθεία μπροστά, αλλά έβγαιναν προς τα έξω. Και περπατούσε με αυτόν τον τρόπο!
Εκείνη τη στιγμή έπαθα σοκ λες και κάποιος μου έδωσε ένα δυνατό χαστούκι! Μετά, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να κατέβω από το ποδήλατο, να τρέξω στα αποδυτήρια του γυμναστηρίου και να μουντζωθώ! Ναι, κυριολεκτικά μουντζώθηκα (!) όταν συνειδητοποίησα τι είχε συμβεί!
Πόσο χαζή μπορεί να ήμουν; Δες αυτή την κοπέλα που έχει ένα τόσο σοβαρό πρόβλημα  και το αντιμετωπίζει τόσο γενναία και με τόση αξιοπρέπεια! Κι εγώ πόσο αχάριστα και απερίσκεπτα είχα φερθεί; Ήμουν τόσο αδύναμη που δεν εκτιμούσα τίποτε από όσα έχω. Ούτε τα πόδια μου, ούτε και τον εαυτό μου! Εκείνο όμως το κορίτσι ήταν δυνατό! Ήξερε να ζει και να εκτιμάει τη ζωή της! Εκτιμούσε αυτό που είχε. Εκτιμούσε αυτό που είναι! Τη θαύμασα κι ακόμη τη θαυμάζω!
Με τα χρόνια, αυτό το κορίτσι έγινε κάτι σαν πρότυπό μου.  Ψάχνω να τη βρω από τότε για να της χαρίσω ένα παραμύθι μου.
Αυτή η ιστορία γυρνούσε για πολλά χρόνια μέσα στο μυαλό μου — σαν αίσθηση και σαν εικόνα. Δεν μπορώ να ξεχάσω αυτό που ένιωσα εκείνη τη στιγμή: Τη στιγμή που είδα την κοπέλα να περπατάει! Αυτό που σκέφτηκα τότε, με πείραξε πολύ. Γιατί εγώ να σκεφτώ έτσι και να ζηλέψω εκείνο το κορίτσι; Τι είχε εκείνη, που δεν είχα εγώ; Μάλλον είχε ευγνωμοσύνη! Από το 1999 μέχρι και το 2003 με βασάνιζε αυτή η σκέψη.
Κάπως έτσι βγήκε «Το Ταξίδι Της Θάλασσας». Έτσι μου ήρθε η ιδέα! Ήθελα να πω στους ανθρώπους να μη ζηλεύουν ο ένας αυτό που έχει ο άλλος, αλλά να εκτιμούν και να χαίρονται για όσα έχουν — γι’ αυτό που είναι,  γι’ αυτό που ξέρουν να κάνουν. Να νιώθουν ευγνωμοσύνη ακόμη και για τον ήλιο που τους ζεσταίνει! Έτσι έβαλα τους δύο ήρωες, τον Ήλιο και τη Θάλασσα, να ζηλεύει ο ένας τη θέση του άλλου, για να δείξω πόσο καταστροφικό είναι να μην αισθάνεσαι ευγνωμοσύνη γι’ αυτά που έχεις!
Αυτό είναι το Κεντρικό Μήνυμα που ήθελα να δώσω, στις σελίδες 40 και 41 του βιβλίου.
Η Θάλασσα λέει: «Δε θα παραπονεθώ ποτέ ξανά. Ούτε θα θελήσω να γίνω κάτι άλλο από αυτό που είμαι».
Και ο Ήλιος: «Ποτέ δεν θα ζηλέψω ξανά τη θέση κάποιου άλλου. Καθετί στον κόσμο έχει τη δική του ξεχωριστή αξία και τη δική του ομορφιά!»
Κι αυτό γιατί εγώ πριν πολλά χρόνια ζήλεψα ένα κορίτσι, κι ευχήθηκα να ήμουν στη θέση της! Μάλλον ζήλεψα τη δύναμή της και τον τρόπο που αντιμετώπιζε τη ζωή. Με τόση γενναιότητα και θάρρος!! Νομίζω ότι μετά από όλα αυτά, πρέπει να της αφιερώσω το παραμύθι μου.

«Το τέτοιο του τέτοιου»

Σήμερα, θα ανοίξω μια καινούργια κατηγορία ιστοριών που με έχει ενθουσιάσει. Έχει τίτλο «Γυναικείες Ιστορίες».  Η ιδέα μου ήρθε από μια αληθινή ιστορία που μου διηγήθηκαν. Δεν είναι για γυναίκα, ακριβώς, αλλά είναι 100% γυναικεία, και δίνει ακριβώς το νόημα και το περιεχόμενο που θα έχει αυτή η κατηγορία. Ελπίζω να σας αρέσει, «Παραμυθομεγαλωμένα» μου, να ακούτε και τέτοιες ιστορίες τώρα που μεγαλώσατε.
Καλό Σαββατοκύριακο.
Σας φιλώ πολύ
Π. 

Ήταν ένας  χρόνος που είχαν χωρίσει με τη γυναίκα του. Εκείνος ήταν  Γυναικολόγος και η γυναίκα του δούλευε σε κάποιο Υπουργείο. Είχαν μόνο μία κόρη που είχε μπει στα δεκατρία και είχε μεγάλη αδυναμία στον πατέρα της, όπως κι εκείνος στην κόρη του. Το σπίτι που είχε νοικιάσει για να μείνει, είχε δύο κρεβατοκάμαρες για να μπορεί όποτε θέλει το μικρό κορίτσι να κοιμάται σπίτι του.
Εκείνο το Σαββατοκύριακο είχε κανονίσει με την κοπέλα που είχε κάνει δεσμό, να μείνει εκείνη μαζί του και όχι η κόρη του. Την Παρασκευή το βράδυ, όμως, τον πήρε η μικρή τηλέφωνο και του είπε ότι το Σαββατοκύριακο ήθελε οπωσδήποτε να μείνει μαζί του. Αυτός προσπάθησε να την πείσει να μείνει με τη μάνα της, αλλά το μικρό κορίτσι ήταν ανένδοτο.
«Σήμερα στο σχολείο μπαμπά», του είπε το μικρό κορίτσι, «ένοιωσα μέσα μου να μεγαλώνω και θέλω να είμαι μαζί σου, γιατί φοβήθηκα λίγο». «Δηλαδή τι ένοιωσες;» τη ρώτησε ο πατέρας της. «Δεν ξέρω ακριβώς μπαμπά, γι’ αυτό νοιώθω περίεργα». «Το είπες στη μητέρα σου;» συνέχισε εκείνος.  «Ναι, και γέλαγε μπαμπά μου και μου είπε πάλι ότι χαϊδεύομαι όπως πάντα…». Εκείνος, ήξερε αυτή την έλλειψη ευαισθησίας της πρώην γυναίκας του απέναντι στην κόρη τους –παρόλο που ήταν γυναίκα και η ίδια — και κούνησε το κεφάλι του. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς: Είπε στη φίλη του ότι τα σχέδια που είχαν κάνει να περάσουν το Σαββατοκύριακο μαζί ακυρώνονταν. Εκείνη εκνευρίστηκε,  γκρίνιαξε, μουρμούρισε ένα, «αμάν πια με την κόρη σου…», αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να τον κάνει ν’ αλλάξει γνώμη.
Έτσι, την Παρασκευή, πήγε ο ίδιος και  πήρε τη μικρή από το Σχολείο της και την έφερε σπίτι του. Όλο το απόγευμα και μετά το βράδυ που της μαγείρεψε και φάγανε οι δυο τους, παρατήρησε πως ήταν κάπως ανήσυχη και φευγάτη. Αφού είδανε μαζί και λίγο τηλεόραση, την έβαλε στο κρεβάτι της – στο δικό της δωμάτιο – της έδωσε κι ένα φιλί στο μάγουλο κι άφησε λίγο μισάνοιχτη την πόρτα για να την ακούει.
Θα ήταν λίγο μετά που τον είχε πάρει ο ύπνος, όταν ξύπνησε από την κόρη του που φώναζε, «μπαμπά μου… μπαμπά μου…», μιξοκλαίγοντας. Τινάχτηκε από το κρεβάτι κι έτρεξε στο δωμάτιο του μικρού κοριτσιού.
«Τι έχεις, μωρό μου», τη ρώτησε κι αφού άναψε το φως, έσκυψε από πάνω της.
«Είμαι μούσκεμα μπαμπά… Τα έκανα επάνω μου…».
«Καλά μωρό μου, μην κάνεις έτσι, δεν είναι και τίποτα φοβερό», την παρηγόρησε σηκώνοντας τα σκεπάσματα. Και τότε κατάλαβε γιατί η κόρη του, την προηγούμενη μέρα του είχε πει ότι ένοιωθε μέσα της να μεγαλώνει: Το σεντόνι από κάτω της είχε αίματα! Η κόρη του είχε αδιαθετήσει για πρώτη της φορά.  Ένοιωσε τα μάτια του να τρέχουν δάκρυα και χαμογέλασε καθώς σκέφτηκε ότι δεν θα πίστευε ποτέ του, αν του έλεγαν ότι κάποτε θα δακρύσει από συγκίνηση, γιατρός άνθρωπος,  βλέποντας μια γυναίκα που της ήρθε περίοδος! Γιατί, ναι: η κόρη του ήταν πια γυναίκα. Ήξερε πολύ καλά, ότι από τη στιγμή μου που έρχεται η περίοδος, για τη φύση το κορίτσι είναι έτοιμο να γεννήσει, να γίνει μάνα, άρα είναι γυναίκα. Σκούπισε γρήγορα τα μάτια του κι έτρεξε στο μπάνιο να φέρει μια πετσέτα, λέγοντας στην κόρη του: «Μη στενοχωριέσαι, μωρό μου, δεν τα έκανες επάνω σου. Έγινε αυτό που σε έκανε χθες να νοιώθεις μέσα ότι μεγαλώνεις. Σου ήρθε περίοδος».
Καθώς την ανασήκωσε και έβαλε από κάτω της, δένοντας την γύρω από τη μέση της σαν βρακάκι, τη μεγάλη πετσέτα, εκείνη τον ρώτησε: «Τι είναι περίοδος, μπαμπάκα μου; Έτσι το λένε όταν τρέχει αίμα το πιπί σου»;
«Ναι, μωρό μου. Δεν σου έχει πει τίποτα η μαμά σου γι’ αυτό»;
«Όχι, μου είπε για το αίμα μία φίλη μου στο σχολείο πριν λίγες μέρες, που μου είπε χαρούμενη ότι αδιαθέτησε. Και γιατί ήταν χαρούμενη; Εγώ πονάω κι έχω γεμίσει αίματα…», γκρίνιαξε το μικρό κορίτσι μιξοκλαίγοντας.
«Θα στα εξηγήσω όλα μωρό μου, αλλά πρέπει πρώτα να πλυθείς, να βάλεις καθαρό βρακάκι και ν’ αλλάξουμε σεντόνια».
Ο συνδυασμός Γυναικολόγου και μπαμπά, του έβγαλε μία μεγάλη τρυφερότητα, καθώς καθάριζε το μικρό, απαλό, ματωμένο γυναικείο όργανο της κόρης του. Ευτυχώς, το ιατρείο του ήταν το διπλανό διαμέρισμα από το σπίτι κι έτρεξε να φέρει μια από τις σερβιέτες που είχε πάντα για τις πελάτισσές του για ώρα ανάγκης.
«Για φαντάσου… είμαι ο πρώτος Γυναικολόγος  της κόρης μου!» σκέφτηκε γελώντας καθώς έφερνε τη σερβιέτα στο μικρό κορίτσι».
Όταν τέλειωσε όλη η διαδικασία, την σήκωσε στην αγκαλιά του και την πήγε στον καναπέ, για να αλλάξει τα σεντόνια του κρεβατιού της. Ύστερα, της ζέστανε ένα ποτήρι γάλα κι ήρθε κι έκατσε δίπλα της στον καναπέ, για να της πει όλα όσα θεωρούσε ότι έπρεπε να της έχει πει η μάνα της για την περίοδο, για την εγκυμοσύνη και όλα όσα θεώρησε ότι μπορούσε να πει στο μικρό κορίτσι για τη σεξουαλική πράξη. Κι εκεί ήταν που το μικρό κορίτσι του έκανε με φοβερή αθωότητα, τη δήλωση που τον κούφανε και τον έκανε να προχωρήσει τη… σεξουαλική διαπαιδαγώγηση της δεκατριάχρονης κόρης του σε κάποιες επιπλέον λεπτομέρειες. Όταν, λοιπόν, τέλειωσε εκείνος όλα όσα θεωρούσε ότι έπρεπε να της πει ως γιατρός και μπαμπάς, εκείνη του είπε με ύφος γεμάτη σιγουριά:
«Μπαμπά μου, εγώ δεν πρόκειται να κάνω ποτέ σεξ. Αφού το πιπί μου είναι μικρό και πονάει που τρέχει αίμα, πώς θα μπει μέσα στο πιπί μου το τέτοιο του τέτοιου που θα θέλει να κάνουμε παιδί, που έχω δει ότι το αντρικό τέτοιο είναι πολύ μεγάλο»;
Κι εκεί, ο γυναικολόγος-μπαμπάς κόμπιασε. Πώς θα εξηγούσε με περισσότερες λεπτομέρειες την σεξουαλική πράξη για να μην μείνει καμιά φοβία στην ψυχούλα της κόρης του για «την πιο όμορφη και πιο βαθιά εμπειρία που μπορεί να νοιώσει ο άνθρωπος και τη μόνη από πρώτο χέρι», όπως είχε γράψει κάπου ο αγαπημένος του φιλόσοφος. Έτσι, ξεροκατάπιε και ξανάρχισε τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση, μιλώντας όσο πιο ιατρικά, αλλά και διακριτικά και τρυφερά μπορούσε για την ηδονή που θα νοιώθει κάνοντας σεξ και τη διαστολή που φέρνει στο πιπί, δηλαδή που το κάνει να μεγαλώνει τόοοοοοοσοοοο πολύ, που  το «τέτοιο του τέτοιου» θα μπαίνει εύκολα μέσα γλιστρώντας  και θα της αρέσει πάααααραααα πολύύύύύ…..
Καθώς τον άκουγε, εκείνος την ένοιωθε να ησυχάζει, να χαλαρώνει και στο τέλος, ενώ χασμουριόταν, έγειρε στο στήθος του νυσταγμένη. Ησύχασε κι αυτός και της είπε: «Άντε μωρό μου, πάμε για ύπνο, κοντεύει να ξημερώσει».
Την πήρε αγκαλιά και την έβαλε στο κρεβάτι της. Τη σκέπασε και της έδωσε από ένα φιλί στο κάθε μάγουλο.
«Καληνύχτα, μωρό μου».
«Καληνύχτα, μπαμπάκα μου… Είδες που είχα δίκιο που ήθελα σήμερα να κοιμηθώ εδώ»;
«Ναι, μωρό μου, δίκιο είχες», της είπε κι έσβησε το φώς. Βγαίνοντας άφησε ανοιχτή την πόρτα για να την ακούει.
Σε λίγο έπεσε ξερός στο κρεβάτι του. Λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος, ένοιωσε μια τρομερή τρυφερότητα να τον πλημυρίζει και τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Ήταν μια τρυφερότητα για την κόρη του και για όλες τις γυναίκες που είχε γνωρίσει στη ζωή του. Και έτσι τον πήρε ο ύπνος…