Μπουκάλια στη θάλασσα και κεφτέδες με τηγανητές πατάτες και κοκορέτσι.

Χα, χα, χα… ναι ξέρω, μ’ αυτόν τον τίτλο μπορεί να σκεφτήκατε: «πάει ο παππούς, λάλησε τελικά από τη χαρά του και τη συγκίνηση με αυτά που του γράφουμε»! Μπα… Μη σας νοιάζει. Αντέχω. Τον τίτλο αυτού του post τον σκέφτηκα από τα σχόλια δύο παιδιών. Το ένα λίγο παλιότερο, του παιδιού που λέει για τον παππού του που ψαρεύανε και το άλλο σήμερα, του παιδιού (δεν σας πειράζει που σας λέω «παιδιά») που λέει, «Με χαρά βλέπω πως υπάρχουν αρκετοί που έχουν ανάλογες απόψεις εδώ μέσα… Πού κρύβεστε όλοι εσείς στην καθημερινότητά;»   Για το πρώτο, λοιπόν, ήθελα να πω ότι: δεν είμαι χορτοφάγος. Δεν τρώω κρέας κανενός είδους, αλλά τρώω ψάρι. Και δεν τρώω κρέας, όχι για λόγους «θρησκευτικούς». Άλλωστε, από μικρό παιδί δεν είχα καμία τάση για θρησκείες και τέτοια. Αλλά δεν είμαι «άθεος». Ξέρετε, δεν πιστεύω ότι υπάρχουν «άθεοι»· «άθρησκοι», ναι  αλλά «άθεοι», όχι – κι ας μην το ξέρουν. Αλλά αυτό είναι μία άλλη συζήτηση. Έπαψα να τρώω κρέας το 1986, τότε που έπαψα να καπνίζω. (Δεν «έκοψα» το τσιγάρο, «έπαψα να θέλω να καπνίζω». Είναι πολύ διαφορετικό, όσο κι αν σας φαίνεται παράξενο, κι αν κανείς θέλει, κάποια φορά θα σας το εξηγήσω.) Το 1986, λοιπόν, ένα βράδυ, εκεί που είμαστε σε κάποια εστιατόριο, είχα παραγγείλει την μπριζολάρα μου με τηγανητές πατάτες για γαρνιτούρα. Μόλις μου την έφεραν και πήγα να ορμήξω με το μαχαίρι και το πιρούνι, δεν ξέρω πώς διάολο έγινε και ξαφνικά την σκέφτηκα ως μέρος ενός ολόκληρου ζώου! Και το λυπήθηκα! Τα ‘παιξα! Παρ’ όλα αυτά άρχισα να την κόβω, αλλά πάλι μου πέρασε σαν φλασιά η εικόνα ανθρώπων που σκοτώνουν ελάφια, κόβουν λαιμούς κοτόπουλων, ανθρώπων που μαχαιρώνονται ή σκοτώνονται, κι αυτό ήταν. Μπορεί να σας φανεί παράξενο, αλλά ντράπηκα που δεν μπορούσα να φάω την μπριζόλα, κι άρχισα να την κόβω, την έκανα «νιανιά» που λένε, να μοιάζει σαν αποφάγια, έτρωγα πατάτες και σαλάτα, και κανείς δεν πρόσεξε τίποτα. Τις επόμενες μέρες ανακάλυψα ότι δεν μπορούσα να φάω ούτε ψάρι. Λίγο, αργότερα όμως, κάποια διαιτολόγος με την οποία συζήτησα, μου είπε ότι όσο κάνω αυτή τη δουλειά στην τηλεόραση που έχει πολύ στρες, να τρώω που και που ψάρι, επειδή δεν έτρωγα όσπρια και πολύ τυρί. Έτσι δεν ξανάφαγα κρέας, και τρώω ψάρι που και που, εικοσιένα χρόνια τώρα. Και πού κολλάνε οι κεφτέδες και το κοκορέτσι; Χα, χα, χα… Μαζί με τις τηγανητές πατάτες, είναι κι αυτά το αγαπημένο μου φαγητό από παιδί. Κι όταν, πριν καιρό που μένανε τα παιδιά μαζί μας, η γυναίκα μου τους μαγείρευε κεφτέδες, έτρωγα κι εγώ. Αλλά και τώρα, όταν βρεθώ σε κάποιο σπίτι που έχουν τηγανητούς κεφτέδες, τρώω χωρίς συζήτηση. Και βέβαια κάθε Πάσχα, να μεν δεν τρώω αρνί, αλλά αν βρεθώ κάπου που έχουν κοκορέτσι, τρώω ασυζητητί. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, η γεύση του κοκορετσιού και των κεφτέδων μου ξυπνάει κάτι παιδικό μέσα μου, κάτι σαν να κάνω αταξία. Βλέπετε, έχει μεγάλη διαφορά να σου έχουν επιβάλλει κάποια πειθαρχία απ’ έξω από το να έχει γεννηθεί αβίαστα και φυσιολογικά μια πειθαρχεία μέσα σου, γιατί τότε δεν είσαι φανατικός.

Αυτά για το πρώτο σχόλιο. Για το δεύτερο σχόλιο τώρα, «Με χαρά βλέπω πως υπάρχουν αρκετοί που έχουν ανάλογες απόψεις εδώ μέσα… Πού κρύβεστε όλοι εσείς στην καθημερινότητα;…», όταν το διάβασα σκέφτηκα πως τότε που έκανα τον «Παραμυθά» στην τηλεόραση, αναρωτιόμουν αν και ποιοι τον βλέπουν και τι καταλαβαίνουν. Ένοιωθα σαν ναυαγός που πετάει μπουκάλια με μήνυμα στη θάλασσα  και δεν ξέρει αν και πότε θα τα πάρει κάποιος. Και να που τώρα, ύστερα από τριάντα χρόνια σχεδόν, μαθαίνω ότι τα «μπουκάλια» μου τα έβρισκαν κάποιοι και διάβαζαν το μήνυμα, αλλά επειδή ήταν μικροί κι αδύναμοι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, αλλά μπορούσαν να κρατήσουν φυλαγμένο στην καρδιά τους το «μήνυμα» και να που τώρα βρεθήκαμε. Γιατί το «πήρατε το μήνυμα» και το φυλάξατε στην καρδιά σας, επειδή εκεί απευθυνόταν και για πράγματα της καρδιάς μιλούσε. Το μίσος, ξέρετε, το «κακό», είναι πολύ ισχυρά και κάνουν τα πάντα για να σε δελεάσουν, ενώ η αγάπη δεν κάνει τίποτα, αλλά είναι ανθεκτική και περιμένει εκεί να την νοιώσεις. Σαν τα μπουκάλια των ναυαγών στη θάλασσα, που το κύμα τα φέρνει σε κάποια παραλία και πηγαινοέρχονται στην άμμο περιμένοντας αυτόν που θα τα δει και θα σκύψει να τα πάρει. Γι’ αυτό μωρά μου, μη φοβάστε να «πετάτε μπουκάλια» με κάτι από την καρδιά σας μέσα, γιατί πάντα υπάρχει κάποιος που γι’ αυτόν είναι «το μπουκάλι» και θα το βρει και θα το πάρει. Δεν είναι πολλοί, αλλά υπάρχουν. Άλλωστε, δεν είναι και πολλοί που πετάνε «μπουκάλια».
Σας φιλώ.
Π.
Υ.Γ. Χα, χα, χα… σκέφτηκα μια πολύ μελό φράση: «Μέσα σ’ αυτή τη θάλασσα της βίας, του φθόνου, του ανταγωνισμού και της κακίας, υπάρχουν και οι ναυαγοί της αγάπης που πετάνε μπουκάλια στη θάλασσα… » Χα, χα, χα… ακούγεται πολύ μελό, αλλά ίσως να ‘ναι κι έτσι, ποιος ξέρει…

8 Σχόλια στο “Μπουκάλια στη θάλασσα και κεφτέδες με τηγανητές πατάτες και κοκορέτσι.”

      marilia
      11 Μαρτίου 07 στις 13:46

      χιχιχι! Έχετε πρόσκληση για φαγητό! Σήμερα έφτιαξα μπιφτέκια, αλλά λίγο κιμά είπα να τον κάνω κεφτεδάκια. Δεν ξέρω πώς μου ‘ρθε, αφού το τηγάνι το ‘χω καταργήσει εδώ και πολλά χρόνια, πάντως τα έφτιαξα και τα έβαλα στην κατάψυξη. Κάποιον περιμένουν… :):):)

      Όσο για το δεύτερο, το… «μελό», δε θα το σχολιάσω συνειδητά. Μην ξαναθωλώσει ο χώρος γύρω… 😉

      Φιλιά! Τόοοοοσα!

      περιπετών
      12 Μαρτίου 07 στις 2:53

      Χεχε Παραμυθά μου το «πρόσωπο» που έκανε και τα δύο σχόλια στα οποία απήντησες είναι ένα και το αυτό;) Σε ευχαριστώ για τις σκέψεις σου.

      Παρά τις μεγάλες σφαλιάρες που έφαγα τα τελευταία 2-3 χρόνια και το μικρό διάλειμμα, προσφάτως ξανάρχισα να πετάω μπουκάλια γεμάτα αγάπη και ποιήματα στη θάλασσα του ατομικισμού που μας περιβάλει και πολλά από αυτά έχουν και παραλήπτη. Εάν τώρα όποιοι τα βρουν τα αγνοήσουν (όπως κάνουν συνήθως), δεν πειράζει. Ίσως μετά από χρόνια τα ξανανοίξουν και δουν τι πραγματικά έλεγαν μέσα. Ίσως εν τέλει τίποτε δεν πάει χαμένο στην χαμένη μας ζωή.

      lpanos
      12 Μαρτίου 07 στις 11:53

      Αγαπημένε μου Παραμυθά,

      τα δικά σου μπουκάλια τουλάχιστον πολλοί από μας τα βρήκαμε, τα ανοίξαμε και διαβάσαμε αυτό που είχαν μέσα τα χαρτάκια. Άραγε τα δικά μας μπουκάλια, θα βρεθεί κανείς να τα μαζέψει; Δυστυχώς, ο κόσμος – οι καρδιές των ανθρώπων – έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία 30 χρόνια.

      Σήμερα, όχι στη θάλασσα, αλλά στο κεφάλι του άλλου να πετάξεις μπουκάλι, δύσκολα θα διαβάσει κάποιος το χαρτάκι σου. Αλλά ακόμα και αν το διαβάσει, είναι σπάνιο να το κατανοήσει… Το πιο πιθανό είναι να το σκίσει και να το πετάξει στα σκουπίδια…

      Ένας (ακόμα) ναυαγός

      (Για την αντιγραφή: lpanos)

      elafini
      12 Μαρτίου 07 στις 20:07

      θα θέλατε να πάρετε μέρος σε ένα παιχνίδι με ταινίες? είμαι περίεργη..τι βλέπει ο παραμυθάς?αν ναι, ακολουθήστε τα ψιχουλάκια που οδηγούν στο blogδάσος μου..

      cuentos_nat
      13 Μαρτίου 07 στις 15:15

      Αγαπημενε μου παραμυθα
      Νομιζω οτι αυτο που γινεται με τα blogs ειναι χιλιαδες μπουκαλια με μηνυματα στη θαλασσα καθε μερα.Εγω που εχω ενα τοσο ασημο blog, μου φτανουν οι 3-4 που με διαβαζουν.Δεν χρειαζονται πολλοι…
      Κοιτω εξω τωρα και μολις βγηκε ο ηλιος για πρωτη φορα σημερα…
      Φιλιά

Σχολιάστε