Το Τείχος του Βερολίνου. (Β΄ μέρος)

Ε, σήμερα πια θα γράψω το δεύτερο και τελευταίο μέρος του post για το Τείχος του Βερολίνου που το ξεκίνησα στις 13 Αυγούστου και το τελειώνω, παρά τρεις μέρες,  ένα μήνα μετά, και ύστερα από άλλα 8 posts! Μου βγήκε αρκετά μεγάλο, αλλά είπα να μην το σπάσω και σε τρίτο μέρος, αφού μπορείτε να το διαβάσετε και σε δόσεις από μόνοι σας.
Πριν αρχίσω το post, θα ήθελα να ανεβάσω εδώ ένα ασπρόμαυρο ντοκιμαντέρ 8 λεπτών, για το Τείχος του Βερολίνου, γυρισμένο πολύ καιρό πριν γκρεμιστεί  το Τείχος, όταν ακόμα η 13 Αυγούστου ήταν ημέρα πένθους για το Βερολίνο, όπως φαίνεται και στο τέλος του φιλμ. Η γλώσσα είναι Αγγλικά, αλλά δεν υπάρχουν υπότιτλοι. Είναι, όμως, εύκολο να καταλάβετε  τι λέει – αν και σημασία έχει η εικόνα, που νομίζω ότι τα λέει όλα. Δείτε το.

Αυτό φιλμ το ανακάλυψα τυχαία, ψάχνοντας για φωτογραφίες, όταν αρχίζοντας αυτό το δεύτερο μέρος, λέω: «Δεν βάζω καμιά φωτογραφία και από το…»  Κι εκείνη τη στιγμή που σκέφτηκα το όνομα  του σημείου ελέγχου του περάσματος από το Δυτικό στο Ανατολικό Βερολίνο, συνειδητοποίησα  ότι δεν σας είχα πει το όνομα, που φαντάζομαι το ξέρετε:  Check point Charlie. Απ’ αυτό, λοιπόν,  πέρασα για να πάω στο θέατρο του Μπέρτολτ Μπρεχτ, το Μπερλίνερ Ανσάμπλ. Και η φωτογραφία που βλέπετε, είναι ακριβώς το σημείο απ’ όπου πέρασα τότε.

Και η ταμπέλα που ακολουθεί υπήρχε μπροστά από την έξοδο προς το Ανατολικό Βερολίνο, ενώ μια άλλη, που δεν κατάφερα να βρω, έγραφε: «FREEDOM MUST NOT STOP HERE» (Η Ελευθερία δεν πρέπει να σταματάει εδώ»)

Είχαμε μείνει εκεί όπου φτάνοντας σε ένα Πάρκο, διασχίζοντας την «Πόλη των Κατσούφηδων», συνειδητοποίησα ότι τότε ήταν που σκέφτηκα για πρώτη φορά την ιδέα για το επεισόδιο του «ΠΑΡΑΜΥΘΑ» με αυτό τον τίτλο, που με το βίντεό του έκλεισα το post. Ύστερα από λίγο, λοιπόν, έφτασα στο Θέατρο. Το κτίριο απ’ έξω ήταν ένα πολύ εντυπωσιακό παλιό κτίριο, που βλέπετε εδώ.

Είχα σκεφτεί να παρακολουθήσω μόνο τις παραστάσεις των έργων που θα τα ήξερα από την Ελλάδα γιατί δεν μιλούσα λέξη Γερμανικά. Όμως, από τα 31 θεατρικά έργα του Μπρεχτ, μόνο τα 6 είχαν μεταφραστεί –τότε – στα ελληνικά. Κι επειδή είδα ότι κάθε μέρα έπαιζε άλλο έργο κι εκείνη την ημέρα , έπαιζε ένα που δεν το ήξερα, αποφάσισα να μπω στο θέατρο κι ας μην καταλάβαινα.  Κι από μέσα το θέατρο ήταν εντυπωσιακό και πολύ όμορφο! Κι με συγκινεί, γιατί είναι από την πλευρά του ηθοποιού, είναι εκείνο που βλέπει αυτός…

Όταν άρχισε η παράσταση, δεν πέρασε πολύ ώρα και ένοιωσα μια φοβερή έκπληξη! Παρόλο που δεν ήξερα λέξη Γερμανικά, καταλάβαινα ή καλύτερα, ένοιωθα όλα όσα γίνονταν στην παράσταση και τελικά ήταν σαν να καταλάβαινα τη γλώσσα! Τόσο τέλεια παίζανε οι ηθοποιοί! Όλα όσα λέγανε στην Ελλάδα για το «αποστασιοποιημένο» παίξιμο των ηθοποιών, στο Μπρεχτικό Θέατρο, υπονοώντας ότι -σε αντίθεση με το παίξιμο-ταύτιση του ηθοποιού με τον ρόλο-  σ’ αυτό δεν υπήρχε συναίσθημα, ένοιωσα ότι έδειχναν άγνοια. Στην παράσταση που παρακολουθούσα, οι ηθοποιοί μετέδιδαν ένα βαθύ και πλούσιο συναίσθημα του ρόλου που έπαιζαν, με αποτέλεσμα να νοιώθεις ό,τι γινόταν στο έργο και ας μην ήξερες τη γλώσσα! Αυτό το παίξιμο, που τότε, στα 23 μου,  το ονόμασα, «αποστασιοποιημένα ταυτισμένο» με το ρόλο, είναι εκείνο που -πολλά χρόνια αργότερα- θα με βοηθούσε να καταλάβω, τι σημαίνει «επίγνωση χωρίς επιλογές».  Μου άρεσε τόσο πολύ η παράσταση, που όταν σηκώθηκα να πάω στο μπαρ, στο διάλειμμα, βγαίνοντας από την πλατεία, ήμουν τόσο φευγάτος, που κοιτάζοντας στον απέναντι τεράστιο καθρέφτη τον εαυτό μου ανάμεσα στον κόσμο που έβγαινε από την πλατεία, σκέφτηκα: «Μπα! Έχει κι άλλους έλληνες εδώ»! Ευτυχώς συνειδητοποίησα αμέσως ποιος ήταν ο «άλλος έλληνας» που έβλεπα, και δεν άρχισα να κοιτάζω δεξιά κι αριστερά μου για να …με βρω!
Όταν τελικά τέλειωσε η παράσταση, ξεκίνησα πάλι με τα πόδια για το Ανατολικό φυλάκιο του CHECKPOINT CHARLIE, για να περάσω στο Δυτικό Βερολίνο. Εκεί προσγειώθηκα απότομα, από εκεί που με είχε ανεβάσει η παράσταση. Όταν παρέδωσα το χαρτί που είχα πάρει μπαίνοντας, ο Γερμανός αξιωματικός, μου είπε ότι, καθώς θα διασχίζω το δρόμο που οδηγούσε στο Τείχος, να περπατάω αργά μέχρι να φτάσω στο φυλάκιο του Δυτικού Βερολίνου, γιατί οι σκοπευτές  που ήταν πάνω στο φυλάκιο με το πολυβόλο στο χέρι, θα νόμιζαν ότι πάω γρήγορα για να το σκάσω από το Ανατολικό Βερολίνο και θα με πυροβολήσουν χωρίς προειδοποίηση! Κοίταξα ψηλά και τους είδα στο φυλάκιο, με τα όπλα να σημαδεύουν το δρόμο. Κι αυτή τη φορά δεν έβλεπα την ταινία, «Ο κατάσκοπος που γύρισε από κρύο» με τον Ρίτσαρντ Μπάρντον, αλλά βρισκόμουν στ’ αλήθεια εγώ ο ίδιος σ’ αυτό το σημείο κι έπρεπε να το περάσω με τα πόδια.

Ξεκίνησα, χαλαρά. Έκανα μια προσπάθεια να σφυρίξω ανέμελα, αλλά δεν μου βγήκε. Κοίταξα ψηλά. Ένα όπλο, με σημάδευε και με ακολουθούσε καθώς περπατούσα. Νόμισα ότι έκανα ώρες να φτάσω στο φυλάκιο του Δυτικού  Βερολίνου, αν και  έκανα την απόσταση σε λιγότερο από 10 λεπτά!
Θυμήθηκα την ταμπέλα που είδα όταν έμπαινα, που έλεγε, «Η ελευθερία δεν πρέπει να σταματάει εδώ».  Ναι, ήταν τραγικό, να κρατάς εκατοντάδες ανθρώπους μέσα σε μια πόλη που δεν θέλουν να ζούνε άλλο σε αυτή, με την απειλή ότι αν δοκιμάσουν να φύγουν θα τους σκοτώσεις!
Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που μπαινοβγήκα στο Ανατολικό Βερολίνο από το CHECKPOINT CHARLIE. Από την επόμενη μέρα και για είκοσι μέρες πέρναγα από το Δυτικό Βερολίνο στο Ανατολικό με το τραίνο και, φυσικά, γύριζα και με τον ίδιο τρόπο. Ψάχνοντας το ίντερνετ για φωτογραφίες της εποχής, έπεσα και σε ένα μικρό  βουβό φιλμ 8χιλ. που με συγκίνησε, γιατί είναι ακριβώς η εικόνα που έβλεπα από το παράθυρο του τραίνου τότε, περνώντας πάνω από το Τείχος. Δείτε το.

Δυο πράγματα έμειναν ακόμα να σας πω, που μου έκαναν εντύπωση και τα θυμάμαι από τότε: Κάθε φορά, λοιπόν, που έμπαινα στο Ανατολικό Βερολίνο, έπρεπε να αλλάζω 10 Δυτικά μάρκα με 10 Ανατολικά, γιατί στη μαύρη αγορά στο Δυτικό Βερολίνο, χαλάγανε ένα δυτικό μάρκο προς 10  ανατολικά, και φυσικά οι Ανατολικογερμανοί προσπαθούσαν να μην το αφήνουν να γίνεται όπου μπορούσαν, γιατί αυτό θα τους έφερνε πληθωρισμό. Τα δέκα μάρκα που έκανα μπαίνοντας έφταναν και περίσσευαν για το εισιτήριο του Θεάτρου, για να φάω για μεσημέρι στο καλύτερο εστιατόριο και για να βγάλω το εισιτήριο της επιστροφής, αφού εκεί όλα αυτά μαζί  έκαναν λιγότερο από πέντε μάρκα! Το κακό ήταν, ότι όταν πέρναγες από τον έλεγχο για να μπεις στο τραίνο για το Δυτικό, έπρεπε να ρίξεις σε ένα διάφανο κιβώτιο όλα τα ανατολικά μάρκα που δεν χάλασες! Αυτό γινόταν για να μην μπορείς να πας στο Δυτικό και να κάνεις μαύρη αγορά του ανατολικού μάρκου. Έτσι και δεν τα πέταγες και σε έπιαναν, είχε κατ’ ευθείαν φυλακή. Όταν γύρισα το πρώτο βράδυ, κάθισα κι έκανα λογαριασμούς  κι ανακάλυψα ότι πετώντας, στην ουσία, κάθε μέρα πέντε μάρκα περίπου, τα χρήματα που είχα δεν θα μου έφταναν για να μείνω άλλες είκοσι μέρες που είχα υπολογίσει. Σκέφτηκα να φύγω στις δέκα μέρες, αλλά ήθελα τόσο πολύ να δω όσο πιο πολλές παραστάσεις μπορούσα που αποφάσισα να μείνω. Ο μόνος τρόπος ήταν να τρώω μία φορά την ημέρα στο Ανατολικό Βερολίνο και να κόψω το φοβερό πρωινό που έπαιρνα στην Πανσιόν. Έτσι, είπα στην κυρία που είχε την Πανσιόν, ότι δεν θα ξαναπάρω πρωινό. Αγόρασα μερικά φακελάκια καφέ και μετά τη δεύτερη μέρα άρχισε… η πείνα. Επειδή έπρεπε να τρώω νωρίς το μεσημεριανό, όταν έφτανε μετά από αρκετές ώρες πίσω, πείναγα πολύ. Έτσι, για να ξεγελάω την πείνα μου, έπλενα δυο τρείς φορές πριν κοιμηθώ τα δόντια μου και έτρωγα ένα TYSAL. Αυτά ήταν κάτι σαν μεγάλες πράσινες ασπιρίνες, που τις είχα για το βήχα. Δεν υπάρχουν πια κι ούτε βρήκα τίποτα στο ίντερνετ. Το βράδυ, λοιπόν, έτρωγα ένα tysal κι έπλενα δυο τρεις φορές τα δόντια μου και ξεγελούσα την πείνα μου. Αλλά το πρωί, πείναγα σαν τρελός! Το τρίτο ή το τέταρτο πρωινό, εκεί που έπινα αργά αργά τον καφέ μου, μου μύρισαν τα ψωμάκια που έψηνε η Γερμανίδα νοικοκυρά μου, στην κουζίνα λίγο ποιο ‘κει. Συνηθισμένος από αυτό που θα γινόταν αν ήμουν στην Ελλάδα, πήγα μια βόλτα προς τα ‘κει, πιστεύοντας ότι θα με κεράσει κάτι. Μου είπε ευγενικά καλημέρα, μου χαμογέλασε ευγενικά, με ρώτησε ευγενικά τι κάνω, αλλά δεν είχε την ευγένεια (η φιλοξενία είναι ευγένεια) να με κεράσει ένα μικρό τσουρεκάκι, καθώς κοίταζα το γεμάτο καλαθάκι με μάτια που γυάλιζαν από την πείνα και λίγο ακόμα και θα έτρεχαν και τα σάλια μου. Δοκίμασα να κάνω κάποια σχόλια για τα τσουρεκάκια: τι καλοψημένα που ήταν, πόσο μ’ άρεσαν όταν έτρωγα πρωινό, ότι θα έτρωγα τώρα ένα ευχαρίστως… Τίποτα. Κουνούσε καταφατικά το κεφάλι της χαμογελώντας και λέγοντας, «Ya, ya…». Κατάλαβα ότι δεν θα μου δώσει τίποτα κι έφυγα κι ούτε ξαναδοκίμασα τίποτα στις υπόλοιπες μέρες που έμεινα εκεί. Πρώτη φορά, αντιμετώπιζα κάτι που στην Ελλάδα, αν γινόταν κάτι ανάλογο, τουλάχιστον τότε, 45 χρόνια πριν, στη χειρότερη περίπτωση θα μου πρόσφεραν ένα τσουρεκάκι, αν όχι δυο τρία, με ένα γλυκό και φιλόξενο, «πάρτε ένα… πάρτε, πάρτε, μην ντρέπεστε».
Και το δεύτερο που μου είχε κάνει εντύπωση, είναι κάτι που συνέβη λίγο πριν φύγω. Στο διάλειμμα μιας παράστασης στο  Μπερλίνερ Ανσάμπλ, γνώρισα ένα Γερμανό φοιτητή Δραματικής Σχολής  από το Αμβούργο. Στο Ανατολικό Βερολίνο, μπορούσαν να πάνε όλοι οι Γερμανοί, σαν όλους τους άλλους επισκέπτες, εκτός από εκείνους που ζούσαν στο Δυτικό Βερολίνο. Γι’ αυτό υπήρχαν οικογένειες που μετακόμιζαν σε άλλη Γερμανική πόλη, για να μπορούν να βλέπουν στενούς συγγενείς τους, που το Τείχος τους κρατούσε μακριά τους.
Ο Γερμανός φοιτητής θεάτρου, μιλούσε καλά Αγγλικά και πιάσαμε κουβέντα στο διάλειμμα, κι αποφασίσαμε να γυρίζουμε παρέα στο Δυτικό Βερολίνο για να με κεράσει κάτι σε ένα Ζαχαροπλαστείο, αφού του εξήγησα τα οικονομικά μου. Σ’ αυτό στάθηκε εντάξει, όχι σαν την Φράου Βέρνερ (κοίτα τα θυμήθηκα μηχανικά, τώρα!) , σ’ αυτό ναι, αλλά… Πήραμε το τραίνο, βγήκαμε στο κέντρο του Δυτικού Βερολίνου και με πήγε σε ένα Ζαχαροπλαστείο να πιούμε καφέ. Η συζήτηση ήταν γύρω από το θέατρο. Του είπα για τη Δραματική Σχολή που τελείωσα, του είπα για τη Σχολή που πήγαινα στο Λονδίνο, μου είπε για τη δική του και κάποια στιγμή, η συζήτηση πέρασε στο Τείχος και στο Βερολίνο και μετά στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που τότε είχε τελειώσει κάτι παραπάνω από 20 χρόνια, κι όχι  66 χρόνια και κάτι μέρες όπως σήμερα, και η συζήτηση έφτασε και στον Χίτλεεεερ.  (Τράβηγμα στο τέλος το «ε» σε στυλ διήγησης παραμυθιού). Το τι του «χώσαμε» δεν λέγεται. Ο ένας υπερθεμάτιζε τον άλλο να σε βρίσιμο. Και ξαφνικά, πάγωσαν τα βυζιά μου!!!  Εκεί που παραβγαίναμε σε βρίσιμο του Χίτλερ, συνειδητοποιώ  ότι εγώ τον έβριζα ως ένα κάθαρμα, μισότρελο, μεγαλομανή, ψωνάρα,  Δικτάτορα που αιματοκύλησε την ανθρωπότητα, ενώ αυτός τον έβριζε επειδή έχασε τον πόλεμο και δεν κατάφερε να κάνει τη Γερμανία, την μεγαλύτερα δύναμη στον κόσμο!!! Τα ‘χασα! Επειδή είμαστε ένας Γερμανός κι ένας Έλληνας που μιλούσαν στα Αγγλικά, έκανα μερικές διευκρινιστικές ερωτήσεις  για να βεβαιωθώ ότι δεν είχα καταλάβει λάθος. Δεν είχα κάνει. Και πάνω εκεί που άρχισαν να γυαλίζουν τα μάτια του καθώς μου έλεγε πώς θα ήταν η Γερμανία σήμερα αν είχε νικήσει ο Χίτλερ τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έκανα ένα μορφασμό, του είπα ότι άρχισα να έχω φριχτούς πόνους στην κοιλιά μου κι ότι έπρεπε επειγόντως να γυρίσω στην Πανσιόν μου. Πριν προλάβει να μου πει τίποτα, έφυγα τρέχοντας για να μην του τα χώσω και φωνάξει τα… ΕΣ ΕΣ να με πλακώσουν. Χα, χα, χα…
Πω… πω! Τι στιγμή κι αυτή! Δεν θα τη ξεχάσω όσο ζω.
Αυτά, λοιπόν, για την επέτειο του Τείχους του Βερολίνου που άρχισα να γράφω στη επέτειο της 13 Αυγούστου. Κι όπως έγραφε κάποτε πάνω σε κάτι φλιτζάνια καφέ για δώρο, που έφτιαχνε ο Μποστ. «Χρόνια πολλά για την γιορτή σου που πέρασε. Και να κλείσω αυτό το πόστ με ένα αγαπημένο τραγούδι των νιάτων μου, το   THE WALL  των PINK FLOYD. Αν δεν ξέρετε τα λόγια, βρείτε τα στο ίντερνετ και διαβάστε τα, αξίζει. Κι αν κάποιοι από σας που διαβάζετε αυτές τις γραμμές, είστε κάτω από είκοσι – ή έχετε παιδιά – φωνάξτε, όπως λέει και το τραγούδι, «Δεν τη θέλουμε την Εκπαίδευση που μας δίνετε…»
Σας φιλώ πολύ.
Π.


 

4 Σχόλια στο “Το Τείχος του Βερολίνου. (Β΄ μέρος)”

Σχολιάστε