Το Τείχος του Βερολίνου.

Τον Μάρτιο του 1966, σπούδαζα θέατρο στην Αγγλία, όταν ξαφνικά, καθώς σε δυο μήνες θα ξαναγύριζα οριστικά στην Ελλάδα, ήθελα πάρα πολύ να  έχω δει παραστάσεις στο θέατρο που είχε ιδρύσει ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, το” Berliner Ensseble”. Αν το έλεγα στους γονείς μου δεν θα με άφηναν να πάω μετά , κι έτσι, μόλις ήρθαν τα χρήματα του μήνα, έβγαλα ένα αεροπορικό εισιτήριο με επιστροφή  για το Βερολίνο κι έκλεισα ένα δωμάτιο σε μια πανσιόν, Pension Luise, στην Kurfürstendamm  Strasse .  Επειδή ήμουν από τη Δύση, ναι μεν επιτρεπόταν να επισκέπτομαι για μέρα το Ανατολικό  Βερολίνο, αλλά δεν μπορούσα να μείνω εκεί. Απαγορευόταν η διαμονή Δυτικών. Είναι εντυπωσιακό, λοιπόν,  πόσο καθαρά θυμήθηκα και την παραμικρή λεπτομέρεια από εκείνη την περίοδο!
Έφτασα, λοιπόν, στο Δυτικό Βερολίνο κι αμέσως  άρχισα να οργανώνω το πήγαινε – έλα στο Ανατολικό Βερολίνο, αφού εκεί βρισκόταν το Θέατρο του Μπρεχτ,  γιατί αυτό δεν ήταν απλή υπόθεση, αφού υπήρχε το Τείχος του Βερολίνου, που χώριζε το Ανατολικό, το Κομμουνιστικό δηλαδή, από το Δυτικό. Το Τείχος είναι η αιτία αυτού του post σήμερα, γιατί πριν λίγο, ανοίγοντας την εφημερίδα έπεσα πάνω στην είδηση ότι σαν σήμερα, 13 Αυγούστου,  πριν πενήντα χρόνια,  το 1961, χιλιάδες στρατιώτες και αστυνομικοί του Κομμουνιστικού Καθεστώτος, σφράγισαν τα σημεία περάσματος από το Ανατολικό στο Δυτικό Βερολίνο. Ήταν η πρώτη κίνηση για την ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου, που έγινε λίγο αργότερα  και κόστισε τη ζωή τουλάχιστον σε 136 ανθρώπους που προσπάθησαν να ξεφύγουν, αν και όπως εκτιμούν κάποιοι ο πραγματικός αριθμός που δεν θα μαθευτεί ποτέ, είναι αρκετές εκατοντάδες. Στις 24 Αυγούστου του 1961 δολοφονήθηκε από τους Ανατολικογερμανούς στρατιώτες, ο πρώτος που προσπάθησε να ξεφύγει, ενώ στις 6 Φεβρουαρίου του 1989 (!), ο τελευταίος. Αν δεν έκαναν το Τείχος τότε, μετά από λίγο καιρό δεν θα είχε μείνει κανένας Γερμανός εκεί, γιατί οι κάτοικοι του Ανατολικού Βερολίνου, πέρναγαν σιγά σιγά στο Δυτικό. Όπως ξέρετε, μία από τις μεγαλύτερες αθλιότητες στην ιστορία της ανθρωπότητας, ήταν η μοιρασιά που έκαναν οι Ρώσσοι με τους Αμερικανούς, της Γερμανίας και των συμμάχων της στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που τον είχαν χάσει κι έπρεπε να τιμωρηθούν! Γι’ αυτό κι όλο αυτό το τερατούργημα του  «Ανατολικού Μπλοκ», διαλύθηκε πριν περάσει στον 21ο αιώνα. Ουπς!… Ξέφυγα! Είναι γιατί αυτές τις μέρες μεταφράζω ένα κείμενο του  Άλντους  Χαξλεϋ, εισαγωγή σε ένα βιβλίο του Κρισναμούρτι που ήταν φίλος του, και μιλάει για τη δύναμη που έχουν οι ιδέες και τα σύμβολα. Λοιπόοον…
Λίγο πριν πάω στο Βερολίνο, είχα δει μια ταινία με τον Ρίτσαρντ Μπάρτον  που λεγόταν, «Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο» κι, ένα μέρος της είχε γυριστεί στο Τείχος του Βερολίνου που με είχε εντυπωσιάσει. Έτσι, παρ’ όλο που όλοι με είχαν συμβουλεύσει να περνάω από το Δυτικό στο Ανατολικό με τον υπόγειο σιδηρόδρομο, εγώ ήθελα να περάσω από το Τείχος. Κι έτσι, την άλλη μέρα, πήρα ένα ταξί και να’ μαι μπροστά στο Τείχος  από τη Δυτική του πλευράααα…  Εκεί υπήρχαν τρία Φυλάκια Ελέγχου: Το Αμερικάνικο, το Ρώσικο και το Αγγλικό. (Οι τρεις «μεγάλοι» σύμμαχοι στον πόλεμο). Έβγαλα το διαβατήριό μου και διάλεξα να πάω στο Αγγλικό. Το έδειξα στον στρατιωτικό που ήταν εκεί, αλλά εκείνος με ένα ύφος ανωτερότητας, χωρίς καν να το κοιτάξει μου είπε: «Εμείς δεν κάνουμε έλεγχο, μόνο οι Ανατολικογερμανοί κάνουν». «Προφανώς» σκέφτηκα «αφού από ‘δω δεν το σκάει κανείς για να πάει εκεί». Αργότερα έμαθα ότι οι Ρώσοι τα ελέγχανε τα διαβατήρια!  Πέρασα, λοιπόν από το Αγγλικό φυλάκιο και βρέθηκα μπροστά στο Γερμανικό. Εκεί ήταν μια Γερμανίδα αξιωματικός, πάνχοντρη, που μόλις της έδωσα το διαβατήριο το πήρα αμέσως και άρχισε να το εξετάζει  προσεχτικά, σελίδα-σελίδα. Ξαφνικά, σταματάει και μου λέει αυστηρά: «No good, no good…». Πάγωσα! Αμέσως μου εξήγησε ότι ενώ υπάρχει η υπογραφή μου στα Ελληνικά, εκεί όπου έλεγε το Διαβατήριο, ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΚΑΤΟΧΟΥ, δεν υπήρχε η υπογραφή μου εκεί όπου έλεγε, SIGNITURE OF BEARER. Τα ‘χασα! Είχα περάσει από τον έλεγχο στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, από τον έλεγχο του Heathrow μπαίνοντας στην Αγγλία και ξανά από ‘κει βγαίνοντας για Βερολίνο, που στο αεροδρόμιό του πέρασα ένα τέταρτο έλεγχο και δεν το είχε προσέξει κανείς, κι αυτή τώρα!… «Δεν θα πρέπει να περνάνε και πολύ καλά εδώ πέρα…» ξανασκέφτηκα. Υπέγραψα, λοιπόν, μπροστά της, μου έδωσε ένα άλλο χαρτί με το όνομά μου και σφραγίδες, κάτι σαν βίζα και πέρασα. Στο Τείχος, υπήρχε ένας μεγάλος, μακρύς και φαρδύς,  διάδρομος ανάμεσα στο Δυτική πλευρά και στην Ανατολική. Στη μέση, ήταν χωρισμένος με συρματόπλεγμα στην πλευρά απ’ όπου έμπαινες  στο Ανατολικό και στην άλλη απ’ όπου έβγαινες. Πρόσεξα καθώς περπατούσα, ότι ενώ στην πλευρά όπου περπατούσα δεν υπήρχε καμιά φύλαξη, στην άλλη υπήρχαν ψηλά, σε όλο το μήκος, ξύλινα φυλάκια με στρατιώτες που κρατούσαν πολυβόλα γυρισμένα προς τα κάτω, έτοιμα να ρίξουν. «Για να μη βγει κανείς από το Ανατολικό», σκέφτηκα  κι ένοιωσα δυσφορία, γιατί  συνειδητοποίησα ότι το βράδυ θα έβγαινα από εκείνη τν πλευρά. Μετά από 5-10 λεπτά περπάτημα, έφτασα στο άλλο φυλάκιο, ξανάγινε έλεγχος, σφραγίστηκε το χαρτί που μόλις πριν μου είχαν δώσει και μπήκα στο Ανατολικό Βερολίνο. Έμπαινες κατ’ ευθείαν στην πόλη και κοιτάζοντας τον χάρτη που είχα αγοράσει, είδα ότι ήταν εύκολο να βρω το θέατρο του Μπρεχτ και μια και ήταν μέρα ακόμα και είχα έρθει νωρίς  αποφάσισα να πάω περπατώντας.  Η πόλη ήταν γεμάτη, από κόσμο που πηγαινοερχόταν, μαγαζιά που μπαινόβγαινε κόσμος, εδώ κι εκεί παγκάκια που κάθονταν ηλικιωμένοι, κάποιοι άλλοι που χάζευαν σε μια ωραία παλιά γέφυρα, ένα λεωφορείο που κατέβηκε κόσμος και άλλοι που περίμεναν υπομονετικά στη στάση, ένα ωραίο μικρό πάρκο που κάθονταν διάφοροι στα παγκάκια και παιδιά που έπαιζαν… Κάτι είχε αρχίσει να μην μου πηγαίνει καλά! Δεν καταλάβαινα όμως τι. Και ξαφνικά, εκεί στο πάρκο το ‘πιασα. Όση ώρα περπάταγα στην πόλη, πάνω από μισή ώρα, δεν είχα δει ούτε έναν άνθρωπο να χαμογελάει! Δεν είχα δει ποτέ μου τόσους πολλούς ανθρώπους  με μια τέτοια έκφραση δυστυχίας! Ήταν όλοι τους κατσουφιασμένοι!…
Εδώ σταμάτησα να γράφω για λίγο. Ξαφνικά, την ώρα που έγραφα  την τελευταία φράση, θυμήθηκα ότι τότε ήταν, στη πρώτη βόλτα στο Ανατολικό Βερολίνο, που μου πρωτομπήκε η ιδέα, να γράψω μια ιστορία για μια χώρα που να ήταν όλοι κατσουφιασμένοι! Τότε, όμως, ήμουν ακόμα 23 χρονών και ούτε καν το ημερολόγιό μου δεν είχα αρχίσει να γράφω. Έτσι η ιστορία δεν γράφτηκε ποτέ, μέχρι  που κάποια στιγμή, έγραψα ένα επεισόδιο για την εκπομπή του «Παραμυθά»,  με τίτλο, «Η χώρα των κατσούφηδων»!  Απίστευτο! Έχω συγκινηθεί τρομερά! Πρώτη φορά συνειδητοποίησα ότι η ιδέα της «Πόλης των Κατσούφηδων», μου είχε μπει στο νου το 1963, περπατώντας στους δρόμους του Ανατολικού Βερολίνου! Πω, πω, πω… Λοιπόν: Επειδή παραέγινε «σεντόνι»  αυτό το ποστ, θα το σταματήσω εδώ και θα γράψω κι ένα δεύτερο μέρος, βάζοντας ό,τι  είχα αρχικά σκεφτεί. Σήμερα, εδώ, για τα 50 χρόνια  από τότε που έγινε το Τείχος του Βερολίνου, θα ανεβάσω το επεισόδιο, «Στη χώρα των Κατσούφηδων», για να γιορτάσουμε, βέβαια, το γκρέμισμα του Τείχους. Όσοι δείτε το επεισόδιο, να σκέφτεστε και την συμβολική του πλευρά.
Σας φιλώ πολύ.
Π.

6 Σχόλια στο “Το Τείχος του Βερολίνου.”

Σχολιάστε