Μια ιστορία από το στρατό

Αυτό το blog ξεκίνησε έχοντας στόχο να ανεβάζει παραμύθια, βίντεο κ.λπ. για παιδιά. Στο δρόμο, όμως, κάτι εγώ που κάποια στιγμή έγραψα  ένα «σεντόνι», κάτι εσείς – οι παλιότεροι τέλος πάντων-  που σας αρέσανε και δεν τα βρίσκατε «φούμαρα ιντερνετικά», πήγαμε το blog αλλού από εκεί που σκόπευα. Τελικά έγινε πιο πολύ για σας παρά για τα παιδάκια σας. Κι αυτό, κάπου κάπου δεν μου άρεσε. Τώρα, όμως, που πια λειτουργεί το ιντερνετικό μας κανάλι  paramithas.tv, που είναι 100% για παιδιά  – άσχετα αν μπαίνετε κι εσείς έχοντας μέσο το παιδί που κρύβετε μέσα σας– μπορώ άνετα να δώσω εδώ το βάρος σε άλλου είδους «παιδικά»: σε παιδικά καρδιάς και όχι ηλικίας —είτε αυτά είναι ιστορίες μου είτε είναι σκέψεις μου. Για σήμερα, λοιπόν, σας έχω μια ιστορία από το στρατό, εγκαινιάζοντας μια νέα κατηγορία, τις ΙΣΤΟΡΙΕΣ.

Ήταν Ιούλιος του 1964. Ήμουν φαντάρος, στο 644 Τεθωρακισμένο Τάγμα Πεζικού, στη Σταυρούπολη, στη Θεσσαλονίκη.  Ήταν ζόρικα. Ανάμεσα στα παιδιά του λόχου ήταν κι ο Στέλιος. Ο Στέλιος ήταν ομοφυλόφιλος.  Αυτό στο στρατό και εκείνη μάλιστα την εποχή ήταν ζόρικο. Πολύ ζόρικο. Δεν τον άφηναν σε χλωρό κλαρί τον φουκαρά!  Όταν δεν ήταν μπροστά αξιωματικοί τον «ξεφώνιζαν», φωνάζοντάς του είτε «σύυυυκααα…» είτε «Στέλλαααα». Δεν ξέρω γιατί και  πώς είχε βγει αυτό, αλλά τότε η κραυγή «σύκα» έδινε κι έπαιρνε ως ξεφωνητό. Επίσης, επειδή ήταν ακόμα νωπή η μνήμη της ταινίας «Στέλλα» του Κακογιάννη, μερικές φορές οι πιο θρασείς, φώναζαν στο Στέλιο: «Στέλλα, φύγε… κρατάω μαχαίρι…», από τη γνωστή σκηνή όπου ο Φούντας μαχαιρώνει την Μερκούρη. Από τα σαράντα άτομα του λόχου, είμαστε λιγότεροι από δέκα που δεν τον πειράζαμε ποτέ και του φερόμαστε κανονικά. Ο ίδιος ήταν ένα εξαιρετικό παιδί. Δεν προκαλούσε ποτέ, ήταν φιλικός με όλους και στα πειράγματα  παρέμενε ατάραχος, διότι είχε και εξαιρετικό χιούμορ. Έτσι, καθώς εγώ δεν θεωρούσα ποτέ μου ότι όλοι πρέπει να έχουν τις ίδιες σεξουαλικές προτιμήσεις, τον συμπαθούσα πολύ και το κοινό χιούμορ μας, μας έκανε να ανταλλάσσουμε οι δυο μας, κάθε μέρα σχεδόν, ανέκδοτα.
Ένα Σαββατοκύριακο προς το τέλος του μήνα, κι ενώ ετοιμαζόμαστε  να βγούμε με 48ωρες και 24ωρες άδειες, ήρθε διαταγή να μείνουμε μέσα σε επιφυλακή, επειδή είχε δημιουργηθεί ένταση με την Τουρκία! Τα ‘χαμε βάψει όλοι στα μαύρα. Όσοι έχουν κάνει στρατό, θα το καταλάβουν αυτό. Όταν το βράδυ στις οχτώ, η σάλπιγγα σήμανε σιωπητήριο, όλο το τάγμα μαζεύτηκε μέσα στους λόχους. Φυσικά, δεν είχε κανείς μας όρεξη για ύπνο, αφού άλλωστε την άλλη μέρα ήταν Κυριακή και θα μπορούσαμε να κοιμηθούμε όσο θέλουμε. Έτσι, μπήκαμε στο λόχο μας, κάτσαμε στα κρεβάτια μας, πάνω και κάτω, ενώ στη μέση του θαλάμου ήρθε και κάθισε ένα παιδί που έπαιζε ακορντεόν.  Άρχισε να παίζει  και σιγά σιγά, μας έφτιαξε το κέφι κι αρχίσαμε, άλλοι να χτυπάμε παλαμάκια κι άλλοι να τραγουδάνε. Κάποια στιγμή, ο ακορντεονίστας άρχισε να παίζει το τραγούδι, «΄Ασ’ τα τα μαλλάκια  σου», που είναι βαλς. Πολλοί πιάστηκαν αγκαζέ εκεί όπου κάθονταν, κι άρχισαν  να κουνιούνται μια δεξιά και μια αριστερά, στο ρυθμό του βαλς. Το κέφι είχε ανάψει. Και τότε, ο Στέλιος σηκώθηκε από το κρεβάτι του, ήρθε στη μέση κι άρχισε να χορεύει μόνος του βαλς. Το τι έγινε δεν περιγράφεται! Όλοι άρχισαν να χειροκροτούν και να σφυρίζουν ενθουσιασμένοι. Ο Στέλιος στροβιλιζόταν  πανευτυχής, με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Και τότε, χωρίς να σκεφτώ τίποτα, κατέβηκα από το κρεβάτι μου και πλησίασα τον Στέλιο απλώνοντας τα χέρια μου σαν να του ζητούσα να τον χορέψω. Χωρίς να διστάσει στιγμή, έπιασε τα χέρια μου και ακολουθώντας αμέσως τη γυναικεία κίνηση, πήρε το ρόλο της ντάμας κι αρχίσαμε να χορεύουμε βαλς. Έγινε πανδαιμόνιο στο θάλαμο. Σφυρίγματα, χειροκροτήματα, αλλά ούτε ένα προστυχόλογο.  Και ξαφνικά, αφού είχα χορέψει κάνα πεντάλεπτο με τον Στέλιο, ήρθε ένας άλλος φαντάρος και ζήτησε να τον χορέψει κι εκείνος. Έτσι εγώ σταμάτησα και συνέχισε το άλλο παιδί το βαλς  με τον Στέλιο. Σιγά σιγά τα πολλά σφυρίγματα και χειροκροτήματα σταμάτησαν  και ο ακορντεονίστας  έπαιζε το ένα βαλς μετά το άλλο, ενώ ένας ένας οι φαντάροι, όλοι σχεδόν, χόρεψαν με τον Στέλιο. Η ατμόσφαιρα στο θάλαμο είχε μια λεπτή ευαισθησία. Δεν ακούστηκε η παραμικρή ειρωνική λέξη. Ο Στέλιος, με μια βαθιά αξιοπρέπεια, έπαιξε το ρόλο της ντάμας για όλους τους φαντάρους που χόρεψαν μαζί του. Ένοιωθε κανείς μια φοβερή χαρά να γεμίζει το θάλαμο, καθώς είχε εξαφανιστεί η μιζέρια που γεννάει η έλλειψη σεβασμού στη διαφορετικότητα του άλλου και όλοι διασκεδάζαμε με την καρδιά μας που είχε ανοίξει  και χαιρόμαστε αυτό που βλέπαμε. Συνεχίσαμε έτσι, μέχρι που ήρθε ο αξιωματικός υπηρεσίας και μας σταμάτησε.
Από την άλλη μέρα και μέχρι που φύγαμε από το τάγμα, ούτε μία φορά δεν ξαναπείραξε  κανείς τον Στέλιο· ούτε μια φορά δεν ξανακούστηκε το «σύκα» ή το «Στέλλα».

Καλό ξημέρωμα
Π.

51 Σχόλια στο “Μια ιστορία από το στρατό”

Σχολιάστε