Αφρατούλα Μπουλούκου. (Γ’ μέρος)

Για σήμερα σας έχω το τρίτο και τελευταίο μέρος της Αφρατούλας Μπουλούκου. Ελπίζω να σας αρέσει όσο άρεσε και σε μένα όταν το έγραφα. Όσοι δεν θυμάστε τι έχει γίνει ή μπαίνετε για πρώτη φορά σ’ αυτήν ιστορία, διαβάστε τα δύο προηγούμενα posts.
Σας φιλώ πολύ
Π.

Αφρατούλα Μπουλούκου (Γ’ μέρος)

Τώρα που η Αφρατούλα ήξερε πια πως δεν θα έρχονταν άλλα παιδιά για να κάνει παρέα ένοιωσε να την πλημυρίζει μια τρομερή μοναξιά. Δεν της άρεσε και πολύ η συντροφιά του Γουρουνάκη και, πραγματικά, την ενοχλούσε πολύ ο τρόπος που καταβρόχθιζε το φαγητό του, αλλά τι να ‘κανε, ήταν τουλάχιστον μια παρέα. O Γουρουνάκης την έμαθε να τρώει κάτι φρούτα που δεν είχε δοκιμάσει ποτέ της. ‘Oπως, ένα φρούτο που το έλεγαν γλυκοφύλια κι έμοιαζε με πεπόνι, αστερόφρουτο και αβοκάντο. Τα φαγητά που ζητούσε να του φέρνουν ήταν διάφορες λιχουδιές, Κινέζικες, Σουηδέζικες, Γιαπωνέζικες και από κάτι άλλες χώρες σε άλλους πλανήτες που πρώτη φορά τις άκουγε η Αφρατούλα. Αυτή, με τη σειρά της του θύμισε μερικά πολύ συνηθισμένα φαγητά που εκείνος τα είχε ξεχάσει, όπως: φασολάδα, πιλάφι, σπανακόριζο και τέτοια. Παρ’ όλο όμως που έκαναν παρέα φέρνονταν πολύ άσχημα ο ένας στον άλλον. Κυρίως από τη στιγμή που η Αφρατούλα κατάλαβε πως όσο περισσότερο έτρωγε, τόσο λιγότερο μπορούσε να σκεφτεί και του γκρίνιαζε συνέχεια. Κάθε πρωί που ξυπνούσε, σκεφτόταν:
– Δεν θέλω να χοντρύνω άλλο. Αφού φάω το πρωινό μου, θα κάνω δυο φορές το γύρο του πάρκου τρέχοντας.
Όταν τα έλεγε όλα αυτά στον Γουρουνάκη και του έλεγε να προσπαθήσουν να φύγουν, εκείνος τη ρώτησε:
– Είσαι βέβαιη πως θέλεις να φύγεις; Για σκέψου ότι εδώ μπορείς να έχεις ό,τι θέλεις κι όποτε το θέλεις.
-Ναι… Και να χοντραίνω να χοντραίνω ώσπου να σκάσω.
– Ναι, αλλά για συλλογίσου τι έχεις να χάσεις αν φύγεις από ‘δω.
-Καλά. Κάτσε εσύ και γίνε σαν ελέφαντας. Εγώ θα συνεχίσω να σκέφτομαι και να ψάχνω πώς μπορώ να φύγω από ‘δω.
Στο τέλος, τα δύο παιδιά τσακώθηκαν για τα καλά κι ο Γουρουνάκης χάθηκε μέσα στον απέραντο κήπο και η Αφρατούλα δεν τον ξανασυνάντησε ποτέ.
Εκείνη δεν έπαψε να σκέφτεται πώς θα φύγει από εκεί και πώς θα πάψει να παχαίνει. Συνέχισε να τρέχει, αλλά κάθε φορά, ύστερα από το πολύ φαΐ που είχε καταβροχθίσει για πρωινό, δεν της έμενε καμιά διάθεση για τρέξιμο. Κι αφού την έπαιρνε ο ύπνος κάτω από τα δέντρα, ξανάτρωγε πάλι μόλις ξυπνούσε, γιατί είχε φτάσει πια η ώρα του μεσημεριανού.  Συνέχισε, όμως, να λέει και να ξαναλέει στον εαυτό της:
– Πρέπει να βρω κάποιο τρόπο να φύγω από δω. Αχ, γιατί να μην έχω γεννηθεί έξυπνη…
Εκείνο το μεσημέρι την πλησίασε βιαστικά ένας από τους φίλους του Άρκαν, και κοιτώντας την με τα μεγάλα γαλάζια μάτια του που ήταν γεμάτα ανυπομονησία, της πρότεινε διάφορα αναψυκτικά: Λεμονάδα, πορτοκαλάδα, βυσσινάδα, ότι ήθελε εκείνη τέλος πάντων. Η απογοήτευσή του, όμως ήταν μεγάλη, όταν την άκουσε να του ζητάει μόνο ένα ποτήρι νερό.
– Το νερό δεν έχει καμιά γεύση, της είπε απογοητευμένος εκείνος.
Αλλά η Αφρατούλα επέμενε κι εκείνος της είπε:
– Πιες τουλάχιστον μια σόδα, που το ανθρακικό της σε κάνει να νοιώθεις εκείνο το ευχάριστο κάψιμο στη γλώσσα, είπε ο άντρας και τα μάτια έλαμψαν από ευχαρίστηση.

– Το βρήκα! Το βρήκα Κλοκλό, φώναξα ενθουσιασμένος στη φίλη μου πίσω στη γη, 1024 χρόνια πίσω.
– Τι βρήκες Παραμυθά, με ρώτησε εκείνη παραξενεμένη με τον ενθουσιασμό μου.
– Βρήκα τι πρέπει να κάνει η Αφρατούλα για να φύγει από ‘κει.
– Τι πρέπει να κάνει, Παραμυθά;
– Πρόσεξέ με: Οι κάτοικοι αυτού του πλανήτη, έχουν χάσει την αίσθηση της γεύσης, όπως ακούσαμε να της λένε. Όλοι αυτοί, λοιπόν, μπορούν να γεύονται τη γεύση των φαγητών που διαλέγει εκείνη, κοιτάζοντας την στα μάτια την ώρα που τρώει. Και η συμφωνία που υπέγραψε η Αφρατούλα όταν κέρδισε το διαγωνισμό, έλεγε ότι είναι όλοι υποχρεωμένοι να της φέρνουν ό,τι ζητήσει να φάει κι αν κάποτε της αρνηθούν κάτι, τότε εκείνη είναι ελεύθερη να φύγει. Άρα αυτό που πρέπει να κάνει η Αφρατούλα, είναι να τρώει φαγητά ή γλυκά χωρίς καμιά γεύση ή τόσο άσχημη γεύση που να της αρνηθούν να τα της σερβίρουν. Οπότε, θα πρέπει να την αφήσουν να φύγει…
– Μπράβο Παραμυθά!  Φοβερή ιδέα!
– Ναι, αλλά πώς θα της το πούμε;
– Α, μην στενοχωριέσαι Παραμυθά. Θα σε στείλω εγώ εκεί με την μαγική κρυστάλλινη σφαίρα μου. Η μαγική κρυστάλλινη σφαίρα μου είναι πια, όπως είδες και μόνος σου, μια μαγική κρυστάλλινη σφαίρα του χρόνου. Και όχι μόνο  βλέπω ιστορίες με παιδιά κάπου στο μέλλον, αλλά μπορώ να στείλω στο μέλλον οτιδήποτε μπορεί να βρεθεί μέσα στην κρυστάλλινη σφαίρα, μπαίνοντας από το μικρό άνοιγμα που έχει από κάτω. Θυμάσαι το μυθιστόρημα του Γουέλς, «Η Μηχανή του Χρόνου»;
– Ναι, απάντησα εγώ, αλλά τι σχέση έχει μένα;
– Αφού μπορείς χάρη στο μαγικό γιλέκο σου να γίνεις μικρός σαν καρφίτσα, θα μπεις μέσα στην κρυστάλλινη σφαίρα και θα βρεθείς εκεί που έχουμε πάει και βλέπουμε την Αφρατούλα.
– Αααα… κατάλαβα Κλοκλό μου. Αλλά… για στάσου. Και πόσο χρονών θα γίνω; Η Αφρατούλα βρίσκεται στο 3.025, δηλαδή πάνω από χίλια χρόνια από σήμερα.

– Χα, χα, χα… Αχ, Παραμυθά… Δεν θ’ αλλάξει τίποτα. Θα μείνεις όσο είσαι.

– Και κάτι ακόμα, είπα εγώ που είχε αρχίσει να μου αρέσει πολύ η ιδέα, και πώς θα γυρίσω πίσω;
– Είναι απλό. Θα σε βλέπω συνέχεια μέσα στην κρυστάλλινη σφαίρα, κι όταν δεις ότι έχεις πετύχει αυτό που θέλεις, κάνε μου νόημα κουνώντας  τα χέρια σου και θα βρεθείς πάλι εδώ.
– Εμπρός, λοιπόν. Μην χάνουμε καιρό…
…είπα και «τσουπ», έγινα μικρός πολύ πολύ μικρός, η Κλοκλό σήκωσε λίγο την μαγική κρυστάλλινη σφαίρα της, χώθηκα από κάτω κι εκείνη ξανακούμπησε τη σφαίρα στο τραπέζι κι εγώ βρέθηκα μέσα στη σφαίρα. Και πριν προλάβω να καταλάβω τι έγινε, ακούω μια τρομαγμένη φωνή να λέει…
– Μανούλα μου! Τι είναι αυτό! Φώναξε η Αφρατούλα καθώς είδε αυτό μικρό ανθρωπάκι που είχα γίνει πάνω στα πόδια της, εκεί που καθόταν σ’ ένα περίεργο παγκάκι του κήπου. Αμέσως έγινα πάλι κανονικός και της χαμογέλασα.
– Γεια σου Αφρατούλα.
– Ποιος είσαι εσύ; Πώς βρέθηκες εδώ; Πώς ήσουν μικρούλης και έγινες μεγάλος; Πώς ξέρεις το όνομά μου;
– Χα, χα, χα… μία μία τις ερωτήσεις σου, θα στις απαντήσω όλες. Και πρώτ’ απ’ όλα με λένε Παραμυθά. Κι επειδή δεν έχουμε καιρό να σου πω γρήγορα γρήγορα  τι συμβαίνει.
Πολύ γρήγορα της εξήγησα ποιος είμαι, τι μπορώ να κάνω με το μαγικό γιλέκο μου, ποια είναι η Κλοκλό και τι καταφέραμε με τη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα μας. Και τέλος της εξήγησα γιατί ήρθα και ποιο είναι το σχέδιό μου. Το κοριτσάκι είχε ξετρελαθεί με αυτά που της έλεγα και στο τέλος όρμησε στην αγκαλιά μου κι άρχισε να με φιλάει λέγοντας: «Αχ Παραμυθά, τι καλός που είσαι, θέλεις να είσαι ο παππούς μου γιατί δεν γνώρισα κανένα από τους δύο παππούδες μου;»
«Χα, χα, χα… Να είμαι μωρό μου, να είμαι… είπε γελώντας αλλά πολύ συγκινημένος από αυτή την ξαφνική κι αυθόρμητη εκδήλωση αγάπης του δεκαπεντάχρονου κοριτσιού. Χα, χα, χα… Όταν γυρίσω θα τους λέω ότι έχω μια εγγονούλα που με περιμένει στο 3.025 και δεν θα με πιστεύει κανείς. Θα νομίζουν ότι τους λέω κάποιο από τα παραμύθια μου. Έλα, όμως, να βάλουμε μπροστά το σχέδιό μου.
Έγινα πάλι πολύ μικρός και χώθηκα ανάμεσα στα φουντωτά μακριά μαλλιά της, πίσω από τ’ αυτί  της για να της λέω τι να κάνει. Φώναξε κάποιον και του ζήτησε να της φέρει σκέτο ψωμί και νερό. Γύρω της μαζεύτηκαν κι άλλοι τέσσερις για να την παρακολουθήσουν που θα τρώει. Μέσα σε δύο ώρες, ζήτησε τρεις φορές να της φέρουν ψωμί και νερό. Το ψωμί ήταν πάντα φρεσκοψημένο και νόστιμο και το νερό δροσερό από τη μεγάλη πηγή του πάρκου. Αλλά από τις ματιές που της έριχναν εκείνοι που την παρακολουθούσαν, βεβαιωθήκαμε  πως αυτό που έκανε είχε θαυμάσια αποτελέσματα. Την τρίτη φορά που ζήτησε ψωμί και νερό, της το έφερε ο ίδιος ο ‘Αρκαν, που της είπε μ’ ένα ψυχρό ύφος:
-Για πόσο καιρό σκοπεύεις να συνεχίσεις αυτή την παράξενη δίαιτα;
-Μέχρι που να την βαρεθείτε και να με διώξετε.
-Θα μπορούσα, όμως, να αρνηθώ να σου φέρω αυτά που ζητάς.
-Αν κάνεις κάτι τέτοιο, θα έχεις παραβεί εσύ τη συμφωνία μας και τότε θα είμαι ελεύθερη να φύγω.
-Δεν πρόκειται να παραβώ τη συμφωνία μας…
…υποσχέθηκε ο Άρκαν μ’ ένα παγωμένο βλέμμα.
– Ωραία, είπε η Αφρατούλα. Ενώ εγώ βλέποντας ότι μάλλον πήγαινε καλά το σχέδιο που είχα σκεφτεί, της ψιθύρισα στο αυτί μια άλλη παραγγελία.
– Θέλω μία μερίδα κρύα μακαρόνια, σκέτα και χωρίς αλάτι και για σαλάτα, κρύο ανάλατο μισοβρασμένο λάχανο.
Της το έφεραν κι άρχισε να το τρώει. Φοβερό κορίτσι! Και η ίδια έκανε προσπάθεια να τα καταπίνει όλα αυτά, αλλά ευχαριστιόταν πολύ να βλέπει εκείνους που είχαν μαζευτεί και την κοίταζαν, να έχουν πάρει μια τρομερή έκφραση αηδίας. Αλλά πάνω εκεί που έτρωγε αυτό το κρύο, ανάλατο κι ανούσιο φαγητό, ήρθε ο ίδιος ο Άρκαν, κουβαλώντας μέσα σε ένα μεγάλο δίσκο μερικά αφράτα, καλοψημένα κεφτεδάκια με πολλές τηγανιτές πατάτες, πατζαροσαλάτα, κι ένα μεγάλο παγωτό. Ακούμπησε το δίσκο μπροστά της και της είπε μ’ ένα κακό χαμόγελο:

-Μπορείς να τρως αυτά τα φριχτά πράγματα, ενώ δίπλα υπάρχουν τόσο υπέροχα φαγητά;
Η Αφρατούλα δεν άντεξε κι ετοιμάστηκε ν’ απλώσει το χέρι της στα κεφτεδάκια.
– Μηηη, μωρό μου… της φώναξα στ’ αυτί της. Παράγγειλε αμέσως αυτά που θ’ ακούς να σου λέω.
Και το φοβερό αυτό κοριτσάκι άρχισε να δίνει την παραγγελία που της υπαγόρευα.
– Δεν μ’ ενδιαφέρει. Θέλω να μου φέρεις κάτι να πιω. Να μου φέρεις ένα ποτήρι ζεστό νερό και μέσα να βάλεις δυο κουταλιές μουστάρδα, δυο κουταλιές μαύρο πιπέρι, δυο κουταλιές κόκκινο πιπέρι και μια χούφτα χοντρό αλάτι.
O Άρκαν έδειξε να διστάζει ενώ τα μάτια του είχαν γουρλώσει από έκπληξη.
-Αν δε μου το φέρεις αυτό που σου ζήτησα θα έχεις παραβεί τη συμφωνία μας.
-Θα στο φέρω κι ελπίζω να ευχαριστηθείς πολύ πίνοντάς το.
O  Άρκαν γύρισε μ’ ένα γεμάτο ποτήρι που έμοιαζε να βράζει μ’ όλα αυτά που είχε μέσα. Η Αφρατούλα το πήρε και για μια στιγμή δίστασε. Ακόμα κι η μυρωδιά του ήταν φριχτή κι έφτανε ως εμένα που ήμουν κρυμμένος στα μαλλιά της. Αλλά μόλις είδε μια λάμψη θριάμβου στα μάτια του Άρκαν, έδωσε μια και κατάπιε το φοβερό μίγμα μια και κάτω. Το υγρό κύλησε στο λαιμό της σαν αναμμένο κάρβουνο κι όταν έφτασε στο στομάχι της νόμιζε πως έγινε έκρηξη.
– Κουράγιο μωρό μου, τελειώνουμε, της είπα. Παράγγειλε το ίδιο και με ξύδι αυτή τη φορά.
Η Αφρατούλα, όταν κατάφερε επιτέλους ν’ ανασάνει και σκούπισε τα μάτια της από τα δάκρυα, πρόσεξε ότι ο ‘Αρκαν  κι οι υπόλοιποι κυλιόντουσαν ακόμα στο έδαφος πιάνοντας το λαιμός τους, καθώς προσπαθούσαν να ανασάνουν. Χρειάστηκε να περάσουν κάμποσα λεπτά ώσπου να σηκωθούν όρθιοι και να σταθούν στα πόδια τους.
– Ανόητο κορίτσι, είπε ο Άρκαν με πνιγμένη φωνή ενώ οι άλλοι γύρω του έβηχαν. Ξέρεις κι άλλες τέτοιες συνταγές;
– Θέλω ξανά το ίδιο, είπε σταθερά το γενναίο κοριτσάκι, μόνο που αυτή τη φορά θέλω να βάλεις μέσα και μπόλικο ξύδι.
Σε λίγο εμφανίστηκε πάλι ο Άρκαν κατάχλωμος και δίνοντάς της το γεμισμένο ποτήρι ψιθύρισε:
– Ποτέ δεν πρόκειται να πιεις αυτό το πράγμα…
– Κοίτα με λοιπόν, είπε η Αφρατούλα κι έφερε το ποτήρι στο στόμα της.
Η έκρηξη που έγινε αυτή τη φορά στο στομάχι της ήταν χειρότερη από πριν. Ήταν σαν να έσκαγανι πυροτεχνήματα μέσα της. Αλλά ξαφνικά, πριν προλάβει να το πιει όλο, ο Άρκαν τινάχτηκε και έδωσε μια στο ποτήρι που έπεσε κάτω κι έγινε χίλια κομμάτια, σκορπίζοντας στο πάτωμα το φριχτό υγρό.
– Γρήγορα, πηγαίνετέ την στο Διαστημοδρόμιο και στείλτε την σπίτι της, ούρλιαξε ο ΄Άρκαν. Τέσσερις άντρες όρμησαν, σήκωσαν στα χέρια τους την Αφρατούλα και την πέταξαν σ’ ένα παράξενο αυτοκίνητο χωρίς ρόδες, που έμοιαζε με ελικόπτερο χωρίς έλικα. Κρατήθηκα από τα μαλλιά της για να μην πέσω. Το παράξενο αυτοκίνητο σηκώθηκε ένα μέτρο πάνω από το έδαφος και ξεκίνησε σαν βολίδα.
– Τα καταφέραμε Παραμυθά, μου ψιθύρισε η Αφρατούλα.
– Εσύ τα κατάφερες μωρό μου, όχι εγώ.
– Το μόνο που σκέφτομαι τώρα, είναι ο Γουρουνάκης. Τον λυπάμαι.
– Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτόν Αφρατούλα μου. Υπάρχουν άνθρωποι που δίνουν τα πάντα, για να μη χάσουν αυτά που τους δίνουν ευχαρίστηση. Πρέπει, όμως, να σε χαιρετήσω μωρό μου, γιατί μπαίνουμε στο Διαστημοδρόμιο και πρέπει να σ’ αφήσω πριν μπεις στι διαστημόπλοιο για τη γη.
– Και δεν θα σε ξαναδώ Παραμυθά;
– Χα, χα, χα… Μη σε νοιάζει μωρό μου… Για χάρη σου θα ξαναγεννηθώ το 3.025 και θα βρεθούμε.
– Σ’ αγαπώ πολύ Παραμυθά.
– Κι εγώ σ’ αγαπώ πολύ μωρό μου, της είπα και δίνοντάς της ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο, πήδηξα στο έδαφος του Διαστημοδρόμιου.
«Ελπίζω να με βλέπει η Κλοκλό», σκέφτηκα κι άρχισα να κουνάω τα χέρια μου, κάνοντάς της σινιάλο να με γυρίσει χίλια τόσο χρόνια πίσω.
Φρουουουουπ…. Και βρέθηκα ξαφνικά μέσα στη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα του χρόνου . Εκείνη σήκωσε τη σφαίρα, βγήκα από κάτω και ξαναπήρα το κανονικό μου ύψος.

– Μπράβο Παραμυθά, είπε η Κλοκλό δίνοντάς μου ένα φιλί στη μάγουλο. Μια χαρά τα κατάφερες!
– Χωρίς τη μαγική σου σφαίρα Κλοκλό, δεν θα κατάφερνα τίποτα. Αλλά και η Αφρατούλα ήταν πολύ θαρραλέο κι έξυπνο κοριτσάκι. Και μια και τη θυμήθηκα, για να δούμε στ κρυστάλλινη σφαίρα σου τι έγινε.
Σκύψαμε και οι δύο πάνω από τη  μαγική κρυστάλλινη σφαίρα της, που βρισκόταν ακόμα στο 3.025 και παρακολουθούσε την Αφρατούλα. Την είδαμε μέσα στο Διαστημόπλοιο, μετά την είδαμε να κατεβαίνει στο Διαστημοδρόμιο «Αίσωπος» κι ύστερα ένα υπερηχητικό ταξί, την πήρε και την πήγε στο σπίτι της. Κατέβηκε με τις δυο βαλίτσες της και χτύπησε την πόρτα. Της άνοιξε η μητέρα της κι αφού έπεσε στην αγκαλιά της, την ρώτησε:
– Τι φαΐ έχουμε σήμερα μαμά;

– Αδιόρθωτο κοριτσάκι, μουρμούρισε η Κλοκλό, και βάλαμε και δύο τα γέλια κοιτάζοντας την Αφρατούλα Μπουλούκου μέσα στη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα του χρόνου.

 


17 Σχόλια στο “Αφρατούλα Μπουλούκου. (Γ’ μέρος)”

      marilia
      15 Ιουνίου 11 στις 22:48

      χιχιχιχι! Πολύ μου άρεσε! Πάρα πολύ όμως!!!

      Κι άλλο!!!!

      Ουλπ! Εχμ… Μα να ‘χεις τόσο νόστιμο παραμύθι μπροστά σου και να αρκείσαι σε τρεις… μπουκίτσες; 😛 Κι άλλο! 😳

      Γλυκοφιλάκι

      Υ.Γ. Τώρα που κλείσανε τα σχολεία, μπορώ να σου κάνω Μαθηματικά, αν θες. χαχαχαχα!

      ζαχαρούλα
      16 Ιουνίου 11 στις 0:39

      χρειάζεται ένα πολύ «ειδικό» είδος «σοφίας» για να μπορεί κάποιος να ΞΑΝΑγίνεται παιδί…
      και τούτη τη σοφία, ούτε να γεννηθείς μ’ αυτή μπορείς, ούτε να την αποκτήσεις, ούτε να την έχεις…
      μπορείς μόνο να είσαι μέρος της…
      η εξαιρετικά σύνθετη απλότητά σου, με έκανε να ξεβαρεθώ…
      😉

      ευαγγελία
      16 Ιουνίου 11 στις 6:40

      Νομίζω…πως μετά τα τελευταία γεύματα της ηρωίδας σου, μ’ έπιασε στομαχόπονος!
      Χα χα χα ! Πολύ το ταλαιπώρησες το κακόμοιρο κοριτσάκι!
      (Υπέροχο το παραμύθι σου, μα θα ήταν καλύτερο με τη μυρωδιά του χαρτιού…)

      amalia
      16 Ιουνίου 11 στις 11:37

      Σίγουρα για να καταφέρεις κάτι που θέλεις πολύ,πρέπει να κάνεις θυσίες.Έστω κι αν αυτές περιλαμβάνουν ένα τέτοιο αηδιαστικό ρόφημα.
      Στην υγειά μας λοιπόν και.. άσπρο πάτο μπας και αλλάξει τίποτα.(μακάρι να αρκούσε απλά ένα τέτοιο ποτό!)

      tulpoeid
      16 Ιουνίου 11 στις 12:59

      Απίστευτη ιστορία, απίστευτη, απίστευτη! Δεν ξέρω αν είναι έτσι φτιαγμένη που ο καθένας βλέπει σ’αυτήν ό,τι θέλει, αλλά η μόνη φράση που μου έρχεται στο μυαλό είναι «έλληνες γονείς».

      Ευχαριστούμε ξανά και ξανά 🙂

      Mika
      16 Ιουνίου 11 στις 14:47

      τέλειο!!!τέλειο!!! Ξεκίνα σε παρακαλώ να γράφεις και άλλα τέτοια!!
      Το χεις λέμε !!!χαχαχαχα!!

      Αλλά νόμιζα κάποια στιγμή οτι με όλα αυτά τα απαίσια που ήπιε θα είχε κάψει κάμποσες θερμίδες και θα χάνα κανένα κιλό αλλά μάταια…
      Δεν πειράζει η Αφρατούλα πρέπει να παραμέινει Αφρατούλα!!

      Φιλιά και περιμένουμε το επόμενο!

      ainafets
      16 Ιουνίου 11 στις 18:16

      Αχ! γιατί περίμενα άλλο τέλος! 🙁

      Ο Παραμυθάς, μας έχει συνηθίσει…στα παθήματα μαθήματα…χαχα! 😉

      ΑΦιλάκια σε όλα τα μωρά και τα μωράκια της Παραμυθοχώρας! 😆

      ζαχαρούλα
      17 Ιουνίου 11 στις 16:02

      Κοίτα να δεις τί περίεργο;!…
      όλοι δηλαδή εδώ μέσα είμαστε Αφρατούλες Μπουλούκες;!

      Κανένας από εμάς δεν είναι Αρκανιώτης;!

      Κανένας από εμάς δεν έχει χάσει ποτέ τη γεύση της ζωής;
      Και κανένας ποτέ δεν κατέβαλλε ποτέ προσπάθειες, να εγκλωβίσει με δελεαστικά ανταλλάγματα και ψέματα άλλους ανθρώπους, ώστε να τους παρακολουθεί με λαγνεία να καταβροχθίζουν όσα τους πασάρει;! μπας και καταφέρει μέσα απ’ αυτό, μέσα από αυτούς, να ζήσει ξανά;!
      Και φυσικά κανένας από εμάς δεν προτίμησε να λύσει μια σχέση εξάρτησης προκειμένου να μην πιει το ξύδι…

      Μπράβο μας!
      Είμαστε και γ@ τις παρέες!…

      marilia
      17 Ιουνίου 11 στις 17:49

      Ζαχαρούλα, συγγνώμη για το θάρρος, αλλά κανείς παραπάνω δεν έχει δηλώσει ταύτιση με την ηρωίδα! Είπαμε ότι μας άρεσε η ιστορία. Προσωπικά μου άρεσε πάρα πολύ! Τον εαυτό του καθένας τον βλέπει (; ) εκεί που νομίζει, ανεξάρτητα αν το δηλώνει ή όχι.
      Και πάλι συγγνώμη για το θάρρος.
      Σμακ σε όλη την «και γ@ την παρέα»! 🙂

      ζαχαρούλα
      17 Ιουνίου 11 στις 18:26

      χμμμ… marilia…
      φαίνεται ότι και οι δύο μας κάνουμε το ίδιο λάθος:

      να θεωρούμε ότι καταλαβαίνουμε τι λένε όλοι οι άλλοι και να μιλάμε εξ ονόματός τους…

      αν και… το αν ταυτίζεται κάποιος με την ηρωίδα δεν έχει να κάνει με το αν αποκαλεί εαυτόν μπουλούκα αφρατούλα σε κάποιο από τα σχόλια και στα 3 μέρη της ιστορίας… αλλά στο κατά πόσο του περνάει από το μυαλό ότι μπορεί και να μην είναι…
      απλώς σκέφτομαι πως, αν κάποιος βλέπει και στους αρκανιώτες κάτι από τον εαυτό του, δε θα εκφράζεται και τόσο πανηγυρικά…
      αλλά, είπαμε, αυτή είμαι εγώ…

      τέλος πάντων…

      δημήτρης
      18 Ιουνίου 11 στις 0:12

      ναι!ναι! πλήρη ταύτιση με την Αφρατούλα…καμιά σχέση με τους Αρκάνες,δεν κάνουμε την ίδια δουλειά…έλα και έχουμε μήνες να διαφωνήσουμε λέμε
      🙂

      ainafets
      18 Ιουνίου 11 στις 20:35

      Αγανακτισμένοι Αφρατούλιδες ενωθείτε!!! 😆
      Δυστυχώς από τον πλανήτη Πινι ή Νιπι…ακολουθεί άλλο ποστ, έτσι η μάχη αναβάλετε για τα «επόμενα»…

      Τα ΑΦ! (κατασκοπευτικά!) 😉

      tulpoeid
      22 Ιουνίου 11 στις 2:43

      Παρεπιπτόντως, είχε ενδιαφέρον το σαρδάμ με την αλλαγή ηλικίας της Αφρατούλας 😉

Σχολιάστε