Η Αφρατούλα Μπουλούκου (Β΄μέρος)

Σήμερα σας έχω τη συνέχεια από την ιστορία της Αφρατούλας Μπουλούκου. Όμως, δεν σας έχω και το τέλος. Αυτή η ιστορία μου βγαίνει μεγαλύτερη απ’ όσο την υπολόγιζα κι επειδή την έχω καταβρεί γράφοντάς την θέλω να το ευχαριστηθώ έως το τέλος. Μάλιστα πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι άρχισε να με τρώει η ιδέα να γράψω κι άλλες τέτοιες ιστορίες και να τις βγάλω με τον γενικό τίτλο, «ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ  Ιστορίες από το μέλλον». Ε; Πώς σας φαίνεται; Λοιπόοοον… Ας μην γράψω περίληψη και μεγαλώνει τζάμπα το post, αφού μπορείτε να πάτε στο προηγούμενο και να το φρεσκάρετε. Η Κλοκλό κι εγώ κοιτάζαμε πάντα στην μαγική κρυστάλλινη σφαίρα της που μας είχε πάει 1014 χρόνια αργότερα και παρακολουθούσαμε την περιπέτεια ενός κοριτσιού, που βρέθηκε σε έναν άλλο πλανήτη.

Αφρατούλα Μπουλούκου (Β’ μέρος)
Μέσα σε τρεις μέρες,  η Αφρατούλα είχε νοιώσει αδιάθετη από το φαΐ, μόνο δύο φορές, χάρη στο γερό της στομάχι που χώνευε γρήγορα και στις πολλές ασκήσεις γυμναστικής που έκανε για να το βοηθά. Πάντα, όπου κι αν βρισκόταν, κάποιο γκαρσόνι θα έκανε την εμφάνισή του για να την ρωτήσει αν θέλει τίποτα και να την βεβαιώσει ότι ένοιωθε τρομερή ευτυχία να την βλέπει να έχει τέτοια καταπληκτική όρεξη.
Κάτι πολύ παράξενο που πρόσεξε η Αφρατούλα, ήταν ότι ενώ δεν υπήρχαν άλλοι καλεσμένοι σ’ αυτό το μέρος, υπήρχαν πάρα πολλοί υπηρέτες και γκαρσόνια! Στην πραγματικότητα, υπήρχαν μόνο υπηρέτες και γκαρσόνια. Κι όλοι τους, ο ένας μετά τον άλλον, σερβίριζαν με τη σειρά τους την Αφρατούλα, κι όλοι τους κάρφωναν πάνω της, την ώρα που έτρωγε, τα λαμπερά γαλάζια μάτια τους. Μερικές φορές μάλιστα, τους έπιανε να γλύφουν τα χείλια τους, καθώς κατέβαζε μια μπουκιά από κάτι πολύ νόστιμο. Αυτή όλη η ιστορία την έκανε να νοιώθει πολύ δυσάρεστα. Στην αρχή σκέφτηκε πως έπρεπε να παραπονεθεί. Αλλά δεν μπορούσε να βρει ούτε πώς θα έλεγε το παράπονό της, ούτε και σε ποιον έπρεπε να το πει. Έπειτα από λίγο, όμως, το συνήθισε αυτό το ενοχλητικό κοίταγμα κι έπαψε να του δίνει σημασία. Κι όταν κάποιος απ’ όλους αυτούς που την κοιτούσαν όταν έτρωγε της χαμογελούσε, έπειτα από κάποια νόστιμη και χορταστική μπουκιά, χαμογελούσε κι εκείνη. Oι μέρες περνούσαν και κανένας από τους άλλους νικητές του διαγωνισμού δεν είχε έρθει. Φαίνεται πως το μπέρδεμα που είχε κάνει το ταξιδιωτικό πρακτορείο στο κλείσιμο των θέσεων, ήταν χειρότερο απ’ όσο μπορούσε να φανταστεί κανείς. Έτσι όπως πήγαιναν τα πράγματα, θα περνούσαν οι μισές διακοπές της Αφρατούλας και δεν θα είχε έρθει κανείς. Εκείνη, όμως, που ήταν πολύ ξύπνιο κορίτσι, ήθελε να μιλήσει όσο γινόταν πιο γρήγορα με κάποιον, για να συγκρίνει τις παρατηρήσεις που έκανε εκείνη για όλα αυτά που έβλεπε με τις παρατηρήσεις και κάποιου άλλου. Δεν άντεχε άλλο πια μόνη της. Ακόμα και η φαντασία που είχε στην αρχή, όταν έδινε παραγγελία για το τι θα φάει, είχε στερέψει. Έτσι, ένα μεσημέρι, άκουσε έκπληκτη τον εαυτό της να παραγγέλνει μόνο μια τυρόπιτα! Και τότε ήταν που συνάντησε τον Γουρουνάκη.


Η συνάντησή τους έγινε ύστερα από ένα ατύχημα. Η Αφρατούλα, από κάμποση ώρα, είχε βάλει στο σημάδι ένα θάμνο και του πετούσε πέτρες. Όταν ξαφνικά, ακούστηκε μια στριγκλιά πίσω από τον μεγάλο θάμνο. Έτρεξε  και πίσω από τα πυκνά φυλλώματα, ανακάλυψε κάποιον που ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα στο γρασίδι κι έτριβε το στήθος του. Ήταν ένα αγόρι, στην ηλικία της, μαυρισμένο από τον ήλιο, που φορούσε μόνο ένα ξεχειλωμένο κοντό παντελονάκι και που ήταν απίστευτα χοντρό! Ήταν το πιο χοντρό αγόρι που είχε δει η Αφρατούλα σ’ όλη της τη ζωή! Τα μάτια του, είχαν σχεδόν εξαφανιστεί πίσω από τα φουσκωμένα μάγουλά του, που κατέβαιναν και σχημάτιζαν ένα διπλό πηγούνι που έκρυβε το λαιμό του. Όλο το στήθος του τρεμούλιαζε καθώς έτριβε το σημείο που τον είχε χτυπήσει η πέτρα της Αφρατούλας και μουρμούριζε:
-Το φαντάστηκα πως θα ‘σουν εσύ, παρ’ όλο που έκανα τα πάντα μέχρι τώρα για να μη συναντηθούμε.
Η φωνή του ήταν μουντή κι όταν μίλαγε ψεύδιζε κι έμοιαζε ν’ αναπνέει με δυσκολία.
-Με συγχωρείς πολύ που σε χτύπησα, αλλά μου είχαν πει πως ήμουν ολομόναχη εδώ πέρα κι έτσι δεν πρόσεχα…
…του είπε η Αφρατούλα και παρ’ όλο που ήξερε πως αυτό που έκανε δεν ήταν ευγενικό, είχε στυλώσει τα μάτια της χωρίς να μπορεί να τα ξεκολλήσει, πάνω στη μέση τού αγοριού, που ξεχείλιζε υπερβολικά στα πλάγια, και στην κοιλιά του που πεταγόταν ψηλά. Το αγόρι που πρόσεξε το βλέμμα της, είπε:
-Την τελευταία φορά που μετρήθηκα ήταν ενάμισι μέτρο.
-Τι ήταν ενάμισι μέτρο;
-Η μέση μου. Αυτή δεν κοιτάς τόση ώρα; Δεν είναι και κανένα σπουδαίο θέαμα για ένα καλοανατεθραμμένο κορίτσι. Κι όταν μάλιστα δεν φοράω και τίποτ’ άλλο από πάνω… Το κακό όμως είναι ότι δεν μου κάνουν πια τα ρούχα μου. ‘Oλα μου τα πουκάμισα έχουν σκιστεί απ’ το τέντωμα και στο παντελόνι μου προσθέτω συνέχεια μπαλώματα για να φαρδαίνει. Με συγχωρείς μια στιγμή…
Το χοντρό αγόρι, τράβηξε με κόπο από κάτω του ένα κομμάτι ύφασμα που έμοιαζε με πόντσο, πέρασε το κεφάλι του από την τρύπα που είχε στη μέση και το ρούχο έπεσε πάνω του σαν τέντα.
-Σαν καλύτερα να ‘ναι τώρα, ε; Έγινα πιο εμφανίσιμος. Δεν θα ‘πρεπε ίσως να ντρέπομαι τόσο πολύ για το πάχος μου, αλλά τι να κάνω; Ντρέπομαι… Τέλος πάντων.  Με λένε Αντώνη. Αντώνη Μπουμπούκη. Αλλά επειδή τρώω πολύ κι είμαι χοντρός, οι φίλοι μου με φωνάζουν «Γουρουνάκη». Χα!… Τώρα θα ‘πρεπε να με δουν… Χα… Χα…
O Γουρουνάκης γέλασε αμήχανα. Στην πραγματικότητα έδειχνε πολύ δυστυχισμένος.
-Εμένα με λένε Αμαλία Μπουλούκου, αλλά όλοι με φωνάζουν Αφρατούλα.
-Χα… Μοιάζεις με Αφρατούλα. Καλά, καλά… μην πεις τίποτα… Το ξέρω πως κι εγώ μοιάζω με γουρουνάκι.
-Μα δεν θα σου έλεγα κάτι τέτοιο…
…είπε η Αφρατούλα και σκέφτηκε πως αυτή ήταν λίγο πιο ευτυχισμένη απ’ αυτό το χοντρό αγόρι. Εκείνο, τη ρώτησε:
-Πώς κατάφεραν και σ’ έφεραν εδώ; Εμένα με παρέσυραν με ένα διαγωνισμό Διαγαλαξιακής ζωγραφικής για παιδιά. Το βραβείο ήταν ένα τζάμπα εισιτήριο, και η διαμονή σε ένα πολύ ωραίο μέρος  και φαΐ, όσο ήθελα κι όποτε το ήθελα. Κέρδισα στο διαγωνισμό, λοιπόν και βρέθηκα εδώ. Πέρασαν δεκαπέντε μέρες από τότε που είχα έρθει εδώ, ώσπου να καταλάβω τι είχε γίνει… Αλλά τότε πια ήταν αργά.
Η Αφρατούλα άρχισε να κάνει τη μια ερώτηση πάνω στην άλλη. Ο Γουρουνάκης την έκοψε σηκώνοντας το χέρι του και της είπε:
-Είναι πολύ απλό. Μας έχουν απαγάγει σε έναν άγνωστο πλανήτη, που οι κάτοικοί τους είναι ίδιοι με μας στη γη.
-Αυτό είναι αδύνατο, είπε η Αφρατούλα κοιτώντας έκπληκτη τον Γουρουνάκη. Δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Της φαινόταν εντελώς απίθανο να τους έχουν απαγάγει. Του έριξε λοιπόν μια δύσπιστη ματιά και ξανάπε με πείσμα.
-Αυτό είναι αδύνατο!
-Να, όμως, που εσύ κι εγώ βρισκόμαστε εδώ πέρα.
-Εγώ ό,τι ώρα θέλω μπορώ να φύγω, είπε με πείσμα η Αφρατούλα.
-Για δοκίμασε, την προκάλεσε ο Γουρουνάκης. Προσπάθησε μόνο να βρεις μια έξοδο σ’ αυτό τον κήπο. Εγώ το έκανα πολλές φορές τις πρώτες μέρες που δεν είχα παχύνει τόσο πολύ από το φαΐ και μπορούσα να κινούμαι εύκολα. Δεν ξέρω πως το έχουν καταφέρει αυτό, ίσως με διάφορους καθρέφτες, αλλά απ’ οπουδήποτε κι αν πας κι οσοδήποτε κι αν προχωρήσεις κάποια στιγμή θα ξαναφτάσεις στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησες. Ίσως να σου έχει τύχει κι εσένα αυτό αλλά να μην το έχεις προσέξει.
-Δεν σε πιστεύω…
…φώναξε δυνατά η Αφρατούλα, για να τον κάνει να πιστέψει πως δεν είχε φοβηθεί, αλλά εκείνος της είπε αναστενάζοντας:
-Θα με πιστέψεις με τον καιρό.
-Μα πού βρισκόμαστε;
-Μακάρι να ‘ξερα… Είμαι, πάντως, βέβαιος πως δεν βρισκόμαστε στη γη.
-Και δεν μου λες σε παρακαλώ, ρώτησε η Αφρατούλα γιατί να θέλουν να με απαγάγουν;
– Για να τρως… Για να τρως… Όπως είδες μπορείς να φας ό,τι θελήσεις  κι όποτε το θελήσεις. Δεν τους φέρνεις ποτέ σε δύσκολη θέση. Εμείς μόνο είμαστε τώρα σε δύσκολη θέση…
O Γουρουνάκης, γούρλωσε ξαφνικά τα μάτια του, κοιτώντας τρομαγμένος πίσω απ’ τη Αφρατούλα και ψιθύρισε:
-Ωχ, μας έπιασαν.
Καθώς ο Γουρουνάκης προσπαθούσε να σηκωθεί κουνώντας χέρια και πόδια, έμοιαζε σαν μεγάλη αναποδογυρισμένη χελώνα της θάλασσας. Η Αφρατούλα του άπλωσε το χέρι της για να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Και τότε είδε το πανύψηλο γκαρσόνι να την κοιτάει σιωπηλό. Είχε βγάλει τη στολή του και φορούσε μια φαρδιά μαύρη ρόμπα, κεντημένη με χρυσή κλωστή, που κυμάτιζε καθώς φυσούσε ένα ελαφρύ αεράκι. O Γουρουνάκης μουρμούρισε:
-Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μας κοιτάζεις μ’ αυτό το ύφος. Μόλις άρχισα να της λέω γιατί είναι εδώ.
– Δηλαδή, κύριε….
-Μπορείς να με λες Άρκαν, είπε το γκαρσόνι που δεν ήταν πια ντυμένο γκαρσόνι. Δεν είναι το όνομά μου, αλλά ένας τίτλος ευγενείας που έχουμε εδώ. Κάτι ανάμεσα σαν τα δικά σας που είχατε στην αρχαιότητα στη γη, «λόρδος» και «πρίγκιπας», αλλά όχι ακριβώς.
Η Αφρατούλα, ένοιωσε να της ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι απ’ το θυμό της και τον ρώτησε:
-Και τι θέλεις από μένα;

-Το μόνο που θέλω από σένα είναι να τρως με όσο γίνεται πιο πολύ ευχαρίστηση το φαγητό σου.
-Καλύτερα να της τα πεις όλα, επέμενε ο Γουρουνάκης.
-Τι άλλο μένει να της πω;

…ρώτησε απαλά με την τραγουδιστή του φωνή ο Άρκαν τον Γουρουνάκη, σηκώνοντας ψηλά τα χέρια του σαν ν’ απορούσε πραγματικά, και τα φαρδιά μανίκια του που απλώθηκαν μ’ αυτή την κίνηση τον έκαναν να μοιάζει με μεγάλο πουλί.
-Τι άλλο να πω; Να… Είμαι πολύ πλούσιος. Εκατό φορές πιο πλούσιος κι απ’ τον πλουσιότερο άνθρωπο που έχετε στη γη. Μπορώ να έχω ό,τι θέλω, όπου κι αν βρίσκεται στους Γαλαξίες.
-Ωραία. Και τότε τι θέλετε από μένα… κι από αυτόν;

…ξαναρώτησε εκνευρισμένη η Αφρατούλα δείχνοντας τον Γουρουνάκη.
-Αυτό που θέλω, απάντησε ο Άρκαν,  είναι να χρησιμοποιήσω δύο ικανότητες που έχετε και που εγώ δεν μπορώ να αποκτήσω, ούτε με όλα τα πλούτη του σύμπαντος. Έχετε την ικανότητα να μπορείτε να μυρίζετε και το πιο σπουδαίο έχετε την ικανότητα να γεύεστε. Τα όντα αυτού του πλανήτη έχασαν τις αισθήσεις τής όσφρησης και της γεύσης από τα πρώτα κιόλας στάδια της εξέλιξής τους. Βέβαια θα μου πεις πως αυτά τα δύο πράγματα δεν έχουν καμιά σοβαρή χρησιμότητα και το μόνο που σου προσφέρουν είναι μια απλή ευχαρίστηση. Από πάντα θεωρούσαμε ότι όταν κανείς σταματάει για να μυρίσει ένα λουλούδι, χάνει πολύτιμο χρόνο που θα μπορούσε να τον είχε χρησιμοποιήσει δουλεύοντας· κι όταν δεν χάνεις άσκοπα τον καιρό σου προσπαθώντας να μαγειρέψεις νόστιμα φαγητά, αφού ότι κι αν φας είναι απλώς για να τραφείς, μπορείς να τον περάσεις κάνοντας σοβαρότερα πράγματα. Πρέπει να σου πω, λοιπόν, πως εμείς εδώ δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε από τι υλικά είναι φτιαγμένο ένα φαγητό, αν είναι αλμυρό ή ανάλατο  και δεν καταλαβαίνουμε καν αν είναι κρύο ή ζεστό. Κι έτσι λοιπόν, τρώμε το πρώτο πράγμα που θα βρεθεί μπροστά μας.
-Ε, και λοιπόν; Τι σχέση έχω εγώ μ’ όλα αυτά;
…ρώτησε η Αφρατούλα, που είχε αρχίσει να λυπάται λίγο τον Άρκαν, αλλά εξακολουθούσε να είναι πάντα θυμωμένη που την είχαν απαγάγει.
O Άρκαν χαμογέλασε παράξενα κι ύστερα της απάντησε, ενώ τα μάτια του άρχισαν να λάμπουν παράξενα.
-Όταν μια μέρα, δεν ξέρουμε πως έγινε,  χάσαμε αυτές τις αισθήσεις, παρ’ όλο που είναι στην ουσία άχρηστες, ωστόσο είναι πολύ ωραίες και θα θέλαμε να τις έχουμε. Εσύ, λοιπόν, μας χρησιμεύεις για τη γεύση που έχεις τρώγοντας. Τη γεύση αυτή, που έχεις στο στόμα σου μπορούμε να την παίρνουμε από το μυαλό σου, κοιτάζοντας στα μάτια σου. Και για να καταλάβεις καλύτερα τι θέλω να πω. Εάν εγώ, τώρα, φάω έναν κεφτέ, θα μου είναι το ίδιο σαν να τρώω άχυρα. Εάν όμως έχω τα μάτια μου καρφωμένα στα μάτια σου την ώρα που τρως ένα παγωτό, τότε θα νοιώθω όλη του τη γεύση καθώς θα βυθίζεις τα δόντια σου σ’ αυτό. Θα νοιώθω όλη την υπέροχη γεύση από την κρέμα, τη ζάχαρη και τη σοκολάτα που θα έχεις στον ουρανίσκο σου και στη γλώσσα σου. Αχ, τι υπέροχα!…. Και μια και μιλάμε για όλα αυτά μήπως θα ήθελες να σου φέρω ένα ωραίο παγωτό βανίλια σοκολάτα, με σαντιγί, βύσσινα κι αμύγδαλα και σιρόπι σοκολάτα;
-Α, ώστε γι’ αυτό κάθε φορά που τρώω κάποιος με κοιτάζει διαρκώς, είπε η Αφρατούλα κουνώντας το κεφάλι της.
-Ακριβώς. Oι φίλοι μου κι εγώ κάναμε στα ψέματα πως είμαστε γκαρσόνια κι υπηρέτες, για να μην σε βάλουμε σε υποψίες. Τώρα, όμως, που τα έμαθες όλα, θα γλυτώσουμε τουλάχιστον απ’ αυτά τα ανόητα ρούχα που αναγκαζόμαστε να φοράμε.
-Εγώ θέλω να γυρίσω σπίτι μου, είπε η Αφρατούλα και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
-Μα γιατί; ‘Oλα εδώ πέρα είναι τέλεια, της είπε ο Άρκαν. Μοιραζόμαστε κάθε ευχαρίστηση. Και για τις δυο πλευρές υπάρχουν μόνο πλεονεκτήματα και καθόλου μειονεκτήματα.
-Καθόλου μειονεκτήματα, ε!  Είπε ο Γουρουνάκης ειρωνικά. Ας γελάσω… Κοίταξε εμένα Αφρατούλα. Ορίστε τα πλεονεκτήματα. Αυτοί παίρνουν μόνο την ευχαρίστηση από το φαγητό, ενώ εμείς παχαίνουμε κιόλας. Κοίταξέ με. Είμαι τόσο χοντρός και βαρύς που δυσκολεύομαι να περπατήσω.
-Και εσύ πάλι, γιατί τρως τόσο πολύ, τον ρώτησε η Αφρατούλα.
-Γιατί δεν μπορώ να συγκρατήσω τον εαυτό μου. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά μου είναι αδύνατον να σταματήσω να τρώω. Κάθε πρωί μόλις ξυπνήσω λέω στον εαυτό μου: «Από σήμερα θα κάνεις δίαιτα». Αλλά όταν σκέφτομαι έπειτα το παστίτσιο, το ψητό κοτόπουλο με τις τηγανιτές πατάτες· τις πάστες και τα παγωτά με την σαντιγί και τους λουκουμάδες με το μέλι,  παραλύει κάθε δύναμη μέσα μου. Κι εκείνοι έρχονται κάθε τόσο και με παρασύρουν και τρώω. Εκεί που κάθομαι ξαπλωμένος και προσπαθώ να μην σκέφτομαι, αυτοί με πλησιάζουν και μου ψιθυρίζουν: «Τι θα έλεγες για μια καλοψημένη ομελέτα με πατάτες τηγανητές;» Α, είναι σατανικό!… Με κάνουν να τρώω μέχρι σκασμού. Κι εσύ κυρία μου, μην είσαι τόσο σίγουρη για τον εαυτό σου. Βάζω στοίχημα πως το μπλου-τζην σου έχει αρχίσει να σε στενεύει.
Τα μάτια του Γουρουνάκη, είχαν πλημυρίσει από δάκρυα. Η Αφρατούλα σκέφτηκε πως πραγματικά το μπλου-τζην της, είχαν αρχίσει να την στενεύουν. Κι εκείνο το πρωί είχε αρχίσει να σκέφτεται σοβαρά, μήπως θά ‘ταν καλύτερα ν’ αρχίσει να φοράει φουστάνια. Κοίταξε τον Γουρουνάκη, μ’ ένα βλέμμα γεμάτο τρόμο. Άραγε θα καταντούσε σαν κι αυτόν; Πήρε, λοιπόν, ένα παγωμένο ύφος και γυρίζοντας στον Άρκαν του είπε:
-Θέλω να γυρίσω στο σπίτι μου.

O Άρκαν κούνησε το κεφάλι του και της είπε:
-Αυτό δεν γίνεται έχεις υπογράψει μια συμφωνία.
-Συμφωνία; Τι συμφωνία; Εγώ δεν έχω υπογράψει καμιά συμφωνία.
-Πως… Υπέγραψες την αίτηση για τον διαγωνισμό έκθεσης. Δεν διάβασες τι έλεγε ο κανονισμός; Έλεγε ότι ως τη στιγμή που θα αρνηθούμε να σου φέρουμε κάτι που θα ζητήσεις να φας, είσαι υποχρεωμένη να μένεις εδώ. Και οι Διαγαλαξιακοί Νόμοι μας επιτρέπουν να σε κρατήσουμε, ακόμα κι αν δεν θέλεις εσύ. Θα μπορέσεις να φύγεις μόνο όταν μας ζητήσεις κάτι που θα αρνηθούμε να στο δώσουμε.
Παρ’ όλο που ο Άρκαν είχε πολύ επιβλητική εμφάνιση, η Αφρατούλα είχε θυμώσει τόσο πολύ, που δεν άντεξε και του τράβηξε μια γερή κλοτσιά στο καλάμι. Εκείνος, όμως, χαμογέλασε ψυχρά στο μικρό κορίτσι που είχε γίνει κατακόκκινο από το θυμό του και είπε:
-Ξέχασα να σου πω ότι έχουμε χάσει και την αίσθηση του πόνου. Η κλοτσιά σου λοιπόν, πήγε χαμένη.
Και με χείλια σφιγμένα από το θυμό, που έμοιαζαν πια σαν μια λεπτή γραμμή, ο Άρκαν τους γύρισε την πλάτη κι άρχισε ν’ απομακρύνεται, ενώ η μαύρη χρυσοκέντητη ρόμπα του, κυμάτιζε πίσω του καθώς την φυσούσε τ’ αεράκι. Η Αφρατούλα, έξαλλη από το θυμό της, του φώναξε πίσω του καθώς την φυσούσε τ’ αεράκι.
-Μη σε νοιάζει… Το νοιώθω ότι κάτι θα γίνει και θα φύγουμε από ‘δω. Κάτι θα σκεφτώ.
Η Αφρατούλα κοιτούσε τον Άρκαν καθώς έφευγε. Εκείνος όμως συνέχισε να περπατάει, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά πίσω του.
O Γουρουνάκης  χτύπησε ελαφρά την Αφρατούλα στον ώμο και της είπε ειρωνικά:
-Αντί να σκεφτείς τι θα κάνεις σ’ αυτούς, δεν κατεβάζεις καμιά ιδέα για μεσημεριανό φαγητό; Τι λες; Αρχίζουμε με θαλασσινά και πεπόνι;
Η Αφρατούλα, ένοιωσε μια τρομερή επιθυμία να τον κλοτσήσει κι αυτόν στο καλάμι, όπως είχε κλοτσήσει τον Άρκαν. Εδώ έπρεπε να κάτσουν να στύψουν το μυαλό τους για να βρουν τρόπους να δραπετεύσουν κι αυτό το ανόητο παιδί, δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο από το φαγητό!
Η Αφρατούλα αποφάσισε να μη φάει μεσημεριανό και να ψάξει να βρει μια έξοδο στο τεράστιο πάρκο, παρ’ όλο που ο Γουρουνάκης της είχε πει πως δεν υπήρχε καμιά. Έψαξε, έψαξε… έψαξε… αλλά τίποτα! Ο Γουρουνάκης είχε δίκιο: δεν υπήρχε έξοδος από το πάρκο πουθενά. Κάθε τόσο βρισκόταν πάλι στο ίδιο μέρος απ’ όπου είχε ξεκινήσει το ψάξιμο! Έτσι η Αφρατούλα κατακουρασμένη και πεινασμένη, γύρισε πίσω κι αντί να πιει μόνο το απογευματινό τσάι της, έφαγε απανωτά δυο πιάτα γαρίδες, μερικές πάστες, κάμποσες φρουτοσαλάτες και μια καλοψημένη τάρτα με μαρμελάδα. Δεν μπόρεσε ν’ αρνηθεί τα φαγητά που της πρόσφερε με χαμόγελο ο Άρκαν, που τα γαλάζια μάτια του έλαμψαν από ευχαρίστηση, όταν η Αφρατούλα του ζήτησε άλλη μια τάρτα με μαρμελάδα.

Η Κλοκλό κι εγώ, χίλια τόσα χρόνια πίσω, σηκώσαμε τα μάτια μας από τη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα όπου παρακολουθούσαμε τα δύο παιδιά, απροστάτευτα σε ένα μακρινό πλανήτη, και κοιταχτήκαμε στεναχωρημένα.
– Τσ, τσ, τσ…έκανα κουνώντας το κεφάλι μου. Πώς μπλέξανε έτσι αυτά τα παιδιά; Και πώς να τους βοηθήσουμε, που είναι πάνω από 1.000 χρόνια μακριά;
– Γιατί έχεις καμιά ιδέα Παραμυθά; ρώτησε η Κλοκλό.
– Ναι, κάτι σκέφτομαι, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Γιατί ρωτά, όμως;
– Τι θα ‘λεγες αν σου πω ότι μπορείς να βρεθείς εκεί;
– Τι λες, Κλοκλό, είπα γουρλώνοντας τα μάτια μου. Και πώς θα γίνει αυτό;
– Χι, χι, χι… γέλασε η Κλοκλό, με γέλιο μάγισσας. Αυτή μαγική κρυστάλλινη σφαίρα, είναι και μηχανή του χρόνου και αφού εσύ μπορείς να γίνεσαι μικρός σαν καρφίτσα, μπορώ να σε στείλω όσες χιλιάδες χρόνια θες μπροστά και όπου θες.
– Πω, πω… έκανα σαν χαμένος. Φαίνεται ότι όταν μπλέξει μία μάγισσα με την τεχνολογία, δεν σταματάει μπροστά σε τίποτα!
– Έτσι είναι, είπε υπερήφανη η Κλοκλό για τη μαγική, ηλεκτρονική σφαίρα της και συνέχισε:
– Τι λες, λοιπόν, να σε πάω εκεί να βοηθήσεις αυτά τα παιδιά πριν γίνουν σαν ελέφαντες από το πάχος.
– Και βέβαια να με πας. Αλλά θέλω να τους παρακολουθήσω λίγο ακόμα, για να σιγουρευτώ γι’ αυτό που σκέφτηκα.
Έτσι, η Κλοκλό κι εγώ, ξανασκύψαμε πάνω από τη κρυστάλλινη σφαίρα για να δούμε τι γινόταν σε έναν άλλο πλανήτη, 1.014 χρόνια μακριά.

Η συνέχεια, όμως, και το τέλος της ιστορίας, στο άλλο post.
Καλό βράδυ και καλή βδομάδα.

Π.

 

6 Σχόλια στο “Η Αφρατούλα Μπουλούκου (Β΄μέρος)”

      marilia
      12 Ιουνίου 11 στις 18:24

      Ναι, ναι, ναι! …melonτοϊστορίες!!! 😛 Θέλωωωωωωωωωωωωωωωωωωω!!!! Γιούπιιιιιιιιιιιιιι!!!

      φιλάκι φράουλας (ήταν ανάγκη να ειπωθεί η λέξη «τάρτα»; Ήταν;;;; χαχαχαχα)

      Παπαστρατής Το "Θηρίο" Ιωάννης
      13 Ιουνίου 11 στις 0:06

      Φανταστικό.Καλογραμμένο και με πλοκή που σε κρατάει σε εγρήγορση.Σε ένα σημείο μόνο παραξενεύτικα.Στην εισαγωγή σου.αν η μαγική σφαίρα σας «πήγε» 3025 χρόνια μετά σε ποιό έτος παρακολουθείτε την ιστορία από τη μαγικη σφαίρα;

      Καλό σου ξημέρωμα και μία όμορφη εβδομάδα!!!!

      Παραμυθάς
      13 Ιουνίου 11 στις 11:06

      Χα, χα, χα… Ναι, την έκανα με τις χρονολογίες. Δεν μας πήγε 3025 χρόνια μπροστά η σφαίρα, μας πήγε στο 3025. Το διόρθωσα. Ευχαριστώ τα δύο κορίτσια που το είδαν και μου έστειλαν mail και τον Γιάννη που το εντόπισε εδώ. Καλή εβδομάδα.

      Mika
      13 Ιουνίου 11 στις 11:13

      Γίνεται όλο και καλύτερο αν και είχα αρχίσει να υποψιάζομαι τι συνέβαινε…χαχαχα! είμαι και εγώ έξυπνο κορίτσι…

      Αναμένουμε το τέλος με την σωτήρια επέμβαση σου…θέλω να δώ τι θα κάνεις???

      Υ.Γ. τι τα θες και τα αραδιάζεις τόσα φαγητά και είμαστε σε δίαιτα και γουργουρίζει η κοιλία μου και υποφέρω…ε??

      Φιλιά

      δημήτρης
      14 Ιουνίου 11 στις 20:29

      …κι εκεί που χάζευα από την ταράτσα του σπιτιού μου το ακίνητο, γεμάτο φεγγάρι ξαφνικά «έπαθα» μια ενσυναίσθηση, που θα έλεγε και η Άιναφετς, και μα το Δία ένιωσα σαν την Αφρατούλα…και σχεδόν αμέσως θυμήθηκα ένα ποίημα που έχει γράψει ο Νίκος:

      ««Πίσω» από τον «τοίχο» παραμονεύει ο κόσμος.
      Ένας κόσμος που υπάρχει για σένα.
      Ένας κόσμος που «κρέμεται» πάνω σου για να «νοιώσει»,
      να «νοιώσει» οτιδήποτε – αρκεί να νοιώσει.
      Κι εσύ δολοφονείς, κλαις, λες αστεία, ερωτεύεσαι, πεθαίνεις…
      Κι όσο πιο έντονα κι αληθινά τα κάνεις αυτά, σαν να σου συμβαίνουν,
      τόσο το καλύτερο για όλους σας.»

      Περιμένουμε με αγωνία τη συνέχεια.
      Φιλιά

Σχολιάστε