Η Αφρατούλα Μπουλούκου (Α’ μέρος)

Εδώ και καιρό, γυροφέρνω στο κεφάλι μου μια ιδέα, για να γράψω ιστορίες επιστημονικής φαντασίας. Περιπέτειες του Παραμυθά από το …μέλλον. Ναι, ξέρω, μου το έχουν ξαναπεί: «σουρεάλα ο παππούς»!   Αλλά μια κι από αυτό εδώ το blog έχουν ξεκινήσει διάφορα τα τελευταία τρία χρόνια, λέω να δοκιμάσω κι αυτό εδώ, για να μου πείτε τη γνώμη σας.
Λοιπόοοον… Η πρώτη ιστορία έχει τίτλο, «Αφρατούλα Μπουλούκου». Ναι, ξέρω δεν μοιάζει και πολύ για  science fiction  ο τίτλος, αλλά περιμένετε και θα δείτε. Επειδή είναι μεγάλη η ιστορία, και για να έχουμε και λίγο σασπένς, σήμερα θα σας γράψω εδώ το πρώτο μέρος. Και επιτρέψτε μου να αφιερώσω την ιστορία της Αφρατούλας Μπουλούκου, στις μπουλούκες αφρατούλες φίλες μου – έχω τουλάχιστον τρεις.

Πριν λίγες μέρες η καλή μου φίλη η μάγισσα Κλοκλό, με φώναξε να πάω σπίτι της για να μου δείξει κάτι εντυπωσιακό. Μια και δυο, τα παρατάω όλα και φεύγω πετώντας για την Κλοκλό.
Καλώς τον Παραμυθά», μου λέει η Κλοκλό μόλις μπήκα πετώντας από το παράθυρο του σπιτιού της, που το ‘ χε αφήσει επίτηδες ανοιχτό για μένα.
«Τι τρέχει Κλοκλό, κι ήθελες να ‘ρθω τόσο γρήγορα;»
«Έχω κάτι καταπληκτικό, που θα σ’ αρέσει φοβερά! Κατάφερα κάτι απίστευτο με την μαγική κρυστάλλινη σφαίρα μου: μπορώ να βλέπω τι γίνεται στο μέλλον!»
«Δηλαδή, κάτι σαν τη μηχανή του χρόνου;» ρώτησα με θαυμασμό.
«Α-κρι-βώς, φίλε μου Παραμυθά. Η μαγική κρυστάλλινη σφαίρα μου είναι πια και μια κρυστάλλινη σφαίρα του χρόνου. Αρκεί να πω τα κατάλληλα μαγικά λόγια που σκέφτηκα, και… τσουπ: Λες και παρακολουθώ έργο στην τηλεόραση, βλέπω τι γίνεται κάπου στο μέλλον».
«Και τι βλέπεις στο μέλλον, Κλοκλό;»
«Χα! Εδώ είναι το παράξενο: βλέπω ιστορίες με παιδιά! Δεν ξέρω πώς γίνεται, αλλά μόλις πω τα μαγικά λόγια, στην μαγική κρυστάλλινη σφαίρα μου αρχίζω να βλέπω μία ιστορία με παιδιά. Γι’ αυτό σε φώναξα, για να τις δεις εσύ που ξέρεις να διηγείσαι ωραία ιστορίες στα παιδιά και να τους τις λες μετά ή να τις κάνεις βιβλίο». Και λέγοντας αυτά η Κλοκλό, με πήρε από το χέρι και με ‘φερε στο τραπεζάκι με την μαγική κρυστάλλινη σφαίρα της.
«Για βάλε, για βάλε…» είπα μπερδεμένος από την ανυπομονησία μου λες και θα  ‘βαζε κάτι στην τηλεόραση. «Ε, συγνώμη, Κλοκλό, θέλω να πω για πες τα μαγικά λόγια σου».
Ίκου, μπίκου, φλίκου,
Σφαίρα πεταξίκου,
Πεταξίκου χρόνια, μακριά,
Και δείξε μας κάτι καθαρά,
Χιλιάδες χρόνια πιο μετά.
Και τότε, είδα να γράφεται πάνω στη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα ο αριθμός 3.025 μ.Χ. Κατάλαβα! Θα μας πήγαινε στο έτος 3.025! Έτσι κι έγινε. Κι είδαμε μια ιστορία καταπληκτική! Μια ιστορία για ένα μικρό, παχουλό, γλυκό κοριτσάκι που το λέγανε Αφρατούλα. Και ήρθε η ώρα να σας την πω για να την μάθετε κι εσείς. Λοιπόν…

Αφρατούλα Μπουλούκου
Πέρασαν κάμποσες μέρες προτού η Αφρατούλα Μπουλούκου καταλάβει ότι την είχαν απαγάγει. Και πραγματικά δεν υπήρχε κανένας λόγος που να την κάνει να υποψιαστεί κάτι τέτοιο. Γιατί ποιος θα ‘μπαινε στον κόπο να απαγάγει την εντεκάχρονη κόρη ενός απλού υπάλληλου του Διαστημοδρόμιου ΑΙΣΩΠΟΣ των Αθηνών, του κυρίου Αλέξανδρου Μπουλούκου,   που θα του ήταν αδύνατο να πληρώσει ακόμα και τα πιο χαμηλά λύτρα για να την πάρει πίσω. Oύτε πια ήταν τόσο όμορφη που να θέλει κανείς να την κλέψει για να την κρατήσει. Με τα χοντρά πουλόβερ από τον πλανήτη Άρη – που ήταν φοβερά της μόδας το 3025 μ.Χ. στη γη –  και τα κλασσικά παλιομοδίτικα μπλου τζην που φορούσε πάντα η Αφρατούλα, έμοιαζε πιο πολύ για αγόρι παρά για κορίτσι. Το πραγματικό της όνομα ήταν Αμαλία. Αλλά η μοναδική φορά που κάποιος τη φώναξε μ’ αυτό το όνομα, ήταν η ιέρεια του ναού, την ημέρα που τη βάφτισε. Λίγους μήνες αφού είχε γεννηθεί, βλέποντάς την ο πατέρας της ντυμένη για πρώτη φορά με την, ειδική για μωρά, κοκκινόασπρη αντιμικροβιακή φόρμα, έτσι παχουλή που ήταν τον έκανε να βάλει τα γέλια και να της φωνάξει τρυφερά: «Αφρατούλα μου, εσύ…». Κι από τότε, αφρατούλα ο ένας, αφρατούλα ο άλλος, στο τέλος το «Αφρατούλα» της κόλλησε για πάντα, κι ούτε που θυμόταν πια κανείς το πραγματικό της όνομα γιατί μεγαλώνοντας συνέχισε πάντοτε να ‘ναι πολύ παχουλή, και το «Αφρατούλα» τής ταίριαζε θαυμάσια, αφού έμοιαζε με εκείνα τα παραδοσιακά αφράτα τσουρέκια, που έφτιαχναν στην Αθήνα πριν από χιλιάδες χρόνια, όποτε γιόρταζαν μια γιορτή που την έλεγαν, «Πάσχα».
Δεν υπήρχε λοιπόν κανένας που να ήθελε ν’ απαγάγει την Αφρατούλα με το μεγάλο στρογγυλό πρόσωπο, τους φαρδείς ώμους και τα γεροδεμένα χέρια της, που έτσι και σου έδινε σφαλιάρα ή χαστούκι – αν και ήταν μόλις έντεκα χρονών – ξεραινόσουν από τον πόνο. Κι ούτε πάλι ήταν ειδικά έξυπνη.  Στο σχολείο δεν έβρισκε να υπάρχει τίποτα άλλο ενδιαφέρον, εκτός από την ώρα της γυμναστικής όπου έπαιζαν διάφορα παιχνίδια. Καταλαβαίνετε τώρα την έκπληξη που ένοιωσαν όλοι, όταν με τη λίγη γραμματική που ήξερε και με την κακή ορθογραφία της, όχι μόνο δήλωσε συμμετοχή σ’ έναν Πανγαλαξιακό διαγωνισμό έκθεσης, αλλά στο τέλος κέρδισε και το πρώτο βραβείο! Το θέμα που είχε η έκθεση του διαγωνισμού ήταν: «Το φαγητό». Και η Αφρατούλα σ’ ό,τι είχε σχέση με φαγητό, ήταν αυθεντία. Ωστόσο ο δάσκαλός της δεν μπορούσε ποτέ να πιστέψει πώς μία έκθεση, που άρχιζε: «Μου αρέσουν πολύ οι κεφτέδες Κρόνου, το αρνάκι λεμονάτο αλλά πλανήτη Αφροδίτη, το παστίτσιο τέσσερις γαλαξίες, τα τιναχτά διαστημικά καλαμαράκια, οι κλασσικές τηγανητές πατάτες, οι μπριζόλες από κρέας ταύρων του πλανήτη Άρη….» και που συνεχιζόταν έτσι για τρεις ολόκληρες σελίδες χωρίς να λέει τίποτε’ άλλο, λες και ήταν κατάλογος εστιατορίου, δεν θα μπορούσε ποτέ να πιστέψει ο καημένος ο δάσκαλος ότι μια τέτοια μονότονη και αδιάφορη έκθεση, θα μπορούσε να κερδίσει το πρώτο βραβείο, απ’ όλο τον Γαλαξία. Και να τι ήταν το βραβείο: Oι τυχεροί νικητές του διαγωνισμού, θα έκαναν ένα μήνα διακοπές κάτω από τον ζεστό ήλιο ενός μικρού, σχεδόν άγνωστου, πλανήτη της άγονης γραμμής, του PILANIK, όπου θα έτρωγαν ό,τι ήθελαν, όσο ήθελαν και όποτε το ήθελαν. Και η Αφρατούλα Μπουλούκου, κέρδισε το πρώτο βραβείο!
Την ημέρα που έπρεπε να φύγει για τις διακοπές του βραβείου, ο πατέρας της Αφρατούλας, πήρε άδεια από τη δουλειά του και πήγε ο ίδιος την κόρη του στο Διαστημοδρόμιο, όπου μια πολύ ευγενική αεροσυνοδός της PILANIK AIRLINES, την πήρε από τον έλεγχο διαβατηρίων και την οδήγησε στο διαστημικό λεωφορείο. Εκεί, αφού της εξήγησε πώς θα κλείσει τη μαγνητική ζώνη ασφαλείας, της πρόσφερε ένα ολόγλυκο αναψυκτικό. Κι ενώ η Αφρατούλα περίμενε ν’ απογειωθεί το λεωφορείο και να τους σερβίρουν κάτι φαγώσιμο, άρχισε ξαφνικά χωρίς να νυστάζει να χασμουριέται, να νοιώθει τα βλέφαρά της βαριά και προτού αρχίσει το πρώτο της διαστημικό ταξίδι, είχε αποκοιμηθεί βαθιά.
Όταν άνοιξε τα μάτια της η Αφρατούλα, βρισκόταν ξαπλωμένη σε μια μεγάλη κρεβατοκάμαρα, πλημυρισμένη από τις χρυσές ακτίνες του ήλιου που έκαναν τα πάντα εκεί μέσα να λάμπουν. Τεντώθηκε στο κρεβάτι της, έπαιξε με τα δάχτυλα των ποδιών της και τότε κατάλαβε πως βρισκόταν σ’ ένα μέρος που το έβλεπε για πρώτη φορά, και που της ήταν εντελώς ξένο. Πέταξε από πάνω της το άσπρο μεταξωτό πάπλωμα, πήδηξε απ’ το κρεβάτι πάνω σ’ ένα χαλί από κάτασπρη παχιά γούνα και κοίταξε προσεκτικά το δωμάτιο που ήταν ολόκληρο σκεπασμένο από μάρμαρο και χρυσάφι. Εκνευρίστηκε πολύ καθώς σκέφτηκε πως με το να κοιμηθεί στο διαστημικό λεωφορείο είχε χάσει το υπέροχο φαγητό που θα πρόσφεραν την ώρα της πτήσης και που τόσο ήθελε να δοκιμάσει. Και τώρα; Πού να βρισκόταν άραγε; ‘Ήταν έτοιμη ν’ αρχίσει να φωνάζει, όταν πρόσεξε πως δίπλα στο κρεβάτι κρεμόταν ένα χρυσό κορδόνι, σαν εκείνα που είχε δει στο αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, και που τα είχαν στα αρχαία σπίτια από τον 18ο έως τον 21ο αιώνα, για να χτυπάνε ένα πράμα που το λέγανε «κουδούνι». Το τράβηξε μερικές φορές, ώσπου κατάλαβε ότι το μαργαριτάρι που βρισκόταν στην άκρη του κορδονιού, ήταν κουμπί. Το πάτησε με πείσμα κάμποσο και καθώς είχε αρχίσει να της περνάει ο εκνευρισμός, πήγε να κοιτάξει από το παράθυρο.
‘Έξω, κάτω από τα μάτια της, απλώνονταν κάτι πανέμορφοι κήποι. Η Αφρατούλα άνοιξε το παράθυρο και καθώς ρουφούσε τον γεμάτο όμορφες μυρωδιές αέρα, ένοιωσε πως κάποιος είχε μπει αθόρυβα στο δωμάτιο και στεκόταν πίσω της. Γύρισε απότομα και είδε μια ηλικιωμένη καμαριέρα, με κόκκινα μάγουλα που άρχισε να της μιλάει γλυκά, αλλά και με μία ανυπομονησία στη φωνή της, λες και το πιο σοβαρό πράγμα που είχε να κάνει στη ζωή της ήταν να φέρει το φαγητό της Αφρατούλας.
-Τι θα ‘θελες να φας για πρωινό χρυσό μου;
Αυτή ήταν η πρώτη κουβέντα που είπε η καμαριέρα. Η Αφρατούλα σκέφτηκε πως έτσι που τα μάγουλά της ήταν βαθουλωμένα και ζαρωμένα αλλά κόκκινα, έμοιαζε με ξεραμένο μήλο. Ύστερα την ρώτησε:
-Πώς βρέθηκα εδώ;
Η καμαριέρα χαμογέλασε μ’ ένα παράξενο ύφος και είπε:
-Σε είχε κουράσει το ταξίδι και κοιμόσουν για τα καλά, γλυκούλα μου. Εγώ η ίδια σ’ έβαλα στο κρεβάτι. Τι θα ‘θελες λοιπόν για πρωινό; Ξαναρώτησε πιο ανυπόμονα αυτή τη φορά.
Τότε η Αφρατούλα θυμήθηκε το βραβείο. Θα έτρωγε ό,τι ήθελε, όσο ήθελε κι όποτε το ήθελε. Σκέφτηκε λοιπόν λίγο κι ύστερα είπε:
– Θα μπορούσα να έχω ένα ποτήρι γάλα κι ένα τσουρεκάκι;
Η καμαριέρα φαίνεται πως δεν περίμενε κάτι τέτοιο, γιατί γούρλωσε τα μάτια της από έκπληξη και με φωνή όλο απογοήτευση, διαμαρτυρήθηκε.
– Είμαι βέβαιη πως θα ήθελες κάτι πολύ καλύτερο από ένα χαζό ποτήρι γάλα κι ένα μίζερο τσουρεκάκι.
Αυτή η παρατήρηση της καμαριέρας έδωσε θάρρος στη Αφρατούλα, που δεν ήθελε και πολύ άλλωστε, και αμέσως ζήτησε: «Πορτοκαλάδα, κρεμ-καραμελέ, δυο αυγά μάτια, τέσσερις φρυγανιές με βούτυρο και μαρμελάδα φράουλα, ανανά, δύο πάστες σοκολάτα, γάλα με κακάο και έξι τσουρεκάκια γεμιστά με πραλίνα.
Σε λίγο της τα σερβίρισαν όλα αυτά σε μια υπέροχη βεράντα του σπιτιού, που την έλουζε ο ήλιος κι έβλεπε σ’ έναν κήπο πλημυρισμένο από κάτι παράξενα λουλούδια που θύμιζαν ψάρια, και με πολλά χαμηλά δέντρα με χιλιάδες πολύχρωμα πουλιά να πετούν ανάμεσα στα κλαριά τους. Παρ’ όλα αυτά όμως, η Αφρατούλα δεν ευχαριστήθηκε και πολύ το πρωινό της, γιατί η καμαριέρα έμεινε δίπλα της και την κοιτούσε στα μάτια, όση ώρα έτρωγε, όπως την κοίταγε ο σκύλος της ο Έκτωρ, κάθε φορά που έτρωγε, ζητιανεύοντας μια μπουκιά!  Τα μάτια της καμαριέρας, είχαν ένα έντονο μπλε χρώμα και κοιτούσαν μ’ ένα πολύ διαπεραστικό βλέμμα. Το βλέμμα αυτό έκανε τη Αφρατούλα να νοιώθει πολύ αμήχανα, κυρίως επειδή έπειτα από κάθε χορταστική μπουκιά που έβαζε στο στόμα της, η καμαριέρα έβγαζε έξω τη γλώσσα της κι έγλυφε με τρομερή ευχαρίστηση τα χείλια της. Η Αφρατούλα σκέφτηκε πως η γριά καμαριέρα θα πείναγε πάρα πολύ και της πρόσφερε μια φρυγανιά με βούτυρο και μαρμελάδα. Εκείνη, όμως, αρνήθηκε χαμογελώντας πικρά και με ένα πονεμένο  ύφος της είπε:
– Αχ, κοριτσάκι μου, δεν θα μου έκανε τίποτα αυτό… Ενώ στ’ αλήθεια μ’ ευχαριστεί πάρα πολύ να σε βλέπω να τρως με τόση όρεξη το καθετί. Μμμ… αυτός ο ανανάς έχει υπέροχη γεύση…
….πρόσθεσε η καμαριέρα, καθώς η Αφρατούλα δάγκωνε μια φέτα από τον ζουμερό ανανά ου της είχαν φέρει, ενώ στο πηγούνι της έτρεχε λίγος από τον πλούσιο χυμό κι εκείνη τον σκούπισε γρήγορα με την ανάποδη του χεριού της. Ύστερα σήκωσε τα μάτια της κι είδε την καμαριέρα να ‘ χει τα μάτια της μισόκλειστα και ν’ αναστενάζει από ευχαρίστηση. Έμοιαζε στ’ αλήθεια να ευχαριστιέται περισσότερο κι από την Αφρατούλα.
– Μπράβο… Μπράβο το καλό κορίτσι, είπε σχεδόν βογκώντας η καμαριέρα, δεν θ’ αφήσεις τίποτα μπροστά σου χρυσό μου, έτσι; Τίποτα.
Ήταν τόσο παρακλητική η φωνή της καμαριέρας που η Αφρατούλα για να την ευχαριστήσει, παρ’ όλο που πήγαινε να σκάσει, έκανε προσπάθεια και δεν άφησε τίποτα μπροστά της.
Μετά από ένα τέτοιο πρωινό, σκέφτηκε η Αφρατούλα ότι εκείνο που χρειαζόταν ήταν ένας ωραίος περίπατος στον κήπο. Περπατώντας, ύστερα από λίγο, ανάμεσα σ’ εκείνα τα υπέροχα λουλούδια και δέντρα, πρόσεξε ότι ενώ όλα έμοιαζαν τέλεια – το σπίτι, τα φαγητά, ο κήπος – εκείνη ένοιωθε μια περίεργη ανησυχία! Κάτι δεν της πήγαινε καλά. Και δεν έφταιγε εκείνο το παράξενο πρωινό, δεν ήταν από βαρυστομαχιά επειδή είχε φάει τόσα πολλά και διαφορετικά πράγματα μαζί πρωί πρωί. Oύτε πάλι της έφταιγε η γριά καμαριέρα που την κοιτούσε έτσι επίμονα όση ώρα έτρωγε. Υπήρχε κάτι άλλο που την ενοχλούσε. Κάτι που ένοιωθε ότι δεν ήταν όπως θα έπρεπε να ήταν.

Κάπου χίλια και κάτι χρόνια πίσω, η φίλη μου η μάγισσα Κλοκλό κι εγώ, παρακολουθούσαμε, μέσα στην μαγική κρυστάλλινη σφαίρα της, την Αφρατούλα να περπατάει προβληματισμένη σε εκείνο τον υπέροχο κήπο του πλανήτη PILANIK. Η Κλοκλό γύρισε και με κοίταξε.
– Τι λες Παραμυθά. Τι είναι αυτό που το προβληματίζει το κοριτσάκι;
– Εμένα, ρωτάς Κλοκλό, της είπα. Εσύ είσαι η μάγισσα. Βρες το.
– Σωστό κι αυτό, είπε η Κλοκλό και γυρίσαμε με τρομερό ενδιαφέρον τα μάτια μας στην μαγική κρυστάλλινη σφαίρα.

Η Αφρατούλα συνέχισε τη βόλτα της μπαίνοντας σε ένα ωραίο μικρό δάσος, ενώ χιλιάδες σκέψεις συνέχισαν να στριφογυρίζουν στο κεφάλι της, χωρίς να μπορεί να βρει τι ήταν εκείνο που την ενοχλούσε στην όλη ιστορία και της δημιουργούσε ανησυχία. Βγαίνοντας από το μικρό δάσος βρέθηκε στην κορφή ενός χαμηλού λόφου, που της θύμισε ποπό μωρού παιδιού και που ήταν σκεπασμένος με καταπράσινο απαλό γρασίδι. Ένοιωσε μια φοβερή επιθυμία να ξαπλώσει και να κατέβει το λόφο κουτρουβαλώντας σαν βαρελάκι. Της ήρθε, δηλαδή, η επιθυμία να παίξει. Και τότε κατάλαβε επιτέλους τι την ενοχλούσε. Βλέποντας αυτή την υπέροχη κατηφόρα από γρασίδι που απλωνόταν μπροστά της, σε ένα λιβάδι όπου δεν υπήρχε ψυχή, συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε κανένα άλλο παιδί εκτός από αυτήν εκεί. Ήταν ολομόναχη! Πού ήταν, λοιπόν, οι υπόλοιποι νικητές του διαγωνισμού από άλλα σχολεία, από άλλες πόλεις, από άλλους πλανήτες του Γαλαξία; Κι επειδή η Αφρατούλα ήταν πολύ περίεργο και θαρραλέο κορίτσι, έτρεξε αμέσως πίσω στο μεγάλο σπίτι, για να ζητήσει από κάποιον εξηγήσεις.
Καθώς η Αφρατούλα προχωρούσε στο μεγάλο χολ του σπιτιού, κοιτώντας σαν χαμένη δεξιά κι αριστερά ψάχνοντας να συναντήσει κάποιον και τα βήματά της αντηχούσαν σαν να ήταν άδειο το σπίτι, εντελώς ξαφνικά έπεσε πάνω σ’ έναν πανύψηλο άντρα, που ήταν ντυμένος επίσημα στα μαύρα, κάτι σαν μαιτρ ακριβού εστιατόριου!
– Κυρία μου, της είπε ο ψηλός άντρας και υποκλίθηκε μπροστά της με μεγάλο σεβασμό, κάνοντάς την να νοιώσει πολύ άσχημα που φορούσε το τριμμένο της μπλου-τζήν. Αλλά στο κάτω-κάτω, τι άλλο μπορούσε να φορέσει κανείς στις διακοπές του; Πάντως ο ψηλός άντρας με το μαύρο κοστούμι, άκουσε πολύ προσεκτικά και ευγενικά τις ερωτήσεις που του έκανε η Αφρατούλα χωρίς να δείξει καθόλου ενοχλημένος από τα ρούχα της. Στο τέλος της απάντησε με μια τραγουδιστή φωνή.
– Ελπίζω η κυρία να μην αισθάνεται άσχημα. Πολύ φοβάμαι ότι οι υπόλοιποι νικητές του διαγωνισμού, δεν θα ‘ρθουν πριν περάσουν μερικές μέρες. Δυστυχώς έγινε μια τρομερή παρεξήγηση με τον ταξιδιωτικό μας πράκτορα και γι’ αυτό θα καθυστερήσουν λίγο.
-Θέλετε, δηλαδή, να πείτε ότι είμαι ολομόναχη σ’ αυτό το τεράστιο μέρος;.

Εκατοντάδες χρόνια πίσω στο χρόνο, η Κλοκλό κι εγώ, γυρίσαμε και κοιταχτήκαμε με απορημένο βλέμμα.
– Τι να συμβαίνει άραγε, Παραμυθά;
– Δε μου λες Κλοκλό, δεν μπορείς να επέμβεις για να δούμε τι γίνεται στο τέλος;
– Ε, όχι Παραμυθά, δεν είναι βιντεοταινία ή DVD για να το τρέξουμε.
– Έχεις δίκιο Κλοκλό, της είπα και ξανακοιτάξαμε κι οι δύο την μαγική κρυστάλλινη σφαίρα της.

Η Αφρατούλα Μπουλούκου, το εντεκάχρονο κορίτσι που είχε έρθει πρώτο στο Διαγαλαξιακό διαγωνισμό έκθεσης με θέμα το φαγητό, κοιτούσε τον πανύψηλο άντρα με τα γαλάζια μάτια και το μαύρο επίσημο κοστούμι που στεκόταν με σεβασμό μπροστά της, γεμάτη απορία. Έως εκείνη τη στιγμή της είχαν συμβεί αρκετά παράξενα πράγματα. Πρώτον, αποκοιμήθηκε στο  διαστημικό λεωφορείο πριν την απογείωση. Ύστερα είχε ξυπνήσει σε μια υπέροχη κρεβατοκάμαρα από μάρμαρο, γούνες και χρυσάφι. Μετά, επειδή όπως έλεγαν οι όροι του διαγωνισμού, μπορούσε να φάει ότι θέλει, όσο θέλει και όποτε θέλει, η Αφρατούλα ζήτησε ένα σωρό νόστιμα πράγματα για πρωινό, που της τα έφεραν βέβαια αλλά όση ώρα έτρωγε, η γριά καμαριέρα που της τα είχε σερβίρει, στεκόταν δίπλα της και την κοίταζε συνέχεια στα μάτια, γλύφοντας τα χείλια της. Και τώρα, ο πανύψηλος αυτός άντρας που συνάντησε στο μεγάλο χολ του σπιτιού, της έλεγε πως οι νικητές του διαγωνισμού από τα άλλα σχολεία θα καθυστερούσαν μερικές μέρες να ‘ρθουν. Η Αφρατούλα μουρμούρισε:
-Δεν μ’ αρέσει καθόλου, να μείνω μόνη μου σ’ αυτό το τεράστιο μέρος έστω κι αν είναι για λίγες μέρες.
O πανύψηλος άντρας με το μαύρο επίσημο κοστούμι, πήρε ένα μεγαλόπρεπο ύφος και της είπε με την τραγουδιστή φωνή του:
– Μα είμαστε εμείς εδώ. Και είμαστε πάντα έτοιμοι να πραγματοποιήσουμε την παραμικρή επιθυμία της κυρίας. Και… μια και βρισκόμαστε στη μέση του πρωινού, τι θα ‘λεγε η κυρία για κάτι ελαφρύ πριν το μεσημεριανό φαγητό; Τα μάτια του ψηλού άντρα, έλαμψαν πονηρά καθώς έκανε αυτή την ερώτηση στη Αφρατούλα.

– Δηλαδή, θέλετε να πείτε πως πρέπει να φάω κάτι;
– ‘O,τι θέλει η κυρία, μουρμούρισε ο ψηλός άντρας, προσπαθώντας να κρύψει την ανυπομονησία που υπήρχε στα μάτια του, και συνέχισε:
– Θα το θεωρούσα μεγάλη μου τιμή να σερβίρω την κυρία. Μάλιστα, νομίζω ότι της κυρίας θα της άρεσε μια παγωμένη λεμονάδα και μερικές υπέροχες τρούφες.
– Πώς το ξέρετε αυτό, ρώτησε η Αφρατούλα που εκείνη τη στιγμή ένοιωσε σαν να διάβαζαν τη σκέψη της.
– Και η λεμονάδα να είναι φτιαγμένη από φρέσκα λεμόνια, ενώ οι τρούφες να έχουν από πάνω κρέμα σαντιγί, συνέχισε ο πανύψηλος άντρας με μάτια που έλαμπαν.
– Μήπως έχετε διαβάσει την έκθεση που έγραψα για το διαγωνισμό;
– Ήμουν ένα από τα μέλη της κριτικής επιτροπής, άρχισε να λέει με ασυγκράτητο πάθος ο πανύψηλος άντρας. Διαβάζοντας την έκθεσή σου, συμφωνήσαμε όλοι πως έπρεπε να σε φέρουμε χωρίς καθυστέρηση κοντά μας. Εσένα, με την καταπληκτική σου παιδική όρεξη, που μπορεί…
O πανύψηλος άντρας σταμάτησε αυτόν τον αυθόρμητο χείμαρρο από λέξεις που έβγαινε από το στόμα του, ξερόβηξε με ένα ύφος καθωσπρεπισμού και ξαναπήρε την προηγούμενη, τη γεμάτη αξιοπρέπεια πόζα του, ψιθυρίζοντας τυπικά:
– Θα ήθελε μια λεμονάδα η κυρία;
– Και μερικές τρούφες με κρέμα σαντιγί, συμπλήρωσε η Αφρατούλα αναστενάζοντας στη σκέψη ότι σε λίγο θα έτρωγε ένα από τα αγαπημένα της γλυκά.
Δεν της πήρε και πολύ για να τα καταβροχθίσει όλα αυτά, και δεν της έμεινε τίποτε’ άλλο να κάνει, απ’ το να ξαπλώσει στο γρασίδι, στον ήλιο, περιμένοντας να ‘ρθει η ώρα του μεσημεριανού φαγητού.
Στις μέρες που ακολούθησαν η Αφρατούλα έκανε όλα όσα μπορεί να κάνει κάποιος που ζει μόνος του. Κολυμπούσε στη στολισμένη με νούφαρα λίμνη· κυνηγούσε πεταλούδες· σκαρφάλωνε στα δέντρα· μάζευε λουλούδια και πετούσε πέτρες βάζοντας σημάδι το καθετί. Τις φορές που ένοιωθε πολύ μοναξιά, παρηγορούσε τον εαυτό της με τη σκέψη ότι πολύ γρήγορα θα έρχονταν και οι άλλοι νικητές του διαγωνισμού. Μέχρι τότε, έτρωγε ό,τι της έκανε κέφι και σκεφτόταν κάθε φορά τι πιο παράξενο να παραγγείλει. Ανακάλυψε ότι την ευχαριστούσε να τρώει χωρίς να κρατάει τις συνηθισμένες ώρες φαγητού που έχουν οι άνθρωποι ή να αλλάζει αυτό που έπρεπε να τρώει ανάλογα με την κάθε ώρα. Έτσι έτρωγε ψητό κοτόπουλο με πατάτες τηγανητές το πρωί και γάλα με κέικ το μεσημέρι. Και πάντα, βέβαια, υπήρχαν και όλα όσα έτρωγε στα ενδιάμεσα για κολατσιό: Κάτι υπέροχα σάντουιτς με ό,τι ήθελε μέσα, κι ακόμα – όποτε το ζητούσε – υπέροχα φτιαγμένο παραδοσιακό «μαλλί της γριάς» και παγωτό χωνάκι.

Η συνέχεια, όμως, στο άλλο post.
Καλό βράδυ.

Π.

 

12 Σχόλια στο “Η Αφρατούλα Μπουλούκου (Α’ μέρος)”

      Παναγιώτης
      9 Ιουνίου 11 στις 10:03

      Σαν λάτρης της επιστημονικής φαντασίας θα πω μπράβο για αυτή τη νέα ιδέα !
      Μπράβο !

      Μαρία
      9 Ιουνίου 11 στις 11:39

      δεν πρόλαβα να το διαβάσω αλλά ενίσταμαι γιατί ως γνήσιο παραμυθόπαιδο θέλω να το ακούσω από τη φωνούλα σου… καλέ τι σεντόνι διπλοτριπλόφαρδο είναι αυτό καλοκαιριάτικα; και πότε θα σε δούμε είπαμε;

      δημήτρης
      9 Ιουνίου 11 στις 14:14

      παρα πολύ όμορφο!!!
      Θέλω τώρα αμέσως ένα εισητήριο για τον πλανήτη PILANIK με την PILANIK AIRLINES…αν χρειάζομαι και διαβατήριο να μου πεις σε παρακαλώ να το ετοιμάσω γιατί δεν έχω 🙂

      Mika
      9 Ιουνίου 11 στις 14:24

      Τέλειοοοοοοοοοοοοοοοοο!!!!!!!
      Καλά ενθουσιάστηκα ε!!!!
      Περιμένω με αγωνία την συνέχεια, μην την αργήσεις σε παρακαλώ…

      Καλά γέλασα πολύ με «οι κεφτέδες Κρόνου, το αρνάκι λεμονάτο αλλά πλανήτη Αφροδίτη, το παστίτσιο τέσσερις γαλαξίες, τα τιναχτά διαστημικά καλαμαράκια» χαχαχα!!!

      Μου άρεσε, με ξεκούρασε, με μετέφερε αλλού, να σαι καλά…το χρειαζόμουν!!

      φιλια

      marilia
      9 Ιουνίου 11 στις 14:26

      Τι διαβατήρια και airlines, βρε Δημήτρη; Το… γιλέκο δε σου φτάνει; Πιάσε κλωστούλα κι εσύ και πέτα, που θα του πάρεις και την άδεια! τς τς τς! 😛

      Σήμερα ήταν μια… πωπομέρα -το είπα ευγενικά!- και εξακολουθούσε να δείχνει τέτοια, ως τη στιγμή που διάβασα τον τίτλο. Η μέρα φωτίστηκε με το τεράστιο ποστ και έγινε εντελώς… πορτοκαλί με την υπόσχεση για τη συνέχεια. Ελπίζω να μην υπάρξουν οι τρελές αναβολές -βλ. γαμοποστ- και φάμε τα νύχια μας απ’ την αγωνία!

      Σβουριχτοφιλί ανυπόμονο

      amalia
      9 Ιουνίου 11 στις 18:56

      Τώρα αυτό είναι τυχαίο;ΚΑΙ Αμαλία ΚΑΙ αφρατούλα;Πού να με είχατε δει δηλαδη!!
      Περιμένω με αγωνία την συνέχεια.Πολύ αγωνία, ειλικρινά.
      (Τι να σχολιάσω για το γεγονός μπροστά στην πλαγιά που ήθελε να κυλήσει!!Πριν 8 χρόνια σε ταξίδι μου στην Σκωτία, σε μια καταπράσινη μικρή πλαγιά έκανα βαρελάκι και γέλαγα σαν παιδί.Αξέχαστη στιγμή και άκρως προσωπική που μαθεύτηκε μόλις τώρα απο τον παραμυθά)
      ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ σοκαρισμένη.

      ainafets
      10 Ιουνίου 11 στις 11:34

      Μμμμμμμμμμμμμμμ! Με όλα τα νοστιμούλικα «εδέσματα» μήπως κινδυνεύουν οι λεπτούλιδες να αφρατέψουν…για να πάρουν και αυτοί μέρος στο παραμύθι; 😉

      ΑΦιλάκια…από μια μαγισσούλα! :))

      ΥΓ. Αμαλία, μη σοκάρεσαι, με τόσες μαγισσούλες γύρω του, ο Παραμυθάς …ξέρει κι άλλα πολλά!!! 😆

      Αναστασία
      23 Ιανουαρίου 13 στις 16:48

      Μεγαλώσαμε μαζί σας κ. Παραμυθά κι εσείς πετάτε ακόμα ,,,,,
      Τώρα λοιπόν που κάναμε παιδιά σας ξαναβρήκαμε να πετάξουν κι αυτά μαζί σας στον ουρανό,,,,
      Σας ευχαριστούμε,,,,!

Σχολιάστε