Μια μέρα που θα θυμάμαι πάντα.

Μια μέρα σαν σήμερα -14 Φεβρουαρίου, δηλαδή-  πριν κάμποσα χρόνια, βρέθηκα καλεσμένος στο γάμο του γιου του Προέδρου της Κοινότητας του χωριού, που πέρναγα τα καλοκαίρια τότε. Ο κυρ Αλέκος μου είχε αδυναμία, γιατί μαζί με τα παιδιά του, όταν ήτανε μικρά, βλέπανε την εκπομπή μου στην τηλεόραση, σε μία από τις λίγες ασπρόμαυρες συσκευές που υπήρχαν τότε στο χωριό.  Κι όταν τα καλοκαίρια πήγαινα να περάσω τις διακοπές μου, πέρναγα αρκετές ώρες με τον κυρ Αλέκο στην ταβέρνα του. «Θα ‘ρθεις ν πιουμ’ κάνα κρασάκι, Παραμυθάμ’»; με ρωτούσε με την κλασσική ντόπια προφορά του και συμπλήρωνε, γελώντας σαν παιδί: «Θα φουράς και του μαγικό γιλεκάκ’ σ’»;  «Όχι, κυρ Αλέκο», του έλεγα, «αυτό το φοράω μόνο στην τηλεόραση», κι εκείνος κατσούφιαζε, γιατί ήθελε να με δει να το φοράω στ’ αλήθεια. Αλλά ήρθε κάποτε η μέρα που θα θυμάμαι πάντα, που ο κυρ Αλέκος με κατάφερε να φορέσω για χάρη του το γιλέκο.
Είχαν περάσει κάμποσα χρόνια από τότε που γνωριστήκαμε, και κάποιο Φεβρουάριο με πήρε τηλέφωνο στο σπίτι μου! «Γεια σου Παραμυθάμ’», είπε δυνατά ξεκουφαίνοντάς με. «Γεια σου, κυρ Αλέκο, τι συμβαίνει;» τον ρώτησα, καθώς δεν ήμουν συνηθισμένος να μου τηλεφωνάει χειμωνιάτικα. «Στις 14 τούτου του μήνα, παντρεύου τον κανακάρ’ μ’, τον Ντίνου, Παραμυθάμ’ κι θέλου να σι καλέσου να ‘ρθς μι την κυρά σ’». «Και βέβαια, θα ‘ρθω κυρ Αλέκο μου», του είπα, «σ’ ευχαριστώ». Κι εκείνος συνέχεισε: «Μόνου που θέλου να μι κάνς μια χάρ’». «Ό,τι θέλεις κυρ Αλέκο μου», του είπα, χωρίς να φαντάζομαι τι θα μου ζητήσει. «Θέλου να φρας του μαγικό γιλεκάκ’ σ’». Ε, αυτό ήταν το μόνο που δεν περίμενα ν’ ακούσω, αλλά δεν μπορούσα να του το αρνηθώ. Κι έτσι στις 14 Φεβρουαρίου εκείνης της χρονιάς, που θα θυμάμαι για πάντα, ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που έβαλα το μαγικό γιλέκο μου, «εκτός δουλειάς».
Ο γάμος του Ντίνου, του γιου του κυρ Αλέκου, έγινε στο εκκλησάκι των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης που ήταν στην πλατεία του χωριού, απέναντι από την ταβέρνα του κυρ Αλέκου. Μετά την γαμήλια τελετή, κι επειδή εκείνο το Φεβρουάριο, είχε πλήρη εφαρμογή η σοφή ελληνική παροιμία, «ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει», το γαμήλιο τραπέζι είχε στρωθεί ανάμεσα στην εκκλησία και στην ταβέρνα. Το γλέντι άναψε γρήγορα, καθώς υπήρχε και μια λαϊκή ορχήστρα και ο κυρ Αλέκος που –έτσι κι αλλιώς- ήταν γερό ποτήρι, έπινε συνέχεια για τη χαρά του γιού του, του Ντίνου. Κάποια στιγμή, τον βλέπω να παίρνει κι ένα δεύτερο ποτήρι και να ζητάει από το γιο του να του το γεμίσει. «Μα καλέ πατέρα», του λέει ο Ντίνος, «θα πίνεις από δύο ποτήρια»; «Όχι Ντίνου μ’. Αυτό είναι τ’ Αγίου. Απ’ αυτούνου, για ‘κείνουν θα πίνου, όχι για μένα», είπε ο πονηρός κυρ Αλέκος και σκάσαμε όλοι στα γέλια. Ο γιος του ο Ντίνος γέλασε, αλλά δεν του έβαλε κρασί. Αλλά ο κυρ Αλέκος επέμενε: « Έλα βάλε πιδί μ’. Δεν είν’ για μένα σι ‘πα, είναι τ’ Αγίου… Κατάλαβς;  Τ’ Αγίου βάλε Ντίνου». Και μέσα σε γενική ευθυμία, ο γιος του κυρ Αλέκου, του γέμισε το ποτήρι, ενώ εκείνος επαναλάμβανε, «Τ’ Αγίου βάλε Ντίνου…»
Έχουν περάσει τόσα χρόνια, και κάθε τέτοια μέρα, 14 Φεβρουαρίου, θυμάμαι πάντα το χαρούμενο πρόσωπο του κυρ Αλέκου, να λέει στο γιο του: «Τ’ Αγίου βάλε Ντίνου… Τ’ Αγίου βάλε Ντίνου…».
Καλή Καθαρή Δευτέρα.
Θα τα πούμε πάλι από Τρίτη.
Πολλά φιλιά.
Π.

8 Σχόλια στο “Μια μέρα που θα θυμάμαι πάντα.”

Σχολιάστε