Μια ιστορία του μεσαίωνα:21 Απριλίου 1967.

Δεν είχα στο νου να ασχοληθώ με την επέτειο – πράγμα που δεν έκανα και πέρσι άλλωστε. Ψάχνοντας, όμως, για να βρω διάφορες ιστορίες του Παραμυθά και παραμύθια ή άλλα κείμενα που είχα γράψει παλιά και θα μπορούσα να τα βάλω εδώ, έπεσα σε ένα θεατρικό έργο και κάτι ποιήματα που είχα γράψει λίγους μήνες μετά τη Δικτατορία της 21 Απριλίου, τον Οκτώβριο του 1967.   Ήμουν τότε 24 χρονών. Οι περισσότεροι από σας δεν είχαν τότε καν γεννηθεί,. Επειδή, όμως, πολλές φορές με έχετε κάνει να νιώσω μεγάλη οικειότητα μαζί σας, και δεν με έχετε αποπάρει όποτε έβαλα ποιήματά μου εδώ, θα αντιγράψω τρία από αυτά. Ξέρετε, ακόμα και σήμερα υπάρχουν πράγματα που έχουν την αρχή τους τότε. Πολλών από μας άλλαξε η ζωή, καθώς αλλού πηγαίναμε κι αυτά τα 7 χρόνια μας έστριψαν γι’ αλλού. Θα ήθελα έτσι μέσα από την καρδιά μου να τα αφιερώσω σε όλους εκείνους που αγωνίστηκαν εναντίον της δικτατορίας και το κράτησαν μυστικό, χωρίς να το ανταλλάξουν ποτέ με τίποτα στα χρόνια που ακολούθησαν.
Είστε τυχεροί που δεν πρόκειται να ζήσετε κάτι τέτοιο.
Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ πολύ.
Π.

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΩΝΑ
Ξένοι πειρατές που ‘φερε η κακιά η ώρα,
Από χρόνια πριν κυβέρναγαν υπόγεια τη χώρα.
Στου βασιλιά του Ροδολίνου το παλάτι, χιλίαρχοι και τσαρλατάνοι,
ιππότες, γελωτοποιοί, σύμβουλοι και δήθεν μάγοι,
ζούσαν στις πλάτες του λαού, ένα τσούρμο ανθρώποι,
παίζοντας στου παλατιού τους κήπους όλη μέρα τόπι.
Κι απ’ έξω, μάστοροι, ποιητές και απλοί τεχνίτες,
τροβαδούροι, μουσικοί, σοφοί, προφήτες,
στα σχέδια των πειρατών με λόγους αντιδρούσαν,
πιστεύοντας πως μόνο μ’ αυτούς, σίγουρα θα νικούσαν.
Και του βασιλιά οι πιστοί, στον ύπνο τους το βράδυ,
στο ίδιο μαύρο όνειρό τους γελούσαν στο σκοτάδι.
Όλοι τους είχαν βολευτεί με τους λόγους των σοφών,
και δεν πρόσεχε κανείς τις υπόγειες επαφές των πειρατών.
Ντόπιοι ληστές απ’ όλη τη χώρα στην πόλη μαζευτήκαν,
και μ’ ένα σύνθημα, χαράματα μιας μέρας επιτεθήκαν.
Στ’ άλογα, ληστές καβάλα, ορμήσανε με ασπίδες και σπαθιά,
στους δρόμους έτρεχαν να σωθούν γυναίκες και παιδιά.
Άγριοι τοξότες τρέχαν σ’ όλα τα στενά
και  το βράδυ άρχισαν να παίζουν σημάδι στα τυφλά.
Κι ο Δούρειος  Ίππος με τα μαύρα μυστικά του,
άδειαζε  όσα έκρυβε τόσα χρόνια στην κοιλιά του.

ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟ ΤΟΠΙΟ
Μοιάζει σαν να ‘γινε σεισμός!
Στα δυο ανοίχτηκε η γη
κι  ορμήσανε τα τέρατα
που μέσα της είχανε κρυφτεί.
Κάτι άντρες μ’ έξι γλώσσες
και χέρια κολλημένα στα πλευρά,
σπάζουν συνέχεια τις μέσες τους,
σκύβοντας το κεφάλι χαμηλά.
Μάτια που σε κοιτούν νεκρά.

Και στη γωνιά,
εκείνο το παιδί με το μπαλόνι,
τα τέρατα τριγύρω του χαζεύει,
δεν ξέρει σε τι κόσμο μεγαλώνει.

Έπρεπε να ‘χω αφήσει
την πόλη από το πρωί,
νύχτωσε όμως κι έμενα
στην ίδια θέση που ‘χα ‘ρθει.
Επάνω στη βαλίτσα μου
όλη μέρα καθιστός,
ολόκληρη τη μέρα εκεί
με πίεζε ο σταθμός.
Στις άμαξες που φεύγανε
Δεν ήθελα να μπω.
«Εδώ θα μείνω», έλεγα,
«να ζωγραφίσω  ό,τι μπορώ,
για ‘κείνο το παιδί με το μπαλόνι,
που τα τέρατα τριγύρω του χαζεύει,
χωρίς να ξέρει σε τι κόσμο μεγαλώνει».

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΠΑΝΟΠΛΙΑ
Παντού στην πόλη πια
κρέμονται γιρλάντες.
Φανάρια λάμπουνε
και στα πιο μικρά στενά.
Στις πλατείες βαλς
παίζουνε των ληστών οι μπάντες,
πανηγύρια και παράτες
γίνονται όλο και πιο συχνά.
Κι οι ταπεινοί υπήκοοι του βασιλιά,
την Κυριακάτικη πανοπλία τους
χαρούμενοι φορώντας,
το χάρτινο το σημαιάκι τους
περήφανοι κρατώντας,
βουλιάζουνε αργά – αργά,
στητοί, χαμογελώντας,
μέσα σε μια θάλασσα
από σκατό γαλάζιο!

3 Σχόλια στο “Μια ιστορία του μεσαίωνα:21 Απριλίου 1967.”

      Ροζαλία
      20 Απριλίου 08 στις 22:42

      Είναι άραγε βέβαιο ότι δε θα ζήσουμε κάτι τέτοιο; Εύχομαι με όλη μου την καρδιά να έχετε δίκιο.
      Ευχαριστούμε για τα νεανικά σας ποιήματα – όνειρα γλυκά!

      rodoula-kelly
      21 Απριλίου 08 στις 23:10

      Πιότερο κι’απο τις λέξεις της νιότης σου με συγκίνησε η σημερινή σου αφιέρωση:

      ..’Θα ήθελα έτσι μέσα από την καρδιά μου να τα αφιερώσω σε όλους εκείνους που αγωνίστηκαν εναντίον της δικτατορίας και το κράτησαν μυστικό, χωρίς να το ανταλλάξουν ποτέ με τίποτα στα χρόνια που ακολούθησαν.’

      Δεν είναι και πολλοί μα την αλήθεια,οι περισσότεροι αλλος λιγότερο αλλος περισσότερο το αντάλαξαν με πάσης φυσης προνόμια, για να μη πω το ξεπούλησαν.

Σχολιάστε