«Δεν θα το ξανακάνω ποτέ»

Χα, χα, χα… Τελευταία στιγμή μου ήρθε η ιδέα να βάλω αυτόν τον τίτλο στο πρώτο ποστ για το ταξίδι που έκανα στην Ινδία. Ναι, από εκεί είναι οι φωτογραφίες των δύο τελευταίων ποστ. Το, «Δεν θα το ξανακάνω ποτέ», είναι μια αγγλική έκφραση που υποτίθεται ότι εξηγεί τη σημασία της λέξης «Ινδία», γιατί στα  Αγγλικά τα αρχικά αυτών των λέξεων φτιάχνουν τη λέξη Ινδία:   I Never  Do  It  Again. Χα, χα, χα… Βέβαια, για μένα είναι η 3η φορά που έκανα αυτό το ταξίδι, αλλά μάλλον θα είναι και η τελευταία. Ε, έχω και μια ηλικία πια, και εκτός από το τι συναντάει κανείς εκεί, είναι και ζόρικο ταξίδι: Για να πάω έκανα 23 ώρες και για να γυρίσω 28, γιατί έχει τρεις αλλαγές πτήσης και πολλές ώρες αναμονής στα αεροδρόμια. Τη φράση αυτή, λοιπόν, μου την έχει πει ένας φίλος μου Ινδός, που ζει εδώ και πολλά χρόνια στην Αγγλία. Κι όταν του είπα ότι θα πάω στο Μπενάρες, μου είπε: «Wow! Benares! Do come back alive». Χα, χα, χα… Καταλάβατε… «Ουάου! Μπενάρες! Ξαναγύρνα ζωντανός».  Ε, ξαναγύρισα. Και μια χαρά, και με μπόλικο υλικό σε βίντεο, που θα τα ανεβάσω σιγά σιγά, γιατί αυτή η επίσκεψη, δεν μπορεί να χωρέσει σε ένα ποστ.

     Τώρα: Γιατί πήγα; Ο ένας λόγος είναι ότι οργανώθηκε μια παρουσίαση βιβλίου μου στο ΚΕΝΤΡΟ ΜΕΛΕΤΗΣ (Κέντρο Μελέτης) στο Ραζγκάτ -κοντά στο Μπενάρες- του Ιδρύματος Κρισναμούρτι της Ινδίας, από τους υπεύθυνους του Κέντρου εκεί και τις Εκδόσεις Καστανιώτη εδώ.  Όχι, δεν πήγα για παρουσίαση βιβλίου του «Παραμυθά». Χα, χα, χα… Όπως σας έχω πει παλιότερα, νομίζω, έχω γράψει ένα βιβλίο με τον τίτλο «Ο Κρισναμούρτι στην Ελλάδα», που έχει βγει και στα Αγγλικά με τον ίδιο τίτλο: Krishnamurti in Greece.
Ο άλλος λόγος, όμως, ήταν πιο προσωπικός. Χρόνια πριν, το 1985, το μεσημέρι εκείνο που ο Κρισναμούρτι μας είχε καλέσει για φαγητό, εκεί που τρώγαμε, όπως καθόταν δίπλα μου, μου έπιασε το χέρι και μου είπε: «Πρέπει να πάτε στο Μπενάρες, κύριε». Απορημένος που τον άκουσα να μου το λέει αυτό, έτσι στα καλά καθούμενα, τον ρώτησα: «Γιατί, κύριε»;  Εκείνος, σφίγγοντάς μου το μπράτσο και ψιλοτραντάζοντάς το επέμενε: «Πρέπει να πάτε στο Μπενάρες, κύριε».  «Μα, γιατί, κύριε», τον ξαναρώτησα κι εγώ, «Πρέπει να πάτε στο Μπενάρες, κύριε», επέμενε εκείνος για τρίτη φορά,  «Μα, γιατί, κύριε», επέμενα κι εγώ κι εκείνος είπε: «Ο.Κ. μην πάτε», και μου παράτησε απότομα το χέρι μου! Συνεχίσαμε να τρώμε και να συζητάμε, σαν να μην είχε ειπωθεί τίποτα για το Μπενάρες. Πολλά χρόνια αργότερα, συζητώντας  με μια φίλη που μόλις είχε γυρίσει από ένα ταξίδι στο Μπενάρες, καθώς μου έλεγε ότι εκεί είχε μια αίσθηση παρουσίας του Βούδα, θυμήθηκα ξαφνικά όλη τη σκηνή με τον Κρισναμούρτι και το Μπενάρες. Λίγη ώρα πριν απ’ αυτή την προτροπή του να πάω στο Μπενάρες, μας είχε καλέσει με τη Στεφανία να πάμε να τον δούμε τον Δεκέμβριο, 5 μήνες αργότερα, στο Ρίσι Βάλλεϋ, στην Ινδία. Τότε, πάνω στη συζήτηση, τον ρώτησα γιατί σε κάποιο βιβλίο που είχε προσωπικές αναμνήσεις του συγγραφέα από συζητήσεις μαζί του, τού είχε πει ότι αν μάθαινε πως κάπου εκεί κοντά μιλούσε ο Βούδας, θα πήγαινε αμέσως να τον ακούσει και θα έμενε μαζί του μέχρι το τέλος του! Κι αντί για άλλη απάντηση, ο Κρισναμούρτι μου είπε: «Όταν έρθετε στην Ινδία, κύριε, θα σας συστήσω σε κάποιους μελετητές του Βουδισμού και εκείνοι θα σας πουν τα πάντα γι’ αυτόν». Την ώρα, λοιπόν, που η φίλη μου, μού μιλούσε για το Μπενάρες και το Βούδα, σκέφτηκα ότι ίσως τότε ο Κρισναμούρτι, μου είχε απαντήσει έμμεσα στο ερώτημα που του έκανα για εκείνο που είχε πει για τον Βούδα, λέγοντάς μου να πάω στο Μπενάρες! Έτσι, μου είχε μπει από τότε η περιέργεια να κάνω αυτό το ταξίδι. Και μόλις πριν λίγες εβδομάδες, πλάκωσαν μια σειρά από συμπτώσεις (συμπτώσεις;) και δημιουργήθηκαν οι οικονομικές δυνατότητες να κάνω αυτό το ταξίδι. Περισσότερα για τα αποτελέσματα του ταξιδιού, στο τελευταίο ποστ, του… «σήριαλ» που αρχίζει  από σήμερα.
Και πρώτα μια φωτογραφία κι ένα βίντεο από το ταξίδι, από το Αεροδρόμιο  στο Νέο Δελχί.

230920131602000

Βγαίνοντας από το αεροπλάνο στην αίθουσα των αφίξεων, έπεσα επάνω σ΄αυτές τις δύο τεράστιες ταμπέλες  που βλέπετε, που μόνο στις Ινδίες θα μπορούσε να υπάρξει αυτός ο συνδυασμός και σκέφτηκα: «Χα, χα, χα… Κι εγώ  δηλαδή που δεν ενδιαφέρομαι για κανένα από τα δύο, να γυρίσω πίσω; Μμμ… για δεξιά δεν λέει τίποτα. Άρα προς τα εκεί θα πάω».
Κι έτσι πήγα δεξιά, και βρέθηκα σε μια μεγάλη αίθουσα αναμονής, όπου έπεσα επάνω σε ένα εξαιρετικής ομορφιάς μπρούτζινο  μνημείο αφιερωμένο στη γιόγκα! Δείτε το στο πρώτο βίντεο που σας ανέβασα για σήμερα.

Το δεύτερο βίντεο που σας έχω ετοιμάσει, είναι…  «κολασμένο»! Χα, χα, χα… Είναι μόνο λίγα λεπτά της ημίωρης διαδρομής από το Αεροδρόμιο στο Ξενοδοχείο στο Μπενάρες, όπου έμεινα και τις πέντε μέρες. Έχετε οδηγήσει ποτέ αυτοκίνητο με το τιμόνι στα δεξιά; Και καλά στην Αγγλία, αλλά στις Ινδίες!!! Δεν σας λέω τίποτα. Θα δείτε και θα ακούσετε μόνοι σας. Θα ακούσετε που όλοι κορνάρουν διαρκώς – όλοι εκτός  από τις αγελάδες. Κι αυτό είναι μόνο η εισαγωγή στο οδήγημα στην Ινδία, σας έχω κι άλλα πιο προχωρημένα …»μαθήματα», στα επόμενα ποστ.

Και θα κλείσω αυτό το πρώτο ποστ από την επίσκεψή μου στην Ινδία, με ένα χαλαρωτικό-αλλά όχι κοιμήσικο-  βίντεο. Κατέβηκα για το βραδινό φαγητό στο εστιατόριο του Ξενοδοχείου, που μου άρεσε πολύ. Κι εκεί, μπροστά μου, έπαιζαν μουσική δύο νέα παιδιά. Ο ένας έπαιζε φλάουτο και ο άλλος τάμπλα, ενώ τον ήχο του σιτάρ που κρατάει το ίσο, τον έκανε ένα ηλεκτρονικό μικρό σύστημα που είχαν ανάμεσά τους. Και μια και είχα την κάμερα μαζί μου, τράβηξα ένα μεγάλο κομμάτι. Εδώ σας έχω ανεβάσει τα τελευταία λεπτά.
Καλώς σας βρήκα.
Π. 

Η επισκέπτρια

 

Image1552
Η γυναίκα και ο άντρας τής φωτογραφίας (όχι δεν την έχω βγάλει εγώ, χα,  χα, χα…) που πλησιάζουν το σπίτι, όπου έμενε ο Κρισναμούρτι όταν επισκεπτόταν το Benares, θα μπορούσε να είναι η επισκέπτρια με τον θείο της, που αναφέρονται στο απόσπασμα από το βιβλίο «The Only Revolution»,  που μεταφράζω αυτόν τον καιρό. Έχει ξανακυκλοφορήσει πιο παλιά με τον τίτλο, «Στη σιγή του νου»,  αλλά ο εκδότης ήθελε να το ξαναμεταφράσουμε όλο από την αρχή και μάλλον είχε δίκιο. Το σπίτι αυτό σήμερα είναι ένα από τα 11  «Krishnamurti STUDY CENTERS»  που υπάρχουν στον κόσμο  – 9 στην Ινδία, ένα στην Αμερική και ένα στην Αγγλία.
Το απόσπασμα είναι όλη η συζήτηση που είχε ο Κρισναμούρτι με τη γυναίκα και το θείο της που είχαν πάει να τον συναντήσουν – κάπου εκεί στη δεκαετία του ’70.
Σας φιλώ πολύ
Π.

Η επισκέπτρια είπε ότι ήταν σαράντα πέντε χρονών· το ντύσιμό της με ένα σάρι ήταν  φροντισμένο και είχε μερικά βραχιόλια στους καρπούς των χεριών της. Ο ηλικιωμένος άντρας που τη συνόδευε είπε ότι ήταν θείος της. Καθίσαμε όλοι στο πάτωμα κι από το παράθυρο βλέπαμε τον μεγάλο κήπο με την Ινδική συκιά, τα λίγα μάγκος, την λαμπερή βουκαμβίλια και τις μικρές φοινικιές. Η επισκέπτρια ήταν τρομερά θλιμμένη. Τα χέρια της έδειχναν ανησυχία και έκανε προσπάθεια για να μην ξεσπάσει σε φωνές και ίσως και σε κλάματα. Ο θείος της είπε: « Ήρθαμε να μιλήσουμε μαζί σας για την ανιψιά μου. Ο άντρας της πέθανε εδώ και μερικά χρόνια, ύστερα ο γιος της και τώρα πια δεν μπορεί να σταματήσει να κλαίει και έχει γεράσει πάρα πολύ, κι αδυνατίζει συνέχεια. Δεν ξέρουμε τι να κάνουμε. Οι συνηθισμένες συμβουλές των γιατρών δεν φαίνεται να φέρνουν κανένα αποτέλεσμα και σιγά-σιγά χάνει και την επαφή με τα άλλα της παιδιά. Δεν ξέρουμε πώς θα τελειώσουν όλα αυτά και επέμενε ότι πρέπει να έρθουμε να σας δούμε».
Εκείνη, συμπλήρωσε: «Έχασα τον άντρα μου πριν τέσσαρα χρόνια. Ήταν γιατρός και πέθανε από καρκίνο. Θα πρέπει να μου το έκρυβε και μόνον τον τελευταίο χρόνο περίπου το έμαθα. Υπόφερε από τρομερούς πόνους παρόλο που οι γιατροί του έδιναν μορφίνη και άλλα καταπραϋντικά. Έσβηνε μπροστά στα μάτια μου και έφυγε».
Σταμάτησε, σχεδόν πνιγμένη από το κλάμα. Σ’ ένα κλαδί καθόταν ένα περιστέρι, γουργουρίζοντας ήσυχα. Ήταν καστανόγκριζο, με μικρό κεφάλι και μεγάλο σώμα – όχι και πολύ μεγάλο, αφού ήταν απλώς ένα περιστέρι. Εκείνη τη στιγμή πέταξε μακριά και το κλαδί ταλαντεύτηκε πάνω-κάτω με το πέταγμά του. Η γυναίκα συνέχισε:
«Δεν μπορώ πια να αντέξω αυτή την μοναξιά, αυτή τη ζωή που δεν έχει νόημα χωρίς εκείνον. Αγαπούσα τα παιδιά μου. Είχα τρία, ένα αγόρι και δύο κορίτσια. Κάποια μέρα, πέρσι, το αγόρι μου έγραψε από το σχολείο ότι δεν αισθανόταν καλά και λίγες μέρες αργότερα πήρα ένα τηλεφώνημα από τον Διευθυντή που μου είπε ότι το αγόρι είχε πεθάνει».
Εδώ άρχισε να κλαίει με ασυγκράτητους λυγμούς. Σε λίγο έβγαλε ένα γράμμα του παιδιού της στο όποιο έλεγε ότι ήθελε να γυρίσει σπίτι γιατί δεν αισθανόταν καλά και ότι έλπιζε η ίδια να είναι καλά. Εξήγησε ότι ο γιος της νοιαζόταν πολύ γι’ αυτήν· δεν ήθελε να έχει πάει στο σχολείο, γιατί ήθελε να έχει μείνει μαζί της, κι εκείνη ήταν που, λίγο-πολύ, τον εξανάγκασε να πάει, επειδή φοβόταν ότι η θλίψη της θα τον επηρέαζε. Τώρα ήταν πολύ αργά. Είπε ότι οι δυο κόρες της, δεν είχαν καταλάβει καλά όλο αυτό που είχε συμβεί, γιατί ήταν πολύ μικρές. Και τότε, ξαφνικά ξέσπασε: «Δεν ξέρω τι να κάνω. Αυτός ο θάνατος έχει κλονίσει τα θεμέλια της ζωής μου. Ο γάμος μας είχε χτιστεί – όπως ένα σπίτι – με φροντίδα, πάνω σε ό,τι νομίζαμε ότι ήταν βαθειά θεμέλια. Τώρα τα πάντα έχουν καταστραφεί απ’ αυτό το συγκλονιστικό γεγονός».
Ο θείος της θα πρέπει να ήταν θρήσκος, άνθρωπος της παράδοσης, γιατί πρόσθεσε: «Ο Θεός της έστειλε αυτά τα βάσανα. Εκτέλεσε όλες τις απαραίτητες τελετουργίες, αλλά αυτό δεν την βοήθησε. Προσωπικά πιστεύω στην μετενσάρκωση, αλλά εκείνη δεν βρίσκει καμιά παρηγοριά σ’ αυτό. Δεν θέλει ούτε καν να μιλήσει γύρω από το θέμα. Δεν βρίσκει κανένα νόημα σε όλα αυτά κι έτσι δεν μπορέσαμε να της δώσουμε καμιά παρηγοριά».
Καθίσαμε εκεί σιωπηλοί κι οι τρεις, για αρκετή ώρα. Το μαντήλι της ήταν πια πολύ βρεγμένο κι ένα καθαρό μαντήλι από το συρτάρι, την βοήθησε να σκουπίσει τα δάκρυα από τα μάγουλά της.
Η κόκκινη βουκαμβίλια κρυφοκοίταζε από το παράθυρο και το λαμπερό μεσημεριάτικο φως έπεφτε επάνω σε κάθε φύλλο της.
«Θέλετε να μιλήσετε γι’ αυτό σοβαρά και να πάτε στη ρίζα του; Ή θέλετε να βρείτε παρηγοριά σε κάποια εξήγηση, σε κάποια λογικά επιχειρήματα που θα σας βγάλουν από τη θλίψη σας με μερικά  ευχάριστα λόγια»;
Εκείνη απάντησε: «Θα ήθελα να πάω βαθειά σ’ αυτό αλλά δεν ξέρω αν έχω την ικανότητα ή την ενέργεια να αντιμετωπίσω όσα πρόκειται να μου πείτε. Όταν ζούσε ο άντρας μου συνηθίζαμε να ερχόμαστε σε κάποιες από τις ομιλίες σας, αλλά τώρα ίσως να το βρω πολύ δύσκολο να σας παρακολουθήσω».
«Γιατί νοιώθετε θλίψη; Μην προσπαθήσετε να απαντήσετε γιατί ό,τι κι αν πείτε θα είναι μόνο μια λεκτική περιγραφή των αισθημάτων σας, πράγμα που δεν θα είναι εκείνο που σας συμβαίνει αληθινά. Γι’ αυτό, σας παρακαλώ, μην απαντάτε στις ερωτήσεις. Απλώς ακούτε τις με προσοχή και βρείτε την απάντηση από μόνη σας, για σας την ίδια. Γιατί, λοιπόν, υπάρχει αυτή η θλίψη για τον θάνατο – σε κάθε σπίτι, πλούσιου ή φτωχού, από τον πιο δυνατό στη γη μέχρι και τον τελευταίο ζητιάνο; Εσείς, γιατί νοιώθετε θλίψη; Είναι για τον άντρα σας ή είναι για τον εαυτό σας; Αν κλαίτε για ‘κείνον, μπορούν τα δάκρυά σας να τον βοηθήσουν; Έχει φύγει ανεπίστρεπτα. Ό,τι κι αν κάνετε δεν μπορείτε να τον ξαναφέρετε πίσω. Ούτε τα δάκρυα, ούτε η πίστη, ούτε οι τελετουργίες, ούτε οι Θεοί μπορούν ποτέ να τον φέρουν πίσω. Είναι ένα γεγονός που πρέπει να το δεχτείτε· δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα γι’ αυτό. Αλλά αν κλαίτε για τον εαυτό σας, εξαιτίας της μοναξιάς σας, της άδεια σας ζωής, εξαιτίας της ερωτικής ευχαρίστησης και της συντροφιάς που είχατε, τότε κλαίτε – έτσι δεν είναι – εξαιτίας του δικού σας κενού και από λύπη για τον εαυτό σας. Ίσως για πρώτη φορά να έχετε επίγνωση της εσωτερικής σας φτώχειας. Αν επιτρέπετε να σας επισημάνουμε, με κάθε συμπάθεια, είχατε επενδύσει στον άντρα σας, που σας έδινε ανέσεις, ικανοποίηση και ευχαρίστηση, έτσι δεν είναι; Αλλά αυτό που νοιώθετε τώρα – η αίσθηση της απώλειας, η αγωνία της μοναξιάς και η ανησυχία, είναι μια μορφή αυτολύπησης, έτσι δεν είναι; Κοιτάξτε το πραγματικά. Μην σκληραίνετε την καρδιά σας μπροστά σ’ αυτό και πείτε: “Εγώ έχω αγαπήσει τον άντρα μου και δεν σκεφτόμουν καθόλου τον εαυτό μου. Ήθελα να τον προστατεύσω· ακόμα και όταν προσπαθούσα κυριαρχήσω στη σχέση ήταν όλα για το καλό του και δεν έκανα την παραμικρή σκέψη για τον εαυτό μου”. Τώρα, όμως, που εκείνος έχει φύγει αντιλαμβάνεστε – έτσι δεν είναι; –  την πραγματική σας κατάσταση. Ο θάνατός του σας έχει συγκλονίσει και σας έδειξε την πραγματική κατάσταση του νου και της καρδιάς σας. Μπορεί να μην θέλετε να το δείτε αυτό· μπορεί να το απορρίψετε από φόβο, αλλά αν παρατηρήσετε λίγο περισσότερο, θα δείτε ότι το κλάμα σας προέρχεται από την δική σας μοναξιά, από την εσωτερική σας φτώχεια, που σημαίνει από λύπη για τον εαυτό σας».
«Είστε μάλλον σκληρός, κύριε, δεν είστε;» είπε εκείνη. «Εγώ ήρθα σε σας για να βρω παρηγοριά, κι εσείς τι μου δίνετε;»
«Ξέρετε, μία από τις πλάνες που έχουν οι περισσότεροι άνθρωποι, είναι ότι υπάρχει κάτι όπως η παρηγοριά· ότι κάποιος άλλος μπορεί να σου την δώσει ή ότι μπορείς να την βρεις από μόνος σου. Πολύ φοβάμαι ότι δεν υπάρχει κάτι τέτοιο. Αν αναζητάς παρηγοριά, τότε αναπόφευκτα ζεις μέσα σε μια ψευδαίσθηση, κι όταν αυτή η ψευδαίσθηση διαλυθεί, τότε γεμίζεις λύπη γιατί σου πήραν την ελπίδα της παρηγοριάς. Για να κατανοήσει, λοιπόν, κανείς τη θλίψη ή για να πάει πέρα απ’ αυτήν θα πρέπει να δει πραγματικά τι συμβαίνει μέσα του και όχι να το κουκουλώνει. Και να το δείχνεις όλο αυτό σε κάποιον δεν είναι σκληρότητα — λέτε ότι είναι; Δεν είναι κάτι άσχημο που πρέπει να το αποφύγεις. Όταν το δει κανείς όλο αυτό, πολύ καθαρά, τότε βγαίνει αμέσως από ‘κει, χωρίς ούτε μια γρατζουνιά, απείραχτος, φρέσκος, ανέγγιχτος από τα γεγονότα της ζωής. Ο θάνατος είναι αναπόφευκτος για όλους μας· δεν μπορείς να ξεφύγει απ’ αυτόν. Προσπαθούμε να βρούμε κάθε είδους εξηγήσεις, να γαντζωθούμε σε οποιοδήποτε είδος πίστης με την ελπίδα να τον ξεπεράσουμε, αλλά ό,τι κι αν κάνουμε εκείνος είναι πάντα εκεί· αύριο ή στην άλλη γωνία ή ύστερα από χρόνια, είναι πάντα εκεί. Πρέπει κανείς να έρθει σε επαφή με αυτό το τεράστιο γεγονός της ζωής».
Και τότε άρχισε να μιλάει ο θείος της και ξεχύθηκε από μέσα του η πατροπαράδοτη πίστη στον Άτμαν, στην ψυχή, στην μόνιμη οντότητα που συνεχίζεται η ύπαρξή της. Βρισκόταν πια στα δικά του εδάφη, καλοποτισμένα με επιτήδεια επιχειρήματα και μικρά αποσπάσματα. Τον είδες ξαφνικά να κάθεται στητός και η λάμψη της μάχης, της μάχης των λέξεων, να γεμίζει τα μάτια του. Συμπόνια, αγάπη και κατανόηση είχαν χαθεί. Τώρα βρισκόταν στα ιερά χώματα της πίστης του, της παράδοσης, τα χιλιοπατημένα κάτω από το μεγάλο βάρος της διαμόρφωσης: «Αλλά ο Άτμαν βρίσκεται μέσα στον καθένα μας! Συνεχίζει να να γεννιέται και να ξαναγεννιέται μέχρι να κατανοήσεις ότι είναι ο Μπράχμαν. Πρέπει να περάσουμε μέσα από τον πόνο για να φτάσουμε σε εκείνη την Πραγματικότητα. Ζούμε μέσα στην ψευδαίσθηση· ο κόσμος ολόκληρος είναι μία ψευδαίσθηση. Υπάρχει μόνο μία πραγματικότητα».
Σταμάτησε! Εκείνη με κοίταζε, χωρίς να του δίνει πολύ προσοχή κι ένα ελαφρύ χαμόγελο άρχισε να φωτίζει το πρόσωπό της· και οι δυο μας κοιτάζαμε το περιστέρι που είχε ξανάρθει και την λαμπερή κόκκινη βουκαμβίλια.
«Η σκέψη μπορεί να δίνει συνέχεια σ’ αυτό που σκέφτεται, αλλά δεν υπάρχει τίποτα το μόνιμο ούτε στον ουρανό ούτε σε μας. Μπορεί να δίνει μονιμότητα σε μια λέξι, σε μιαν ιδέα, σε μια παράδοση γιατί η σκέψη θεωρεί τον εαυτό της μόνιμο, αλλά είναι μόνιμη; Η σκέψη είναι ανταπόκριση της μνήμης, αλλά είναι αυτή η μνήμη, μόνιμη; Μπορεί να πλάσει μιαν εικόνα και να δώσει σ’ αυτή την εικόνα μια διάρκεια, μια μονιμότητα, αποκαλώντας την Άτμαν, ή οτιδήποτε άλλο θέλετε, και μπορεί να θυμάται το πρόσωπο του συζύγου ή της συζύγου που χάθηκε και να μένει προσκολλημένη στην εικόνα τους. Όλο αυτό είναι η δραστηριότητα της σκέψης που δημιουργεί φόβο – φόβο μήπως δεν έχεις να φας αύριο, μήπως δεν έχεις μια στέγη, φόβο του θανάτου – και απ’ αυτόν τον φόβο πηγάζει η λαχτάρα για μονιμότητα. Αυτός ο φόβος είναι αποτέλεσμα της σκέψης και ο Μπράχμαν είναι επίσης προϊόν της σκέψης.
Ο θείος είπε: «Η μνήμη και η σκέψη είναι σαν κερί που το σβήνεις και το ξανανάβεις μετά: ξεχνάς και ξαναθυμάσαι αργότερα. Πεθαίνεις και ξαναγεννιέσαι σε μιαν άλλη ζωή. Η φλόγα του κεριού είναι η ίδια, αλλά και δεν είναι. Έτσι στη φλόγα υπάρχει μια ιδιότητα συνέχειας».
«Αλλά η φλόγα που έχει σβήσει, κύριε, δεν είναι η ίδια φλόγα με την καινούργια. Μπαίνει τέλος στο παλιό για να υπάρξει το καινούργιο. Αν υπάρχει μια σταθερά τροποποιούμενη συνέχεια, τότε δεν υπάρχει ποτέ τίποτα το καινούργιο. Τα χιλιάδες χθες δεν μπορούν να γίνουν καινούργια· ακόμα και το κερί καίγεται εντελώς. Το καθετί πρέπει να τελειώσει για να υπάρξει το καινούργιο.
Ο θείος είδε ότι δεν μπορεί να βασιστεί σε αποσπάσματα από βιβλία ή σε πίστεις ή σε αποφθέγματα άλλων, κι έτσι αποσύρθηκε στον εαυτό του και σώπασε σαστισμένος και μάλλον θυμωμένος, γιατί εκτεθεί και, όπως κι η ανιψιά του, δεν ήθελε να αντιμετωπίσει το γεγονός.
Εκείνη, είπε: «Εμένα δεν με ενδιαφέρουν όλα αυτά· είμαι απολύτως δυστυχισμένη. Έχασα τον άντρα μου, τον γιο μου και απόμειναν μόνο αυτά τα δυο παιδιά. Τι πρέπει να κάνω;»
«Εάν ενδιαφέρεστε για τα δύο σας παιδιά, δεν μπορείτε να ενδιαφέρεστε για τον εαυτό σας και τη δυστυχία σας. Θα πρέπει να τα φροντίσετε, να τα εκπαιδεύσετε σωστά, να τα αναθρέψετε χωρίς τη συνηθισμένη μετριότητα. Αλλά εάν καταναλωθείτε στον προσωπικό σας πόνο, που τον ονομάζετε “αγάπη για τον άντρα σας”, και αν αποτραβηχτείτε μέσα σας, τότε θα καταστρέψετε και τα άλλα δύο παιδιά σας. Συνειδητά ή ασυνείδητα, είμαστε όλοι πέρα για πέρα εγωιστές, κι όσο παίρνουμε από τη ζωή αυτά που θέλουμε, θεωρούμε ότι όλα πάνε καλά. Αλλά από τη στιγμή που κάτι συμβαίνει και το διαλύει όλο αυτό,  βογκάμε από απελπισία, ελπίζοντας να βρούμε κάποια άλλη παρηγοριά, που φυσικά κι αυτή με τη σειρά της θα διαλυθεί, και θα αναζητήσουμε κάποια άλλη. Έτσι αυτή η διαδικασία συνεχίζεται κι αν θέλετε να παγιδευτείτε μέσα σ’ αυτήν, γνωρίζοντας καλά όλα όσα συνεπάγεται, τότε προχωρήστε. Αλλά αν βλέπετε τον παραλογισμό όλων αυτών, τότε φυσικά θα σταματήσετε να κλαίτε, θα σταματήσετε να απομονώνεστε και θα ζήσετε με τα παιδιά σας κάτω από ένα καινούργιο φως και μ’ ένα χαμόγελο στο πρόσωπό σας».

Ένα ποίημα του Χρήστου.

Chr.dimopoulos

Καλά! Αυτή κι αν ήταν «ανακάλυψη» ! Να πω πριν περάσω στην ανακάλυψη, ότι στη φωτογραφία  είναι ο Χρήστος Δημόπουλος, που είμαι σίγουρος ότι τον ξέρετε. Καθώς, λοιπόν, ετοιμαζόμουν τελευταία για το ταξίδι που σας είπα στο προηγούμενο ποστ (στο «ταξίδι» είμαι ακόμα), με είχε πιάσει μια μανία τακτοποίησης σε διάφορα προσωπικά χαρτιά μου και φωτογραφίες. Κι εκεί που έψαχνα  τακτοποιώντας ή πετώντας, ξαφνικά πέφτω πάνω σε ένα χειρόγραφο ποίημα που είχε ο Χρήστος για μένα, όταν παραιτήθηκα από την Ε.Ρ.Τ.  Αυτό έγινε τον Ιούνιο του 1987, ύστερα από 12 χρόνια δουλειάς εκεί, στο ραδιόφωνο και κυρίως στην τηλεόραση. Κάτι που ο μισθός ήταν εξαιρετικά χαμηλός και δεν μπορούσα πια να ζήσω την οικογένειά μου (για τον ΠΑΡΑΜΥΘΑ δεν πληρωνόμουν καθόλου, παρόλο που ήταν ¨εκτός καθηκόντων» , που λένε, και δεν μου έδιναν ούτε καν υπερωρίες), κάτι που είχα βαρεθεί πια εκεί μέσα με τον πόλεμο που μου έκαναν  οι «μέσα», κάτι οι πιθανότητες επιτυχίας που φαίνονταν για να κάνω δική μου επιχείρηση, βρήκα ευκαιρία με ένα ζήτημα για το χτύπημα της κάρτας που παρουσιάστηκε ξανά ενώ είχε λήξει  και με την τοποθέτηση για σύμβουλό μου μιας κυρίας που είχε ήδη αποτύχει την πρώτη φορά που μου την καπέλωσαν, αλλά επειδή είχε πάρα πολύ δυνατό πολιτικό μέσο, την ξανάφεραν, και έδωσα την παραίτησή μου. Αυτό ήταν ένα από τα χαρτιά που βρήκα και που είχε πιασμένο μαζί του με συνδετήρα, του ποίημα του Χρήστου. Και να πρώτα το χαρτί με την παραίτηση, για να το διαβάσετε αν σας κάνει κέφι.

Παραίτηση 1987

Παρόλο που έγιναν διάφορες προσπάθειες να μην φύγω, δεν με κράταγε τίποτα πια.  Όταν με ρώτησαν αν είχα να προτείνω κάποιον για τη θέση του Προϊστάμενου του Τμήματος Παιδικών Εκπομπών, είπα αμέσως τον Χρήστο, που εκείνη την εποχή ήταν παρουσιαστής του «Ουράνιου Τόξου». Πριν προχωρήσω, έβαλα εδώ ένα βίντεο από τότε -δυστυχώς πολύ μικρό, γιατί δεν είχα άλλο- έτσι… για να «θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νέοι», που λένε.

Τον Χρήστο τον γνώρισα το 1981. Ήταν τότε που σχεδίαζα μια ριζική ανανέωση του Παιδικού Προγράμματος και ήθελα να είναι όλη η παιδική ζώνη ένα τηλεπεριοδικό με διάφορες εκπομπές -και παιδικό δελτίο ειδήσεων-  και δύο βασικούς παρουσιαστές. Την κοπέλα  την είχα βρει, αλλά δεν έβρισκα τον νεαρό που ήθελα. Ώσπου μια μέρα, μιλώντας με τον Ντίνο τον Δημόπουλο (ναι, τον σκηνοθέτη που ξέρετε) μου είπε ότι ίσως να έκανε ο γιος του, που εκείνη την εποχή ήταν εκφωνητής στο ραδιόφωνο της Ε.Ρ.Τ.  Πήγα και τον είδα. Μου άρεσε πολύ γιατί εκτός από εξαιρετική  φωνή είχε και φοβερή φάτσα! Και φαίνεται ότι είχα δίκιο για την επιλογή μου, γιατί -όπως ξέρετε, η εκπομπή κράτησε πάνω από 30 χρόνια, και του έδωσε και τη βάση για να βγάλει τελευταία  και βιβλία με αυτόν τον τίτλο, (δείτε τα με κλικ ΕΔΩ ) κι έτσι, εκεί που είμαστε στο ίδιο κανάλι, τώρα  ξαναβρεθήκαμε στον ίδιο ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΟΙΚΟ.
Και να συνεχίσω με την  «ανακάλυψη» που σας είπα στην αρχή. Όταν πέρασε ο μήνας που έδωσα την παραίτησή μου και είχα υποχρέωση να το κάνω, όπως είδατε και στο χαρτί που σας ανέβασα πιο πάνω, ήρθε η μέρα που πήγα για τελευταία φορά στο γραφείο μου. Καθώς τους χαιρετούσα όλους, φτάνοντας στον Χρήστο βλέπω να μου δίνει ένα χαρτί. Όταν το διάβασα αργότερα, είδα ότι μου είχε γράψει ένα ποίημα -χιουμοριστικό, αλλά γεμάτο τρυφερότητα, που με συγκίνησε πολύ – και τότε και τώρα που το ξαναβρήκα μετά από 26 χρόνια! Και μια και τα γράμματα του Χρήστου είναι πολύ καλά, το σκανάρισα και σας το ανεβάζω εδώ το ίδιο.
ΠΟΙΗΜΑ ΧΡΗΣΤΟΥ

Και μια και βρίσκομαι ακόμα εδώ που ήρθα ταξίδι, λέω να σας ανεβάσω και μια φωτογραφία που με έβγαλε σήμερα ένας καινούργιος φίλος, στο μέρος όπου είχα πάει.  Δεν λέω ποιο ήταν, αλλά όποιος καταλάβει πού είμαι, χαλάλι του. Περισσότερα από Δευτέρα, που θα γυρίσω.
Σας φιλώ πολύ.
Π.

I.1

«Τα είδη της σιωπής…»

Ξαφνικά, εκεί που μετέφραζα  το βιβλίο του Κρισναμούρτι, «Η μόνη επανάσταση», έφτασα σε ένα κομμάτι που – αν και είχα έτοιμο ποστ- μου ‘ρθε ξαφνικά να το ανεβάσω, έτσι για να μου ευχηθώ μ΄αυτό, «καλό ταξίδι». Πού πάω; Θα σας πω μετά, όταν γυρίσω σε καμιά εβδομάδα. Είναι μακρινό ταξίδι, αλλά όχι για εκεί απ΄όπου δεν ξαναγυρίζεις ποτέ. Αν και υπάρχει κάποιος ψιλοκίνδυνος, αλλά δεν πιστεύω,  πάνω στο άνθος της ηλικίας μου…  Χα, χα, χα…  «Τ΄ άλλα, είναι σιωπή», όπως λέει κι ο Άμλετ στο τέλος του έργου που έχει τ΄ όνομά του…
Καλό Σαββατοκύριακο
Π.

Image1563b
«… Υπάρχουν πολλά είδη σιωπής. Υπάρχει η σιωπή ανάμεσα σε δύο θορύβους, η σιωπή ανάμεσα σε δύο νότες και η σιωπή που απλώνεται στο διάλειμμα ανάμεσα σε δύο σκέψεις. Υπάρχει εκείνη η ιδιαίτερη, ήσυχη, διάχυτη σιωπή, που έρχεται το δειλινό στην εξοχή· υπάρχει η σιωπή που μέσα απ’ αυτήν ακούς το γαύγισμα ενός σκύλου πέρα μακριά ή το σφύριγμα ενός τραίνου καθώς ανεβαίνει σε μια απότομη ανηφοριά υπάρχει· η σιωπή μέσα σ’ ένα σπίτι όταν όλοι έχουν πάει για ύπνο και η παράξενη μεγάλη έντασή της όταν ξυπνάς μέσα στην νύχτα κι ακούς την κουκουβάγια να κράζει στην κοιλάδα· και υπάρχει εκείνη η σιωπή πριν ο σύντροφος της κουκουβάγιας απαντήσει. Υπάρχει η σιωπή ενός παλιού εγκαταλειμμένου σπιτιού και η σιωπή των βουνών· υπάρχει κι η σιωπή ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, όταν έχουν δει το ίδιο πράγμα, έχουν νοιώσει το ίδιο πράγμα και έχουν την ίδια αντίδραση.
Εκείνη τη νύχτα, ιδιαίτερα σ’ εκείνη την μακρινή κοιλάδα, με τους πανάρχαιους λόφους και τους παράξενα σχηματισμένους βράχους τους, η σιωπή ήταν τόσο πραγματική, όσο και ο τοίχος που άγγιζες. Κοίταξες έξω από το παράθυρο τα λαμπερά αστέρια. Δεν ήταν μια σιωπή γεννημένη από μόνη της· δεν ήταν επειδή η γη ήταν ήσυχη και οι χωρικοί είχαν αποκοιμηθεί, αλλά ήταν μια σιωπή που ερχόταν από παντού – από τα μακρινά αστέρια, από εκείνους τους σκοτεινούς λόφους και από τον ίδιο σου το νου και την καρδιά σου. Αυτή η σιωπή έμοιαζε να σκεπάζει τα πάντα: από τον πιο μικρό κόκκο άμμου στην κοίτη του ποταμού –που τα νερά του κυλούσαν μόνο όταν έβρεχε– μέχρι και την ψηλή απλωμένη συκιά και την απαλή αύρα που μόλις άρχιζε να φυσά.
Υπάρχει η σιωπή του νου που ποτέ κανείς θόρυβος δεν μπορεί να τον αγγίξει, καμιά σκέψη ή περαστικός άνεμος από εμπειρίες. Είναι εκείνη η σιωπή που είναι αθώα κι επομένως ατελείωτη. Όταν υπάρχει αυτή η σιωπή στο νου, η δράση σου ξεπηδάει μέσα απ’ αυτήν, και μια τέτοια δράση δεν γίνεται αιτία σύγχυσης και δυστυχίας.
    Υπάρχει εκείνη η παράξενη σιωπή που την βρίσκεις μέσα σ’ ένα ναό ή σε κάποιο άδειο εκκλησάκι, μακριά μέσα στην έξοχη, χωρίς τον θόρυβο από τουρίστες και προσκυνητές. Η βαθιά σιωπή που απλώνεται πάνω στο νερό του ποταμού, είναι μέρος εκείνου που βρίσκεται έξω από τη σιωπή του νου…».

Για τον Μιχάλη τον Γιαννάτο

mixalis-giannatos

Χθες Τρίτη, έφυγε από τη ζωή ένας φίλος, ο εξαιρετικός ηθοποιός Μιχάλης  Γιαννάτος  Με το λινκ που έχω βάλει στο όνομά του, μπορείτε να πάτε να μάθετε τα βιογραφικά του. Εδώ θα δείτε τον Μιχάλη σε μία από τις συνεργασίες μας στην τηλεόραση: στο πρώτο επεισόδιο  της σειράς «Casa di Macaroni», που είχα κάνει την παραγωγή της το 1993 για το MEGA.  Είναι ένα βίντεο είκοσι λεπτών, με ένα μεγάλο μέρος από το επεισόδιο, όπου μπορεί κανείς να δει τι εξαιρετικός κωμικός ήταν ο Μιχάλης.
Καλό βράδυ
Π.

Τρεις φωτογραφίες

Την Πέμπτη χρειάστηκε να κατέβω στο κέντρο της Αθήνας και πήρα μετρό. Απ’ αυτό το… «ταξίδι», είναι οι δύο φωτογραφίες που έβγαλα με το κινητό και  είπα να τις ανεβάσω σήμερα εδώ. Η πρώτη είναι βγαλμένη μέσα στο μετρό και η δεύτερη έξω από το σταθμό του Πανεπιστήμιου όπου κατέβηκα. Και να η πρώτη.
metro
Ξέρω, δεν καταλαβαίνετε τι νόημα έχει αυτή φωτογραφία, γιατί είναι φλου. Είναι έτσι γιατί προσπάθησα να την βγάλω χωρίς να με πάρουν χαμπάρι. Άντε να εξηγήσω στις δύο κυρίες απέναντί μου και στους συνοδούς τους, ότι δεν έβγαζα αυτές.  Εδώ βέβαια τις έχω κόψει και δεν φαίνονται, αλλά εκεί δεν θα με πίστευαν ότι ήθελα να βγάλω μόνο αυτό που βλέπετε εδώ. Έτσι, έκλεισα τον ήχο, απενεργοποίησα το φλας κι έκανα ότι τάχα διαβάζω κάποιο μήνυμα που μου στείλανε κι ότι γέλαγα μ’ αυτό. Η αλήθεια είναι ότι γέλαγα με αυτό που έβλεπα και είμαι σίγουρος ότι σε κανένα άλλο μετρό του κόσμου –όπου έχουν- δεν μπορεί να υπάρχει κάτι τέτοιο: Σε όλα τα βαγόνια, υπάρχει δίπλα στις εσωτερικές πόρτες, κάτω, δίπλα στο κάθισμα,  για την ενδοεπικοινωνία των βαγονιών, ένας πυροσβεστήρας. Από πάνω, λίγο ψηλότερα, υπάρχει ένα κόκκινο τετράγωνο με το μικρό σχέδιο ενός  πυροσβεστήρα και ένα βέλος που δείχνει κάτω. Κάτω, όμως, σε αυτό το βαγόνι, δεν υπήρχε κανένας πυροσβεστήρας, αλλά μόνο ένα άδειο κουτάκι κόκα κόλα! Χα, χα, χα…
Και η δεύτερη φωτογραφία τώρα:
Lykavytos
Αυτή  την έβγαλα γιατί είναι μία θέα στην Αθήνα, (με την Θεά Αθηνά, χα, χα, χα…) που τη βρίσκω απίστευτα όμορφη και 100% ελληνική και τη βλέπω κάθε τόσο, από μικρό παιδί έως σήμερα: Το άγαλμα της Θεάς Αθηνάς, μπροστά από το Πανεπιστήμιο και πίσω ο Λυκαβηττός! Αυτό βλέπει κανείς μόλις βγαίνει από την έξοδο του Σταθμού στην  Κοραή! Αυτή τη θέα τη βλέπω από μικρό παιδί, γιατί στην Κοραή ακριβώς, ήταν οι Εκδόσεις Πεχλιβανίδη που έβγαζαν τα ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ και το ΜΙΚΥ ΜΑΟΥΣ και δούλευε εκεί γραφίστας ο θείος μου ο Όμηρος, όπου σχεδόν κάθε εβδομάδα πήγαινα –από τα Εξάρχεια που ήταν το σπίτι μας- και μου έδινε κάποιο τεύχος απ’ αυτά τα περιοδικά.  Στ’ αριστερά όπως κοιτάμε προς το Πανεπιστήμιο, στην οδό Ιπποκράτους είναι ακόμα το θέατρο Ακροπόλ, που στη δεκαετία του ’50 ήταν μόνο καλοκαιρινό, κι εκεί δούλευε τότε στο ταμείο ο πατέρας μου, όλα τα καλοκαίρια, μέχρι το ‘60.  Στα δεξιά, όπως κοιτάμε από την πλατεία Κοραή, στην οδό Σίνα, ήταν το θέατρο ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΠΠΑ, όπου το είχαν φίλοι μου από παιδί, ο Διονύσης Παγουλάτος και η Ελεάνα Απέργη κι έβλεπα όλες τις παραστάσεις που ανέβαζαν από το ’60 και μετά ενώ στην περίοδο ’60 – ’61 έπαιξα κι εγώ εκεί σε δύο έργα, στο «ΕΝΑΣ ΑΠΡΟΣΚΛΗΤΟΣ ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ»  και στο «Ο ΕΜΠΟΡΟΣ ΤΗΣ ΒΕΝΕΤΙΑΣ», του Σαίξπηρ. Και πηγαίνω ακόμα και σήμερα εκεί, γιατί και για τους δύο Εκδοτικούς που συνεργάζομαι, του Καστανιώτη και του Ψυχογιού, επειδή είναι στην περιοχή, με βολεύει να πηγαίνω με μετρό και να κατεβαίνω στη στάση, «Πανεπιστήμιο».
Κοιτώντας αυτή τη θέα της φωτογραφίας, σκεφτόμουν ότι αντίθετα με τον τίτλο κάποιας παλιάς εκπομπής της τηλεόρασης, «ΕΛΛΑΔΑ ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΜΟΝΟ Η ΑΘΗΝΑ», για μένα μέσα μου, «Ελλάδα είναι η Αθήνα». Κι όταν λέω, Αθήνα, εννοώ αυτό το κομμάτι ανάμεσα στον Λυκαβηττό και στην Ακρόπολη, όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Τελικά, μάλλον γι’ αυτό στην «επιφάνεια εργασίας» του κομπιούτερ μου έχω για φόντο τη φωτογραφία αυτής της θέας. Ε, ας κλείσω, λοιπόν το ποστ  με αυτή φωτογραφία, παρόλο που τη θέα την ασχημαίνουν οι στριμωγμένες πολυκατοικίες. Την ομορφαίνει η θάλασσα του Σαρωνικού με την Αίγινα στο βάθος.
Καλό Σαββατοκύριακο
Σας φιλώ πολύ
Π.

Athens view

Η «εικόνα»

eurorings
    Εδώ και καιρό, βλέπω  στα Δελτία Ειδήσεων –φαντάζομαι όπως κι εσείς – τις διάφορες δίκες πολιτικών — δεν έχει σημασία ποιών, το ίδιο είναι. Δεν ξέρω  αν σας έχει κάνει εντύπωση και σε σας  –όπως έχει κάνει και σε μένα- αυτή η ιστορία με τις χειροπέδες!
Όλοι μα όλοι, προσπαθούνε με διάφορους τρόπους να τις κρύψουνε. Με καμπαρτίνες, τσάντες, ντοσιέ και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο, προσπαθούν να καλύψουν  τις χειροπέδες στα χέρια τους! Εκείνο που τους απασχολεί μοιάζει να είναι κυρίως η εικόνα τους. Αυτό τους μάρανε. Τελικά αυτό το θέμα του, «τι θα πει ο κόσμος» που βρίσκεται στο κέντρο της κοινωνικής ηθικής  για την εικόνα μας, εκτός από υποκρισία, φέρνει και αποβλάκωση: Όλοι κατεβαίνουν από κάποια κλούβα, έχοντας γύρω τους αστυφύλακες και μπαίνουν στο Δικαστήριο· δηλαδή, υπάρχει περίπτωση να σκεφτεί κανείς ότι όλοι αυτοί πάνε για καφέ με Δικαστικούς κι επειδή δεν βρήκανε ταξί κάνανε ώτο στοπ σε μια κλούβα που περνούσε;  Αυτό το θέμα του «τι θα πει ο κόσμος» και η «εικόνα» που θέλουμε να έχουν για μας, και που το θυμάμαι από μικρό παιδί, μοιάζει να είναι τελικά πολύ βαθύ κι έχω γράψει και παλιότερα ένα post εδώ γι’ αυτό. Αλλά πρώτη φορά είδα ότι εκτός από υποκρισία φέρνει και ένα είδος αποβλάκωσης πολλές φορές, που δεν σ’ αφήνει να δεις τα πράγματα όπως είναι.
    Όλα αυτά τα σκεφτόμουν όταν κάποια στιγμή χθες, ψάχνοντας για κάτι άλλο στο ίντερνετ, έπεσα πάνω στη ζωγραφιά με τις χειροπέδες, ενώ απανωτά, που έστειλαν κι αυτό το «τύπου παλιό» μικρό κείμενο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, από το μυθιστόρημά του, «Οι Έμποροι των Εθνών», που και μόνο ο τίτλος του είναι στις μέρες μας επίκαιρος.

Σας φιλώ
Π.

PAPADIAMANTIS

Το μυαλό και η καρδιά

Rajghat

Αυτή η φωτογραφία που βλέπετε, είναι του σπιτιού όπου έμενε ο Κρισναμούρτι, όταν πήγαινε στο Ρατζκάτ, στην Ινδία και σ΄ αυτό το σπίτι γίνεται η συζήτηση με τον Δάσκαλο, που ένα μέρος της, έβαλα στο προηγούμενο post. Μάλιστα η βουκαμβίλια που βλέπετε, είναι αυτή που ο Κρισναμούρτι λέει στον Δάσκαλο να κοιτάξει, και υπάρχει ακόμα, μια και το σπίτι αυτό έχει γίνει «Study Center», ένα από τα πέντε που υπάρχουν στον κόσμο. Η φωτογραφία είναι περσινή. Τέλειωσα τη μετάφραση και της υπόλοιπης συζήτησης και μια και μερικοί φίλοι μου ζήτησαν να τους το στείλω, σκέφτηκα να το ανεβάσω εδώ και για όλους όσους ίσως τους ενδιαφέρει η σχέση του μυαλού  με την καρδιά, πράγμα που τελικά είναι το θέμα και όλης της συζήτησης όπως θα δείτε.
Καλό Σαββατοκύριακο
Π.

………………………

– Αν με ρωτάτε αν νοιώθω αλαζονεία, ναι, νομίζω πως νοιώθω.
– Αλλά αυτός είναι μόνον ένας από τους λόγους, που κυριαρχεί η δήθεν λογική. Μήπως είναι επειδή οι λέξεις έχουν γίνει πάρα πολύ σημαντικές και όχι ό,τι βρίσκεται πάνω και πέρα από τις λέξεις; Ή μήπως οφείλεται στο ότι εμποδίζεστε, μπλοκάρεστε από διάφορα πράγματα που μπορεί να μην τα έχετε συνειδητοποιήσει; Στον σύγχρονο κόσμο, λατρεύεται το μυαλό, και όσο πιο έξυπνος και πονηρός είσαι, τόσο πιο πολύ προοδεύεις.
– Ίσως να είναι όλα αυτά, αλλά έχει τόσο πολύ σημασία; Μπορούμε, βέβαια, να συνεχίσουμε να αναλύουμε, να περιγράφουμε ατέλειωτα την αιτία, αλλά αυτό θα γεφυρώσει το κενό ανάμεσα στον νου και στην καρδιά; Αυτό είναι που θέλω να μάθω. Έχω διαβάσει μερικά βιβλία ψυχολογίας και την δική μας την αρχαία Ινδική λογοτεχνία, αλλά δεν μου ανάβει μέσα μου καμιά φωτιά, κι έτσι τώρα ήρθα σε σας παρ’ όλο που μπορεί να είναι πολύ αργά για μένα.
– Σας ενδιαφέρει πραγματικά να ενωθούν το μυαλό και η καρδιά σας; Δεν σας είναι πραγματικά αρκετές οι διανοητικές ικανότητές σας; Μήπως η ερώτηση, πώς να ενώσετε το μυαλό και την καρδιά είναι μονάχα ακαδημαϊκή; Γιατί νοιάζεστε να τα ενώσετε; Αυτό το ενδιαφέρον εξακολουθεί να ανήκει στο μυαλό και δεν πηγάζει από πραγματικό ενδιαφέρον για τον μαρασμό των αισθημάτων σας, που αποτελούν μέρος του εαυτού σας. Έχετε χωρίσει την ζωή στο μυαλό και στην καρδιά και παρακολουθείτε εγκεφαλικά την καρδιά να μαραίνεται και ενδιαφέρεσθε γι’ αυτήν μόνον στα λόγια. Αφήστε την να μαραθεί! Ζήστε μόνο με τη λογική, με το μυαλό. Γίνεται αυτό;
– Σίγουρα έχω αισθήματα.
– Ναι, αλλά μήπως αυτά  τα «αισθήματα» στην πραγματικότητα  είναι ένας συναισθηματισμός, μια συναισθηματική αυτοϊκανοποίηση; Δεν μιλάμε γι’ αυτά φυσικά. Όταν λέμε, άφησε την καρδιά να μαραθεί και ζήσε μόνο με τη λογική, με το μυαλό, εννοούμε: Να είναι νεκρωμένη μέσα σας η αγάπη, αλλά χωρίς να σας πειράζει αυτό. Ζήστε, χωρίς σύγκρουση, ολοκληρωτικά με το μυαλό σας, με τους λεκτικούς ακροβατισμούς σας και με τα έξυπνα επιχειρήματά σας. Κι αν ζήσετε αληθινά έτσι, τότε τι θα συμβεί; Θα δείτε ότι εκείνο που αποδοκιμάζετε μέσα σας είναι η καταστροφική δύναμη αυτής της νοητικής λειτουργίας που τόσο λατρεύετε. Αυτή η καταστροφική δύναμη φέρνει ένα πλήθος από προβλήματα. Είναι πιθανόν και τώρα, να βλέπετε τα αποτελέσματα της δραστηριότητας του μυαλού στον κόσμο –τους πολέμους, τον ανταγωνισμό, την αλαζονεία της εξουσίας– και ίσως να σας φοβίζει για το τι πρόκειται να συμβεί, να σας φοβίζει η απελπισία και η απόγνωση των ανθρώπων. Όσο υπάρχει αυτή η διαίρεση ανάμεσα στο αίσθημα και στη σκέψη, στο μυαλό και στην καρδιά, το ένα θα κυριαρχεί πάνω στο άλλο, το ένα δεν μπορεί παρά να καταστρέφει το άλλο· δεν υπάρχει γεφύρωμα αυτών των δύο. Μπορεί να παρακολουθείτε εδώ και πολλά χρόνια τις ομιλίες που δίνω και ίσως να έχετε κάνει μεγάλη προσπάθεια για να ενώσετε το μυαλό και την καρδιά, αλλά αυτή η προσπάθεια ανήκει στο μυαλό κι έτσι αυτό κυριαρχεί πάνω στην καρδιά. Η αγάπη δεν ανήκει σε κανένα από τα δύο, γιατί δεν έχει μέσα της την ιδιότητα του να κυριαρχεί. Δεν είναι κάτι που το κατασκευάζει η σκέψη ή το συναίσθημα. Δεν είναι ούτε μια λέξη του μυαλού ούτε μια ανταπόκριση των αισθήσεων. Λέτε: «πρέπει να έχω αγάπη μέσα μου και για να την έχω πρέπει να καλλιεργήσω την καρδιά». Αλλά αυτή η ιδέα της καλλιέργειας ανήκει στο μυαλό, κι έτσι τα κρατάτε πάντα και τα δύο χωριστά. Δεν μπορούν να γεφυρωθούν ή να ενωθούν για κανένα ωφελιμιστικό σκοπό. Η αγάπη βρίσκεται στην αρχή, όχι στο τέλος μιας προσπάθειας.
– Και τότε τι πρέπει να κάνω;
Τα μάτια του είχαν αρχίσει τώρα να γίνονται πιο λαμπερά· υπήρχε μια ζωντάνια στο σώμα του. Κοίταξε έξω από το παράθυρο και σιγά-σιγά άρχισε να ανάβει μια φλόγα μέσα του.
– Δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα. Μείνετε έξω απ’ όλα αυτά.  Και ακούστε και δείτε με όλη σας την προσοχή, την ομορφιά αυτού του λουλουδιού, αυτής της βουκαμβίλιας.

Η βουκαμβίλια

Το πρωί ο Αλέξανδρος, ο εγγονός μου που τον έχετε γνωρίσει από διάφορα posts εδώ, πήγε για πρώτη μέρα στο Σχολείο, στην Πρώτη Δημοτικού. Το Σχολείο του αρχίζει νωρίτερα, αλλά  σε λίγες μέρες, αρχίζουν τα μαθήματα σε όλα τα σχολεία. Και να που πριν λίγη ώρα, στο βιβλίο του Κρισναμούρτι που μεταφράζω αυτόν τον καιρό – «Η μόνη επανάσταση» – έπεσα σε ένα κομμάτι όπου ο Κρισναμούρτι μιλάει για ένα Δάσκαλο του Δημοτικού Σχολείου, στην Ινδία, που τον επισκέφτηκε για να συζητήσουν. Ε, μπορώ να μην σας μεταφέρω εδώ αυτό το κομμάτι και να το αφιερώσω σε όλους τους Δάσκαλους και τις Δασκάλες του Δημοτικού; Διαβάστε το και θα καταλάβετε γιατί έβαλα αυτόν τον τίτλο κι αυτή τη φωτογραφία που βλέπετε.
Καλό βράδυ
Π.
Ο επισκέπτης μας ήταν δάσκαλος Δημοτικού. Ήταν Βραχμάνος, με ένα καθαρό dhoti*, ξυπόλητος και φορούσε ένα Ευρωπαϊκό πουκάμισο. Ήταν καθαρός, με διαπεραστικό βλέμμα· είχε φανερά ευγενικούς τρόπους και ο χαιρετισμός του ήταν μια επίδειξη της ταπεινοφροσύνης του. Δεν ήταν πολύ ψηλός και μιλούσε αγγλικά αρκετά καλά, αφού ήταν δάσκαλος αγγλικών στην πόλη. Είπε ότι δεν κέρδιζε πολλά και όπως όλοι οι δάσκαλοι στον κόσμο πολύ δύσκολα τα έβγαζε πέρα. Φυσικά ήταν παντρεμένος και είχε και παιδιά, αλλά όλα αυτά έμοιαζε να τα παραμερίζει σαν να μην είχαν καμιά σημασία. Ήταν ένας υπερήφανος άνθρωπος, με εκείνη την ιδιαίτερη υπερηφάνεια, όχι της επιτυχίας, όχι της ανώτερης κοινωνικής τάξης ή του πλούσιου, αλλά εκείνη την υπερηφάνεια μιας αρχαίας φυλής, του εκπρόσωπου μιας αρχαίας παράδοσης και ενός συστήματος σκέψης και ηθικής, που, όμως, δεν είχε καμιά απολύτως σχέση με αυτό που πραγματικά ήταν εκείνος. Η υπερηφάνειά του ήταν για το παρελθόν που εκπροσωπούσε, και το παραμέρισμα των τωρινών περιπλοκών της ζωής του, ήταν η κίνηση ενός ανθρώπου που τα θεωρεί όλα αυτά αναπόφευκτα αλλά εντελώς περιττά. Η προφορά του ήταν του Νότου, σκληρή και δυνατή. Είπε ότι είχε παρακολουθήσει τις ομιλίες, εδώ κάτω από τα δένδρα, για πολλά χρόνια. Το γεγονός ήταν πώς τον είχε φέρει ο πατέρας του όταν ήταν ακόμη φοιτητής και σπούδαζε στο Κολλέγιο. Αργότερα, όταν βρήκε την τωρινή μίζερη δουλειά του, ερχόταν από μόνος του κάθε χρόνο.

– Σας ακούω εδώ και πολλά χρόνια. Ίσως να καταλαβαίνω λογικά αυτά που λέτε, αλλά δεν μοιάζει να πηγαίνουν πολύ βαθειά. Μ’ αρέσει το τοπίο με τα δέντρα, κάτω από τα οποία μιλάτε, και κοιτάζω το ηλιοβασίλεμα κάθε φορά που το δείχνετε –πράγμα που κάνετε συχνά στις ομιλίες σας– αλλά δεν μπορώ να το νοιώσω· δεν μπορεί να μ’ αγγίξει μέσα μου ένα πεσμένο φύλλο ή να νοιώσω τη χαρά των ίσκιων του σούρουπου, που χορεύουν πάνω στο χώμα. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχω καθόλου αισθήματα. Έχω, φυσικά, διαβάσει πάρα πολύ, τόσο την αγγλική λογοτεχνία όσο και την λογοτεχνία της πατρίδας μου. Μπορώ και απαγγέλλω ποιήματα, αλλά η ομορφιά που βρίσκεται πέρα από τις λέξεις μου διαφεύγει. Όσο περνάει ο καιρός γίνομαι σκληρότερος, όχι μόνον με την γυναίκα μου και τα παιδιά μου, αλλά και με όλους. Στο Σχολείο βάζω τις φωνές στα παιδιά, όλο και περισσότερο. Αναρωτιέμαι γιατί έχω χάσει την απόλαυση του ηλιοβασιλέματος – αν την είχα ποτέ! Αναρωτιέμαι γιατί δεν νοιώθω πια έντονα για τις εκδηλώσεις του κακού που υπάρχουν στον κόσμο. Το καθετί το βλέπω λογικά, με το μυαλό, και μπορώ να συζητήσω αρκετά καλά –έτσι τουλάχιστον νομίζω– με οποιονδήποτε. Γιατί, λοιπόν, υπάρχει αυτό το χάσμα ανάμεσα στον νου και στην καρδιά; Γιατί να έχω χάσει την αγάπη και το αίσθημα της γνήσιας συμπόνιας και ενδιαφέροντος για τους άλλους;

– Κοιτάξτε αυτή την βουκαμβίλια, κύριε, έξω από το παράθυρο… Βλέπετε έστω την εικόνα; Βλέπετε το φως που πέφτει επάνω της, την διαφάνεια, το χρώμα των κόκκινων λουλουδιών και των πράσινων φύλλων της, το σχήμα και την ποιότητά τους;

– Την κοιτάζω, αλλά δεν σημαίνει απολύτως τίποτα για μένα. Και υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι σαν και μένα. Έτσι ξαναγυρνάω στο ίδιο ερώτημα:  γιατί υπάρχει αυτό το κενό ανάμεσα στη λογική και στα αισθήματα — στο μυαλό και στην καρδιά;

– Μήπως επειδή η εκπαίδευσή μας δεν ήταν ποτέ καλή, αφού εκείνο που μας καλλιέργησαν στο Σχολείο – από τα πρώτα παιδικά μας χρόνια – είναι μόνο η μνήμη και δεν μας είπαν ποτέ να κοιτάξουμε ένα δένδρο, ένα λουλούδι, ένα πουλί ή ένα ποτάμι; Μήπως επειδή έχουμε κάνει τη ζωή μας μηχανική; Μήπως συμβαίνει λόγω του υπερπληθυσμού, όπου για κάθε δουλειά υπάρχουν χιλιάδες που την έχουν ανάγκη; Ή μήπως οφείλεται στην αλαζονεία, στην αλαζονεία για τις ικανότητές μας, στην αλαζονεία για τη φυλή μας, στην αλαζονεία για την πανούργα  σκέψη μας; Νομίζετε ότι αυτό είναι;



* Dhoti. Παραδοσιακό Ινδικό είδος παντελονιού.

Άλλο ένα παιδικό.

Δεν είχα κατά νου να βάλω κι άλλο παιδικό, αλλά κάτι ένα παλιό βίντεο από την «ΧΙΛΙΟΠΟΔΑΡΟΥΣΑ» που ανακάλυψα, κάτι η δήλωση του Κώστα Καραμανλή περί «ΠΑΡΑΜΥΘΑ», ε, πολύ θέλω;… Φαίνεται, λοιπόν,  πως η εκπομπή του «ΠΑΡΑΜΥΘΑ», έχει γίνει σημείο αναφοράς για πολιτικούς  (θυμάστε τον Τσίπρα και τον Σαμαρά, που είχαν κυκλοφορήσει φωτογραφίες τους με το πρόσωπό τους πάνω στο σώμα του «Παραμυθά» που πετάει;)  και όταν κάποιος θέλει να πει ότι λέγονται ψευτιές. Σ’ αυτήν την τελευταία κατηγορία ανήκει και η δήλωση – ΟΛΗ ΕΔΩ – του πρώην Πρωθυπουργού, που είπε: «Μια δημοφιλής εκπομπή της ΕΡΤ ήταν ο “Παραμυθάς”. Τώρα που την έκλεισαν, ο παραμυθάς άρχισε να γράφει πολιτικά και παραπολιτικά σενάρια», απάντησε ο πρώην πρωθυπουργός χωρίς να δώσει περαιτέρω έκταση στη συζήτηση. Σύμφωνα με αξιόπιστη πηγή, στη διάρκεια περιπάτου χθες το απόγευμα, ο κ. Κώστας Καραμανλής διέψευσε σε στενό συνεργάτη του φήμες και αναρτήσεις σε ιστοσελίδες που αναφέρονταν σε εκείνον».
Έτσι, αποφάσισα να ξαναβάλω κάτι παιδικό ακόμα, ύστερα από το προηγούμενο post, αλλά αυτή τη φορά ένα τραγούδι από την ΧΙΛΙΟΠΟΔΑΡΟΥΣΑ, με την «Ορχήστρα των ζώων. Περισσότερα για το τραγούδι, από την Χιλιοποδαρούσα που το αναγγέλλει η ίδια.
Καλό μήνα
Π .