Το μαγεμένο άλογο

Θέλω να ευχαριστήσω τα «πρωτάκια» του Α2 των Εκπαιδευτηρίων Καντά, για το e-mail που  μου έστειλαν και να τους αφιερώσω το σημερινό βίντεο. Είναι από μια παλιά σειρά που έκανα στην Ε.Ρ.Τ.  μέσα στα πλαίσια της ΧΙΛΙΟΠΟΔΑΡΟΥΣΑΣ, όπως θα θυμάστε τα πάλαι ποτέ «πρωτάκια»  της δεκαετίας του ’80, όπου την μία εβδομάδα παιζόταν μια ιστορία χωρίς ήχο και ζητούσαμε από όλα τα παιδιά να γράψουν μια ιστορία που να ταιριάζει με την εικόνα και την επόμενη εβδομάδα ξαναπαιζόταν η ταινία ενώ αυτή τη φορά ακουγόταν η καλύτερη ιστορία που είχαμε πάρει. Έτσι και στην ταινία που θα δείτε, είχαμε γυρίσει μια ταινία σε μία Σχολή Ιππασίας και δείτε την ακούγοντας μαζί και την καλύτερη ιστορία που πήραμε τότε, μια ιστορία με τρομερή φαντασία.
Φιλιά σε όλους, μικρούς και μεγάλους
Π.


Οι πιο τεμπέληδες άντρες στον κόσμο

Και για να τιμήσουμε το «ΒΟΟΚ» του προηγούμενου post (είδατε σε ένα σχόλιο τι έχει πει ο Ουμπέρτο Έκο;) θα ανεβάσω σήμερα κάτι που δεν μπορεί να γίνει βιβλίο γιατί είναι ήχος. Ένα παραμύθι με ήχο, λοιπόν, για σήμερα που έχω καιρό να ανεβάσω, για τα καινούργια πρωτάκια που στα σχολεία τους έχουν κομπιούτερ και  internet στις τάξεις τους, αλλά και για όλες τις…  «παραμυθομεγαλωμένες»  δασκάλες.

Καλή εβδομάδα
Σας φιλώ
Π.

[audio:http://www.fileden.com/files/2009/9/2/2562339/par2/2.9-Oi_pio_tempelides_antres_ston_kosmo.mp3]

«ΒΟΟΚ»: Η νέα ανακάλυψη!!!

Καλά!!! Σήμερα είναι από τις φορές που αλλάζω το post που ήταν να ανεβάσω επιτόπου, με όλη μου την καρδιά, χωρίς δεύτερη σκέψη. Είναι μια εξελιγμένη τεχνολογική ανακάλυψη των Ισπανών, ένα σύστημα  βιο-οπτικής οργάνωσης γνώσης που ονομάζεται «ΒΟΟΚ». Είναι κάτι που ενώ με έκανε κάθε τόσο να ξεκαρδίζομαι στα γέλια, κάποιες στιγμές μου έφερε δάκρυα στα μάτια!  Είναι  ένα βίντεο που μου έστειλε το link του πριν λίγο, ο Θανάσης ο Καστανιώτης. Υπάρχει στο GREEKTUBE  http://www.greektube.org/content/view/152569/2/ αλλά το αντέγραψα κι όλας και το ανέβασα εδώ, όπως βλέπετε και μπορείτε να το δείτε αμέσως. Είναι στα Ισπανικά, αλλά έχει ελληνικούς υπότιτλους.
Σας εύχομαι, να μην πάψετε ποτέ να χρησιμοποιείτε το «ΒΟΟΚ», είναι ό,τι πιο… εξελιγμένο υπάρχει. Κι εγώ, από ‘ δω και πέρα μόνο έτσι θα κυκλοφορώ τα παραμύθια μου.
Σας φιλώ.
Π.
Υ.Γ. Α, ναι. Ξέχασα να σας πω ότι έχει ανοίξει μια συζήτηση για το βιβλίο μου «Τα ευτυχισμένα παιδιά θέλουν γονείς χωρίς εγώ», οπότε αν το έχετε διαβάσει κι έχετε να πείτε κάτι, οτιδήποτε, μπορείτε να πάτε εδώ: http://entertainment.in.gr/html/ent/574/ent.112574.asp

Τα ουσιαστικά

Όπως θα ξέρετε αυτή την εβδομάδα άρχισαν τα σχολεία. Εκείνο που με συγκινεί από πάντα, από τότε που πήγαν τα δικά μου παιδιά στην Πρώτη Δημοτικού, είναι τα «πρωτάκια». Νομίζω ότι το Δημοτικό και ακόμα πιο πολύ, οι τρεις πρώτες Τάξεις του Δημοτικού, είναι εκείνες που θα έλεγα ότι κάνουν το επάγγελμα να είναι πιο κοντά, από όλα τα υπόλοιπα χρόνια Σχολείου -από Δημοτικό έως και Πανεπιστήμιο- πολύ πιο κοντά σε ό,τι θα μπορούσε κανείς να πει  «ιερό». Τα τρία πρώτα χρόνια του Δημοτικού, είναι νομίζω το ίδιο σημαντικά σαν τα πέντε πρώτα χρόνια του παιδιού στο σπίτι. Εκεί φτιάχνεται ο χαραχτήρας, εκεί είναι οι πληγές και τα εφόδια για την υπόλοιπη ζωή. Το ίδιο σοβαρά θεωρώ ότι είναι  και τα τρία πρώτα χρόνια του Σχολείου. Τις σκέψεις αυτές μου τις γέννησαν κάποιες κουβέντες που έκανα με φίλες Δασκάλες που έχω και που για πολλοστή φορά στην καριέρα τους, έχουν πάρει τα «πρωτάκια». Χα, χα, χα… ναι, είναι πολύ ζόρικο πράγμα, αλλά νομίζω ότι έχουν την ευαισθησία που χρειάζεται για να νοιώσουν με την καρδιά τους (όχι απλώς να καταλάβουν λογικά)  πόσο σοβαρό είναι αυτό που έχουν να κάνουν για άλλη μία φορά.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, θυμήθηκα ότι πριν κάμποσα χρόνια, είχα κάνει μια  σειρά για την Εκπαιδευτική Τηλεόραση, με θέμα τα «Μέρη του Λόγου». Επειδή είναι από τα λίγα πράγματα που έχω κρατήσει αντίγραφα, αποφάσισα να ανεβάσω εδώ, σαν μια μικρή βοήθεια για τις φίλες μου, αυτά τα μικρά βίντεο, με ρυθμό ένα την εβδομάδα. Νομίζω ότι θα το διασκεδάσετε κι εσείς γιατί είναι κάπως σαν να πηγαίνετε σε Λούνα Παρκ, παρέα με δύο πολύ γλυκά και ξύπνια παιδιά. Για σήμερα, σας έχω το Πρώτο Επεισόδιο, που είναι,»ΤΑ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ».
Καλή Σχολική Χρονιά σε γονείς και Δασκάλους.
Καλό Σαββατοκύριακο.
Σας φιλώ πολύ όλους, αλλά κυρίως τα «πρωτάκια» και τις Δασκάλες τους.
Ο Παραμυθάς


Το Τείχος του Βερολίνου. (Β΄ μέρος)

Ε, σήμερα πια θα γράψω το δεύτερο και τελευταίο μέρος του post για το Τείχος του Βερολίνου που το ξεκίνησα στις 13 Αυγούστου και το τελειώνω, παρά τρεις μέρες,  ένα μήνα μετά, και ύστερα από άλλα 8 posts! Μου βγήκε αρκετά μεγάλο, αλλά είπα να μην το σπάσω και σε τρίτο μέρος, αφού μπορείτε να το διαβάσετε και σε δόσεις από μόνοι σας.
Πριν αρχίσω το post, θα ήθελα να ανεβάσω εδώ ένα ασπρόμαυρο ντοκιμαντέρ 8 λεπτών, για το Τείχος του Βερολίνου, γυρισμένο πολύ καιρό πριν γκρεμιστεί  το Τείχος, όταν ακόμα η 13 Αυγούστου ήταν ημέρα πένθους για το Βερολίνο, όπως φαίνεται και στο τέλος του φιλμ. Η γλώσσα είναι Αγγλικά, αλλά δεν υπάρχουν υπότιτλοι. Είναι, όμως, εύκολο να καταλάβετε  τι λέει – αν και σημασία έχει η εικόνα, που νομίζω ότι τα λέει όλα. Δείτε το.

Αυτό φιλμ το ανακάλυψα τυχαία, ψάχνοντας για φωτογραφίες, όταν αρχίζοντας αυτό το δεύτερο μέρος, λέω: «Δεν βάζω καμιά φωτογραφία και από το…»  Κι εκείνη τη στιγμή που σκέφτηκα το όνομα  του σημείου ελέγχου του περάσματος από το Δυτικό στο Ανατολικό Βερολίνο, συνειδητοποίησα  ότι δεν σας είχα πει το όνομα, που φαντάζομαι το ξέρετε:  Check point Charlie. Απ’ αυτό, λοιπόν,  πέρασα για να πάω στο θέατρο του Μπέρτολτ Μπρεχτ, το Μπερλίνερ Ανσάμπλ. Και η φωτογραφία που βλέπετε, είναι ακριβώς το σημείο απ’ όπου πέρασα τότε.

Και η ταμπέλα που ακολουθεί υπήρχε μπροστά από την έξοδο προς το Ανατολικό Βερολίνο, ενώ μια άλλη, που δεν κατάφερα να βρω, έγραφε: «FREEDOM MUST NOT STOP HERE» (Η Ελευθερία δεν πρέπει να σταματάει εδώ»)

Είχαμε μείνει εκεί όπου φτάνοντας σε ένα Πάρκο, διασχίζοντας την «Πόλη των Κατσούφηδων», συνειδητοποίησα ότι τότε ήταν που σκέφτηκα για πρώτη φορά την ιδέα για το επεισόδιο του «ΠΑΡΑΜΥΘΑ» με αυτό τον τίτλο, που με το βίντεό του έκλεισα το post. Ύστερα από λίγο, λοιπόν, έφτασα στο Θέατρο. Το κτίριο απ’ έξω ήταν ένα πολύ εντυπωσιακό παλιό κτίριο, που βλέπετε εδώ.

Είχα σκεφτεί να παρακολουθήσω μόνο τις παραστάσεις των έργων που θα τα ήξερα από την Ελλάδα γιατί δεν μιλούσα λέξη Γερμανικά. Όμως, από τα 31 θεατρικά έργα του Μπρεχτ, μόνο τα 6 είχαν μεταφραστεί –τότε – στα ελληνικά. Κι επειδή είδα ότι κάθε μέρα έπαιζε άλλο έργο κι εκείνη την ημέρα , έπαιζε ένα που δεν το ήξερα, αποφάσισα να μπω στο θέατρο κι ας μην καταλάβαινα.  Κι από μέσα το θέατρο ήταν εντυπωσιακό και πολύ όμορφο! Κι με συγκινεί, γιατί είναι από την πλευρά του ηθοποιού, είναι εκείνο που βλέπει αυτός…

Όταν άρχισε η παράσταση, δεν πέρασε πολύ ώρα και ένοιωσα μια φοβερή έκπληξη! Παρόλο που δεν ήξερα λέξη Γερμανικά, καταλάβαινα ή καλύτερα, ένοιωθα όλα όσα γίνονταν στην παράσταση και τελικά ήταν σαν να καταλάβαινα τη γλώσσα! Τόσο τέλεια παίζανε οι ηθοποιοί! Όλα όσα λέγανε στην Ελλάδα για το «αποστασιοποιημένο» παίξιμο των ηθοποιών, στο Μπρεχτικό Θέατρο, υπονοώντας ότι -σε αντίθεση με το παίξιμο-ταύτιση του ηθοποιού με τον ρόλο-  σ’ αυτό δεν υπήρχε συναίσθημα, ένοιωσα ότι έδειχναν άγνοια. Στην παράσταση που παρακολουθούσα, οι ηθοποιοί μετέδιδαν ένα βαθύ και πλούσιο συναίσθημα του ρόλου που έπαιζαν, με αποτέλεσμα να νοιώθεις ό,τι γινόταν στο έργο και ας μην ήξερες τη γλώσσα! Αυτό το παίξιμο, που τότε, στα 23 μου,  το ονόμασα, «αποστασιοποιημένα ταυτισμένο» με το ρόλο, είναι εκείνο που -πολλά χρόνια αργότερα- θα με βοηθούσε να καταλάβω, τι σημαίνει «επίγνωση χωρίς επιλογές».  Μου άρεσε τόσο πολύ η παράσταση, που όταν σηκώθηκα να πάω στο μπαρ, στο διάλειμμα, βγαίνοντας από την πλατεία, ήμουν τόσο φευγάτος, που κοιτάζοντας στον απέναντι τεράστιο καθρέφτη τον εαυτό μου ανάμεσα στον κόσμο που έβγαινε από την πλατεία, σκέφτηκα: «Μπα! Έχει κι άλλους έλληνες εδώ»! Ευτυχώς συνειδητοποίησα αμέσως ποιος ήταν ο «άλλος έλληνας» που έβλεπα, και δεν άρχισα να κοιτάζω δεξιά κι αριστερά μου για να …με βρω!
Όταν τελικά τέλειωσε η παράσταση, ξεκίνησα πάλι με τα πόδια για το Ανατολικό φυλάκιο του CHECKPOINT CHARLIE, για να περάσω στο Δυτικό Βερολίνο. Εκεί προσγειώθηκα απότομα, από εκεί που με είχε ανεβάσει η παράσταση. Όταν παρέδωσα το χαρτί που είχα πάρει μπαίνοντας, ο Γερμανός αξιωματικός, μου είπε ότι, καθώς θα διασχίζω το δρόμο που οδηγούσε στο Τείχος, να περπατάω αργά μέχρι να φτάσω στο φυλάκιο του Δυτικού Βερολίνου, γιατί οι σκοπευτές  που ήταν πάνω στο φυλάκιο με το πολυβόλο στο χέρι, θα νόμιζαν ότι πάω γρήγορα για να το σκάσω από το Ανατολικό Βερολίνο και θα με πυροβολήσουν χωρίς προειδοποίηση! Κοίταξα ψηλά και τους είδα στο φυλάκιο, με τα όπλα να σημαδεύουν το δρόμο. Κι αυτή τη φορά δεν έβλεπα την ταινία, «Ο κατάσκοπος που γύρισε από κρύο» με τον Ρίτσαρντ Μπάρντον, αλλά βρισκόμουν στ’ αλήθεια εγώ ο ίδιος σ’ αυτό το σημείο κι έπρεπε να το περάσω με τα πόδια.

Ξεκίνησα, χαλαρά. Έκανα μια προσπάθεια να σφυρίξω ανέμελα, αλλά δεν μου βγήκε. Κοίταξα ψηλά. Ένα όπλο, με σημάδευε και με ακολουθούσε καθώς περπατούσα. Νόμισα ότι έκανα ώρες να φτάσω στο φυλάκιο του Δυτικού  Βερολίνου, αν και  έκανα την απόσταση σε λιγότερο από 10 λεπτά!
Θυμήθηκα την ταμπέλα που είδα όταν έμπαινα, που έλεγε, «Η ελευθερία δεν πρέπει να σταματάει εδώ».  Ναι, ήταν τραγικό, να κρατάς εκατοντάδες ανθρώπους μέσα σε μια πόλη που δεν θέλουν να ζούνε άλλο σε αυτή, με την απειλή ότι αν δοκιμάσουν να φύγουν θα τους σκοτώσεις!
Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που μπαινοβγήκα στο Ανατολικό Βερολίνο από το CHECKPOINT CHARLIE. Από την επόμενη μέρα και για είκοσι μέρες πέρναγα από το Δυτικό Βερολίνο στο Ανατολικό με το τραίνο και, φυσικά, γύριζα και με τον ίδιο τρόπο. Ψάχνοντας το ίντερνετ για φωτογραφίες της εποχής, έπεσα και σε ένα μικρό  βουβό φιλμ 8χιλ. που με συγκίνησε, γιατί είναι ακριβώς η εικόνα που έβλεπα από το παράθυρο του τραίνου τότε, περνώντας πάνω από το Τείχος. Δείτε το.

Δυο πράγματα έμειναν ακόμα να σας πω, που μου έκαναν εντύπωση και τα θυμάμαι από τότε: Κάθε φορά, λοιπόν, που έμπαινα στο Ανατολικό Βερολίνο, έπρεπε να αλλάζω 10 Δυτικά μάρκα με 10 Ανατολικά, γιατί στη μαύρη αγορά στο Δυτικό Βερολίνο, χαλάγανε ένα δυτικό μάρκο προς 10  ανατολικά, και φυσικά οι Ανατολικογερμανοί προσπαθούσαν να μην το αφήνουν να γίνεται όπου μπορούσαν, γιατί αυτό θα τους έφερνε πληθωρισμό. Τα δέκα μάρκα που έκανα μπαίνοντας έφταναν και περίσσευαν για το εισιτήριο του Θεάτρου, για να φάω για μεσημέρι στο καλύτερο εστιατόριο και για να βγάλω το εισιτήριο της επιστροφής, αφού εκεί όλα αυτά μαζί  έκαναν λιγότερο από πέντε μάρκα! Το κακό ήταν, ότι όταν πέρναγες από τον έλεγχο για να μπεις στο τραίνο για το Δυτικό, έπρεπε να ρίξεις σε ένα διάφανο κιβώτιο όλα τα ανατολικά μάρκα που δεν χάλασες! Αυτό γινόταν για να μην μπορείς να πας στο Δυτικό και να κάνεις μαύρη αγορά του ανατολικού μάρκου. Έτσι και δεν τα πέταγες και σε έπιαναν, είχε κατ’ ευθείαν φυλακή. Όταν γύρισα το πρώτο βράδυ, κάθισα κι έκανα λογαριασμούς  κι ανακάλυψα ότι πετώντας, στην ουσία, κάθε μέρα πέντε μάρκα περίπου, τα χρήματα που είχα δεν θα μου έφταναν για να μείνω άλλες είκοσι μέρες που είχα υπολογίσει. Σκέφτηκα να φύγω στις δέκα μέρες, αλλά ήθελα τόσο πολύ να δω όσο πιο πολλές παραστάσεις μπορούσα που αποφάσισα να μείνω. Ο μόνος τρόπος ήταν να τρώω μία φορά την ημέρα στο Ανατολικό Βερολίνο και να κόψω το φοβερό πρωινό που έπαιρνα στην Πανσιόν. Έτσι, είπα στην κυρία που είχε την Πανσιόν, ότι δεν θα ξαναπάρω πρωινό. Αγόρασα μερικά φακελάκια καφέ και μετά τη δεύτερη μέρα άρχισε… η πείνα. Επειδή έπρεπε να τρώω νωρίς το μεσημεριανό, όταν έφτανε μετά από αρκετές ώρες πίσω, πείναγα πολύ. Έτσι, για να ξεγελάω την πείνα μου, έπλενα δυο τρείς φορές πριν κοιμηθώ τα δόντια μου και έτρωγα ένα TYSAL. Αυτά ήταν κάτι σαν μεγάλες πράσινες ασπιρίνες, που τις είχα για το βήχα. Δεν υπάρχουν πια κι ούτε βρήκα τίποτα στο ίντερνετ. Το βράδυ, λοιπόν, έτρωγα ένα tysal κι έπλενα δυο τρεις φορές τα δόντια μου και ξεγελούσα την πείνα μου. Αλλά το πρωί, πείναγα σαν τρελός! Το τρίτο ή το τέταρτο πρωινό, εκεί που έπινα αργά αργά τον καφέ μου, μου μύρισαν τα ψωμάκια που έψηνε η Γερμανίδα νοικοκυρά μου, στην κουζίνα λίγο ποιο ‘κει. Συνηθισμένος από αυτό που θα γινόταν αν ήμουν στην Ελλάδα, πήγα μια βόλτα προς τα ‘κει, πιστεύοντας ότι θα με κεράσει κάτι. Μου είπε ευγενικά καλημέρα, μου χαμογέλασε ευγενικά, με ρώτησε ευγενικά τι κάνω, αλλά δεν είχε την ευγένεια (η φιλοξενία είναι ευγένεια) να με κεράσει ένα μικρό τσουρεκάκι, καθώς κοίταζα το γεμάτο καλαθάκι με μάτια που γυάλιζαν από την πείνα και λίγο ακόμα και θα έτρεχαν και τα σάλια μου. Δοκίμασα να κάνω κάποια σχόλια για τα τσουρεκάκια: τι καλοψημένα που ήταν, πόσο μ’ άρεσαν όταν έτρωγα πρωινό, ότι θα έτρωγα τώρα ένα ευχαρίστως… Τίποτα. Κουνούσε καταφατικά το κεφάλι της χαμογελώντας και λέγοντας, «Ya, ya…». Κατάλαβα ότι δεν θα μου δώσει τίποτα κι έφυγα κι ούτε ξαναδοκίμασα τίποτα στις υπόλοιπες μέρες που έμεινα εκεί. Πρώτη φορά, αντιμετώπιζα κάτι που στην Ελλάδα, αν γινόταν κάτι ανάλογο, τουλάχιστον τότε, 45 χρόνια πριν, στη χειρότερη περίπτωση θα μου πρόσφεραν ένα τσουρεκάκι, αν όχι δυο τρία, με ένα γλυκό και φιλόξενο, «πάρτε ένα… πάρτε, πάρτε, μην ντρέπεστε».
Και το δεύτερο που μου είχε κάνει εντύπωση, είναι κάτι που συνέβη λίγο πριν φύγω. Στο διάλειμμα μιας παράστασης στο  Μπερλίνερ Ανσάμπλ, γνώρισα ένα Γερμανό φοιτητή Δραματικής Σχολής  από το Αμβούργο. Στο Ανατολικό Βερολίνο, μπορούσαν να πάνε όλοι οι Γερμανοί, σαν όλους τους άλλους επισκέπτες, εκτός από εκείνους που ζούσαν στο Δυτικό Βερολίνο. Γι’ αυτό υπήρχαν οικογένειες που μετακόμιζαν σε άλλη Γερμανική πόλη, για να μπορούν να βλέπουν στενούς συγγενείς τους, που το Τείχος τους κρατούσε μακριά τους.
Ο Γερμανός φοιτητής θεάτρου, μιλούσε καλά Αγγλικά και πιάσαμε κουβέντα στο διάλειμμα, κι αποφασίσαμε να γυρίζουμε παρέα στο Δυτικό Βερολίνο για να με κεράσει κάτι σε ένα Ζαχαροπλαστείο, αφού του εξήγησα τα οικονομικά μου. Σ’ αυτό στάθηκε εντάξει, όχι σαν την Φράου Βέρνερ (κοίτα τα θυμήθηκα μηχανικά, τώρα!) , σ’ αυτό ναι, αλλά… Πήραμε το τραίνο, βγήκαμε στο κέντρο του Δυτικού Βερολίνου και με πήγε σε ένα Ζαχαροπλαστείο να πιούμε καφέ. Η συζήτηση ήταν γύρω από το θέατρο. Του είπα για τη Δραματική Σχολή που τελείωσα, του είπα για τη Σχολή που πήγαινα στο Λονδίνο, μου είπε για τη δική του και κάποια στιγμή, η συζήτηση πέρασε στο Τείχος και στο Βερολίνο και μετά στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που τότε είχε τελειώσει κάτι παραπάνω από 20 χρόνια, κι όχι  66 χρόνια και κάτι μέρες όπως σήμερα, και η συζήτηση έφτασε και στον Χίτλεεεερ.  (Τράβηγμα στο τέλος το «ε» σε στυλ διήγησης παραμυθιού). Το τι του «χώσαμε» δεν λέγεται. Ο ένας υπερθεμάτιζε τον άλλο να σε βρίσιμο. Και ξαφνικά, πάγωσαν τα βυζιά μου!!!  Εκεί που παραβγαίναμε σε βρίσιμο του Χίτλερ, συνειδητοποιώ  ότι εγώ τον έβριζα ως ένα κάθαρμα, μισότρελο, μεγαλομανή, ψωνάρα,  Δικτάτορα που αιματοκύλησε την ανθρωπότητα, ενώ αυτός τον έβριζε επειδή έχασε τον πόλεμο και δεν κατάφερε να κάνει τη Γερμανία, την μεγαλύτερα δύναμη στον κόσμο!!! Τα ‘χασα! Επειδή είμαστε ένας Γερμανός κι ένας Έλληνας που μιλούσαν στα Αγγλικά, έκανα μερικές διευκρινιστικές ερωτήσεις  για να βεβαιωθώ ότι δεν είχα καταλάβει λάθος. Δεν είχα κάνει. Και πάνω εκεί που άρχισαν να γυαλίζουν τα μάτια του καθώς μου έλεγε πώς θα ήταν η Γερμανία σήμερα αν είχε νικήσει ο Χίτλερ τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έκανα ένα μορφασμό, του είπα ότι άρχισα να έχω φριχτούς πόνους στην κοιλιά μου κι ότι έπρεπε επειγόντως να γυρίσω στην Πανσιόν μου. Πριν προλάβει να μου πει τίποτα, έφυγα τρέχοντας για να μην του τα χώσω και φωνάξει τα… ΕΣ ΕΣ να με πλακώσουν. Χα, χα, χα…
Πω… πω! Τι στιγμή κι αυτή! Δεν θα τη ξεχάσω όσο ζω.
Αυτά, λοιπόν, για την επέτειο του Τείχους του Βερολίνου που άρχισα να γράφω στη επέτειο της 13 Αυγούστου. Κι όπως έγραφε κάποτε πάνω σε κάτι φλιτζάνια καφέ για δώρο, που έφτιαχνε ο Μποστ. «Χρόνια πολλά για την γιορτή σου που πέρασε. Και να κλείσω αυτό το πόστ με ένα αγαπημένο τραγούδι των νιάτων μου, το   THE WALL  των PINK FLOYD. Αν δεν ξέρετε τα λόγια, βρείτε τα στο ίντερνετ και διαβάστε τα, αξίζει. Κι αν κάποιοι από σας που διαβάζετε αυτές τις γραμμές, είστε κάτω από είκοσι – ή έχετε παιδιά – φωνάξτε, όπως λέει και το τραγούδι, «Δεν τη θέλουμε την Εκπαίδευση που μας δίνετε…»
Σας φιλώ πολύ.
Π.


 

Το κορίτσι στο Βερολίνο

Ναι, ο τίτλος μοιάζει να είναι η συνέχεια του post  για το Τείχος του Βερολίνου, αλλά δεν είναι.  Είναι μια ιστορία, που έχει σχέση με μια χθεσινή είδηση.
Καλό βράδυ.
Π.

Έβλεπε ειδήσεις στην τηλεόραση  χωρίς να πολυπροσέχει, γιατί διάβαζε μαζί και εφημερίδα, όταν ξαφνικά άκουσε ότι στη Γερμανία, το Κράτος ανάγκασε τις πόρνες, κάθε βράδυ, πριν αρχίσουν  τη δουλειά τους, να πληρώνουν σε ένα αυτόματο μηχάνημα – κάτι σαν παρκόμετρο – μία προκαταβολή φόρου 6 ευρώ!  Ένοιωσε τα μάτια του να γεμίζουν δάκρυα, καθώς θυμήθηκε εκείνο το γλυκό κορίτσι, πολλά χρόνια πριν, μια νύχτα στο Βερολίνο, κάτι που το είχε ξεχάσει εδώ και καιρό.

Στα 23 του είχε βρεθεί στο Βερολίνο, κι ένα βράδυ, καθώς γυρνούσε στην Πανσιόν όπου έμενε, στη γωνία τον σταμάτησε ένα κορίτσι και του ζήτησε φωτιά για το τσιγάρο της. Ήταν ένα πανέμορφο γλυκό κορίτσι, γύρω στα 17 με 18, με υπέροχα πράσινα μάτια και κατάξανθα μαλλιά!  Ένοιωσε να τον γεμίζει μια παράξενη επικοινωνία μαζί της, σαν κι αυτή που νοιώθει κανείς με ανθρώπους που θα έχει μια κάποια πιο ιδιαίτερη σχέση μαζί τους, γι’ αυτό και τα ‘χασε όταν κατάλαβε ότι αυτό το γλυκό κορίτσι έκανε πεζοδρόμιο!  «Μόνο με πενήντα μάρκα», του είπε στο τέλος με τα σπαστά Αγγλικά της. Δεν είχε ποτέ του τέτοιου είδους επαφή με γυναίκα, αλλά επειδή του άρεσε τρομερά, της χαμογέλασε και της είπε ότι δεν ήθελε τίποτα το σεξουαλικό από εκείνη, αλλά αν της έκανε κέφι θα ήθελε πολύ να πάνε στο Ζαχαροπλαστείο που ήταν εκεί κοντά στον κεντρικό δρόμο, και να την κεράσει ένα γλυκό. Εκείνη στην αρχή τα έχασε λίγο, αλλά μετά του είπε πολύ χαδιάρικα και γλυκά ότι δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο, γιατί πρέπει να βγάλει κάποια χρήματα όλο το βράδυ και δεν γίνεται να χάσει την ώρα της έτσι. Έσκυψε και ακούμπησε για λίγο τα χείλια του με τα δικά της και τον ξαναπροσκάλεσε να πάνε στο Ξενοδοχείο  εκεί κοντά. Δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να κάνει κάτι οτιδήποτε ερωτικό με χρήματα. Από νεαρό αγόρι αυτό ήταν θέμα επικοινωνίας και μόνο και τίποτα άλλο δεν του δημιουργούσε ερωτική επιθυμία. Καθώς την κοίταζε, πέρασε σαν αστραπή από τα μάτια του κάτι που είχε γίνει, δυο φορές μάλιστα, όταν ήταν νεαρό αγόρι, στα δεκαπέντε του.
Εκείνη τη εποχή, στη δεκαετία του ’50, ήταν της μόδας να αρχίζουν τα αγόρια την ερωτική τους ζωή πληρώνοντας, στα σπίτια με το κόκκινο φως απ’ έξω. Αρκετά αγόρια μάλιστα, τα πήγαινε την πρώτη φορά ο πατέρας τους! Τι αθλιότητα!  Εκείνου ο πατέρας, που δεν είχε τίποτα το πουριτανικό ή συντηρητικό στη συμπεριφορά του, δεν υπήρχε καμία περίπτωση να κάνει κάτι τέτοιο. Του το πρότειναν, όμως, μια μέρα οι δυο κολλητοί του στο Γυμνάσιο, που είχαν πάει την προηγούμενη μέρα. Του είπαν ότι έπαιρνε πολύ λίγα χρήματα,  ότι ήταν «φοβερή γκόμενα» και τι τους έκανε, ότι «τέρμα πια το χέρι»  και άλλα τέτοια και ότι έπρεπε την άλλη μέρα που θα ξαναπήγαιναν να πάει μαζί τους. Εκείνος αυθόρμητα είπε αμέσως, «όχι», αλλά οι κολλητοί του, άρχισαν να του λένε όλα εκείνα που του ξύπνησαν τον αντρικό ανταγωνισμό που υπάρχει από νωρίς στ’ αγόρια και που πάντα έχει σχέση με το σεξουαλικό ή την εξουσία, και τελικά δέχτηκε. Την άλλη μέρα βρέθηκε μαζί τους στο μικρό ισόγειο του παλιού νεοκλασικού σπιτιού με το κόκκινο φως στην πόρτα. Ήταν κάτι σαν προθάλαμος οδοντογιατρού, με πολλές άθλιες ψάθινες καρέκλες, που άρχιζαν από την είσοδο του μεγάλου χολ και κατέληγαν δίπλα στην κρεβατοκάμαρα της κοπέλας. Με το που έκατσε ένοιωσε πολύ άσχημα και ήθελε να το βάλει στα πόδια, αλλά δεν τόλμησε. Από το διπλανό δωμάτιο, ακουγόντουσαν οι φωνές της κοπέλας και του αγοριού που ήταν μαζί της, γιατί όλοι εκεί ήταν από 14 έως 17 το πολύ. Και κάποια στιγμή, η πόρτα άνοιξε, η κοπέλα που ήταν πολύ νόστιμη, έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο αγόρι που ήταν μέσα κι έφυγε, ενώ εκείνη γύρισε στους υπόλοιπους, άνοιξε τη λουλουδάτη ρόμπα της δείχνοντας το γυμνό κορμί της και του είπε: «Παιδιά, κοιτάξτε με, αν σας αρέσω μείνετε, αλλιώς μην πιάνετε τζάμπα τις καρέκλες». Ύστερα ξαναμπήκε στην κρεβατοκάμαρα  παίρνοντας το αγόρι που καθόταν δίπλα στην πόρτα. Εκείνος, χωρίς να κοιτάξει τους φίλους του που κάθονταν δίπλα του, σηκώθηκε γρήγορα και βγήκε αμέσως έξω από το σπίτι, χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Την άλλη μέρα στο σχολείο οι φίλοι του τον «ξεφώνιζαν» συνέχεια: «Συκιά» τον ανέβαζαν «ντικιντάνγκα» τον κατέβαζαν — δυο λέξεις που χρησιμοποιούσαν τότε για τους gay άντρες.
Η ιστορία ξεχάστηκε, μέχρι που μερικούς μήνες αργότερα, οι κολλητοί του, του είπαν ότι είχε έρθει ένα φοβερό κορίτσι, που σ’ αυτήν πήγαιναν όλο μικρά αγόρια, έπαιρνε λιγότερα λεφτά και τέτοια. Πες, πες τον πείσανε και νάτος πάλι σε ένα χολ με τις κλασσικές καρέκλες και όλα να ακούγονται από τη διπλανή κρεβατοκάμαρα. Όταν βγήκε το κορίτσι, του άρεσε πολύ. Ήταν ένα πολύ όμορφο γλυκό κορίτσι, γύρω στα 18, με πράσινα μάτια και ξανθά μαλλιά. Αυτή τη φορά, παρόλο που κάτι μέσα του δυσφορούσε δεν έφυγε, γιατί ντρεπόταν τους φίλους του. Προχωρούσε στην επόμενη καρέκλα, κάθε φορά που κάποιος πήγαινε στην κρεβατοκάμαρα.  Έφτασε να τον χωρίζουν μόνο τρεις καρέκλες από την πόρτα. Το αγόρι που είχε μπει μέσα καθυστερούσε πολύ να βγει και ξαφνικά ακούστηκε η κοπέλα να φωνάζει εκνευρισμένη: «Άντε τέλειωνε (χ..ε) ρε παιδάκι  μου και περιμένει ένα κάρο κόσμος απ’ έξω!» . Κι εκείνος, σαν να τον τίναξε ηλεκτρικό ρεύμα, πετάχτηκε από την καρέκλα του και βγήκε γρήγορα έξω από το σπίτι, αδιαφορώντας για τους φίλους του που του φώναζαν να μη φύγει. Αυτή ήταν η δεύτερη και τελευταία φορά που προσπάθησε να κάνει σεξ με χρήματα.
Η νεαρή Γερμανίδα τού πίεσε ελαφρά τον μπράτσο και τον ξανάφερε στην πραγματικότητα. Όλο αυτό κράτησε μόνο λίγα δευτερόλεπτα, αλλά νόμισε ότι είχε «φύγει» πολύ ώρα. Το κορίτσι του ξαναπρότεινε να πάνε στο Ξενοδοχείο, αλλά εκείνος της απάντησε αποφασιστικά, «όχι», της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στα χείλια της κι έφυγε. Πριν στρίψει τη γωνία, γύρισε και την κοίταξε. Εκείνη ήταν εκεί ακόμα και τον παρακολουθούσε. Του χαμογέλασε, τον χαιρέτησε σηκώνοντας το χέρι της κι ύστερα έφυγε γυρίζοντάς του την πλάτη. Εκείνος, για δευτερόλεπτα, του φάνηκε σαν να τον κοίταξε το κορίτσι με τρυφερότητα και καθώς τηνέβλεπε να απομακρύνεται, ένοιωσε την καρδιά του να γεμίζει από μια απέραντη θλίψη για ‘κείνη, και τα μάτια του να γεμίζουν δάκρυα…

Το δελτίο ειδήσεων  στην τηλεόραση, πέρασε από την είδηση για τις «Γερμανίδες ιερόδουλες», σε μια έκτακτη είδηση, για την τελευταία επίσκεψη τις Τρόικας στην Ελλάδα.