Ο Παππούς του Παραμυθά

Σήμερα, θα σας πω δυο λόγια για τους … «πρόγονους» του ΠΑΡΑΜΥΘΑ, που ξαφνικά τους θυμήθηκα, γράφοντας προχθές το post για τον Λυκούργο Καλλέργη,  που ήταν Δάσκαλός μου στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.  Όπως σας έλεγα, ήταν ο μόνος Δάσκαλος που με εμπιστεύτηκε και μου έδωσε να παίξω στις Διπλωματικές εξετάσεις, το 1963, έναν γέρο!!! Το ρόλο του στρατηγού Ρεβούνωφ  Καραούλωφ, από το μονόπρακτο του Άντον Τσέχωφ, «Ο γάμος».  Σας είχα βάλει κι ένα LINK , ώστε όσοι θα θέλατε να διαβάσετε το μονόπρακτο να κάνετε κλικ και να το δείτε. Αν θέλετε, είναι ΕΔΩ.  Ο «Ρεβούνωφ Καραούλωφ», λοιπόν, ο εβδομηντάρης στρατηγός που ήταν απλώς δεύτερος καπετάνιος, είναι «ο παππούς» του ΠΑΡΑΜΥΘΑ! Χα, χα, χα… Ναι, ναι… Αυτό είναι η πρώτη φορά που το συνειδητοποίησα, αλλά έτσι είναι. Κρίμα που δεν έχω καμιά φωτογραφία. Επειδή, λοιπόν, τότε, μακιγιαριζόμαστε μόνοι μας όπως θέλαμε, κι  έπρεπε να παίξω αυτόν τον απίστευτο τρελόγερο,  πήρα μια φουντωτή περούκα με άσπρα μαλλιά, κόλλησα κι ένα  άσπρο μουστάκι, έβαλα κι ένα ζευγάρι γυαλιά κι έφτιαξα ένα χαρούμενο γέρο με ροδοκόκκινα μαγουλάκια. Τι σας θυμίζει; … Ναι. Και θέλετε τώρα, να περάσουμε από τον «παππού»  του ΠΑΡΑΜΥΘΑ, στον «πατέρα του»; Λοιπόοοον… Εννέα χρόνια μετά, το 1972, βρέθηκα μαζί με τα παιδιά του τότε ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ, να παίζουμε στο παιδικό θέατρο του θιάσου ΓΙΑΝΝΗ ΦΕΡΤΗ-ΞΕΝΙΑΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ , το έργο του Μπράιαν Γουαίην, «ΠΙΝΟΚΙΟ», από το γνωστό Ιταλικό παραμύθι του Κάρλο Κολόντι. Σ’ αυτό μου δώσανε να παίξω το ρόλο του Τζεπέτο, του «μπαμπά» του Πινόκιο.  Κι όταν ήρθε η ώρα να βρω το μακιγιάζ, μου ήρθε αμέσως στο νου ο Ρεβούνωφ Καραούλωφ. Κι επειδή ταίριαζε με διάφορα σχέδια του Τζεπέτο που είχα δει, αποφάσισα να τον κάνω έτσι. Από αυτή την παράσταση, έχω μια φωτογραφία που δεν είναι πολύ καλή, αλλά φαίνεται  η… «καταγωγή» του «Παραμυθά». Στη φωτογραφία, δεξιά ο κλόουν είναι ο Μηνάς Χατζησάβας και ο Πινόκιο που κρατάω αγκαλιά, είναι η … Λήδα Πρωτοψάλτη.

Με τη Λήδα, είχαμε παίξει πάλι σε παιδικό  θέατρο, 19 χρόνια πριν, ως μικρά παιδιά και κάναμε τα αδελφάκια. Μια φωτογραφία από εφημερίδα όπου είμαστε αγκαλιασμένοι μπορείτε να τη δείτε στο post «Το υψόμετρο». Και να κι ένα πιο κοντινό της φωτογραφίας, για να ταιριάζει καλύτερα με την παλιά που θα δείτε.

Ο «Τζεπέτο», λοιπόν, είναι ο «μπαμπάς» του «Παραμυθά» και ο «Ρεβούνωφ Καραούλωφ», ο παππούς του. Χα, χα, χα…  Και ποια είναι η «μάνα»; Μα εγώ φυσικά! Επιτέλους, γέννησα κι εγώ κάτι που το ‘χω καημό και αν υπάρχει μετενσάρκωση, την άλλη φορά θα έρθω σίγουρα ως γυναίκα που θα κάνει παιδιά, για να δω πώς είναι, γιατί μ’ έχει φάει η περιέργεια. Και τώρα, πώς «γέννησα» τον «Παραμυθά»;  Αυτό υπάρχει με πολλές λεπτομέρειες σε ένα από τα πρώτα posts που ανέβασα εδώ το 2007, το «Πέντε πράγματα για μένα», που μπορείτε μ’ ένα «κλικ» πάνω στον τίτλο, να πάτε να το δείτε. Να πω, όμως κι εδώ δυο λόγια. Η αρχική ιδέα κάποιου που να λέει παραμύθια στην τηλεόραση κατ’ ευθείαν στα παιδιά, μου είχε έρθει καθώς έλεγα παραμύθια στην κόρη μου τότε, το ’78, που ήταν τριών χρονών. Και είχα σκεφτεί, για να σπάσω την παράδοση που ήθελε το παραμύθι να το λέει παππούς ή γιαγιά – αυτή τη φορά να το πει «μπαμπάς», δηλαδή, εγώ όπως ήμουν. Ο Αλέκος ο Κυριτσόπουλος που είμαστε φίλοι και του είπα να κάνει σχέδια για την εκπομπή, μου πρότεινε να «μπαίνω» κι εγώ μέσα στα σχέδια με εφφέ. Την πρώτη φορά, όμως, που μπήκαμε στο στούντιο για γύρισμα –όπως θα δείτε στο παλιό post- το εφφέ χάλαγε αν είχα μαύρα μαλλιά και μουστάκι. Έτσι, ο «Παραμυθάς» έπρεπε να γίνει παππούς. Και τότε, σκέφτηκα τη φάτσα του «Τζεπέτο» που την είχα σκεφτεί από τη φάτσα του «Ρεβούνωφ Καραούλωφ», πήρα άσπρη περούκα, έβαψα μουστάκι και φρύδια άσπρα, έβαλα και γυαλιά… και έτσι «γεννήθηκε» ο Παραμυθάς που ξέρετε. Αυτή είναι η ιστορία της καταγωγής του «Παραμυθά» που απλώνεται σε 48 χρόνια έως σήμερα, που παίζονται ακόμα οι τελευταίες ιστορίες του στο PRISMA PLUS. Ε, και για να κλείσουμε αυτό το post μαζί του, λέω να σας ανεβάσω δύο μικρά βίντεο: Το ένα είναι η αρχή του πρώτου έγχρωμου επεισόδιου που έγινε το 1979. Το πέταγμα τότε το έκανα ξαπλωμένος σ’ έναν πάγκο — κοιτάτε το γιλέκο και τα μαλλιά και θα καταλάβετε. Όπως, προσέξτε και το «σαρδάμ» που κάνω όταν λέω το όνομά μου, που τότε δεν το πρόσεξε κανείς και τα «παίρνω» ακόμα όταν το βλέπω, 32 χρόνια μετά! Εμ… γι’ αυτό έλεγε ο Λυκούργος ο Καλλέργης ότι πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός κανείς όταν σκηνοθετεί τον εαυτό του. Ενώ στο άλλο βίντεο, τους τίτλους αρχής της τελευταίας σειράς που γυρίσαμε, σκηνοθέτης είναι άλλος, ο Κωνσταντίνος, οπότε… Άσε που πια «πετάω» στ’ αλήθεια. Κοιτάξτε πάλι το γιλέκο και τα μαλλιά – δεν είναι  μόνο θέμα τεχνολογίας…
Καλό μήνα, καλό Φθινόπωρο
Σας φιλώ.
Π.

«ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ;» (1979)

ΤΙΤΛΟΙ ΑΡΧΗΣ (2009)


 

Λυκούργος Καλλέργης


Πάνω που τέλειωνα το δεύτερο και τελευταίο μέρος του post για το Τείχος του Βερολίνου, άκουσα την είδηση ότι πέθανε ο Λυκούργος Καλλέργης. Έτσι για άλλη μια φορά θα αναβάλλω  το ανέβασμα αυτού του post, για να γράψω δυο λόγια για τον Λυκούργο Καλλέργη και να βάλω ένα μονόλεπτο απόσπασμα από κάποια ελληνική ταινία, που δεν έχω ιδέα ποια είναι, όπου ο Καλλέργης παίζει με τον Αντρέα Ντούζο. Η φωτογραφία  που διάλεξα, είναι από την εποχή που τον έβλεπα.

Ο Λυκούργος Καλλέργης ήταν ένας από τους ηθοποιούς που μου άρεσαν από μικρό παιδί που τον έβλεπα να παίζει στο θέατρο ή τον άκουγα στο ραδιόφωνο (ελληνικές ταινίες δεν έβλεπα ποτέ) και που τον είχα κατασυμπαθήσει όταν τον γνώρισα, εκεί γύρω στα δέκα μου. Γι’ αυτό και χάρηκα πολύ, όταν στην τελευταία τάξη της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου, τον είχα Δάσκαλο Υποκριτικής. Αυτός, από τους Δάσκαλους της Υποκριτικής και ο Άγγελος Τερζάκης από τους Δάσκαλους θεωρητικών, ήταν οι πιο αγαπημένοι μου  από όλους στα τρία χρόνια της Σχολής. Ο Λυκούργος ήταν ο μόνος Δάσκαλος, που δεν είχε καθόλου ύφος Δάσκαλου. Ήταν απλός και ανθρώπινος, δηλαδή κανονικός. Απ’ αυτόν έμαθα για πρώτη φορά στα είκοσί μου, ότι ο Δάσκαλος –είτε είναι Θεάτρου, είτε Ιατρικής είτε Εσωτερικής Εργασίας- είναι ένας άνθρωπος σαν το μαθητή που περπατάνε στο ίδιο μονοπάτι, το μονοπάτι της αγάπης και του πάθους γι’ αυτό που κάνουνε. Κι ο Δάσκαλος μπορεί να είναι πιο μπροστά, γιατί τον έχει περάσει από πριν αυτό το δρόμο, αλλά δεν είναι αυτός που θα δώσει την αγάπη και το πάθος στο μαθητή γι’ αυτό που θέλει να μάθει, ούτε και θα τον πάρει στους ώμους του για να τον κουβαλήσει. Απλώς δείχνει το δρόμο κι ο άλλος αν έχει την ενέργεια και τη δύναμη που δίνουν η αγάπη και το πάθος, θα περάσει το δρόμο μόνος του, έχοντας σεβασμό για το Δάσκαλό του, αλλά χωρίς να υποτάσσεται σ’ αυτόν και χωρίς να τον έχει ψυχολογικό δεκανίκι. Αργότερα στη ζωή μου, σε άλλους χώρους, συνάντησα ανθρώπους που το παίζανε Δάσκαλοι, όχι για τη χαρά αυτού που έκαναν, ούτε από αγάπη και πάθος γι’ αυτό, αλλά για να τα κονομάνε και να αντλούν απ’ αυτό δύναμη και να ασκούν εξουσία πάνω στις ψυχές άλλων ανθρώπων.
Ο Λυκούργος Καλλέργης ήταν ένας αληθινός Δάσκαλος και δεν είναι τυχαίο, που με τον ρόλο που μου έδωσε εκείνος, πήρα το ΑΡΙΣΤΑ των Διπλωματικών εξετάσεων εκείνης της χρονιάς. Ήταν ο μόνος Δάσκαλος που με εμπιστεύτηκε και μου έδωσε να παίξω έναν γέρο!!! Το ρόλο του στρατηγού Ρεβούνωφ  Καραούλωφ, από το μονόπρακτο του Άντον Τσέχωφ, «Ο γάμος». Όσοι είστε περίεργοι να το διαβάσετε κάντε κλικ  ΕΔΩ και θα το δείτε. Το βρήκα μόλις πριν λίγο στο ίντερνετ, ψάχνοντας χωρίς να έχω πολλές ελπίδες ότι θα το βρω και συγκινήθηκα!
Ο Καλλέργης, λοιπόν, μ’ εμπιστεύτηκε να μου δώσει ένα ρόλο «καρατερίστα» -όπως λέγονται αυτοί οι ρόλοι στο θέατρο- κι όχι ένα ρόλο «ζεν-πρεμιέ», που λένε, που ταίριαζε με την ηλικία μου και που ήταν το είδος των ρόλων που μου είχαν δώσει οι άλλοι τέσσερις Καθηγητές Υποκριτικής. (Χα, χα, χα… Πρώτη φορά το είδα αυτό: Άλλο Δάσκαλος, άλλο Καθηγητής. Φαντάζεστε να αποκαλούσαν τον Χριστό ή τον Βούδα ή ξέρω εγώ ποιον αυτής της κατηγορίας, «Κύριε Καθηγητά»;  Χα, χα, χα…)  Ο Δάσκαλός μου, ο Καλλέργης, λοιπόν, όχι μόνο μου εμπιστεύτηκε ένα ρόλο που μου έδωσε τη δυνατότητα να πάρω το Δίπλωμά μου με ΑΡΙΣΤΑ, που έτσι μπόρεσα να πάρω μόνος μου και τις 5.000 δρχ. που ήταν το Βραβείο τότε (το 1963, ε;) , αλλά να μου δώσει την ευκαιρία να φτιάξω τον πρόγονο του… «Παραμυθά»!!  Επειδή, όμως αυτό το post είναι αφιέρωμα στον Λυκούργο Καλλέργη, για τον πρόγονο του Παραμυθά, που του τον χρωστάω,  θα σας πω στο επόμενο post. Εδώ θα τελειώσω, ανεβάζοντας το μικρό βίντεο από μία ελληνική ταινία που σας είπα στην αρχή.
Γεια σου Λυκούργο.
Νίκος


Για τις σχέσεις

Σήμερα είχα αποφασίσει να βάλω τελικά, το δεύτερο και τελευταίο μέρος  του post για το Τείχος του Βερολίνου. Μεταφράζοντας, όμως, το βιβλίο του Κρισναμούρτι που κάνω αυτόν τον καιρό, έπεσα πάνω στην απάντηση που έδωσε όταν κάποτε τον ρώτησαν τι σημαίνουν για εκείνον οι σχέσεις των ανθρώπων. Κάποια πράγματα μου έκαναν πολύ εντύπωση, κι έτσι αποφάσισα να αναβάλω το post που σκεφτόμουν και να σας αντιγράψω εδώ μερικά αποσπάσματα, που ξεχώρισα. Οι τρεις τελείες ανάμεσα στις παρενθέσεις, σημαίνουν ότι εκεί έχει παραλειφθεί κείμενο.
Καλή εβδομάδα.
Π.

(…) Ζω σημαίνει έχω σχέσεις και χωρίς σχέσεις δεν υπάρχει ζωή. (…) Η σχέση δύο ανθρώπων δημιουργεί την κοινωνία· η κοινωνία δεν είναι ανεξάρτητη από σένα κι εμένα. Η μάζα δεν είναι από μόνη της μια ξεχωριστή οντότητα, αλλά εσύ κι εγώ με τη σχέση μας ανάμεσά μας δημιουργούμε τη μάζα, την ομάδα, την κοινωνία. Σχέση είναι η επίγνωση της αλληλοσύνδεσης δύο ανθρώπων. (…) Τι είναι αυτό που ονομάζετε οικογένεια; Προφανώς είναι μια σχέση οικειότητας, επικοινωνίας. Στην οικογένειά σας, στη σχέση σας με τη γυναίκα σας, με τον άνδρα σας, υπάρχει επικοινωνία; Σίγουρα, αυτό είναι εκείνο που εννοούμε με τη σχέση, έτσι δεν είναι; Σχέση σημαίνει επικοινωνία χωρίς φόβο, ελευθερία κατανόησης του ενός από τον άλλον, άμεση επικοινωνία. Προφανώς, αυτό σημαίνει σχέση — να έχεις επικοινωνία με έναν άλλον. Έχετε, όμως; Έχετε επικοινωνία με τη γυναίκα σας, με τον άντρα σας; Ίσως να έχετε στο σωματικό επίπεδο, αλλά αυτό δεν είναι σχέση. Εσείς και η γυναίκα σας ζείτε στις αντίθετες  πλευρές ενός τοίχου απομόνωσης, έτσι δεν είναι; Έχετε τις δικές σας επιδιώξεις, τις δικές σας φιλοδοξίες και εκείνη έχει τις δικές της. Ζείτε πίσω από τον τοίχο και καμιά φορά κοιτάτε ο ένας τον άλλον πάνω από την κορφή του — και αυτό το λέτε σχέση. Είναι γεγονός αυτό, δεν είναι; Μπορείτε  να το απαλύνετε, να το μαλακώσετε, να μεταχειριστείτε άλλες λέξεις για να το περιγράψετε, αλλά το γεγονός είναι αυτό: εσείς και ένας άλλος άνθρωπος ζείτε σε απομόνωση, και αυτή τη ζωή μέσα στην απομόνωση την ονομάζετε σχέση.
Αν υπάρχει πραγματική σχέση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, που σημαίνει ότι υπάρχει επικοινωνία μεταξύ τους, τότε οι διαφορές  αυτής της σχέσης από την άλλη,είναι τεράστιες. Τότε δεν υπάρχει απομόνωση· υπάρχει αγάπη και όχι ευθύνη ή καθήκον — όσοι βρίσκονται απομονωμένοι πίσω από τον τοίχο τους, είναι εκείνοι που μιλούν για καθήκον και για ευθύνη. Ο άνθρωπος που αγαπάει δεν μιλάει για ευθύνες, αγαπάει. Οπότε, μοιράζεται με κάποιον άλλον την χαρά του, τη λύπη του, τα χρήματά του. Είναι έτσι οι οικογένειές σας; Υπάρχει άμεση επικοινωνία με την γυναίκα σας, με τον άντρα σας, με τα παιδιά σας; Προφανώς όχι. Οπότε η οικογένεια για σας τον άντρα, είναι απλώς μια δικαιολογία για να συνεχίσετε το όνομα ή την παράδοση της οικογένειάς σας, για να σας δώσει εκείνο που θέλετε, σεξουαλικά, ψυχολογικά, οικονομικά. Και για τις γυναίκες υπάρχουν τα ανάλογα. Η οικογένεια χρησιμεύει, επίσης, σαν μέσο ικανοποίησης. (…) Έτσι, ψάχνουμε να βρούμε τη σχέση όπου θα υπάρχει αμοιβαία ευχαρίστηση, αμοιβαία  ικανοποίηση· κι όταν δεν βρίσκεις αυτή την ευχαρίστηση, αλλάζεις σχέση. Κι αν είσαι παντρεμένος παίρνεις διαζύγιο ή μένεις μαζί με τον άλλον, αλλά αναζητάς ικανοποίηση κι αλλού ή πάλι περνάς από τη μια σχέση στην άλλη μέχρι να βρεις εκείνο που ζητάς, δηλαδή: ικανοποίηση, ευχαρίστηση και μια αίσθηση προστασίας καλοπέρασης και ασφάλειας. (…) Όταν αυτή η ασφάλεια γίνει αβέβαιη, αρχίζεις να ζηλεύεις, να γίνεσαι βίαιος, να γίνεσαι κτητικός και λοιπά. Έτσι οι σχέσεις καταλήγουν πάντα σε κτητικότητα, σε επίκριση, σε απαιτήσεις αυτοεπιβεβαίωσης για ψυχολογική ασφάλεια, για καλοπέραση και ικανοποίηση· και, φυσικά,  σ’ όλα αυτά δεν υπάρχει αγάπη.
Μιλάμε για αγάπη, μιλάμε για ευθύνη, για καθήκον, αλλά στην πραγματικότητα δεν υπάρχει αγάπη. Οι σχέσεις μας βασίζονται στην ικανοποίηση και το αποτέλεσμα, το βλέπουμε στον σημερινό μας πολιτισμό. Ο τρόπος που μεταχειριζόμαστε τη γυναίκα μας, τον άντρα μας, τα παιδιά μας, τους γείτονές μας, τους φίλους μας, είναι μια ένδειξη ότι στις σχέσεις μας δεν υπάρχει πραγματικά καθόλου αγάπη. Υπάρχει απλώς μια αμοιβαία αναζήτηση ικανοποίησης. (…) Σε τελευταία ανάλυση, στην αγάπη δεν υπάρχει θέμα σχέσης — υπάρχει; Μόνο όταν αγαπάς, αλλά περιμένεις ανταπόδοση της αγάπης σου, δημιουργείται σχέση. Όταν αγαπάς αληθινά, δηλαδή όταν δίνεις κάπου τον εαυτό σου εντελώς, ολοκληρωτικά, χωρίς να περιμένεις ανταπόδοση, τότε δεν υπάρχει σχέση.
Αν αγαπάς αληθινά, όταν υπάρχει τέτοια αγάπη, τότε είναι κάτι το θαυμάσιο. Σε μια τέτοια αγάπη δεν υπάρχει προστριβή, δεν υπάρχει ο ένας και ο άλλος, υπάρχει πλήρης ενότητα. Είναι μια κατάσταση ενοποίησης, μία ολοκληρωμένη ύπαρξη· δεν υπάρχουν δύο που έχουν σχέση. Υπάρχουν τέτοιες στιγμές, τέτοιες σπάνιες, ευτυχισμένες, χαρούμενες στιγμές, όπου υπάρχει πλήρης αγάπη, πλήρης επικοινωνία. Αλλά εκείνο που συμβαίνει συνήθως είναι ότι δεν είναι η αγάπη που έχει σημασία αλλά ο άλλος, το αντικείμενο της αγάπης γίνεται σημαντικό· εκεί όπου δίνεται η αγάπη μας αποκτά σημασία και όχι η ίδια η αγάπη. (…) Η αγάπη είναι ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα που υπάρχουν για να  κατανοήσει κανείς. Δεν μπορεί να έρθει από λογική ανάγκη, δεν μπορεί να κατασκευασθεί με διάφορα μέσα και με διάφορες μεθόδους και πειθαρχίες. (…) Έχουμε στιγμές που πράγματι αγαπάμε, όταν δεν υπάρχει σκέψη, δεν υπάρχει κίνητρο, αλλά αυτές οι στιγμές είναι πολύ σπάνιες. Και επειδή ακριβώς είναι σπάνιες, κολλάμε στην ανάμνησή τους και έτσι δημιουργείται ένας φράχτης ανάμεσα στη ζωντανή πραγματικότητα και στις δραστηριότητες της καθημερινής μας ζωής. (…)

Τι κάρμα κι αυτό!

Εντάξει, ψήθηκα. Κάτι το σχόλιο του Παπαστρατή, κάτι μερικά μέιλ που πήρα, αποφάσισα να γράψω το δεύτερο και τελευταίο μέρος από την επίσκεψή  μου στο Ανατολικό Βερολίνο, που άρχισα στο post για το Τείχος. Όμως σήμερα, θυμήθηκα κάτι που είχα πει όταν ήμουν δέκα χρονών και είναι σαν ανέκδοτο, και που ο πατέρας μου το έλεγε χρόνια μετά καμαρώνοντας για το χιούμορ του γιου του.

Στο σπίτι μας,  λοιπόν, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, άκουγα -εκτός από τα ελληνικά- να μιλάνε Γαλλικά και Τούρκικα. Γαλλικά μιλούσε ο πατέρας μου με τη μάνα του, τη γιαγιά μου, που δεν πολυχώνευε τη μάνα μου και για να της τη μπαίνει, μιλούσε όταν ερχόταν σπίτι γαλλικά στον πατέρα μου που εκείνη δεν καταλάβαινε λέξη. Κι εκείνη, όμως, το ανταπέδιδε μιλώντας Τούρκικα με τις αδελφές της και τα ξαδέλφια της, αφού ήταν από την Κωνσταντινούπολη. Κι επειδή με τσάντιζε που δεν καταλάβαινα τίποτα, αντιπάθησα από τότε και τις δύο γλώσσες. Στο Γυμνάσιο, ο χαμηλότερος βαθμός μου, ο μόνος κάτω από τη βάση, ήταν στα Γαλλικά, παρ όλη τη Δασκάλα που μου είχαν στο σπίτι!
Ύστερα από χρόνια, στα σαράντα μου, παντρεύτηκα γυναίκα μισή Γαλλίδα, με γιο Γάλλο, που στο σπίτι μιλούσαν όλοι Γαλλικά, όπως κι όταν πηγαίναμε στα πεθερικά μου. Ε, ακόμα και αν καταλάβαινα αρνιόμουνα να το παραδεχτώ και κυρίως να μιλήσω. Αλλά τι κάρμα κι αυτό με τα γαλλικά! Πριν λίγες μέρες, πήγαμε τον Αλέξανδρο και την Ίριδα στις κούνιες, εδώ στη Σκιάθο.

Από εκεί είναι η φωτογραφία που βλέπετε. Και τα δύο παιδιά,  λοιπόν, με τον μπαμπά τους και τη γιαγιά τους μιλάνε Γαλλικά, αφού πάνε και σε Γαλλικό σχολείο! Καλά που είναι κι η μάνα τους και λέω και καμιά κουβέντα.
Εκεί είναι που θυμήθηκα αυτή τη σκηνή, όταν ήμουν μικρός, και σκέφτηκα να την ανεβάσω εδώ. Αλλά μετά, ως  συνήθως, κάτι το Τείχος κάτι η γιορτή της Μαρίας, το ξέχασα. Μέχρι πριν λίγο, που καθόμαστε στη βεράντα κι ήρθε ο Αλέξανδρος κι έπιασε τα Γαλλικά με τη γιαγιά του. Ε, επιτόπου, σταμάτησα αυτό που έγραφα και έγραψα ετούτο το post, για να σας πω αυτή την ιστορία, που είναι αληθινή ιστορία από τη ζωή μου – που λέει κι ο «Παραμυθάς», όχι παραμύθια.
Ήταν μια Κυριακή μεσημέρι, εκεί γύρω στα δέκα μου, που είχαν έρθει να φάνε στο σπίτι μας οι δύο αδελφές της μητέρας μου, οι άντρες τους – όλοι Κωνσταντινοπολίτες – κι η γιαγιά μου. Όσο πέρναγε η ώρα, όλο και περισσότερο μιλάγανε Τούρκικα, ώσπου στο τέλος έπαψαν εντελώς να μιλάνε ελληνικά και η γιαγιά μου με τον πατέρα μου πιάσανε τα Γαλλικά. Δεν καταλάβαινα τίποτα και φυσικά δεν άρθρωσα λέξη. Ώσπου κάποια στιγμή, δεν ξέρω πώς μου ήρθε και με πολύ σοβαρό ύφος, κουνώντας το κεφάλι μου τους είπα: «Καλά που υπάρχουν και τα ελληνικά στον κόσμο, γιατί θα ήμουνα μουγκός»!  Στην αρχή μόνο ο πατέρας μου το ‘πιασε και τους το ξανάπε, οπότε γέλασαν όλοι και βέβαια, εκείνο το μεσημέρι δεν ξαναμίλησε κανείς τίποτε άλλο από ελληνικά.
Καλό Σαββατοκύριακο.
Π.

Πανσέληνος με «Νυχτερινό» του Chopin

Κανονικά, σήμερα έπρεπε να ανεβάσω το δεύτερο και τελευταίο μέρος του post για την επίσκεψή μου στο Ανατολικό Βερολίνο, αλλά άρχισα να το γράφω και δεν μου μοιάζει να έχει και πολύ ενδιαφέρον από ‘δω και πέρα. Τελικά νομίζω ότι όλο αυτό το post έγινε για να θυμηθώ ότι η πρώτη φορά που σκέφτηκα την ιστορία της χώρας των κατσούφηδων, ήταν πριν 45 χρόνια στο Βερολίνο. Οπότε και την επέτειο που χτίστηκε το Τείχος του Βερολίνου την θυμηθήκαμε και το επεισόδιο του ΠΑΡΑΜΥΘΑ για τη «Χώρα των Κατσούφηδων», που δεν έχει ανέβει ακόμα στο Paramithas.tv  το ανέβασα εδώ κα το είδατε. Ε, αρκετά. Σήμερα, λοιπόν, λέω να σας ανεβάσω ένα μικρό βίντεο που γύρισα προχθές στην πανσέληνο, σαν εικόνα για να σας βάλω ν’ ακούσετε ένα μουσικό κομμάτι που μ’ αρέσει πολύ. Σήμερα, μοντάρισα τα 27 λεπτά που γύρισα καθώς το φεγγάρι άρχισε να ανεβαίνει, με φως ημέρας ακόμα, μέχρι που έφτασε ψηλά, σε 2.30΄ . Έχει βέβαια μερικά  ψιλολάθη το μοντάζ, αλλά με τον Αλέξανδρο να γυρνάει γύρω μου φωνάζοντας, «παππουνίκο , παππουνίκο, γιατί δουλεύεις όλη την ώρα;»  τι να κάνω κι εγώ!  (Είδατε τι φατσούλα έχει στο προηγούμενο ποστ). Τώρα: το μουσικό κομμάτι που θέλω να ακούσετε, και που γι’ αυτό έγινε όλη η ιστορία, είναι ένα από τα εννιά Nocturnes (Νυχτερινά) κομμάτια για πιάνο του Chopin. Αυτά τα κομμάτια είναι από τα πολύ αγαπημένα μου και καθώς υπάρχουν μέσα στο κομπιούτερ μου, είναι από εκείνα που ακούω όταν δουλεύω. Αυτό που θ’ ακούσετε, αν δεν βαρεθείτε, είναι δυόμιση λεπτά από το Nocturne in  C Minor και παίζει ένας εξαιρετικός πιανίστας, ο Vladimir Ashkenazy.
Καλό βράδυ
Φιλιά
Π.

 

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΑΡΙΑ

Κανονικά για σήμερα είχα έτοιμο το δεύτερο μέρος του προηγούμενου post  για το Τείχος του Βερολίνου, αλλά θα το αναβάλλω για μια μέρα επειδή θέλουμε να πούμε χρόνια πολλά, εγώ στην κόρη μου και τα παιδιά στη θεία τους τη Μαρία, φορώντας τα T-SHIRTS  που μας έφερε δώρο από τις Ινδίες.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΜΑΡΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΦΙΛΙΑ.
Νίκος, Αλέξανδρος, Ίρις.

Υ.Γ. Χρόνια πολλά και σε όλες τις φίλες και όλους τους φίλους του blog που γιορτάζουν σήμερα και που είναι περισσότεροι από όσοι νομίζουμε. Ξέρετε όλα  τα ονόματα που γιορτάζουν; Αν, όχι δείτε τα εδώ, βαλμένα με αλφαβητική σειρά.
Π.

Δέσποινα, Δέσπω, Δεσποίνου, Δεσποινιώ, Ντέπη, Πέπη, Ζέπω, Πιπίνα, Ελώνα, Ελλώνα, Ελόνα, Θεοτόκης, Θεοτοκία, Κρυστάλλω, Κρουστάλλω, Κρουστάλω, Κρυσταλία, Κρυσταλλία, Κρουσταλένια, Κρίστι, Κρύστα, Μαρία (για παντρεμένες γυναίκες), Μάριος, Μάρω, Μαριώ, Μαριωρή, Μαρίκα, Μαριγώ, Μαριγούλα, Μαρούλα, Μαρίτσα, Μανιώ, Μαριέττα, Μαρούσα, Μάρσια, Μαργέτα, Μαριέττα, Μαργετίνα, Μιρέλλα, Μυρελλα, Μιρέιγ, Μιρέϊγ, Μιρεϊγ, Παναγιώτης, Πάνος, Πανούσος, Παναγής, Πανάγος, Γιώτης, Πανίκος, Παναγιώτα, Γιώτα, Παναγιούλα, Γιούλα, Παναγούλα, Πάνη, Τότα, Τούλα, Πρέσβεια, Πρεσβεία, Συμέλα, Σιμέλα, Σουμελά, Γεσθημανή, Ιεσθημανή, Γεθσημανή, Μαρινίκη, Καθολική, Ηλιοστάλακτη

Το Τείχος του Βερολίνου.

Τον Μάρτιο του 1966, σπούδαζα θέατρο στην Αγγλία, όταν ξαφνικά, καθώς σε δυο μήνες θα ξαναγύριζα οριστικά στην Ελλάδα, ήθελα πάρα πολύ να  έχω δει παραστάσεις στο θέατρο που είχε ιδρύσει ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, το” Berliner Ensseble”. Αν το έλεγα στους γονείς μου δεν θα με άφηναν να πάω μετά , κι έτσι, μόλις ήρθαν τα χρήματα του μήνα, έβγαλα ένα αεροπορικό εισιτήριο με επιστροφή  για το Βερολίνο κι έκλεισα ένα δωμάτιο σε μια πανσιόν, Pension Luise, στην Kurfürstendamm  Strasse .  Επειδή ήμουν από τη Δύση, ναι μεν επιτρεπόταν να επισκέπτομαι για μέρα το Ανατολικό  Βερολίνο, αλλά δεν μπορούσα να μείνω εκεί. Απαγορευόταν η διαμονή Δυτικών. Είναι εντυπωσιακό, λοιπόν,  πόσο καθαρά θυμήθηκα και την παραμικρή λεπτομέρεια από εκείνη την περίοδο!
Έφτασα, λοιπόν, στο Δυτικό Βερολίνο κι αμέσως  άρχισα να οργανώνω το πήγαινε – έλα στο Ανατολικό Βερολίνο, αφού εκεί βρισκόταν το Θέατρο του Μπρεχτ,  γιατί αυτό δεν ήταν απλή υπόθεση, αφού υπήρχε το Τείχος του Βερολίνου, που χώριζε το Ανατολικό, το Κομμουνιστικό δηλαδή, από το Δυτικό. Το Τείχος είναι η αιτία αυτού του post σήμερα, γιατί πριν λίγο, ανοίγοντας την εφημερίδα έπεσα πάνω στην είδηση ότι σαν σήμερα, 13 Αυγούστου,  πριν πενήντα χρόνια,  το 1961, χιλιάδες στρατιώτες και αστυνομικοί του Κομμουνιστικού Καθεστώτος, σφράγισαν τα σημεία περάσματος από το Ανατολικό στο Δυτικό Βερολίνο. Ήταν η πρώτη κίνηση για την ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου, που έγινε λίγο αργότερα  και κόστισε τη ζωή τουλάχιστον σε 136 ανθρώπους που προσπάθησαν να ξεφύγουν, αν και όπως εκτιμούν κάποιοι ο πραγματικός αριθμός που δεν θα μαθευτεί ποτέ, είναι αρκετές εκατοντάδες. Στις 24 Αυγούστου του 1961 δολοφονήθηκε από τους Ανατολικογερμανούς στρατιώτες, ο πρώτος που προσπάθησε να ξεφύγει, ενώ στις 6 Φεβρουαρίου του 1989 (!), ο τελευταίος. Αν δεν έκαναν το Τείχος τότε, μετά από λίγο καιρό δεν θα είχε μείνει κανένας Γερμανός εκεί, γιατί οι κάτοικοι του Ανατολικού Βερολίνου, πέρναγαν σιγά σιγά στο Δυτικό. Όπως ξέρετε, μία από τις μεγαλύτερες αθλιότητες στην ιστορία της ανθρωπότητας, ήταν η μοιρασιά που έκαναν οι Ρώσσοι με τους Αμερικανούς, της Γερμανίας και των συμμάχων της στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, που τον είχαν χάσει κι έπρεπε να τιμωρηθούν! Γι’ αυτό κι όλο αυτό το τερατούργημα του  «Ανατολικού Μπλοκ», διαλύθηκε πριν περάσει στον 21ο αιώνα. Ουπς!… Ξέφυγα! Είναι γιατί αυτές τις μέρες μεταφράζω ένα κείμενο του  Άλντους  Χαξλεϋ, εισαγωγή σε ένα βιβλίο του Κρισναμούρτι που ήταν φίλος του, και μιλάει για τη δύναμη που έχουν οι ιδέες και τα σύμβολα. Λοιπόοον…
Λίγο πριν πάω στο Βερολίνο, είχα δει μια ταινία με τον Ρίτσαρντ Μπάρτον  που λεγόταν, «Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο» κι, ένα μέρος της είχε γυριστεί στο Τείχος του Βερολίνου που με είχε εντυπωσιάσει. Έτσι, παρ’ όλο που όλοι με είχαν συμβουλεύσει να περνάω από το Δυτικό στο Ανατολικό με τον υπόγειο σιδηρόδρομο, εγώ ήθελα να περάσω από το Τείχος. Κι έτσι, την άλλη μέρα, πήρα ένα ταξί και να’ μαι μπροστά στο Τείχος  από τη Δυτική του πλευράααα…  Εκεί υπήρχαν τρία Φυλάκια Ελέγχου: Το Αμερικάνικο, το Ρώσικο και το Αγγλικό. (Οι τρεις «μεγάλοι» σύμμαχοι στον πόλεμο). Έβγαλα το διαβατήριό μου και διάλεξα να πάω στο Αγγλικό. Το έδειξα στον στρατιωτικό που ήταν εκεί, αλλά εκείνος με ένα ύφος ανωτερότητας, χωρίς καν να το κοιτάξει μου είπε: «Εμείς δεν κάνουμε έλεγχο, μόνο οι Ανατολικογερμανοί κάνουν». «Προφανώς» σκέφτηκα «αφού από ‘δω δεν το σκάει κανείς για να πάει εκεί». Αργότερα έμαθα ότι οι Ρώσοι τα ελέγχανε τα διαβατήρια!  Πέρασα, λοιπόν από το Αγγλικό φυλάκιο και βρέθηκα μπροστά στο Γερμανικό. Εκεί ήταν μια Γερμανίδα αξιωματικός, πάνχοντρη, που μόλις της έδωσα το διαβατήριο το πήρα αμέσως και άρχισε να το εξετάζει  προσεχτικά, σελίδα-σελίδα. Ξαφνικά, σταματάει και μου λέει αυστηρά: «No good, no good…». Πάγωσα! Αμέσως μου εξήγησε ότι ενώ υπάρχει η υπογραφή μου στα Ελληνικά, εκεί όπου έλεγε το Διαβατήριο, ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΚΑΤΟΧΟΥ, δεν υπήρχε η υπογραφή μου εκεί όπου έλεγε, SIGNITURE OF BEARER. Τα ‘χασα! Είχα περάσει από τον έλεγχο στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, από τον έλεγχο του Heathrow μπαίνοντας στην Αγγλία και ξανά από ‘κει βγαίνοντας για Βερολίνο, που στο αεροδρόμιό του πέρασα ένα τέταρτο έλεγχο και δεν το είχε προσέξει κανείς, κι αυτή τώρα!… «Δεν θα πρέπει να περνάνε και πολύ καλά εδώ πέρα…» ξανασκέφτηκα. Υπέγραψα, λοιπόν, μπροστά της, μου έδωσε ένα άλλο χαρτί με το όνομά μου και σφραγίδες, κάτι σαν βίζα και πέρασα. Στο Τείχος, υπήρχε ένας μεγάλος, μακρύς και φαρδύς,  διάδρομος ανάμεσα στο Δυτική πλευρά και στην Ανατολική. Στη μέση, ήταν χωρισμένος με συρματόπλεγμα στην πλευρά απ’ όπου έμπαινες  στο Ανατολικό και στην άλλη απ’ όπου έβγαινες. Πρόσεξα καθώς περπατούσα, ότι ενώ στην πλευρά όπου περπατούσα δεν υπήρχε καμιά φύλαξη, στην άλλη υπήρχαν ψηλά, σε όλο το μήκος, ξύλινα φυλάκια με στρατιώτες που κρατούσαν πολυβόλα γυρισμένα προς τα κάτω, έτοιμα να ρίξουν. «Για να μη βγει κανείς από το Ανατολικό», σκέφτηκα  κι ένοιωσα δυσφορία, γιατί  συνειδητοποίησα ότι το βράδυ θα έβγαινα από εκείνη τν πλευρά. Μετά από 5-10 λεπτά περπάτημα, έφτασα στο άλλο φυλάκιο, ξανάγινε έλεγχος, σφραγίστηκε το χαρτί που μόλις πριν μου είχαν δώσει και μπήκα στο Ανατολικό Βερολίνο. Έμπαινες κατ’ ευθείαν στην πόλη και κοιτάζοντας τον χάρτη που είχα αγοράσει, είδα ότι ήταν εύκολο να βρω το θέατρο του Μπρεχτ και μια και ήταν μέρα ακόμα και είχα έρθει νωρίς  αποφάσισα να πάω περπατώντας.  Η πόλη ήταν γεμάτη, από κόσμο που πηγαινοερχόταν, μαγαζιά που μπαινόβγαινε κόσμος, εδώ κι εκεί παγκάκια που κάθονταν ηλικιωμένοι, κάποιοι άλλοι που χάζευαν σε μια ωραία παλιά γέφυρα, ένα λεωφορείο που κατέβηκε κόσμος και άλλοι που περίμεναν υπομονετικά στη στάση, ένα ωραίο μικρό πάρκο που κάθονταν διάφοροι στα παγκάκια και παιδιά που έπαιζαν… Κάτι είχε αρχίσει να μην μου πηγαίνει καλά! Δεν καταλάβαινα όμως τι. Και ξαφνικά, εκεί στο πάρκο το ‘πιασα. Όση ώρα περπάταγα στην πόλη, πάνω από μισή ώρα, δεν είχα δει ούτε έναν άνθρωπο να χαμογελάει! Δεν είχα δει ποτέ μου τόσους πολλούς ανθρώπους  με μια τέτοια έκφραση δυστυχίας! Ήταν όλοι τους κατσουφιασμένοι!…
Εδώ σταμάτησα να γράφω για λίγο. Ξαφνικά, την ώρα που έγραφα  την τελευταία φράση, θυμήθηκα ότι τότε ήταν, στη πρώτη βόλτα στο Ανατολικό Βερολίνο, που μου πρωτομπήκε η ιδέα, να γράψω μια ιστορία για μια χώρα που να ήταν όλοι κατσουφιασμένοι! Τότε, όμως, ήμουν ακόμα 23 χρονών και ούτε καν το ημερολόγιό μου δεν είχα αρχίσει να γράφω. Έτσι η ιστορία δεν γράφτηκε ποτέ, μέχρι  που κάποια στιγμή, έγραψα ένα επεισόδιο για την εκπομπή του «Παραμυθά»,  με τίτλο, «Η χώρα των κατσούφηδων»!  Απίστευτο! Έχω συγκινηθεί τρομερά! Πρώτη φορά συνειδητοποίησα ότι η ιδέα της «Πόλης των Κατσούφηδων», μου είχε μπει στο νου το 1963, περπατώντας στους δρόμους του Ανατολικού Βερολίνου! Πω, πω, πω… Λοιπόν: Επειδή παραέγινε «σεντόνι»  αυτό το ποστ, θα το σταματήσω εδώ και θα γράψω κι ένα δεύτερο μέρος, βάζοντας ό,τι  είχα αρχικά σκεφτεί. Σήμερα, εδώ, για τα 50 χρόνια  από τότε που έγινε το Τείχος του Βερολίνου, θα ανεβάσω το επεισόδιο, «Στη χώρα των Κατσούφηδων», για να γιορτάσουμε, βέβαια, το γκρέμισμα του Τείχους. Όσοι δείτε το επεισόδιο, να σκέφτεστε και την συμβολική του πλευρά.
Σας φιλώ πολύ.
Π.

Με τα παλιά παραμύθια

Σήμερα τ’ απόγευμα, βλέποντας ένα από τα επεισόδια του «ΠΑΡΑΜΥΘΑ»  σε επανάληψη (για τρίτη φορά) στο PRISMA PLUS, θυμήθηκα τους φίλους και τις φίλες μου στο ΤΕΕ Κωφών και Βαρήκοων  και σκέφτηκα να το ανεβάσω εδώ για όσους άρχισαν από τότε να μπαίνουν στο blog μου, αναβάλλοντας το post που είχα ετοιμάσει. Το επεισόδιο αυτό, με τη νοηματική διερμηνεία, είναι εκείνο με την «επίσκεψη» του Παραμυθά στα παλιά παραμύθια. Αν ξέρετε κάποια παιδιά με πρόβλημα ακοής, ειδοποιήστε τα να το δουν.
Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ.
Π.


Διακοπή

Εδώ και μια εβδομάδα σχεδόν, από την περασμένη Παρασκευή, με τριγυρνάει να γράψω ένα post που όλο και το αποφεύγω, γιατί μου μοιάζει κάπως παράξενο κι ούτε κι εγώ καταλαβαίνω τι είναι όλο αυτό. Αλλά σήμερα αποφάσισα να το γράψω, βάζοντας και διάφορες φωτογραφίες για να το αλαφρύνω, κι ίσως έτσι ξεκαθαρίσει μέσα μου.
Την περασμένη εβδομάδα, λοιπόν, έκανα ένα γρήγορο πήγαινε – έλα στη Σκιάθο, από Τρίτη έως Παρασκευή, για να περάσω λίγες μέρες με το γιόκα μου και τη Μαρία του, (όχι «μου», αυτή είναι στα Χανιά, είπαμε), που δεν το βλέπω να ξανασυναντιόμαστε όλο το καλοκαίρι. Εκείνος είχε πάει με τη μοτοσυκλέτα του στο νησί κι εγώ με το αυτοκίνητό μου έως τον Άγιο Κωνσταντίνο και μετά με το «Ιπτάμενο Δελφίνι» στη Σκιάθο. Ας βάλω σ’ αυτό το σημείο την αγαπημένη μου θέα από το σπίτι, που την ξαναέβγαλα για εκατοστή φορά με το κινητό.

Θα φεύγαμε από τη Σκιάθο για Αθήνα την Παρασκευή, αλλά την Πέμπτη τα ‘φτυσε η μηχανή του και το συνεργείο στη Σκιάθο δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα. Έτσι, τηλεφωνήσαμε στην Ε.Λ.Π.Α να στείλει να την πάρει από τον Άγιο Κωνσταντίνο, την ώρα που θα φτάναμε με το Ferry Boat, κι ύστερα και οι τρεις μας θα γυρνάγαμε με το αυτοκίνητό μου. Όλα πήγαν μια χαρά μέχρι τη στιγμή που φορτώθηκε η μηχανή στο φορτηγό, όπως βλέπετε εδώ.

Εκείνη τη στιγμή, που είχε φορτωθεί η μοτοσυκλέτα κι ετοιμαζόμαστε να πάμε στο αυτοκίνητό μου, ανοίγω την τσάντα μου να πάρω το κλειδί κι ανακαλύπτω ότι το έχω αφήσει στο σπίτι στη Σκιάθο! Ίσως θα αναρωτηθείτε για ποιο λόγο έβγαλα το κλειδί από τη τσάντα, αφού δεν είχα το αυτοκίνητο εκεί. Σατανικό! Τα είχα βγάλει γιατί τα έχω περάσει σε ένα εξαιρετικό μικρό φακό, που τον χρησιμοποιούσα τη νύχτα! Τελικά, ύστερα από ένα πρώτο σπάσιμο νεύρων και μετά από διάφορα σχέδια που κάναμε, αποφασίσαμε να φύγουν τα παιδιά με το λεωφορείο κι εγώ μείνω σε ξενοδοχείο στον Άγιο Κωνσταντίνο, όπου το επόμενο πρωί, θα μου έφερνε το κλειδί η ανιψιά μου, που έτσι κι αλλιώς θα ερχόταν με το πρώτο Δελφίνι.
Κι εδώ αρχίζει η … «διακοπή» που λέει ο τίτλος.
Μόλις μπήκα στο δωμάτιο του Ξενοδοχείου, έβγαλα το laptop για να δω τα mail μου κι εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιώ ότι δεν έχω τροφοδοτικό μαζί μου και η μπαταρία είχε τελειώσει στο Ferry Boat, που στις δυόμιση ώρες ταξιδιού δούλευα με το κομπιούτερ! «Ωχ», σκέφτηκα, «και δεν έχω και κάνα βιβλίο μαζί μου να διαβάσω». Βγάζω το κινητό να πάρω τον Κωνσταντίνο να του το πω και βλέπω ότι έχει κλείσει κι αυτό, γιατί έχει τελειώσει η μπαταρία του και δεν έχω επίσης το τροφοδοτικό του! Χα, χα, χα… Γκαντεμιά! (Πού το πάω; Θα δείτε). Κατέβηκα στη reception και ευτυχώς είχανε το τροφοδοτικό που ταίριαζε στο κινητό μου. Το πήρα κι ανέβηκα για να το «φορτώσω». Καθώς ήταν μέρα, κάθισα λίγο στη βεράντα να δω τη θάλασσα, μπροστά, και κοιτάζοντας τη θάλασσα, έσβησε η ένταση της τελευταίας ώρας.

Όταν μετά από κάνα μισάωρο «γέμισε» η μπαταρία του κινητού, πήρα μια φίλη μου που τα καλοκαίρια μένει εκεί και κανόνισα να βρεθώ μ’ εκείνη και το φίλο της να φάμε σε μια ταβέρνα στο λιμάνι. Μετά τη πολύ συμπαθητική βραδιά με κουβέντα και φαί, έκανα μια βόλτα στην παραλία, κι ανέβηκα στο δωμάτιό μου, για να δω τις Ειδήσεις των δώδεκα. Κι εκεί ανακάλυψα ότι δεν μου είχαν δώσει μαζί με τα κλειδιά του δωματίου το control της τηλεόρασης. «Τρίτωσε», που έλεγε κι η μάνα μου. Έτσι ξανακάθισα στη βεράντα χαζεύοντας για αρκετή ώρα τη θάλασσα και το αραγμένο Ferry Boat. Μια ησυχία απλώθηκε μέσα μου…

Σ’ εκείνες τις στιγμές, αλλά και την άλλη μέρα το πρωί, οδηγώντας από τον Άγιο Κωνσταντίνο στο σπίτι μου, έβλεπα  μέσα μου αυτά που αποφάσισα να σας γράψω απόψε εδώ.

Τελικά, νομίζω ότι είναι ουσιαστικό κάποιες φορές να κάνεις διακοπές — λάθος: όχι «διακοπές», διακοπή είναι η καλύτερη λέξη. Στις διακοπές σταματάς αυτό που κάνεις, αλλά για να κάνεις κάτι άλλο· εδώ, όμως, εννοώ να μην κάνεις τίποτα. Νοιώθω ότι είναι ουσιαστικό μερικές φορές να γυρίζεις τον «διακόπτη» μέσα σου και να σταματάς όλα όσα κάνεις, όσα σε πιέζουν, όσα λαχταράς, όσα νοιώθεις, όσα σκέφτεσαι, όσα πέρασες κι όσα σχεδιάζεις να κάνεις· να σταματάς τα πάντα – μέσα σου κι έξω σου – και ν’ αφήνεις να φυσήξει φρέσκος αέρας στο νου σου. Να αφήνεις ν’ απλώνεται μέσα σου μια μοναχικότητα, που ενώ εξακολουθείς να αγαπάς τους ανθρώπους σου, δεν έχεις καμιά ψυχολογική εξάρτηση από κανέναν τους. Είναι αλήθεια, ότι έτσι δημιουργείται ένα κενό που σε κάνει να νοιώθεις κάποια ανασφάλεια. Αλλά όταν έρχεται αυτό το κενό μέσα σου – και δεν εννοώ το «κενό» με την έννοια «αυτός είναι κενός άνθρωπος», που λέμε για κάποιον αναίσθητο κι αδιάφορο, όχι αυτό το κενό, αλλά ένα κενό που δημιουργείται όταν σταματάει κάθε σκέψη και κάθε συναισθηματισμός – όχι εκείνη η βαθιά και λεπτή ευαισθησία, που δεν έχει κανένα συναισθηματισμό και τίποτα το ρομαντικό. Όταν γίνεται αυτό, τότε ο νους και η καρδιά ανοίγουν σε κάτι μυστήρια πράγματα της φύσης που ψιθυρίζουν γύρω μας και που αλλιώς δεν μπορούμε να τα πάρουμε χαμπάρι, δεν μπορούμε να τ’ αγγίξουμε. Δεν μπορούμε ν’ αγγίξουμε εκείνη την αίσθηση από κάτι – ας πούμε -ιερό που υπάρχει γύρω μας και περιμένει να τη νοιώσουμε· δεν μπορούμε να αγγίξουμε εκείνη την Αλήθεια που περιμένει «εκεί» να έρθει, αλλά που δεν μπορεί κανείς να την καλέσει, αλλά έρχεται από μόνη της. Όταν υπάρχει αυτή η διακοπή σε όλα μέσα μας, κι εξωτερικά σε όλα έχουμε συνηθίσει να κάνουμε πρακτικά σαν ρουτίνα, τότε γίνεται ένα άνοιγμα σε κάποιες άλλες βαθιές και λεπτές διαδικασίες μέσα μας. Όταν κάνουμε μια τέτοια «διακοπή», δεν παίρνουμε κάποιο βιβλίο για να ξεχαστούμε, δεν χαζεύουμε στην τηλεόραση, δεν μας απορροφά το κομπιούτερ μας, δεν βουλιάζουμε σε συναισθηματισμούς, σκέψεις κι ονειροπολήσεις.
Όταν συμβούν όλα αυτά, συνειδητοποιείς ότι τελικά δεν είμαστε ανοιχτοί στην αγάπη — όχι στην ερωτική, στην πατρική, στη μητρική, στη φιλική, και τέτοια· απλώς στην Αγάπη, που είναι μία, που δεν τη νοιώθεις γιατί είναι κατάσταση που είτε είσαι μέσα είτε δεν είσαι. Τα διάφορα «είδη» αγάπης τα έχει εφεύρει ο νους μας για να μην βλέπουμε ότι στην ουσία είμαστε «έξω» απ’ αυτήν.
Αν καμιά φορά σας δοθεί η ευκαιρία, κάντε μια τέτοια διακοπή κι αφήστε την να δουλέψει και να σας δείχνει.
Συγνώμη αν σας μπέρδεψα ένα τέτοιο καλοκαιριάτικο βράδυ και –ίσως-  στις… διακοπές σας. Ε, μη δίνετε και πολύ σημασία, τα έγραψα για να μπουν σε μια τάξη μέσα μου.
Σας φιλώ.
Π.

Το «υψόμετρο»

Σήμερα, παρ’ όλο που δεν ήταν στο πρόγραμμα, μου ‘ρθε να ανεβάσω ένα καινούργιο post. Και μια κι έχω αρχίσει και ψήνομαι να γράψω ένα βιβλίο γύρω από τη ζωή μου, έχω αρχίσει να συγκεντρώνω υλικό εδώ, γιατί ομολογώ ότι καθώς μ’ αρέσει αυτό το γράψιμο στο blog όταν σου ‘ρχεται κι όχι επειδή πρέπει να τελειώσεις ένα βιβλίο, έχω αρχίσει να γράφω διάφορα σε αυτή την κατηγορία. Από διάφορα posts αυτού του blog, εδώ και τριάμισι χρόνια, είναι και το επόμενο βιβλίο μου για μεγάλους «Ιστορίες της καρδιάς», που θα βγάλει τον Οκτώβριο ο Καστανιώτης.

Μέσα στο Σαββατοκύριακο, λοιπόν, έκανα κάποιες συζητήσεις που με έβαλαν να σκεφτώ  το ρόλο που παίζει στη διαμόρφωση του χαρακτήρα ενός ανθρώπου, ο χώρος και το περιβάλλον όπου έχει μεγαλώσει ως παιδί, πέρα από την επίδραση των γονιών του και της κοινωνικής του τάξης. Φαίνεται, λοιπόν, ότι υπάρχουν πράγματα πού ήρθαν απ’ έξω ή και από την οικογένεια και που πιθανόν να μπορούν να σβήσουν, αν κανείς τα δει, τα παρατηρήσει και έχει επίγνωσή τους. Νομίζω, όμως, ότι υπάρχουν και κάποια  γνωρίσματα του χαραχτήρα, που εκδηλώνονται στη συμπεριφορά τού ανθρώπου, τα οποία δεν αλλάζουν ποτέ. Ίσως είναι ένας συνδυασμός ανατροφής, περιβάλλοντος, αλλά και –κυρίως- της ιδιοσυγκρασίας με την οποία έχει μεγαλώσει κανείς. Αυτό είναι πολύ φανερό ανάμεσα σε δύο δίδυμα παιδιά, που συνήθως έχουν μεγάλες διαφορές χαραχτήρα και συμπεριφοράς. Ίσως, λοιπόν, υπάρχουν πράγματα στον χαραχτήρα, στην ιδιοσυγκρασία ενός ανθρώπου, που δεν αλλάζουν. Βέβαια, κάνει μεγάλη διαφορά, αν κανείς έχει πραγματική επίγνωση της ιδιοσυγκρασίας του, του χαραχτήρα του, ακριβώς όπως εκδηλώνεται στη συμπεριφορά του, — αλλά μία επίγνωση αμέτοχη, που δεν επιδοκιμάζει ούτε επικρίνει. Καθώς τα σκεφτόμουν όλα αυτά, θυμήθηκα κάτι που είχα γράψει πολύ παλιά, το 1965, τη χρονιά που άρχισα να κρατάω ημερολόγιο και από τότε δεν σταμάτησα ποτέ, ακόμα κι αν κάνω μήνες να το πιάσω. Πήγα και το βρήκα. Εκείνο τον καιρό, τον Δεκέμβριο του 1965, στα 22 μου, διάβαζα το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Ζαν Πωλ Σαρτρ, «Οι λέξεις». Και να τι σημείωσα:

« 20 Δεκεμβρίου 1965
Kομμάτι από τον Σαρτρ:Κάθε άνθρωπος έχει το φυσικό του χώρο: ούτε η περηφάνια του, ούτε η αξία του καθορίζουν το υψόμετρο: αυτό το αποφασίζει η παιδική ηλικία. O δικός μου φυσικός χώρος είναι ένα Παριζιάνικο έκτο πάτωμα, με θέα πάνω απ’ τις στέγες των σπιτιών”.
Εμένα ο φυσικός μου χώρος είναι ένα δυάρι υπόγειο στα Εξάρχεια, όπου ζούμε και οι πέντε μας, με θέα τα πόδια των περαστικών, από τον αστράγαλο και κάτω…»

Ακριβώς αυτό μου έκανε ένα «κλικ» για ένα γνώρισμα του χαραχτήρα μου. Είμαι κρυφός. Ζω σε ένα υπόγειο μέσα μου, όπου «οι περαστικοί» απ’ έξω, δεν μπορούν να δουν τι γίνεται μέσα. Τότε, όμως, μου γεννήθηκε μια απορία: Πώς γίνεται αυτό, αφού είμαι και τα αντίθετο: εκδηλωτικός, ανοιχτός, επικοινωνιακός και τέτοια; Δηλαδή, είμαι κατά δύο; Την ίδια στιγμή της ερώτησης μου ήρθε κάτι άλλο που σας έχω πει σε ένα παλαιότερο post για το ομοιοπαθητικό χάπι, anacardium: είμαι και τα δύο! «Ναι, αλλά πώς γίνεται;» αναρωτήθηκα. Και τότε, έγινε ένα δεύτερο «κλικ» στο κεφάλι μου, κι έψαξα σε ένα συρτάρι όπου βρίσκονται όλα όσα έχουν σχέση με την περίοδο που ήμουν ηθοποιός. Βασικά με ενδιέφερε η περίοδος της παιδικής μου ηλικίας στο θέατρο. Κοιτάξτε εδώ μία φωτοτυπία από το πρώτο πράγμα που έχει γραφτεί για μένα, σε ένα από τα αποκόμματα που μάζευε ο πατέρας μου και ανακάλυψα όταν πέθανε,  όταν ήμουν 8 χρονών.

Πρώτα πήγε το μάτι μου στην ημερομηνία και σκέφτηκα: «Δηλαδή, φέτος τον Δεκέμβριο, κλείνω 60 χρόνια από τότε που πρωτοβγήκα στο θέατρο!  Αυτό είναι, λοιπόν. Έχω και άλλο ένα «υψόμετρο», όπως λέει ο Σατρ, από την παιδική μου ηλικία: Τη θέα μίας πλατείας θεάτρου, πάνω από μία ψηλή σκηνή, όπου όλα τα φώτα πέφτουν επάνω μου, κι εγώ είμαι άλλοτε ένα αλητάκι, ένα «Παιδί του δρόμου» άλλοτε ένας «Μικρός Λόρδος», άλλοτε «Ένας Παράξενος Γάτος» κι άλλοτε ο «Βόλφαγκ Αμαντέους Μότσαρτ». (Αυτοί είναι τίτλοι μερικών από τα έργα όπου έπαιξα ως παιδί). Εδώ είναι λοιπόν η απάντηση για τη διπλή προσωπικότητα. Το θέατρο με έκανε το αντίθετο από εκείνο που με έκανε το υπόγειο. Γιατί τι κάνει ένας ηθοποιός όταν παίζει; (Στο θέατρο και πουθενά αλλού) Ανοίγει την καρδιά του, και εκδηλώνει τα συναισθήματά του, επικοινωνώντας τα –μεταδίδοντάς τα – στους άλλους. Να λοιπόν, πού οφείλεται η άλλη, η αντίθετη πλευρά του χαραχτήρα μου!  Η μία στο «υψόμετρο» ενός υπόγειου και η άλλη στο «υψόμετρο» μιας σκηνής θεάτρου — και Ιταλικού τύπου μάλιστα, δηλαδή σε ένα πλατύ υπερυψωμένο βάθρο, με θέα ανθρώπους που περιμένουν να «τους ανοίξεις την καρδιά σου» για να ανοίξουν κι εκείνοι τη δική τους. Και οι δύο πλευρές θα μείνουν έτσι για πάντα.

Ουάου!.. Κανονική αυτοψυχανάλυση ήταν τούτο το post!  Ελπίζω να μην βαρεθήκατε, κι όσοι βαρεθήκανε φαντάζομαι ότι το παράτησαν στη μέση για να μην παιδεύονται!
Καλό μήνα, καλή εβδομάδα και όλα καλά.
Σας φιλώ πολύ
Π.