Προσιτή προσφέρει δάνειο στη Νέα Ζηλανδία

Αυτή η φωτογραφία είναι ένα stop care  από τον ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΒΑΡΥΤΗΤΑΣ που σας έχω ανεβάσει εδώ το 2007. Πάντα ήθελα να τη βάλω κάπου αυτή την εικόνα εδώ, αλλά δεν έβρισκα ευκαιρία. Και να που χτες τη βρήκα. Ήρθε ένα e-mail με θέμα αυτό που διαβάζετε για τίτλο του post. Όσοι έχετε δοκιμάσει να χρησιμοποιήσετε τους αυτόματους μεταφραστές που υπάρχουν στο internet θα έχετε δει το τι μπάχαλο είναι τις περισσότερες φορές το αποτέλεσμα. Έτσι κι αυτό το κείμενο, όπου μία Τράπεζα της Νέας Ζηλανδίας  προσφέρει δάνεια, έχει μπει στον αυτόματο μεταφραστή. Σαν να μην έφτανε ότι το έχει γράψει κάποιος ηλίθιος απατεώνας  (που ίσως και να βρει κάποιον απελπισμένο ή εξίσου ηλίθιο που θα ανταποκριθεί) ήθελε να είναι και στη γλώσσα της χώρας που το στέλνει! Αυτό το κόλπο έχει αρχίσει να γίνεται από Νιγηριανούς στη δεκαετία του ’80 με επιστολές. Μετά πέρασε στο φαξ και τώρα γίνεται με mail!  Κυριολεκτικά μου έφτιαξε τη μέρα από τα γέλια που έκανα διαβάζοντάς το, και μια και τελευταία έπεσαν μερικά απανωτά σοβαρά posts ας βάλουμε και ένα της πλάκας. Ελπίζω να συμφωνήσετε ότι η έκφραση του «Παραμυθά» είναι εντελώς ταιριαστή με το κείμενο.
Σας φιλώ.
Π.
Υ.Γ.  Αυτό που με αποτέλειωσε είναι στα στοιχεία,  όπου ζητάει σπίτι χωρίς διεύθυνση, ενώ ο Διευθυντής της Τράπεζας υπογράφει ως «κύριος Ντόναλντ» !!!  Εδώ δεν φταίει ο αυτόματος μεταφραστής, ο άνθρωπος που το ‘φτιαξε είναι μαύρος από τη Νιγηρία και μην μου πείτε ότι είμαι ρατσιστής γιατί θα σας δώσω την ίδια απάντηση που υπάρχει σε ανάλογη παρατήρηση στο γνωστό ανέκδοτο: «Εγώ είμαι ρατσιστής; Αυτός είναι μαύρος».

Προσιτή προσφέρει δάνειο στη Νέα Ζηλανδία.
Είμαστε εγγεγραμμένοι πλήρως πρακτορείο δάνειο, προσφέρουμε τα δάνεια σε όλα τα έχουν ανάγκη βοήθειας σε όλο τον κόσμο. Ψάχνετε για χρήματα για να πληρώσει τους λογαριασμούς; θέλουμε να Γνωρίζουμε ότι μπορούμε να βοηθήσουμε με το δάνειο, και θα χαρούμε να σας προσφέρουμε μια δάνειο. Πιστωτικό μας είναι κατ ‘ανώτατο όριο 3 εργάσιμων ημερών για να πάρει την έγκριση πελάτες σε όλο τον κόσμο.

Προσφέρουμε το χαμηλότερο επιτόκιο από 2%, και καθορίζεται το καλύτερο δάνειο αγώνα συμπεριλαμβανομένων των δανείων για τους υποψηφίους με τα πιστωτικά  προβλήματα ή κακή, όταν συμπληρώνετε από την αίτηση συμμετοχής παρακάτω θα προχωρήσουμε με τη συγκατάθεση του κατάλληλη πίστωση για you.Just σκεφτείτε τι μπορεί να κάνει με τη σημαντική αύξηση της Reserve Bank, ή μετρητά. Η αποπληρωμή των υφιστάμενων οφειλών,
μειώσει τις μηνιαίες δαπάνες σας από την ενοποίηση των υφιστάμενων προσωπικών δανείων και το χρέος πιστωτικών καρτών.

Παρακαλώ συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα
ονόματα:
ηλικία:
φύλο:
Οικογενειακή κατάσταση:
Επάγγελμα:
Μηνιαίο εισόδημα:
Ποσό να δανειστεί:
Διάρκεια δανείου:
Σκοπός του δανείου:
Σπίτι Όχι και Οδός:
Χώρα διαμονής:
Αρχική αριθμό τηλεφώνου:
Κινητό:
Σε αναγνώριση αυτών των λεπτομερειών, να στείλετε μια καλά  υπολογισμένη και τις προϋποθέσεις η οποία θα περιλαμβάνει τη συμφωνία.
δικός σας
ο κ. Donald
Προσιτή προσφέρει δάνειο στη Νέα Ζηλανδία

Ένα σχόλιο που τα λέει όλα

Σε ένα από τα προηγούμενα posts, το «Με αφορμή μια συνάντηση στη θάλασσα», μπήκε ένα σχόλιο μιας κοπέλας με το ψευδώνυμο  kassandra που με συγκίνησε πολύ. Όχι για ό,τι λέει για μένα, αλλά για όσα λέει στο τέλος. Άλλωστε, όπως έχω ξαναπεί, από τότε που άνοιξα αυτό το blog, μου έχετε στείλει όλοι εσείς οι παραμυθομεγαλωμένοι  τριανταρο- σαρανταπεντάρηδες,  τρυφερότητα κι αγάπη με τη «μάνικα», που μου φτάνει για όλη την υπόλοιπη ζωή μου!  Ετούτο το σχόλιο, όμως, δεν είναι για μένα, είναι για όλους εσάς, κι αν είχε έρθει νωρίτερα θα το θεωρούσα ως τον καλύτερο επίλογο των posts που είχα ανεβάσει για το γάμο. Αλλά έστω και καθυστερημένα, το ανεβάζω σήμερα. Όσα από τα κορίτσια εδώ  ξέρουν ως μανάδες τι θα πει να ζει μια γυναίκα  τους πρώτους μήνες μιας γέννας, κι όσοι από τα αγόρια εδώ μεγάλωσαν κορίτσια και ξέρουν ως μπαμπάδες που τα φρόντισαν τι ευαίσθητο πράγμα –και διαφορετικό από το αγόρι- είναι να μεγαλώνεις κόρη, νομίζω ότι θα καταλάβουν γιατί συγκινήθηκα.
Σας φιλώ όλους
Π.

«Πρώτα πρώτα να σας ευχαριστήσω που συνεχίζετε την υπέροχη δουλειά σας, και μου δίνετε την ευκαιρία να μυήσω και την κόρη μου πια στα παραμύθια και στην ευαισθησία σας. Και χαίρομαι τόσο που εκτός από Παραμυθάς, είστε κι ένας «χορτάτος» ανοιχτόμυαλος άνθρωπος, όπως τον έχουν ανάγκη οι σημερινοί νέοι.
Η δική μου εμπειρία από τις σχέσεις- και είχα αρκετή και πικρή, αν και είμαι μόλις 30, – είναι ότι μέσα στο μυαλό μας φανταζόμαστε κάπως περίεργα τις σχέσεις, και όλοι μαϊμουδίζουμε σήμερα, μιμούμενοι τις ταινίες και τα σίριαλ με τους παθιασμένους εφήμερους έρωτες και τους ακράτητους λαμπερούς εραστές. Κανείς όμως δεν ασχολείται να μας πει τι θα κάνουμε την επόμενη μέρα, όταν ξυπνήσουμε και καθίσουμε παρέα με τον άλλο άνθρωπο, να πιούμε καφέ. Κι εκεί είναι η βάση της αγάπης και του έρωτα: Αυτός ο άνθρωπος που εμείς ξεκινάμε να κάνουμε σχέση, μπορεί να μας κάνει να χαμογελάσουμε σε μια δύσκολη μέρα; Μπορεί να μας στηρίξει όταν όλα γύρω καταρρέουν;  Μπορούμε να γελάσουμε μαζί όταν κολλήσουμε στο μποτιλιάρισμα; Καλό το πάθος , και τι θα ήταν η ζωή μας δίχως πάθος και φωτιά, αλλά εμείς οι καθημερινοί απλοί άνθρωποι δεν ζούμε καθημερινά σαν σταρ του σινεμά…  Εγώ τον άντρα μου τον ερωτεύτηκα όταν τον είδα, αλλά τον λάτρεψα όταν με πήρε αγκαλιά άυπνη λεχώνα, ατημέλητη και βρώμικη  μετά από ένα μαραθώνιο ολονύκτιου νανουρίσματος του ασαράντιστου βρέφους μου, και με βρήκε όμορφη… έτσι, χωρίς πάθος, χωρίς έξαλλα σκηνικά και σατέν καυτά σεντόνια… Για μένα αυτο είναι και ο έρωτας και η αγάπη…»

Ένα «παραμύθι-παραβολή»

Επειδή έχουν κλείσει τα σχολεία, μού ζητήσανε να αφήσω το τελευταίο post,  «Κοντά στα παιδιά» για λίγες μέρες ακόμα, ώστε να ειδοποιηθούν όλα τα παιδιά  να το δουν. Έτσι, για να φαίνεται το προηγούμενο post,  θα γράψω μόνο δυο λόγια σήμερα και θα σας βάλω εδώ ένα link  για ένα εξαιρετικό site, το  media art. Οι άνθρωποι που έχουν αυτό το  site μου έδωσαν τη χαρά -και τους ευχαριστώ πολύ- να διαβάσω σε  ένα βίντεο που ήρθαν και γύρισαν, το «παραμύθι/παραβολή» του Τζίντου  Κρισναμούρτι, «Τα Παιχνίδια», από το βιβλίο του, ΠΑΡΑΒΟΛΕΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, που το έχω μεταφράσει εγώ και που αν και είναι γραμμένο το 1927, νομίζω ότι έχει νόημα να το διαβάζεις ακόμα και σήμερα. Μπορείτε να το δείτε κάνοντας κλικ     ΕΔΩ.
Καλό Σαββατοκύριακο.
Π.

Κοντά στα παιδιά

Αν και με τρώει  να γράψω κάποια πράγματα για την «ενσυναίθηση», ωστόσο δεν θέλω να αναβάλλω αυτό το post κι άλλη φορά. Ήθελα να το έχω ανεβάσει μια μέρα πριν κλείσουν τα σχολεία για να το δουν τα παιδιά, που ξέρω ότι θα χαρούν πολύ. Ωστόσο επειδή θα χαρούν και οι δασκάλες τους που το περιμένουν, θα το ανεβάσω έστω και τώρα και θα ήθελα να το αφιερώσω σ’ αυτές τις δασκάλες, που – «παραμυθομεγαλωμένες» και οι ίδιες – έκαναν, η κάθε μια με τον τρόπο της, μία εξαιρετική προετοιμασία για την επίσκεψή μου στο σχολείο τους. Τα αποσπάσματα από τα βίντεο  που γύρισαν οι ίδιες και μου τα  έστειλαν, τα διάλεξα και τα μοντάρισα εγώ.

Θ’ αρχίσω  με την επίσκεψη -ας την πούμε «αεροεπίσκεψη» αφού έγινε με το ίντερνετ-  στην Β’ τάξη του Δημοτικού Σχολείου Γαζίου στην Κρήτη, που «έκανα» μέσω SKYPE.   Σας έχω ξαναμιλήσει γι’ αυτή την e-συνέντευξη, αλλά θέλω να ανεβάσω εδώ δύο λεπτά (γιατί έχω γελάσει με αυτά) από το 38λεπτο βίντεο που μοντάρισε η δασκάλα τους (!!!) και που το έφτιαξε να μοιάζει με εκπομπή ειδήσεων με τηλεπαράθυρα.

Το επόμενο βίντεο είναι από την επίσκεψη στα ΕΚΠΑΙΔΕΥΤHΡΙΑ ΚΑΝΤΑ, ένα ιδιωτικό σχολείο, με πολύ καλή ατμόσφαιρα. Εδώ τα παιδιά είχαν κάνει μια πλούσια  δουλειά προετοιμασίας με τη δασκάλα τους -και μάλιστα μέσα στα πλαίσια κάποιου εκπαιδευτικού προγράμματος του Υπουργείου Παιδείας – με ζωγραφικές,  θεατρικοποιημένα αποσπάσματα από την εκπομπή του ΠΑΡΑΜΥΘΑ στην τηλεόραση και το blog  του, και δύο τραγούδια. Αυτό που με συγκίνησε πιο πολύ είναι ότι μου τραγούδησαν αυτά τα δύο αγαπημένα μου τραγούδια. Στο βίντεο που θα δείτε, μου λένε το δεύτερο τραγούδι, που είναι από τους τίτλους τέλους της εκπομπής, όπου πια … δεν με κρατάει τίποτα, και  όπως θα δείτε,  θέλω να παίξω μαζί τους. Θα καταλάβετε γιατί είχα τη μέση μου για τρεις μέρες μετά!

Στο Γ’ Δημοτικό Σχολείο Καλυβίων με περίμενε μια έκπληξη. Εκεί η εκδήλωση έγινε στο θέατρο του Σχολείου και με υποδέχτηκαν με ένα χορευτικό πιγκουίνων (!!!) . Ήταν εμπνευσμένο από το επεισόδιο της καινούργιας σειράς επεισοδίων του ΠΑΡΑΜΥΘΑ, «Η μικρή φώκια», όπου ο Παραμυθάς, πηγαίνει στον Βόρειο Πόλο  και τον υποδέχονται οι πιγκουίνοι. Η μουσική δεν είναι από την εκπομπή, αλλά από εκείνα τα τραγούδια που, μάλλον, χορεύουν τα παιδιά στα πάρτι τους.

Και θα κλείσω με ένα απόσπασμα από την επίσκεψη που με ξάφνιασε και με έκανε να συγκινηθώ περισσότερο από όλες, τόσο που άλλαξα την αφιέρωση στο καινούργιο βιβλίο του Παραμυθά που θα βγει τον Οκτώβριο και το αφιέρωσα σε αυτά τα παιδιά. Το βίντεο που θα δείτε, είναι από την επίσκεψή μου στο ΤΕΕ Κωφών Αγίας Παρασκευής. Εκεί τα παιδιά, μού είχαν ετοιμάσει μια παράσταση πάνω στο παραμύθι, «Η φίλη μου η Φιφή η Φάλαινα». Κι επειδή βέβαια η παράσταση ήταν σε νοηματική γλώσσα, μια Δασκάλα, μετέφραζε για μένα όσα λέγονταν στη σκηνή. Δεν χρειάζεται να πω τίποτ’  άλλο, θα καταλάβετε.

Και θα κλείσω αυτό το post, με το κανονικό επεισόδιο της σειράς, έτσι όπως παίχτηκε από το PRISMA PLUS, με τη διερμηνέα της νοηματικής γλώσσας στην κάτω γωνία. Και θα ήθελα να πω εδώ, ότι αν συζητιέται  να κλείσουν κάποια από τα  επτά κρατικά κανάλια -που ίσως έχει κάποια λογική- το  PRISMA PLUS θα πρέπει όχι μόνο να μείνει, αλλά και να αναβαθμιστεί. Είναι μεγάλης σημασίας για τα παιδιά και τους νέους με προβλήματα ακοής και όρασης. Τώρα:  Αν ξέρετε κάποια παιδιά με πρόβλημα ακοής, βάλτε να το δούνε το επεισόδιο με τη νοηματική διερμηνεία που ανέβασα εδώ . Επίσης, αν υπάρχει κανείς ανάμεσα σε όσους μπαίνουν σ’ αυτό το blog που έχει επαφή με παιδιά που έχουν τέτοιο πρόβλημα και νομίζει ότι αυτές οι εκπομπές  με διερμηνεία στη νοηματική γλώσσα θα είχαν ενδιαφέρον για τη δουλειά του, παρακαλώ να μου το πει, για να ζητήσω από την ΕΡΤ, να μου δώσει αντίγραφα όλων των εκπομπών για να τα ανεβάσω είτε εδώ είτε στο paramithas.tv
Καλό βράδυ
Π.

Με αφορμή μια συνάντηση στη θάλασσα.

Για άλλη μια φορά, θα ανεβάσω ένα άλλο post από αυτό που ετοίμαζα. Κι αυτή τη φορά έχω δουλέψει πολύ! Να σκεφτείτε μόνο ότι θα έχει τέσσερα βίντεο, από επισκέψεις μου σε σχολεία, που τα μοντάρισα –για να βγάλω λίγα λεπτά από πολύ περισσότερη ώρα-  τα ανέβασα στο internet περιμένοντας πολύ ώρα να ανέβουν έγραψα το post και το είχα έτοιμο για να το ανεβάσω χθες το βράδυ. Αλλά διάβασα το τελευταίο post της Άιναφετς για την «ενσυναίσθηση» και κάποια σχόλια που της άφησαν, μου δημιουργήθηκαν διάφορα ερωτήματα και αντιρρήσεις που σκέφτηκα να τα βάλω σε ένα post που θα έγραφα σήμερα το πρωί. Να, όμως,  που το πρωί που η γυναίκα μου, μου ζήτησε να διαβάσω ένα κείμενο του Κρισναμούρτι από κάποιο βιβλίο του στα Αγγλικά για να το συζητήσουμε. Το πήραμε μαζί μας στη θάλασσα. Πολύ σύντομα θυμήθηκα ότι αυτό το κείμενο υπήρχε με τίτλο, «Διάλογος κάποιου με τον εαυτό του» και σε ένα άλλο Αγγλικό  βιβλίο που είχα μεταφράσει το 2005 και είχε κυκλοφορήσει από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΩΜΑΝΟΥΣ (ναι μία λέξη) με τον τίτλο, «Αγάπη, Ελευθερία και Δράση», κι αποφάσισα να το ανεβάσω εδώ μια και είναι έτοιμο, σύντομο και πραγματικά εξαιρετικό. Να, όμως, που δίπλα μας στη θάλασσα ήταν ξαπλωμένα δύο νεαρά κορίτσια (τυχαίο;) και το ένα από αυτά, βλέποντάς με να διαβάζω το βιβλίο κι ίσως ακούγοντας κάποια σχόλια που είπα στη Στεφανία, με ρώτησε ξαφνικά: «Έχετε διαβάσει ένα βιβλίο που το λένε ‘Το Μυστικό’»; Αφού βεβαιώθηκα ότι δεν έχουν ιδέα για «Παραμυθά» και ποιος είμαι, της απάντησα, ότι δεν το έχω διαβάσει, αλλά ότι ξέρω για τι πράγμα μιλάει και της είπα τι νομίζω, για βιβλία που μιλάνε για διάφορες μεταφυσικές και παραψυχολογικές ικανότητες με δήθεν βαθύτερες «φιλοσοφικές» και «πνευματικές» προεκτάσεις. Τα δύο κορίτσια ήταν δίδυμες, 29 χρονών. Πιάσαμε συζήτηση κι ένα από τα πράματα που μου είπαν μου έκανε πολύ εντύπωση. Και οι δύο –αν και δίδυμες ήταν τελείως διαφορετικές προσωπικότητες – είχαν το ίδιο πρόβλημα σχέσεων με τους άντρες. Η μία είχε χωρίσει πριν ένα χρόνο και περίμενε να συναντήσει και να ερωτευτεί κάποιον, ενώ η άλλη είχε χωρίσει πριν δύο χρόνια, είχε κάποια ψιλοκατάθλιψη και δεν ήθελε να κάνει καμία σχέση για να μην ξαναπληγωθεί. Και οι δύο, μου έφεραν στο νου μία φίλη που αυτό τον καιρό, που έχει χωρίσει πριν χρόνια, έχει δύο παιδιά που τα έχει ο πρώην άντρας της κι εκείνη περνάει κάποια ζόρια με έναν άνθρωπο που είναι ερωτευμένη και ζούνε μαζί εδώ και ένα χρόνο. Γύρναγα στο νου μου από προχθές να της γράψω κάποια γράμμα και τελικά αποφάσισα ότι θα γράψω εδώ ένα post που της το αφιερώνω. Λοιπόοον….

Πλησιάζοντας πια τα 70, έχοντας κάνει δύο γάμους, έχοντας περάσει μέσα από δώδεκα ζόρικες και μακρόχρονες ερωτικές ιστορίες (ναι, άρχισα νωρίς, στα 16), κι έχοντας την εμπειρία αρκετών πιο απλών και ξεκάθαρων, φιλικών και έντιμων σεξουαλικών σχέσεων, έχω δει κάποια πράγματα που μας παιδεύουν στις ερωτικές σχέσεις μας και στο γάμο. Υπάρχει, λοιπόν, ένα βασικό ερώτημα: Είναι δυνατόν να ζήσουν μαζί ένας άντρας και μια γυναίκα, να κάνουν σεξ, να αποκτήσουν παιδιά χωρίς να υπάρξει ποτέ όλη η ταραχή,  η πίκρα και η σύγκρουση που μοιάζει να πηγαίνουν πακέτο με αυτή τη σχέση; Είναι δυνατόν να υπάρχει ελευθερία και για τις δύο πλευρές; Οι άνθρωποι ζούνε μαζί γιατί, συνήθως, ερωτεύονται και σ’ αυτό υπάρχει έντονη επιθυμία του ενός για τον άλλον, ενέργεια, άντληση ευχαρίστησης, ορμή, αποκλειστικότητα κι επομένως κτητικότητα. Μοιάζει η ίδια η φύση της ερωτικής σχέσης να κουβαλάει από την αρχή το σπόρο της σύγκρουσης. Είναι, όμως, έτσι; Είναι, ντε και καλά έτσι; Προσωπικά το αμφισβητώ έντονα πια.  Δεν μπορούν δυο άνθρωποι να ερωτευτούν και να μην έχουν μία κτητική σχέση;  Τι είναι αυτό που συμβαίνει συνήθως; Ερωτευόμαστε, βλέπουμε ότι αγαπιόμαστε και παντρευόμαστε ή αποφασίζουμε να ζήσουμε μαζί, πράγμα που κάνει το ίδιο, βέβαια. Όλο αυτό είναι απολύτως εντάξει και απλό και δεν υπάρχει καμιά σύγκρουση. Και το ερώτημα είναι: Δεν μπορούμε να έχουμε το ένα χωρίς το άλλο, όπως είναι στην αρχή,  χωρίς την ουρά που μοιάζει αναγκαστικά να ακολουθεί; Δεν μπορούν δύο ερωτευμένοι άνθρωποι να έχουν και οι δύο την νοημοσύνη και την ευαισθησία που σημαίνει ελευθερία και απουσία εκείνου του «κέντρου» μέσα στον καθένα που φέρνει τη σύγκρουση; Η σύγκρουση δεν υπάρχει μέσα στο καθαρό κι αυθόρμητο αίσθημα του να είσαι ερωτευμένος. Το αίσθημα του έρωτα δεν κουβαλάει το ίδιο καμιά σύγκρουση  μέσα του. Στον έρωτα δεν υπάρχει καθόλου χάσιμο ενέργειας. Ο έρωτας χάνει την ενέργειά του και γίνεται σύγκρουση στην ουρά του, σε όλα όσα ακολουθούν δηλαδή: κτητικότητα, ζήλεια, υποψίες, αμφιβολίες, προσκόλληση, εξάρτηση, φόβο μη χάσεις τον άλλον, διαρκή απαίτηση για επιβεβαίωση και σιγουριά. Νομίζω ότι είναι δυνατόν να υπάρχει κανείς μέσα σε μια ερωτική, σεξουαλική σχέση, σε συμβίωση με ένα άλλον άνθρωπο, χωρίς τον εφιάλτη που συνήθως ακολουθεί μετά από ένα διάστημα. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα υπάρχουν δύο «εγώ» που παλεύουν να επιβεβαιωθούν, να γεμίσουν το κενό τους, να καλύψουν την ανασφάλειά τους, τη μοναξιά τους, τη χαμηλή τους αυτοεκτίμηση, την ανεπάρκειά τους,  δηλαδή αυτό σημαίνει, ότι υπάρχει αγάπη του ενός για τον άλλον. Γιατί, όπως έχω ξαναγράψει κάποια άλλη φορά εδώ, η ελληνική γλώσσα που είναι σοφή, εκεί που οι άλλες γλώσσες έχουν την ίδια λέξη (love-be in love, amour-être amoureux, και λοιπά) για τον έρωτα και την αγάπη, η ελληνική γλώσσα έχει δύο  εντελώς διαφορετικές λέξεις, αφού η κάθε μία υποδηλώνει κάτι διαφορετικό, που όμως το ένα δεν αποκλείει το άλλο.
Καλό υπόλοιπο Σαββατοκύριακο.
Π.
Υ.Γ.  Και… με αφορμή ένα σχόλιο που έκανα εγώ σε αυτό το post, θα ήθελα να προσθέσω εδώ μια φωτογραφία της Ίριδας και του Αλέξανδρου, άσχετη με αυτό το post… μμμ… ή μάλλον κατά βάθος σχετική γιατί έχει σχέση με αγάπη. Ο λόγος , λοιπόν, που έβαλα αυτή τη φωτογραφία υπάρχει για όσους τους ενδιαφέρει στο τέλος του σχόλιου που έκανα γι’ αυτό το post.


Αφρατούλα Μπουλούκου. (Γ’ μέρος)

Για σήμερα σας έχω το τρίτο και τελευταίο μέρος της Αφρατούλας Μπουλούκου. Ελπίζω να σας αρέσει όσο άρεσε και σε μένα όταν το έγραφα. Όσοι δεν θυμάστε τι έχει γίνει ή μπαίνετε για πρώτη φορά σ’ αυτήν ιστορία, διαβάστε τα δύο προηγούμενα posts.
Σας φιλώ πολύ
Π.

Αφρατούλα Μπουλούκου (Γ’ μέρος)

Τώρα που η Αφρατούλα ήξερε πια πως δεν θα έρχονταν άλλα παιδιά για να κάνει παρέα ένοιωσε να την πλημυρίζει μια τρομερή μοναξιά. Δεν της άρεσε και πολύ η συντροφιά του Γουρουνάκη και, πραγματικά, την ενοχλούσε πολύ ο τρόπος που καταβρόχθιζε το φαγητό του, αλλά τι να ‘κανε, ήταν τουλάχιστον μια παρέα. O Γουρουνάκης την έμαθε να τρώει κάτι φρούτα που δεν είχε δοκιμάσει ποτέ της. ‘Oπως, ένα φρούτο που το έλεγαν γλυκοφύλια κι έμοιαζε με πεπόνι, αστερόφρουτο και αβοκάντο. Τα φαγητά που ζητούσε να του φέρνουν ήταν διάφορες λιχουδιές, Κινέζικες, Σουηδέζικες, Γιαπωνέζικες και από κάτι άλλες χώρες σε άλλους πλανήτες που πρώτη φορά τις άκουγε η Αφρατούλα. Αυτή, με τη σειρά της του θύμισε μερικά πολύ συνηθισμένα φαγητά που εκείνος τα είχε ξεχάσει, όπως: φασολάδα, πιλάφι, σπανακόριζο και τέτοια. Παρ’ όλο όμως που έκαναν παρέα φέρνονταν πολύ άσχημα ο ένας στον άλλον. Κυρίως από τη στιγμή που η Αφρατούλα κατάλαβε πως όσο περισσότερο έτρωγε, τόσο λιγότερο μπορούσε να σκεφτεί και του γκρίνιαζε συνέχεια. Κάθε πρωί που ξυπνούσε, σκεφτόταν:
– Δεν θέλω να χοντρύνω άλλο. Αφού φάω το πρωινό μου, θα κάνω δυο φορές το γύρο του πάρκου τρέχοντας.
Όταν τα έλεγε όλα αυτά στον Γουρουνάκη και του έλεγε να προσπαθήσουν να φύγουν, εκείνος τη ρώτησε:
– Είσαι βέβαιη πως θέλεις να φύγεις; Για σκέψου ότι εδώ μπορείς να έχεις ό,τι θέλεις κι όποτε το θέλεις.
-Ναι… Και να χοντραίνω να χοντραίνω ώσπου να σκάσω.
– Ναι, αλλά για συλλογίσου τι έχεις να χάσεις αν φύγεις από ‘δω.
-Καλά. Κάτσε εσύ και γίνε σαν ελέφαντας. Εγώ θα συνεχίσω να σκέφτομαι και να ψάχνω πώς μπορώ να φύγω από ‘δω.
Στο τέλος, τα δύο παιδιά τσακώθηκαν για τα καλά κι ο Γουρουνάκης χάθηκε μέσα στον απέραντο κήπο και η Αφρατούλα δεν τον ξανασυνάντησε ποτέ.
Εκείνη δεν έπαψε να σκέφτεται πώς θα φύγει από εκεί και πώς θα πάψει να παχαίνει. Συνέχισε να τρέχει, αλλά κάθε φορά, ύστερα από το πολύ φαΐ που είχε καταβροχθίσει για πρωινό, δεν της έμενε καμιά διάθεση για τρέξιμο. Κι αφού την έπαιρνε ο ύπνος κάτω από τα δέντρα, ξανάτρωγε πάλι μόλις ξυπνούσε, γιατί είχε φτάσει πια η ώρα του μεσημεριανού.  Συνέχισε, όμως, να λέει και να ξαναλέει στον εαυτό της:
– Πρέπει να βρω κάποιο τρόπο να φύγω από δω. Αχ, γιατί να μην έχω γεννηθεί έξυπνη…
Εκείνο το μεσημέρι την πλησίασε βιαστικά ένας από τους φίλους του Άρκαν, και κοιτώντας την με τα μεγάλα γαλάζια μάτια του που ήταν γεμάτα ανυπομονησία, της πρότεινε διάφορα αναψυκτικά: Λεμονάδα, πορτοκαλάδα, βυσσινάδα, ότι ήθελε εκείνη τέλος πάντων. Η απογοήτευσή του, όμως ήταν μεγάλη, όταν την άκουσε να του ζητάει μόνο ένα ποτήρι νερό.
– Το νερό δεν έχει καμιά γεύση, της είπε απογοητευμένος εκείνος.
Αλλά η Αφρατούλα επέμενε κι εκείνος της είπε:
– Πιες τουλάχιστον μια σόδα, που το ανθρακικό της σε κάνει να νοιώθεις εκείνο το ευχάριστο κάψιμο στη γλώσσα, είπε ο άντρας και τα μάτια έλαμψαν από ευχαρίστηση.

– Το βρήκα! Το βρήκα Κλοκλό, φώναξα ενθουσιασμένος στη φίλη μου πίσω στη γη, 1024 χρόνια πίσω.
– Τι βρήκες Παραμυθά, με ρώτησε εκείνη παραξενεμένη με τον ενθουσιασμό μου.
– Βρήκα τι πρέπει να κάνει η Αφρατούλα για να φύγει από ‘κει.
– Τι πρέπει να κάνει, Παραμυθά;
– Πρόσεξέ με: Οι κάτοικοι αυτού του πλανήτη, έχουν χάσει την αίσθηση της γεύσης, όπως ακούσαμε να της λένε. Όλοι αυτοί, λοιπόν, μπορούν να γεύονται τη γεύση των φαγητών που διαλέγει εκείνη, κοιτάζοντας την στα μάτια την ώρα που τρώει. Και η συμφωνία που υπέγραψε η Αφρατούλα όταν κέρδισε το διαγωνισμό, έλεγε ότι είναι όλοι υποχρεωμένοι να της φέρνουν ό,τι ζητήσει να φάει κι αν κάποτε της αρνηθούν κάτι, τότε εκείνη είναι ελεύθερη να φύγει. Άρα αυτό που πρέπει να κάνει η Αφρατούλα, είναι να τρώει φαγητά ή γλυκά χωρίς καμιά γεύση ή τόσο άσχημη γεύση που να της αρνηθούν να τα της σερβίρουν. Οπότε, θα πρέπει να την αφήσουν να φύγει…
– Μπράβο Παραμυθά!  Φοβερή ιδέα!
– Ναι, αλλά πώς θα της το πούμε;
– Α, μην στενοχωριέσαι Παραμυθά. Θα σε στείλω εγώ εκεί με την μαγική κρυστάλλινη σφαίρα μου. Η μαγική κρυστάλλινη σφαίρα μου είναι πια, όπως είδες και μόνος σου, μια μαγική κρυστάλλινη σφαίρα του χρόνου. Και όχι μόνο  βλέπω ιστορίες με παιδιά κάπου στο μέλλον, αλλά μπορώ να στείλω στο μέλλον οτιδήποτε μπορεί να βρεθεί μέσα στην κρυστάλλινη σφαίρα, μπαίνοντας από το μικρό άνοιγμα που έχει από κάτω. Θυμάσαι το μυθιστόρημα του Γουέλς, «Η Μηχανή του Χρόνου»;
– Ναι, απάντησα εγώ, αλλά τι σχέση έχει μένα;
– Αφού μπορείς χάρη στο μαγικό γιλέκο σου να γίνεις μικρός σαν καρφίτσα, θα μπεις μέσα στην κρυστάλλινη σφαίρα και θα βρεθείς εκεί που έχουμε πάει και βλέπουμε την Αφρατούλα.
– Αααα… κατάλαβα Κλοκλό μου. Αλλά… για στάσου. Και πόσο χρονών θα γίνω; Η Αφρατούλα βρίσκεται στο 3.025, δηλαδή πάνω από χίλια χρόνια από σήμερα.

– Χα, χα, χα… Αχ, Παραμυθά… Δεν θ’ αλλάξει τίποτα. Θα μείνεις όσο είσαι.

– Και κάτι ακόμα, είπα εγώ που είχε αρχίσει να μου αρέσει πολύ η ιδέα, και πώς θα γυρίσω πίσω;
– Είναι απλό. Θα σε βλέπω συνέχεια μέσα στην κρυστάλλινη σφαίρα, κι όταν δεις ότι έχεις πετύχει αυτό που θέλεις, κάνε μου νόημα κουνώντας  τα χέρια σου και θα βρεθείς πάλι εδώ.
– Εμπρός, λοιπόν. Μην χάνουμε καιρό…
…είπα και «τσουπ», έγινα μικρός πολύ πολύ μικρός, η Κλοκλό σήκωσε λίγο την μαγική κρυστάλλινη σφαίρα της, χώθηκα από κάτω κι εκείνη ξανακούμπησε τη σφαίρα στο τραπέζι κι εγώ βρέθηκα μέσα στη σφαίρα. Και πριν προλάβω να καταλάβω τι έγινε, ακούω μια τρομαγμένη φωνή να λέει…
– Μανούλα μου! Τι είναι αυτό! Φώναξε η Αφρατούλα καθώς είδε αυτό μικρό ανθρωπάκι που είχα γίνει πάνω στα πόδια της, εκεί που καθόταν σ’ ένα περίεργο παγκάκι του κήπου. Αμέσως έγινα πάλι κανονικός και της χαμογέλασα.
– Γεια σου Αφρατούλα.
– Ποιος είσαι εσύ; Πώς βρέθηκες εδώ; Πώς ήσουν μικρούλης και έγινες μεγάλος; Πώς ξέρεις το όνομά μου;
– Χα, χα, χα… μία μία τις ερωτήσεις σου, θα στις απαντήσω όλες. Και πρώτ’ απ’ όλα με λένε Παραμυθά. Κι επειδή δεν έχουμε καιρό να σου πω γρήγορα γρήγορα  τι συμβαίνει.
Πολύ γρήγορα της εξήγησα ποιος είμαι, τι μπορώ να κάνω με το μαγικό γιλέκο μου, ποια είναι η Κλοκλό και τι καταφέραμε με τη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα μας. Και τέλος της εξήγησα γιατί ήρθα και ποιο είναι το σχέδιό μου. Το κοριτσάκι είχε ξετρελαθεί με αυτά που της έλεγα και στο τέλος όρμησε στην αγκαλιά μου κι άρχισε να με φιλάει λέγοντας: «Αχ Παραμυθά, τι καλός που είσαι, θέλεις να είσαι ο παππούς μου γιατί δεν γνώρισα κανένα από τους δύο παππούδες μου;»
«Χα, χα, χα… Να είμαι μωρό μου, να είμαι… είπε γελώντας αλλά πολύ συγκινημένος από αυτή την ξαφνική κι αυθόρμητη εκδήλωση αγάπης του δεκαπεντάχρονου κοριτσιού. Χα, χα, χα… Όταν γυρίσω θα τους λέω ότι έχω μια εγγονούλα που με περιμένει στο 3.025 και δεν θα με πιστεύει κανείς. Θα νομίζουν ότι τους λέω κάποιο από τα παραμύθια μου. Έλα, όμως, να βάλουμε μπροστά το σχέδιό μου.
Έγινα πάλι πολύ μικρός και χώθηκα ανάμεσα στα φουντωτά μακριά μαλλιά της, πίσω από τ’ αυτί  της για να της λέω τι να κάνει. Φώναξε κάποιον και του ζήτησε να της φέρει σκέτο ψωμί και νερό. Γύρω της μαζεύτηκαν κι άλλοι τέσσερις για να την παρακολουθήσουν που θα τρώει. Μέσα σε δύο ώρες, ζήτησε τρεις φορές να της φέρουν ψωμί και νερό. Το ψωμί ήταν πάντα φρεσκοψημένο και νόστιμο και το νερό δροσερό από τη μεγάλη πηγή του πάρκου. Αλλά από τις ματιές που της έριχναν εκείνοι που την παρακολουθούσαν, βεβαιωθήκαμε  πως αυτό που έκανε είχε θαυμάσια αποτελέσματα. Την τρίτη φορά που ζήτησε ψωμί και νερό, της το έφερε ο ίδιος ο ‘Αρκαν, που της είπε μ’ ένα ψυχρό ύφος:
-Για πόσο καιρό σκοπεύεις να συνεχίσεις αυτή την παράξενη δίαιτα;
-Μέχρι που να την βαρεθείτε και να με διώξετε.
-Θα μπορούσα, όμως, να αρνηθώ να σου φέρω αυτά που ζητάς.
-Αν κάνεις κάτι τέτοιο, θα έχεις παραβεί εσύ τη συμφωνία μας και τότε θα είμαι ελεύθερη να φύγω.
-Δεν πρόκειται να παραβώ τη συμφωνία μας…
…υποσχέθηκε ο Άρκαν μ’ ένα παγωμένο βλέμμα.
– Ωραία, είπε η Αφρατούλα. Ενώ εγώ βλέποντας ότι μάλλον πήγαινε καλά το σχέδιο που είχα σκεφτεί, της ψιθύρισα στο αυτί μια άλλη παραγγελία.
– Θέλω μία μερίδα κρύα μακαρόνια, σκέτα και χωρίς αλάτι και για σαλάτα, κρύο ανάλατο μισοβρασμένο λάχανο.
Της το έφεραν κι άρχισε να το τρώει. Φοβερό κορίτσι! Και η ίδια έκανε προσπάθεια να τα καταπίνει όλα αυτά, αλλά ευχαριστιόταν πολύ να βλέπει εκείνους που είχαν μαζευτεί και την κοίταζαν, να έχουν πάρει μια τρομερή έκφραση αηδίας. Αλλά πάνω εκεί που έτρωγε αυτό το κρύο, ανάλατο κι ανούσιο φαγητό, ήρθε ο ίδιος ο Άρκαν, κουβαλώντας μέσα σε ένα μεγάλο δίσκο μερικά αφράτα, καλοψημένα κεφτεδάκια με πολλές τηγανιτές πατάτες, πατζαροσαλάτα, κι ένα μεγάλο παγωτό. Ακούμπησε το δίσκο μπροστά της και της είπε μ’ ένα κακό χαμόγελο:

-Μπορείς να τρως αυτά τα φριχτά πράγματα, ενώ δίπλα υπάρχουν τόσο υπέροχα φαγητά;
Η Αφρατούλα δεν άντεξε κι ετοιμάστηκε ν’ απλώσει το χέρι της στα κεφτεδάκια.
– Μηηη, μωρό μου… της φώναξα στ’ αυτί της. Παράγγειλε αμέσως αυτά που θ’ ακούς να σου λέω.
Και το φοβερό αυτό κοριτσάκι άρχισε να δίνει την παραγγελία που της υπαγόρευα.
– Δεν μ’ ενδιαφέρει. Θέλω να μου φέρεις κάτι να πιω. Να μου φέρεις ένα ποτήρι ζεστό νερό και μέσα να βάλεις δυο κουταλιές μουστάρδα, δυο κουταλιές μαύρο πιπέρι, δυο κουταλιές κόκκινο πιπέρι και μια χούφτα χοντρό αλάτι.
O Άρκαν έδειξε να διστάζει ενώ τα μάτια του είχαν γουρλώσει από έκπληξη.
-Αν δε μου το φέρεις αυτό που σου ζήτησα θα έχεις παραβεί τη συμφωνία μας.
-Θα στο φέρω κι ελπίζω να ευχαριστηθείς πολύ πίνοντάς το.
O  Άρκαν γύρισε μ’ ένα γεμάτο ποτήρι που έμοιαζε να βράζει μ’ όλα αυτά που είχε μέσα. Η Αφρατούλα το πήρε και για μια στιγμή δίστασε. Ακόμα κι η μυρωδιά του ήταν φριχτή κι έφτανε ως εμένα που ήμουν κρυμμένος στα μαλλιά της. Αλλά μόλις είδε μια λάμψη θριάμβου στα μάτια του Άρκαν, έδωσε μια και κατάπιε το φοβερό μίγμα μια και κάτω. Το υγρό κύλησε στο λαιμό της σαν αναμμένο κάρβουνο κι όταν έφτασε στο στομάχι της νόμιζε πως έγινε έκρηξη.
– Κουράγιο μωρό μου, τελειώνουμε, της είπα. Παράγγειλε το ίδιο και με ξύδι αυτή τη φορά.
Η Αφρατούλα, όταν κατάφερε επιτέλους ν’ ανασάνει και σκούπισε τα μάτια της από τα δάκρυα, πρόσεξε ότι ο ‘Αρκαν  κι οι υπόλοιποι κυλιόντουσαν ακόμα στο έδαφος πιάνοντας το λαιμός τους, καθώς προσπαθούσαν να ανασάνουν. Χρειάστηκε να περάσουν κάμποσα λεπτά ώσπου να σηκωθούν όρθιοι και να σταθούν στα πόδια τους.
– Ανόητο κορίτσι, είπε ο Άρκαν με πνιγμένη φωνή ενώ οι άλλοι γύρω του έβηχαν. Ξέρεις κι άλλες τέτοιες συνταγές;
– Θέλω ξανά το ίδιο, είπε σταθερά το γενναίο κοριτσάκι, μόνο που αυτή τη φορά θέλω να βάλεις μέσα και μπόλικο ξύδι.
Σε λίγο εμφανίστηκε πάλι ο Άρκαν κατάχλωμος και δίνοντάς της το γεμισμένο ποτήρι ψιθύρισε:
– Ποτέ δεν πρόκειται να πιεις αυτό το πράγμα…
– Κοίτα με λοιπόν, είπε η Αφρατούλα κι έφερε το ποτήρι στο στόμα της.
Η έκρηξη που έγινε αυτή τη φορά στο στομάχι της ήταν χειρότερη από πριν. Ήταν σαν να έσκαγανι πυροτεχνήματα μέσα της. Αλλά ξαφνικά, πριν προλάβει να το πιει όλο, ο Άρκαν τινάχτηκε και έδωσε μια στο ποτήρι που έπεσε κάτω κι έγινε χίλια κομμάτια, σκορπίζοντας στο πάτωμα το φριχτό υγρό.
– Γρήγορα, πηγαίνετέ την στο Διαστημοδρόμιο και στείλτε την σπίτι της, ούρλιαξε ο ΄Άρκαν. Τέσσερις άντρες όρμησαν, σήκωσαν στα χέρια τους την Αφρατούλα και την πέταξαν σ’ ένα παράξενο αυτοκίνητο χωρίς ρόδες, που έμοιαζε με ελικόπτερο χωρίς έλικα. Κρατήθηκα από τα μαλλιά της για να μην πέσω. Το παράξενο αυτοκίνητο σηκώθηκε ένα μέτρο πάνω από το έδαφος και ξεκίνησε σαν βολίδα.
– Τα καταφέραμε Παραμυθά, μου ψιθύρισε η Αφρατούλα.
– Εσύ τα κατάφερες μωρό μου, όχι εγώ.
– Το μόνο που σκέφτομαι τώρα, είναι ο Γουρουνάκης. Τον λυπάμαι.
– Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι’ αυτόν Αφρατούλα μου. Υπάρχουν άνθρωποι που δίνουν τα πάντα, για να μη χάσουν αυτά που τους δίνουν ευχαρίστηση. Πρέπει, όμως, να σε χαιρετήσω μωρό μου, γιατί μπαίνουμε στο Διαστημοδρόμιο και πρέπει να σ’ αφήσω πριν μπεις στι διαστημόπλοιο για τη γη.
– Και δεν θα σε ξαναδώ Παραμυθά;
– Χα, χα, χα… Μη σε νοιάζει μωρό μου… Για χάρη σου θα ξαναγεννηθώ το 3.025 και θα βρεθούμε.
– Σ’ αγαπώ πολύ Παραμυθά.
– Κι εγώ σ’ αγαπώ πολύ μωρό μου, της είπα και δίνοντάς της ένα πεταχτό φιλί στο μάγουλο, πήδηξα στο έδαφος του Διαστημοδρόμιου.
«Ελπίζω να με βλέπει η Κλοκλό», σκέφτηκα κι άρχισα να κουνάω τα χέρια μου, κάνοντάς της σινιάλο να με γυρίσει χίλια τόσο χρόνια πίσω.
Φρουουουουπ…. Και βρέθηκα ξαφνικά μέσα στη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα του χρόνου . Εκείνη σήκωσε τη σφαίρα, βγήκα από κάτω και ξαναπήρα το κανονικό μου ύψος.

– Μπράβο Παραμυθά, είπε η Κλοκλό δίνοντάς μου ένα φιλί στη μάγουλο. Μια χαρά τα κατάφερες!
– Χωρίς τη μαγική σου σφαίρα Κλοκλό, δεν θα κατάφερνα τίποτα. Αλλά και η Αφρατούλα ήταν πολύ θαρραλέο κι έξυπνο κοριτσάκι. Και μια και τη θυμήθηκα, για να δούμε στ κρυστάλλινη σφαίρα σου τι έγινε.
Σκύψαμε και οι δύο πάνω από τη  μαγική κρυστάλλινη σφαίρα της, που βρισκόταν ακόμα στο 3.025 και παρακολουθούσε την Αφρατούλα. Την είδαμε μέσα στο Διαστημόπλοιο, μετά την είδαμε να κατεβαίνει στο Διαστημοδρόμιο «Αίσωπος» κι ύστερα ένα υπερηχητικό ταξί, την πήρε και την πήγε στο σπίτι της. Κατέβηκε με τις δυο βαλίτσες της και χτύπησε την πόρτα. Της άνοιξε η μητέρα της κι αφού έπεσε στην αγκαλιά της, την ρώτησε:
– Τι φαΐ έχουμε σήμερα μαμά;

– Αδιόρθωτο κοριτσάκι, μουρμούρισε η Κλοκλό, και βάλαμε και δύο τα γέλια κοιτάζοντας την Αφρατούλα Μπουλούκου μέσα στη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα του χρόνου.

 


Η Αφρατούλα Μπουλούκου (Β΄μέρος)

Σήμερα σας έχω τη συνέχεια από την ιστορία της Αφρατούλας Μπουλούκου. Όμως, δεν σας έχω και το τέλος. Αυτή η ιστορία μου βγαίνει μεγαλύτερη απ’ όσο την υπολόγιζα κι επειδή την έχω καταβρεί γράφοντάς την θέλω να το ευχαριστηθώ έως το τέλος. Μάλιστα πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι άρχισε να με τρώει η ιδέα να γράψω κι άλλες τέτοιες ιστορίες και να τις βγάλω με τον γενικό τίτλο, «ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ  Ιστορίες από το μέλλον». Ε; Πώς σας φαίνεται; Λοιπόοοον… Ας μην γράψω περίληψη και μεγαλώνει τζάμπα το post, αφού μπορείτε να πάτε στο προηγούμενο και να το φρεσκάρετε. Η Κλοκλό κι εγώ κοιτάζαμε πάντα στην μαγική κρυστάλλινη σφαίρα της που μας είχε πάει 1014 χρόνια αργότερα και παρακολουθούσαμε την περιπέτεια ενός κοριτσιού, που βρέθηκε σε έναν άλλο πλανήτη.

Αφρατούλα Μπουλούκου (Β’ μέρος)
Μέσα σε τρεις μέρες,  η Αφρατούλα είχε νοιώσει αδιάθετη από το φαΐ, μόνο δύο φορές, χάρη στο γερό της στομάχι που χώνευε γρήγορα και στις πολλές ασκήσεις γυμναστικής που έκανε για να το βοηθά. Πάντα, όπου κι αν βρισκόταν, κάποιο γκαρσόνι θα έκανε την εμφάνισή του για να την ρωτήσει αν θέλει τίποτα και να την βεβαιώσει ότι ένοιωθε τρομερή ευτυχία να την βλέπει να έχει τέτοια καταπληκτική όρεξη.
Κάτι πολύ παράξενο που πρόσεξε η Αφρατούλα, ήταν ότι ενώ δεν υπήρχαν άλλοι καλεσμένοι σ’ αυτό το μέρος, υπήρχαν πάρα πολλοί υπηρέτες και γκαρσόνια! Στην πραγματικότητα, υπήρχαν μόνο υπηρέτες και γκαρσόνια. Κι όλοι τους, ο ένας μετά τον άλλον, σερβίριζαν με τη σειρά τους την Αφρατούλα, κι όλοι τους κάρφωναν πάνω της, την ώρα που έτρωγε, τα λαμπερά γαλάζια μάτια τους. Μερικές φορές μάλιστα, τους έπιανε να γλύφουν τα χείλια τους, καθώς κατέβαζε μια μπουκιά από κάτι πολύ νόστιμο. Αυτή όλη η ιστορία την έκανε να νοιώθει πολύ δυσάρεστα. Στην αρχή σκέφτηκε πως έπρεπε να παραπονεθεί. Αλλά δεν μπορούσε να βρει ούτε πώς θα έλεγε το παράπονό της, ούτε και σε ποιον έπρεπε να το πει. Έπειτα από λίγο, όμως, το συνήθισε αυτό το ενοχλητικό κοίταγμα κι έπαψε να του δίνει σημασία. Κι όταν κάποιος απ’ όλους αυτούς που την κοιτούσαν όταν έτρωγε της χαμογελούσε, έπειτα από κάποια νόστιμη και χορταστική μπουκιά, χαμογελούσε κι εκείνη. Oι μέρες περνούσαν και κανένας από τους άλλους νικητές του διαγωνισμού δεν είχε έρθει. Φαίνεται πως το μπέρδεμα που είχε κάνει το ταξιδιωτικό πρακτορείο στο κλείσιμο των θέσεων, ήταν χειρότερο απ’ όσο μπορούσε να φανταστεί κανείς. Έτσι όπως πήγαιναν τα πράγματα, θα περνούσαν οι μισές διακοπές της Αφρατούλας και δεν θα είχε έρθει κανείς. Εκείνη, όμως, που ήταν πολύ ξύπνιο κορίτσι, ήθελε να μιλήσει όσο γινόταν πιο γρήγορα με κάποιον, για να συγκρίνει τις παρατηρήσεις που έκανε εκείνη για όλα αυτά που έβλεπε με τις παρατηρήσεις και κάποιου άλλου. Δεν άντεχε άλλο πια μόνη της. Ακόμα και η φαντασία που είχε στην αρχή, όταν έδινε παραγγελία για το τι θα φάει, είχε στερέψει. Έτσι, ένα μεσημέρι, άκουσε έκπληκτη τον εαυτό της να παραγγέλνει μόνο μια τυρόπιτα! Και τότε ήταν που συνάντησε τον Γουρουνάκη.


Η συνάντησή τους έγινε ύστερα από ένα ατύχημα. Η Αφρατούλα, από κάμποση ώρα, είχε βάλει στο σημάδι ένα θάμνο και του πετούσε πέτρες. Όταν ξαφνικά, ακούστηκε μια στριγκλιά πίσω από τον μεγάλο θάμνο. Έτρεξε  και πίσω από τα πυκνά φυλλώματα, ανακάλυψε κάποιον που ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα στο γρασίδι κι έτριβε το στήθος του. Ήταν ένα αγόρι, στην ηλικία της, μαυρισμένο από τον ήλιο, που φορούσε μόνο ένα ξεχειλωμένο κοντό παντελονάκι και που ήταν απίστευτα χοντρό! Ήταν το πιο χοντρό αγόρι που είχε δει η Αφρατούλα σ’ όλη της τη ζωή! Τα μάτια του, είχαν σχεδόν εξαφανιστεί πίσω από τα φουσκωμένα μάγουλά του, που κατέβαιναν και σχημάτιζαν ένα διπλό πηγούνι που έκρυβε το λαιμό του. Όλο το στήθος του τρεμούλιαζε καθώς έτριβε το σημείο που τον είχε χτυπήσει η πέτρα της Αφρατούλας και μουρμούριζε:
-Το φαντάστηκα πως θα ‘σουν εσύ, παρ’ όλο που έκανα τα πάντα μέχρι τώρα για να μη συναντηθούμε.
Η φωνή του ήταν μουντή κι όταν μίλαγε ψεύδιζε κι έμοιαζε ν’ αναπνέει με δυσκολία.
-Με συγχωρείς πολύ που σε χτύπησα, αλλά μου είχαν πει πως ήμουν ολομόναχη εδώ πέρα κι έτσι δεν πρόσεχα…
…του είπε η Αφρατούλα και παρ’ όλο που ήξερε πως αυτό που έκανε δεν ήταν ευγενικό, είχε στυλώσει τα μάτια της χωρίς να μπορεί να τα ξεκολλήσει, πάνω στη μέση τού αγοριού, που ξεχείλιζε υπερβολικά στα πλάγια, και στην κοιλιά του που πεταγόταν ψηλά. Το αγόρι που πρόσεξε το βλέμμα της, είπε:
-Την τελευταία φορά που μετρήθηκα ήταν ενάμισι μέτρο.
-Τι ήταν ενάμισι μέτρο;
-Η μέση μου. Αυτή δεν κοιτάς τόση ώρα; Δεν είναι και κανένα σπουδαίο θέαμα για ένα καλοανατεθραμμένο κορίτσι. Κι όταν μάλιστα δεν φοράω και τίποτ’ άλλο από πάνω… Το κακό όμως είναι ότι δεν μου κάνουν πια τα ρούχα μου. ‘Oλα μου τα πουκάμισα έχουν σκιστεί απ’ το τέντωμα και στο παντελόνι μου προσθέτω συνέχεια μπαλώματα για να φαρδαίνει. Με συγχωρείς μια στιγμή…
Το χοντρό αγόρι, τράβηξε με κόπο από κάτω του ένα κομμάτι ύφασμα που έμοιαζε με πόντσο, πέρασε το κεφάλι του από την τρύπα που είχε στη μέση και το ρούχο έπεσε πάνω του σαν τέντα.
-Σαν καλύτερα να ‘ναι τώρα, ε; Έγινα πιο εμφανίσιμος. Δεν θα ‘πρεπε ίσως να ντρέπομαι τόσο πολύ για το πάχος μου, αλλά τι να κάνω; Ντρέπομαι… Τέλος πάντων.  Με λένε Αντώνη. Αντώνη Μπουμπούκη. Αλλά επειδή τρώω πολύ κι είμαι χοντρός, οι φίλοι μου με φωνάζουν «Γουρουνάκη». Χα!… Τώρα θα ‘πρεπε να με δουν… Χα… Χα…
O Γουρουνάκης γέλασε αμήχανα. Στην πραγματικότητα έδειχνε πολύ δυστυχισμένος.
-Εμένα με λένε Αμαλία Μπουλούκου, αλλά όλοι με φωνάζουν Αφρατούλα.
-Χα… Μοιάζεις με Αφρατούλα. Καλά, καλά… μην πεις τίποτα… Το ξέρω πως κι εγώ μοιάζω με γουρουνάκι.
-Μα δεν θα σου έλεγα κάτι τέτοιο…
…είπε η Αφρατούλα και σκέφτηκε πως αυτή ήταν λίγο πιο ευτυχισμένη απ’ αυτό το χοντρό αγόρι. Εκείνο, τη ρώτησε:
-Πώς κατάφεραν και σ’ έφεραν εδώ; Εμένα με παρέσυραν με ένα διαγωνισμό Διαγαλαξιακής ζωγραφικής για παιδιά. Το βραβείο ήταν ένα τζάμπα εισιτήριο, και η διαμονή σε ένα πολύ ωραίο μέρος  και φαΐ, όσο ήθελα κι όποτε το ήθελα. Κέρδισα στο διαγωνισμό, λοιπόν και βρέθηκα εδώ. Πέρασαν δεκαπέντε μέρες από τότε που είχα έρθει εδώ, ώσπου να καταλάβω τι είχε γίνει… Αλλά τότε πια ήταν αργά.
Η Αφρατούλα άρχισε να κάνει τη μια ερώτηση πάνω στην άλλη. Ο Γουρουνάκης την έκοψε σηκώνοντας το χέρι του και της είπε:
-Είναι πολύ απλό. Μας έχουν απαγάγει σε έναν άγνωστο πλανήτη, που οι κάτοικοί τους είναι ίδιοι με μας στη γη.
-Αυτό είναι αδύνατο, είπε η Αφρατούλα κοιτώντας έκπληκτη τον Γουρουνάκη. Δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Της φαινόταν εντελώς απίθανο να τους έχουν απαγάγει. Του έριξε λοιπόν μια δύσπιστη ματιά και ξανάπε με πείσμα.
-Αυτό είναι αδύνατο!
-Να, όμως, που εσύ κι εγώ βρισκόμαστε εδώ πέρα.
-Εγώ ό,τι ώρα θέλω μπορώ να φύγω, είπε με πείσμα η Αφρατούλα.
-Για δοκίμασε, την προκάλεσε ο Γουρουνάκης. Προσπάθησε μόνο να βρεις μια έξοδο σ’ αυτό τον κήπο. Εγώ το έκανα πολλές φορές τις πρώτες μέρες που δεν είχα παχύνει τόσο πολύ από το φαΐ και μπορούσα να κινούμαι εύκολα. Δεν ξέρω πως το έχουν καταφέρει αυτό, ίσως με διάφορους καθρέφτες, αλλά απ’ οπουδήποτε κι αν πας κι οσοδήποτε κι αν προχωρήσεις κάποια στιγμή θα ξαναφτάσεις στο σημείο απ’ όπου ξεκίνησες. Ίσως να σου έχει τύχει κι εσένα αυτό αλλά να μην το έχεις προσέξει.
-Δεν σε πιστεύω…
…φώναξε δυνατά η Αφρατούλα, για να τον κάνει να πιστέψει πως δεν είχε φοβηθεί, αλλά εκείνος της είπε αναστενάζοντας:
-Θα με πιστέψεις με τον καιρό.
-Μα πού βρισκόμαστε;
-Μακάρι να ‘ξερα… Είμαι, πάντως, βέβαιος πως δεν βρισκόμαστε στη γη.
-Και δεν μου λες σε παρακαλώ, ρώτησε η Αφρατούλα γιατί να θέλουν να με απαγάγουν;
– Για να τρως… Για να τρως… Όπως είδες μπορείς να φας ό,τι θελήσεις  κι όποτε το θελήσεις. Δεν τους φέρνεις ποτέ σε δύσκολη θέση. Εμείς μόνο είμαστε τώρα σε δύσκολη θέση…
O Γουρουνάκης, γούρλωσε ξαφνικά τα μάτια του, κοιτώντας τρομαγμένος πίσω απ’ τη Αφρατούλα και ψιθύρισε:
-Ωχ, μας έπιασαν.
Καθώς ο Γουρουνάκης προσπαθούσε να σηκωθεί κουνώντας χέρια και πόδια, έμοιαζε σαν μεγάλη αναποδογυρισμένη χελώνα της θάλασσας. Η Αφρατούλα του άπλωσε το χέρι της για να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Και τότε είδε το πανύψηλο γκαρσόνι να την κοιτάει σιωπηλό. Είχε βγάλει τη στολή του και φορούσε μια φαρδιά μαύρη ρόμπα, κεντημένη με χρυσή κλωστή, που κυμάτιζε καθώς φυσούσε ένα ελαφρύ αεράκι. O Γουρουνάκης μουρμούρισε:
-Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μας κοιτάζεις μ’ αυτό το ύφος. Μόλις άρχισα να της λέω γιατί είναι εδώ.
– Δηλαδή, κύριε….
-Μπορείς να με λες Άρκαν, είπε το γκαρσόνι που δεν ήταν πια ντυμένο γκαρσόνι. Δεν είναι το όνομά μου, αλλά ένας τίτλος ευγενείας που έχουμε εδώ. Κάτι ανάμεσα σαν τα δικά σας που είχατε στην αρχαιότητα στη γη, «λόρδος» και «πρίγκιπας», αλλά όχι ακριβώς.
Η Αφρατούλα, ένοιωσε να της ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι απ’ το θυμό της και τον ρώτησε:
-Και τι θέλεις από μένα;

-Το μόνο που θέλω από σένα είναι να τρως με όσο γίνεται πιο πολύ ευχαρίστηση το φαγητό σου.
-Καλύτερα να της τα πεις όλα, επέμενε ο Γουρουνάκης.
-Τι άλλο μένει να της πω;

…ρώτησε απαλά με την τραγουδιστή του φωνή ο Άρκαν τον Γουρουνάκη, σηκώνοντας ψηλά τα χέρια του σαν ν’ απορούσε πραγματικά, και τα φαρδιά μανίκια του που απλώθηκαν μ’ αυτή την κίνηση τον έκαναν να μοιάζει με μεγάλο πουλί.
-Τι άλλο να πω; Να… Είμαι πολύ πλούσιος. Εκατό φορές πιο πλούσιος κι απ’ τον πλουσιότερο άνθρωπο που έχετε στη γη. Μπορώ να έχω ό,τι θέλω, όπου κι αν βρίσκεται στους Γαλαξίες.
-Ωραία. Και τότε τι θέλετε από μένα… κι από αυτόν;

…ξαναρώτησε εκνευρισμένη η Αφρατούλα δείχνοντας τον Γουρουνάκη.
-Αυτό που θέλω, απάντησε ο Άρκαν,  είναι να χρησιμοποιήσω δύο ικανότητες που έχετε και που εγώ δεν μπορώ να αποκτήσω, ούτε με όλα τα πλούτη του σύμπαντος. Έχετε την ικανότητα να μπορείτε να μυρίζετε και το πιο σπουδαίο έχετε την ικανότητα να γεύεστε. Τα όντα αυτού του πλανήτη έχασαν τις αισθήσεις τής όσφρησης και της γεύσης από τα πρώτα κιόλας στάδια της εξέλιξής τους. Βέβαια θα μου πεις πως αυτά τα δύο πράγματα δεν έχουν καμιά σοβαρή χρησιμότητα και το μόνο που σου προσφέρουν είναι μια απλή ευχαρίστηση. Από πάντα θεωρούσαμε ότι όταν κανείς σταματάει για να μυρίσει ένα λουλούδι, χάνει πολύτιμο χρόνο που θα μπορούσε να τον είχε χρησιμοποιήσει δουλεύοντας· κι όταν δεν χάνεις άσκοπα τον καιρό σου προσπαθώντας να μαγειρέψεις νόστιμα φαγητά, αφού ότι κι αν φας είναι απλώς για να τραφείς, μπορείς να τον περάσεις κάνοντας σοβαρότερα πράγματα. Πρέπει να σου πω, λοιπόν, πως εμείς εδώ δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε από τι υλικά είναι φτιαγμένο ένα φαγητό, αν είναι αλμυρό ή ανάλατο  και δεν καταλαβαίνουμε καν αν είναι κρύο ή ζεστό. Κι έτσι λοιπόν, τρώμε το πρώτο πράγμα που θα βρεθεί μπροστά μας.
-Ε, και λοιπόν; Τι σχέση έχω εγώ μ’ όλα αυτά;
…ρώτησε η Αφρατούλα, που είχε αρχίσει να λυπάται λίγο τον Άρκαν, αλλά εξακολουθούσε να είναι πάντα θυμωμένη που την είχαν απαγάγει.
O Άρκαν χαμογέλασε παράξενα κι ύστερα της απάντησε, ενώ τα μάτια του άρχισαν να λάμπουν παράξενα.
-Όταν μια μέρα, δεν ξέρουμε πως έγινε,  χάσαμε αυτές τις αισθήσεις, παρ’ όλο που είναι στην ουσία άχρηστες, ωστόσο είναι πολύ ωραίες και θα θέλαμε να τις έχουμε. Εσύ, λοιπόν, μας χρησιμεύεις για τη γεύση που έχεις τρώγοντας. Τη γεύση αυτή, που έχεις στο στόμα σου μπορούμε να την παίρνουμε από το μυαλό σου, κοιτάζοντας στα μάτια σου. Και για να καταλάβεις καλύτερα τι θέλω να πω. Εάν εγώ, τώρα, φάω έναν κεφτέ, θα μου είναι το ίδιο σαν να τρώω άχυρα. Εάν όμως έχω τα μάτια μου καρφωμένα στα μάτια σου την ώρα που τρως ένα παγωτό, τότε θα νοιώθω όλη του τη γεύση καθώς θα βυθίζεις τα δόντια σου σ’ αυτό. Θα νοιώθω όλη την υπέροχη γεύση από την κρέμα, τη ζάχαρη και τη σοκολάτα που θα έχεις στον ουρανίσκο σου και στη γλώσσα σου. Αχ, τι υπέροχα!…. Και μια και μιλάμε για όλα αυτά μήπως θα ήθελες να σου φέρω ένα ωραίο παγωτό βανίλια σοκολάτα, με σαντιγί, βύσσινα κι αμύγδαλα και σιρόπι σοκολάτα;
-Α, ώστε γι’ αυτό κάθε φορά που τρώω κάποιος με κοιτάζει διαρκώς, είπε η Αφρατούλα κουνώντας το κεφάλι της.
-Ακριβώς. Oι φίλοι μου κι εγώ κάναμε στα ψέματα πως είμαστε γκαρσόνια κι υπηρέτες, για να μην σε βάλουμε σε υποψίες. Τώρα, όμως, που τα έμαθες όλα, θα γλυτώσουμε τουλάχιστον απ’ αυτά τα ανόητα ρούχα που αναγκαζόμαστε να φοράμε.
-Εγώ θέλω να γυρίσω σπίτι μου, είπε η Αφρατούλα και τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
-Μα γιατί; ‘Oλα εδώ πέρα είναι τέλεια, της είπε ο Άρκαν. Μοιραζόμαστε κάθε ευχαρίστηση. Και για τις δυο πλευρές υπάρχουν μόνο πλεονεκτήματα και καθόλου μειονεκτήματα.
-Καθόλου μειονεκτήματα, ε!  Είπε ο Γουρουνάκης ειρωνικά. Ας γελάσω… Κοίταξε εμένα Αφρατούλα. Ορίστε τα πλεονεκτήματα. Αυτοί παίρνουν μόνο την ευχαρίστηση από το φαγητό, ενώ εμείς παχαίνουμε κιόλας. Κοίταξέ με. Είμαι τόσο χοντρός και βαρύς που δυσκολεύομαι να περπατήσω.
-Και εσύ πάλι, γιατί τρως τόσο πολύ, τον ρώτησε η Αφρατούλα.
-Γιατί δεν μπορώ να συγκρατήσω τον εαυτό μου. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά μου είναι αδύνατον να σταματήσω να τρώω. Κάθε πρωί μόλις ξυπνήσω λέω στον εαυτό μου: «Από σήμερα θα κάνεις δίαιτα». Αλλά όταν σκέφτομαι έπειτα το παστίτσιο, το ψητό κοτόπουλο με τις τηγανιτές πατάτες· τις πάστες και τα παγωτά με την σαντιγί και τους λουκουμάδες με το μέλι,  παραλύει κάθε δύναμη μέσα μου. Κι εκείνοι έρχονται κάθε τόσο και με παρασύρουν και τρώω. Εκεί που κάθομαι ξαπλωμένος και προσπαθώ να μην σκέφτομαι, αυτοί με πλησιάζουν και μου ψιθυρίζουν: «Τι θα έλεγες για μια καλοψημένη ομελέτα με πατάτες τηγανητές;» Α, είναι σατανικό!… Με κάνουν να τρώω μέχρι σκασμού. Κι εσύ κυρία μου, μην είσαι τόσο σίγουρη για τον εαυτό σου. Βάζω στοίχημα πως το μπλου-τζην σου έχει αρχίσει να σε στενεύει.
Τα μάτια του Γουρουνάκη, είχαν πλημυρίσει από δάκρυα. Η Αφρατούλα σκέφτηκε πως πραγματικά το μπλου-τζην της, είχαν αρχίσει να την στενεύουν. Κι εκείνο το πρωί είχε αρχίσει να σκέφτεται σοβαρά, μήπως θά ‘ταν καλύτερα ν’ αρχίσει να φοράει φουστάνια. Κοίταξε τον Γουρουνάκη, μ’ ένα βλέμμα γεμάτο τρόμο. Άραγε θα καταντούσε σαν κι αυτόν; Πήρε, λοιπόν, ένα παγωμένο ύφος και γυρίζοντας στον Άρκαν του είπε:
-Θέλω να γυρίσω στο σπίτι μου.

O Άρκαν κούνησε το κεφάλι του και της είπε:
-Αυτό δεν γίνεται έχεις υπογράψει μια συμφωνία.
-Συμφωνία; Τι συμφωνία; Εγώ δεν έχω υπογράψει καμιά συμφωνία.
-Πως… Υπέγραψες την αίτηση για τον διαγωνισμό έκθεσης. Δεν διάβασες τι έλεγε ο κανονισμός; Έλεγε ότι ως τη στιγμή που θα αρνηθούμε να σου φέρουμε κάτι που θα ζητήσεις να φας, είσαι υποχρεωμένη να μένεις εδώ. Και οι Διαγαλαξιακοί Νόμοι μας επιτρέπουν να σε κρατήσουμε, ακόμα κι αν δεν θέλεις εσύ. Θα μπορέσεις να φύγεις μόνο όταν μας ζητήσεις κάτι που θα αρνηθούμε να στο δώσουμε.
Παρ’ όλο που ο Άρκαν είχε πολύ επιβλητική εμφάνιση, η Αφρατούλα είχε θυμώσει τόσο πολύ, που δεν άντεξε και του τράβηξε μια γερή κλοτσιά στο καλάμι. Εκείνος, όμως, χαμογέλασε ψυχρά στο μικρό κορίτσι που είχε γίνει κατακόκκινο από το θυμό του και είπε:
-Ξέχασα να σου πω ότι έχουμε χάσει και την αίσθηση του πόνου. Η κλοτσιά σου λοιπόν, πήγε χαμένη.
Και με χείλια σφιγμένα από το θυμό, που έμοιαζαν πια σαν μια λεπτή γραμμή, ο Άρκαν τους γύρισε την πλάτη κι άρχισε ν’ απομακρύνεται, ενώ η μαύρη χρυσοκέντητη ρόμπα του, κυμάτιζε πίσω του καθώς την φυσούσε τ’ αεράκι. Η Αφρατούλα, έξαλλη από το θυμό της, του φώναξε πίσω του καθώς την φυσούσε τ’ αεράκι.
-Μη σε νοιάζει… Το νοιώθω ότι κάτι θα γίνει και θα φύγουμε από ‘δω. Κάτι θα σκεφτώ.
Η Αφρατούλα κοιτούσε τον Άρκαν καθώς έφευγε. Εκείνος όμως συνέχισε να περπατάει, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά πίσω του.
O Γουρουνάκης  χτύπησε ελαφρά την Αφρατούλα στον ώμο και της είπε ειρωνικά:
-Αντί να σκεφτείς τι θα κάνεις σ’ αυτούς, δεν κατεβάζεις καμιά ιδέα για μεσημεριανό φαγητό; Τι λες; Αρχίζουμε με θαλασσινά και πεπόνι;
Η Αφρατούλα, ένοιωσε μια τρομερή επιθυμία να τον κλοτσήσει κι αυτόν στο καλάμι, όπως είχε κλοτσήσει τον Άρκαν. Εδώ έπρεπε να κάτσουν να στύψουν το μυαλό τους για να βρουν τρόπους να δραπετεύσουν κι αυτό το ανόητο παιδί, δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο από το φαγητό!
Η Αφρατούλα αποφάσισε να μη φάει μεσημεριανό και να ψάξει να βρει μια έξοδο στο τεράστιο πάρκο, παρ’ όλο που ο Γουρουνάκης της είχε πει πως δεν υπήρχε καμιά. Έψαξε, έψαξε… έψαξε… αλλά τίποτα! Ο Γουρουνάκης είχε δίκιο: δεν υπήρχε έξοδος από το πάρκο πουθενά. Κάθε τόσο βρισκόταν πάλι στο ίδιο μέρος απ’ όπου είχε ξεκινήσει το ψάξιμο! Έτσι η Αφρατούλα κατακουρασμένη και πεινασμένη, γύρισε πίσω κι αντί να πιει μόνο το απογευματινό τσάι της, έφαγε απανωτά δυο πιάτα γαρίδες, μερικές πάστες, κάμποσες φρουτοσαλάτες και μια καλοψημένη τάρτα με μαρμελάδα. Δεν μπόρεσε ν’ αρνηθεί τα φαγητά που της πρόσφερε με χαμόγελο ο Άρκαν, που τα γαλάζια μάτια του έλαμψαν από ευχαρίστηση, όταν η Αφρατούλα του ζήτησε άλλη μια τάρτα με μαρμελάδα.

Η Κλοκλό κι εγώ, χίλια τόσα χρόνια πίσω, σηκώσαμε τα μάτια μας από τη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα όπου παρακολουθούσαμε τα δύο παιδιά, απροστάτευτα σε ένα μακρινό πλανήτη, και κοιταχτήκαμε στεναχωρημένα.
– Τσ, τσ, τσ…έκανα κουνώντας το κεφάλι μου. Πώς μπλέξανε έτσι αυτά τα παιδιά; Και πώς να τους βοηθήσουμε, που είναι πάνω από 1.000 χρόνια μακριά;
– Γιατί έχεις καμιά ιδέα Παραμυθά; ρώτησε η Κλοκλό.
– Ναι, κάτι σκέφτομαι, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Γιατί ρωτά, όμως;
– Τι θα ‘λεγες αν σου πω ότι μπορείς να βρεθείς εκεί;
– Τι λες, Κλοκλό, είπα γουρλώνοντας τα μάτια μου. Και πώς θα γίνει αυτό;
– Χι, χι, χι… γέλασε η Κλοκλό, με γέλιο μάγισσας. Αυτή μαγική κρυστάλλινη σφαίρα, είναι και μηχανή του χρόνου και αφού εσύ μπορείς να γίνεσαι μικρός σαν καρφίτσα, μπορώ να σε στείλω όσες χιλιάδες χρόνια θες μπροστά και όπου θες.
– Πω, πω… έκανα σαν χαμένος. Φαίνεται ότι όταν μπλέξει μία μάγισσα με την τεχνολογία, δεν σταματάει μπροστά σε τίποτα!
– Έτσι είναι, είπε υπερήφανη η Κλοκλό για τη μαγική, ηλεκτρονική σφαίρα της και συνέχισε:
– Τι λες, λοιπόν, να σε πάω εκεί να βοηθήσεις αυτά τα παιδιά πριν γίνουν σαν ελέφαντες από το πάχος.
– Και βέβαια να με πας. Αλλά θέλω να τους παρακολουθήσω λίγο ακόμα, για να σιγουρευτώ γι’ αυτό που σκέφτηκα.
Έτσι, η Κλοκλό κι εγώ, ξανασκύψαμε πάνω από τη κρυστάλλινη σφαίρα για να δούμε τι γινόταν σε έναν άλλο πλανήτη, 1.014 χρόνια μακριά.

Η συνέχεια, όμως, και το τέλος της ιστορίας, στο άλλο post.
Καλό βράδυ και καλή βδομάδα.

Π.

 

Η Αφρατούλα Μπουλούκου (Α’ μέρος)

Εδώ και καιρό, γυροφέρνω στο κεφάλι μου μια ιδέα, για να γράψω ιστορίες επιστημονικής φαντασίας. Περιπέτειες του Παραμυθά από το …μέλλον. Ναι, ξέρω, μου το έχουν ξαναπεί: «σουρεάλα ο παππούς»!   Αλλά μια κι από αυτό εδώ το blog έχουν ξεκινήσει διάφορα τα τελευταία τρία χρόνια, λέω να δοκιμάσω κι αυτό εδώ, για να μου πείτε τη γνώμη σας.
Λοιπόοοον… Η πρώτη ιστορία έχει τίτλο, «Αφρατούλα Μπουλούκου». Ναι, ξέρω δεν μοιάζει και πολύ για  science fiction  ο τίτλος, αλλά περιμένετε και θα δείτε. Επειδή είναι μεγάλη η ιστορία, και για να έχουμε και λίγο σασπένς, σήμερα θα σας γράψω εδώ το πρώτο μέρος. Και επιτρέψτε μου να αφιερώσω την ιστορία της Αφρατούλας Μπουλούκου, στις μπουλούκες αφρατούλες φίλες μου – έχω τουλάχιστον τρεις.

Πριν λίγες μέρες η καλή μου φίλη η μάγισσα Κλοκλό, με φώναξε να πάω σπίτι της για να μου δείξει κάτι εντυπωσιακό. Μια και δυο, τα παρατάω όλα και φεύγω πετώντας για την Κλοκλό.
Καλώς τον Παραμυθά», μου λέει η Κλοκλό μόλις μπήκα πετώντας από το παράθυρο του σπιτιού της, που το ‘ χε αφήσει επίτηδες ανοιχτό για μένα.
«Τι τρέχει Κλοκλό, κι ήθελες να ‘ρθω τόσο γρήγορα;»
«Έχω κάτι καταπληκτικό, που θα σ’ αρέσει φοβερά! Κατάφερα κάτι απίστευτο με την μαγική κρυστάλλινη σφαίρα μου: μπορώ να βλέπω τι γίνεται στο μέλλον!»
«Δηλαδή, κάτι σαν τη μηχανή του χρόνου;» ρώτησα με θαυμασμό.
«Α-κρι-βώς, φίλε μου Παραμυθά. Η μαγική κρυστάλλινη σφαίρα μου είναι πια και μια κρυστάλλινη σφαίρα του χρόνου. Αρκεί να πω τα κατάλληλα μαγικά λόγια που σκέφτηκα, και… τσουπ: Λες και παρακολουθώ έργο στην τηλεόραση, βλέπω τι γίνεται κάπου στο μέλλον».
«Και τι βλέπεις στο μέλλον, Κλοκλό;»
«Χα! Εδώ είναι το παράξενο: βλέπω ιστορίες με παιδιά! Δεν ξέρω πώς γίνεται, αλλά μόλις πω τα μαγικά λόγια, στην μαγική κρυστάλλινη σφαίρα μου αρχίζω να βλέπω μία ιστορία με παιδιά. Γι’ αυτό σε φώναξα, για να τις δεις εσύ που ξέρεις να διηγείσαι ωραία ιστορίες στα παιδιά και να τους τις λες μετά ή να τις κάνεις βιβλίο». Και λέγοντας αυτά η Κλοκλό, με πήρε από το χέρι και με ‘φερε στο τραπεζάκι με την μαγική κρυστάλλινη σφαίρα της.
«Για βάλε, για βάλε…» είπα μπερδεμένος από την ανυπομονησία μου λες και θα  ‘βαζε κάτι στην τηλεόραση. «Ε, συγνώμη, Κλοκλό, θέλω να πω για πες τα μαγικά λόγια σου».
Ίκου, μπίκου, φλίκου,
Σφαίρα πεταξίκου,
Πεταξίκου χρόνια, μακριά,
Και δείξε μας κάτι καθαρά,
Χιλιάδες χρόνια πιο μετά.
Και τότε, είδα να γράφεται πάνω στη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα ο αριθμός 3.025 μ.Χ. Κατάλαβα! Θα μας πήγαινε στο έτος 3.025! Έτσι κι έγινε. Κι είδαμε μια ιστορία καταπληκτική! Μια ιστορία για ένα μικρό, παχουλό, γλυκό κοριτσάκι που το λέγανε Αφρατούλα. Και ήρθε η ώρα να σας την πω για να την μάθετε κι εσείς. Λοιπόν…

Αφρατούλα Μπουλούκου
Πέρασαν κάμποσες μέρες προτού η Αφρατούλα Μπουλούκου καταλάβει ότι την είχαν απαγάγει. Και πραγματικά δεν υπήρχε κανένας λόγος που να την κάνει να υποψιαστεί κάτι τέτοιο. Γιατί ποιος θα ‘μπαινε στον κόπο να απαγάγει την εντεκάχρονη κόρη ενός απλού υπάλληλου του Διαστημοδρόμιου ΑΙΣΩΠΟΣ των Αθηνών, του κυρίου Αλέξανδρου Μπουλούκου,   που θα του ήταν αδύνατο να πληρώσει ακόμα και τα πιο χαμηλά λύτρα για να την πάρει πίσω. Oύτε πια ήταν τόσο όμορφη που να θέλει κανείς να την κλέψει για να την κρατήσει. Με τα χοντρά πουλόβερ από τον πλανήτη Άρη – που ήταν φοβερά της μόδας το 3025 μ.Χ. στη γη –  και τα κλασσικά παλιομοδίτικα μπλου τζην που φορούσε πάντα η Αφρατούλα, έμοιαζε πιο πολύ για αγόρι παρά για κορίτσι. Το πραγματικό της όνομα ήταν Αμαλία. Αλλά η μοναδική φορά που κάποιος τη φώναξε μ’ αυτό το όνομα, ήταν η ιέρεια του ναού, την ημέρα που τη βάφτισε. Λίγους μήνες αφού είχε γεννηθεί, βλέποντάς την ο πατέρας της ντυμένη για πρώτη φορά με την, ειδική για μωρά, κοκκινόασπρη αντιμικροβιακή φόρμα, έτσι παχουλή που ήταν τον έκανε να βάλει τα γέλια και να της φωνάξει τρυφερά: «Αφρατούλα μου, εσύ…». Κι από τότε, αφρατούλα ο ένας, αφρατούλα ο άλλος, στο τέλος το «Αφρατούλα» της κόλλησε για πάντα, κι ούτε που θυμόταν πια κανείς το πραγματικό της όνομα γιατί μεγαλώνοντας συνέχισε πάντοτε να ‘ναι πολύ παχουλή, και το «Αφρατούλα» τής ταίριαζε θαυμάσια, αφού έμοιαζε με εκείνα τα παραδοσιακά αφράτα τσουρέκια, που έφτιαχναν στην Αθήνα πριν από χιλιάδες χρόνια, όποτε γιόρταζαν μια γιορτή που την έλεγαν, «Πάσχα».
Δεν υπήρχε λοιπόν κανένας που να ήθελε ν’ απαγάγει την Αφρατούλα με το μεγάλο στρογγυλό πρόσωπο, τους φαρδείς ώμους και τα γεροδεμένα χέρια της, που έτσι και σου έδινε σφαλιάρα ή χαστούκι – αν και ήταν μόλις έντεκα χρονών – ξεραινόσουν από τον πόνο. Κι ούτε πάλι ήταν ειδικά έξυπνη.  Στο σχολείο δεν έβρισκε να υπάρχει τίποτα άλλο ενδιαφέρον, εκτός από την ώρα της γυμναστικής όπου έπαιζαν διάφορα παιχνίδια. Καταλαβαίνετε τώρα την έκπληξη που ένοιωσαν όλοι, όταν με τη λίγη γραμματική που ήξερε και με την κακή ορθογραφία της, όχι μόνο δήλωσε συμμετοχή σ’ έναν Πανγαλαξιακό διαγωνισμό έκθεσης, αλλά στο τέλος κέρδισε και το πρώτο βραβείο! Το θέμα που είχε η έκθεση του διαγωνισμού ήταν: «Το φαγητό». Και η Αφρατούλα σ’ ό,τι είχε σχέση με φαγητό, ήταν αυθεντία. Ωστόσο ο δάσκαλός της δεν μπορούσε ποτέ να πιστέψει πώς μία έκθεση, που άρχιζε: «Μου αρέσουν πολύ οι κεφτέδες Κρόνου, το αρνάκι λεμονάτο αλλά πλανήτη Αφροδίτη, το παστίτσιο τέσσερις γαλαξίες, τα τιναχτά διαστημικά καλαμαράκια, οι κλασσικές τηγανητές πατάτες, οι μπριζόλες από κρέας ταύρων του πλανήτη Άρη….» και που συνεχιζόταν έτσι για τρεις ολόκληρες σελίδες χωρίς να λέει τίποτε’ άλλο, λες και ήταν κατάλογος εστιατορίου, δεν θα μπορούσε ποτέ να πιστέψει ο καημένος ο δάσκαλος ότι μια τέτοια μονότονη και αδιάφορη έκθεση, θα μπορούσε να κερδίσει το πρώτο βραβείο, απ’ όλο τον Γαλαξία. Και να τι ήταν το βραβείο: Oι τυχεροί νικητές του διαγωνισμού, θα έκαναν ένα μήνα διακοπές κάτω από τον ζεστό ήλιο ενός μικρού, σχεδόν άγνωστου, πλανήτη της άγονης γραμμής, του PILANIK, όπου θα έτρωγαν ό,τι ήθελαν, όσο ήθελαν και όποτε το ήθελαν. Και η Αφρατούλα Μπουλούκου, κέρδισε το πρώτο βραβείο!
Την ημέρα που έπρεπε να φύγει για τις διακοπές του βραβείου, ο πατέρας της Αφρατούλας, πήρε άδεια από τη δουλειά του και πήγε ο ίδιος την κόρη του στο Διαστημοδρόμιο, όπου μια πολύ ευγενική αεροσυνοδός της PILANIK AIRLINES, την πήρε από τον έλεγχο διαβατηρίων και την οδήγησε στο διαστημικό λεωφορείο. Εκεί, αφού της εξήγησε πώς θα κλείσει τη μαγνητική ζώνη ασφαλείας, της πρόσφερε ένα ολόγλυκο αναψυκτικό. Κι ενώ η Αφρατούλα περίμενε ν’ απογειωθεί το λεωφορείο και να τους σερβίρουν κάτι φαγώσιμο, άρχισε ξαφνικά χωρίς να νυστάζει να χασμουριέται, να νοιώθει τα βλέφαρά της βαριά και προτού αρχίσει το πρώτο της διαστημικό ταξίδι, είχε αποκοιμηθεί βαθιά.
Όταν άνοιξε τα μάτια της η Αφρατούλα, βρισκόταν ξαπλωμένη σε μια μεγάλη κρεβατοκάμαρα, πλημυρισμένη από τις χρυσές ακτίνες του ήλιου που έκαναν τα πάντα εκεί μέσα να λάμπουν. Τεντώθηκε στο κρεβάτι της, έπαιξε με τα δάχτυλα των ποδιών της και τότε κατάλαβε πως βρισκόταν σ’ ένα μέρος που το έβλεπε για πρώτη φορά, και που της ήταν εντελώς ξένο. Πέταξε από πάνω της το άσπρο μεταξωτό πάπλωμα, πήδηξε απ’ το κρεβάτι πάνω σ’ ένα χαλί από κάτασπρη παχιά γούνα και κοίταξε προσεκτικά το δωμάτιο που ήταν ολόκληρο σκεπασμένο από μάρμαρο και χρυσάφι. Εκνευρίστηκε πολύ καθώς σκέφτηκε πως με το να κοιμηθεί στο διαστημικό λεωφορείο είχε χάσει το υπέροχο φαγητό που θα πρόσφεραν την ώρα της πτήσης και που τόσο ήθελε να δοκιμάσει. Και τώρα; Πού να βρισκόταν άραγε; ‘Ήταν έτοιμη ν’ αρχίσει να φωνάζει, όταν πρόσεξε πως δίπλα στο κρεβάτι κρεμόταν ένα χρυσό κορδόνι, σαν εκείνα που είχε δει στο αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, και που τα είχαν στα αρχαία σπίτια από τον 18ο έως τον 21ο αιώνα, για να χτυπάνε ένα πράμα που το λέγανε «κουδούνι». Το τράβηξε μερικές φορές, ώσπου κατάλαβε ότι το μαργαριτάρι που βρισκόταν στην άκρη του κορδονιού, ήταν κουμπί. Το πάτησε με πείσμα κάμποσο και καθώς είχε αρχίσει να της περνάει ο εκνευρισμός, πήγε να κοιτάξει από το παράθυρο.
‘Έξω, κάτω από τα μάτια της, απλώνονταν κάτι πανέμορφοι κήποι. Η Αφρατούλα άνοιξε το παράθυρο και καθώς ρουφούσε τον γεμάτο όμορφες μυρωδιές αέρα, ένοιωσε πως κάποιος είχε μπει αθόρυβα στο δωμάτιο και στεκόταν πίσω της. Γύρισε απότομα και είδε μια ηλικιωμένη καμαριέρα, με κόκκινα μάγουλα που άρχισε να της μιλάει γλυκά, αλλά και με μία ανυπομονησία στη φωνή της, λες και το πιο σοβαρό πράγμα που είχε να κάνει στη ζωή της ήταν να φέρει το φαγητό της Αφρατούλας.
-Τι θα ‘θελες να φας για πρωινό χρυσό μου;
Αυτή ήταν η πρώτη κουβέντα που είπε η καμαριέρα. Η Αφρατούλα σκέφτηκε πως έτσι που τα μάγουλά της ήταν βαθουλωμένα και ζαρωμένα αλλά κόκκινα, έμοιαζε με ξεραμένο μήλο. Ύστερα την ρώτησε:
-Πώς βρέθηκα εδώ;
Η καμαριέρα χαμογέλασε μ’ ένα παράξενο ύφος και είπε:
-Σε είχε κουράσει το ταξίδι και κοιμόσουν για τα καλά, γλυκούλα μου. Εγώ η ίδια σ’ έβαλα στο κρεβάτι. Τι θα ‘θελες λοιπόν για πρωινό; Ξαναρώτησε πιο ανυπόμονα αυτή τη φορά.
Τότε η Αφρατούλα θυμήθηκε το βραβείο. Θα έτρωγε ό,τι ήθελε, όσο ήθελε κι όποτε το ήθελε. Σκέφτηκε λοιπόν λίγο κι ύστερα είπε:
– Θα μπορούσα να έχω ένα ποτήρι γάλα κι ένα τσουρεκάκι;
Η καμαριέρα φαίνεται πως δεν περίμενε κάτι τέτοιο, γιατί γούρλωσε τα μάτια της από έκπληξη και με φωνή όλο απογοήτευση, διαμαρτυρήθηκε.
– Είμαι βέβαιη πως θα ήθελες κάτι πολύ καλύτερο από ένα χαζό ποτήρι γάλα κι ένα μίζερο τσουρεκάκι.
Αυτή η παρατήρηση της καμαριέρας έδωσε θάρρος στη Αφρατούλα, που δεν ήθελε και πολύ άλλωστε, και αμέσως ζήτησε: «Πορτοκαλάδα, κρεμ-καραμελέ, δυο αυγά μάτια, τέσσερις φρυγανιές με βούτυρο και μαρμελάδα φράουλα, ανανά, δύο πάστες σοκολάτα, γάλα με κακάο και έξι τσουρεκάκια γεμιστά με πραλίνα.
Σε λίγο της τα σερβίρισαν όλα αυτά σε μια υπέροχη βεράντα του σπιτιού, που την έλουζε ο ήλιος κι έβλεπε σ’ έναν κήπο πλημυρισμένο από κάτι παράξενα λουλούδια που θύμιζαν ψάρια, και με πολλά χαμηλά δέντρα με χιλιάδες πολύχρωμα πουλιά να πετούν ανάμεσα στα κλαριά τους. Παρ’ όλα αυτά όμως, η Αφρατούλα δεν ευχαριστήθηκε και πολύ το πρωινό της, γιατί η καμαριέρα έμεινε δίπλα της και την κοιτούσε στα μάτια, όση ώρα έτρωγε, όπως την κοίταγε ο σκύλος της ο Έκτωρ, κάθε φορά που έτρωγε, ζητιανεύοντας μια μπουκιά!  Τα μάτια της καμαριέρας, είχαν ένα έντονο μπλε χρώμα και κοιτούσαν μ’ ένα πολύ διαπεραστικό βλέμμα. Το βλέμμα αυτό έκανε τη Αφρατούλα να νοιώθει πολύ αμήχανα, κυρίως επειδή έπειτα από κάθε χορταστική μπουκιά που έβαζε στο στόμα της, η καμαριέρα έβγαζε έξω τη γλώσσα της κι έγλυφε με τρομερή ευχαρίστηση τα χείλια της. Η Αφρατούλα σκέφτηκε πως η γριά καμαριέρα θα πείναγε πάρα πολύ και της πρόσφερε μια φρυγανιά με βούτυρο και μαρμελάδα. Εκείνη, όμως, αρνήθηκε χαμογελώντας πικρά και με ένα πονεμένο  ύφος της είπε:
– Αχ, κοριτσάκι μου, δεν θα μου έκανε τίποτα αυτό… Ενώ στ’ αλήθεια μ’ ευχαριστεί πάρα πολύ να σε βλέπω να τρως με τόση όρεξη το καθετί. Μμμ… αυτός ο ανανάς έχει υπέροχη γεύση…
….πρόσθεσε η καμαριέρα, καθώς η Αφρατούλα δάγκωνε μια φέτα από τον ζουμερό ανανά ου της είχαν φέρει, ενώ στο πηγούνι της έτρεχε λίγος από τον πλούσιο χυμό κι εκείνη τον σκούπισε γρήγορα με την ανάποδη του χεριού της. Ύστερα σήκωσε τα μάτια της κι είδε την καμαριέρα να ‘ χει τα μάτια της μισόκλειστα και ν’ αναστενάζει από ευχαρίστηση. Έμοιαζε στ’ αλήθεια να ευχαριστιέται περισσότερο κι από την Αφρατούλα.
– Μπράβο… Μπράβο το καλό κορίτσι, είπε σχεδόν βογκώντας η καμαριέρα, δεν θ’ αφήσεις τίποτα μπροστά σου χρυσό μου, έτσι; Τίποτα.
Ήταν τόσο παρακλητική η φωνή της καμαριέρας που η Αφρατούλα για να την ευχαριστήσει, παρ’ όλο που πήγαινε να σκάσει, έκανε προσπάθεια και δεν άφησε τίποτα μπροστά της.
Μετά από ένα τέτοιο πρωινό, σκέφτηκε η Αφρατούλα ότι εκείνο που χρειαζόταν ήταν ένας ωραίος περίπατος στον κήπο. Περπατώντας, ύστερα από λίγο, ανάμεσα σ’ εκείνα τα υπέροχα λουλούδια και δέντρα, πρόσεξε ότι ενώ όλα έμοιαζαν τέλεια – το σπίτι, τα φαγητά, ο κήπος – εκείνη ένοιωθε μια περίεργη ανησυχία! Κάτι δεν της πήγαινε καλά. Και δεν έφταιγε εκείνο το παράξενο πρωινό, δεν ήταν από βαρυστομαχιά επειδή είχε φάει τόσα πολλά και διαφορετικά πράγματα μαζί πρωί πρωί. Oύτε πάλι της έφταιγε η γριά καμαριέρα που την κοιτούσε έτσι επίμονα όση ώρα έτρωγε. Υπήρχε κάτι άλλο που την ενοχλούσε. Κάτι που ένοιωθε ότι δεν ήταν όπως θα έπρεπε να ήταν.

Κάπου χίλια και κάτι χρόνια πίσω, η φίλη μου η μάγισσα Κλοκλό κι εγώ, παρακολουθούσαμε, μέσα στην μαγική κρυστάλλινη σφαίρα της, την Αφρατούλα να περπατάει προβληματισμένη σε εκείνο τον υπέροχο κήπο του πλανήτη PILANIK. Η Κλοκλό γύρισε και με κοίταξε.
– Τι λες Παραμυθά. Τι είναι αυτό που το προβληματίζει το κοριτσάκι;
– Εμένα, ρωτάς Κλοκλό, της είπα. Εσύ είσαι η μάγισσα. Βρες το.
– Σωστό κι αυτό, είπε η Κλοκλό και γυρίσαμε με τρομερό ενδιαφέρον τα μάτια μας στην μαγική κρυστάλλινη σφαίρα.

Η Αφρατούλα συνέχισε τη βόλτα της μπαίνοντας σε ένα ωραίο μικρό δάσος, ενώ χιλιάδες σκέψεις συνέχισαν να στριφογυρίζουν στο κεφάλι της, χωρίς να μπορεί να βρει τι ήταν εκείνο που την ενοχλούσε στην όλη ιστορία και της δημιουργούσε ανησυχία. Βγαίνοντας από το μικρό δάσος βρέθηκε στην κορφή ενός χαμηλού λόφου, που της θύμισε ποπό μωρού παιδιού και που ήταν σκεπασμένος με καταπράσινο απαλό γρασίδι. Ένοιωσε μια φοβερή επιθυμία να ξαπλώσει και να κατέβει το λόφο κουτρουβαλώντας σαν βαρελάκι. Της ήρθε, δηλαδή, η επιθυμία να παίξει. Και τότε κατάλαβε επιτέλους τι την ενοχλούσε. Βλέποντας αυτή την υπέροχη κατηφόρα από γρασίδι που απλωνόταν μπροστά της, σε ένα λιβάδι όπου δεν υπήρχε ψυχή, συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε κανένα άλλο παιδί εκτός από αυτήν εκεί. Ήταν ολομόναχη! Πού ήταν, λοιπόν, οι υπόλοιποι νικητές του διαγωνισμού από άλλα σχολεία, από άλλες πόλεις, από άλλους πλανήτες του Γαλαξία; Κι επειδή η Αφρατούλα ήταν πολύ περίεργο και θαρραλέο κορίτσι, έτρεξε αμέσως πίσω στο μεγάλο σπίτι, για να ζητήσει από κάποιον εξηγήσεις.
Καθώς η Αφρατούλα προχωρούσε στο μεγάλο χολ του σπιτιού, κοιτώντας σαν χαμένη δεξιά κι αριστερά ψάχνοντας να συναντήσει κάποιον και τα βήματά της αντηχούσαν σαν να ήταν άδειο το σπίτι, εντελώς ξαφνικά έπεσε πάνω σ’ έναν πανύψηλο άντρα, που ήταν ντυμένος επίσημα στα μαύρα, κάτι σαν μαιτρ ακριβού εστιατόριου!
– Κυρία μου, της είπε ο ψηλός άντρας και υποκλίθηκε μπροστά της με μεγάλο σεβασμό, κάνοντάς την να νοιώσει πολύ άσχημα που φορούσε το τριμμένο της μπλου-τζήν. Αλλά στο κάτω-κάτω, τι άλλο μπορούσε να φορέσει κανείς στις διακοπές του; Πάντως ο ψηλός άντρας με το μαύρο κοστούμι, άκουσε πολύ προσεκτικά και ευγενικά τις ερωτήσεις που του έκανε η Αφρατούλα χωρίς να δείξει καθόλου ενοχλημένος από τα ρούχα της. Στο τέλος της απάντησε με μια τραγουδιστή φωνή.
– Ελπίζω η κυρία να μην αισθάνεται άσχημα. Πολύ φοβάμαι ότι οι υπόλοιποι νικητές του διαγωνισμού, δεν θα ‘ρθουν πριν περάσουν μερικές μέρες. Δυστυχώς έγινε μια τρομερή παρεξήγηση με τον ταξιδιωτικό μας πράκτορα και γι’ αυτό θα καθυστερήσουν λίγο.
-Θέλετε, δηλαδή, να πείτε ότι είμαι ολομόναχη σ’ αυτό το τεράστιο μέρος;.

Εκατοντάδες χρόνια πίσω στο χρόνο, η Κλοκλό κι εγώ, γυρίσαμε και κοιταχτήκαμε με απορημένο βλέμμα.
– Τι να συμβαίνει άραγε, Παραμυθά;
– Δε μου λες Κλοκλό, δεν μπορείς να επέμβεις για να δούμε τι γίνεται στο τέλος;
– Ε, όχι Παραμυθά, δεν είναι βιντεοταινία ή DVD για να το τρέξουμε.
– Έχεις δίκιο Κλοκλό, της είπα και ξανακοιτάξαμε κι οι δύο την μαγική κρυστάλλινη σφαίρα της.

Η Αφρατούλα Μπουλούκου, το εντεκάχρονο κορίτσι που είχε έρθει πρώτο στο Διαγαλαξιακό διαγωνισμό έκθεσης με θέμα το φαγητό, κοιτούσε τον πανύψηλο άντρα με τα γαλάζια μάτια και το μαύρο επίσημο κοστούμι που στεκόταν με σεβασμό μπροστά της, γεμάτη απορία. Έως εκείνη τη στιγμή της είχαν συμβεί αρκετά παράξενα πράγματα. Πρώτον, αποκοιμήθηκε στο  διαστημικό λεωφορείο πριν την απογείωση. Ύστερα είχε ξυπνήσει σε μια υπέροχη κρεβατοκάμαρα από μάρμαρο, γούνες και χρυσάφι. Μετά, επειδή όπως έλεγαν οι όροι του διαγωνισμού, μπορούσε να φάει ότι θέλει, όσο θέλει και όποτε θέλει, η Αφρατούλα ζήτησε ένα σωρό νόστιμα πράγματα για πρωινό, που της τα έφεραν βέβαια αλλά όση ώρα έτρωγε, η γριά καμαριέρα που της τα είχε σερβίρει, στεκόταν δίπλα της και την κοίταζε συνέχεια στα μάτια, γλύφοντας τα χείλια της. Και τώρα, ο πανύψηλος αυτός άντρας που συνάντησε στο μεγάλο χολ του σπιτιού, της έλεγε πως οι νικητές του διαγωνισμού από τα άλλα σχολεία θα καθυστερούσαν μερικές μέρες να ‘ρθουν. Η Αφρατούλα μουρμούρισε:
-Δεν μ’ αρέσει καθόλου, να μείνω μόνη μου σ’ αυτό το τεράστιο μέρος έστω κι αν είναι για λίγες μέρες.
O πανύψηλος άντρας με το μαύρο επίσημο κοστούμι, πήρε ένα μεγαλόπρεπο ύφος και της είπε με την τραγουδιστή φωνή του:
– Μα είμαστε εμείς εδώ. Και είμαστε πάντα έτοιμοι να πραγματοποιήσουμε την παραμικρή επιθυμία της κυρίας. Και… μια και βρισκόμαστε στη μέση του πρωινού, τι θα ‘λεγε η κυρία για κάτι ελαφρύ πριν το μεσημεριανό φαγητό; Τα μάτια του ψηλού άντρα, έλαμψαν πονηρά καθώς έκανε αυτή την ερώτηση στη Αφρατούλα.

– Δηλαδή, θέλετε να πείτε πως πρέπει να φάω κάτι;
– ‘O,τι θέλει η κυρία, μουρμούρισε ο ψηλός άντρας, προσπαθώντας να κρύψει την ανυπομονησία που υπήρχε στα μάτια του, και συνέχισε:
– Θα το θεωρούσα μεγάλη μου τιμή να σερβίρω την κυρία. Μάλιστα, νομίζω ότι της κυρίας θα της άρεσε μια παγωμένη λεμονάδα και μερικές υπέροχες τρούφες.
– Πώς το ξέρετε αυτό, ρώτησε η Αφρατούλα που εκείνη τη στιγμή ένοιωσε σαν να διάβαζαν τη σκέψη της.
– Και η λεμονάδα να είναι φτιαγμένη από φρέσκα λεμόνια, ενώ οι τρούφες να έχουν από πάνω κρέμα σαντιγί, συνέχισε ο πανύψηλος άντρας με μάτια που έλαμπαν.
– Μήπως έχετε διαβάσει την έκθεση που έγραψα για το διαγωνισμό;
– Ήμουν ένα από τα μέλη της κριτικής επιτροπής, άρχισε να λέει με ασυγκράτητο πάθος ο πανύψηλος άντρας. Διαβάζοντας την έκθεσή σου, συμφωνήσαμε όλοι πως έπρεπε να σε φέρουμε χωρίς καθυστέρηση κοντά μας. Εσένα, με την καταπληκτική σου παιδική όρεξη, που μπορεί…
O πανύψηλος άντρας σταμάτησε αυτόν τον αυθόρμητο χείμαρρο από λέξεις που έβγαινε από το στόμα του, ξερόβηξε με ένα ύφος καθωσπρεπισμού και ξαναπήρε την προηγούμενη, τη γεμάτη αξιοπρέπεια πόζα του, ψιθυρίζοντας τυπικά:
– Θα ήθελε μια λεμονάδα η κυρία;
– Και μερικές τρούφες με κρέμα σαντιγί, συμπλήρωσε η Αφρατούλα αναστενάζοντας στη σκέψη ότι σε λίγο θα έτρωγε ένα από τα αγαπημένα της γλυκά.
Δεν της πήρε και πολύ για να τα καταβροχθίσει όλα αυτά, και δεν της έμεινε τίποτε’ άλλο να κάνει, απ’ το να ξαπλώσει στο γρασίδι, στον ήλιο, περιμένοντας να ‘ρθει η ώρα του μεσημεριανού φαγητού.
Στις μέρες που ακολούθησαν η Αφρατούλα έκανε όλα όσα μπορεί να κάνει κάποιος που ζει μόνος του. Κολυμπούσε στη στολισμένη με νούφαρα λίμνη· κυνηγούσε πεταλούδες· σκαρφάλωνε στα δέντρα· μάζευε λουλούδια και πετούσε πέτρες βάζοντας σημάδι το καθετί. Τις φορές που ένοιωθε πολύ μοναξιά, παρηγορούσε τον εαυτό της με τη σκέψη ότι πολύ γρήγορα θα έρχονταν και οι άλλοι νικητές του διαγωνισμού. Μέχρι τότε, έτρωγε ό,τι της έκανε κέφι και σκεφτόταν κάθε φορά τι πιο παράξενο να παραγγείλει. Ανακάλυψε ότι την ευχαριστούσε να τρώει χωρίς να κρατάει τις συνηθισμένες ώρες φαγητού που έχουν οι άνθρωποι ή να αλλάζει αυτό που έπρεπε να τρώει ανάλογα με την κάθε ώρα. Έτσι έτρωγε ψητό κοτόπουλο με πατάτες τηγανητές το πρωί και γάλα με κέικ το μεσημέρι. Και πάντα, βέβαια, υπήρχαν και όλα όσα έτρωγε στα ενδιάμεσα για κολατσιό: Κάτι υπέροχα σάντουιτς με ό,τι ήθελε μέσα, κι ακόμα – όποτε το ζητούσε – υπέροχα φτιαγμένο παραδοσιακό «μαλλί της γριάς» και παγωτό χωνάκι.

Η συνέχεια, όμως, στο άλλο post.
Καλό βράδυ.

Π.

 

«Το διάφανο ανθρωπάκι»

Σήμερα είναι από τις λίγες φορές που θα βάλω κάτι που δεν είναι δικό μου, γιατί μου άρεσε πάρα πολύ! Είναι στα όρια του «κλεμμένου» μια και εκείνη από την οποία «το βούτηξα», στην αρχή δεν ήθελε να βάλω το όνομά της, μετά μου είπε να κάνω ό,τι θέλω, μετά να το βάλω και μετά να κάνω ό,τι θέλω… Εγώ το μόνο που θέλω είναι να βάλω αυτό το κείμενο. Κι άμα θέλει, ας αποκαλυφθεί μόνη της. Χα, χα, χα… Να, κι εγώ. Της πέταξα το μπαλάκι. Παρακαλώ πολύ, αν τύχει να το διαβάσει κανείς που το ξέρει, να μην το μαρτυρήσει.
«Το διάφανο ανθρωπάκι» της… ουπς!… παραλίγο να μου ξεφύγει.
Καλό βράδυ.
Π.

Το διάφανο ανθρωπάκι
Πήγαινε καιρός που δεν ήταν στις καλές της. Τις περισσότερες μέρες της βδομάδας τα μάτια της ήταν θλιμμένα. Δεν μπορούσε να εξηγήσει το λόγο… Βαθιά όμως μέσα της τον ήξερε καλά.
Εκείνο το απόγευμα είχε αποφασίσει να μην κάνει τίποτα. Να μείνει σπίτι της και να μην ασχοληθεί με τίποτα. Ούτε βόλτα θα πήγαινε, ούτε στη φίλη της για καφέ, ούτε γυμναστήριο, ούτε σινεμά. Είχε αποφασίσει να μείνει μόνη και ν’ ακούσει τη σιωπή της.
Άναψε μερικά κεράκια -λάτρευε τα κεριά!- έβαλε ένα ποτό, πήρε ένα βιβλίο και έκατσε στον καναπέ. Ούτε που άνοιξε το βιβλίο που είχε διαλέξει. Το ποτό έμεινε κι αυτό μόνο του δίπλα της στο τραπεζάκι κι εκείνη βρέθηκε κουλουριασμένη στον καναπέ, αγκαλιά μ’ έναν τεράστιο αρκούδο.
Τότε ήταν που εμφανίστηκε αυτό το περίεργο, διάφανο ανθρωπάκι.
-Καλησπέρα! της είπε.
-Ποιος μίλησε; ρώτησε ξαφνιασμένη.
-Εγώ! … Εδώ… πού κοιτάς; επανέλαβε η φωνούλα.
-Πού είσαι, επιτέλους; ρώτησε πάλι εκείνη, κάπως τρομαγμένη.
-Εδώ, πάνω στον αρκούδο σου! Με είδες τώρα;
-Α! Τι είσαι εσύ; θαύμασε απορημένη.
-Ε, καλά… Τώρα θα μου πεις ότι δεν ξέρεις τι είμαι!
-…
-Τι κάνεις τόση ώρα;
-Κλαίω… ψιθύρισε εκείνη ντροπαλά.
-Μήπως τώρα, λοιπόν, ξέρεις τι είμαι; Με αναγνωρίζεις;
-…
-Δάκρυ είμαι, ανόητη, δάκρυ!
-Μα, τα δάκρυα δε μιλάνε… είπε δειλά.
Το δακρυάκι γέλασε και της απάντησε:
-Δε μιλάνε; Τι ανόητη που είσαι! Φυσικά και μιλάνε! Όχι μόνο μιλάνε, αλλά φωνάζουν, παρακαλούν, ζητάνε, χαίρονται, γελάνε, λυπούνται, τρομάζουν, πονούν… Και μάλιστα όλα αυτά τα συναισθήματα τα εκφράζουν πιο ξεκάθαρα από τις λέξεις και πολύ πιο δυνατά, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει κανείς να τ’ ακούσει. Άκου εκεί, «δε μιλάνε…»!
-Και από μένα τι θες; Μάθημα ήρθες να μου κάνεις; ανέβασε τον τόνο της φωνής της.
-Όχι. Απλά τόσες μέρες με καταπιέζεις και δεν μ’ αφήνεις να βγω και να ‘ρθω να σου μιλήσω.
-Και σαν τι θες να μου πεις; Δεν έχω όρεξη να ακούσω τίποτα. Είχα αποφασίσει να μείνω μόνη μου απόψε…
-Για πρόσεχε πώς μου μιλάς, σε παρακαλώ! Δε φτάνει που βγήκα από μέσα σου για να σε κάνω να νιώσεις καλύτερα, θα με μαλώσεις κι από πάνω; Και στο κάτω κάτω, ξεχνάς από πού προέρχομαι; Αυτά τα,  «είχα αποφασίσει να μείνω μόνη μου απόψε» να τα πεις αλλού, όχι σε μένα! είπε το δακρυάκι θυμωμένο και εκείνη κουλουριάστηκε πιο πολύ στον καναπέ της.
Καταλάβαινε πως το διάφανο ανθρωπάκι είχε δίκιο και ότι, μάλλον, δεν θα ‘πρεπε να διώχνει τον… ουρανοκατέβατο φύλακά της. Έτσι, σταμάτησε να μιλάει και το άφησε να πει το λόγο της επίσκεψής του.
Το άκουγε με προσοχή ενώ κι άλλα διάφανα ανθρωπάκια, αθόρυβα και βουβά, εμφανίστηκαν και χόρευαν μπροστά στα μάτια της. Όσα άκουσε να λέει το δακρυάκι, τα ήξερε πολύ καλά, όμως αρνιόταν να τα παραδεχτεί. Τελειώνοντας όσα είχε να πει το διάφανο ανθρωπάκι κύλησε και τρύπωσε μέσα στην καφετιά γούνα του αρκούδου. Ούτε το ξανάδε ποτέ. Μερικά ακόμα διάφανα ανθρωπάκια κρύφτηκαν μέσα στη γούνα του αρκούδου, άλλα στην πιτζάμα της, άλλα στα μαξιλάρια που στήριζαν το κεφάλι της… Και τότε ένιωσε μια γλυκιά νύστα να την τυλίγει και να βαραίνει τα βλέφαρά της.
Όταν ξύπνησε δεν υπήρχαν πουθενά διάφανα ανθρωπάκια. Δεν ήταν καθόλου σίγουρη αν όλα αυτά συνέβηκαν στην πραγματικότητα ή αν ήταν μόνο ένα όνειρο. Όμως για ένα πράγμα ήταν βέβαιη: ότι τα δάκρυα εκφράζουν όλα τα συναισθήματα πιο ξεκάθαρα από τις λέξεις και πολύ πιο δυνατά, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει κανείς να τα ακούσει…