Το παλικάρι που ήθελε να πιει τη θάλασσα

Πριν καιρό – τέσσερα χρόνια πριν – είχα ανεβάσει ένα post-παραμύθι για τον «μάστορα» του blog μου που είχε τίτλο, «Το παλικάρι με τη μεγάλη τύχη».  To «παραμύθι», αυτό τέλειωνε με το παλικάρι, να γίνεται στο τέλος σκηνοθέτης. Και σήμερα, έχω εδώ το trailer της πέμπτης ταινίας του μικρού μήκους, που ολοκληρώθηκε πριν λίγο καιρό. Ίσως να το έχετε ήδη δει. Έχει τίτλο, «Πατρική αγάπη» (Fatherly Love) και είναι από μια ιστορία  που είχα ανεβάσει παλιότερα εδώ. Πριν, όμως, βάλω το link για το trailer, θυμήθηκα ότι κάποτε, όταν ήταν τεσσάρων χρονών, ήθελε να πιει τη θάλασσα. Σας φαίνεται αστείο, ε; Νομίζετε ότι είναι κάποιο από τα παραμύθια μου. Ε, όχι. Από μικρός είχε κατά καιρούς  διάφορες τρελές ιδέες -όπως να βάζει logo στο μπαλκόνι για να πιάσει περιστέρια- ενώ κατά καιρούς, τον πιάνουν οι αλαζονείες του,  που σε μικρή ηλικία ήταν του τύπου, να θέλει να πιει τη θάλασσα. Κι επειδή δεν με πιστεύετε, σας έχω για σήμερα, το video που το κάνει! Το έχω γυρίσει το Πάσχα του 1988, στη Σκιάθο. Οφείλω να ομολογήσω ότι αυτό  το βίντεο (ξεχασμένο εδώ και 23 χρόνια)  με πλάνα της αδελφής, του αδελφού  και της μητέρας του «μάστορα»,  είναι και για «ενδο-οικογενειακή» μας κατανάλωση και πλάκα. Κρατάει τρισίμιση λεπτά.

Ε, κι αφού πια βεβαιωθήκατε ότι δεν λέω ψέμματα, δείτε τώρα και το  trailer της καινούργιας του ταινίας.
Καλό μήνα και καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ
Π.


«Οι άντρες περνούν, μαμά…»

Από το πρωί έχω ξεκινήσει ένα post που συνέχισα να το γράφω με κάποιες διακοπές μέσα στη μέρα, μέχρι πριν λίγο. Ξαφνικά ανακάλυψα, ότι παρόλο που με διασκέδασε αυτό το ψέμα που ο πατέρας μου είχε πει  στη μάνα μου για να την ρίξει ως ερωτευμένος γκόμενος στα 25 του, ωστόσο δεν έπαψα να σκέφτομαι από εκείνη τη στιγμή πώς πήγε η ζωή της. Ξέρω ότι αρκετές φορές ήθελε να χωρίσει και δεν το έκανε για τα παιδιά της, ξέρω ότι για ένα διάστημα έζησε τη χαρά μιας γρήγορης κρυφής, ερωτικής ιστορίας, ξέρω ότι η όραση της σχεδόν χάθηκε από το ράψιμο που ήταν η δουλειά της σε όλη της τη ζωή, ξέρω ότι εκείνη μου έδωσε τη δυνατότητα να μην είμαι κολλημένος στα φουστάνια της  και στα 17 να της κόψω τη φόρα να με ελέγχει και στα 23 να φύγω από το σπίτι για να ζήσω μόνος μου, ξέρω ότι έως τα 6 έχω εισπράξει μεγάλη τρυφερότητα απ’ αυτήν, και δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που της ανήγγειλα ότι ο γιατρός είπε πως ο πατέρας μου είχε ένα ακόμα μήνα ζωής, στα 68 του, κι εκείνη ακίνητη στην καρέκλα, ανέκφραστη  μουρμούρισε με απίστευτο πόνο στη φωνή της, «καημένε Κώστα…»  δείχνοντας απίστευτη συμπόνοια για τον άνθρωπο που είχε ζήσει 43 χρόνια μαζί του και η ζωή και των δύο πήγε αλλού από εκεί που υπολόγιζαν νέοι.  Όλη την εβδομάδα, γυρνάνε όλα αυτά στο κεφάλι μου και καθώς έγραφα το σημερινό post, σκεφτόμουν πώς πήγε η ζωή της. Και μετά σκεφτόμουν πώς πήγε η ζωή άλλων γυναικών που γνώρισα και θυμήθηκα αυτά που έλεγα στην κόρη μου πολλά χρόνια πριν όταν παιδευόταν από μια ερωτική ιστορία και της είχα χαρίσει κι ένα δίσκο της Αλεξίου με το τραγούδι, «Οι άντρες περνούν μαμά». Φαντάζομαι θα το ξέρετε. Ναι, παραείναι συναισθηματικό πια για τα γούστα μου και τα πράγματα δεν νομίζω ότι είναι ακριβώς έτσι, αλλά ξαφνικά ένοιωσα πολύ έντονα την επιθυμία να ανεβάσω ένα  post με αυτό το τραγούδι, σαν συνέχεια και κλείσιμο του προηγούμενου post και να το αφιερώσω στη μάνα μου. Όπως το αφιερώνω και στη γυναίκα μου, στις φίλες μου, στις γυναίκες που ερωτεύτηκα  ή συνάντησα στη ζωή μου. Και βέβαια σε σας κορίτσια που διαβάζετε αυτό το post, αλλά μην με πάρετε και πολύ στα σοβαρά, γιατί απόψε, δεν λέω ψέμματα, αλλά κολυμπάω στο συναίσθημα…
Σας φιλώ γλυκά και τρυφερά.
Ν.

«Παλιώνει ο λύχνος, μα ποτέ το φως του δεν παλιώνει»

Διαβάζοντας τον τίτλο, μοιάζει σαν να πρόκειται να διαβάσει κανείς κάποιο φιλοσοφικοτέτοιο post. Όχι. Είναι από ένα γράμμα του πατέρα μου στη μάνα μου. Ναι, ξέρω… κουφό! Έχω περάσει όλη αυτή την εβδομάδα με μια ιδιαίτερη ευαισθησία, γιατί ανακάλυψα σε ένα φάκελο που άνοιξα τώρα, από το 1986 (!!!) που τον έχω, και βρήκα μέσα τρία φύλλα από κάποιο -πιθανόν- ημερολόγιο που κρατούσε ο πατέρας μου στα νιάτα του, ένα ερωτικό γράμμα του στη μάνα μου και μία φωτογραφία από ραντεβού τους όταν ήταν φαντάρος. Όλο αυτό μου δημιούργησε μία ιδιαίτερη ευαισθησία, γιατί μου ‘χε μείνει μέσα μου ότι ούτε ο πατέρας μου έμαθε διάφορα που ήθελα να του πω πριν πεθάνει ούτε κι εκείνος μου είπε τίποτα προσωπικό  για τη ζωή του, όπως του είχα ζητήσει. Αυτά που ήθελα να του πω του τα είχα γράψει από την Αγγλία όταν σπούδαζα, αλλά η μάνα μου άνοιξε το γράμμα (αθλιότητα) και το έσκισε χωρίς να του το δώσει, γιατί λέει θα τον στενοχωρούσε πολύ. Κι εκείνος δεν μου είπε τίποτα, αφού όταν κάποτε που ήμουν στα είκοσι του ζήτησα να μου πει για ‘κείνον, ξεκίνησε να μου πει και ξαφνικά μετάνοιωσε και το ‘κοψε λέγοντάς μου, «Άσε, Νικάκι… άσε…». Έτσι έμεινα μ’ ένα κενό που δεν θα ‘θελα ποτέ να το έχουν τα παιδιά μου. Πιστεύω ότι πριν φύγουν οι γονείς, τα παιδιά πρέπει να τους λένε ό,τι έχουν κρατήσει μέσα τους από μικρά και να ρωτάνε κάποια πράγματα που μπορεί να έχουν κάποιο ψυχολογικό νόημα γι’ αυτά.

Είχα ετοιμάσει κάποιο άλλο post γι’ αυτό το Σαββατοκύριακο, αλλά -όπως γίνεται συχνά- το άλλαξα. Ήθελα να έχει σχέση με τον πατέρα μου. Παιδεύτηκα τι απ’ όλα όσα βρήκα να ανεβάσω και κατέληξα στο ερωτικό γράμμα του στη μάνα μου. Πέρα από τ’ ότι δείχνει ένα κομμάτι αυτού του ανθρώπου, έχει κι ένα ποίημα του Κώστα Βάρναλη!!! Ναι, κουφό! Όπως ίσως θα ξέρετε, ο Βάρναλης από κάποια στιγμή και μετά στη ζωή του, ζούσε στην Αίγινα. Εκεί παραθέριζε και όλα τα καλοκαίρια, ο πατέρας μου με τη μάνα του. (Ο  παππούς μου είχε πεθάνει όταν ο πατέρας μου ήταν τεσσάρων χρονών).  Επειδή έκανε τέτοιου είδους παρέες, όπως το Ζήσιμο Λορεντζάτο για παράδειγμα, γνωρίστηκε φαίνεται και με τον Βάρναλη, πράγμα που το έμαθα από το γράμμα. Αν δεν βαριέστε, διαβάστε το.

28 Σεπτεμβρίου 1940

Γεωργία αγαπημένη μου.Δεν πιστεύω να νομίσεις στα σοβαρά ότι άργησα να σου γράψω επειδή σε βαρέθηκα. Πρώτα – πρώτα ξέρεις ότι στα γράμματα είμαι λιγάκι αμελής, έπειτα δεν υπάρχει και τίποτα για να σου γράψω. Τρίτο και σπουδαιότερο είναι ότι σου ‘χα ξαναγράψει κι επειδή δεν έριξα αμέσως το γράμμα, το ‘χασα μέσα απ’ την τσέπη μου! Αφηρημάδα τέλος πάντων, τι να γίνει…

Φαντάζομαι πως το γράμμα μου θα σ’ εύρη στην Αθήνα. Κατέβαινα στο βαπόρι όλες αυτές τις μέρες, αλλά πουθενά Γεωργία. Κι έτσι κατάφερες να περάσεις το καλοκαιράκι σου στη «δροσερή» Αθήνα! Μάλιστα, αυτές τις μέρες φαντάζομαι τι ζέστη θα κάνει.
Πολύ σε αποθύμησα και μετράω πια μία μία τις λίγες μέρες που υπολείπονται για να γυρίσω.
Εδώ έχω συντροφιά μου τον τελευταίο καιρό τον ποιητή Βάρναλη που είναι –αν τον έχεις ακουστά- ένας από τους καλλίτερους Έλληνας ποιητάς. Μάλιστα μου ‘δωσε χειρόγραφο ένα τελευταίο ποιήμά του, κι επειδή μ’ άρεσε εξαιρετικά γιατί σου ταιριάζει, αν ποτέ το δημοσιεύσει αργότερα να τ’ αφιερώσει στ’ όνομά σου, χωρίς βέβαια επίθετο. Στο γράφω παρακάτω, αν και δεν συνηθίζω να γράφω στα γράμματα ποιήματα, αυτό όμως είναι ταιριαστό.

Στην Γεωργία
ΤΙ ΚΙ ΑΝ ΠΕΡΝΟΥΝ
Τόσοι χειμώνες πέρασαν και τόσα καλοκαίρια,
κι έχει απομείνει η αγάπη μας ολόκληρη κι ακέρια.
Θαρρώ πως σε πρωτόδα χθες, πως τώρα σε πρωτόδα,
πως τώρα πρωτομύρισα τα ευωδιαστά σου ρόδα,
πως τώρα πρωτοχάιδεψα τα ξέπλεκα μαλλιά σου.
Και τα φιλιά τ’ αμέτρητα, φιλιά μου και φιλιά σου,
όλα είναι πρώτα αγάπη μου, σαν πρώτα μας μεθάνε,
και το στερνό μας το φιλί κι εκείνο πρώτο θα ‘ναι.
Τι κι αν διαβαίνουν οι καιροί, τι κι αν περνούν οι χρόνοι,
παλιώνει ο λύχνος, μα ποτέ το φως του δεν παλιώνει.

Πολλά φιλιά Γεωργίτσα μου, πολλούς χαιρετισμούς στη Λίτσα και ασπασμούς στο βρωμόγατό σου!
Αν σ’ ενδιαφέρει λιγάκι, θα γυρίσουμε στην Αθήνα ή το Σάββατο ή τη Δευτέρα.
Με γλυκά φιλιά
Κώστας.

Όσο κι αν έψαξα δεν το βρήκα αυτό ανάμεσα στα ποιήματα του Βάρναλη. Ότι είναι του Βάρναλη είναι μάλλον σίγουρο, αλλά γιατί δεν υπάρχει πουθενά δεν ξέρω. Θα σας παρακαλούσα, αν το έχει συναντήσει κανείς κάπου να μου το πει. Όπως θα προσέξατε, η ημερομηνία είναι 28 Σεπτεμβρίου του 1940! Λίγο αργότερα κηρύχτηκε ο Ελληνοϊταλικός  πόλεμος, γιατί και η φωτογραφία που βρήκα, είναι αρραβωνιασμένοι κι κείνος ντυμένος φαντάρος. Νάτη.

Θα ήθελα να κλείσω αυτό το post  με ένα τραγούδι που άρεσε στον πατέρα μου και που όταν ήμουν μικρός το άκουγα συχνά στο ραδιόφωνο.Είναι το τραγούδι «Μισιρλού», που όλο και κάποια εκτέλεσή του θα έχετε ακούσει. Είναι τραγούδι του 1929 και υπάρχουν εκτελέσεις σε όλες σχεδόν τις γλώσσες. Ψάχνοντας στο internet να το βρω, τα ‘χασα με το πόσες εκτελέσεις υπάρχουν! Από την πρώτη του 1929 έως σήμερα! Αυτή που διάλεξα δεν είμαι πολύ σίγουρος ότι θ’ άρεσε και πολύ στον πατέρα μου, αλλά μου άρεσε γιατί στο videoclip του γίνεται χαμός. Το χορεύουν από παιδάκια μέχρι τον Πάτρικ Σουέζυ!! Αφιερώνω το τραγούδι στον πατέρα και τη μάνα μου όπου κι αν είναι -αν είναι πουθενά-  και αυτό post στα παιδιά μου, με την ευχή να έχουν «ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς τους» μαζί μου μέχρι να φύγω για καλά, όπως τελικά κατάφερα να «ξεκαθαρίσω τους λογαριασμούς μου, με τους δικούς μου γονείς. Ζόρικο, αλλά…  Χα, χα, χα…
Σας φιλώ πολύ
Ν.Π.

Η επέτειος

Στα τέσσερα χρόνια που έχω αυτό το blog, δεν έχω γράψει τίποτα για τη Δικτατορία που έζησε η γενιά μου, αλλά -δεν ξέρω γιατί –  εδώ και μερικές μέρες, με τριγυρνάει η ιδέα να γράψω κάτι που να έχει σχέση με την 21η Απριλίου του 1967, που  σήμερα κλείνουν 44 χρόνια ακριβώς. Θυμάμαι και το πρώτο πράγμα που είχε κυκλοφορήσει να κάνουμε ως αντίδραση, το μεσημέρι της ίδιας μέρας: «Όλοι στον Επιτάφιο, κανένας στην Ανάσταση». Σκέφτηκα πρώτα, λοιπόν, να ανεβάσω κάποιες φωτογραφίες ή να βάλω κάποιες συνεντεύξεις πολιτικών που έχω στο αρχείο μου ή κάποια αποσπάσματα από ένα θεατρικό έργο που είχα γράψει για μένα και τους φίλους μου εκείνες τις ημέρες, αλλά δεν κατέληξα πουθενά. Ώσπου ξαφνικά είχα μια «φλασιά» κι έψαξα σε κάτι παλιούς φακέλους με κάτι ποιήματα που είχα γράψει τότε. Μαζί ήταν κι ένα άλλο, που αν και ήταν γραμμένο πολλά χρόνια μετά, το είχα μαζί με εκείνα του ’67. Έτσι, διάλεξα αυτό και το πρώτο από εκείνα που είχα γράψει τότε.  Και πάνω εκεί μου ήρθε στο νου, το τραγούδι του Διονύση του Σαββόπουλου που είχε γράψει κάποια, σε εκείνη την επτάχρονη περίοδο, όταν ήταν φυλακή,  και που είναι αυτό που ακόμα και σήμερα όταν τ’ ακούω, μου φέρνει δάκρυα στα μάτια. Είναι το τραγούδι, «Δημοσθένους Λέξις» που σας έβαλα link στο τέλος.
Να, το πρώτο  από τα δύο ποιήματα – και ζητώντας συγνώμη από τους πραγματικούς ποιητές  για το Θράσος μου. Χα, χα, χα… για να μη νομιστεί ότι θεωρώ τον εαυτό μου συνάδελφο του Σεφέρη, του Ελύτη κ.λπ.

21 Απριλίου 1967
Τούς δρόμους τώρα ό δήμαρχος τους κρατάει καθαρούς όσο ποτέ.
Φωτίστηκαν κι ασφαλτοστρώθηκαν και τα πιο μικρά στενά.
Παρελάσεις και γιορτές γίνονται συχνά, ενώ παράσημα κι αξιώματα
καρφώνονται στις γλώσσες όλων εκείνων που απ’ τις πρώτες τις στιγμές,
έτρεξαν πρόθυμα να γλείψουν, ενώ οι πολιτικοί ξεψυχάνε πια,
βγάζοντας για  τελευταία τους κραυγή το σύνθημα της εποχής,
το «ένα-ένα-τέσσερα, που  όλοι τότε νόμιζαν πώς είναι αρκετό
για να φρενάρει τον στρατό.
Όμως, στην Ελλάδα όπως κι αλλού,
στου εικοστού αιώνα το δεύτερο μισό,
ο στρατιωτικός βουτάει το παιχνίδι από τον πολιτικό.
Κι έτσι οι πατεράδες για να εκτονωθούν, ρίχνουν κάθε τόσο με κρυφή χαρά
κλωτσιές στα στρατιωτάκια των παιδιών τους.
Κι ύστερα, δυο-δυο, τρεις-τρεις, γύρω απ’ τα ραδιόφωνα μαζεύονται
για ν’ ακούνε φοβισμένοι τους ξένους  τους σταθμούς ,ζητιανεύοντας ελπίδες.
Όλα έχουν μπει πια σ’ ένα ρυθμό, κι ο Έλληνας φορώντας το γαμπριάτικο,
μοναδικό μπλε κοστούμι του, κρατώντας υπερήφανα ένα χάρτινο σημαιάκι,
βουλιάζει αργά-αργά, στους ήχους της σάλπιγγας,
δίχως να σκέφτεται, μέσα σε μια θάλασσα από γαλάζιο.
Πού θα πάει; Κάποιοι θα βρεθούν, για να βγάλουνε το φίδι απ’ την τρύπα,
αφού η ιστορία πάντα, σε όλα, πάει μπροστά,
από τους λίγους που τραβάν το κάρο,
που οι άλλοι ανεβαίνουν μετά επάνω.
…………………………………………
Από τα’ αστεία της Ιστορίας μη γελαστείς.
Κάθε φορά που κοροϊδεύοντάς μας πάει πίσω
ένα πήδημα κρύβει μέσα της για μπροστά.
Αλλοίμονο σ’ όποιον φοβήθηκε,
και δεν ετοιμάστηκε να τ’ ακολουθήσει.
«Κάθε στιγμή είναι αναγκαία, γιατί φέρνει την επόμενη»
Όταν ένας έρωτας τελειώσει,
ο καινούργιος περιμένει εκεί, να τον νοιώσεις.
Η επανάσταση γίνεται πρώτα μέσα μας,
καθώς είναι η άρνηση του παλιού απ’ την καρδιά
που γεννάει την ανάγκη για το καινούργιο.

Και το δεύτερο.

21 Απριλίου 1977- Δέκα χρόνια από τότε.
Ισμήνη, σε βλέπω να ‘ρχεσαι με τα ρούχα του σχολείου,
κι είναι σαν να περπατάς πάνω σε μια ολοστρόγγυλη γη,
εσύ τεράστια κι αυτή μικρή σαν τόπι,
και κάνεις στα μάτια μου να μοιάζουν όλα
σαν ζωγραφιά μικρού παιδιού.

Ισμήνη, σε βλέπω νωρίς τα’ απόγευμα,
να ’ρχεσαι φορώντας τα καλά σου,
χαρούμενη που η Άνοιξη έχει δεχτεί,
να ‘ρθει φέτος πιο νωρίς.

Ισμήνη, σε βλέπω γυμνή μπροστά μου
κι είσαι της ωραιοπάθειας, του εγωισμού μου
της ματαιοδοξίας μου και των φόβων μου τροφή.
Είσαι καθρέφτης της ανικανότητάς μου για αλλαγή.

Ισμήνη, σε βλέπω στη μέση του δρόμου της ζωής μου,
τρομαγμένη, στα δεκαοχτώ σου, για όλα
να με ρωτάς μ’ εμπιστοσύνη, κι εγώ
–γρήγορα κι εύκολα- να σου απαντώ, λες και ξέρω πιο πολλά.
Μην με πιστεύεις.
Μόνο όταν σωπαίνω,
σου λέω την αλήθεια.
«Δεν ξέρω…»

Κι ας τελειώσουμε με το τραγούδι του Διονύση.
Εύχομαι να μη ζήσετε ούτε εσείς ούτε τα παιδιά σας κάτι ανάλογο.
Σας φιλώ.
Π.

 

Ο «μαγικός κόσμος»


Τα περισσότερα που έχω μάθει στη ζωή μου είναι από γυναίκες και παιδιά. Αλλά ότι θα μάθαινα αυτό που έμαθα χθες, από ένα συνδυασμό γυναίκας και παιδιού, δηλαδή από ένα κοριτσάκι τεσσάρων χρονών, δεν το φανταζόμουν. Έτσι, αφήνοντας για άλλη μέρα στην άκρη ένα post που σχεδίαζα να βάλω σήμερα, θα σας πω γι’ αυτό που μου συνέβη χθες!
Από τότε που άνοιξα αυτό το blog, από τα σχόλια που μου έρχονταν εδώ (όπως και μετά στο facebook)  άρχισα να συνειδητοποιώ πόσο πολύ είχε επηρεάσει η εκπομπή μου «Ο ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ» στην τηλεόραση τα τότε παιδιά που σήμερα είναι μεταξύ 30 και 45 χρονών! Και από κάποιες τυχαίες συναντήσεις στο δρόμο, με «πρώην» κοριτσάκια και αγοράκια και σήμερα γυναίκες και άντρες, μαμάδες και μπαμπάδες,  τα ψιλοχάνω από αυτά τα κύματα τρυφερότητας και γλύκας –για να μην πω αγάπης- που εισπράττω!  Αστυφύλακες, Εφοριακοί, Δικαστικοί, Τραπεζικοί,  Γιατροί, Υπάλληλοι Ασφαλιστικών Ταμείων, εξακολουθούν να με αφήνουν άναυδο με τη βοήθεια που μου δίνουν, ενώ στο βλέμμα τους αστράφτει μια λάμψη παιδικής αταξίας και τρυφερότητας, καθώς με βοηθάνε να λύσω κάποιο θέμα μου αποτελεσματικά και γρήγορα!
Αλλά, όπως σας έχω ξαναπεί, δεν μπορούσα να καταλάβω ή καλύτερα να νοιώσω, τι είναι αυτό ακριβώς που έχει χαραχτεί στην παιδική σας ψυχή από αυτή την εκπομπή. Καταλάβαινα ότι ο Παραμυθάς είναι ένα είδος ήρωα για τα παιδιά  και όταν πήγαινα πίσω στην παιδική μου ηλικία για να βρω κάποιον ήρωα τότε για μένα, δεν έβρισκα τίποτα. Δεν υπήρχε τηλεόραση και στο ραδιόφωνο η μοναδική παιδική εκπομπή που άκουγα μικρός ήταν «Η θεία Λένα στα μικρά παιδιά», όπου δεν υπήρχαν πρόσωπα που μπορείς να δεις ήρωες. Τέλος, οι παιδικές ταινίες που έβλεπα στον κινηματογράφο, στο ΣΙΝΕΑΚ, στην Πανεπιστημίου, ήταν τα κινούμενα σχέδια του Ντίσνεϋ – Ντόναλντ Ντακ,  Μίκυ Μάους, Γκούφη κ.λπ.-  οι ταινίες του Σαρλώ, του Χοντρού και του Λιγνού και του Μπάστερ Κήτον.  Οπότε δεν μπορούσα, βέβαια, να κάνω ήρωα κανένα από όλους αυτούς. Κι επίσης μέχρι τα 8 μου δεν υπήρχε Παιδικό Θέατρο και μετά τα οχτώ μέχρι που έγινα 16,  το πρώτο και μοναδικό παιδικό θέατρο της εποχής ήταν αυτό που έπαιζα εγώ!!!
Ό,τι εξηγήσεις, λοιπόν,  κι αν έδινα εγώ στον εαυτό μου ή κάποιοι που μίλαγα μαζί τους ή μου έγραφαν, για τους λόγους που έμεινε στην ψυχή των παιδιών της δεκαετίας του ’80 ο Παραμυθάς δεν μου έφταναν. Κάτι έλειπε. Ίσως γιατί δεν μπορούσα να μπω –όντας πολύ μεγάλος πια – στην παιδική ψυχολογία των 5 με 12 χρονών. Αν και όταν βλέπω τις καινούργιες εκπομπές του «Παραμυθά» που έκανα πέρσι, υπάρχουν φορές που βλέποντάς τες με πιάνουν τα γέλια και σκέφτομαι, «Χα, χα, χα… Καλά, δεν ντρέπεσαι; Γέρασες κι ακόμα παιδιαρίζεις;»
Όλα αυτά μέχρι χθες το πρωί, που συνάντησα τη Λήδα, ένα κοριτσάκι τεσσάρων χρονών, σε μια παράσταση Παιδικού Θεάτρου! Μια παράσταση που παιζόταν σε ένα θέατρο που έχει συνδεθεί με τη ζωή μου με διάφορους τρόπους, σε πολλές ηλικίες, πράγμα που μου δημιούργησε μία ιδιαίτερη ευαισθησία που μου άνοιξε τελείως την καρδιά κι έτσι με βρήκε, «μικρό» και απροστάτευτο το κοριτσάκι!

Κατ’ αρχάς, το θέατρο Αθηνών βρίσκεται στο Σύνταγμα, όπου είναι το μέρος που μεγάλωσα, γιατί εκεί ζούσαν ο νονός μου που με νοιαζόταν  μέχρι  που σπούδασα στην Αγγλία· εκεί ζούσε η γιαγιά μου που με υπεραγαπούσε· εκεί δούλευε ο πατέρας μου στο ταμείο του θεάτρου ΚΥΒΕΛΗΣ, όπου καθόμουν πολλές φορές για παρέα μαζί του, και αυτό το θέατρο ΚΥΒΕΛΗΣ είναι εκεί όπου έπαιζα στο παιδικό θέατρο από τα 8 μου έως τα 16 μου. Στο Σύνταγμα, επίσης είναι και τα τρία θέατρα όπου δούλεψα σαν επαγγελματίας πια ηθοποιός,  για τέσσερις χρονιές. Τα δύο στη Βουκουρεστίου, ΟΡΒΟ και ΒΕΡΓΗ, που δεν υπάρχουν πια και το ΘΕΑΤΡΟ ΑΘΗΝΩΝ, επίσης στη Βουκουρεστίου, όπου ο πατέρας μου ήταν για δύο χρόνια ταμίας, λίγο πριν αρρωστήσει,  και εγώ έπαιξα εκεί ως επαγγελματίας, με το θίασο ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΥΡΑΤ – ΒΟΥΛΑΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ το 1969.  Και εκείνη τη χρονιά, σ’ αυτό το θέατρο, βρέθηκα να κάθομαι στην πλατεία με τον καλύτερό μου φίλο, τον Άλκη που πέθανε στα 29 του, παρακολουθώντας πρόβα αυτής της παράστασης, επειδή τον είχα συστήσει στον Μυράτ για να βγάλει φωτογραφίες!
Σ’ αυτό το θέατρο, λοιπόν, 42 χρόνια μετά πήγα σε παράσταση παιδικού θεάτρου και βρέθηκα να κάθομαι δίπλα στον γιο μου που όταν ήταν μικρός τον πήγαινα σε παιδικά θέατρα, και τώρα –μεγάλος πια – με έφερε εκείνος σε παιδικό θέατρο (χα, χα, χα…) όχι ακριβώς για να δω την παράσταση, αλλά μια φίλη του – εξαιρετική ηθοποιό, κατά τη γνώμη μου! Μαζί ήταν και η γυναίκα  μου, η πεθερά μου, ο μεγάλος γιος με τη γυναίκα του και τα δύο εγγονάκια μας, ο Αλέξανδρος και η Ίρις. Χα, χα, χα… είχαμε, δηλαδή, και δύο παιδάκια για «κάλυμμα» που βρισκόμασταν εκεί. Μόνο η κόρη μου έλειπε, με τη σύντροφό της. Και ένα τελευταίο, για να συμπληρωθεί το πακέτο των «συμπτώσεων», το έργο που πήγαμε να δούμε ήταν  «Τα ταξίδια του Νιλς Χόλγκερσεν» (η φωτογραφία είναι από αυτή την παράσταση) μια ιστορία στην οποία βασιζόταν και η μία από τις τρεις πιο αγαπημένες μου ξένες εκπομπές που είχα διαλέξει όταν ήμουν στην Ε.Ρ.Τ. προϊστάμενος του Παιδικού.  (Οι άλλες δύο είναι η «Χάιντι» και η «Μάγια η μέλισσα».)

Καθίσαμε κάπου στη μέση της πλατείας κι εγώ βρέθηκα να κάθομαι στο διάδρομο ανάμεσα σε δύο σειρές. Αφού ταχτοποιηθήκαμε κοίταξα γύρω, και στις απέναντι δύο ακριανές θέσεις κάθονταν ένα πανέμορφο και κοριτσάκι και μια νέα γυναίκα –προφανώς μαμά της- που με κοιτούσαν επίμονα, χαμογελώντας γλυκά. Τους χαμογέλασα και η νεαρή μαμά μου είπε: «Σας έβλεπα στην τηλεόραση όταν ήμουν μικρή και τώρα σας βλέπει κι η κόρη μου». «Είδατε και τα καινούργια επεισόδια του Παραμυθά;», την ρώτησα.  «Ναι, στην Ψηφιακή της ΕΡΤ, κάθε Σαββατοκύριακο απόγευμα·  δεν χάσαμε καμία», μου απάντησε και συμπλήρωσε: «Η κόρη μου, μού έλεγε πριν λίγο ότι θέλει να σας ρωτήσει κάτι». «Εντάξει, στο διάλειμμα», της είπα χαμογελώντας στο κοριτσάκι και ετοιμαστήκαμε να παρακολουθήσουμε την παράσταση που άρχιζε.
Και κάποια στιγμή έγινε διάλειμμα. Σηκώθηκα και πήγα στην απέναντι σειρά. Γονάτισα δίπλα στο κοριτσάκι  για να βρεθώ στο ύψος της και τη ρώτησα: «Πώς σε λένε», τη ρώτησα. «Λήδα», μου απαντάει. «Πόσο χρονών είσαι», την ξαναρωτάω. «Τεσσάρων»,  μου λέει. «Μπα… πιο μεγάλη είσαι και μου το κρύβεις», της είπα, γιατί πραγματικά έβγαζε μια ωριμότητα μεγαλύτερου παιδιού, κι εκείνη γέλασε. «Να σου δώσω ένα φιλάκι», την ξαναρωτάω και σκύβω σίγουρος προς το μέρος της. «Όχι», μου απαντάει με τρόπο που δεν σηκώνει αντίρρηση, χωρίς να πάψει να χαμογελάει, και χωρίς να χαθεί από τα μάτια της εκείνη η γλύκα κι η τρυφερότητα που έχω δει να λάμπει και στα μάτια των μεγάλων σήμερα που έβλεπαν παλιά την εκπομπή; «Θες να μου δώσεις εσύ ένα φιλάκι;» την ξαναρωτάω, προτείνοντάς της με σιγουριά για την απάντηση το μάγουλό μου. «Όχι», μου λέει ξανά με τον ίδιο κοφτό τρόπο, χωρίς και πάλι να πάψει να μου χαμογελάει γλυκά. «Μμμ… Κι εγώ θα κλαίω…», της είπα κι άρχισα να κάνω πως μιξοκλαίω, ενώ εκείνη έμεινε ασυγκίνητη κι έβαλε πια τα γέλια. Χα, χα, χα… Καιρό είχα να φάω τέτοια «χυλόπιτα»!  Της χαμογέλασα τότε κι εγώ και της είπα: «Τι θέλεις να με ρωτήσεις, λοιπόν»;  Χωρίς να πάψει να χαμογελάει, αλλά και με μια παράξενη σοβαρότητα, εννοώντας απολύτως αυτό που λέει, με ρώτησε: «Μπορείτε να με πάρετε μαζί σας στο μαγικό κόσμο σας»; Τα ‘χασα! Πήγε να μου βγει ένας λυγμός, αλλά κρατήθηκα αμέσως για να μην την τρομάξω. Μέσα σε ένα κλάσμα δευτερολέπτου, είδα κάτι που είχε σχέση με όλη μου τη ζωή και μαζί ήξερα την απάντηση στην ερώτηση: «τι είναι αυτό ακριβώς που έχει χαραχτεί στην  ψυχή των παιδιών που έβλεπαν παλιά την εκπομπή του ΠΑΡΑΜΥΘΑ»;  Έχω σπάσει από χθες το κεφάλι μου να θυμηθώ τι της απάντησα εκείνη τη στιγμή, αλλά είναι αδύνατον! Εκείνο που θυμάμαι, είναι ότι της είπα κάτι κι εκείνη μου χαμογέλασε γλυκά, χαμογέλασε και η μητέρα της και μετά σηκώθηκα και της έδωσα ένα πεταχτό φιλί στο κεφαλάκι της. «Σου την έσκασα», της είπα, «σε φίλησα», κι εκείνη έσκασε στα γέλια. Και μετά γύρισα στη θέση μου γιατί άρχιζε η παράσταση, που την είδα από εκεί  και μετά, όντας σε πολύ ευαίσθητη κατάσταση…

Αργότερα, όταν γυρίσαμε σπίτι, άνοιξα το κομπιούτερ μου, για να βρω ένα ποίημα που  είχα γράψει το 1977, σε ένα ημερολόγιο που κρατάω, ένα χρόνο ακριβώς πριν μου συμβούν κάποια πράγματα που μου άλλαξαν τη ζωή μου. Σας αντιγράφω εδώ, κάποια από τα σημεία του που μου ήρθαν σαν φλασιά στο νου όταν με ρώτησε η Λήδα: «Μπορείτε να με πάρετε μαζί σας στο μαγικό κόσμο σας».

27 Ιουλίου 1977

ΔΙΑΦΟΡΑ «ΤΑΞΙΔΙΑ»

Α΄. (Σήμερα)
Στα συχνά ταξίδια του προς τα πίσω,
ανακάλυψε πως είχε ζήσει τη ζωή του ανάποδα.
Στο υποχρεωτικό καθημερινό κυκλικό του ταξίδι,
που και που «πιάνει» για λίγο σε «μέρη» που του αρέσουν.
Στα ταξίδια του προς τα ‘μπρος είναι καλύτερα,
γιατί μόνο σ’ αυτά ονειρεύεται, κόσμους μαγικούς.

Β΄.
(Τότε – Ηθοποιός – Το θέατρο)
Το ταξίδι από το σκοτάδι στο φως.
Ανάμεσα στο σκοτάδι και στο φως, τελάρα από τεντωμένο ζωγραφισμένο πανί.
Και η πόρτα με τη μία πλευρά.
Την ανοίγεις και… φως.
Το φως, «τοίχος» ανάμεσα σε σένα και στον κόσμο που κάθεται μπροστά σου.
Κι εσύ, να είσαι «πίσω» απ’ την πόρτα και «μπροστά» απ’ την πόρτα.
Κάτι σαν σχιζοφρένεια.
Τρεις τοίχοι πίσω σου κι ένας τέταρτος –το φως- μπροστά σου.
Τα αντικείμενα τοποθετημένα με λογική τη σχέση τους με τον τέταρτο «τοίχο».
«Πίσω» από τον «τοίχο» παραμονεύει ο κόσμος.
Ένας κόσμος που υπάρχει για σένα.
Ένας κόσμος που «κρέμεται» πάνω σου για να «νοιώσει»,
να «νοιώσει» οτιδήποτε – αρκεί να νοιώσει.
Κι εσύ δολοφονείς, κλαις, λες αστεία, ερωτεύεσαι, πεθαίνεις…
Κι όσο πιο έντονα κι αληθινά τα κάνεις αυτά, σαν να σου συμβαίνουν,
τόσο το καλύτερο για όλους σας.
Αυτού του είδους τα ταξίδια,
που άρχισε να τα κάνει από την παιδική του ηλικία,
τον εμπόδισαν αργότερα να έχει καλές σχέσεις με χώρους
όπου ο τέταρτος τοίχος ήταν από τούβλα κι όχι από φως
και δεν υπήρχε κόσμος απέναντί του.
Δυσκολευόταν πολύ να ζει πίσω και μακριά,
από την «πόρτα με την μία πλευρά», από τον «τοίχο από φως» .
Και βούλιαζε στη μελαγχολία και κρυβόταν μέσα του.
………………………..
Ε΄. (Σήμερα)
Στο κυκλικό καθημερινό του ταξίδι,
ονειρεύεται  το πέρασμα από την «πόρτα με τη μία πλευρά».
Είναι η μόνη διέξοδος,
κάτι σαν ψευδαίσθηση ευθύγραμμης πορείας,
γεμάτης με αλλεπάλληλες καινούργιες εικόνες
που δεν ερεθίζουν το αίσθημα ανασφάλειας
και καταργούνε το αίσθημα μοναξιάς.

Η φράση, «να με πάρετε μαζί σας στο μαγικό κόσμο σας», που μου είπε το μικρό κοριτσάκι, μ’ έκανε να νοιώσω αυτό που μου ξέφευγε. Εκείνο που γραφόταν μέσα στα παιδιά που έβλεπαν παλιά τον Παραμυθά, είναι ότι «έμπαιναν» σε ένα «μαγικό κόσμο». Μαγικό, όχι μόνο επειδή υπήρχαν εκεί μάγισσες και νεράιδες, επειδή μπορούσαν να μιλάνε με τα ζώα, τα φυτά, και τα πράγματα ή να φαντάζονται ότι πετάνε, αλλά και γιατί σε αυτό τον κόσμο υπήρχε ένας φίλος, υπήρχε ασφάλεια και τρυφερά αισθήματα. Ένας τέτοιος κόσμος είναι κι εκείνος που έμπαινα από τα οχτώ μου έως τα δεκάξι μου. Μπορούσα να γίνομαι διάφορα πράγματα που δεν ήμουν και να νοιώθω ασφάλεια, αισθήματα και φροντίδα γύρω μου. Κι ίσως τότε να μη χρειαζόμουν ήρωες, γιατί εγώ ο ίδιος γινόμουν διάφοροι ήρωες όπως ένας «Μικρός λόρδος», ο μικρός «Θωμάς Έδισων», ο μικρός «Βόλφαγκ Αμαντεους Μότσαρτ» κ.λπ. Και όπως έχει πει κάποιος που σας έχω αναφέρει σ’ αυτό το blog, ο Κρισναμούρτι:  «οι ηθοποιοί, σπάνια ξέρουν ποιοι πραγματικά είναι».
Χα, χα, χα… Είδες τι μπορεί να σε κάνει να δεις ένα τετράχρονο κοριτσάκι!
Καλό βράδυ και καλή εβδομάδα.
Π.

 

«Ο Λαέρτης και το μολύβι του…»

Πριν από κάμποσο καιρό, σε κάποιο post σας είχα μιλήσει για το βιβλίο, «ΖΩΗ ΣΑΝ ΚΡΥΣΤΑΛΛΟ»  της φίλης μου της Δέσποινας Χατζή. Αυτό ήταν το πρώτο της βιβλίο και χθες κυκλοφόρησε και το δεύτερο βιβλίο της με τίτλο, «Ο ΛΑΕΡΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΛΥΒΙ ΤΟΥ ΣΕ ΡΥΘΜΟΥΣ ΤΑΝΓΚΟ».

Για το βιβλίο αυτό, έχω γράψει ένα σύντομο ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ που θέλω να σας το αντιγράψω εδώ.

Όταν η Δέσποινα μου έδωσε να διαβάσω το χειρόγραφο –συγνώμη, το print out είναι το σωστό- του καινούργιου της βιβλίου, λειτούργησε μέσα μου και αυτό όπως και το προηγούμενο, το «ΖΩΗ ΣΑΝ ΚΡΥΣΤΑΛΟ», σαν καθρέφτης — ένας καθρέφτης όπου βλέπει κανείς τον εαυτό του! Και τα δύο αυτά βιβλία, καθώς είσαι μόνος σου μαζί τους και δεν σας «ακούει» ούτε σας «βλέπει» κανένας άλλος, σε κάνουν να τα διαβάσεις με ανοιχτή καρδιά κι έτσι δημιουργείται μία σχέση με τους ήρωες και των δύο βιβλίων. Κι αυτή η σχέση μαζί τους είναι εκείνο που λειτουργεί σαν καθρέφτης, όπως οι σχέσεις στην αληθινή ζωή, μια και θεωρώ ότι ζωή σημαίνει σχέσεις: Σχέση  με τους άλλους ανθρώπους, σχέση με τις ιδέες, σχέση με τα πράγματα, σχέση με τη φύση σε όλες της τις μορφές και φυσικά  σχέση με τον εαυτό μας.  Κι αυτές οι σχέσεις μπορούν –αν το θελήσουμε- να λειτουργήσουν σαν καθρέφτης όπου εκεί κοιτάζουμε τον εαυτό μας και μαθαίνουμε γι’ αυτόν, κάνοντας έτσι μια δουλειά μέσα μας. Κι αυτή τη δουλειά είναι που κάνουν οι ήρωες και στο «ΖΩΗ ΣΑΝ ΚΡΥΣΤΑΛΟ» και στο «Ο ΛΑΕΡΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΛΥΒΙ ΤΟΥ ΣΕ ΡΥΘΜΟΥΣ ΤΑΝΓΚΟ»: μαθαίνουν για τους  εαυτούς τους  χρησιμοποιώντας τις σχέσεις τους σαν ένα καθρέφτη όπου σ’ αυτόν καθρεφτίζεται εκείνο που είναι, ό,τι κι αν είναι, χωρίς στολίδια, χωρίς δικαιολογίες και εκλογικεύσεις. Και καθώς το κάνουν, μοιάζει να μπαίνεις κι εσύ στο παιχνίδι μαζί τους και να κάνεις την ίδια δουλειά.
Στο «Ζωή σαν κρύσταλλο» οι δύο ηρωίδες του βιβλίου μαθαίνουν για τους εαυτούς τους κοιτάζοντας μέσα στον καθρέφτη των σχέσεών τους με τους γονείς τους, με τα παιδιά τους, με τους άντρες τους ή τους εραστές τους· σ’ αυτό εδώ το βιβλίο, ο κεντρικός ήρωας, ένας ψυχίατρος, κοιτάζει μέσα από τον καθρέφτη των σχέσεών του τον εαυτό του, αυστηρά, άτεγκτα  — αμείλικτα  θα έλεγε κανείς. Κι αυτό το «καθρέφτισμα» ξεδιπλώνεται μέρα τη μέρα στο ημερολόγιό του, σαν  ένας εσωτερικός –οδυνηρός, αλλά λυτρωτικός τελικά- μονόλογος.
Και στα δύο βιβλία, το βασικό κίνητρο της δουλειάς που κάνουν οι ήρωες μέσα τους είναι η αναζήτηση της χαράς της ζωής, μιας χαράς που έχει χαθεί μέσα στην καθημερινότητα που ζούνε, με τους συμβιβασμούς και τα ψέματά της, μιας χαράς που μοιάζει να έρχεται τελικά, καθώς εμφανίζεται η αρχή μιας καινούργιας ζωής καθαρής «σαν κρύσταλλο» που μπορεί να κυλάει και να σου δίνει χαρά, όπως κυλάει και σου δίνει χαρά ο ρυθμός ενός «ταγκό» την ώρα που το χορεύεις — για να χρησιμοποιήσω και κάποιες λέξεις από τους τίτλους των δύο βιβλίων.

Και αφού ευχηθώ καλή επιτυχία στο βιβλίο που έχει μικρό σχήμα και μόλις  158 σελίδες, θα ήθελα να κλείσω αυτό το post με λίγες γραμμές από τον πρόλογό του, που δείχνουν το πνεύμα όσων πρόκειται να διαβάσει ο αναγνώστης.
Καλό Σαββατοκύριακο
Π.

«Τούτη τη στιγμή, κόντρα στην παράλογη  επιμονή  αυτών που πιστεύουν ότι οι άντρες δεν κλαίνε, τα  μάτια του Λαέρτη τρέχουν ασυγκράτητα δάκρυα. Αναζητά αυτή τη βαθιά χαρά της ζωής που είναι ξέχωρη από κάθε λογής  πρόσκαιρη ευχαρίστηση που σου προσφέρει το ένα ή το άλλο απόκτημα, αυτή τη χαρά που νιώθει κάπου- κάπου  να τον επισκέπτεται απρόσκλητη σαν βγαίνει στο φως ο άλλος του εαυτός, ο αληθινός. Έτσι  ο Λαέρτης -καθηγητής ψυχιατρικής- αποφασίζει σήμερα στα πενήντα του χρόνια να κρατήσει  ημερολόγιο, αναζητώντας  μέσα απ’ αυτό το δρόμο ν’ ανακαλύψει  τον αληθινό του εαυτό…»

Επίλογος στο «γάμο-post»

Εδώ και καιρό με έχουν σουλουμουντούκουμτσιτσιρί (λέξη από την εφηβεία μου για τη γνωστή πράξη)  με αυτά τα μηνύματα που σίγουρα θα έχετε πάρει και σου υπόσχονται ότι άμα τα προωθήσεις σ’ άλλους, θα πάρεις γρήγορα λεφτά, θα γνωρίσεις την ευτυχία, κ.λπ. και ότι αν δεν το κάνεις σε απειλούν ότι κάτι θα πάθεις. Εδώ και καιρό, σχεδιάζω ένα post γύρω από αυτό το θέμα. Αλλά, μπαίνοντας στο λογαριασμό στο  facebook να δω κάτι που μου είχαν στείλει πέφτω επάνω σε μια γελοιογραφία μου, που μου άρεσε πολύ, και που την έχει κάνει ένας εξαιρετικός καλλιτέχνης -όπως είδα από τη δουλειά του- ο   Νικόλας  Στεφαδούρος. Κοιτάζοντάς το μου ήρθε μία φαεινή ιδέα: «Θα το  δώσω στη φίλη μου τη μάγισσα Άιναφετς» σκέφτηκα «και θα το κάνει μαγικό μήνυμα που να έχει κάποια σχέση με το γάμο». Κι έτσι, σήμερα θα κλείσουμε τη σειρά των «γάμο-posts» με έναν μαγικό επίλογο.  Σας βάζω εδώ τη γελοιογραφία μου και μετά τις οδηγίες για το τι και πώς μπορείτε να πετύχετε.

1.  Αν δεν θυμάστε την ημερομηνία του γάμου σας που πλησιάζει και θα πληγώσετε τη γυναίκα σας ή τον άντρα σας αν την ξεχάσετε , στείλτε το σε 50 αστρολόγους και σε τρεις ώρες  θα έρθει ένα μήνυμα στο κινητό σας με ένα νούμερο που θα είναι η ημερομηνία που παντρευτήκατε.
2. Αν είστε αρραβωνιασμένοι και θέλετε να παντρευτείτε γρήγορα, στείλτε το σε 50 παπάδες, και μέσα σε ένα μήνα θα έχετε παντρευτεί.
3. Αν έχετε υποψίες ότι ο άντρας σας ή γυναίκα σας   σας απατάει, στείλτε το του/της,  10 φορές την ημέρα επί 10 ημέρες  και το δέκατο βράδυ θα αρχίσει να παραμιλάει στον ύπνο του/της  και θα σας πει το όνομα.
4. Αν ο/η σύντροφός σας ροχαλίζει πολύ τα βράδια και ψοφάτε στο ξενύχτι, στείλτε το σε 80 Φαρμακοποιούς και σε 5 μέρες θα κοιμάται  τόσο ήσυχα, που θα ξυπνάτε ανησυχώντας αν ζει  ή πέθανε και θα βάζετε το αυτί σας στο στόμα του/της για ν’ ακούσετε την αναπνοή του/της που μόλις θ’ ακούγεται.
5. Αν είστε παντρεμένοι και θέλετε να χωρίσετε, στείλτε το σε 100 ανύπαντρους και σε μία εβδομάδα θα ξεκινήσει διαδικασία διαζυγίου.

Καλή επιτυχία.
Σας φιλώ.
Π.

 

Το φτάρνισμα

Χα, χα, χα… Ξέρω, βλέποντας τον τίτλο σκεφτήκατε ότι για άλλη μια φορά θα αναβάλλω το τρίτο και τελευταίο μέρος του «γάμο-post». Όχι. Απλώς, διαβάζοντας  σε ένα e-mail που μου έστειλαν ότι, «είναι αδύνατον να φταρνιστείς με τα μάτια ανοιχτά», αυτομάτως σκέφτηκα: «και να παντρευτείς, επίσης», οπότε αποφάσισα ο τίτλος αυτού του post να είναι , «το φτάρνισμα».
Όπως  στο φτάρνισμα δεν μπορείς να μην κλείσεις τα μάτια, έτσι και στο γάμο δεν μπορείς να παντρευτείς αν «δεν κρατήσεις τα μάτια σου κλειστά » για να μη δεις όλα όσα δεν θες να δεις, όλα όσα η κοινωνία, η εκπαίδευση, η οικογένεια, η θρησκεία, σε έμαθαν να μην βλέπεις, θεωρώντας ως δεδομένο –για παράδειγμα- αυτό που έλεγε η κοινωνία, μέχρι το 1975, με το νομικό καθεστώς για τη γυναίκα, στον Μεταξικό Αστικό Κώδικα του 1940,  ότι «ο άνδρας είναι η κεφαλή της οικογενείας» και ότι «επί διαφωνίας, υπερισχύει η γνώμη του ανδρός».  Το διαβάζανε αυτό οι άντρες κι ήταν ευτυχισμένοι κρατώντας κλειστά τα μάτια τους για να νομίζουν ότι αυτοί κάνουν ό,τι θέλουν στο σπίτι τους. Την ξέρετε την ιστορία με τη συνέντευξη του παντρεμένου ζευγαριού σε talk show στην τηλεόραση στη δεκαετία του ’70;  Αν υποθέσουμε ότι γινόταν σήμερα, ήταν περίπου έτσι: «Και ποιος κάνει κουμάντο στο σπίτι σας», ρωτάει ο παρουσιαστής. «Μα εγώ, φυσικά», απαντάει με αυτοπεποίθηση ο σύζυγος. «Και με ποια θέματα ασχολείστε ακριβώς», επιμένει ο παρουσιαστής. «Να σας πω», συνεχίζει ο σύζυγος παίρνοντας πολύ σοβαρό ύφος τύπου άντρα που «γ@/\/\{ί  και δέρνει»: «Ενημερώνομαι για την κατάσταση στη Λιβύη, παρακολουθώ πώς κινείται το ραδιενεργό νέφος από την Ιαπωνία,  διαβάζω καθημερινά πώς πάει το Χρηματιστήριο,  έχω προσωπική αντίληψη των ενεργειών του Δ.Ν.Τ. κ.λπ.» «Κατάλαβα, κατάλαβα…» λέει  ο παρουσιαστής και γυρνώντας στη σύζυγο την ρωτάει: «Κι εσείς κυρία μου με τι ασχολείστε»; «Εγώ», αρχίζει να λέει εκείνη με σεμνό ύφος αλλά με πονηρό βλέμμα, «εγώ δουλεύω 8 με 4 στην Τράπεζα, μετά ασχολούμαι με τα ψώνια, μαγειρεύω για να φάνε όλοι, πλένω και σιδερώνω τα ρούχα, διαβάζω τα παιδιά για το σχολείο, πληρώνω τους λογαριασμούς  και κρατάω τα οικονομικά του σπιτιού, μιλάω με τους δασκάλους των παιδιών, φροντίζω να φτιαχτούν τα υδραυλικά ή τα ηλεκτρικά άμα γίνει καμιά βλάβη και τέτοια…».
Μετά είναι εκείνο το «ους ο Θεός συνέζευξε, άνθρωπος μη χωριζέτω», λες κι όταν κάποια ώρα μετά από κάποια χρόνια γάμου, αν ένας από τους δύο ερωτευτεί κάποιον ή κάποια άλλη, θα του πει «α, δεν μπορώ γιατί δεν μ’ αφήνει ο Θεός».
Υπάρχουν και οι γάμοι που έχουν τελειώσει και κρατιούνται για να μην στενοχωρηθούν οι γονείς ή για να μην πληγωθούν τα παιδιά, κάτι που καμιά φορά είναι προτιμότερο από το να μεγαλώσουν μέσα στο ψέμα και στη βία στο σπίτι.
Ακόμα, ένας λόγος για να συνεχίζεται ένας νεκρός γάμος, είναι η συνήθεια, το βόλεμα (κυρίως των αντρών) και ο φόβος της μοναξιάς και των γηρατειών.
Ο πιο συνηθισμένος λόγος που δυο άνθρωποι παντρεύονται, είναι ο έρωτας. Υπάρχουν βέβαια και κάποιοι γάμοι που γίνονται από ιδιοτέλεια  και συμφέρον, χωμένοι από την αρχή στο ψέμα, όπως γίνονται και γάμοι από συνοικέσιο που έχω δει ότι είναι και πιο ισορροπημένοι, σε μεγάλο ποσοστό. Στους γάμους από έρωτα, ένα από τα πιο σοβαρά πράγματα που δεν θέλει συνήθως κανείς να δει, είναι ότι ο έρωτας κάποια στιγμή τελειώνει, άσχετα αν η ουρά του έρωτα μπορεί να κρατάει πιο πολύ από τον ίδιο τον έρωτα, και από φόβο να δεχτούν οι άνθρωποι ότι έχει τελειώσει η ιστορία,  τρέχουν πίσω από «τον γάιδαρο» κρατώντας την ουρά του, και κοροϊδεύοντας τον εαυτό τους ότι είναι ακόμα «καβάλα στο γάιδαρο και πηγαίνουν βόλτα».
Τώρα: το θέμα δεν είναι αν θα παντρευτεί κανείς στην εκκλησία με τις ευλογίες της θρησκείας ή στο Δημαρχείο με τη υπογραφή του Αντιδήμαρχου ή ακόμα, δύο άνθρωποι αποφασίζοντας να ζήσουν μαζί όντας είτε άθρησκοι είτε αντικομφορμιστές, απλώς υπογράφουν ένα σύμφωνο συμβίωσης. Σε όλες τις περιπτώσεις, αν ο οποιοσδήποτε είδους γάμος γίνει συνειδητά για πρακτικούς λόγους –φορολογικούς και κληρονομικούς- τότε τα πράγματα είναι πιο κοντά στην αλήθεια. Κάποτε –ίσως κι ακόμα- ένας λόγος που παντρεύονταν τα κορίτσια ήταν για να γλυτώσουν την καταπίεση του σπιτιού τους. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, αν η νομιμοποίηση της σχέσης κρύβει αισθήματα ιδιοκτησίας του άλλου ανθρώπου, τότε καιροφυλακτούν: η ζήλια, ο φόβος, η ανασφάλεια και κάποιες φορές το γύρισμα του έρωτα σε μίσος, σε εκδικητικότητα.
Είναι, λοιπόν, δυνατόν να «φταρνιστεί κανείς με ανοιχτά μάτια»; Η ερώτηση μοιάζει τρελή, μια και είμαστε πεισμένοι ότι δεν γίνεται. Ναι, αλλά κάποτε θωρούσαν τρελή την ερώτηση, «μπορούμε να πάμε στο φεγγάρι»; Κι όμως πήγαμε. Έτσι, λοιπόν, είναι δυνατόν να παντρευτεί κανείς «με ανοιχτά μάτια»; Που σημαίνει, να ξέρει ειλικρινά και έντιμα μέσα του γιατί παντρεύεται — και όχι μόνο ο ένας, αλλά και οι δύο. Που σημαίνει  ότι και οι δύο πρέπει να ξέρουν ότι κάποια στιγμή ο έρωτας θα τελειώσει, αλλιώς αν το ξέρει και το έχει δεχτεί μόνο ο ένας, η ζωή και των δύο θα γίνει κόλαση. Που σημαίνει ότι και οι δύο, ξέροντας ότι ο έρωτας θα τελειώσει, έχουν σκεφτεί αν το άλλο πρόσωπο είναι εκείνο που τους ταιριάζει και δεν του έχουν φορέσει καπέλο που όταν σβήσει το ερωτικό, το καπέλο θα πέσει.
Έτσι, νομίζω ότι όταν παντρεύεται κανείς, είτε είναι γυναίκα είτε είναι άντρας, πρέπει να έχει μέσα του το αίσθημα της φροντίδας. Να έχει τη διάθεση να φροντίζεις –τον ή την σύζυγο, τα παιδιά, το σπίτι – και να σου αρέσει αληθινά να μοιράζεσαι. Όχι να παίρνεις ή να δίνεις, αλλά να μοιράζεσαι. Να μην υπάρχει ούτε υλική τσιγκουνιά ούτε ψυχολογική. Να μοιράζεσαι γενναιόδωρα με τον ή την σύντροφό σου τα πάντα, που, όμως, δεν σημαίνει παράδοση του ενός στον άλλον, αλλά ενώ μοιράζεσαι, υλικά και ψυχολογικά πράγματα, διατηρείς κι ένα προσωπικό, μοναχικό κομμάτι στη ψυχή σου που δεν αφορά κανέναν,  και δεν και κανένα αίσθημα ιδιοκτησίας του άλλου προσώπου, «εξαγοράς» του. Επίσης, νομίζω ότι κανείς πριν παντρευτεί, πρέπει να έχεις μία κοινή οπτική γωνία για τη ζωή –για παράδειγμα: μία υλιστική, ωφελιμιστική οπτική γωνία ζωής, δεν μπορεί να συνυπάρξει με μία ανιδιοτελή, πνευματική ή μεταφυσική οπτική γωνία. Ακόμα, νομίζω ότι θα πρέπει να υπάρχουν κοινά καθημερινά ενδιαφέροντα και μια ψυχολογική γενναιοδωρία. Να μην τσιγκουνεύεσαι να ζητήσεις συγνώμη για κάτι που δεν έπρεπε να έχεις κάνει· να μοιράζεσαι τη χαρά, την καλοτυχία, τις ανακαλύψεις μέσα σου, τον πόνο σου, τις ενοχές σου, ακόμα και τις γνωριμίες που σου αλλάζουν τη ζωή –είτε είναι κάποιος άνθρωπος που συνάντησες και λέγοντάς σου κάποια σωστά και βαθιά αληθινά πράγματα σου άλλαξε τη ζωή και δεν θες να το κρατήσεις τσιγκούνικα μόνο για σένα. Ίσως ακόμα, αν όλα στη σχέση –τα ερωτικά, η φροντίδα,  το σεξουαλικό κ.λ.π.- είναι στη θέσης τους, ίσως τότε και να μπορείς να γνωρίσεις στον ή στη σύντροφό σου, ακόμα κι ένα πρόσωπο που έχεις ερωτευτεί μετά από χρόνια γάμου και σου δίνει χαρά, που ακόμα κι αυτήν θέλεις να μοιραστείς με τον άνθρωπό σου. Γιατί ένα είναι βέβαιο: ο έρωτας είναι υπέροχος, αλλά πάντα έχει τέλος και κανένας δεν μπορεί να θεωρηθεί τελευταίος. Τα Νοσοκομεία είναι γεμάτα από γυναίκες και άντρες, με καρκίνους, εγκεφαλικά, εμφράγματα και άλλα, που συνέθλιψαν μέσα τους αυτό που τους έλεγε να κάνει η καρδιά τους. Και πάντα πρέπει να ξέρουμε πως ό,τι επιτρέπουμε στον εαυτό μας, πρέπει να το επιτρέπουμε και στον άλλον, ακόμα κι αν αυτό μας πονάει. Ίσως όλα αυτά ακούγονται σαν θεωρίες ή σαν να έρχονται από άλλο πλανήτη, αλλά δεν είναι. Είναι απλώς μέρος  της απάντησης σε ένα απίθανο ερώτημα, όπως το αν μπορείς να φταρνιστείς χωρίς να κλείσεις τα μάτια. Κι εδώ αρχίζει μια βαθιά αναζήτηση, που χρειάζεται μία άγρυπνη και ουδέτερη επίγνωση καθώς κοιτάζεις μέσα σου την κάθε στιγμή, χωρίς να φοβάσαι τι θα δεις, με εντιμότητα και ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό σου, αλλά χωρίς να δικαιολογείς ή να επικρίνεις  αυτά που βλέπεις, χωρίς να διαλέγεις ότι σ’ αρέσει και να πετάς ό,τι σε «τσούζει», χωρίς να προσπαθείς να γίνεις κάτι άλλο απ’ αυτό που είσαι. Ξέρετε, έχω την εντύπωση ότι οι άνθρωποι  που λένε ότι ακολουθούν κάποιο δρόμο «αυτογνωσίας», θεωρούν ότι αγωνίζονται για να γίνουν καλύτεροι. Τότε δεν θα λεγόταν «αυτογνωσία», αλλά «αυτοβελτίωση». Το εξαιρετικό Λεξικό του Μπαμπινιώτη σημειώνει για την λέξη: Αυτογνωσία: η εις βάθος γνώση του εαυτού μας, η επίγνωση των προτερημάτων και των αδυναμιών μας. ΣΥΝΩΝΥΜΟ: γνώθι σαυτόν. Κι όπως ξέρετε, το «γνώθι» δεν σημαίνει «γνώρισε», αλλά «γνώριζε». Και το να μάθεις τον εαυτό σου είναι κάτι που δεν τελειώνει ποτέ, αφού ο εαυτός μας δεν είναι κάτι στατικό, αλλά κάτι ζωντανό.

Ουφ! Εδώ τελειώνουν τα posts για το γάμο. Ξέρω, έχει πολύ πράγμα ακόμα για το γάμο, αλλά τώρα σας έχω πετάξει το μπαλάκι στη μεριά σας ή αλλιώς,  «η μπάλα είναι στην αυλή σας»…
Καλό βράδυ και καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ
Π.

 

Γάτα, Λιοντάρι κι Άνθρωπος

Ε, όπως καταλάβατε το σήριαλ «γάμο-post» συνεχίζεται. Είμαι στη μέση περίπου και βαριέμαι να το τελειώσω απόψε. Και μια και υπάρχουν ακόμα μερικά παραμύθια με ήχο από τα παλιά, ας ανεβάσω ένα ακόμα – για να ευχαριστηθεί κι η marilia που της αρέσουν. «Γάτα. λιοντάρι, κι άνθρωπος»,  λοιπόν.

Καλό ξημέρωμα.
Π.

[audio:http://www.fileden.com/files/2009/9/2/2562339/par3/3.3_Gata_Liontari_ki_anthropos.mp3]

Η Ημέρα του παιδικού βιβλίου

Χα, χα, χα… Μάλλον κάποιος παντρεμένος θα  μου κάνει βουντού, γιατί αλλιώς δεν εξηγείται άλλη μία αναβολή για το γάμο-post, το τρίτο μέρος του -και χειρότερο- σήμερα! Λοιπόοον…  Εκεί που σχεδίαζα  να το ανεβάσω σήμερα, ξαφνικά  η παιδική εφημερίδα «ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ» της εφημερίδας  «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», έχει αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου που την είχα ξεχάσει. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά και ολόκληρη η σελίδα «Γραμματοκιβώτιο», είναι αφιερωμένη στη δουλειά με θέμα την έμπνευση που είχε κάνει η Δευτέρα  Δημοτικού ενός Σχολείου που είχα επισκεφτεί  πέρσι. Συγνώμη που μέσα έχει τρεις αναφορές σε μένα, αλλά όλο μαζί έχει πολύ πλάκα, όπως θα δείτε.
Καλό βράδυ.
Π.