Πέρασμα απ’ τα Εξάρχεια. (Β΄Μέρος)

Πρέπει να σας πω ότι δεν περίμενα να δω τόσα θετικά σχόλια στο blog και στα mail μου, για το προηγούμενο post με κάποιες σκέψεις και φωτογραφίες από το πέρασμά μου από τα Εξάρχεια!  Έτσι αποφάσισα να ανεβάσω σήμερα και όλα τα υπόλοιπα που έκοψα την προηγούμενη φορά — κείμενα, φωτογραφίες και βίντεο. Πριν, όμως, περάσω σ’ αυτά θα ήθελα να πω δυο λόγια για τούτα τα κείμενα από την προσωπική μου ζωή. Εδώ και λίγο καιρό, κάποιος φίλος εκδότης μού έβαλε την ιδέα να γράψω ένα βιβλίο, σαν παραμύθι, για όσα έχω ζήσει. Δεν ξέρω… Από εκεί έχει ξεκινήσει η ιδέα των posts αυτής της κατηγορίας, αλλά ομολογώ ότι μου αρέσει πιο πολύ να τα γράφω εδώ στο blog, γιατί σε ένα βιβλίο δεν θα μπορούσα να βάλω τόσες πολλές φωτογραφίες  και κυρίως βίντεο, πράγμα που μου αρέσει πολύ. Αυτά για εισαγωγή και πάμε στην υπόλοιπη… βόλτα μου στην παιδική μου και εφηβική μου ζωή, στα Εξάρχεια.
Θα θυμάστε, όσοι διαβάσατε το προηγούμενο, ότι αυτό το πέρασμα από τα Εξάρχεια έγινε με αφορμή την επίσκεψή μου για κάποια δουλειά, σε ένα φίλο στο Υπουργείο Πολιτισμού, που υπήρξε για χρόνια κτίριο της Αστυνομικής Διεύθυνσης της Αθήνας (αυτό που σήμερα λένε Γ.Α.Δ.Α), αλλά έμεινε στη μνήμη των ανθρώπων της γενιάς μου και κάποιων παλιότερων, ως σύμβολο βασανιστηρίων στα χρόνια της Δικτατορίας της 21ης Απριλίου, με το όνομα «η Ασφάλεια». Αυτό το κτίριο βρίσκεται στην οδό Μπουμπουλίνας. Κι ένα από τα πρώτα πράγματα που μου ήρθε στο νου βγαίνοντας μετά τη συνάντηση που έκανα, ήταν η οδυνηρότερη εμπειρία που είχα στην παιδική μου ηλικία, στα οχτώ μου: 10 μέρες στο Νοσοκομείο Παίδων στο Γουδί, με φύσημα καρδιάς και ρευματισμούς μετά από ιλαρά, αρρώστια που είχαν πάθει πολλά παιδιά τότε, αλλά που σε μένα γύρισε άσχημα. Ακόμα και σήμερα μπορώ να κάνω αδιάφορα οποιαδήποτε ένεση στον οδοντίατρο ή να μου πάρουν αίμα, αφού τότε μου έκαναν ένεση  6 φορές την ημέρα, δεξιά κι αριστερά στο λαιμό (σελισιλάτ λεγόταν το φάρμακο), ενώ άλλες δύο φορές μου έπαιρναν αίμα κι επειδή έσπασαν οι φλέβες στα χέρια άρχισαν να μου παίρνουν αίμα από τις φλέβες πίσω από τα γόνατα στις κληδώσεις. Χα, χα, χα… Γι’ αυτό φαίνεται ότι τώρα με παίρνει ο ύπνος στην οδοντίατρο με ανοιχτό το στόμα και τον τροχό να δουλεύει! Θυμήθηκα το Νοσοκομείο, γιατί εκεί στην Μπουμπουλίνας, ήταν το ιατρείο ενός  πολύ καλού παιδίατρου που με πήγανε τότε και που ακόμα θυμάμαι το όνομά του: Χορέμης. Βγαίνοντας, λοιπόν,  από το Υπουργείο Πολιτισμού, κοίταξα δεξιά μου. Η παλιά πολυκατοικία ήταν ακόμα εκεί. Πλησίασα και έβγαλα αυτή τη φωτογραφία.

Είναι η κάπως κίτρινη πολυκατοικία με την μαρμάρινη είσοδο. Το ιατρείο ήταν στα δύο κλειστά παράθυρα δεξιά της. Για άλλη μια φορά, εντυπωσιάστηκα με το πόσο καθαρή είναι η πρακτική μνήμη όταν σβήσει η ψυχολογική μνήμη! (Γι’ αυτήν επειδή σε κάποιο σχόλιο με ρώτησαν, θα πω κάτι σε άλλο post). Εκείνη τη στιγμή, λοιπόν, γέμισα από μία απίστευτη τρυφερότητα, καθώς θυμήθηκα ότι εκείνες τις δέκα μέρες στο «Νοσοκομείο Παίδων», έζησα και την πρώτη ερωτική ιστορία της ζωής μου. Ήταν με μία νοσοκόμα. Μέσα σε εκείνο το χώρο: χωρίς μάνα, αδελφές, πατέρα, χωρίς κανέναν και άρρωστος, υπήρχαν -ανάμεσα στις άλλες- και δύο νοσοκόμες που φαίνεται ότι με είχαν συμπαθήσει, γιατί μου φέρονταν  κάπως με περισσότερη φροντίδα απ’ ό,τι στα άλλα παιδιά στο θάλαμο. Το ένοιωθα. Όπως ένοιωθα κι ότι η μία από τις δύο μου φερόταν απίστευτα τρυφερά και γλυκά! Μου άρεσε τρομερά όταν μου έδινε κάποιο πεταχτό φιλί στο μάγουλο  ή ένα γρήγορο χάδι στο κεφάλι. Τότε, δεν  ήξερα γιατί μελαγχολούσα όταν αργούσε να έρθει να με δει. Αργότερα κατάλαβα ότι αυτή η μελαγχολία έρχεται όταν είσαι ερωτευμένος και είναι μακριά το πρόσωπο που έχεις ερωτευτεί. Μια μέρα πριν φύγω, φώναξαν το φωτογράφο του Νοσοκομείου και μας έβγαλε φωτογραφία και τους τρεις, στο ιατρείο και πάνω στον μπάγκο που μου έκαναν τις ενέσεις. Με ποιαν ήμουνα ερωτευμένος, φαίνεται από το βλέμμα μου που την κοιτάζω στη φωτογραφία που βλέπετε εδώ.

Μετά απ’ αυτό, βγαίνοντας από την Μπουμπουλίνας στην οδό Τοσίτσα, αφού θυμήθηκα τη φωτογραφία με τη μητέρα και την αδελφή μου που σας έδειξα στο προηγούμενο post, θυμήθηκα και  μία άλλη που είχαμε βγάλει με την αδελφή μου και δύο κορίτσια που δούλευαν με τη μητέρα μου στην αρχή της Τοσίτσα, κάτω στην Πατησίων, εδώ δηλαδή που βλέπετε σήμερα τα δύο περίπτερα και τη στάση λεωφορείου.

Τότε, όμως, δεν υπήρχε τίποτα από όλα αυτά και ο φοίνικας ήταν τόσο μικρός ακόμα, που ούτε καν φαίνεται πίσω μας.

Mετά από αυτή τη φωτογραφία με τα περίπτερα, ήταν που πήγα να μπω στο Μουσείο και θυμήθηκα και την άλλη φωτογραφία που με είδατε ναυτάκι. Ύστερα,  προχωρώντας ανακάλυψα πως δεν μπορώ πια να μπω από αυτή την είσοδο που μπαίναμε κάθε απόγευμα τότε, γιατί την έχουν κλείσει. Κοίταξα μέσα από τα κάγκελα και μου έκανε εντύπωση πόσο πολύ είχαν κλαδέψει τα δέντρα. Δεν είχε μείνει πια σχεδόν τίποτα!


Εδώ το 1958 ήταν ένας μεγάλος κανονικός κήπος και με μερικούς φίλους μου είχαμε γυρίσει μια ταινία. Ή μάλλον αρχίσαμε να τη γυρίζουμε και δεν την τελειώσαμε ποτέ. Ήμουνα 15 χρονών και είναι η πρώτη φορά που έκανα το σκηνοθέτη και έπαιζα βέβαια. Το παιδί με τη γραβάτα που θα δείτε στην ταινία, είναι o συμμαθητής μου στο Βαρβάκειο (τότε ήταν στην οδό Κωλέττη στα Εξάρχεια)   και φίλος μου,   Αλέξης Πανσέληνος.  Η ταινία είναι τόσο παλιά που το φιλμ με το οποίο γυρίστηκε δεν είναι καν 8 χιλιοστών, αλλά 9 χιλ.  Το περφορέ, (οι τρυπούλες για να κινείται η ταινία στη μηχανή) δεν είναι δεξιά κι αριστερά αλλά στη μέση! Έχω μόνο το πρώτο λεπτό από την ταινία, που της έβαλα και μουσική σήμερα γιατί είναι βέβαια βουβή. Η υπόθεση είναι για κάποιο θαμμένο θησαυρό και τα δυο παιδιά παρακολουθούν αυτούς που σκάβουν για να τον βρούνε. Η μουσική που έβαλα είναι από τις αγαπημένες των νιάτων μου, κλασσικό ροκ και μάλιστα σκληρό, της εποχής, με το συγκρότημα  IRON BUTTERFLY: «In a Gadda Da Vida, Baby», λοιπόν.

Αφού δεν μπορούσα, λοιπόν, να μπω από εκεί, πήγα από την Οδό Πατησίων.Απ’ αυτή την πλευρά είναι όλο ανοιχτό. Το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, έχει χτιστεί το 1889. Αν προσέξετε δεξιά και αριστερά στη σκάλα, θα δείτε δύο μαρμάρινες πλάκες. Τις λέγαμε «τσουλήθρες», γιατί καθόμαστε στο μάρμαρο και κάναμε τσουλήθρα. Εγώ, κάθε απόγευμα σχεδόν που με πήγαιναν εκεί για βόλτα, ανεβοκατέβαινα στη τσουλήθρα τουλάχιστον καμιά εικοσαριά φορές μέχρι να φύγουμε για το σπίτι.

Μια  λακκούβα που υπάρχει στη μέση του μάρμαρου και σε όλο το μήκος του, έχει γίνει από τους ποπούς των παιδιών που έκαναν και κάνουν τσουλήθρα. Δεν κάνω πλάκα. Από αυτό έχει γίνει η λακκούβα. Για σκεφτείτε: Το Μουσείο έχει γίνει το 1889.  Από τότε έως σήμερα έχουν περάσει 122 χρόνια κι αν το υπολογίσουμε με 360 μέρες το χρόνο έχουν περάσει από τότε 43.920 ημέρες· αν πήγαιναν μέσο όρο καμιά τριανταριά παιδιά την ημέρα,  μας κάνουν 1.317.600 παιδιά· κι αν βάλουμε ότι έκαναν  μέσο όρο είκοσι φορές τσουλήθρα το καθένα, έχουμε τότε ένα απίστευτο αριθμό από 26.352. 000 τσουληθριές!   Ε, είναι να μην φαγωθεί και λακουβιάσει το μάρμαρο από τους παιδικούς πωπούς μέσα -κυριολεκτικά- στους αιώνες;

Ανέβηκα τα σκαλιά  και… ε, καθώς έβλεπα από πάνω τη τσουλήθρα, δεν άντεξα· ήθελα να κάνω τσουλήθρα. Κοίταξα γύρω μου. Είχε παιδιά από κάποιο σχολείο που είχε έρθει επίσκεψη στο Μουσείο και δασκάλους. Ούτε που μ’ ένοιαζε. Θυμήθηκα ότι την τελευταία φορά που έκανα τσουλήθρα θα πρέπει να ήμουν γύρω στα δέκα, γιατί ένοιωθα πια ότι μεγάλωσα και δεν μπορούσα να κάνω τσουλήθρα. Χα, χα, χα… Και τώρα, 58 χρόνια μετά, μου ήρθε να ξανακάνω! Έβαλα το κινητό μου να παίρνει βίντεο και κάθισα στην κορφή της μαρμάρινης πλάκας.  Έδωσα μια και ξεκίνησα. Μόνο που τώρα πια δεν ήμουν το μικρό αγόρι που καθώς ήταν ελαφρύ κυλούσε στο μάρμαρο. Τώρα έπρεπε να βάζω φόρα με τα πόδια. Και το έκανα, μέχρι κάτω, αδιαφορώντας που με κοίταζαν χαμογελώντας. Μπορείτε να δείτε τη διαδρομή της… «τσουληθριάς» μου, στο βίντεο που γύρισα.
Καλό ξημέρωμα
Σας φιλώ πολύ
Π

Πέρασμα από τα Εξάρχεια

Χθες χρειάστηκε να πάω στα Εξάρχεια, τη γειτονιά που γεννήθηκα κι έζησα έως τα 18 μου. Είχα ένα ραντεβού στο Υπουργείο Πολιτισμού, με ένα φίλο που γνωριστήκαμε στη Δικτατορία, όταν το κτίριο του Υπουργείο Πολιτισμού σήμερα ήταν τότε το κτίριο της Ασφάλειας Αθηνών που είχα επισκεφτεί για άλλους λόγους. Ο χώρος αυτός έμεινε στη μνήμη της γενιάς μου και των παλιότερων, ως χώρος βασανιστηρίων όσων αντιστέκονταν στη Δικτατορία και συλλαμβάνονταν.  Βρισκόταν και βρίσκεται στην οδό Μπουμπουλίνας. Ο πρώτος παράλληλος δρόμος είναι η οδός Ζαίμη όπου βρισκόταν και βρίσκεται το σπίτι όπου γεννήθηκα. Είχα πολλά χρόνια να πάω εκεί. Βγαίνοντας από την Ασφάλεια… συγνώμη, από το Υπουργείο Πολιτισμού ήθελα να πω, κοίταξα την οδό Τοσίτσα και θυμήθηκα μία φωτογραφία που είχαμε βγάλει εκεί  με τη μητέρα μου και την αδελφή μου το 1952, όταν ήμουν εννιά χρονών. Έτσι μου ήρθε η ιδέα γι’ αυτό το post που θα μπει στην κατηγορία SERENDIPITY, μια και είναι κάτι από τη ζωή μου. Έβγαλα, λοιπόν, την πρώτη φωτογραφία με το κινητό μου, που είναι η Οδός Τοσίτσα, από την ίδια σχεδόν γωνία, όπως η φωτογραφία του 1952. Την έκανα επίτηδες ασπρόμαυρη.

Και να και η φωτογραφία του 1952 στο ίδιο σημείο.

Τα πλακάκια στο πεζοδρόμιο τα ίδια, τα δέντρα τα ίδια, το σπίτι της γωνίας αριστερά το ίδιο, η μεγάλη διαφορά είναι στα αυτοκίνητα (δύο ταξί μόνο εδώ)  και σε… μένα, φυσικά. «Γιατί δεν ντύνεσαι κι εσύ σαν όλα τ’ αγοράκια της ηλικίας σου παιδάκι μου;» έλεγε  η μάνα μου επειδή ήθελα  πάντα να φοράω γραβάτα. Εγώ όμως, δεν άκουγα γιατί έτσι ένοιωθα πιο μεγάλος.

Αφού, λοιπόν, έβγαλα φωτογραφία την οδό Τοσίτσα σήμερα, αποφάσισα να κατέβω περπατώντας προς την Πατησίων, στην είσοδο του Μουσείου. Αυτή η είσοδος όμως είχε πια μια μεγάλη κλειστή καγκελόπορτα. Αλλά ξαφνικά είχα μια φλασιά: Εκεί όπου ήταν παρκαρισμένο ένα αυτοκίνητο  σήμερα, είχα βγάλει το 1948, σε ηλικία 5 χρονών και ντυμένος ναυτάκι όπως ήταν η μόδα για τ’ αγόρια τότε, μία φωτογραφία μπροστά σε κάποιο παρκαρισμένο αυτοκίνητο.  Δείτε τη φωτογραφία σήμερα και προσέξτε το δέντρο πίσω από το παρμπρίζ.

Να και η φωτογραφία του 1948, με το ίδιο δέντρο όπως και σήμερα, αλλά πολύ μικρότερο, όπως κι εγώ άλλωστε όπως βλέπετε.

Κι εκεί αποφάσισα να γυρίσω πίσω στην οδό Ζαίμη και να βγάλω φωτογραφία την πολυκατοικία όπου έζησα από τότε που γεννήθηκα μέχρι τα δεκαοχτώ μου. Είναι αυτή που βλέπετε εδώ, ίδια όπως τότε.

Δεξιά από την είσοδο και κάτω, είναι τα δύο παράθυρα του σπιτιού, του υπόγειου που μέναμε οι γονείς μου, οι δύο αδελφές μου κι εγώ. Μόνο που τότε δεν υπήρχαν, βέβαια, τα κάγκελα, τα χόρτα και τα  graphiti  στον τοίχο.

Τη στιγμή που έβγαζα αυτή τη φωτογραφία, ήρθε ένα παιδί με πίτσες από κάποια πιτσαρία, χτύπησε ένα κουδούνι, του άνοιξαν και καθώς η βαριά ξύλινη πόρτα έκλεινε αργά, αποφάσισα να μπω στο σπίτι, ακριβώς 50 χρόνια μετά από τότε που βρισκόμουν εκεί για τελευταία φορά. Μπήκα μέσα, ανέβηκα τα σκαλοπάτια της εισόδου, και βρέθηκα στην κορφή της σκάλας που οδηγούσε κάτω στο σπίτι μας.

Ωραία παλιά σκάλα. Την κατέβηκα και κοίταξα προς τα πάνω.

Χα, χα, χα… Όταν άρχισα να πηγαίνω σχολείο, η χαρά μου ήταν τα μεσημέρια να κατεβαίνω στο σπίτι κάνοντας τσουλήθρα σ’ αυτή την ξύλινη, φαρδιά κουπαστή. Κοίταξα προς τα κάτω. Η πόρτα του σπιτιού μας κλειστή, καθώς δεν έμενε κανείς πια εκεί! Παραήταν υπόγειο για να ‘ναι σπίτι και το έκαναν αποθήκη.

Κοιτώντας την πόρτα που είχα περάσει εκατοντάδες φορές στη ζωή μου, συνειδητοποίησα ότι δεν ένοιωθα κανενός είδους συγκίνηση. Ήταν κάτι πολύ διασκεδαστικό, σαν να έπαιζα κάποιο παιχνίδι. Και τότε, καθώς θυμόμουν όλα όσα είχα ζήσει σ’ αυτό το σπίτι, κατάλαβα εκείνο που λέγεται σβήσιμο ψυχολογικής μνήμης. Φαίνεται πως όταν συμβεί αυτό, γυρνάει όλη η πρακτική μνήμη. Θυμάσαι τα πάντα, χωρίς κανενός είδους συναισθηματισμό. Είναι αυτό που λέμε καμιά φορά, «αχ μη μου τα θυμίζεις τώρα…», όταν ακόμα υπάρχουν πράγματα στην ψυχολογική μνήμη που πονάνε, και εμποδίζουν την πρακτική να έρθει στην επιφάνεια. Κι εκείνη τη στιγμή, θυμήθηκα το πιο έντονο πράγμα που έχω ζήσει εκεί σαν μικρό παιδί. Ένα μεγάλο μάθημα που πήρα: Να μην φοβάμαι να φοβάμαι. Κατέβηκα την υπόλοιπη σκάλα, στάθηκα στην αρχή του διαδρόμου με τις αποθήκες που οδηγούσε στην αυλή κι ανακάλυψα ότι τώρα πια υπήρχε φως και πάτησα το κουμπί. Και ξανάκανα την ίδια διαδρομή προς την αυλή που είχα κάνει και τότε. Για να καταλάβετε τι είναι αυτή η διαδρομή, θα πρέπει να διαβάσετε, όσοι δεν το είχατε διαβάσει, ένα post  που είχα ανεβάσει το Μάιο του 2009 με τίτλο, «ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΦΟΒΟ’. Κάντε κλικ ΕΔΩ και θα σας πάει.  Και μετά, δείτε το βίντεο για να παρακολουθήσετε τη διαδρομή που έκανα ζωντανά, κι όχι απλώς το σχέδιό της, όπως σ’ εκείνο το post. Δυστυχώς η πόρτα της αυλής ήταν κλειδωμένη αυτή τη φορά.

Μεγάλο Σχολείο αυτός ο διάδρομος!!!… Στο σημερινό πέρασμα από το Εξάρχεια, κατάλαβα τι σήμαινε για τη στάση μου απέναντι στο φόβο από τότε και μετά, το πέρασμα αυτού του διάδρομου.

Καλό βράδυ.
Π.

Σαν τα ποντίκια στη φάκα

Σήμερα λέω να βάλω εδώ ένα κείμενο που είναι κυρίως για γονείς μικρών παιδιών, αλλά ίσως βρείτε ενδιαφέρον και οι υπόλοιποι.
Υπάρχουν, λοιπόν,  γνωστοί μου που, διαβάζοντας τα κείμενα που έχω ανεβάσει εδώ ή συζητώντας μαζί μου για την ανατροφή των παιδιών, έχουν την ίδια αντίδραση: «Πες ότι αλλάζουμε μερικοί γονείς τον τρόπο που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας. Και τι θα βγει μ’ αυτό, όταν εκατομμύρια άλλοι στον κόσμο θα εξακολουθήσουν να εφαρμόζουν την ίδια παλιά συνταγή; Και μήπως, αν τα παιδιά μας μεγαλώσουν διαφορετικά, όταν αργότερα γίνουν ενήλικες, μήπως  δεν τα καταφέρουν να επιβιώσουν, καθώς δεν θα μπορούν να αντιμετωπίσουν τη ζούγκλα της κοινωνίας; Αν –για παράδειγμα- μεγαλώσουμε τα παιδιά μας σαν μη βίαια άτομα, θα μπορέσουν αργότερα να επιβιώσουν μ’ αυτή τη βιαιότητα της καθημερινής ζωής που υπάρχει γύρω μας;»
Έχετε παρατηρήσει ότι όταν αναφερόμαστε στους άλλους σαν δικαιολογία για κάτι που δεν κάνουμε είναι για να βρούμε ένα άλλοθι για να συνεχίσουμε να μην το κάνουμε; Αλλιώς τι μας ενδιαφέρει τι κάνουν  άλλοι στη θέση μας; Κι όσο για το ερώτημα που μου κάνουν, εγώ θα ήθελα να αναρωτηθώ με τη σειρά μου, αν ένα παιδί που μεγαλώνει υπερπροστατευμένα αλλά με το ίδιο μοντέλο βιαιότητας και γίνεται αυτό που λέμε «μαμμόθρεφτο», θα επιβιώσει ευκολότερα στην κοινωνία από ένα άλλο που θα έχει μεγαλώσει χωρίς βιαιότητα και με σωστή αντιμετώπιση της ελευθερίας του από τους γονείς του.
Και έπειτα ποιος είπε ότι ένα μη βίαιο άτομο είναι αδύναμο, ανίκανο και ανόητο; Ένα συνειδητά μη βίαιο άτομο δεν θα ανταπέδιδε ποτέ ένα χαστούκι, αλλά και δεν θα… έστρεφε ποτέ το άλλο μάγουλο. Για να μην πω ότι δεν θα βρισκόταν ποτέ, σαν ενήλικας, στη θέση να φάει ένα χαστούκι.
Μια άλλη αντίδραση, ακόμα πιο συχνή, όχι μόνο για το θέμα ανατροφής των παιδιών αλλά και γενικότερα, είναι και τούτη: «Δεν βαριέσαι… Με το ν’ αλλάξω εγώ, θ’ αλλάξει τίποτα;» Ή: «Άντε και άλλαξα εγώ, ο άλλος θα αλλάξει;»
Έχετε αναρωτηθεί ποτέ, μήπως κάθε φορά που κάνει κάποιος από μας κάτι, αρνητικό ή θετικό, έχει έμμεση ή άμεση σχέση με το σύνολο της ανθρωπότητας και προσθέτει ένα, έστω ελάχιστο, κομμάτι στο γενικότερο οικοδόμημα; Μήπως υπάρχει κοινή συνείδηση της ανθρωπότητας, όπου καθένας από μας την επηρεάζει; Μήπως  μια βίαιη κουβέντα ή μια κουβέντα καλοσύνης, προσθέτουν κάτι στον «κορβανά»  βίας ή καλοσύνης της ανθρωπότητας; Κι αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, μήπως είμαστε όλοι υπεύθυνοι για όλα; Πράγμα που δεν σημαίνει, βέβαια, ενοχή αλλά κάτι δυσκολότερο: επίγνωση και φροντίδα.
Αν, λοιπόν,  βλέπουμε τι είναι σωστό, ποιος ο λόγος να ασχολούμαστε με το αν θα το ακολουθήσουν και οι άλλοι; Εκείνο που έχει σημασία δεν είναι το να ασχοληθούμε τώρα με τα παιδιά μας; Και η λύση στα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε με τα παιδιά μας (ή και με τις άλλες σχέσεις μας) δεν βρίσκεται πάντα μέσα στη σχέση και όχι έξω απ’ αυτήν, όπως και η λύση κάθε προβλήματος υπάρχει μέσα στο πρόβλημα κι όχι έξω απ’ αυτό;
Όταν τα παιδιά είναι μικρά, τα κυνηγάμε συνέχεια για να φάνε το φαΐ τους, να διαβάσουν ή να ντυθούν καλά πριν βγουν στο κρύο και τα ταράζουμε στα «μη» και «μη» με αμφίβολης χρησιμότητας απαγορεύσεις, νομίζοντας ότι μ’ αυτά και μαζί με το ότι δουλεύουμε για να τους εξασφαλίσουμε τη διαβίωσή τους έχουμε κάνει ό,τι πρέπει. Κι όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως τα θέλαμε από την πλευρά των παιδιών, τότε τρέχουμε σε παιδοψυχολόγους, σε ειδικούς, διαβάζουμε βιβλία, συμβουλευόμαστε τους μεγαλύτερους, κλαίμε, δίνουμε ξύλο, τιμωρούμε, υποφέρουμε οι ίδιοι και κάνουμε και τα παιδιά μας να υποφέρουν πιστεύοντας, προφανώς, σε όλες τις περιπτώσεις ότι εμείς πάντως κάναμε το σωστό.
Μήπως, όμως, το σωστό είναι κάτι διαφορετικό; Μήπως θα ήταν αλλιώτικα τα πράγματα, αν δείχναμε αληθινή και βαθιά φροντίδα στα παιδιά μας, χωρίς να περιμένουμε ανταμοιβή ή αναγνώριση; Αν τ’ ακούγαμε με αληθινή αγάπη, μήπως τότε βλέπαμε ότι πίσω από τις πράξεις και τα λόγια τους, που ίσως κάποτε μας θυμώνουν ή μας πικραίνουν, κρύβονται οι αληθινές τους ανάγκες που προσπαθούν να μας τις πουν και που, αν τις ακούγαμε, θα γλιτώναμε από πολλά κακά; Μήπως έτσι σταματούσε η διαιώνιση του να μεγαλώνουμε στραβά τα παιδιά μας, που μεγαλώνουν κι εκείνα στραβά τα δικά τους, που με τη σειρά τους μεγαλώνουν στραβά τα δικά τους; μήπως έτσι πάψουμε να είμαστε πιασμένοι στη φάκα που φτιάξαμε μόνοι μας και που συνεχίζουμε θεληματικά να ζούμε μέσα σ’ αυτή. Τη φάκα μιας ζωής  γεμάτης βία, ανταγωνιστικότητα, κυνήγι της ευχαρίστησης, ατέλειωτη προσπάθεια να είμαστε κάποιοι, λαιμαργία για όλο περισσότερο,έλλειψη επικοινωνίας,  μιας ζωής με κρυμμένη σαν σαράκι μέσα μας  μοναξιά, θλίψη, φόβο του θανάτου και με  διαλείμματα μόνο χαράς ή ευτυχίας, μια στο τόσο; Μήπως για να είναι τα παιδιά ευτυχισμένα, θέλουν γονείς χωρίς «εγώ»;
Καλό σας Σαββατοκύριακο.
Π.

Μικρό συμπλήρωμα στο προηγούμενο post

Από τη μια που έκανα λάθος ημερομηνία και σήμερα έχει 17 ο μήνας κι όχι χθες, κι από την άλλη ένα σχόλιο που μου ήρθε με έμμεση αναφορά σε όσα λέει ο Κ. που λέει ότι, «δεν με κρατάνε οι μεγαλεπήβολες προτάσεις με ‘βαρύ’ περιεχόμενο. Προτιμώ τα βαριά περιεχόμενα σε πιο απλές κι έξυπνες προτάσεις». Αυτό μου έδωσε την ιδέα να βάλω ένα απόσπασμα από ένα βίντεο με μια ομιλία του Κ. που με κάνει όποτε το βλέπω να γελάω πολύ. Είναι μια ομιλία στην Ουάσιγκτον, το 1985 λίγους μήνες πριν πεθάνει. Έχει αρχίσει τη δεύτερη και τελευταία ομιλία του σε ένα γεμάτο θέατρο με κάπου 2.000 ανθρώπους και για να δείξει πώς μαθαίνει κανείς τον εαυτό του («βαρύ περιεχόμενο») χρησιμοποιεί μία αγαπημένη του έκφραση του κοιτάγματος στον καθρέφτη των σχέσεων με τους άλλους («απλή και έξυπνη πρόταση»),  όπου φαίνεται ότι στα Αγγλικά δεν ακούγεται και πολύ ευγενικό, ζητάει συγνώμη και μετά τον πιάνουν τα γέλια και δεν μπορεί για ένα λεπτό να σταματήσει, ενώ αυτό το αληθινό, αβίαστο γέλιο ενός ανθρώπου που είναι αληθινά σοβαρός και όχι σοβαροφανής, μεταδίδεται στο ακροατήριο. Γελάστε κι εσείς μαζί τους.
Καλημέρα
Π.

Μια είδηση κι ένα ανέκδοτο

Η ιδέα να βάλω κάποια ανέκδοτα που λέγαμε με τον Κρισναμούρτι τις φορές που συναντηθήκαμε είναι  από κάποια σχόλια που κάνατε σ’ ένα προηγούμενο post όπου τον είχα αναφέρει, ενώ η ιδέα για να βάλω το κείμενο για το πώς βλέπει ο Κρισναμούρτι το θέμα «Δάσκαλος»- ή «γκουρού» για τους ανατολικούς- μου ήρθε από το σχόλιο του «tulpoid» στο post με εκείνη τη συνέντευξη του 1928. Ίσως να μην έχετε ακούσει ότι ο Δαλάι Λάμα, έχει αποκαλέσει τον Κρισναμούρτι, «Αντιγκουρού του εικοστού αιώνα».  Έτσι σήμερα σκέφτηκα να βάλω το απόσπασμα που θα διαβάσετε με το τι λέει ο ίδιος για τους γκουρού ή δασκάλους, και για τον εαυτό του, από το βιβλίο «ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ ΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ» . Και ίσως αναρωτηθείτε πώς μου ήρθε  σήμερα ξαφνικά, να το κάνω αυτό μετά από τόσο καιρό; Μου ‘ρθε γιατί ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι σήμερα κλείνουν 25 χρόνια από το θάνατό του. Πέθανε στα 91 του, σαν αύριο, στις 17 Φεβρουαρίου του 1986. Και να πρώτα ένα σπάνιο βίντεο από το δελτίο ειδήσεων της Ε.Ρ.Τ. που μετέδωσε την είδηση του θανάτου του τρεις μέρες μετά. Έχει μόνο μία ανακρίβεια: Δεν πέθανε σε Νοσοκομείο, αλλά στο σπίτι του.

Κι ας πάμε τώρα στο κείμενο που σας είπα πριν, όπου ο Κρισναμούρτι συζητώντας με κάποιον, λέει τι θεωρεί ότι είναι ένας Δάσκαλος.
Κρισναμούρτι: Κύριε, ας είμαστε ξεκάθαροι. Άγνοια είναι έλλειψη κατανόησης τόσο γενικά όσο και έλλειψη κατανόησης του εαυτού μας. (…). Η πόρτα απ’ όπου πρέπει να περάσω είναι το «εγώ». Δεν είναι έξω από το «εγώ». Δεν είναι πραγματική πόρτα σαν αυτή την ξύλινη πόρτα. Είναι μια πόρτα μέσα μου, από την οποία πρέπει να περάσω. Κι  εσείς (ο Δάσκαλος)  μου λέτε: «Κάν’ το αυτό». Ο ρόλος σας, τότε,  ως Δάσκαλου, ως γκουρού έχει  τελειώσει. Δεν γίνεστε κάτι το σημαντικό για μένα και ν’ αρχίσω να σας φιλάω το χέρι. Εγώ είμαι εκείνος που πρέπει να κάνει όλη τη δουλειά, όχι εσείς. Δεν διαλύσατε το σκοτάδι της άγνοιας μου, απλώς μου δείξατε κάτι λέγοντας μου ότι: «εσύ είσαι η πόρτα απ’ όπου εσύ ο ίδιος από μόνος σου πρέπει να περάσεις».
Σουάμιτζι: Δεν δεχόσαστε, όμως,  ότι αυτό ήταν απαραίτητο να σας το πει;
Κρισναμούρτι: Ναι, φυσικά. Κι εγώ δείχνω, κι εγώ το κάνω αυτό. Όλοι το κάνουμε. Ρωτάω, ας πούμε, κάποιον στο δρόμο: «Μπορείτε σας παρακαλώ να μου πείτε πώς πάνε στο Ζάανεν;» κι εκείνος μου δείχνει. Εγώ, όμως,  δεν σπαταλάω την ώρα μου προσκυνώντας τον και λέγοντάς του: «Θεέ μου, είστε ο σπουδαιότερος άνθρωπος του κόσμου». Αυτό είναι παραείναι παιδιάστικο!

Και τώρα το ανέκδοτο. Θα τον ακούσετε να το λέει ο ίδιος, στα Γαλλικά (!!!) σε μια συνέντευξη που είχε δώσει στην ασπρόμαυρη ακόμα Γαλλική τηλεόραση. Το ανέκδοτο αυτό, λοιπόν, το είχα ακούσει αρκετά χρόνια πριν και μου άρεσε πολύ γιατί έδινε πολύ ζωντανά κάτι που είχα σκεφτεί για τις θρησκείες, τις διάφορες σχολές και ομάδες  εσωτερισμού, τα γκουρούδικα και τέτοια. Βλέποντας αυτή τη συνέντευξη, έμαθα ότι το ανέκδοτο αυτό το έχει φτιάξει ο ίδιος ο Κριανμούρτι γύρω στα 1930. Αυτό είναι που ξέρει ο παρουσιαστής και του ζητάει να το διηγηθεί. Δυστυχώς δεν μπορώ να βάλω υπότιτλους, γι’ αυτό θα σας το πω εδώ πριν το δείτε.
Κάποτε, ο Διάβολος, κατέβηκε στη γη με ένα φίλο του. Κι εκεί που περπατούσαν στο πεζοδρόμιο βλέπουν έναν άνθρωπο να σκύβει, να παίρνει κάτι από το δρόμο και καθώς το κοιτάει να φωτίζεται το πρόσωπό του και να γεμίζει  ευτυχία, τρομερή ευτυχία. Τότε ρωτάει το Διάβολο ο φίλος του: «Τι είναι αυτό που βρήκε και φωτίστηκε έτσι το πρόσωπό του;» «Ένα κομμάτι Αλήθειας», απαντάει ο Διάβολος. «Ααα, αυτό είναι κακό, δεν ανησυχείς;» λέει πάλι ο φίλος, «αυτό είναι κακό για σένα, μπορεί να σε βλάψει». «Μπα…» απαντάει ο Διάβολος , «δεν θα πάθω τίποτα γιατί θα τον βοηθήσω να την οργανώσει».
Και τώρα, δείτε την ταινία.
Σας φιλώ.
Π.

Το μωρό της μάγισσας

Πριν μερικές  μέρες μια από τις μάγισσες φίλες που έχω, γέννησε ένα αγοράκι. Γιατί, βέβαια, και οι μάγισσες γεννάνε παιδιά. Θα ‘λεγε κανείς ότι μια μάγισσα δεν έχει ανάγκη από αυτά, αλλά φαίνεται ότι και μάγισσες –κι ίσως περισσότερο αυτές- θέλουν έναν άντρα να τις αγαπάει και να τις φροντίζει, να κάνουν παιδιά, να έχουν οικογένεια και τέτοια. Έτσι, λοιπόν, κι η φίλη  μου η μάγισσα, αφού βρήκε το σύντροφό της,  μετά από πολλά βάσανα κατάφερε με τα μαγικά της (ε, και τη βοήθεια των γιατρών) να γεννήσει ένα αγοράκι. Όπως είναι φυσικό, αγαπούσε το μωράκι της πριν ακόμα γεννηθεί και θα το αγαπάει  έτσι για πάντα. Κι επειδή είναι μάγισσα το πιο πιθανό είναι να  προσέξει ώστε όταν  το αγοράκι της   γίνει άντρας, να μην συνεχίσει να του φέρεται σαν αγοράκι και να έχει φροντίσει μεγαλώνοντάς το  να μην  κάνει το λάθος που κάνουν πολλές μαμάδες αγοριών και  τα κάνουν αυτές οι ίδιες να μένουν μέσα τους για πάντα «αγοράκια», που ψάχνουν τη μαμά τους  κι έτσι να παιδεύουν  άλλες γυναίκες, χωρίς να ξέρουν γιατί και πώς το κάνουν αυτό.
Όμως το αγοράκι της μάγισσας γεννήθηκε πολύ καλότυχο, γιατί  ανακάλυψα ότι  έχει και μια καλή Νεράιδα που το προστατεύει από τη μέρα που γεννήθηκε. Έτσι –επειδή οι Νεράιδες είναι κι αυτές γυναίκες και ξέρουν απ’ αυτά- φρόντισε να δώσει στο αγοράκι προστασία. Τη δεύτερη κι όλας μέρα , λοιπόν, που  γεννήθηκε το αγοράκι και ήταν ακόμα στην κλινική, η καλή Νεράιδα του έκανε επίσκεψη. Και για να μην την πάρει χαμπάρι κανείς, μεταμορφώθηκε σε μια φωτεινή αχτίδα ήλιου και κάθισε πάνω στο πρόσωπο τού αγοριού. Εκείνη τη στιγμή  η μάγισσα μάνα του,  κάτι ένοιωσε κι άπλωσε το χέρι της στο μικρό καροτσάκι-κρεβάτι του μωρού, σαν να για να το προστατέψει. Όλες οι μάνες θα ένοιωθαν και θα έκαναν κάτι τέτοιο, όχι μόνο οι μάγισσες. Η Νεράιδα-αχτίδα ήλιου, λοιπόν, έδωσε στο αγοράκι υγεία σωματική και ψυχική για πάντα. Κι ύστερα του έδωσε να έχει αγάπη, σεβασμό και φροντίδα για τη μάνα του, αλλά να μην έχει καμιά ψυχολογική εξάρτηση απ’ αυτήν όταν μεγαλώσει, ούτε και να συγκρίνει τις γυναίκες που θα γνωρίζει με τη μάνα του, ούτε σε αυτές να ψάχνει να βρει εκείνη. Όχι που η μάνα του μικρού αγοριού, η μάγισσα, δεν θα φρόντιζε γι’ αυτό, αλλά για καλό και για κακό είπε να βάλει κι εκείνη το χεράκι της.
Εκείνη τη στιγμή που μπήκε η Νεράιδα μεταμορφωμένη σε αχτίδα  ήλιου στο δωμάτιο, έτυχε να είμαι κι εγώ εκεί, γιατί όταν κάποια από τις φίλες μου τις  μάγισσες  γεννήσει, είναι σπουδαίο γεγονός και δεν υπάρχει περίπτωση να μην της κάνω επίσκεψη. Κι έτσι, επειδή φορούσα το μαγικό γιλέκο μου κάτω από το σακάκι , που, όπως ξέρετε από την ιστορία της Ντόλλυ με βοηθάει –εκτός των άλλων- να βλέπω καιν’ ακούω  πράγματα που οι περισσότεροι δεν μπορούν,  κατάλαβα αμέσως τη νεράιδα  μόλις μπήκε, που τα ‘χασε και «άκουσα» τη  φωνή της σαν σκέψη  μέσα στο κεφάλι μου να με ρωτάει:
«Τι θες εδώ Παραμυθά»;
« Ήρθα να δω τη φίλη μου τη μάγισσα», σκέφτηκα κι εγώ για να τ’ «ακούσει».
«Αχ, μην με μαρτυρήσεις σε παρακαλώ», μου είπε.
«Μην ανησυχείς», την καθησύχασα, «δεν θα πω τίποτα. Και στη φωτογραφία που θα βγάλω το μωράκι, δεν θα καταλάβει κανένας τίποτα, αφού είσαι μεταμορφωμένη σε αχτίδα του ήλιου».
Κι έτσι είναι, που στη φωτογραφία του μωρού που έβγαλα εκείνη τη στιγμή που απλώθηκε το χέρι της μάγισσας μαμάς του, υπάρχει μια φωτεινή αχτίδα στο πρόσωπό του, που όλοι νομίζουν ότι είναι ο ήλιος που πέφτει από το παράθυρο!
Να ζήσει.
Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ όλους
Π.


Ναι, εγώ είμαι! Χα, χα, χα…

Ναι, αυτό το βοσκόπουλο που κοιτάζει τη βοσκοπούλα με λάγνο βλέμμα, εγώ είμαι! Χα, χα, χα… Σήμερα, κατά τύχη, ψάχνοντας στο YOUTUBE, ανακάλυψα κάτι που δεν το περίμενα: εμένα στα έντεκά μου! Το 1954, γυρίστηκε ταινία ένα κλασσικό ελληνικό θεατρικό έργο, ένα κωμειδύλλιο, «Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας», που μαζί με την «Γκόλφω», ήταν από τα πιο πολυπαιγμένα ελληνικά θεατρικά έργα στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα, κυρίως από «μπουλούκια», δηλαδή θιάσους όχι γνωστών  ηθοποιών που γύριζαν στην επαρχία κι έπαιζαν σε καφενεία, πλατείες και πανηγύρια. Το 1954, όταν πια είχα καθιερωθεί στο παιδικό θέατρο κι είχα παίξει και σε μια ταινία, την «Άγνωστο» που σας έχω πει γι’ αυτήν ΕΔΩ,  η Βουγιουκλάκη παρακάλεσε τον πατέρα μου να μ’ αφήσει να κάνω στην ταινία που θα έπαιζε, τον Θάνο Κωτσόπουλο μικρό. Ο πατέρας μου που γενικώς δεν ήθελε να παίζω στον κινηματογράφο, πείστηκε γιατί του είπαν ότι δεν θα κουραζόμουν καθόλου, θα πήγαινα μόνο για μια ώρα γύρισμα στη Χασιά και θα με πηγαινόφερναν με ταξί. Έτσι κι έγινε. Η ταινία «βγήκε» στους κινηματογράφους το 1955, και μερικούς μήνες μετά ανακαλύψαμε ότι το μοναδικό πλάνο που έκανα στην ταινία που ήταν κι ασπρόμαυρη κυκλοφορούσε ως καρτ ποστάλ στα περίπτερα, με τον τίτλο, «Ύπαιθρος. Ειδύλλιο», σε τρεις γλώσσες!  Να και η πίσω πλευρά της κάρτας.

Ο πατέρας μου θύμωσε πολύ και τους έκανε αγωγή, αλλά δεν κατάφερε τίποτα. Την κάρτα που βλέπετε την ανακάλυψα πριν πέντε χρόνια σε περίπτερο στην οδό Σταδίου!!! Χα, χα, χα…  Κι αυτό που ανακάλυψα σήμερα τυχαία στο YOUTUBE, που σας είπα στην αρχή, είναι ολόκληρη η ταινία! Απίστευτο! Ποιος να μου το έλεγε 57 χρόνια πριν, ότι θα έρθει μια μέρα που θα πέσω πάνω σ’ αυτή την ταινία σε ένα πράγμα που θα λέγεται «κομπιούτερ» και θα τη δώ με κάτι που θα λέγεται, «ίντερνετ»!!!!  Και θα θυμηθώ τώρα στα γεράματα, το φιλί που μου είχε δώσει εκείνη η νεαρή ηθοποιός τότε και κοκκίνισα!!!  (Δεν έπλυνα το στόμα μου μέχρι το άλλο πρωί για να μη χαθεί η αίσθηση από τα χείλια της! Χα, χα, χα…) Πήρα, λοιπόν, από την ταινία τη μικρή σκηνή που παίζω, κρατάει ένα λεπτό και πρέπει να πάρετε κιάλια για να με δείτε. Και λέω να εγκαινιάσω έτσι μια καινούργια κατηγορία στο blog που την έβγαλα Serendipity, όπου θα γράφω διάφορα πράγματα από τη ζωή μου. Το τι σημαίνει αυτή η αγγλική λέξη, το έχω βάλει σε αυτό το post  ΕΔΩ. Οι στίχοι που λέει ο Θάνος ο Κωτσόπουλος στη σκηνή που θα δείτε, είναι οι στίχοι από το τραγούδι, «Μια Βοσκοπούλα Αγάπησα», ένα παλιό παραδοσιακό ελληνικού τραγουδιού, που αν θέλετε να το ακούσετε κανονικά, πηγαίνετε ΕΔΩ.  Είναι παράξενο που ενώ δεν άκουγα και πολύ ελληνικά τραγούδια, δημοτικά δε καθόλου, αυτό με συγκίνησε τώρα που το ξανάκουσα. Ίσως γιατί μου θύμισε τα παιδικά μου χρόνια, ίσως γιατί είναι γνήσιο ερωτικό τραγούδι παιδικής αθωότητας, ίσως γιατί ο τραγουδιστής το λέει με αληθινό αίσθημα…
Σας φιλώ
Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας.

Η Γεμιστή Ντομάτα

Σήμερα είναι η τρίτη επέτειος γενεθλίων που γιορτάζω εδώ, μέσα σε δέκα μέρες, μετά τα γενέθλια της Μαρίας και του Κωνσταντίνου: σήμερα είναι τα γενέθλια αυτού του blog. Πριν 4 χρόνια, στις 9 Φεβρουαρίου, εμφανίστηκε στο ίντερνετ, αυτό εδώ το blog που μου έφτιαξε ο «μάστορας» γιος μου, cpil.  Κι αυτός μεν δεν ασχολείται πια με το δικό του ενώ εγώ, ακόμα παιδεύομαι μ’ αυτό!
Έλεγα σήμερα, για να γιορτάσουμε την τέταρτη επέτειο, να ανεβάσω αυτό το post  που όλο λέω ότι θα το ανεβάσω και δεν το κάνω: το post του γάμου. Πάνω εκεί όμως, άλλαξα γνώμη ως συνήθως, βλέποντας ένα σχόλιο περί ψυχανάλυσης και γκουρού στο post  «μια συνέντευξη του 1928» που μ’ έκανε να θέλω τα «χώσω»,  (δεν έχετε παράπονο έχω καιρό να το κάνω), αλλά σκέφτηκα ότι και έτσι και με το post για το γάμο, όλο και κάποιον μπορεί να στενοχωρήσω και μέρα που είναι τώρα… » άσ’ το καλύτερα». Έτσι αποφάσισα να σας βάλω κάτι που δεν έχετε δει και όπου όσοι μετά τον «ΠΑΡΑΜΥΘΑ» που σταμάτησε το 1983, παρακολούθησαν μέχρι το 1987 την «ΧΙΛΙΟΠΟΔΑΡΟΥΣΑ», θα το ευχαριστηθούν πολύ. Για σήμερα λοιπόν, δεν σας έχω κάποια παλιά εκπομπή της ΧΙΛΙΟΠΟΔΑΡΟΥΣΑΣ, αλλά κάτι καλύτερο που δεν το έχετε δει ποτέ γιατί είχε φτιαχτεί για βιντεοκασέτα που όμως δεν πουλήθηκε ποτέ!  Δεν είναι εκπομπή, αλλά τηλεταινία. Ναι τηλεταινία και μάλιστα θρίλερ. Μάλιστα: θρίλερ! Δεν το πιστεύετε; Θα δείτε.
Μια τηλεταινία της Χιλιοποδαρούσας, με τους ίδιους τηλεοπτικούς ήρωες: Ροζαλία, Τιμολέοντα, Χιλιοποδαρούσα και Νίκο, και τίτλο «Η ΓΕΜΙΣΤΗ ΝΤΟΜΑΤΑ». Βρείτε, λοιπόν, τα  55 λεπτά καιρό που κρατάει η ταινία, καθίστε αναπαυτικά, όπως λένε, και βάλτε  full screen στο κομπιούτερ σας για να το ευχαριστηθείτε.
Σας φιλώ πολύ.
Π.

Το ταπεινό αηδόνι

Γι’ άλλη μια φορά για το Σαββατοκύριακο, για την ακρίβεια για το Σαββατόβραδο και την Κυριακή, λέω να ανεβάσω ένα παραμύθι από εκείνα που κάποιες και κάποιοι από σας τα ακούγατε στα… πολύ νιάτα σας σε κασετόφωνα πριν κοιμηθείτε ή κάποια άλλη στιγμή.  Ακούστε -ή ξανακούστε- το παραμύθι με το ταπεινό αηδόνι, λοιπόν.
Σας φιλώ
Π.

[audio:http://www.fileden.com/files/2009/9/2/2562339/par3/3.8_To_tapeino_ahdoni.mp3]

Μία συνέντευξη του 1928

Σ’ ένα παλιότερο post, αυτό με τις ευχές στην  Άιναφετς, «η Μάγισσα Κίρκη»,  έκλεινε το σχόλιό της  με τη φράση:  «…μα ποιός είναι επιτέλους αυτός ο Κρισναμούρτι που χουν φάει όλοι τις κάλτσες τους με δαύτον;!» Χα, χα, χα… Αν και τώρα πια νομίζω ότι θα ξέρει το ποιος είναι βασικά, γιατί το «να τρώει κανείς τις κάλτσες του» γι’ αυτόν είναι προσωπικό θέμα, θυμήθηκα ότι τότε είχα σκεφτεί να βάλω ένα μικρό βίντεο από μία σπάνια σύντομη συνέντευξη του Κρισναμούρτι που είχε δώσει το 1928 στη Νέα Υόρκη, για την ταινία με ΕΠΙΚΑΙΡΑ, κάτι που παιζόταν παλιά σους κινηματογράφους πριν την κυρίως ταινία. Είναι 33 χρονών και είναι… «καλλονός»!. Η σύντομη ταινία που θα δείτε, είναι χωρίς μοντάζ, έτσι όπως έμεινε στα αρχεία από τότε και την αφήνω ολόκληρη. Έχει ενδιαφέρον κατ’ αρχήν ότι είναι κάπως διαφορετική η φρασεολογία που χρησιμοποιεί τότε από τα τελευταία 20 χρόνια της ζωής του (1965 -1985) και κυρίως έχει ενδιαφέρον ότι έτσι απλά, χαμογελαστά, μιλάει για ένα πολύ σοβαρό θέμα. Ενδεικτικό εκείνου που έλεγε στους ακροατές του, όταν τους προέτρεπε να παρατηρούν τους εαυτούς τους και να έχουν επίγνωση για να μαθαίνουν γι’ αυτούς, να το κάνουν σαν παιχνίδι, όχι σαν πειθαρχία, βαριά και καταπιεστικά, με σοβαροφάνεια, όπως συμβαίνει στις διάφορες Σχολές «αυτογνωσίας» τύπου γκουρούδικα που ξεφυτρώνουν συνέχεια.
Η συνέντευξη αυτή κρατάει ένα λεπτό και σας βάζω εδώ τη μετάφραση όσων λέγονται, πρώτα γιατί δεν μ’ έπαιρνε η ώρα να φτιάξω υπότιτλους κι ύστερα είναι καλύτερα έτσι για να μην απασχολείται το μάτι με το διάβασμα.
Δικό σου «μάγισσα Κίρκη», μια κι εσύ μου έδωσες την ιδέα.
Καλό βράδυ.
Π.

Κρισναμούρτι: Οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο αναζητάνε παρηγοριά, αλλά όχι κατανόηση. Και όσο θα αναζητάνε παρηγοριά δεν θα βρουν ποτέ ψυχική παρηγοριά, γιατί πίσω από τη αναζήτησή τους δεν υπάρχει αληθινή κατανόηση της ζωής. Και για την κατανόηση της ζωής χρειάζεται να γεννηθεί μία αρμονία μέσα απ’ αυτό το απέραντο χάος που επικρατεί στους ανθρώπους και σε όλες τις χώρες. Για την εδραίωση αυτής της αρμονίας χρειάζεται να μην είσαι δεμένος με ό,τι περιορισμούς  υπάρχουν στη ζωή…Είναι αρκετά αυτά;

Δημοσιογράφος: Περίφημα… Μια χαρά. Σας ευχαριστώ πολύ πραγματικά.