«Η φωτιά που καίει»

Δεν συνηθίζω να ανεβάζω posts που να έχουν άμεση σχέση με τον Κρισναμούρτι και την μεταφραστική ή άλλη δουλειά που κάνω σε σχέση με αυτόν. Όμως, μέσα στην εβδομάδα που πέρασε, έγιναν δύο πράγματα και σήμερα ένα τρίτο, που με έκαναν να θέλω να πω ένα δυο πράγματα σχετικά με ‘κείνον. Όσοι δεν ενδιαφέρεστε για τέτοιου είδους θέματα, μην διαβάσετε παρακάτω. Λοιπόοοον…

Χωρίς να προχωρήσω σε λεπτομέρειες, να σας πω ότι είχα δύο προσκλήσεις να μιλήσω για τη δουλειά του Κρισναμούρτι σε συναντήσεις που θεώρησα ότι δεν έπρεπε να πάω. Έπειτα, ήρθε  και η παρότρυνση της γυναίκας μου να δω κάποια blogs που αναφέρονταν με διάφορους τρόπους στον Κρισναμούρτι. Ένα από αυτά, όπως και κάποια άλλα που είχα δει παλιότερα, συνδύαζαν κείμενα του Κρισναμούρτι με κείμενα του Osso,  (του γνωστού πρώην Rajneesh που άλλαξε το όνομά του για να μη θυμίζει τα σεξουαλικά, οικονομικά και άλλα σκάνδαλα με τα οποία είχε συνδεθεί το όνομά του), και με κείμενα του Χριστού με εικόνες του σαν Σουηδό τουρίστα και άλλων.
Όλα τα παραπάνω, μου θύμισαν αυτό που τον είχα ακούσει ο ίδιος τον Κρισναμούρτι να λέει σε κάποια συνάντηση που ήμουν εκεί το 1985, για το ότι δεν θα πρέπει η δουλειά του, η διδασκαλία του, να συνδέεται με οτιδήποτε -από φιλοσοφικές τάσεις, θρησκείες, χορτοφαγία, γιόγκα και τέτοια- ώστε οποιοσδήποτε να μπορεί να έρθει σε επαφή μαζί τους, αλλά και για να μείνουν καθαρά αυτό που ήταν. Το τελευταίο είναι και κάτι που ζήτησε τρεις μέρες πριν πεθάνει. Να τι γράφει ο Αsit Chandmal στο βιβλίο του «One Thousand suns», σελ. 125. Μεταφράζω:
«…Την Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου μίλησα με τον Κρισναμούρτι Τον ρώτησα: «Σε όλη σου τη ζωή, βοηθούσες τους άλλους, νοιαζόσουνα για τους άλλους, κι εμένα προσωπικά με βοηθούσες σε όλη μου τη ζωή. Αν μου επιτρέπεις θα ήθελα να σε ρωτήσω, υπάρχει καμιά πιθανότητα να σε βοηθήσω κι εγώ; Δεν εννοώ να σε βοηθήσω σωματικά, γι’ αυτό σε φροντίζουν· ρωτάω πώς μπορώ, πώς μπορούμε όλοι μας να σε βοηθήσουμε».
Μ’ ακούει με τα μάτια κλειστά. Τ’ ανοίγει και μου λέει πολύ σοβαρά: «Μην αφήσετε κανένα να μολύνει τις διδασκαλίες». Κι έπειτα κλείνει πάλι τα μάτια του.

Αυτό που άκουσα ο ίδιος είναι η απάντηση σε μια ερώτηση που του έκαναν οπαδοί του Ραζνίς , που έλεγε ότι αυτός κι ο Κρισναμούρτι λένε τα ίδια, σε δημόσια ομιλία του στο Saaanen τον Ιούλιο του 1985, που την παρακολουθούσαν κι αυτοί φορώντας τα πορτοκαλιά ράσα τους  και τη μάλα με τη φωτογραφία του Ραζνίς. Υπάρχει στο βιβλίο Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ , όπου ο Κ. απαντάει ως εξής:
ΕΡΩΤΗΣΗ: Διάφοροι δάσκαλοι, διάφοροι γκουρού λένε ότι -στην ουσία- δίνουν την ίδια διδασκαλία με σας. Εσείς, τι λέτε γι’ αυτό;
ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ: Αναρωτιέμαι γιατί συγκρίνουν τους εαυτούς τους με τον ομι­λητή. Αναρωτιέμαι γιατί θα έπρεπε καν να σκέφτονται ότι αυτό που λέει ο ομιλητής είναι το ίδιο με αυτό που λένε εκείνοι. Γιατί τα λένε αυτά τα πράγματα; Το ξέρω ότι είναι γεγονός πως τα λένε· το ξέρω ότι στις Ινδίες, στην Ευρώπη και στην Αμερική, διάφοροι πολυμήχανοι γκουρού, διάφορες (φιλοσοφικές) ομάδες λένε: «Κι εμείς προχωρά­με προς το ίδιο σημείο και κατά μήκος του ίδιου ποταμού, όπως κι εσείς». Αυτό το έχουν δηλώσει και σε μένα τον ίδιο, στον ομιλητή, κι έχουμε συζητήσει για τούτο το θέμα με αυτούς τους γκουρού, με αυτούς τους ντόπιους ή ξένους -πώς να  τους πει κανείς;- ηγέτες. Την έχουμε ερευνήσει αυτή την ερώτηση.
Πρώτ’ απ’ όλα γιατί συγκρίνουν αυτά που λένε με όσα λέει ο Κ; Τι πρόθεση υπάρχει πίσω απ’ αυτό; Μήπως το λένε απλώς για να πάνε μαζί με το ρεύμα της εποχής; Μήπως επειδή νομίζουν ότι μπορεί και να μην είναι «και τόσο τα ίδια», αλλά με το να συγκρίνουν τους εαυτούς τους με τον Κ. μπορεί να γίνουν «εντελώς ίδια»; Το ψάξαμε, λοιπόν, συζητώντας με μερικούς απ’ αυτούς. Πρώτ’ απ’ όλα αμφιβάλλω για ό,τι λένε εκείνοι, όπως και αμφιβάλλω και για τις εμπειρίες τού ίδιου του ομιλητή. Πρέπει να υπάρχει αμφιβο­λία, αμφισβήτηση, κι όχι να λέμε: «Ναι, είμαστε όλοι μέσα στην ίδια βάρ­κα». Μπορούμε, λοιπόν, να πλησιάσουμε αυτή την ερώτηση με αμφιβολία, με κάποια αίσθηση σκεπτικισμού κι από τις δύο πλευρές, από την πλευρά εκείνων και από την πλευρά του ομιλητή;
Υπάρχουν, λοιπόν, εκείνοι που λένε ότι τραβάμε κουπί μέσα στην ίδια βάρκα, μέσα στο ίδιο ποτάμι· ή, μπορεί, εκείνοι να βρίσκονται πολύ μπροστά και ο ομιλητής να βρίσκεται πολύ πιο πίσω,  αλλά είμα­στε πάντα στο ίδιο ποτάμι. Και ο ομιλητής, σε συζητήσεις μαζί τους, αμφισβητώντας, ρωτώντας, απαιτώντας να μάθει, πιέζοντας τα πράγματα όλο και περισσότερο, όλο και πιο βαθιά, στο τέλος άκουγε πολλούς από αυτούς να λένε: « ό,τι λέτε εσείς είναι τέλειο, είναι η Αλήθεια» ή «είσαστε η ενσάρκωση της Αλήθειας» κι άλλα τέτοια είδους, αλλά ύστερα να μ’ αποχαιρετούν και να φεύγουν λέγοντας: «Εμείς έχουμε να κάνουμε με κοινούς αν­θρώπους και αυτά που λέτε εσείς είναι μόνο για μία ελίτ». Κι εγώ απαντώ: «Αυτό κι αν είναι ανοησία»! Καταλαβαίνετε;
Υπάρχει, λοιπόν, κανένας λόγος να συγκρίνουμε και να λέμε, «ο γκουρού μου είναι καλύτερος από τον γκουρού σου»; Γιατί δεν μπορούμε να κοιτά­με τα πράγματα όπως είναι; Αμφισβητώντας, αμφιβάλλοντας, ρωτώντας, απαιτώντας, εξερευνώντας, χωρίς ποτέ να λέμε: «η δική μου άποψη είναι καλύτερη από τη δική σου» ή «όλοι κάνουμε το ίδιο πράγμα». Προχτές μου είπε κάποιος: « Ό,τι λέτε εσείς το ίδιο λέω κι εγώ, ποια είναι η διαφορά»; Κι απάντησα: «Κα­μία απολύτως».
Χρησιμοποιούμε την ίδια γλώσσα, αλλά το περιεχόμενο, το βάθος που βρίσκεται πίσω από τις λέξεις μπορεί να είναι τελείως διαφορετικό. Ικανοποιούμαστε τόσο εύκολα με εξηγήσεις, με περιγραφές, κι εντυπωσιαζόμαστε από την αίσθηση ότι υπάρχει γύρω από εκείνον που τις κάνει, μια γενική επευφημία, δόξα, κι όλα τα συμπράγκαλα. Απλώς δεν βάζουμε το μυαλό μας να δουλέψει.
Έχετε παρακολουθήσει ποτέ, έχετε δει, πώς δουλεύει το μυαλό σας; Αυτή είναι μια από τις ερωτήσεις που θα ήθελα να σας κάνω. Το έχετε παρακολουθήσει να δουλεύει όπως θα το παρακολουθούσε κάποιος τρίτος; Καταλαβαίνετε; Το έχετε κά­νει ποτέ; Ή το μυαλό σας συνεχίζει να δουλεύει μηχανικά με τις παλιές του συνήθειες, τα παλιά του πιστεύω και δόγματα, τις παλιές ιεροτελεστίες, ασχολίες και τέτοια; Εάν μου επιτρέπετε, να σας ρωτήσω: είναι έτσι το μυαλό σας; … Σιωπή… Έχετε ποτέ παρακολουθήσει μια σκέψη να κυνηγάει μια άλλη σκέψη· έχετε παρακολουθήσει τη σειρά από συνειρμούς, τη σειρά από α­ναμνήσεις και να είστε γαντζωμένοι στις ίδιες σας τις εμπειρίες; Δεν είναι, λοιπόν, αναγκαίο να έχουμε επίγνωση όλων αυ­τών των πραγμάτων;
Γιατί συγκρίνουν, λοιπόν, γιατί λένε πως είμαστε όλοι στην ίδια βάρκα; Μπορεί να είμαστε στην ίδια βάρκα -και πιθανόν να είμαστε- όλοι μας. Αλλά γιατί συμπεραίνουμε ότι είμαστε στην ίδια βάρκα; Είναι δυνατόν, να μη δεχτούμε κανένα γκουρού, κανένα αρχηγό και ειδικά τον ομιλητή που έχετε αυτή τη στιγμή μπροστά σας; Είναι δυνατόν να μη δεχτούμε ποτέ, οτιδήποτε ψυχολογικό, εκτός από εκείνα που έχουμε παρατηρήσει εμείς οι ίδιοι στους εαυτούς μας, στις σχέσεις μας, στην ομιλία μας, στον τόνο της φωνής μας, στις λέξεις που χρησιμοποιούμε, στις χειρονομίες μας και λοιπά; Μπορεί κανείς να έχει επίγνωση όλων αυτών, ολόκληρη τη μέρα ή έστω κάποιο διάστημα μέσα στη μέρα;  Τότε, όταν κανείς είναι πραγματικά προσεκτικός, συμβαίνει κάτι τελείως διαφορετικό…
Ίσως τότε να μη χρειάζεστε κανένα γκουρού, κανένα αρχηγό, κανένα βιβλίο, συμπεριλαμβανομένων και των βιβλίων του ομιλητή.

Και θα ήθελα να τελειώσω και με ένα σχετικό με την ουσία της παραπάνω απάντησης τραγούδι, που έγραψε και τραγουδάει ο Γιώργος Στεφανάκης πάνω σε ένα ποίημα του Κρισναμούρτι που έχω μεταφράσει, το «Η φωτιά που καίει» και έχει μία στροφή που είναι «όλα τα λεφτά» και μου αρέσει πολύ. Αυτήν:

Κάποιον άνθρωπο συνάντησα
Στη σκιά ενός ναού
Και στα δάκρυά του μέσα
Αντίκρισα το πρόσωπό μου.

Καλό βράδυ, καλή χρονιά κι από Δευτέρα θα τα ξαναπούμε.
Σας φιλώ όλους γλυκά.
Π.

[audio:http://www.fileden.com/files/2009/9/2/2562339//Burning_fire.mp3]

«Τα υπόλοιπα είναι σιωπή»

Καμιά φορά στις γιορτές, εκεί που κάθεσαι βγαίνει μια βαθιά μελαγχολία… Ίσως είναι για τη θαμμένη -ή,χειρότερα, χαμένη – αθωότητα κι αγάπη που υπήρχε στην καρδιά μας όταν είμαστε παιδιά,  μιας καρδιάς όπως του μικρού κοριτσιού στο βίντεο, που είναι γεμάτη αθωότητα, φροντίδα κι  αγάπη για τον αδελφό της.
Τέλος το 2010.  «Τα υπόλοιπα είναι σιωπή…» ( Ουίλιαμ Σαίξπηρ: «Άμλετ».  5η ΠΡΑΞΗ )

Χριστουγεννιάτικη αταξία

Δεν κρατιέμαι άλλο! Μέσα σε 15 μέρες έχω κάνει 3 παρουσιάσεις των βιβλίων μου σε παιδάκια Α’ και Β’ Δημοτικού και έχουν γίνει και τρεις οικογενειακές γιορταστικές συγκεντρώσεις με δίχρονα και τρίχρονα εγγονάκια κι ανιψάκια, ε και θέλω κι εγώ να κάνω μία αταξία.  Η αλήθεια είναι ότι την παραμονή το βράδυ, έκανα μία. Επειδή ζήλεψα πρώτα που η Ίρις κι ο Αλέξανδρος κυνηγάνε τη γάτα και είχε λαλήσει η κακομοίρα και μετά που έπαιζαν πιάνο, ε.. δεν άντεξα, πήγα μαζί τους και αρχίσαμε και οι τρεις μαζί να παίζουμε πιάνο – δηλαδή να κοπανάμε τα πλήκτρα γιατί κανείς από τους  τρεις μας δεν ξέρει- και μας μάλωσαν γιατί κάναμε πολύ φασαρία. Αυτή τη φωτογραφία εγώ τους την έβγαλα πριν αρχίσω να τους δείχνω πώς κοπανώντας τα δεξιά, μπάσα, πλήκτρα κάνουμε το περπάτημα του γάτου και κοπανώντας τα αριστερά, πρίμα πλήκτρα,  κάνουμε το ποντικάκι που τρέχει για να μην το πιάσει ο γάτος.

Ε, επειδή μ’ έκοψαν -μέχρι κι ο γιος μου με μάλωσε- και μου έμεινε απωθημένο και για άλλη μία αταξία, θα εκτονωθώ εδώ. Λοιπόοοον…
Κατ΄αρχήν αύριο είναι του Αγίου Υονάφετς  και γιορτάζει η φίλη μου η μάγισσα η Άιναφετς και θέλω να της ευχηθώ χρόνια πολλά για την επέτειο του γάμου μας που πέρασε και την ξεχάσαμε.
Κι ακόμα – χι, χι, χι…  μ’ αρέσει πολύ αυτό  – δείτε ένα βίντεο με τον μικρό Χριστούλη, ράπερ.
Φιλιά και καλή εβδομάδα.
Π.

Γιορτινό ιντερνετοπαιχνιδάκι

Επειδή μπορεί στις επόμενες μέρες να υπάρχει πολύ «σούρτα-φέρτα»  λέω να σας βάλω εδώ ένα link για ένα ιντερνετοπαιχνιδάκι που μου στείλανε και μου άρεσε πολύ. Οι οδηγίες για το τι πρέπει να κάνετε στην κάθε οθόνη είναι στα αγγλικά, που ελπίζω να ξέρετε όλοι, γιατί αν τις μεταφράσω εδώ, θα μαρτυρήσω το παιχνίδι.
Ελπίζω μέχρι τη Δευτέρα να βρω καιρό να ανεβάσω και κάτι ακόμα που σκέφτομαι.
Επίσης, όσοι δεν είχατε πάρει χαμπάρι το blog την πρώτη χρονιά, το 2007  που άνοιξε και δεν έχετε ακούσει το «Η ΑΓΕΛΑΣΤΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ» , όχι σε μια εκτέλεση που κυκλοφόρησε τελευταία, αλλά στην αρχική που είχα κάνει εγώ με τον Χάρη και τον Πάνο το 1979, κάντε κλικ πάνω στο τίτλο και θα σας πάει στο post του Δεκεμβρίου του 2007 και θα το ακούσετε.
Να περάσετε καλά αυτές τις μέρες.
Σας φιλώ πολύ
Ο Παραμυθάς

ΚΑΝΤΕ  κλικ εδώ

Αν έχεις τύχη διάβαινε

Ε, γιορτές είναι, ας βάλουμε και κανένα παραμύθι παραπάνω. Και διάλεξα ένα παραμύθι που η αρχή του θυμίζει την κατάσταση που υπάρχει σήμερα στον τόπο μας – με τα οικονομικά  εννοώ – ενώ η συνέχειά του δείχνει ότι μόνο με τύχη σαν του ήρωα έχει πιθανότητες πολύς κόσμος να τη βγάλει καθαρή στις μέρες μας. Όσο για τη γελοιογραφία του Κώστα Μητρόπουλου που βρήκα, είναι του 1986 (!) όπου μοιάζει από τότε ένα από τα προβλήματα της οικονομίας να είναι το Δημόσιο.  Κι όταν λέμε «Δημόσιο» εννοούμε μία μεγάλη γκάμα δημόσιων υπαλλήλων που έχει ό,τι μπορείς να φανταστείς: από εφοριακούς, δικαστικούς και αστυφύλακες έως γιατρούς, τραπεζικούς  και παπάδες!  Εδώ και πολλές δεκαετίες οι οικογένειες ονειρεύονταν να γίνουν τα παιδιά τους δημόσιοι υπάλληλοι και πιέζανε ως ψηφοφόροι του βουλευτές τους να βάλουν τα παιδιά τους στο Δημόσιο, κι εκείνοι το έκαναν. Κάπου τους διόριζαν είτε χρειάζονταν είτε όχι. Την εποχή που ήμουν στην ΕΡΤ, χρειάζονταν γύρω στους 2.000 για όλη την Ελλάδα, και είχε  3.500!!  Πω, πω… τι θυμήθηκα! Όσοι έχετε διαβάσει το βιογραφικό μου εδώ, θα έχετε δει ότι υπήρξα υπάλληλος της ΕΡΤ για 9 χρόνια. Πριν προσληφθώ, δούλευα ως ελεύθερος συνεργάτης στο ραδιόφωνο και σκιζόμουνα για να κάνω καλά τη δουλειά μου, που ήταν πάντα το παιδικό πρόγραμμα. Όταν κάποια στιγμή με προσλάβανε στην τηλεόραση -και μάλιστα ως προϊστάμενο τμήματος-  εγώ συνέχισα να τρέχω για να γίνει η δουλειά μου. Μάλιστα κάποιες φορές, όταν αργούσε να εμφανιστεί ο ειδικός υπάλληλος που ήταν για να κουβαλάει τις βιντεοταινίες -ήταν και σαν μικρές βαλίτσες τότε-  εγώ τις φορτωνόμουν και τις ανέβαζα στο μοντάζ. Μια μέρα, στις αρχές που είχα πάει, έπεσα σε μια τέτοια περίπτωση αργοπορίας, κι επειδή καιγόμουν να πάω στο μοντάζ – τρεις ορόφους πιο πάνω- φορτώθηκα τις δύο ταινίες κι άρχισα να τρέχω στο διάδρομο. Ξαφνικά πέφτω πάνω σε ένα «συνάδελφο» που με κοιτάζει με απορία και μου λέει: «Κουλάρισε ρε μα…., σε προσλάβανε, είσαι υπάλληλος πια»!  Ε, κάτι τέτοιο -εκτός των άλλων- υπονοείται και στη γελοιογραφία του Μητρόπουλου. Αυτά…
Καλό βράδυ και σας εύχομαι να έχετε την τύχη του ήρωα του παραμυθιού, αλλά και να κόβει έτσι το μυαλό σας, γιατί, όπως λέγανε και «οι  αρχαίοι ημών πρόγονοι»: Συν Αθηνά και χείρα κίνει.

Σας φιλώ.
Π.

[audio:http://www.fileden.com/files/2009/9/2/2562339/par2/2.3-An_exeis_tixi-diavene.mp3]

«Ένα δέντρο με πατίνια»

Τη Δευτέρα που μας πέρασε, μια καλή μου φίλη, η Φωτεινή Τομαή, έκανε την παρουσίαση του καινούργιου βιβλίου της, «Ένα δέντρο με πατίνια», στην οποία πήρα μέρος κι εγώ. Το θέμα μου δεν είναι να σας διαφημίσω το βιβλίο, αλλά να μεταφέρω εδώ αυτά που είπα, επειδή κάποιοι φίλοι που ήταν εκεί μου είπαν ότι η παρουσίασή μου ήταν συγκινητική. Ομολογώ ότι επειδή εμένα μου φάνηκαν πολύ απλά και κανονικά αυτά που είπα, χωρίς συναισθηματισμούς δεν πολυκαταλαβαίνω γιατί τα θεώρησαν συγκινητικά. Ίσως εσείς που μπαίνετε εδώ κάμποσο καιρό και ξέρετε τα κείμενά μου, να μου πείτε αν συμφωνείτε με την άποψή τους κι αν ναι γιατί. Αν βαριέστε μην γράψετε τίποτα.

Καλό βράδυ.
Π

Υ.Γ. Θα ήθελα να στείλω από ‘δω ένα φιλί στη Ροζαλία.

«Ένα Δέντρο με Πατίνια»

Της Φωτεινής Τομαή.

Όταν η Φωτεινή μου ζήτησε να πω δυο λόγια για το καινούργιο βιβλίο της, «Ένα δέντρο με πατίνια», αναρωτήθηκα γιατί το έκανε αυτό, αφού ξέρει πως η στάση μου απέναντι στο θέμα θρησκεία, που η παρουσία της υπάρχει έντονη στο φόντο της ιστορίας του βιβλίου, είναι μάλλον εκείνη του άπιστου Θωμά, μιας και γενικότερα θεωρώ ότι κανείς πρέπει να δέχεται μόνο ό,τι είναι χειροπιαστό. Αλλά όταν λέω «χειροπιαστό», δεν εννοώ κάτι που το δέχεται μόνο η λογική, αλλά και μία βαθύτερη αίσθηση που τη νοιώθει η καρδιά –κι ίσως αυτό καμιά φορά να είναι πιο «χειροπιαστό» από οτιδήποτε άλλο. Έτσι, κατέληξα να σκεφτώ ότι η Φωτεινή μου ζήτησε να κάνω αυτή τη σύντομη παρουσίαση του καινούργιου βιβλίου της, επειδή ξέρει ότι —όπως κι εκείνη— θεωρώ ως κάτι χειροπιαστό, την ύπαρξη γύρω μας, ενός αόρατου πνευματικού κόσμου, κάτι σαν αυτό (ίσως ακριβώς αυτό) που η επιστήμη της Κβαντομηχανικής, η νεώτερη από τις επιστήμες, ονομάζει «παράλληλο σύμπαν».

Όλα τα βιβλία για παιδιά που έχει γράψει η Φωτεινή, είναι —από όσο ξέρω— τα μόνα ή από τα λίγα παιδικά βιβλία στα οποία υπάρχει η διάσταση ενός πνευματικού κόσμου ή αλλιώς, μία μεταφυσική διάσταση, στην οποία τα παιδιά-ήρωες των βιβλίων της, κινούνται με την ίδια ευκολία που κινούνται και στον φυσικό κόσμο. Ένα μοτίβο που έρχεται και ξανάρχεται στα βιβλία της, είναι η δυνατότητα που έχουν τα παιδιά —εκείνα κυρίως, περισσότερο από τους μεγάλους— να έρχονται σε επαφή με αγαπημένα τους πρόσωπα που έχουν φύγει από τη ζωή ή ακόμα και να τους δίνονται δώρα με εξαιρετικές μεταφυσικές, μαγικές, ικανότητες όπως τα πατίνια που βρίσκουν κάτω από το δέντρο οι δύο μικροί ήρωες της ιστορίας του βιβλίου. Και μέσα από την ιστορία που ζουν αυτά τα παιδιά, δίνεται μία περίεργη βαθύτερη αίσθηση, ανεξάρτητα από το αν κανείς είναι θρήσκος ή άθρησκος, δίνεται η αίσθηση ότι η ζωή δεν είναι μόνο αυτά που βλέπουμε, αλλά και πολλά άλλα που δεν βλέπουμε με τα φυσικά μας μάτια, και που υπάρχει μέσα μας η κρυμμένη δυνατότητα να τα δούμε με τα μάτια της ψυχής, της καρδιάς. Η ζωή μας είναι την ίδια στιγμή, την κάθε στιγμή, μία ζωή «Ορατών τε και Αοράτων», όπως λέει και το «Σύμβολο της Πίστης» της Χριστιανικής θρησκείας, που η Φωτεινή φαίνεται ότι πιστεύει, αλλά με ένα δικό της –όχι τόσο διαδεδομένο και απλοϊκό- τρόπο. Γι’ αυτό και στο βιβλίο της συνυπάρχουν τόσα, φαινομενικά, ετερόκλητα πράγματα, που το στο βάθος το κοινό τους στοιχείο είναι κάτι που δεν «είναι εκ του κόσμου τούτου», είναι κάτι πνευματικό ή μεταφυσικό ή ακόμα και μαγικό όπως είναι η «νοστιμιά» της «γιαγιάς Φωτεινής» της Πολίτισσας, που έβαζε πάντα στο φαγητό. Αυτή η —ίσως αυθαίρετη— συρραφή μερικών φράσεων από ένα κεφάλαιο του βιβλίου που έκανα ο ίδιος, δείχνει ακριβώς αυτό που λέω. Ακούστε: Λέει φεύγοντας η κόρη στη μάνα της που μαγειρεύει:

«Και μην ξεχάσεις να ρίξεις (στο φαί) “νοστιμιά”…»

Και η κυρία Μαρία η γειτόνισσα που είναι μπροστά στη σκηνή, ρωτάει τη μητέρα που μαγειρεύει:

– Τι είναι η νοστιμιά ; Αστεία το έλεγε ;

– Όχι, όχι αποκρίθηκε η μάννα της Ελένης. (…) Να, πώς να στο πω είναι μία ολόκληρη ιστορία. Οικογενειακή. Για χρόνια βλέπαμε την γιαγιά μας Φωτεινή στο τέλος κάθε φαγητού που ετοίμαζε να ανοίγει το καπάκι ενός πήλινου βάζου πάνω από τον εξαεριστήρα της εστίας της και να ρίχνει κάτι βιαστικά μέσα στο τσουκάλι. Σε κάθε φαγητό. Σε ό,τι κι αν ετοίμαζε. Ποτέ όμως δεν είχαμε καταφέρει να δούμε τι ήταν αυτό. Πώς μύριζε, τι χρώμα είχε. (…) Όταν πέθανε η καημένη πήγαμε με την μάννα μας (…) να συμμαζέψουμε το σπίτι της. Τότε θυμήθηκα το πήλινο βάζο με τη «νοστιμιά». Το άνοιξα και δεν βρήκα τίποτε μέσα. Αλλά ούτε και έδειχνε να είχε ποτέ κάτι! Πεντακάθαρο, χωρίς ίχνος μυρωδιάς που, όπως ξέρεις από τα μπαχαρικά, όσο και να πλύνεις τα βάζα τους, πάντα κάτι μένει. (…)

– Ε, και τι ήταν λοιπόν αυτή η «νοστιμιά» ξαναρώτησε η κυρία Μαρία.

– Τίποτε και όλα ! (…) Τίποτε γιατί δεν το έβλεπες, δεν είχε χρώμα ή σχήμα ή μυρωδιά, όπως δεν έχει και η ευτυχία· εσύ, την έχεις δει ποτέ;

Η κυρία Μαρία παρέμεινε σιωπηλή και αμήχανη και ψέλλισε σχεδόν με το ζόρι.

– Όχι. (…)

Δεν θα σας πω τη συνέχεια για να μην αποκαλύψω εγώ εδώ το μυστικό της «νοστιμιάς» που υπάρχει στο βιβλίο. Θα ήθελα μόνο να κλείσω αυτή τη σύντομη παρουσίαση λέγοντας το εξής:

Είμαστε όλοι μάρτυρες μιας γενικευμένης επίθεσης θα έλεγα, σχεδόν σε όλο τον κόσμο, ό,τι πιο υλιστικού υπάρχει: του χρήματος. Είμαστε μάρτυρες συμπεριφοράς κάποιων πολύ νέων ανθρώπων, που καθώς δεν υπάρχει τίποτα όρθιο γύρω τους που να τους κάνει να νοιώθουν σεβασμό και αγάπη, στρέφονται στο μίσος και στη βία, χάνοντας –χωρίς να το ξέρουν- την ίδια τους την ψυχή. Όλο αυτό, θεωρώ, ότι πρέπει να μας κάνει να δείξουμε διπλάσια, τριπλάσια, πολλαπλάσια φροντίδα από παλιότερα, στα παιδιά που μεγαλώνουν. Και ένα κομμάτι αυτής της φροντίδας είναι και η πνευματική τροφή που προσφέρει ένα καλά παιδικό βιβλίο. Την ώρα που τα μικρά παιδιά βομβαρδίζονται από την τηλεόραση με κάθε είδους ξένης προέλευσης σκουπίδια κινουμένων σχεδίων που υπάρχουν και σε βιβλία· την ώρα που τα παιδιά μεγαλώνουν έχοντας καθημερινή επαφή με ό,τι πιο ακατάλληλο υπάρχει γι’ αυτά, που είναι τα δελτία ειδήσεων της τηλεόρασης, ένα βιβλίο που μιλάει για την ύπαρξη ενός πνευματικού κόσμου γεμάτου αγάπη, που απευθύνεται σε ό,τι πιο καλό υπάρχει στην ψυχή και στην καρδιά των παιδιών, είναι η καλύτερη τροφή για εκείνα. Κι ένα τέτοιο βιβλίο είναι και το «Δέντρο με τα πατίνια», της Φωτεινής Τομαή.

Το έξυπνο κόλπο του έμπορου

Λέω να βάλω ένα από τα γνωστά παραμύθια με ήχο που είχα κάνει παλιά. Είναι μέρα για σπίτι και παραμύθια. Από τη μια η αργία του Σαββατοκύριακου, από την άλλη που το βάρυνα τελευταία κι από την παρ’άλλη το «χιονάκι» που λέει κι η Άιναφετς, επειδή βλέπει το «χιονάκι» σαν κάδρα από το παράθυρο, ενώ ο ταλαίπωρος ο σύζυγος, χώνεται μέσα στο χιόνι για να πάρει το αυτοκίνητο και να πάει στο χωριό να ψωνίσει, και να κάνει κι εκατό χρόνια να πάει και να ‘ρθει γιατί κάτι παπάρες με αυτοκίνητα σαν του Λούνα Παρκ, βρήκανε τη μέρα να βγούνε βόλτα και μένουνε σαν τις μύγες, κι εσύ κατεβαίνεις και σπρώχνεις για να βγούνε από τη μέση του δρόμου και να περάσεις. Κι αυτό το έργο, γίνεται δεκαοχτώ χρόνια τώρα: Πώς το λέει η Σοφία Βέμπο στο παλιό ελαφρό τραγούδι; «Αθήνα και πάλι, Αθήνα…» Τέλος πάντων… Γι’ αλλού το ξεκίνησα κι αλλού με πήγε, γιατί ενδιάμεσα πήγα να διαβάσω το τελευταίο χιονισμένο post της Άιναφετς. (Και για όποιον δεν κατάλαβε, παρακολουθείτε ενδο-οικογενειακή διαφωνία). Και θα μου πείτε, τι είναι αυτή η φωτογραφία του ψυγείου; Μήπως, την έβαλα αντί για τοπίο με χιόνι; Όοοοοχι. Απλώς, επειδή την τελευταία φορά που ανέβασα παραμύθι με ήχο έγραψα και σχόλιο σχετικό με τον τίτλο, λέω να το κάνω και σήμερα. Ε, λοιπόν, σ’ αυτό το ψυγείο βλέπετε το «Το έξυπνο κόλπο του κομπιουτερατζή». Να τι θα πει αυτό: Μόλις άνοιξα χθες το κομπιούτερ για να δουλέψω,αρχίζει να μουγκρίζει ο ανεμιστήρας, κολλάει η ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ και βγαίνει ξαφνικά ένα μήνυμα που έλεγε ότι δεν δουλεύει το σύστημα αερισμού και να το πάω αμέσως για service. Πατάω το ένα κουμπί, πατάω το άλλο, τίποτα, ενώ το laptop άρχιζε να βγάζει ζέστη σαν θερμοφόρα! Παίρνω τηλέφωνο στο computer service, μου λένε να το κλείσω αμέσως και με ρωτάνε αν έχω κάνει αντίγραφα τα αρχεία μου. Πάγωσα. Είχα να κάνω back up από τον Σεπτέμβριο! Κλείνω το τηλέφωνο και βάζω ένα εξωτερικό σκληρό δίσκο για να αντιγράψω τη δουλειά του τελευταίου τρίμηνου, αλλά τίποτα. Και δώσ’ του να βγαίνει το μήνυμα ότι πρέπει να το κλείσω και να το πάω για service γιατί θα πάθει ζημιά. Κι επειδή, όπως μου έλεγε η μανούλα μου, εκτός από το ότι δεν έχω «ούτε ιερό ούτε όσιο», είμαι και «ξεροκέφαλος και πεισματάρης», δεν το έβαλα κάτω και είπα: «εγώ θα κάνω backup οπωσδήποτε». Και τότε, μου έκανε «κλικ»: Άδειασα ένα ράφι του μικρού ψυγείου, ανέβασα την ψύξη στο τέρμα, έβαλα το laptop μέσα (είναι η φωτογραφία που βλέπετε), περίμενα λίγο και να που το σύστημα άρχισε να δουλεύει. Έκανα τα αντίγραφα που χρειαζόμουν, και μετά έβγαλα το κομπιούτερ, μια χαρά κρύο-κρύο, και το πήγα στο service, χωρίς να έχει πάθει ζημιά ο σκληρός δίσκος.

Και τώρα, αφού παρακολουθήσατε το «κόλπο του κομπιουτερατζή», ακούστε και το «κόλπο του έμπορου».

Καλό βράδυ.

Π.

[audio:http://www.fileden.com/files/2009/9/2/2562339/par2/2.1-To_eksipno_kolpo_tou_emporou.mp3]

Άνθρωποι βγαλμένοι με… καρμπόν

Στο προηγούμενο post –αυτό για την γιορτή μου– μπήκε ένα σχόλιο της ΡΟΖΑΛΙΑΣ που λέει: «Χρόνια πολλά κύριε Νίκο μας. Να μετριάσετε τα σόκιν, παρακαλώ! Εμείς μπορεί να τριανταρίσαμε, αλλά έχουμε και παιδάκια!». Προφανώς αναφέρεται στο βίντεο του προτελευταίου post, το «Μια ξύπνια γυναίκα». Συγνώμη, αλλά δεν έχω πει ποτέ ότι είναι για παιδιά αυτό το blog. Όσοι από σας το παρακολουθείτε από τον πρώτο καιρό που άνοιξε, θα ξέρετε ότι κάποιες φορές έχουν μπει και posts (σε εικόνα και κείμενο) πολύ «χειρότερα» από απλά «σόκιν» Το blog είναι για «παιδιά» στην καρδιά και για παιδιά –κυριολεκτικά – της δεκαετίας 1978-1988. Για τα σημερινά –κυριολεκτικά- παιδιά είναι το paramithas.tv

Τώρα: ξέρω ότι μπαίνουν κι εδώ παιδιά, αλλά να σας πω την αλήθεια μου δεν μου φαίνεται και τρομερό! Τώρα θα μου πείτε ότι εγώ εκτός από γιος «που δεν έχει ιερό ούτε όσιο», όπως έλεγε η μάνα μου, μάλλον είμαι και μπαμπάς «που δεν έχει ιερό ούτε όσιο». Η κόρη μου, είναι μία απόδειξη αυτού του πράγματος –κάποιες νύξεις υπάρχουν στο post, «Χρόνια πολλά Μπίμπιξ». Τον γιο μου δεν τον έχω … «εκθέσει» ακόμα από αυτή την πλευρά, αλλά κι αυτός τον ίδιο μπαμπά είχε… Νομίζω, λοιπόν, ότι αν δεν έχετε «κλειδωμένο» το κομπιούτερ σας για να μην μπαίνουν τα παιδιά –και καλά κάνετε, συμφωνώ- τότε αυτά τα «σόκιν» που διαβάζουν εδώ, είναι για παιδιά νηπιαγωγείου μπροστά σ’ αυτά που μπορούν να δουν στο internet, κυρίως όταν δεν είστε μπροστά, για να μην μπω αυτά που βλέπουν κρεμασμένα σε περίπτερα. Ως πατέρας, παππούς, «Παραμυθάς» και άνθρωπος, σας βεβαιώνω ότι τα «σόκιν» αυτού του blog, είναι λιγότερο βλαβερά από άλλα που υπάρχουν στο διαδίκτυο, στους δρόμους, αλλά καμιά φορά και στο ίδιο τους το σπίτι. Είμαι ένας άνθρωπος που έχει μεγαλώσει μέσα στο «σόκιν», αφού έπαιζα στο θέατρο από 8 χρονών, αλλά σας βεβαιώνω ότι είχα μια σεξουαλική ζωή πολύ πιο κανονική και νορμάλ από άλλους συνομήλικούς μου, που μεγάλωσαν μέσα σε απαγορεύσεις για θρησκευτικούς ή κοινωνικού καθωσπρεπισμού λόγους. Ίσως σας πω, κάποια στιγμή, μια ιστορία από τη ζωή μου, που έχει σχέση μ’ αυτό. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, ως «εξ’ όλης και προ-όλης» τύπος να σας πω μερικά πράγματα για την ανατροφή των παιδιών που έχω μέσα μου. (Όσοι δεν αντέχετε τα σκληρό «σόκιν» να σταματήσετε εδώ. Αν κάποιο παιδί διαβάζει αυτό το post, μπορεί να συνεχίσει άνετα).

Είναι βέβαιο ότι υπάρχουν ένα σωρό ερωτήματα γύρω από τον τρόπο που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας. Ερωτήματα σχετικά με το διάβασμα για το σχολείο και τη γενικότερη καλλιέργειά τους, με τη διατροφή τους, με τις παρέες τους, τους καθημερινούς κινδύνους που τα τριγυρίζουν, την απασχόλησή τους στις ελεύθερες ώρες κι ένα σωρό άλλα. Όλα αυτά, είναι πρακτικά προβλήματα που τα περισσότερα θα λύνονταν από μόνα τους ή αν δεν λύνονταν, θα ήταν πιο εύκολη η αντιμετώπισή τους, αν είχαμε κάνει μια ψυχολογική αλλαγή: αλλαγή του τρόπου που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας· ενός τρόπου που είναι ίδιος ή παρόμοιος με τον τρόπο που μεγάλωσαν εμάς, μεγάλωσαν τους γονείς μας και πάει λέγοντας. Αλλά το να αλλάξουμε αυτόν τον τρόπο, αρχίζει με το να φτιάξουμε τις σχέσεις μας με τα παιδιά μας και να βρούμε νέους τρόπους ανατροφής τους, δεν είναι θέμα συμβουλών από παιδαγωγούς, παιδοψυχολόγους, κοινωνιολόγους, αλλά μιας βαθιάς και ριζικής ψυχολογικής αλλαγής μέσα μας. Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι μεγαλώνοντας, συνηθίζουμε στο να επαναλαμβάνουμε όλο και περισσότερο, αυτά που άλλοι έχουν πει και που τα έχουμε διαβάσει ή ακούσει; Έχετε προσέξει πω -όλο και λιγότερο- ό,τι λέμε ή κάνουμε δ ε ν είναι πράγματα που έχουμε από μόνοι μας ανακαλύψει; Ότι, όλο και περισσότερο, γεμίζουμε –χωρίς ν’ αναρωτιόμαστε, χωρίς ν’ αμφιβάλλουμε- με έτοιμες ιδέες, πίστεις, φιλοσοφίες, ιδεολογίες και τέτοια, κατευθύνοντας τη δράση μας σύμφωνα με αυτές; Αυτό δεν μοιάζει σαν να είμαστε άνθρωποι βγαλμένοι με καρμπόν;

Θέλω να πω ότι είναι ανάγκη να καταλάβουμε πως αν δεν αλλάξουμε εμείς, οι γονείς, σήμερα, τώρα, τα παιδιά μας θα γίνουν και θα κάνουν τα ίδια, που κάνουν οι άνθρωποι αιώνες τώρα. Γιατί μπορεί να έχουμε προοδεύσει τεχνολογικά, αλλά ψυχολογικά δεν έχουμε προοδεύσει καθόλου. Κάποτε ο άνθρωπος σκότωνε με ρόπαλο, σήμερα εξακολουθεί να σκοτώνει, αλλά με λέιζερ. Και πώς μπορεί κάποιος που μεγάλωσε μ’ ένα μοντέλο που στρέφει τον άνθρωπο ενάντια στον άνθρωπο –είτε με τη βία και τον ανταγωνισμό της καθημερινής ζωής, είτε με τον πόλεμο- πώς μπορεί να ξεφύγει απ’ αυτό το μοντέλο αιώνων; Πώς μπορεί κάποιος που έχει μεγαλώσει μ’ ένα τέτοιο βαθιά ριζωμένο μοντέλο να μεγαλώσει τα παιδιά του με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο; Από πού και πώς ν’ αρχίσει; Ποιο είναι το πρώτο βήμα;

Εάν υποθέσουμε πως καθόμαστε κάπου πλάι πλάι, σαν καλοί φίλοι που ρωτάει ο ένας τον άλλον, όχι γιατί ο ένας δεν ξέρει κι ο άλλος ξέρει και του λέει, αλλά γιατί και οι δύο ψάχνουν, γιατί και τους δυο τους ενώνει η ίδια αγωνία για το πώς θα μεγαλώσουν τα παιδιά τους μέσα σ’ αυτό τον κόσμο· η αγωνία για το πώς μπορεί να καλυτερέψει αυτός ο κόσμος. Εάν σε μια τέτοια στιγμή κοινής αναζήτησης, με ρωτάγατε πώς θ’ άρχιζα εγώ, ποιο θα ήταν το πρώτο βήμα, τότε θα σας απαντούσα με όλη μου την καρδιά ότι θα έκανα εκείνο που έχω ξαναγράψει στο πρώτο post αυτής της κατηγορίας: θα έπαιρνα το παιδί μου και θα του έλεγα με όλη μου την καρδιά: «Άκου, παιδί μου: δεν έχω ιδέα πώς να σε μεγαλώσω. Ούτε εγώ ούτε κανένας γονιός πρέπει να παίζει τον παντογνώστη και να ασκεί μια βίαιη εξουσία πάνω στα παιδιά του και ο λόγος του να είναι νόμος που το παιδί πρέπει να υπακούει, χωρίς εξηγήσεις. Τέρμα. Αρνούμαι να μεταχειριστώ το ίδιο μοντέλο που μ’ αυτό μεγάλωσαν κι εμένα. Το μοντέλο που χρησιμοποιούμε όλοι μας, για ευκολία μας. Λοιπόν: είσαι ν’ ανακαλύψουμε μαζί, να μάθουμε οι δυο μας· από μόνοι μας· χωρίς παιδοψυχολόγους, παιδαγωγούς κι άλλους τέτοιους, με μόνο οδηγό το σεβασμό, την κατανόηση, τη φροντίδα, τη στοργή, την αγάπη που νιώθουμε ο ένας για τον άλλον, είσαι να μάθουμε μαζί πώς μεγαλώνουν τα παιδιά; Οι άνθρωποι; Είσαι;» Και αν δεν του το έλεγα, θα το ένοιωθα σιωπηλά, βαθιά μέσα μου και με όλη μου την καρδιά, αυτή η στάση θα ήταν οδηγός για την ανατροφή του παιδιού μου.

Σας ζάλισα. Καιρό είχα να γράψω τέτοιο σεντόνι. Ευχαριστώ Ροζαλία.

Καλό βράδυ.
Π.

Αντί για σχόλιο στα σχόλια

Ετοιμαζόμουν να γράψω κάποιο σχόλιο στα σχόλια του τελευταίου post, «Μια ξύπνια γυναίκα», όταν άρχισαν να έρχονται τα πρώτα χρόνια πολλά για αύριο. Οπότε, σκέφτηκα να βάλω ένα καινούργιο post, μια φωτογραφία από τη σημερινή μέρα, που ήρθε όλη μου η οικογένεια -αδελφές, γαμπροί, ανίψια, παιδιά κι εγγόνια- για τα χρόνια πολλά για αύριο. Πριν περάσω στη φωτογραφία, να πω το σχόλιο που ήθελα να βάλω. Διαβάζοντας αυτά περί «κλωνοποίησής» μου, γέλασα πολύ γιατί σκέφτηκα ότι αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα γεροντοφιλίας. Χα, χα, χα… Όπως υπάρχει «παιδοφιλία» υπάρχει και «γεροντοφιλία».  Η απόδειξη ότι στην ιδέα για κλωνοποίηση που μπήκε στα σχόλια, υπάρχει υπολανθάνουσα διαστροφή γεροντοφιλίας, είναι και η φωτογραφία που βλέπετε, όπου ο τύπος προς κλωνοποίηση είναι στον καναπέ με τα δύο παιδιά του -την Μαρία και τον Κωνσταντίνο-  τον εγγονό του Αλέξανδρο στα γόνατά του και την εγγονή του την Ίριδα  δίπλα του, ενώ στην άλλη άκρη του καναπέ κάθεται η γυναίκα τού προς κλωνοποίηση  παππού, που αν την ρωτούσε κανείς δεν θα σύστηνε  με ενθουσιασμό κάτι τέτοιο. Στον άλλο καναπέ κάθεται η Κωνσταντίνα, η μαμά του Αλέξανδρου και της Ίριδας και πίσω, στην ψηλή καρέκλα, είναι το άλλο μας παιδί, ο Φρεντ, ο μπαμπάς του Αλέξανδρου και της Ίριδας. Και όλοι μαζί βλέπουμε το σημερινό επεισόδιο του ΠΑΡΑΜΥΘΑ, όπου μιλάει για τον φίλο του τον κροκόδειλο.
Ευχαριστώ πολύ για τα χρόνια πολλά σας.
Καλή εβδομάδα
Σας φιλώ πολύ
Ν.Π.

Μια ξύπνια γυναίκα

Δεν μ’ αφήνετε ν’ αγιάσω βρε γαμώτο. (Αλλά και το «τράβα με, κι ας κλαίω» σωστό είναι κι αυτό). Βλέποντας τα σχόλιά σας, θα ήθελα να πω ότι αυτά που έγραψα προχθές ως συνοδευτικά στο παραμύθι  -ίσως δεν ήμουν πολύ σαφής- δεν τα έβαλα για να δημιουργήσω κάποια αντιπαλότητα ή ανταγωνισμό, αλλά για να πω για κάτι που είναι γεγονός, όπως γεγονός είναι  ότι οι γυναίκες γεννάνε παιδιά και οι άντρες όχι. Βέβαια να μείνουμε έγκυος αποκλείεται.  (Μ’ αυτόν τον καημό θα πάω ρε γαμώτο, έχω τρομερή περιέργεια  να δω πώς είναι. Αν υπάρχει αυτό που λένε «μετενσάρκωση», την άλλη φορά θα έρθω γυναίκα και θα κάνω πολλά παιδιά).  Να μείνουμε, λοιπόν, έγκυος, αποκλείεται, αλλά θα μπορούσε κανείς να δει τι είναι εκείνο που τις κάνει πιο ξύπνιες και πιο πρακτικές, πιο προσγειωμένες στην καθημερινή ζωή.  Να δει ποια είναι η αντρική διαμόρφωση –αιώνες τώρα – που έχει χώσει στο αντρικό μυαλό διάφορες ιδέες ανωτερότητας «από χέρι» για το φύλλο του, που τελικά τον κάνουν, «τρία πουλάκια κάθονται» από την πολύ αυτοπεποίθηση ή και από το αντίθετο, ενώ οι γυναίκες, μέσα στους αιώνες αντρικής καταπίεσης –από την αυστηρή μονογαμία (στην ουσία μόνο γι’ αυτές)  έως την μπούργκα και την κλειτοριδοεκτομή- για να επιβιώσουν, ανέπτυξαν ικανότητες που τις έκαναν πιο ξύπνιες, τις  έκαναν να είναι πιο πολύ στο παρόν,  πιο πρακτικές, πιο ευέλικτες. Αυτό το βίντεο που ανέβασα, (δεν κρατάει ούτε ένα λεπτό) δείχνει ακριβώς, πώς πληρώνει ένας άντρας την πολύ του αυτοπεποίθηση από την υποτιθέμενη υπεροχή του, από μια γυναίκα ξύπνια. Και εδώ κολλάει ότι άρχισα αυτό το post λέγοντας, «δεν μ’ αφήνετε ν’ αγιάσω βρε γαμώτο». Ε, λοιπόν, για άλλη μια φορά θα κάνω μία «αταξία». Είναι η δεύτερη ή η τρίτη φορά, στα σχεδόν τέσσερα χρόνια του blog – δεν είναι τρία που είπα προχθές.
Σαν συμπλήρωμα (χιουμοριστικό, αλλά με πολύ νόημα) του προηγούμενου post, σκέφτηκα  να ανεβάσω αυτό το βίντεο, που με τρώει εδώ και καιρό να το κάνω. Προσέξετε αυτή την εξαιρετική κοπέλα στο βίντεο. Αυτή να την έχεις πλάι σου, γυναίκα σου και μάνα των παιδιών σου, και να μη φοβάσαι τίποτα… Χα, χα, χα…
Και λέει και λίγες κουβέντες και σταράτες. Αν δεν τις πιάσετε στα αγγλικά,  η πρώτη είναι: «Μου δίνετε το σουτιέν μου, σας παρακαλώ;» Και η δεύτερη, είναι: «Κούμπωσέ μου το».
Χα, χα, χα… Έχω ξεφύγει τελείως…
Καλό Σαββατοκύριακο.
Π.