Γεια σου Nikos, Ο Jiddu σας επιβεβαίωσε ως φίλο στο Facebook.

Χα, χα, χα… Ο τίτλος αυτού του post, όπως ίσως το αναγνωρίσατε, είναι ένα μήνυμα που μου ήρθε από το FACEBOOK. Πριν κάμποσες μέρες, βρήκα ένα μήνυμα που μου ζητούσε να επιβεβαιώσω ένα αίτημα φιλίας από τη σελίδα Jiddu Krishnamurti. Απάντησα θετικά και μου ήρθε αυτό το μήνυμα που έβαλα για τίτλο εδώ. Με το μήνυμα ανακάλυψα ότι δεν επρόκειτο για σελίδα όπως νόμιζα, αλλά για προσωπικό λογαριασμό!!! Μάλιστα, αυτός που τον έκανε, δεν ξέρει ότι οι Ινδοί γράφουν πρώτα το επίθετο και μετά το όνομα. Έτσι, το Κρισναμούρτι είναι το όνομα και το Τζίντου το επίθετο. Με αυτά και μ’ αυτά, μια και ο Κρισναμούρτι είναι πια φίλος μου και με τη σφραγίδα του facebook, σκέφτηκα να σας γράψω μια από τις ιστορίες που έχω μαζί του. Και λέω, πριν την αρχίσω, λέω να σας αντιγράψω εδώ και μια γελοιογραφία που είχε μπει σε εφημερίδα της Αθήνας, το 1930, όταν ο Κρισναμούρτι έκανε την πρώτη επίσκεψή του στην Ελλάδα  και ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν Πρωθυπουργός της Ελλάδας. Δυστυχώς, δεν την είχα ανακαλύψει όταν έγραφα το βιβλίο μου, Ο ΚΡΙΣΝΑΜΟΥΡΤΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ.  Η πρώτη ατάκα  στη γελοιογραφία, είναι του Κρισναμούρτι και η δεύτερη του Βενιζέλου.

Τον Ιούλιο του 1985 είμαστε στην Ελβετία για να παρακολουθήσουμε τις ομιλίες του Κρισναμούρτι στο Saanen, αλλά και να συναντηθούμε προσωπικά, όπως μου είχε ζητήσει ο ίδιος –πράγμα που δεν περίμενα- στην πρώτη μας συνάντηση,  τον προηγούμενο Φεβρουάριο στη Βομβάη. Στο τέλος κι αυτής της συνάντησης, που ήταν μαζί μου αυτή τη φορά και η Στεφανία, μας κάλεσε να ξαναβρεθούμε ένα μεσημέρι και να φάμε μαζί. Έτσι, μετά από μερικές μέρες, πήραμε το τοπικό τραινάκι  για το  Schoenried  όπου έμενε. Ήρθε και μας πήρε από το σταθμό του τραίνου η κυρία που έμενε μαζί του για να τον φροντίζει  – ήταν τότε πια στα 90 του – και ύστερα από λίγο βρεθήκαμε στο τραπέζι να τρώμε μαζί του. Κάποια στιγμή, πάνω στη συζήτηση, καθώς καθόμουν δίπλα του (με είχε βάλει στο κεφάλι του τραπεζιού κι εκείνος στο πλάι),  ξαφνικά μου ακουμπάει το χέρι και με ρωτάει: «Όταν βρίσκεστε στο εξωτερικό, νοιώθετε Έλληνας»;
Του απάντησα αμέσως: «Δεν ξέρω αν νοιώθω Έλληνας, αλλά σίγουρα αντιδρώ ως Έλληνας».
«Αυτό ακριβώς ήθελα ν’ ακούσω», μου λέει, «αλλά τι εννοείτε»;
( Χα, χα, χα… Μυαλό ξυράφι στα 90 του! Θα σκέφτηκε ότι μπορεί να έχω διαβάσει πολύ «Κρισναμούρτι» και να ξέρω  διάφορα «κρισναμούρτικα» για  ψευδαισθήσεις, συναισθηματισμούς,  το να θέλεις να είσαι άλλο από αυτό που είσαι κ.λ.π.  και να μιλάω θεωρητικά).
Και τότε, του διηγήθηκα  αυτό που είχε συμβεί μόλις μισή ώρα πριν στο σιδηροδρομικό σταθμό, που έδειχνε ακριβώς την αντίδρασή μου ως Έλληνα, δηλαδή την αντίδραση της ελληνικής λαμογιάς, που την μαθαίνουμε και στο σχολείο, καθώς από το Δημοτικό, μας εμπνέουν τον θαυμασμό για μία ακραία πράξη λαμογιάς, εξαπάτησης, που υπάρχει στη μυθολογία μας, και που έχει γίνει από τότε παγκόσμιο σύμβολο: τον Δούρειο ίππο. (Ακόμα και ιός στο internet είναι: Trojan Horse) Για σκεφτείτε το: δεν μπορούσαν να νικήσουν αλλιώς τους Τρώες οι Έλληνες, και η κουφάλα ο Οδυσσέας, έφτιαξε τον Δούρειο ίππο , τον γέμισε στρατιώτες, οι αγαθοί  Τρώες τον πέρασαν μέσα από τα τείχη τους και το βράδυ, την ώρα που κοιμόντουσαν, βγήκαν από τον Δούρειο ίππο οι Έλληνες στρατιώτες και κατάσφαξαν τους ανύποπτους Τρώες.
Έτσι και η ιστορία που διηγήθηκα στον Κρισναμούρτι, έδειχνε ότι και στο εξωτερικό, δρούσα ως Έλληνας, γνήσιος απόγονος του Οδυσσέα. Κρίνετε και μόνοι σας:
Η συνεννόηση  για την επίσκεψη εκείνης της ημέρας, ήταν ότι εμείς θα φτάναμε με το τοπικό τραινάκι στο σταθμό του Schoenried κι από εκεί θα ερχόταν να  μας πάρει ένα αυτοκίνητο που θα είχε στείλει ο Κρισναμούρτι. Όταν, όμως, φτάσαμε στο σταθμό, το αυτοκίνητο με την βοηθό του δεν ήταν εκεί. Ύστερα από κανένα πεντάλεπτο, η Στεφανία κι εγώ αναζητήσαμε κάποια τουαλέτα  γιατί κατουριόμαστε και οι δύο τρομερά. Όταν βρήκαμε την τουαλέτα  -ίδια για γυναίκες και άντρες- διαπιστώσαμε ότι για να ανοίξει, έπρεπε να βάλουμε στην υποδοχή που υπήρχε στο χερούλι, μισό ελβετικό φράγκο. Ψαχτήκαμε, αλλά και οι δύο είχαμε μόνο ένα μισό ελβετικό φράγκο. «Ωχ, τι θα κάνουμε τώρα», αναρωτήθηκε η Στεφανία, που καθώς είναι μισή Γαλλίδα από μάνα, δεν λειτουργεί 100% ελληνικά. «Να πάμε να χαλάσουμε, εκεί που βγάζουν τα εισιτήρια», πρότεινε. «Σιγά, μην τρέχουμε τώρα να κάνουμε ψιλά. Θα τα κάνουμε επάνω μας μέχρι να γυρίσουμε», της είπα και αμέσως έβαλα το μισό ελβετικό φράγκο που είχα, στην υποδοχή που υπήρχε στο χερούλι. «Μπες μέσα» της είπα. «Κι εσύ τι θα κάνεις;» με ρώτησε, καθώς η γαλλική της ανατροφή δεν την άφηνε να δει το σχέδιο που είχε καταστρώσει σε δευτερόλεπτα το ελληνικό μυαλό μου. «Μπες μέσα», επέμενα «και θα δεις». Μπήκε, γιατί δεν είχε άλλα περιθώρια να κρατηθεί για να το συζητάει, κι εγώ έκλεισα την πόρτα, αλλά βάζοντας το πόδι μου στην κάτω άκρη, ώστε να μην κλείσει εντελώς, καθώς την έσπρωχνα ελαφρά με το χέρι μου στο χερούλι για να μην κλείσει εντελώς και να κρατήσει και το νόμισμα επάνω, ενώ είχα και το νου μου μην έρθει και κανείς. Δεν ήρθε κανένας. Βγήκε εκείνη και μπήκα κι εγώ, αφήνοντας πάλι μισάνοιχτη την πόρτα. Όταν τέλειωσα, βγήκα, ξαναπήρα το νόμισμα που ήταν ακόμα στη σχισμή  αφού δεν είχε κλείσει η πόρτα και την έκλεισα κανονικά. Είχαμε κάνει τσίσα μας και οι δύο χωρίς  να πληρώσουμε τίποτα! Και τότε ήρθε και το αυτοκίνητο για να μας πάρει.
Αυτό ήταν που είπα στον Κρισναμούρτι, ως παράδειγμα τού ότι αντιδρώ ως Έλληνας και όταν είμαι στο εξωτερικό. Με το τέλος της ιστορίας, ξέσπασε σε ακράτητα γέλια, επαναλαμβάνοντας, «good… good…» και χτυπώντας ελαφρά το χέρι μου, ενθουσιασμένος  με την ιστορία που μόλις είχε ακούσει.
Είχε φοβερό χιούμορ και του άρεσαν πολύ τα ανέκδοτα. Του άρεσαν τρομερά ανέκδοτα με τον Θεό, με τον Χριστό, με τον Παράδεισο και την κόλαση και μου έχει πει μερικά από τα ωραιότερα που έχω ακούσει. Ίσως πρέπει κάποτε να τα θυμηθώ και να τα γράψω.
Πολλά χρόνια μετά από αυτό το μεσημεριανό με τον Κρισναμούρτι  στην Ελβετία, συζητούσα στην Αγγλία,  με μία φίλη στην Αγγλία που είχε δουλέψει  πολλά χρόνια  μαζί του. Της είπα για τις δύο συναντήσεις που είχαμε μαζί του στην Ελβετία, και μου είπε, ένα σχόλιο που είχε κάνει για μένα μετά από εκείνο το μεσημεριανό. Ήταν μαζεμένοι τέσσερις-πέντε άνθρωποι που ήταν πολύ κοντά του και τον βοηθούσαν σε όλη τη δουλειά που γινόταν με ομιλίες, εκδόσεις κ.λ.π. στην Ευρώπη  και σχολιάζανε τις συναντήσεις  που είχε κάνει με διάφορους ανθρώπους από όλα σχεδόν τα μέρη της Δυτικής –τότε- Ευρώπης.  Και κάποια στιγμή, μου είπε η Γερμανίδα φίλη μου, τους είπε κουνώντας το κεφάλι του: «They all take themselves very seriously… except the gentleman from Athens».
Καλό βράδυ και καλή εβδομάδα.

Π.

Παραλίγο… Γιώργος και Γεωργία

Μια φορά κι έναν καιρό (όπως αρχίζουν όλες οι αληθινές ιστορίες) ήταν ένας Βασιλιάς και μια Βασίλισσα.  Τον Βασιλιά τον λέγαν Όθωνα και τη Βασίλισσα, Αμαλία και από πολύ νέοι έγιναν βασιλιάδες σε μια μακρινή χώρα που τη λέγαν Ελλάδα. Και επειδή ήταν οι πρώτοι βασιλιάδες της Ελλάδας, έπρεπε να τα φτιάξουν όλα από την αρχή: Ανάκτορα, κήπους, βασιλική φρουρά και στάβλους για τα άλογά τους, γιατί και οι δύο αγαπούσαν πολύ την ιππασία. Κι ενώ το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού των ανακτόρων το κάλυψαν με Βαυαρούς, δεν μπορούσαν να βρουν κανένα καλό Σταβλάρχη. Κάποιος. όμως, τους είπε ότι ένας πολύ καλός Σταβλάρχης, που φρόντιζε και αγαπούσε πολύ τα άλογα, ζούσε στην Κρήτη. Τον λέγανε Νικόλαο Πιλάβιο κι ήταν τότε γύρω στα 25. Το όνομα δεν τέλειωνε σε «άκης», όπως πολλών Κρητικών, γιατί ζούσε σε μια περιοχή της Κρήτης όπου δεν είχαν πατήσει οι Τούρκοι, που αυτοί ήταν εκείνοι που έδιναν στους Έλληνες την κατάληξη «άκης» ως υποτιμητικό, παίρνοντάς το από την κατάληξη «άκη» λέξεων όπως, νεράκι, γατάκι, σκυλάκι κ.λπ. Όσοι Κρητικοί γεννήθηκαν και έζησαν σε μέρη που δεν τόλμησαν να πατήσουν οι Τούρκοι, έχουν ονόματα που δεν τελειώνουν σε «άκης», όπως για παράδειγμα:  Ξυλούρης, Πατελάρος, Παρασύρης, Δασκαλογιάννης κ.λπ. Έτσι λοιπόν ο νεαρός Πιλάβιος, βρέθηκε από τη μια μέρα στην άλλη Σταβλάρχης στα Ανάκτορα του Όθωνα και της Αμαλίας. (ΟΘΩΝΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ. ΤΟΜΟΣ Νο 12, Α’ ΜΕΡΟΣ – «Ιπποστάσιον» , 208 e  209 e).  Οι κακές γλώσσες λένε, ότι επειδή ο Όθωνας στα συζυγικά του καθήκοντα   βρισκόταν στην περιοχή του απόλυτου τίποτα, η Αμαλία εξαιτίας της καθημερινής επαφής που είχε με τον Σταβλάρχη για να κάνει ιππασία, κατέληξε να τον ερωτευτεί. Κάτι απ’ τη μια  που τη βοηθούσε ν’ ανέβει στο άλογο, κάτι απ’ την άλλη που στηριζόταν επάνω του για να κατέβει, ε… πολύ θέλει μια γυναίκα σαν την Αμαλία, που ο άντρας την ούτε καν την άγγιζε να ερωτευτεί ένα νεαρό Κρητικό γεμάτο ζωντάνια – από κάθε πλευρά; Έτσι ο Σταβλάρχης Νικόλαος  Πιλάβιος ήταν ο πρώτος -κρυφός φυσικά- έρωτας της Αμαλίας, που της άνοιξε το δρόμο και για πολλούς άλλους έρωτες μετά, όπως θα έκανε -καμιά εκατοπενηνταριά χρόνια αργότερα- και ο συνονόματος τρισέγγονος τουταβλάρχη. Δυστυχώς, από τον Νικόλαο Πιλάβιο δεν σώθηκε καμιά φωτογραφία. Ξέρουμε, όμως, ότι είχε ένα μεγάλο μαύρο μουστάκι και μαύρα μακριά μαλλιά, σύμφωνα με την μόδα της εκείνης της εποχής, της  λίγο μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1821, που ήθελε τους άντρες να έχουν μακριά μαλλιά, όπως είχαν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης κ.λπ. Έτσι, η εμφάνισή του Σταβλάρχη του Όθωνα, Νικόλαου Πιλάβιου θα πρέπει να έμοιαζε κάπως με εκείνη του τρισέγγονού του, που είπαμε πιο πάνω, του ηθοποιού  Νικόλαου Πιλάβιου, που κι αυτός στα 25 του, 150 χρόνια περίπου μετά, είχε βγάλει  την παρακάτω φωτογραφία, όπου είναι εμφανής και η Κρητική του καταγωγή και η ομοιότητά του με τους οπλαρχηγούς της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

Ο Νικόλαος Γ. Πιλάβιος, παράλληλα με τη κρυφή σχέση του με την Βασίλισσα Αμαλία, παντρεύτηκε στην Αθήνα με μία  εύπορη γνωστή Αθηναία και απόκτησαν ένα γιο, τον Γεώργιο Πιλάβιο, που γεννήθηκε το 1852, σπούδασε κτηνιατρική στο Μόναχο κι όταν επέστρεψε, κατατάχτηκε στο στρατό κι έφτασε έως το βαθμό του Αρχικτηνίατρου, και -λόγω πατέρα φυσικά-  με αυτό τον βαθμό, υπηρέτησε στα Ανάκτορα, ενώ υπήρξε Καθηγητής Ιππολογίας στη Σχολή Ευελπίδων και συγγραφέας πολλών βιβλίων για την κτηνιατρική. (ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗ, ΣΕΛ.680 και ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΥ ΚΤΗΝΙΑΤΡΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ Αλ.Καρδούλη. ΣΕΛ. 50).  Από τον Γεώργιο Πιλάβιο, σώθηκε μόνο αυτή η φωτογραφία του,  με τη μεγάλη του στολή.

Και ο Γεώργιος Ν.  Πιλάβιος παντρεύτηκε μία γνωστή Αθηναία από εύπορη και καλή οικογένεια, και το 1882, απόχτησαν ένα γιο, τον Νικόλαο Πιλάβιο, που πήρε φυσικά  το όνομα του παππού του ο οποίος ζούσε ακόμα (!) , αφού πέθανε το 1890,  γύρω στα 80 του.

Ο Νικόλαος Γ. Πιλάβιος, γεννήθηκε το 1882 και σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός στις Βρυξέλλες. Παντρεύτηκε -και αυτός- με μία εύπορη Αθηναία καλής οικογένειας, την Μαρία Θεοδωρίδου. Από τον Νικόλαο Γ. Πιλάβιο σώζονται αρκετές φωτογραφίες, που μία από αυτές είναι και τούτη.

Ο Νικόλαος  Γ. Πιλάβιος, το 1914 απόχτησε ένα γιο που επειδή ο παππούς Γεώργιος Πιλάβιος, ήταν προληπτικός και έλεγε ότι αν έδιναν στον εγγονό του το όνομά του εκείνος θα πέθαινε (!!!), απαγόρευσε να δώσουν το δικό του όνομα στον μικρό, κι έτσι ο γιος του Νικόλαου Πιλάβιου πήρε το όνομα του αδελφού της μητέρας του κι ονομάστηκε Κωνσταντίνος. Έτσι, έσπασε η σειρά Νίκος-Γιώργος, Νίκος-Γιώργος, κι έχουμε για πρώτη φορά: Νίκος-Κωνσταντίνος, κάτι που δεν πρόκειται να αλλάξει ποτέ πια.
Ο Νικόλαος Γ. Πιλάβιος, ζώντας με την γυναίκα του και το μικρό του γιο Κωνσταντίνο στην Ελβετία  με νταντάδες, υπηρέτριες και τέτοια -δεν ξέραν τι να τα κάνουν τότε τα λεφτά τους και τα τρώγανε  με τέτοια χαϊλίκια, με αποτέλεσμα να υποφέρουν σήμερα οι απόγονοί τους. Ζώντας, λοιπόν, ο Νικόλαος Πιλάβιος με την οικογένειά του, στην Ελβετία, κόλλησε το 1918 Ισπανική γρίπη, που ήταν εκείνο τον καιρό επιδημία στην Ευρώπη, και καθώς δεν υπήρχε τότε η πενικιλλίνη, ανέβασε πάρα πολύ υψηλό πυρετό και πήδηξε από το μπαλκόνι έχοντας πάθει παραισθήσεις από τον πυρετό. Ποιος ξέρει,  ίσως και να είδε από διαίσθηση τον εγγονό του -χρόνια αργότερα- σαν «Παραμυθά», νόμισε ότι μπορεί να πετάξει κι αυτός, και την έκανε από το μπαλκόνι στο κενό…  Έτσι, ο πρώτος Κωνσταντίνος Ν. Πιλάβιος, έμεινε ορφανός στα τέσσερά του. Αλλά δεν ήταν μόνο  ο πρώτος Κωνσταντίνος ανάμεσα σε Νικόλαους και Γεώργιους, αλλά και ο πρώτος που έμεινε ορφανός μικρός, ο πρώτος που δεν κατάφερε να σπουδάσει λόγω χασίματος της περιουσίας του από τη μάνα του στο χρηματιστήριο  προς το τέλος της δεκαετίας του ’30, ο πρώτος που δεν παντρεύτηκε εύπορη και γνωστή Αθηναία από καλή οικογένεια, αλλά τη φτωχιά μοδίστρα της θείας του,  μία κωλοπετσωμένη πρόσφυγα από την Κωνσταντινούπολη, που είχε πάει έως την Τρίτη Δημοτικού, την Γεωργία Ιωαννίδου.  Κι ακόμα, ήταν ο πρώτος που τίναξε όλο το καθώς πρέπει στυλ  120 χρόνων, της οικογένειάς του και έγινε χαρτοπαίκτης και αλκοολικός. Τέλος ήταν και ο πρώτος που δεν απέκτησε μόνο ένα γιο – τον Νίκο – αλλά και δύο κόρες: την Αικατερίνη και την Αλίκη. Και επίσης, ήταν ο πρώτος που και τα τρία παιδιά του, δεν θυμούνται να έχει απλώσει ποτέ χέρι επάνω τους , όπως άκουγαν για άλλους γονείς,  που θυμούνται και τα τρία παιδιά  να έχουν εισπράξει πολύ αγάπη απ’ αυτόν, όπως θυμούνται και ότι, όταν μεγάλωσαν, εείνος δεν έκανε ποτέ και για κανένα λόγο καμία επέμβαση στη ζωή τους. Από τον Κωνσταντίνο Πιλάβιο, υπάρχει μία φωτογραφία από το γάμο της μικρότερης κόρης του, γύρω στα 65 του.

Ο Νικόλαος Κ. Πιλάβιος, που γεννήθηκε το 1943, σε κάποια πράγματα συνέχισε την παράδοση των παππούδων του, σε άλλα του πατέρα του, αλλά έφερε και κάποια δικά του. Έκανε σπουδές και στο εξωτερικό όπως οι τρεις πρώτοι, παντρεύτηκε δύο  εύπορες Αθηναίες καλών οικογενειών (κάνοντας δύο γάμους για να αναπληρώσει τον πατέρα του που δεν ακολούθησε την παράδοση των Πιλάβιων που παντρεύονταν εύπορες από καλές οικογένειες), ήταν ο πρώτος από τους  προηγούμενους τέσσερις που ακολούθησε καλλιτεχνικό επάγγελμα, ανοίγοντας το δρόμο στο δικό του γιο. Τέλος  -όπως και ο πατέρας του- σε αντίθεση με τους παππούδες του, απέκτησε και γιο και κόρη, ένα παιδί από τον κάθε γάμο δηλαδή. Η κόρη του, που ήταν πρώτη, παραλίγο να βαφτιστεί Γεωργία, αλλά αυτό το όνομα δεν άρεσε ούτε στη μάνα της ούτε στον πατέρα της, κι ευτυχώς συμφώνησε κι η γιαγιά της, κι έτσι της έβγαλαν το όνομα τής προγιαγιάς της: Μαρία. Όσο για το γιο, αυτός παραλίγο να λεγόταν Γιώργος, αν ο προπάππους του δεν ήταν προληπτικός και δεν είχε ζητήσει να μην βαφτίσουν τον εγγονό του Γιώργο, αλλά Κωνσταντίνο. Θα ήταν τραγικό σήμερα για τον πατέρα του που δεν θα μπορούσε να τον φωνάζει «Κώτσο» που του άρεσε, αλλά «Γιώργη», ενώ το ιντερνετικό  όνομα του παιδιού του δεν θα ήταν cpil , αλλά gpil.
Και μπορούμε να κλείσουμε αυτό το ιστορικό ντοκουμέντο με μία φωτογραφία και των τριών τελευταίων Πιλάβιων μαζί, βγαλμένη πριν κάμποσα χρόνια στην Αγγλία που βρέθηκαν και οι τρεις, εξαιτίας ενός φιλόσοφου  ονόματι Τζίντου Κρισναμούρτι. Εδώ είναι στριμωγμένοι στο αυτόματο μηχάνημα:  η παραλίγο Γεωργία Πιλαβίου, ο παραλίγο  Γιώργος Πιλάβιος και ο Νικόλαος, παραλίγο Γεωργίου, Πιλάβιος.

Χα, χα, χα… Μου πήρε σχεδόν δυο μέρες να γράψω αυτό το post, αλλά το διασκέδασα πολύ – ελπίζω να φαίνεται. Εδώ και κάποιο καιρό ψήνομαι -και από μόνος μου και από κάποιους φίλους- να γράψω για τη ζωή μου. Επειδή έχω διαβάσει τις αυτοβιογραφίες δύο άλλων φίλων ηθοποιών, δεν με πολυενθουσιάζει η ιδέα. Μου μοιάζει λίγο σαν αυτολιβάνισμα, κυρίως αν έχεις ζήσει πράγματα που είναι κάπως ιδιαίτερα. Νομίζω ότι αν τελικά αποφάσιζα, θα ήταν για να πω κυρίως για τη γνωριμία μου με τον Κρισναμούρτι και γι’ αυτόν. Και πάντως, αν έγραφα τελικά κάτι που να έχει σχέση με τη ζωή μου, θα έπρεπε να έχει κάτι από παραμύθι, κάτι που έχουν οι ιστορίες που γράφω για τον ΠΑΡΑΜΥΘΑ. Αλλά δεν το έχω βρει  ακόμα. Πριν μερικές μέρες μου πέρασε η ιδέα να αρχίσω να γράφω σιγά σιγά αυτό το βιβλίο εδώ, κάπως σαν posts. Μία πρώτη προσπάθεια, ήταν το post με την «Ιστορία του αγοριού με το κερί». Σήμερα, έγραψα κάτι που θα μπορούσε να είναι σαν πρόλογος του βιβλίου. Κι έχω κάποιες άλλες ιδέες. Θα δούμε.
Καλό ξημέρωμα.
Σας φιλώ
Π.

Κανείς δεν ξέρει στ’ αλήθεια

Από το πρωί, από χτες το βράδυ για την ακρίβεια, δεν ξέρω ποιο από τα τρία posts που έχω σκεφτεί να ανεβάσω. Ήθελα κάποιο που να δείχνει στ’ αλήθεια πώς νοιώθω και σκέφτομαι αυτόν τον καιρό. Κι αυτό το,  «στ’ αλήθεια» μου έδωσε τη λύση: Θυμήθηκα μια ιστορία του Χότζα, που –όπως όλες του οι ιστορίες- κρύβει πίσω από το αστείο και κάτι σοβαρό, που μου έμοιασε σχετικό με αυτό που έψαχνα. Ε, και μια κι έχω καιρό ν’ ανεβάσω κάποια ιστορία του, αποφάσισα να την ανεβάσω σήμερα.
Καλό βράδυ και καλή Κυριακή.
Π.

Κάποτε κάλεσαν τον Χότζα, να μιλήσει σε μια πόλη που δεν είχε ξαναπάει. Κλεισμένος στο δωμάτιό του πριν την ομιλία, εκεί που σκεφτόταν διάφορα, συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι δεν ήξερε ποιος πραγματικά ήταν. Βγήκε, λοιπόν, στο δρόμο κι άρχισε να κοιτάζει γύρω του, μήπως και συναντήσει κάποιον που θα τον αναγνωρίσει. Είχε πολύ κόσμο, αλλά καθώς ήταν ξένος σ’ αυτή την πόλη δεν είδε κανένα γνώριμο πρόσωπο.
Ξαφνικά, βρέθηκε μέσα σ’ ένα ξυλουργείο.
«Τι θα θέλατε να αγοράσετε», ρώτησε ο μάστορας πλησιάζοντάς τον.
«Τίποτα», απάντησε ο Χότζας.
«Ίσως θα θέλατε κάτι φτιαγμένο από ξύλο», επέμενε ο μάστορας.
«Ένα, ένα με τη σειρά», είπε ο Χότζας και συνέχισε: «Κατ΄ αρχήν, με είδες να μπαίνω στο μαγαζί σου»;
«Ναι, σε είδα», απάντησε ο μάστορας.
«Ωραία. Τώρα: με έχεις ξαναδεί ποτέ;» ρώτησε ο Χότζας.
«Ποτέ, σε όλη μου τη ζωή», απάντησε ο μάστορας.
«Και τότε, πώς ξέρεις ότι είμαι εγώ;» λέει ο Χότζας.

Παπαδιαμάντης, Ελύτης, Φόνισσα

Μου πέρασε να ανεβάσω κάτι εδώ για την αυριανή επέτειο του Πολυτεχνείου. Όμως, αν κανείς  έχει ζήσει, έστω και μόνο, εκείνη την ημέρα εκεί, ακούγοντας στις ειδήσεις τις διάφορες πολιτικοκοινωνικοκομματικές  παπαριές που λένε εκ του ασφαλούς, λέει: «Ασ’ το καλύτερα… Ας μην συνδέσω μ’ αυτή την ηρωικομελλοδραματική μπουρδολογία,  κάτι που έχει μείνει βαθιά χαραγμένο στην καρδιά μου, όχι στο μυαλό μου, στην καρδιά μου».
Έτσι, για να τιμήσω τη σοβαρότητα της ημέρας,  σκέφτηκα να ανεβάσω εδώ μια ταινία που είχα κάνει για την Εκπαιδευτική τηλεόραση, με θέμα δύο από τις σοβαρότερες μορφές αυτού του τόπου: Τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τον Οδυσσέα Ελύτη.Έχοντας μάλιστα και πολύ υλικό από την ταινία «ΦΟΝΙΣΣΑ» που έχω κάνει κι έχετε δει εδώ, αποφάσισα να βάλω για τρίτο σκέλος του ντοκιμαντέρ, το ομώνυμο μυθιστόρημα του Παπαδιαμάντη.  Είναι ένα από τα ντοκιμαντέρ που το έκανα με πολύ αγάπη, γι΄αυτό και είμαι εγώ ο αφηγητής. Ακούστε, λοιπόν, τον «Παραμυθά», να σας λέει και κάτι εντελώς διαφορετικό από εκείνο που έχετε συνηθίσει να ακούτε από παιδιά.
Σας εύχομαι να μην γνωρίσετε ποτέ ούτε εσείς ούτε τα παιδιά μια τέτοια αθλιότητα και σκοτάδι, σαν αυτά της Δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967 και να μην ζήσετε ποτέ σας κάτι τόσο σπαραχτικά τραγικό σαν την ημέρα της 17 Νοεμβρίου στο Πολυτεχνείο.
Καλό βράδυ.
Ν.Π.

Η ιστορία του αγοριού με το κερί.



Βρήκε ένα ξεχασμένο CD  με Γρηγοριανούς Ψαλμούς. Έβαλε να τους ακούσει. Πάντα τού άρεσαν πολύ. Αναρωτήθηκε για πρώτη φορά πώς γίνεται η Βυζαντινή λειτουργία να μην του λέει τίποτα· οι Βουδιστικοί και Ινδουιστικοί ψαλμοί που είχε ακούσει κάποτε να τον έχουν αφήσει αδιάφορο·  να είναι βαθιά  και απόλυτα άθρησκος κι ωστόσο να συγκινείται από Γρηγοριανούς Ψαλμούς; Την ίδια αίσθηση, όμως, την είχε από έφηβος, όταν άκουγε την Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν και το Toccata and Fugue του Μπαχ. Φαίνεται ότι υπάρχουν ζωγράφοι, συγγραφείς, ποιητές  και – κυρίως – μουσικοί, που όχι μόνο έχουν οι ίδιοι μία αληθινή και βαθιά αίσθηση κάτι «Ιερού», αλλά έχουν και την ικανότητα να την μεταδίδουν κι όλας με τη δουλειά τους. Στη μουσική αυτό είναι πιο έντονο γιατί ο ήχος  μπορεί – δεν έχουν σημασία τα λόγια αφού κι η φωνή είναι ήχος και λειτουργεί ως ένα από τα όργανα – μπορεί, λοιπόν,  ο ήχος να πάει μέσα στην καρδιά και να ξυπνήσει μια βαθιά αίσθηση Ιερού, που δεν έχει σχέση με καμιά θρησκεία, που δεν υπάρχει σε καμιά θρησκεία καθώς έχει σχέση με κάτι που δεν έχει όνομα, που δεν έχει αρχή και τέλος, που δεν υπάρχει καμία περίπτωση να μπει σε λόγια, και  δεν μπορεί να πλησιαστεί ή ν’ αποκαλυφθεί  με κανενός είδους επιστημονικό πείραμα. Κι όταν ακούγοντας αυτή τη μουσική ανοίγει η καρδιά σου, τότε μπαίνεις σε μια βαθιά ησυχία, χωρίς συναισθηματισμούς,  παρ’ όλο που μπορεί να κυλάνε  δάκρυα στα μάτια σου,  και μπαίνεις σε μια κατάσταση – και πάλι χωρίς κανένα συναισθηματισμό – μια κατάσταση «νοσταλγίας» για «κάτι», για «κάπου».
Καθώς άκουγε τη μουσική και όλα αυτά πέρναγαν από το μυαλό του, ο νους του «έφυγε» πηγαίνοντας πολλά χρόνια πίσω, τότε που ήταν μικρό αγόρι.  Άνοιξη. Μεγάλη Πέμπτη. Η βραδιά είναι γλυκιά κι έτσι  ο κόσμος , αφού γέμισε την εκκλησία, που ήταν στο κέντρο της Αθήνας, τώρα έχει απλωθεί και στο απέναντι πεζοδρόμιο. Εκείνος, μικρό αγόρι  γύρω στα εννιά, στέκεται όρθιος στην άκρη του πεζοδρόμιου, δίπλα στην μητέρα του. Με το αριστερό του χέρι κρατάει ένα μικρό βιβλιαράκι με όλους τους ψαλμούς της Μεγάλης Εβδομάδας και με το δεξί κρατάει το μακρύ, λεπτό, καφέ κερί κοντά στο βιβλιαράκι για να  φωτίζει τις σελίδες του.
Το αγόρι, όμως, δεν ήταν καθόλου θρήσκο. Δεν είχε –από τότε- «ούτε ιερό, ούτε όσιο», όπως του έλεγε η μάνα του. Πριν μερικά χρόνια, στα πέντε του, το αγόρι παραπονέθηκε στη μητέρα του ότι το φως από το καντήλι που ήταν στο εικονοστάσι απέναντι από το κρεβάτι του, τον ενοχλούσε και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ζήτησε από τη μητέρα του να το σβήσει. Εκείνη του απάντησε ότι αυτό αποκλείεται και το αγόρι τέντωσε την παλάμη του, είπε: «να, κι εγώ» και έριξε μια μουτζιά  με το δεξί του χέρι στα εικονίσματα. «Μην το ξανακάνεις αυτό», είπε η μάνα του έξαλλη και με εκείνο το απειλητικό ύφος που πάντα τον φόβιζε, «γιατί θα σου κόψει η Παναγία το χέρι». Και βγήκε πολύ θυμωμένη από το δωμάτιο. Ήταν τρομακτικά θρήσκα. Το αγόρι, έμεινε μόνο του. Κοίταξε πρώτα το εικονοστάσι , με τη μεγάλη μπροστινή εικόνα της Παναγίας που κρατούσε τον Χριστό κι ύστερα κοίταξε το δεξί του χέρι με την ανοιιχτή παλάμη. Φοβότανε, αλλά έπρεπε να μάθει. Τον έτρωγε η περιέργεια. Σήκωσε το χέρι του προς τα εικονίσματα με την ολάνοιχτη παλάμη και τα μούντζωσε. «Να», είπε. Ύστερα κοίταξε το χέρι του και περίμενε να δει αν θα του το κόψει η Παναγία όπως είχε πει η μάνα του. Τίποτα. Τότε σήκωσε και τα δύο χέρια του και ξαναμούντζωσε το εικονοστάσι. «Να», ξανάπε πιο προκλητικά και πιο έντονα από πριν. Κοίταξε τα δυο του χέρια. Δεν είχαν κοπεί. Ύστερα άρχισε να μουντζώνει με μανία: «Να, να, να…», έλεγε και ξανάλεγε μουντζώνοντας. Τίποτα! Η Παναγία δεν του είχε κόψει τα χέρια! Και τότε γελώντας, έριξε άλλη μια μουτζιά  λέγοντας  πολύ περιφρονητικά αυτή τη φορά: «να» και βγήκε από το δωμάτιο. Είχε τελειώσει με τη θρησκεία για πάντα. Όμως, όπως συνειδητοποίησε πάρα πολλά χρόνια αργότερα, στο τέλος της εφηβείας του, ακούγοντας στο ραδιόφωνο τη φράση, «στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν άθεοι, αλλά άθρησκοι» , συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρξε ποτέ του άθεος, αφού είχε την αίσθηση της ύπαρξης κάτι Θείου, κάτι ιερού, που το ένοιωθε σαν ένα απέραντο  χάος, που τον γέμιζε δέος, σεβασμό κι αγάπη.
Το μικρό αγόρι, στο απέναντι πεζοδρόμιο της εκκλησίας,  ακούει τους ψαλμούς τής Μεγάλης Πέμπτης από τα μεγάφωνα και παρακολουθεί τους στίχους τους στο μικρό βιβλιαράκι που κρατάει, φωτίζοντάς το με το κερί του. Δεν ψέλνει, ούτε κι ακούει στους στίχους· ακούει τον  ήχο των φωνών που ψέλνουν, σαν ν’ ακούει κάποιο μουσικό όργανο και βυθίζεται σε εκείνο το απέραντο  χάος, που τον γέμιζε δέος, σεβασμό κι αγάπη.
«Πήρε φωτιά, πήρε φωτιά… θα καεί το παιδί…», φώναξε τρομαγμένη μια κυρία δίπλα στο αγόρι, βλέποντας το βιβλιαράκι του με τους ψαλμούς  να έχει αρπάξει φωτιά από το κερί που το είχε φέρει πολύ κοντά στις σελίδες χωρίς να το καταλάβει. Το αγόρι δεν θυμόταν τι ακριβώς συνέβη, ούτε ποιος έσβησε το βιβλιαράκι που είχε αρπάξει φωτιά, ούτε τι έγινε μετά. Του έμεινε, όμως,  για πάντα μία αίσθηση και δύο εικόνες, πεντακάθαρα: Η αίσθηση ενός βυθίσματος σε μία βαθιά ησυχία σαν κενό,  και η εικόνα από ψηλά ενός μικρού αγοριού στο πεζοδρόμιο απέναντι στην εκκλησία καθώς είναι σκυμμένο επάνω στο βιβλιαράκι με τους ψαλμούς και άλλη μία εικόνα – σαν πολύ κοντινό πλάνο ταινίας – της πάνω δεξιάς γωνίας του βιβλίου να καίγεται, κι εκείνος να μην κάνει τίποτα γι’ αυτό…

Αργότερα, στην εφηβεία του, θα είχε ξανά μία μακρινή αίσθηση εκείνου του βυθίσματος, την πρώτη φορά που ερωτεύτηκε. Και με τα χρόνια κατάλαβε, ότι ο αληθινός και βαθύς έρωτας, γεννιέται από τη νοσταλγία για μια χαμένη ενότητα με κάτι,  και καθώς φέρνει  την ενότητα με έναν άλλο άνθρωπο – όπως τίποτε άλλο δεν τη φέρνει έτσι στη ζωή – δημιουργεί μία ψευδαίσθηση αποκατάστασης αυτής της ενότητας, αλλά δεν είναι αλήθεια.  Είναι όπως όταν δεν έχεις δοκιμάσει φρέσκο κρεμμυδάκι, μπορείς να βράσεις ένα ξερό και η γεύση του μόλις το δαγκώσεις, μοιάζει με του φρέσκου, αλλά δεν είναι το αληθινά φρέσκο, κρεμμυδάκι. Φαίνεται, όμως, πως όταν γεννηθεί μέσα σε κάποιον ο έρωτας για το «Ιερό» που δεν έχει σχέση με θρησκείες και θεούς, αλλά με ένα «απέραντο χάος χωρίς όνομα αρχή και τέλος», με ένα «κενό» που πάλλεται  από ζωή, κι αγάπη,τότε κάθε άλλος έρωτας που μπορεί να γεννηθεί μέσα στα πλαίσιά του -γιατί μπορεί να γεννηθεί και τότε- είναι κάπως σαν να υπάρχει, αλλά και να μην υπάρχει. Δεν είναι το ίδιο όπως συμβαίνει σε ανθρώπους που πληγώθηκαν πολύ από τις ερωτικές τους ιστορίες, που πόνεσαν κι έτσι βλέποντας λογικά όλο τον μηχανισμό του έρωτα, από την αρχή έως το τέλος, δημιουργούν ένα προστατευτικό τοίχος γύρω από την καρδιά τους και: ή δεν ξαναερωτεύονται ή όταν δουν ότι πάνε να ερωτευτούν, ή το τελειώνουν επιτόπου ή ερωτεύονται χλιαρά, χωρίς πάθος. Αυτό όμως δεν έχει σχέση με την κατανόηση του τι είναι αληθινά ο έρωτας. Αυτό μοιάζει με το να σου κόψει για λόγους υγείας ο γιατρός το κάπνισμα, χωρίς να μάθεις έτσι ποτέ ο ίδιος γιατί καπνίζεις και το κάπνισμα να σταματήσει από μόνο του. Όταν γεννηθεί ο έρωτας για κάτι «Ιερό», τότε είσαι ανοιχτός να ερωτευτείς ακόμα  και πέντε λεπτά πριν πεθάνεις κι ας πονέσεις, κι ας πληγωθείς κι ας… οτιδήποτε. Γιατί ο έρωτας, είναι πια στη θέση του. Δεν είναι υποκατάστατο τίποτε άλλου· δεν είσαι γενικώς ερωτευμένος με τον έρωτα· δεν μπαίνει θέμα «πιστεύω στον έρωτα», όπως έχει πει κάποιος·  δεν μπαίνει θέμα «πίστης» ή «απιστίας» στο άλλο πρόσωπο,  αποκλειστικότητας δηλαδή και ιδιοκτησίας. Τότε λειτουργεί η ηθική του: ό,τι γίνεται με αγάπη είναι σωστό – όντας η αγάπη κάτι που δεν το νιώθεις, που δεν είναι συναίσθημα, αλλά είναι μία κατάσταση που ή είσαι μέσα της ή δεν είσαι.

Σεξ και θυμός

Έχω εδώ και κάνα δίωρο  που το «παιδεύω» για το τι  post να ανεβάσω. Είναι επειδή έχουν μαζευτεί πολλά – ένα μάλιστα  είναι στο «μούσκιο» εδώ και δύο χρόνια, ναι αυτό για τον γάμο – γιατί εκεί που γράφω κάτι, σκέφτομαι κάτι άλλο, ενώ μου έρχεται και η ιδέα για ένα τρίτο. Κάπως έτσι έγινε και σήμερα, όταν ψάχνοντας στο κομπιούτερ, έπεσα πάνω στο υλικό που μάζευα πριν καμιά δεκαριά χρόνια για μια ιδέα που είχα για την παραγωγή μιας ταινίας με θέμα τη ζωή τού Κρισναμούρτι, που είναι -από μια πλευρά- μία «τρελή» ιστορία. Υπάρχουν, ξέρετε, γύρω στα 25 βιβλία -εκτός από τα κανονικά βιογραφικά του- που είναι βιογραφικά άλλων ανθρώπων που τον γνώρισαν και γράφουν για ‘κείνον. Ένας από αυτούς είναι και ο Αυστραλός δημοσιογράφος Ingram Smith, που το βιβλίο του, «Truth is a Pathless Land», είναι ολόκληρο αφιερωμένο στον Κρισναμούρτι. Ρίχνοντας μια ματιά στο υλικό, έπεσα σε ένα απόσπασμα για το σεξ και τον θυμό, που θέλω πολύ να το ανεβάσω εδώ.  Αν το βρείτε ενδιαφέρον, μπορεί να ανεβάσω και κανένα ακόμα. Τον Ingram Smith, τον είχε στείλει ο ραδιοφωνικός σταθμός της Αυστραλίας στον οποίο δούλευε στις Ινδίες, για να μεταδίδει ανταποκρίσεις από τις ομιλίες του Κρισναμούρτι εκείνη τη χρονιά στις Ινδίες. Κάθε μέρα, έπρεπε να στέλνει και ανταποκρίσεις στην εφημερίδα που δούλευε και γι’ αυτό έπρεπε να πηγαίνει στο Ταχυδρομείο – μιλάμε για την δεκαετία του’50. Εκεί, γινόταν τέτοιο μπάχαλο κάθε μέρα  -μόνο όποιος έχει πάει Ινδίες μπορεί να καταλάβει τι θα πει αυτό – που τον έκανε έξαλλο από  θυμό. Επειδή, όμως, του έκανε εντύπωση πόσο εύκολα και έντονα θύμωνε, και του φάνηκε υπερβολικό, ζήτησε να συναντηθεί με τον Κρισναμούρτι για να το συζητήσει. Το κείμενο που ακολουθεί είναι η περιγραφή αυτής της συνάντησης.

... Όταν έφτασα, εκείνος ήταν στο γραφείο, στην Vasanta Vihar. Πήγαμε στο δωμάτιο στο ισόγειο, όπου έγιναν και όλες οι επόμενες συναντήσεις μας. Καθίσαμε  ο ένας απέναντι στον άλλον. Στο σταθερό και ερευνητικό βλέμμα τού Κρίσνατζι, υπήρχε το ερώτημα: «Λοιπόν…;»
Του είπα ότι ήθελα να συζητήσω για το θυμό μου, για τις πολλές μορφές που παίρνει και τα πολλά προσωπεία που φοράω για να τον συγκαλύψω. Του μίλησα για την απογοήτευση και το πλήθος των άλλω συναισθημάτων που θεωρούσα ότι έχουν σχέση με τον θυμό.
Εκείνος, έσκυψε ελαφρά προς εμένα και ρώτησε: «Θέλετε στ’ αλήθεια να το πάμε μέχρι το τέρμα το θέμα, κύριε;»
Για άλλη μια φορά είχα εκείνη τη μυστηριώδη αίσθηση μιας φοβερής ανησυχίας για το τι θα μπορούσε να βγει από μέσα μου στη φόρα, για το τι θα έπρεπε να παραδεχτώ. «Ναι, κύριε,» είπα.
Εκείνος ζήτησε να κάνουμε μαζί το ψάξιμο που εγώ είχα προκαλέσει. Γι’ αυτό είχα έρθει. Συμφώνησα.  Θα πρέπει, όμως, να περίμενα ν’ αρχίσει πιο  μαλακά, ίσως από την επιφάνεια του θυμού, και μετά να γίνει δουλειά σε βάθος. Αλλά η πρώτη του κι όλας ερώτηση, σκάλισε μια περιοχή που δεν είχα σκεφτεί: «Πώς είναι οι σεξουαλικές σχέσεις σας με τις γυναίκες;»
Ο Κρισναμούρτι είχε αγγίξει μια πελώρια δεξαμενή ασυνείδητης ενέργειας και παρορμήσεων. Για μήνες στη ζωή μου, εκείνη την περίοδο, δεν είχε υπάρξει σεξ και κανένα άλλο τέτοιο ενδιαφέρον εκτός από την απόλαυση της γυναικείας ομορφιάς, κίνησης, απαλότητας, ελκυστικότητας και της ακαθόριστης γυναικείας χάρης και τα εξανεμιζόμενα ίχνη της μυρωδιάς τους που αφήνουν στο πέρασμά τους και τα οποία προκαλούσαν από πάντα την προσοχή μου. Από τότε που είχα φτάσει στην Ινδία δεν είχα εντοπίσει οποιαδήποτε φανερή σεξουαλική διέγερση μέσα μου. Αλλά και άλλοτε, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, δεν ένιωθα καμιά σεξουαλική διέγερση, καμιά επιθυμία, μέχρι που θα εμφανιζόταν κάποια γυναίκα και θα ξυπνούσε τη μαγεία μέσα μου. Αυτά και άλλα πολλά πέρασαν σαν αστραπή από το μυαλό μου. Να τα πω όλα αυτά στον Κρίσνατζι; Τι να του πω και τι να κρατήσω για μένα! Έβαλα την ερώτηση κατευθείαν στον εαυτό μου: «Ποιες είναι οι σεξουαλικές μου σχέσεις με τις γυναίκες;» Εκείνα που σχετίζονταν με αυτή την ερώτηση  ήταν απίστευτα πολλά και ενοχλητικά. Παρατήρησα τι γινόταν μέσα μου, ξαναθυμήθηκα, έψαξα, διαισθάνθηκα.
Ο Κρίσνατζι με τον σταθερό, απρόσωπο τρόπο του, εστίασε την προσοχή μου εκεί που έπρεπε ρωτώντας με: «Πότε ήταν η τελευταία φορά που κοιμηθήκατε με κάποια γυναίκα, κύριε;» Η ντόμπρα ερώτηση αξίωνε μια ντόμπρα απάντηση.
Του είπα πόσο πολύ καιρό πριν είχε συμβεί για τελευταία φορά αυτό. Κι αμέσως αναρωτήθηκα μήπως υπήρχε κάποια απογοήτευση μέσα μου σε σχέση με τις γυναίκες και το σεξ κι αυτή ακριβώς η απογοήτευση ήταν που είχε γυρίσει μέσα μου σε θυμό. Μήπως ο θυμός στο υποσυνείδητό μου ήταν συγκαλυμμένη σεξουαλική επιθυμία;
Εκείνος θα πρέπει να το διαισθάνθηκε ότι ήταν έτσι, αλλιώς δεν θα είχε κάνει ποτέ αυτή την ερώτηση. Και πράγματι, το είδα  ξεκάθαρα: Έτσι ήταν…

Καλό βράδυ ή μάλλον καλό ξημέρωμα.
Π.

Τι είναι «Ηθοποιός»;

Είχα γράψει πριν μέρες, στο post  ΦΑΓΟΤΟΠΟΣ για την παράσταση του «Παραμυθά», στην Τεχνόπολη στο Γκάζι, ότι θα σας πω διάφορα γι’ αυτή την πρώτη μου θεατρική εμπειρία μετά από 36 χρόνια που έπαιξα για τελευταία φορά στο θέατρο.  Αλλά λέω, τελικά,  αντί να  πω οτιδήποτε, να σας ανεβάσω εδώ την αρχή της παράστασης, που με διασκέδασε πολύ. Είναι ένα  μικρό κεφάλαιο από το πρώτο βιβλίο του ΠΑΡΑΜΥΘΑ που κυκλοφόρησε το 1982 από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ και που εξηγεί τι είναι ηθοποιός. Το κεφάλαιο αυτό, όπως είναι στο βιβλίο το έχω ανεβάσει παλιότερα στο blog κι αν θέλετε μπορείτε να το δείτε κάνοντας κλικ ΕΔΩ.  Σήμερα μπορείτε να δείτε και πώς αυτό το κεφάλαιο του βιβλίου πέρασε στη θεατρική παράσταση στο Γκάζι. Κι έχει πλάκα, ότι αυτή τη φορά η Μαρία, ήταν υπεύθυνη για την παράσταση και έβγαζε στον αέρα τα βίντεο και τις φωτογραφίες που θα δείτε.
Θα ήθελα να την αφιερώσω σε όλους εσάς που μεγαλώσατε με την εκπομπή του «Παραμυθά» στην Ε.Ρ.Τ. παλιά, αλλά και  σε ένα κορίτσι από σας, που τότε ήταν 6 χρονών και ήρθε στην ΕΡΤ για να πάρει μέρος σε κάποια εκπομπή -στο ΑΜΠΕΜΠΑΜΠΛΟΜ- κι επειδή ήρθε νωρίτερα απ’ ό,τι έπρεπε, της έκανα ξενάγηση στα στούντιο. Το θυμάμαι, γιατί αυτό συνέβη μόνο μία φορά.
Σας φιλώ όλους.
Καλό Σαββατοκύριακο.
Π.

Tu vuo’ fa’ l’ americano


Τώρα, θα αναρωτιέστε -οι περισσότεροι αν όχι όλοι- τι σημαίνει ο τίτλος του post και ποιος είναι αυτός στην αφίσα που ανέβασα. Η ηλικία σας βέβαια, είναι τέτοια που δεν θα ξέρετε το καλύτερο- ίσως και το μοναδικό- ιταλικό ροκ συγκρότημα της δεκαετίας του ’50. Το συγκρότημα ήταν του τραγουδιστή, συνθέτη και πιανίστα Ρενάτο Καροζόνε, που εκτός από κάτι τραγούδια τρελής πλάκας που έβγαζε είναι και ο μόνος, που χόρευα τα ροκ του ενώ δεν ήταν Αμερικάνος. Στο link  που έβαλα μπορείτε να μάθετε γι’ αυτόν και ν΄ακούσετε κάποια τραγούδια.
Τι θέλει, λοιπόν, σήμερα εδώ ο Καροζόνε; Κανονικά, ήταν να γράψω ένα post για πράγματα που είδα και ένοιωσα για τη σχέση μου με το θέατρο, ύστερα και από τις δύο παραστάσεις «ΠΑΡΑΜΥΘΑ «για παιδιά, που έδωσα στην Τεχνόπολη στο Γκάζι, στις 24 και 31 Οκτωβρίου. πριν την παράσταση στις 31, όμως, αφού τελειώσαμε μια γρήγορη πρόβα για να κάνουμε κάποιες διορθώσεις σε λάθη που έγιναν στην πρώτη παράσταση και πριν ακόμα αρχίσει να μπαίνει κόσμος στην αίθουσα, ο Κωνσταντίνος έβαλε στην οθόνη του θεάτρου να δούμε ένα βίντεο, που μου άρεσε πάρα πολύ. Γιατί εκτός που μου θύμισε τα ροκεντρολικά χορευτικά νιάτα μου, είναι κι ένα βίντεο εξαιρετικά έξυπνο, καλοφτιαγμένο και γεμάτο χιούμορ, που νομίζω ότι αν ζούσε ο Καροζόνε και το έβλεπε θα ενθουσιαζόταν.
Φιλιά
Π.