Ο Κάβουρας και το Φίδι

Ε, ας ανεβάσω κι ένα από τα τελευταία παραμύθια, για όσους λόγω απόστασης ή δουλειάς ή βαρυεμάρας, δεν θα έρθουν αύριο στην δεύτερη και τελευταία παράσταση για παιδιά με ΠΑΡΑΜΥΘΑ, στο Αμφιθέατρο του 9.84, στην Τεχνόπολη στο Γκάζι.
Προτίμησα αυτό το παραμύθι γιατί στον τίτλο του έχει το… έμβλημα του ζωδίου μου.

Καλή Κυριακή.
Φιλιά
Π

[audio:http://www.fileden.com/files/2009/9/2/2562339/par3/3.4_O_kavouras_kai_to_fidi.mp3]

Φαγότοπος

Την Κυριακή που μας πέρασε έγινε η θεατρική παράσταση για παιδιά που σας ανέβασα πρόσκληση στο προηγούμενο post. Κάποια άλλη στιγμή θα σας πω διάφορα γι’ αυτή την πρώτη μου θεατρική εμπειρία μετά από 36 χρόνια που έπαιξα για τελευταία φορά στο θέατρο. Σ’ αυτή την παράσταση είδα πια πεντακάθαρα, γιατί άφησα το θέατρο και πώς και γιατί θα μπορούσα να επιστρέψω σ’ αυτό. Θα σας τα πω, όμως, σε κάποιο άλλο post γιατί θα ήθελα κι εγώ να τα δω γραμμένα. Σήμερα θα ήθελα μόνο να σας βάλω ένα  σημείο λίγο πριν το τέλος της παράστασης, όπου σε εκείνο το ένα λεπτό, το είδα όλο. Κι έγινε αυτό, τη στιγμή ακριβώς που από τα παιδιά στην αίθουσα, μού ήρθε ένα κύμα αθωότητας και καλοσύνης. Ήταν η στιγμή που λέω ότι πείνασα και να πάμε σπίτια μας να φάμε, κι ένα κοριτσάκι  (αχ, αυτά τα κοριτσάκια… ό,τι έχω μάθει στη ζωή από γυναίκες τα έχω μάθει), με ρωτάει: «Μπορούμε να φάμε εδώ…»,   «εδώ να φάμε;» τη ρωτάω εγώ, κι εκείνη συμπληρώνει: «…και να μας λες ιστορίες». Και μετά συνεχίζει ένα άλλο αγοράκι που λέει ότι η γιαγιά του του έδωσε μαζί του δημητριακά και ένα άλλο κοριτσάκι που λέει ότι εκείνο έφερε μπανάνες! Ακόμα και τώρα, τρεις μέρες μετά, καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, σκέφτομαι σοβαρά αν θα μπορούσε να υπάρξει τρόπος να γίνει -πώς λέμε «παιδότοπος»- και κάτι σαν «Φαγότοπος» για παιδιά, όπου θα μπορούνε τα παιδιά να τρώνε κι εγώ να τους λέω ιστορίες…
Δείτε αυτό το λεπτό που σας λέω, στο μικρό βίντεο που σας ανέβασα εδώ. Η ποιότητα δεν είναι καλή, αλλά αν δυναμώσετε τον ήχο θα ακούσετε αυτή τη συζήτηση.
Θα τα ξαναπούμε μέσα στην εβδομάδα. Τα παιδάκια σας -όσοι έχετε- και τα μάτια σας… Μια απρόσεκτη κουβέντα, μια τυχαία χειρονομία, ένα ήχος φωνής απότομος και σκληρός, που εσείς δεν δώσατε σημασία, μπορεί να χαραχτεί απίστευτα βαθιά μέσα τους για όλη τους τη ζωή. Την άλλη φορά θα σας πω κάτι ανάλογο που είδα ότι έγινε σε μένα στα δέκα μου, από τη μάνα μου!!!
Σας φιλώ πολύ.
Π.

Μια πρόσκληση


Αυτό το απόκομμα από εφημερίδα του 1951 το χωρίζουν από το σήμερα 59 χρόνια. Είναι ένα άρθρο για τη δημιουργία του πρώτου παιδικού θεάτρου στην Ελλάδα, με το έργο «Η Νεράιδα του Χιονιού», διασκευή από το γνωστό παραμύθι του Άντερσεν. Το αγοράκι πάνω αριστερά είμαι εγώ στα οκτώμισί μου χρόνια  και το κοριτσάκι είναι η Λήδα Πρωτοψάλτη, εξαιρετική ηθοποιός σήμερα. Ήταν η πρώτη φορά που έπαιξα στο θέατρο, και μεθαύριο Κυριακή, 59 χρόνια μετά και 36 χρόνια μετά από τότε που έπαιξα για τελευταία φορά στο θέατρο, το 1974, μεθαύριο Κυριακή, λοιπόν, 23 του μήνα, στις 11 και 30, αρχίζω να ξαναπαίζω στο θέατρο, και πάλι σε μια παράσταση για παιδιά. Αυτή που βλέπετε κάτω από το κείμενο, είναι η πρόσκληση για την παράσταση που θα γίνει στο Αμφιθέατρο του 9.84, στην Τεχνόπολη στο Γκάζι, στην Οδό Πειραιώς (Στάση μετρό, «ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ»). Η είσοδος είναι ελεύθερη γι’ αυτό και σας προσκαλώ.
Δεν θα είμαι ο Παραμυθάς, αλλά το θεατρικό έργο – που έχω γράψει και παίζω εγώ – είναι «Ο Παραμυθάς».  Τώρα πώς γίνεται αυτό, δεν θα σας το πω εδώ. Η παράσταση θα ξαναγίνει την ίδια ώρα, στο ίδιο μέρος και την επόμενη Κυριακή, 31 του μήνα. Ίσως τη δεύτερη Κυριακή να είναι πιο σίγουρο ότι θα βρείτε θέσεις. Πάρτε τα παιδιά σας ή αν δεν έχετε παιδιά πάρτε τα ανηψάκια σας ή αν δεν έχετε ανηψάκια, φορέστε κοντά παντελονάκια ή κοντές φουστίτσες και σοσονάκια, κρατάτε και ένα γλειφιτζούρι ή καμιά κούκλα, κι αν σας κάνει κέφι ή δεν έχετε να κάνετε  τίποτα καλύτερο, ελάτε.
Καλό Σαββατοκύριακο.
Σας φιλώ
Π+Π

Αφιερωμένο εξαιρετικά

Σε μια Κυριακάτικη Εφημερίδα, βρήκα ένα CD με παλιά τραγούδια του Bob Dylan κι εκεί  ανακάλυψα ένα εξαιρετικό τραγούδι  – από τα πιο αγαπημένα μου στην εφηβεία μου – που το ξανάκουσα με πολλή συγκίνηση. Το JUST LIKE A WOMAN που θα μπορούσε να μεταφραστεί, ΑΚΡΙΒΩΣ ΟΠΩΣ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ.  Κοίταξα στο internet και βρήκα και τους στίχους, που δεν τους είχα ξαναδιαβάσει ποτέ.  Μ’ αρέσουν ιδίως οι στίχοι από το ρεφρέν που έχω βάλει σε πλάγια και με μπλε χρώμα:

«Just Like A Woman»
Nobody feels any pain
Tonight as I stand inside the rain
Ev’rybody knows
That Baby’s got new clothes
But lately I see her ribbons and her bows
Have fallen from her curls
She takes just like a woman, yes she does
She makes love just like a woman, yes she does
And she aches just like a woman
But she breaks just like a little girl.

Queen Mary, she’s my friend
Yes, I believe I’ll go see her again
Nobody has to guess
That Baby can’t be blessed
Till she finally sees that she’s like all the rest
With her fog, her amphetamine and her pearls
She takes just like a woman, yes she does
She makes love just like a woman, yes she does
And she aches just like a woman
But she breaks just like a little girl.


It was raining from the first
And I was dying there of thirst
So I came in here
And your long-time curse hurts
But what’s worse
Is this pain in here
I can’t stay in here
Ain’t it clear that.

I just can’t fit
Yes, I believe it’s time for us to quit
When we meet again
Introduced as friends
Please don’t let on that you knew me when
I was hungry and it was your world
Ah, you fake just like a woman, yes you do
You make love just like a woman, yes you do
Then you ache just like a woman
But you break just like a little girl.


Κι αν σας κάνει κέφι ακούστε και το τραγούδι, που θα ήθελα να το αφιερώσω στη γυναίκα μου.
Ν.

[audio:http://www.fileden.com/files/2009/9/2/2562339//Just_like_a_woman.mp3]

Σκέψεις που γέννησαν σχόλια στο χθεσινό post

Σήμερα θα είναι μία από τις φορές  που θα παραβώ την απόφαση που έχω πάρει να μην σχολιάζω τα σχόλια, αλλά κάποιες παρατηρήσεις περί ψυχανάλυσης μου δημιούργησαν έντονη επιθυμία, να συμπληρώσω την ιστορία του χθεσινού post με κάποιες σκέψεις μου.
Επειδή ζούμε σε μια εποχή όπου ο φόβος, ο πόνος, η μοναξιά, η ανάγκη να μας αγαπούν και να αγαπάμε, η ανάγκη για επικοινωνία, η θλίψη και οι φόβοι έχουν χτυπήσει κόκκινο, είναι και η εποχή όπου ανθίζει η ανάγκη για ψυχολόγους και ψυχίατρους και για -έστω-  ηλεκτρονική επικοινωνία. Όπως ίσως θα θυμάστε, είχα γράψει και παλιότερα εδώ, ότι τα ανθρώπινα δάκρυα γέννησαν τα blogs.
Από νέος  ένοιωθα μία ενστικτώδη απώθηση για τρία πράγματα: Το πρώτο ήταν να κάνω σεξ με λεφτά, κι έτσι γλύτωσα από τη μόδα της γενιάς μου, την επίσκεψη σε μπουρδέλο, κάνοντας τη σκέψη, «εδώ είναι σαν να λέω σε ένα κορίτσι, πόσα θέλεις για να με κάνεις να χ..ω»;  Το δεύτερο ήταν μία άλλη παράδοση της εποχής των νιάτων μου: η προίκα. Γα την προίκα, έλεγα ότι μοιάζει σαν να πηγαίνεις στους γονείς της κοπέλας  που υποτίθεται ότι αγαπάς και τους λες, «πόσα μου δίνετε για να γ..ώ την κόρη σας»; Το τρίτο ήταν για τους ψυχαναλυτές, ψυχολόγους, ψυχίατρους και τέτοια. Όταν κάποια στιγμή στα είκοσί μου, μού παρουσιάστηκε ένα ζόρικο ψυχολογικό πρόβλημα (όταν είχα κρίση δεν έπεφτα για ύπνο επειδή φοβόμουν ότι θα πεθάνω και έκανα δουλειές ή περπάταγα μέχρι να πέσω ξερός), μου πρότειναν να πάω σε ψυχίατρο. Ήμουν έτοιμος να το κάνω όταν έκανα για τρίτη φορά την ανάλογη σκέψη: «Αυτό είναι σαν να πάω σε κάποιον και να του πω, πόσα θέλεις για να σου ανοίξω την καρδιά μου»; Μου πήρε τέσσερα χρόνια  για να σταματήσει το πρόβλημα. Και όταν μετά από δεκατρία χρόνια, περνώντας κάποια άγρια ψυχολογικά  ζόρια –όπου είχα αρχίσει να φλερτάρω με την αυτοκτονία- αυτός ο φόβος ξαναγύρισε, θύμωσα πάρα πολύ με τον εαυτό μου και είπα: «Πέθανε, ρε μαλάκα. Ποιον κοροϊδεύεις ότι θέλεις να αυτοκτονήσεις. Να η ευκαιρία. Δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα: πέσε κοιμήσου και δεν θα ξυπνήσεις ποτέ». Ε, εκεί τέλειωσε για πάντα. Ο νους μας ξέρετε, είναι σαν παιδί: θέλει αγάπη, φροντίδα, καλοσύνη, καθόλου βία, αλλά όταν πρέπει, χρειάζεται να γίνεσαι αυστηρός και να βάζεις καμιά φωνή.
Σίγουρα, ανάμεσα στους επαγγελματίες θεραπευτές στον τομέα της ψυχής, υπάρχουν  καλοί και σοβαροί άνθρωποι, που δεν νοιάζονται μόνο για να βγάλουν χρήματα, αλλά και για να γιατρέψουν τον ανθρώπινο πόνο. Αυτό, όμως, δεν αλλάζει το γεγονός ότι στα σοβαρά ψυχολογικά θέματα, η ψυχανάλυση και λοιπά, λειτουργεί απλώς σαν παυσίπονο. Δεν θεραπεύει, δεν ξεριζώνει  οριστικά κι αμετάκλητα αυτό που σε τρώει. Μένει θαμμένο βαθιά και συνεχίζει αθόρυβα να τρώει, και κάποια μέρα κάνεις ένα έμφραγμα, εγκεφαλικό, καρκίνο και λοιπά κι αναρωτιέσαι από πού σου ‘ρθε. Επίσης, δεν αλλάζει το γεγονός ότι ένα από τα πιο κρυφά και ύπουλα ελαττώματα του νου, είναι η ψυχολογική μας τεμπελιά. Είμαστε ψυχολογικά τεμπέληδες και θέλουμε άλλος να κάνει τη δουλειά για μας και γι’ αυτό τρέχουμε σε ψυχαναλυτές, ψυχολόγους, θρησκείες, γκουρούδικα και τέτοια ή για να ξεχάσουμε, πίνουμε, καπνίζουμε, παίρνουμε ναρκωτικά  ή το παρακάνουμε στο σεξ, εκεί που -ίσως- το άνοιγμα της καρδιάς μας σε ένα καλό φίλο, να μας έκανε να «δούμε».  Όλα όσα κάνουμε από ψυχολογική τεμπελιά, για να ξεφύγουμε από τον εαυτό μας, έχουν από πίσω τους ένα φόβο: το φόβο να κάτσουμε μαζί με αυτό που γίνεται μέσα μας μέχρι το τέλος και ό,τι γίνει.  Δεν πάμε μαζί με τη θλίψη, τον πόνο, την μοναξιά, το φόβο που αρχίζει να μας πλημμυρίζει έως το τέλος. Κι αντί να κάτσεις εκεί μαζί τους, όπως ξενυχτάς ήσυχα και όλο προσοχή, δίπλα σ’ ένα παιδί που καίγεται από πυρετό ή πνίγεται από λαρυγγίτιδα, το «βάζεις στα πόδια». Δεν ξέρω αν έχετε πάθει ποτέ  ιλίγγους μόλις ξαπλώνετε.  Το είχα πάθει κάποτε αυτό, και μία φίλη –όχι ψυχίατρος- μου έδωσε μια εξαιρετική συμβουλή: Μόλις αρχίζει ο ίλιγγος, πρέπει να κάτσεις ακίνητος στη θέση που σε πιάνει, χωρίς να σηκωθείς, χωρίς να αλλάξεις στάση στο κρεβάτι και να τον παρακολουθείς χωρίς να φοβηθείς τι θα πάθεις. Και τότε –απίστευτο- ο ίλιγγος κάποια στιγμή σταματάει!!! Το θέμα, λοιπόν, είναι να πάψουμε να φοβόμαστε να φοβηθούμε, ό,τι κι αν δούμε, όσο κι αν αργήσει να δούμε… Ο φόβος, είναι ό,τι πιο χειρότερο  μας συμβαίνει.  Κι αν το καλοσκεφτεί κανείς, θα δει πως ό,τι κακό, ό,τι σκοτεινό υπάρχει στην ανθρωπότητα, το γεννάει ο φόβος.

Συγνώμη αν σας βάρυνα ή το παράκανα στα προσωπικά μου, αλλά  ένοιωσα ότι πρέπει να σας πω αυτά που έχω πει και θα ξανάλεγα στα παιδιά μου.
Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ με όλη μου την καρδιά
Π.

Το κοριτσάκι που φώναζε βοήθεια

Μία ημέρα με διάφορες ευαισθησίες σήμερα, μ’ έκανε να τελειώσω  μια ιστορία που είχα αρχίσει από το καλοκαίρι και την είχα αφήσει στη μέση. Είναι από αυτές που έχω εδώ στο blog και θα ‘θελα κάποτε να της βγάλω σε βιβλίο. Έχω και τον τίτλο: «Ιστορίες της καρδιάς».
Καλή Κυριακή και καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ
Π.

Το κοριτσάκι που φώναζε βοήθεια

Οι δυο γυναίκες γνωρίστηκαν σ’ ένα φιλικό σπίτι, στα γενέθλια κάποιας κοινής γνωστής. Πολύ γρήγορα  ένοιωσαν και οι δύο μια βαθιά συμπάθεια η μία για την άλλη. Η μία είχε μόλις περάσει τα εξήντα, αλλά πραγματικά δεν την έκανες πάνω από πενήντα!  Είχε μια καθαρότητα στο βλέμμα  κι ένοιωθες να υπάρχει ένα τρομερό άνοιγμα καρδιάς, μιας καρδιάς έτοιμης ν’ αγκαλιάσει  όποιον θα το ήθελε. Και αν και περασμένα εξήντα, έβγαζε εκείνη τη θηλυκότητα που έχουν οι μεγάλες γυναίκες, που έχουν ζήσει μια ζωή χωρίς αναστολές και ταμπού στο  σεξ, αλλά με ευαισθησία. Ξέροντας πως ό,τι γίνεται με αγάπη – όχι με έρωτα- είναι στη θέση του, είναι σωστό. Η άλλη γυναίκα, είχε κλείσει τα τριάντα πέντε, αλλά την ένοιωθες να είναι ρουφηγμένη μέσα της και με χαμηλή ενέργεια.

Όταν τα δώρα, τα κεράσματα, το σβήσιμο των κεριών κι όλα τα κλασσικά των γενεθλίων είχαν καταλαγιάσει και οι μισοί, σχεδόν, καλεσμένοι είχαν φύγει, άρχισε μία συζήτηση για την ψυχανάλυση. Η νεαρή γυναίκα, δήλωσε από την αρχή ότι τα δύο τελευταία χρόνια κάνει ψυχανάλυση, ενώ η μεγαλύτερη μιλούσε ξεκάθαρα εναντίον. Ήταν φανερό ότι οι δύο γυναίκες διαφωνούσαν εντελώς γι’ αυτό το θέμα, αλλά ήταν επίσης φανερό ότι μεταξύ τους υπήρχε  επικοινωνία. Γιατί η επικοινωνία δεν προϋποθέτει και συμφωνία στις απόψεις πάνω σε κάποιο θέμα, όπως και το αντίθετο: το ότι συμφωνούν δυο άνθρωποι σε κάτι, δεν σημαίνει και ότι επικοινωνούν.  Υπάρχει η επικοινωνία με έναν άλλο άνθρωπο που είναι αυτόματη – ένα είδος «χημείας» που δεν εξηγείται – όπως υπάρχει και η επικοινωνία δύο ανθρώπων που τη γεννάει το ενδιαφέρον: για το ίδιο πράγμα, την ίδια στιγμή και με την ίδια ένταση.

Όταν τέλειωσε η βραδιά, οι δυο γυναίκες είχαν γίνει φίλες κι αποφάσισαν να βρεθούν την άλλη μέρα οι δυο τους. Η συζήτηση άρχισε πάλι με το θέμα της ψυχανάλυσης και η νέα γυναίκα ρώτησε την άλλη γιατί έλεγε αυτά που έλεγε το προηγούμενο βράδυ, κι εκείνη της απάντησε:
«Ποιος μπορεί να ξέρει τον εαυτό σου καλύτερα από σένα; Και, ναι, χρειαζόμαστε βοήθεια σε πρακτικά πράγματα, αλλά σε ψυχολογικά  γιατί να ζητάει κανείς  βοήθεια; Γιατί να θες “πατερίτσες” για  να αντιμετωπίσεις τα ψυχολογικά σου προβλήματα; Και γιατί να ζητάς βοήθεια από κάποιον που και ο ίδιος θέλει βοήθεια; Όπως ξέρεις οι ψυχαναλυτές που ψυχαναλύουν άλλους, χρειάζονται κι οι ίδιοι ψυχανάλυση. Και οι ίδιοι, κάνουν ψυχανάλυση κάθε χρόνο με κάποιον άλλο ψυχαναλυτή, που επίσης κάνει ψυχανάλυση με κάποιον άλλον και πάει λέγοντας. Πόσα χρόνια κάνεις ψυχανάλυση;»
«Πέντε», είπε η νέα κοπέλα.
«Για ποιο θέμα πήγες»;
«Για διάφορα, αλλά το βασικό είναι ότι παθαίνω κρίσεις πανικού».
«Έχεις δει καμιά καλυτέρευση»;
«Μικρή».
Η συζήτηση συνεχίστηκε πηγαίνοντας όλο και πιο βαθιά, και η νέα γυναίκα εμπιστευόταν όλο και πιο πολύ την καινούργια της φίλη που ένοιωθε να της στέλνει κύματα αληθινής στοργής χωρίς να υπάρχει κανένα και κανενός είδους προσωπικό ενδιαφέρον για την  ίδια — μόνο στοργή και καλοσύνη.
Το νέο κορίτσι είχε γεννηθεί και μεγαλώσει έως τα δεκαοχτώ του σ’ ένα από τα νησιά της άγονης γραμμής. Ο πατέρας της ήταν καπετάνιος σε φορτηγό καράβι που έκανε δρομολόγια ανάμεσα στα κοντινά νησιά. Η μητέρας της, κόρη παπά, ήταν αυταρχική και φανατικά θρησκόληπτη που φρόντιζε το σπίτι και τα δυο παιδιά της, την νέα γυναίκα δηλαδή και τον μικρότερο αδελφό της με αυταρχικότητα. Καθώς μεγάλωνε το κορίτσι,  η μάνα της όλο και σκλήραινε τη θρησκευτική  ανατροφή του. Όσο κι αν προσπαθούσε να θυμηθεί, είπε ότι μέχρι τα δώδεκα ήταν σαν να είχαν σβήσει μέσα της όλα όσα είχε ζήσει. Θυμόταν  μόνο, ότι στα δώδεκα όταν είχει αδιαθετήσει για πρώτη φορά,  η μάνα της τής απαγόρευσε να πάει στην εκκλησία γιατί, «όταν είναι έτσι η γυναίκα, είναι βρώμικη και δεν κάνει να πηγαίνει στην εκκλησία», ενώ ο πατέρας της που μπήκε στο δωμάτιο, κοίταξε την κόρη του μ’ ένα βλέμμα παράξενο, που την έκανε να νοιώσει πολύ άσχημα.

Καθώς η ηλικιωμένη γυναίκα άκουγε τη νεαρή κοπέλα να της διηγείται τα πρώτα χρόνια της ζωής της, της φάνηκε σαν ν’ άκουσε  ένα κοριτσάκι να φωνάζει βοήθεια.  Για δευτερόλεπτα τα ‘χασε, αλλά αμέσως κατάλαβε ότι η φωνή δεν ακούστηκε απ’ έξω, αλλά μέσα στο κεφάλι της! Και τότε  ένοιωσε ότι καθώς η κοπέλα απέναντί της, της  διηγιόταν τη ζωή της, έμοιαζε σαν κάτι από μέσα της να ζητάει  βοήθεια. Αυτό το «κοριτσάκι» που είχε μείνει κρυμμένο από φόβο μέσα της από τα παιδικά της χρόνια, φώναζε βοήθεια. Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η γυναίκα  θυμήθηκε το γέρο φίλο της που δεν υπήρχε πια στη ζωή, που εκείνη τον έλεγε δάσκαλό της κι αυτός την κορόιδευε. Της έλεγε ότι,  «μπορεί  να λέει κανείς πέντε πράγματα που έχει δει στη ζωή του σε κάποιον άλλον, αλλά όλοι μας είμαστε μαθητές και δάσκαλοι του εαυτού μας. Και όλοι εκείνοι – αλλά όλοι – που παριστάνουν τους πνευματικούς δάσκαλους και θέλουν “μαθητές”, απλώς διψάνε για χρήμα, για δύναμη, για εξουσία πάνω στην ψυχή των ανθρώπων. Αλλά ένας αληθινός δάσκαλος, δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα δάσκαλο οδήγησης αυτοκινήτου. Σου λέει πέντε πράγματα και μετά φεύγεις και μαθαίνεις από σένα τον ίδιο που οδηγείς μόνος πια στους δρόμους, πώς να οδηγείς». Τα μάτια της βούρκωσαν καθώς θυμήθηκε το γέρο φίλο της και καθώς έπιασε τον εαυτό της εκείνη ακριβώς τη στιγμή να θέλει πάρα πολύ να βοηθήσει τη νέα κοπέλα απέναντί της, θυμήθηκε κάτι ακόμα που της είχε ο φίλος της, όταν κάποτε είχε πάει να τον ρωτήσει πώς θα μπορούσε να βοηθήσει μια φίλη της που είχε  ψυχολογικά προβλήματα. Εκείνος τότε της είχε απαντήσει:  «Όταν έρχεται κάποιος και σου ζητάει να τον βοηθήσεις για κάποιο ψυχολογικό του πρόβλημα, πρέπει  ν’ αφήσεις κατά μέρος τις εικόνες, τις ιδέες, τα συμπεράσματα, τις απόψεις και τις σκέψεις που έχεις για το θέμα που σου μιλάει ο άλλος.  Αλλά, όταν σου ζητάει κάποιος να τον βοηθήσεις για ένα ψυχολογικό του πρόβλημα, εσύ κάνεις προσπάθεια να τον βοηθήσεις; Γιατί; Οποιαδήποτε προσπάθεια κι αν κάνεις να  βοηθήσεις, ένα είναι σίγουρο: ότι θα  εμποδίσεις τον άλλο άνθρωπο να κατανοήσει τον εαυτό του. Οπότε καλύτερα μην βοηθάς. Σε παρακαλώ, μην παρεξηγήσεις αυτό που σου λέω. Ξέρω, ακούγεται φριχτό, αλλά πώς θα βοηθήσεις; Μην ξεκινάς, λοιπόν, ποτέ με στόχο ότι πρέπει να βοηθήσεις ή ότι μπορείς σίγουρα να το κάνεις.  Άκουσέ με σε παρακαλώ: Μου είπες ότι είναι κάποια φίλη σου που έχει ψυχολογικά προβλήματα κι έρχεται και στα λέει — δεν έχει σημασία ποια είναι τα προβλήματα.  Νοιώθει απελπισμένη, νοιώθει να είναι σε αδιέξοδο, βρίσκεται σε σύγκρουση, νοιώθει μοναξιά,  είναι βουτηγμένη στη θλίψη, στον πόνο και πολλά άλλα πράγματα. Οι σκέψεις που  βασανίζουν το μυαλό της την έχουν  εξουθενώσει. Έρχεται, λοιπόν,  κουβαλώντας όλα αυτά σε σένα κι εσύ νοιώθεις στοργή γι’ αυτήν. Έρχεται με όλα αυτά που τη βαραίνουν και τη βασανίζουν για να σου τα πει, για να την ακούσεις. Και καθώς στα λέει και εσύ την ακούς αληθινά τότε,  κάτι συμβαίνει. Αυτό το «κάτι», όμως, θα συμβεί μόνο εάν ξέρεις πώς να ακούς. Αν, πεις, “ναι, μπορώ να σε βοηθήσω”, τότε η σχέση σας είναι τελείως διαφορετική. Εσύ θεωρείς ότι βοηθάς κι εκείνη είναι πεισμένη ότι θα τη βοηθήσεις. Κι έτσι παύει κάθε κατανόηση κι από εσένα και από εκείνη, τού τι πραγματικά συμβαίνει. Ενώ αν εκείνη  έρθει με τα πραγματικά της προβλήματα και απλώς στα λέει γιατί θέλει να σου ανοίξει την καρδιά της, χωρίς να σου περιγράφει «λογοτεχνικά» τα συναισθήματα της, κι εσύ την ακούς με στοργή, με ανοιχτή και τη δική σου καρδιά, χωρίς να υποθέτεις ότι μπορείς να την βοηθήσεις, χωρίς εικόνες, χωρίς ιδέες, χωρίς φιλοσοφικές και  ψυχαναλυτικές απόψεις και συμπεράσματα γι’ αυτά που σου λέει, χωρίς να την επικρίνεις ή να την δικαιολογείς, αλλά απλώς ακούς βαθιά και αληθινά, τότε από το γεγονός και μόνο ότι εσύ την ακούς έτσι, ενώ εκείνη σου ανοίγει την καρδιά της κι εσύ ανοίγεις τη δική σου, τότε δημιουργείται μία σχέση ανάμεσα σας, όπου γεννιέται η κατανόηση  και η γνώση του εαυτού της, αλλά και εσένα του δικού σου. Αυτή ακριβώς η σχέση είναι το εύφορο έδαφος  όπου κάτι καινούργιο μπορεί  ν’ ανθίσει. Τότε και οι δύο μπορεί κάτι να δείτε.  Το να δείτε αναφέρεται στην καρδιά, όχι στο μυαλό· δεν είναι κάποιο λογικό συμπέρασμα είναι αίσθηση και συνειδητοποίηση αυτού που πραγματικά συμβαίνει, χωρίς να χρειάζονται λόγια και περιγραφές· απλώς ξέρεις κάτι που δεν ήξερες πριν. Και το ξέρεις όχι επειδή στο είπε κάποιος άλλος, αλλά επειδή το είδες από μόνη σου…»

Καθώς θυμόταν τα λόγια του γερο φίλου της, ένοιωθε την καρδιά της ν’ ανοίγει κι άλλο κι έμοιαζε να συμβαίνει το ίδιο και στη νέα γυναίκα που την κοίταγε και τα μάτια της είχαν βουρκώσει. Άρχισε να μιλάει ακούγοντας κι η ίδια αυτά που έλεγε, κάπως σαν να τ’ άκουγε για πρώτη φορά. Θυμόταν δυσάρεστες στιγμές με τη μάνα της και τον πατέρα της, που χρόνια τώρα ήταν θαμμένα μέσα της κι έμοιαζε να είχαν σβήσει. Αλλά δεν είχαν σβήσει. Ζούσαν στο σκοτάδι και «ροκάνιζαν» τη ψυχή της και το σώμα της. Ζούσαν στο σκοτάδι σαν φαντάσματα και τώρα έρχονταν στο φως. Κι επειδή τα φαντάσματα δεν ζουν στο φως, τώρα πια έσβηναν στ’ αλήθεια. Ανάμεσα στις δυο γυναίκες είχε γεννηθεί μια βαθιά επικοινωνία, που καθώς τελείωνε η διήγηση έσπρωξε, πολύ απλά και φυσικά, την μια στην αγκαλιά της άλλης.

Αναζητώντας το φως

Tο Σαββατοκύριακο που μας πέρασε (και Σάββατο και Κυριακή) ξανάρχισε να παίζεται η  εκπομπή που είχα και παλιά, «Ο Παραμυθάς». Ακριβώς τριάντα δύο χρόνια μετά, πάλι στην Ε.Ρ.Τ. αλλά σε ένα ψηφιακό της κανάλι αυτή τη φορά, η εκπομπή ξανάρχισε με καινούργια επεισόδια. Καθισμένος στον καναπέ μαζί με την οικογένεια, παρακολουθούσα την εκπομπή και το πρώτο που με ξένισε, ήταν ότι στους τίτλους, κάτω από τη λέξη «Σκηνοθεσία» είχε το όνομα, «Κωνσταντίνος Πιλάβιος» κι όχι «Νίκος Πιλάβιος» όπως τότε! Θα μου πείτε: «καλά , ένα χρόνο το δουλεύατε, τώρα το πήρες χαμπάρι»; Ε, ναι. Είμαστε στο στούντιο για το γύρισμα, στο στούντιο για τον ήχο, στο στούντιο για τη μουσική, στο στούντιο για το μοντάζ, αλλά πρώτη φορά βρέθηκα καθισμένος στον καναπέ να βλέπω  το πρώτο επεισόδιο, όπως τότε, που ήταν και η πρώτη φορά που έβλεπα στην τηλεόραση το όνομά μου ως σκηνοθέτης! Και τώρα, μετά από καμιά εκατοπενηνταριά  επεισόδια που έκανα τότε, βλέπω σκηνοθέτη το γιο μου! Όπως παρατήρησε κι εκείνος σε κάποια άλλη περίπτωση, «γέρασες μπαμπά». «Σιγά το νέο», είπα κι εγώ…
Και το άλλο που με ξένισε είναι ότι κάποια στιγμή κοιτάζοντας την εκπομπή, συνειδητοποίησα ότι ήταν μαζί κι η Μαρία, όπως τότε, στην πρώτη-πρώτη εκπομπή, που καθόταν πάλι μαζί μου στον καναπέ, όχι δίπλα μου όπως τώρα, αλλά στην αγκαλιά μου, κοριτσάκι τριών χρονών — ο Κωνσταντίνος τότε, δεν υπήρχε ούτε καν ως ιδέα! Εκείνη την χρονιά ακριβώς, τρεις μήνες πριν,  άρχισαν να έρχονται όλα τούμπα στη ζωή μου,  μέσα μου κι έξω μου — μέσα στην αρχή με αλλαγή στις αξίες και στην οπτική γωνία— κι έξω μετά: διαζύγιο, άλλο σπίτι -εργένικο, κι αμέσως μετά άλλος γάμος, ξανά άλλο σπίτι, και άλλο ένα παιδί, άλλο επάγγελμα, άλλοι φίλοι, άλλο… άλλα… αλλού… Κι όμως, πράγμα παράξενο, μια αίσθηση που είναι πάντα η ίδια από παιδί, ότι στο βάθος ακολουθείς με συνέπεια μια γραμμή που έχει χαράξει η καρδιά σου… από πότε; Ποιος ξέρει…
Και να πάλι, τώρα, μια αλλαγή: στα επαγγελματικά, στα ψυχολογικά, στον τρόπο που βλέπει κανείς τα πράγματα. Για άλλη μια φορά, θυμάμαι εκείνη τη φράση από κάποιο μυθιστόρημα –δεν θυμάμαι ποιανού- που έλεγε: «Να είσαι πάντα έτοιμος να ξαναπιάνεις τη ζωή σου από την αρχή — όσο χρονών κι αν είσαι». Θυμάμαι κι άλλες δύο που διάβασα ή άκουσα έφηβος. Η μία είναι του Ντοστογιέφσκι από τους «Αδελφούς Καραμαζώφ»: «Σε μια δύσκολη στιγμή της ζωής σας, και μία μόνο καλή παιδική ανάμνηση, μπορεί να σας βοηθήσει». Η άλλη δεν θυμάμαι ποιανού είναι, αλλά έλεγε: «Δεν υπάρχουν απελπιστικές καταστάσεις, αλλά απελπισμένοι άνθρωποι από καταστάσεις». Και να λοιπόν,  με μια σύνταξη που ξεχάστηκα κι έκανα αίτηση δυο χρόνια αργότερα κι ενώ αυτή έρχεται σε μερικούς μήνες, ξαναρχίζει «Ο Παραμυθάς» στην Ε.Ρ.Τ. βγαίνουν άλλα δύο βιβλία μου με ιστορίες του Παραμυθά και, το αποκορύφωμα, να κρέμεται πάνω από το κεφάλι μου το επάγγελμα του ηθοποιού (στο θέατρο) που το έχω σταματήσει από το 1974, καθώς ετοιμάζεται να γίνει παράσταση «Ο Παραμυθάς»!!! Φτου κι απ’ την αρχή, λοιπόν, κι αυτό εξ αιτίας σας, εσάς τα παιδάκια της δεκαετίας 1977 – 1987, που σας συνάντησα ξανά τώρα: Τροχονόμους να μην με γράφετε όταν καταλαβαίνετε ποιον «πιάσατε», εισαγγελείς δικαστηρίων να με παίρνετε τηλέφωνο μετά από δίκη και να μου λέτε τι βλακείες έκανε ο δικηγόρος μου και να προσέξω, Πρόεδροι δικαστηρίων που σε δίκες χρέους προς το Δημόσιο τους κουφάνατε όλους, λέγοντας «Αθώος» με σκεπτικό που δεν μπορούσε να το διανοηθεί κανείς, μεγάλες γυναίκες και μεγάλοι άντρες πια που διασταυρωνόμαστε στο δρόμο και τα μάτια σας γυαλίζουν σαν παιδάκια έτοιμα για αταξία και κυρίως όλους εσάς που μπαίνετε σ’ αυτό το blog τρία χρόνια τώρα και μου στέλνετε απίστευτη τρυφερότητα, συγκίνηση και φροντίδα, κάνοντας με να απορώ ειλικρινά και να λέω: «Μα τι έκανα ρε γαμώτο!!! Εγώ απλώς την έβρισκα τότε φτιάχνοντας την εκπομπή με δύο άλλους φίλους μου επειδή βαριόμουνα να είμαι μόνο ένας δημόσιος υπάλληλος που κάνει το καθήκον του!!…»… Ποιος ξέρει… Ίσως και μέσα από τον «Παραμυθά» να περνάγανε εκείνες οι αλλαγές που γίνονταν τότε μέσα μου, που είχαν αρχίσει λίγους μήνες πριν… Τι να πω! Τίποτα δεν θα πω. Απλώς λέω να βάλω εδώ τώρα ένα κείμενο που το είχα αρχίσει τον Αύγουστο, ανέβαλα τρεις φορές να το ανεβάσω, και μόλις σήμερα το πρωί βρήκα το τέλος του βγάζοντας άλλη μια φωτογραφία.

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΦΩΣ

Κάνοντας μπάνιο ένα πρωί τον Αύγουστο , το μάτι μου έπεσε ξαφνικά στο μικρό παρτέρι κάτω από το παράθυρο του μπάνιου, στη Δυτική πλευρά του σπιτιού, που ήταν γεμάτο περικοκλάδες, αναρριχητικά, θάμνους και δυο τρία δέντρα, που όλα αγωνίζονταν –χρόνια τώρα- να ανέβουν ψηλά, πάνω από το σκεπή του σπιτιού, για να λουστούν κάποια στιγμή από το φως του ήλιου, που ανέτειλε από την άλλη μεριά του σπιτιού. Εκείνο που τράβηξε το μάτι μου, ήταν ένα υπέροχο τριαντάφυλλο.


Θυμήθηκα ότι όταν είχε φυτέψει εκεί ο κηπουρός, χρόνια πριν, δυο τρεις τριανταφυλλιές, του είχα πει ότι μέσα σε τόσα άλλα φυτά, αυτές δεν υπήρχε περίπτωση να ζήσουν. Και πράγματι, η μία πνίγηκε από μία πικροδάφνη δίπλα της, η άλλη έζησε αλλά δεν έβγαζε λουλούδια και η άλλη είχε μείνει πάντα μικροκαμωμένη, που έκανε κάνα δυο ασθενικά τριαντάφυλλα το χρόνο, ενώ τα άλλα δέντρα και τα αναρριχητικά, της έπνιγαν το φως.  Να, όμως, που φέτος, ένα μικρό τριαντάφυλλο, έχοντας πάντα τη ρίζα του στη γη, τινάχτηκε προς τον ουρανό, αναζητώντας το φως.

Έτσι είναι και με μας τους ανθρώπους: έχουμε τις ρίζες μας στη γη, όπως και πρέπει  να τις έχουμε, αλλά κολλάμε σ’ αυτήν και «σερνόμαστε» πάνω της και μόνο λίγοι ξεκολλάνε και τινάζονται στον ουρανό, αναζητώντας το φως, αδιαφορώντας για ασφάλεια, βόλεμα  και σιγουριά.


Το μικρό τριαντάφυλλο -σαν να τράβαγε το κλαρί απ’ όπου είχε ανθίσει, ανέβαινε όλο και πιο ψηλά, κι ενώ ήταν στο ίδιο παρτέρι με όλα τ’ άλλα φυτά, έμοιαζε και σαν να μην ανήκει σ’ αυτό.

Συνέχισα να κοιτάζω πια κάθε πρωί  από το παράθυρο του μπάνιου το μικρό τριαντάφυλλο που όλο και ανέβαινε πιο ψηλά και άνοιγαν τα πέταλά του, μέχρι που φύγαμε για διακοπές…


Όταν ξανακοίταξα από το παράθυρο, είχε μπει πια το Φθινόπωρο και το τριαντάφυλλο είχε πια μαραθεί. Στο κλαρί του, όμως, που πια είχε ανέβει ψηλά, την επόμενη Άνοιξη θα γεννιόταν ένα άλλο τριαντάφυλλο, που θα συνέχιζε να ανεβαίνει αναζητώντας το φως του ήλιου, και μετά άλλο, και άλλο, ώσπου μια μέρα, κάποιο τριαντάφυλλο θα πέρναγε πάνω από τη στέγη του σπιτιού και θα έβλεπε τον ήλιο.


Κι από ‘κει και μετά, όλα τα άλλα τριαντάφυλλα αυτού του κλαριού, θα γεννιόνταν μέσα στο φως.

Σας φιλώ πολύ
Π.
Υ.Γ . Αν μου επιτρέπετε, θα ήθελα αυτό το post να το αφιερώσω στα παιδιά μου.

«Αποταύτιση από το εγώ»

Μόλις πήρα χαμπάρι ότι έχω πολύ καιρό να βάλω κάποια ιστορία του Χότζα, που είναι η αδυναμία μου, από μικρό παιδί. Ορίστε μία με θανατηφόρο χιούμορ.

Κάποτε ο Χότζας συνάντησε έναν γκουρού και πιάσανε τη συζήτηση για διάφορα θέματα αυτογνωσίας και εσωτερικής εργασίας. Και κάποια στιγμή όταν η συζήτηση ήταν γύρω από το «εγώ» του ανθρώπου και την ταύτιση που έχουν οι άνθρωπο μ’ αυτό, ο γκουρού λέει στον Χότζα: «Είμαι τόσο πολύ αποταυτισμένος από τα πάντα, που δεν σκέφτομαι ποτέ τον εαυτό μου, αλλά μόνο τους άλλους».
Κι ο Χότζας του απαντάει: «Εγώ είμαι τόσο αντικειμενικός με τα πάντα ώστε μπορώ να βλέπω τον εαυτό μου σαν να είμαι κάποιος άλλος· έτσι μου επιτρέπεται να σκέφτομαι τον εαυτό μου».

Καλό Σαββατοκύριακο.
Π.

Τι να πω!!!…

Είχα σκοπό να ανεβάσω ένα post σήμερα, συμπληρωματικό στο προηγούμενο, αλλά –κλασσικά- άλλαξα γνώμη γιατί αυτό που έγινε χθες μ’ έχει «ξεσκίσει» ως πατέρα, ως άνθρωπο, ως εκείνον  που έγραφε, σκηνοθετούσε και έπαιζε τον «Παραμυθά» 32 χρόνια πριν.  Τι να πω, ρε γαμώτο!…  Τελικά έχω καταλήξει ότι δεν θα νοιώσω -όχι δεν θα καταλάβω, δεν θα νοιώσω–  ποτέ, τι ακριβώς έκανε στην ψυχή σας αυτή η εκπομπή! Πιστέψτε με, αυτό που λέω δεν είναι ούτε μετριοφροσύνη (ήταν η καλύτερη εκπομπή που υπήρχε τότε), ούτε στυλ, ούτε πόζα.  Δεν το χωράει το μυαλό μου! Τόσο πολύ σας άγγιξε αυτό πράμα!!! Κάθε φορά που κάποια ή κάποιος από σας έρχεται να με συναντήσει, κάνω ερωτήσεις για να καταφέρω να νοιώσω τι ήταν αυτό που έγινε. Δεν γίνεται, γιατί εσείς το εννοείτε ως κάτι φυσικό και αυτονόητο.Ας πούμε, συναντάς μια γυναίκα  στα σαράντα της κι εκεί που δεν το περιμένεις  βλέπεις ξαφνικά  σ’ εκείνα τα γυναικεία μάτια ένα βλέμμα σαν να σε κοιτάζει ένα κοριτσάκι  έξι χρονών, με όλη τη γλύκα, την τρυφερότητα, την καλοσύνη, την αθωότητα, τον θαυμασμό, την αγάπη, την παιδικότητα που έχει ένα παιδί σε αυτή την ηλικία!  Κι εκεί ίσως  κάτι πιάνω, αλλά και πάλι…
Συγνώμη που σας πρήζω μ’ αυτά, αλλά αν δεν τα πω σε σας, σε ποιον θα τα πω; Τώρα: η αφορμή που το κάνω αυτό, είναι ότι το Σάββατο ανέβασε ο «μάστορας» στο paramithas.tv κι εγώ στη σελίδα μου και στη σελίδα του ΠΑΡΑΜΥΘΑ στο Face Book, την είδηση ότι αρχίζουν να παίζονται τα 26 καινούργια επεισόδια του «Παραμυθά», στο ψηφιακό κανάλι  PRISMA PLUS της Ε.Ρ.Τ. το Σάββατο 9 και Κυριακή 10 Οκτωβρίου, στις έξι παρά τέταρτο το απόγευμα και θα συνεχίσουν να παίζονται κάθε Σάββατο και κάθε Κυριακή. Κάποια στιγμή, όταν τελειώσει η προβολή τους PRISMA θα παιχτούν από την ΝΕΤ. Τώρα, αν δεν έχετε ψηφιακή τηλεόραση ε… τι να κάνουμε… (πονηρό κλείσιμο ματιού με νόημα, εδώ)…. Εεε….  paramithas.tv.  Με το που μπήκαν αυτά, λοιπόν, στο δίκτυο, πέσανε βροχή τα μηνύματα με ευχές, τα αιτήματα φιλίας και τα προσωπικά e-mail!!! Δεν το περίμενα, βρε παιδί μου! Και καπάκι σ’ αυτήν την κατάσταση, έρχεται κι ένα σχόλιο ενός (τότε) κοριτσιού, της Άννας, στα ΣΧΕΤΙΚΑ του blog μου, που μόλις το είχε ανακαλύψει και μ’ αποτελειώνει! Της το ζήτησα και μου επέτρεψε (ευχαριστώ πολύ) να ανεβάσω εδώ αυτό το σχόλιό της και με το όνομά της, έτσι, για να σας τιμήσω όλους σας. Όχι, εμένα… Έχει ακριβώς όλα αυτά τα γνωρίσματα του βλέμματος ενός παιδιού που είπα πιο πάνω. Δείτε:
«Αγαπημένε μου Παραμυθά, είμαι ένα παιδί (ακόμα) του 1971, παιδί που έγινε βρεφονηπιοκόμος και μάνα, με ατέλειωτα αποθέματα ευαισθησίας και αγάπης για τον κόσμο όλο και την ζωή την ίδια,  χάρη σε σένα. Με έμαθες να πιστεύω και να ψάχνω την ομορφιά πίσω από κάθε ασχήμια της ζωής και να τη βρίσκω όπως γίνεται και στα παραμύθια·  με έμαθες να αγαπώ παραμύθια σαν τα δικά σου, και να τα αναζητώ πάντοτε. Με έμαθες να φυλάω την όποια παιδικότητα έχω ακόμα  και να την προσφέρω όπου την έχουν ανάγκη. Ο γιός μου τώρα πια είναι 18 χρονών και ελπίζω να κατάφερα να περάσω στην ψυχούλα του κάτι από τη μαγεία των όμορφων κόσμων  στους οποίους μας ταξίδεψες εσύ. Αν δεν το κατάφερα ελπίζω να το κάνω καλύτερα στα εγγόνια μου και στα παιδάκια με τα οποία θα βρεθούμε σε κάποιο Παιδικό Σταθμό ή στα παιδάκια που απασχολώ εθελοντικά στο ΠΙΚΠΑ και στο ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ.
Σε αγαπώ και θα σε αγαπώ πάντοτε. Κατάφερες να με ατσαλώσεις και να με γεμίσεις με μια αισιοδοξία για τη ζωή, η οποία πολλές φορές μου φάνηκε χρήσιμη και με στήριξε. Κατάγομαι από μια πολύ ευτυχισμένη και αγαπημένη οικογένεια, λάτρευα και λατρεύω τους γονείς μου και τον αδερφό μου(1969). Τον πατέρα μου τον έχασα στα 15 μου χρόνια, ανήμερα στη γιορτή μου το1986, και με πόνεσε πολύ αυτή η εμπειρία. Η ύπαρξη σου όμως για μένα είναι συνδεδεμένη με την ευτυχία εκείνων των χρόνων γιατί με σύσσωμη την οικογένειά μου σε παρακολουθούσαμε ανελλιπώς, καθώς και με την εικόνα του πατέρα μου, γιατί σε παρακολουθούσαμε αγκαλιασμένοι στον καναπέ του καθιστικού μας, επειδή ο πατέρας μου ήταν φανατικός θαυμαστής σου. Είσαι εν ολίγοις κάτι από εκείνα τα υπέροχα χρόνια για μένα, συνεπώς κάτι πολύτιμο και τρυφερό. Σε ευχαριστώ για τα συναισθήματα, την ποιότητα και τα πολύτιμα διδάγματα που στάλαξες τότε στις ψυχές μας, αποτέλεσαν τη βάση της προσωπικότητας μας».

… Μην μιλάτε για λίγο… Ουφ!!!…

Λοιπόοοον… Τελικά, φαίνεται, ότι εκείνο που γινόταν είναι ότι πιάνατε κάτι που υπήρχε πίσω από τα παραμύθια του «Παραμυθά», κάτι σαν κρυμμένο μήνυμα που ήταν μόνο για σας και όχι για τους μεγάλους. Ναι… Όταν το σκέφτομαι, όλες οι ιστορίες που έχω γράψει έχουν διάφορα επίπεδα. Κάποια ολοφάνερα, κάποια πιο κρυμμένα και κάποια τόσο κρυμμένα  που ίσως να μην τα ξέρω  ούτε κι εγώ. Κι εσείς, φαίνεται, ότι τα πιάνατε όλα, όχι βέβαια με το μυαλό, αλλά με την καρδιά. Σκεφτόμουν, ότι ίσως επειδή πια έχετε μεγαλώσει και δουλεύει πιο πολύ το μυαλό, δεν έπιασε κανείς, το κρυμμένο μήνυμα του τελευταίου POST, «Τι να πει κανείς». Ε, ας το φανερώσω αυτή τη φορά. Εκεί, λοιπόν, όπου και πάλι έστησα ένα παραμύθι, γιατί υπήρχε μια αράχνη στον τοίχο κι εγώ ανέβασα τη φωτογραφία πίσω της κι έφερα κι άλλες αράχνες για ντεκόρ από μπροστά, το μήνυμα βρίσκεται στο τραγούδι. Όχι σε όλο το τραγούδι, αλλά στη λέξη «Δίδυμα». Όταν ένας γάμος έχει πάει καλά -κι αυτό δεν σημαίνει ότι ζευγάρι χόρευε για 27 χρόνια τσάμικα και τσιφτετέλια, αλλά είχε τα προβλήματα, τις συγκρούσεις και τις χαρούμενες στιγμές του- αυτό το ζευγάρι είναι σαν δύο δίδυμα. Δηλαδή. Τους έφερε η ζωή μαζί χωρίς να το κυνηγήσουν και να το διαλέξουν οι ίδιοι, εκεί που δεν το περίμεναν· για πάντα υπάρχει ανάμεσά τους μία εσωτερική σύνδεση που δεν μπορεί να κοπεί· ο καθένας μπορεί να είναι τελείως διαφορετικός, αλλά καθώς έχουν βγει από την ίδια μήτρα, η σύνδεσή τους δεν αλλάζει και ο καθένας μπορεί να έχει τον τρόπο ζωής που ταιριάζει στον χαρακτήρα του. Έτσι, το σχόλιο που είναι πιο «μέσα»  απ’ όλα είναι της «Άιναφετς» – τυχαίο; Δεν νομίζω. Γιατί σε αυτού του είδους τη σχέση, γίνεται εκείνο που λέει η φράση από το απόσπασμα που διάλεξε να βάλει: «…να ζήσουν μαζί, χωρίς να παραδοθεί ο ένας στον άλλο, χωρίς να κυριαρχηθεί ο ένας από τον άλλο…».
Και ας κλείσουμε αυτό post, με μία φωτογραφία από τα γυρίσματα των καινούργιων επεισοδίων του «Παραμυθά»
Σας φιλώ πολύ
Π.

Τι να πει κανείς!…

Έχω, βέβαια,  πει αρκετές φορές ότι αυτό το blog είναι προσωπικής λογικής, ετούτη τη φορά, όμως, μπορεί και να το παρακάνω. Αλλά θα μου επιτρέψετε σήμερα να ανεβάσω κάτι που είναι κυρίως για ενδοοικογενειακή κατανάλωση.
Μερικές – μερικές (ονόματα δεν λέμε, οικογένειες δεν θίγουμε χα, χα, χα…) ανεβάζουν posts για πουλάκια, γατάκια, σκυλάκια κ.λπ. που υπονοούν αναζήτηση τρυφερότητας και φροντίδας, από γονείς, συζύγους, φίλους ή δεν ξέρω κι εγώ από τι άλλους. (Αυτό είναι το νόημα του post βέβαια και όχι η ζωοφιλία.) Αλλά, αυτές οι ίδιες, που βάζουν τέτοια posts, αφήνουν σε άδεια δωμάτια του σπιτιού τους, φωτογραφίες περασμένων χρόνων, χωρίς φροντίδα και τρυφερότητα, να αραχνιάζουν. Ορίστε και η απόδειξη σε δύο φωτογραφίες βγαλμένες πριν λίγο.  Τι να πει κανείς!…

Με την ευκαιρία, θα ήθελα να αφιερώσω στη γυναίκα μου ένα τραγούδι και να ευχηθώ σε όλα τα κορίτσια της συντροφιάς να τους χαρίσει ο άντρας τους κάποτε  κάτι ανάλογο, μετά από 27 χρόνια γάμου, και στα αγόρια να κάνουν κάποτε  κάτι τέτοιο για τη γυναίκα τους.
Και  πριν κλείσω, να εξηγήσω περισσότερο γιατί στο προηγούμενο post είπα ότι προτιμώ να λέω, «η γυναίκα μου» κι εκείνη να λέει «ο άντρας μου», παρά διάφορα άλλα προοδευτικολογοτεχνικά. Συνήθως όταν υπάρχει άρνηση χρησιμοποίησης των εκφράσεων, «γυναίκα μου»  και «άντρας μου», είναι γιατί δίνεται ένα περιεχόμενο ιδιοκτησίας. Η αλλαγή της λέξης, όμως, δεν έχει καμία σημασία, γιατί το ΜΟΥ παραμένει –«σύντροφός μου», «άνθρωπός μου» κ.λπ. Όλο αυτό μου θύμισε ότι κάποτε, το 1984, όταν είχα πρωταρχίσει να μεταφράζω βιβλία του Κρισναμούρτι, είδα ότι τη λέξη meditation την μετέφραζαν με τη λέξη στοχασμός και όχι με τη λέξη διαλογισμός που είναι το σωστό και που χρησιμοποιούσα εγώ. Όταν ρώτησα τον τότε μεταφραστή γιατί το κάνει αυτό, μου είπε για να δείξει ότι ο Κρισναμούρτι δεν λέει το ίδιο πράγμα που λένε όλες οι σχολές βουδιστικού, ινδουιστικού ή ζεν διαλογισμού και Ανατολικών θρησκειών και φιλοσοφιών, αλλά κάτι διαφορετικό. Δεν συμφώνησα και μερικούς μήνες αργότερα, τον Αύγουστο του 1984, συζητώντας με τον ίδιο τον Κρισναμούρτι το θέμα, μου είπε ότι έκανα σωστά, γιατί δεν πρέπει να χρησιμοποιείται άλλη λέξη από εκείνη που είναι ακριβής  μεταφραστικά και καθιερωμένη ως μετάφραση του meditation, γιατί το θέμα δεν είναι να δειχτεί ότι λέει κάτι διαφορετικό, αλλά ότι  δίνει στη λέξη ένα διαφορετικό περιεχόμενο από τους άλλους κι ο καθένας ας κρίνει μόνος του. Έτσι είναι και με το «γυναίκα μου» και το «άντρας μου»: αν το περιεχόμενο που δίνεται στο «μου» είναι απλώς προσδιοριστικό για ποιον μιλάμε κι όχι μία επιβεβαίωση ψυχολογικής ιδιοκτησίας, δηλαδή μία επιβεβαίωση του «εγώ», τότε είναι η σωστή λέξη. Αυτά…
Να και το τραγούδι, λοιπόν, που αφιερώνω με όλη μου την καρδιά -στίχους και μουσική- στη γυναίκα μου.
Καλό μήνα
Φιλιά.
Π.

[audio:http://www.fileden.com/files/2009/9/2/2562339//DidimaFeggaria-Mitropanos_Kanelidou.mp3]