Πώς φτιάξαμε τον Παραμυθά

Πέρσι τέτοια εποχή δουλεύαμε τα καινούργια επεισόδια του Παραμυθά, που θα παιχτούν από Σεπτέμβριο στο PRISMA PLUS της ΕΡΤ και θα ανεβαίνουν και στο ψηφιακό αρχείο της, οπότε θα μπορεί κανείς να τα δει και μέσα από το internet. Το χειμώνα, είχα κάτσει κι έφτιαξα μόνος μου ένα «making of» της σειράς, δηλαδή το πώς φτιάχτηκε. Το έκανα για να το δείξω κατ’ αρχήν στις αγαπημένες μου και τους αγαπημένους μου της Β’ Δημοτικού του Ελληνογερμανικού σχολείου και μετά το έδειξα και στα εξαιρετικά παιδιά του Γυμνάσιου Λειβαδιάς και τέλος, στην επίσκεψή μου στην Ξάνθη. Σήμερα μου την έδωσε ξαφνικά να το ανεβάσω εδώ. Θεωρητικά θα έπρεπε να το ανεβάσω το Σεπτέμβριο, αλλά… θεωρητικά. Στην πράξη, τώρα. Βέβαια θα μπορούσε να πει κανείς ότι τώρα το καλοκαίρι δεν μπαίνουν πολλοί στο blog και θα πάει χαμένο.  Τίποτα δεν πάει χαμένο. Δείτε, λοιπόν, πώς φτιάξαμε τον ΠΑΡΑΜΥΘΑ. Η υπέροχη μουσική που θα ακούτε, είναι της Μαριέττας Φαφούτη που έκανε και την εξαιρετική διασκευή του παλιού σήματος του Σταμάτη Σπανουδάκη και του «Μάγειρα».


Καλό ξημέρωμα.
Π.
Υ.Γ. Ευχαριστώ πολύ για τα καλά -έως παρηγορητικά κάποια- σχόλια στο προηγούμενο post. Κακώς το έβαλα, αλλά τώρα πάει, μπήκε. Το βάρος που έλεγα ότι ένοιωθα είναι κάτι πολύ ειδικό και προσωπικό, είναι το ίδιο είτε βρίσκεται κανείς σε μια υπέροχη παραλία, είτε είναι μέσα σε ένα άθλιο κελί φυλακής. Μάλιστα στην παραλία είναι χειρότερα, γιατί κανείς παραπλανιέται ότι δεν το νοιώθει.

Έλα στον παππού…

Σας έχει τύχει ποτέ να θέλετε να τα τινάξετε όλα στον αέρα; Να γκρεμίσετε  την εικόνα που έχουν οι άλλοι  για σας;  Όποια κι αν είναι αυτή, ακόμα κι αν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Να θέλετε να την τινάξετε στον αέρα, γιατί βαρεθήκατε να είσαστε όπως σας νομίζουν, αφού ο καθένας βλέπει μόνο το κομμάτι που θέλει αυτός και όχι ΟΛΟ εκείνο που είσαι;
Είναι μεγάλη ελευθερία να μην νοιάζεται κανείς για το «τι θα πει ο κόσμος» – δεν εννοώ τη γνώμη των ανθρώπων που εκτιμάς, αυτό είναι άλλο. Επίσης, είναι εξαιρετικό κανείς να έχει καταφέρει να μην πιέζεται από τίποτα – δουλειά, ανθρώπους, επιθυμίες, ανάγκες… Κι εγώ εδώ και κάποιες μέρες πιέζομαι εξαιρετικά από μια κατάσταση, που εγώ την έχω διαλέξει, είναι τρόπος ζωής μου εδώ και χρόνια, αλλά τελευταία μ’ έχει βαρύνει…
Χα, χα, χα…Δεν φαντάζεστε πού το πάω… Κατ’ αρχήν θα έχετε καταλάβει, τουλάχιστον οι παλιότεροι στο blog, ότι σήμερα είναι εντελώς προσωπικό το θέμα. Κι επειδή οι περισσότεροι  από σας με ξέρετε από «παιδιά», ελπίζω να ευχαριστηθείτε την … «αταξία» που θα κάνω σήμερα.(Δεύτερη φορά στα τρία χρόνια)  Όσοι ενοχληθούν γιατί τους χαλάω την εικόνα που έχουν για μένα… ε, τι να κάνω… ούτε καν θα έλεγα ότι λυπάμαι.
Λοιπόοοοον… Εκεί που ξεκίνησα τη μέρα μου με όλο αυτό το βάρος που διαφαίνεται σ’ αυτά που έγραψα στην αρχή, ήρθε ένα e-mail από μια ανιψιά μου, που  μου αφιέρωνε ένα τραγούδι. Ξέρει ότι οι προτιμήσεις μου στη μουσική είναι κυρίως προκλασική μουσική και Μότσαρτ κι ότι έχω μεγαλώσει με τον Αμερικάνικο ραδιοσταθμό της Βάσης του Ελληνικού, της δεκαετίας του ’50. Rock δηλαδή. Και ότι εκτός από Χατζιδάκι, Σαββόπουλο, Θοδωράκη και  Σπανουδάκη, δεν έχω αγοράσει ελληνικό δίσκο κανενός άλλου. Το τραγούδι που θ’ ακούσετε, ανήκει σε ένα είδος που … δεν… τέλος πάντων. Αλλά σήμερα, τη στιγμή που ήρθε, από το ξύπνιο κορίτσι που ήρθε και από το ό,τι υπονοεί, μου έφτιαξε το κέφι! Όχι τόσο το τραγούδι (που μου είπαν κι ότι είναι πολύ παλιό!) που μ’ έκανε να ξεραθώ στα γέλια, αλλά και να συγκινηθώ γιατί μου έβγαλε ένα βάρος από πάνω μου (Ανάβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, που λέει κι ένας φίλος), μου έφτιαξε το κέφι η σκέψη της αταξίας που μου ήρθε να κάνω, και να ανεβάσω ένα τέτοιο τραγούδι, «εξ’ όλης  και προ όλης», σε αυτό το blog!

Κάντε κλικ   ΕΔΩ και θα το ακούσετε.
Σας φιλώ.
Νίκος

Κοινή γλώσσα και επικοινωνία

Αυτά τα κείμενα – που ο «μάστορας» του blog τα βάφτισε «σεντόνια» – τα ξεκίνησα θέλοντας να είναι αφορμή για ένα νοερό διάλογο μεταξύ μας. Δεν είχα ακόμα την αίσθηση των blogs που γίνονται σχόλια, απαντάς και πάει λέγοντας. Έρχομαι από ένα χώρο, τηλεόραση και βιβλία, και μάλιστα για παιδιά, όπου υπάρχει η αίσθηση ότι πετάς μπουκάλια στη θάλασσα, όπως σας είχα γράψει κάποτε στις αρχές σε ένα post.  Στο νου μου είχα –και έχω- ότι αυτά τα κείμενα δεν έχει σημασία αν σχολιάζονται και πόσα σχόλια θα γίνονται, αλλά αν σας κάνουν να αναρωτιέστε. Δεν έχει τόση σημασία μόνο να διαβάζετε ό,τι έχω γράψει, πότε περισσότερο και πότε λιγότερο προσεκτικά κι άλλοτε να συμφωνείτε ή άλλοτε να διαφωνείτε. Θα έλεγα ότι εκείνο που έχει σημασία είναι αν αναρωτιέστε. Ακόμα κι αν μοιάζει να συμφωνεί κανείς με ό,τι λέγεται, μπορεί ν’ αναρωτηθεί γιατί συμφωνεί.
Νομίζω ότι σημασία δεν έχει αν συμφωνεί ή αν διαφωνεί κανείς με κάποιον που μιλάει, αλλά αν έχουν κοινή γλώσσα και αν επικοινωνούν. Κι όταν λέω, «κοινή γλώσσα», δεν εννοώ βέβαια την ίδια γλώσσα, αλλά αν δίνουμε το ίδιο περιεχόμενο στις λέξεις που χρησιμοποιούμε. Θα σας έχει τύχει, φαντάζομαι, να διαφωνείτε επί ώρες με κάποιον και στο τέλος να ανακαλύψετε ότι όλη την ώρα λέγατε το ίδιο πράγμα. Κάτι τέτοιο λέω σε ένα παλιό post/σεντόνι με τίτλο, «Αρνάκια και πράσινα άλογα». Κι όταν λέω, «επικοινωνία», εννοώ αν υπάρχει ανάμεσα σε δυο ανθρώπους –ή και περισσότερους- που συζητάνε, μια συνεννόηση πέρα από τις λέξεις· αν μεταδίδεται από τον έναν στον άλλον κάτι πέρα από τις λέξεις.  Τώρα, αν τα γράφω όλα αυτά, είναι γιατί το διαζύγιο ενός γνωστού μου ζευγαριού που έχουν ένα μικρό αγόρι, και μια συζήτηση πατέρα και γιου, μου θύμισε ερωτήματα που με απασχολούσαν μεγαλώνοντας τα παιδιά μου. Θα ήθελα, λοιπόν, να σας ρωτήσω όσους από σας έχετε παιδιά –όχι για να μου απαντήσετε- απλώς να σας ρωτήσω: Έχετε κοινή γλώσσα με τα παιδιά σας; Έχετε επικοινωνία με τα παιδιά σας;

Καμιά φορά, ξέρετε, παίρνουμε σαν δεδομένο το ότι χρησιμοποιούμε μια κοινή γλώσσα με αυτά κι ότι έχουμε επικοινωνία μαζί τους μόνο από το γεγονός ότι είναι παιδιά μας. Μα είναι αρκετός λόγος αυτός για να υπάρξει κάτι τόσο βαθύ όπως η επικοινωνία; Μήπως το σχολείο, τα βιβλία, οι παρέες, η τηλεόραση τα κάνουν να φτιάξουν ένα διαφορετικό λεξιλόγιο από μας, που, αν δεν το καταλάβουμε, απομακρύνει την κατανόηση κι οδηγεί σε παρεξηγήσεις; Μήπως, καθώς μεγαλώνουν, αναπτύσσουν μια δική τους εσωτερική, προσωπική ζωή που, αν δεν έχουμε επικοινωνία μαζί τους, θα απομακρυνθούν από μας και η σχέση μας μαζί τους θα καταντήσει μηχανική, τυπική, νεκρή; Μήπως αυτό είναι μια από τις αιτίες που καμιά φορά, κάνουν ένα παιδί πιο ευάλωτο σε κινδύνους όπως τα ναρκωτικά;Και πώς μπορεί ένας γονιός να έχει μια κοινή γλώσσα με το παιδί του; Μπορεί να την έχει, αν δεν νοιάζεται γι’ αυτό; Και «νοιάζομαι» δεν σημαίνει, κατά τη γνώμη μου άραγε, μόνο το ότι ο γονιός δουλεύει για να εξασφαλίσει στο παιδί του αυτά που του χρειάζονται πρακτικά ή το να του λέει να φάει το φαΐ του ή να βάλει το πουλόβερ του για να μην κρυώσει, ή να διαβάσει ή να μην αργήσει να γυρίσει το βράδυ και τέτοια; Μήπως αυτά είναι εύκολα πράγματα, επιφανειακά, που, έτσι κι αλλιώς, πρέπει να τα κάνει ο γονιός, αλλά η αληθινή φροντίδα είναι κάτι διαφορετικό; Μήπως είναι το να  το έχει συνέχεια στο νου του, αλλά χωρίς να το καταπιέζει, χωρίς λόγια, χωρίς καν να το παίρνει χαμπάρι το παιδί, αλλά να ξέρει μέσα του ότι ο γονιός του θα είναι πάντα εκεί για να βοηθήσει, ό,τι κι αν συμβεί; Μήπως , «νοιάζομαι το παιδί μου», σημαίνει ότι έχουν ανοίξει στην καρδιά μου χίλια μάτια που το κοιτάζουν και εκατό αυτιά που ακούνε τι λέει πέρα από τις λέξεις, αποκαθιστώντας μαζί του μια αληθινή, βαθιά επικοινωνία και κοινή γλώσσα; Άραγε μιλάτε κοινή γλώσσα με τα παιδιά σας; Άραγε επικοινωνείτε μαζί τους; Εσείς ξέρετε…

Σας φιλώ, όχι ως μπαμπάς, αλλά ως παππούς πια.
Καλή εβδομάδα
Π.

«Υπάρχει Θεός, μπαμπά;»

Ήταν μια από τι συζητήσεις που έκανα μαζί της για το σχολείο, για το τι δουλειά θα μπορούσε να κάνει όταν μεγαλώσει και τέτοια, όταν η κουβέντα, δεν ξέρω πώς, πέρασε στην περίπτωση ενός φίλου συμμαθητή της που είχε πεθάνει  στα οχτώ του, και είχαμε πάει μαζί στην κηδεία του. Τότε ήταν που μου έκανε την ερώτηση: «Υπάρχει Θεός, μπαμπά;»
Σκέφτηκα πως δεν ήταν άσχετο το ότι με ρώτησε ακριβώς τη στιγμή που συνάντησε τον θάνατο τόσο κοντά της. Όλοι μας, μικροί και μεγάλοι, σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις:  θανάτων, σεισμών, αρρώστιας, μεγάλου πόνου και τα παρόμοια, δεν είναι που αρχίζουμε να έχουμε κάποιες… μεταφυσικές ανησυχίες; Είναι, άραγε, μόνο επειδή νιώθουμε κάποια ανασφάλεια, καθώς μας περιτριγυρίζει ένα αίσθημα φόβου για κάτι που είναι πέρα από τις γνώσεις μας και τις δυνάμεις μας ή, μήπως, και επειδή υπάρχει κάτι φυλακισμένο μέσα μας που σε τέτοιες στιγμές ελευθερώνεται; Κάτι πολύ λεπτό και βαθύ που υπάρχει στα παιδιά μας και που οι γονείς πρέπει να το προσέχουν; Μια λεπτή και βαθιά ποιότητα που θα πρέπει οι γονείς να τη βοηθούν ν’ ανθίσει· να μην επιτρέπουν να ξεχαστεί σε κάποιο «ντουλάπι» μέσα τους, όπως έχει συμβεί στους περισσότερους από μας;Έχω τη γνώμη ότι σε όλους τους ανθρώπους – στους περισσότερους τουλάχιστον – υπάρχει ένα βαθύ αίσθημα ανικανοποίητου και μια λαχτάρα για κάτι πέρα απ’ όσα συμβαίνουν στην καθημερινή ζωή. Μοιάζει αυτά τα δύο, σε συνδυασμό με τον τρόπο που μεγαλώνει κανείς  και τον χαρακτήρα του και τις κλίσεις του, να τον οδηγούν κάποτε στην αναζήτηση κάτι βαθύτερου, λεπτότερου ή πάλι –αντίθετα- μπορεί αυτά τα ίδια να τον κάνουν να στραφεί σε ένα αδιάκοπο, αλόγιστο κυνήγι ευχαρίστησης όλων των λογιών, όπου σε κάθε στροφή του δρόμου παραμονεύει πάντα η απογοήτευση, το άγχος, η θλίψη; Νομίζω, ύστερα από τρία παιδιά που έχω μεγαλώσει,  το αίσθημα του ανικανοποίητου και, κυρίως, της λαχτάρας για κάτι άλλο, κάπου εκεί λίγο πριν την εφηβεία αρχίζουν να παρουσιάζονται για να εκδηλωθούν, τελικά, αργότερα με ορμή. Εάν έχει προηγηθεί παιδική ηλικία με σοβαρά προβλήματα, τότε υπάρχει κίνδυνος (όχι πάντα) να σπρώξουν σε καταστροφικές συνήθειες, όπως ναρκωτικά κ.λπ. Εάν έχει προϋπάρξει μια μέση υγιής οικογενειακή ζωή κι ανατροφή, παρουσιάζονται ανησυχίες για την πολιτική, την τέχνη, τη θρησκεία κ.λπ. Επίσης, μπορεί όλο αυτό να στραφεί στην επιθυμία για οικονομική άνεση ή ακόμα και απόκτηση όλο και μεγαλύτερου πλούτου. Ο έρωτας παίζει μεγάλο ρόλο σ’ όλες τις περιπτώσεις — είτε σαν φρένο είτε το αντίθετο, σαν προωθητική δύναμη.  Ίσως μετά το τέλος της εφηβείας και, πάντως, όταν τεθεί θέμα επιβίωσης, παίζεται το προς τα πού θα στραφούν: το αίσθημα του ανικανοποίητου κι εκείνη η λαχτάρα για «κάτι άλλο». Θα μετατραπούν σε προσήλωση σε κάποια πίστη ή ιδεολογία, όπου από πίσω καιροφυλακτεί ο φανατισμός, η βία και άλλα παρόμοια; Θα γίνουν κινητήρια δύναμη για απόκτηση όλο και περισσότερης εξουσίας, πλούτου, ευχαρίστησης ή θα κλειστούν ερμητικά σ’ ένα «ντουλάπι» της ψυχής για να μην «ενοχλούν»;Μπορούν, άραγε, να συνεχίσουν να υπάρχουν και τα δύο, παράλληλα με την καθημερινή ζωή, ζωντανά αλλά… αμέτοχα, διατηρώντας τον νου ξύπνιο, σε μια κατάσταση αδιάκοπης παρατήρησης όσων συμβαίνουν «μέσα κι έξω» μας, μαθαίνοντας έτσι διαρκώς αυτό που πραγματικά είμαστε — εκείνο που γεννήθηκε σ’ αυτόν τον τόπο και λέγεται, «γνώθι σ’ αυτόν»;  Και αν ναι, πώς θα καταφέρει ένας γονιός να αναθρέψει τα παιδιά του, δίνοντάς τους μια τέτοια εκπαίδευση, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να διατηρήσουν ζωντανό αυτό το ανικανοποίητο και τη λαχτάρα για κάτι άλλο, χωρίς να στραφούν σε ένα αδιάκοπο κυνήγι ευχαρίστησης, αποφυγής του πόνου ή να τα κάνει ένα  ιδανικό που… ε,  κάποτε θα το φτάσει;
Μήπως θα πρέπει, αποκτώντας κανείς παιδιά, να ξαναδεί το θέμα της δικής του ζωής;  Μήπως, δηλαδή, πρέπει πρώτα ο γονιός να φροντίσει να έχει ένα νου που διαρκώς ερευνά και δεν αράζει βολικά σε καμία πίστη για τίποτα; Να έχει ένα νου που είναι πάντα ξύπνιος  (όχι έξυπνος, ξύπνιος), που θα’ χει την ποιότητα που δίνει η δημιουργική αμφιβολία; Εκείνη που σε κάνει να μην γίνεσαι οπαδός, να μη δέχεσαι αυθεντίες στα ψυχολογικά ή πνευματικά θέματα ή ερμηνευτές ή ενδιάμεσους σε σένα και την Αλήθεια; Ένας τέτοιος νους, δεν θα αχρήστευε κάθε είδους φυγή; Από το τσιγάρο έως τα ναρκωτικά· και από τις οργανωμένες θρησκείες έως τις δεκάδες ομάδες ντόπιων και ξενόφερτων «δασκάλων» τύπου «γκουρού», οργανωμένων σε σχολές, κέντρα ή διάφορους ομίλους: μελετητών, εξυπηρετητών, καλοθελητών, ινδουιστών, βουδιστών, βενταντιστών, λαμαϊστών κ.λπ. που όλοι τους εκεί μιλούν για αγάπη, χωρίς να έχουν πάρει χαμπάρι ότι η αγάπη έχει φύγει απ’ το παράθυρο, επειδή βαρέθηκε να κάθεται κάπου, όπου πιστεύουν ότι μπορεί κανείς στο  να εξασκηθεί στο να αγαπά;
Η Μαρία, στα οχτώ της τότε, επέμεινε ρωτώντας για δεύτερη φορά: «Υπάρχει Θεός, μπαμπά;»
Και της απάντησα, πάνω κάτω, τα εξής: «Αν υπάρχει, παιδί μου, θα πρέπει να τον βρεις μόνη σου και μέσα σου. Πουθενά αλλού κι από κανέναν — ούτε από μένα, κυρίως από μένα. Και, πάντως, θα πρέπει να αρχίσεις από απλά πράγματα: απ’ αυτό που πραγματικά  είσαι εσύ· από τον εαυτό σου. Για να πάει κανείς μακριά, πρέπει να ξεκινήσει από κοντά, από εκεί που βρίσκεται, έτσι δεν είναι; Και μαθαίνοντας διαρκώς εσύ για σένα, κοιτάζοντας χωρίς κριτική και δικαιολογίες  αυτό που είσαι, ό,τι κι αν είναι αυτό, όσο κι αν δεν σ’ αρέσει, χωρίς ενοχές και φόβο. Τότε, αν κάτι στ’ αλήθεια και βαθιά δεν σ’ αρέσει, θα σταματήσει από μόνο του, θα σβήσει χωρίς καμία άλλη προσπάθεια, χωρίς να χρειάζεται να φτιάξεις ένα ιδανικό που θα τρέχεις πίσω του κοροϊδεύοντας τον εαυτό σου ότι θέλεις ν’ αλλάξεις· χωρίς να φορτώσεις την ευθύνη της ζωής σου σε κάποιον άλλον, όποιος κι ό,τι κι αν είναι αυτός κι όσο κι αν προσφέρεται ο ίδιος να το κάνει· κυρίως τότε. Καθώς θα μεγαλώνεις, θα δεις ότι στη ζωή σου, θα σταματάει πραγματικά μόνο ό,τι δεν θέλεις άλλο κι όχι ό,τι θα ήθελες να είναι αλλιώς. Θα δεις ότι πρώτα δεν θα θέλεις άλλο μια σχέση και μετά θα έρχεται η καινούργια – ποτέ το αντίθετο. Η προσπάθεια για να φέρεις κάτι που θεωρείς θετικό, απλώς θρέφει το αρνητικό, ενώ η άρνησή του, φέρνει το τέλος του και στη θέση του μπαίνει, χωρίς καμιά προσπάθεια, το θετικό. Είναι όπως με το τσιγάρο: όσο θέλεις να το κόψεις είσαι σε σύγκρουση και τελικά καπνίζεις πιο πολύ για να … ξεχάσεις τη σύγκρουση. Ενώ όταν αληθινά και βαθιά πάψεις να θέλεις να καπνίζεις, σταματάει χωρίς καμιά προσπάθεια, από μόνο του. Μ’ έπιασε φλυαρία μωρό μου. Σε ζάλισα;».
Η κόρη μου, με κοίταζε χωρίς να μιλάει και μου φάνηκε ότι μπορεί να μην είχε πιάσει λογικά αυτό που της έλεγα, αλλά ότι το είχε νοιώσει. Κι αυτό θα είχε σημασία να έχει γίνει, σε όποια ηλικία κι αν ήταν. Και είκοσι επτά χρόνια μετά, μου απόδειξε ότι είχε καταλάβει…

Ναι, έτσι είναι. Τα παιδιά «νοιώθουν», γι’ αυτό και «πιάνουν» περισσότερα από τους μεγάλους, που δουλεύουν με το μυαλό. Το ότι καταλαβαίνεις κάτι λογικά, λεκτικά, δεν σημαίνει και πολλά. Πρέπει να το νοιώσεις. Να το γευτείς. Είναι σαν το φαΐ: δεν μπορείς να ξέρεις τη γεύση κάποιου  φαγητού σ’ ένα εστιατόριο, ούτε να χορτάσεις την πείνα σου, διαβάζοντας απλώς το όνομά του στο μενού, πρέπει να το φας.
Σας φιλώ.
Π.

Το ποτήρι το νερό

Θυμήθηκα μια ιστορία από την Ινδική παράδοση που κάπου είχα διαβάσει πριν κάμποσα χρόνια — δεν θυμάμαι πού. Θα προσπαθήσω να την ξαναφέρω στο μυαλό μου και να σας τη γράψω εδώ. Λοιπόοον…
Κάποτε, ένας αναζητητής της Αλήθειας φτάνει στον Θεό και του ζητάει να τον δεχτεί για μαθητή του και να του διδάξει την Αλήθεια. Και ο καημένος ο Θεός που υποφέρει εκείνη την ημέρα από τη φοβερή ζέστη που κάνει του λέει: «Αχ, φίλε μου, σκάω από τη ζέστη. Μπορείς να μου φέρεις ένα ποτήρι νερό»; «Και βέβαια, Θεέ μου», απαντάει πρόθυμα ο υποψήφιος μαθητής και βγαίνει έξω. Σταματάει στο πρώτο σπίτι που συναντάει και χτυπά την πόρτα. Του ανοίγει μια πολύ όμορφη κοπέλα, που ο αναζητητής της αλήθειας την ερωτεύεται, παντρεύονται κι αποκτά τρία παιδιά μαζί της. Μια μέρα αρχίζει να βρέχει και να μη λέει να σταματήσει! Έβρεχε, έβρεχε, έβρεχε, μέχρι που οι χείμαρροι φούσκωσαν το ποτάμι που πλημύρισε τους δρόμους κι άρχισε να παρασέρνει τα σπίτια. Τότε, ο αναζητητής της αλήθειας παίρνει τη γυναίκα του και τα παιδιά του και κουβαλώντας τα στον ώμο προσπαθεί να τα σώσει από την ορμή του νερού. Όμως, τα νερά αρχίζουν να τον παρασέρνουν κι εκείνος φωνάζει απελπισμένος: «Σε παρακαλώ Θεέ μου, σώσε με». Και τότε ακούγεται η φωνή του Θεού να του λέει: «Πού είναι το ποτήρι το νερό που σου ζήτησα»;
Είναι αλήθεια ότι κανείς ξεκινάει με τις καλύτερες προθέσεις, έχοντας κάθε καλή διάθεση, αλλά είναι πολύ εύκολο κάποια στιγμή να «πάρει κάποια λάθος στροφή» και να χάσει το δρόμο του, ξεχνώντας για πού πήγαινε. Πώς το λέει, κάποιος ποιητής; Α, ναι: «Πού ‘σαι νιότη που ‘δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος…». Χρειάζεται πολύ και αδιάκοπη επίγνωση για να μην χάσει κανείς το «δρόμο» του. Κι αν πάλι τον χάσει και το πάρει χαμπάρι κάποια στιγμή, θα πρέπει να έχει την εντιμότητα και την ειλικρίνεια να το παραδεχτεί και την ενέργεια που χρειάζεται για να πάρει στροφή επιτόπου και να πάρει τον αρχικό του δρόμο. Όπως το λέει και πάλι ένας ποιητής (αυτόν τον θυμάμαι) ο Σεφέρης: «Πήραμε τη ζωή μας… λάθος. Κι αλλάξαμε ζωή».
Αυτή είναι η σοβαρή πλευρά της ιστορίας που σας είπα, συμφωνείτε; Όμως, αυτή η ίδια ιστορία, λέει και κάτι άλλο που με διασκεδάζει πάρα πολύ! Το προσέξατε; Χα, χα, χα… Μνησικακούλης τύπος ο Θεούλης, ε; Του τη φύλαγε: Χα, χα, χα… Όχι; Λέτε να μην είναι έτσι; Πιθανόν. Ε, όπως το δει κανείς… Ωχ, ωχ…  Ας σταματήσω όμως γιατί «μ’ έπιασε» ο Θεός στο  Skype!
Σας φιλώ.
Π.


Η Βγενούλα κι ο Γενναίος αδερφός της

Σε λίγο φεύγω για το αεροδρόμιο. Θα γυρίσω πίσω στις 23 του μήνα, κι επειδή δεν είμαι σίγουρος για το τι «παίζει» τώρα, εκεί που πάω, από ασύρματη σύνδεση στο ίντερνετ, λέω να ανεβάσω πριν φύγω ένα παραμύθι για να μην … γιορτάζουμε τα γενέθλιά μου επί δέκα μέρες.
«Η Βγενούλα και ο Γενναίος αδερφός της», λοιπόν, που τους βλέπετε αυτοπροσώπως στη φωτογραφία, τη στιγμή που ο γενναίος αδερφός μόλις έχει σώσει την αδελφή του από τον κακό δράκο κι εκείνη τον κουβαλάει τραυματισμένο  γρήγορα στο  σπίτι γιατί δεν αντέχει να τον βλέπει να σφαδάζει από τους πόνους!  (Τσ, τσ, τσ… τελικά το ‘χω  πολύ εύκολο το παραμύθι!!!  Κι άραγε κολλάνε αυτά με το παραμύθι που θ’ ακούσετε; Δεν το θυμάμαι καθόλου (ε, από το 1981 είναι) και δεν προλαβαίνω τώρα να το ακούσω.
Ευχαριστώ και πάλι για τις ευχές σας χθες.
Σας φιλώ όλους
Π

[audio:http://www.fileden.com/files/2009/9/2/2562339/par1/1_3-H-Vgenoula-ki-o-Gennaios-aderfos-ths.mp3]

Ένα τραγούδι για τα γενέθλια

Ένα «παραμυθομεγαλωμένο»  -προφανώς- κορίτσι, η Ανθή Κοκκίνου, (λέω το όνομα γιατί το σχόλιο έγινε επώνυμα στο facebook) μου άφησε τα χρόνια πολλά για τα γενέθλιά μου, μαζί με ένα link για ένα τραγούδι που έχει τίτλο, «Ο Παραμυθάς». Δεν το είχα ξανακούσει ποτέ. Μου άρεσε και με συγκίνησε πάρα πολύ γιατί κάποιοι στίχοι αγγίζουν κάτι πολύ προσωπικό μου κι εντυπωσιάστηκα!!!
Το σχόλιο της Ανθής ήταν: «Ένα μικρό δώρο από ένα «παιδί» 30 χρονών!!!! Χρόνια πολλά και πάντα δημιουργικός και ονειροπόλος….»
Ευχαριστώ πολύ όπως ευχαριστώ και όλους σας για τις ευχές σας. Αποφάσισα  να βάλω κι εγώ εδώ το video του τραγουδιού, που είναι μίας εξαιρετικής ευαισθησίας και ευγένειας  (τουλάχιστον για τα γούστα μου) και από κάτω τους στίχους.
Σας φιλώ πολύ
Π.

Ο Παραμυθάς

(στίχοι: Κώστας Γκολέμης/Μίλτος Πασχαλίδης, Μουσική: Μίλτος Πασχαλίδης)

Βρίσκω παρέες και γνωστούς
Φίλους καλούς και καρδιακούς
Και λέω παραμύθια

Κι ύστερα τρέχω στα στενά
Ψάχνοντας μες στα σκοτεινά
Να βρω καμιάν αλήθεια

Παραμυθάς γυρνώ ξανά
Σε μέρη γνώριμα παλιά
Με την κιθάρα μου αγκαλιά
Και δυο τραγούδια συντροφιά

Κι όταν για χρόνο αρκετό
Κρατώ το στόμα μου κλειστό
Το παραμύθι σβήνει

Κι όλοι μαζί κατηγορούν
Γιατί δεν πρόλαβαν να ειδούν
Και η αυλαία κλείνει

Παραμυθάς γυρνώ ξανά
Σε μέρη γνώριμα παλιά
Με τη κιθάρα μου αγκαλιά
Και δυο τραγούδια συντροφιά

Μα εγώ δεν ήρθα για να δω
Ήρθα μονάχα για να πω
Ρόλο και θα φύγω

Είμαι από μέρη μακρινά
Όπου η αλήθεια
Δεν μετρά πάνω από έναν στίχο

Παραμυθάς γυρνώ ξανά
Σε μέρη γνώριμα παλιά
Με την κιθάρα μου αγκαλιά
Και δυο τραγούδια συντροφιά

Οι δώδεκα πριγκίπισσες

Λοιπόοοον… Μόλις έγραψα ένα διορθωτικό σχόλιο στο προηγούμενο post  και λέω να ανεβάσω τώρα ένα ακόμα από τα παραμύθια που έχω πει στη σειρά, «Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ». Είναι οι «Δώδεκα Πριγκίπισσες» των Αδελφών Γκριμ.
Καλό βράδυ.
Σας φιλώ
Π.

[audio:http://www.fileden.com/files/2009/9/2/2562339/par1/1_1-Oi12Prigkipises.mp3]

Η έκθεση του αγοριού

Μία φίλη μου έστειλε μία μικρή ιστορία, που μου άρεσε πάαααααρα πολύ και γι’ αυτό αποφάσισα να την ανεβάσω εδώ.
Σας φιλώ πολύ.
Καλό βράδυ.
Π.

«Θεέ μου, απόψε σου ζητάω κάτι που το θέλω πάρα πολύ. Θέλω να με κάνεις τηλεόραση! Θέλω να πάρω τη θέση της τηλεόρασης που είναι στο σπίτι μου. Να έχω… το δικό μου χώρο. Να έχω την οικογένειά μου γύρω από μένα. Να με παίρνουν στα σοβαρά όταν μιλάω. Θέλω να είμαι το κέντρο της … προσοχής  και να με ακούνε οι άλλοι χωρίς διακοπές η ερωτήσεις. Θέλω να έχω την ίδια φροντίδα που έχει η τηλεόραση όταν χαλάει…
Όταν θα είμαι τηλεόραση, θα μου κάνει παρέα ο πατέρας μου όταν έρχεται σπίτι από τη δουλειά, ακόμα κι αν είναι κουρασμένος. Και η  μαμά μου θα κάθεται κοντά μου όταν είναι λυπημένη και στενοχωρημένη, αντί να με αγνοεί. Θέλω τ’ αδέλφια μου να μαλώνουν για το ποιος θα περνάει ώρες μαζί μου. Θέλω να νοιώθω ότι η οικογένειά μου αφήνει τα πάντα στην άκρη, πότε – πότε, μόνο για να περάσει λίγο χρόνο με μένα. Α! Και το τελευταίο:  κάνε με τηλεόραση για να τους κάνω όλους ευτυχισμένους και χαρούμενους. Θεέ μου, δεν ζητάω πολλά.
Θέλω μόνο να γίνω σαν μια τηλεόραση!»

H δασκάλα που το διάβασε  – βαθμολογώντας τις εκθέσεις των παιδιών της τάξης της -έβαλε τα κλάματα. Ο άντρας της που μόλις είχε μπει στο σπίτι, τη ρώτησε: «τι συμβαίνει;»
Αυτή απάντησε: «Διάβασε αυτή την έκθεση, την έχει γράψει ένας μαθητής μου».
Ο σύζυγος μόλις τη διάβασε είπε, συγκινημένος: «Το καημένο το παιδί. Τι αδιάφοροι γονείς είναι αυτοί που έχει!»
Τότε η γυναίκα του τον κοίταξε και του είπε: «Αυτή η έκθεση είναι του γιου μας!..»

Χρόνια πολλά Άιναφετς

Πριν κάνα χρόνο και, είχα τύψεις που καθόμουν με τις ώρες στο κομπιούτερ για το blog μου και εγκατέλειπα τη γυναίκα μου. Έτσι την έσπρωξα… στον όλεθρο (τον δικό μου) κι άνοιξε δικό της blog που σήμερα κλείνει ένα χρόνο.  Πού να το φανταζόμουν ότι τώρα θα ήμουν εγώ ο «εγκαταλειμμένος»!!! Ξυπνάω το πρωί, εκείνη στο κρεβάτι με το κομπιούτερ στα πόδια. «Πάμε για φαγητό», λέω το μεσημέρι, «μισό λεπτό», μου λέει «απαντάω σε κάτι σχόλια. Πέφτω για ύπνο το βράδυ, εκείνη στο κρεβάτι με το κομπιούτερ στα πόδια. Τι να πω!

Χρόνια πολλά στο blog σου Άιναφετς, χαλάλι σου. Ευτυχώς που δεν υπήρχαν blog στα πρώτα χρόνια του γάμου μας.

Φιλιά,
Π.