Καλή Χρονιά

Kony

Σας ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου, που με τα σχόλιά σας στο χθεσινό post (όσα ήδη γράφτηκαν κι όσα ανάλογα πιθανόν να γραφτούν) ξαναφέρνετε μια γεύση αγάπης  σε αυτό το blog.  Και μια και είναι γιορτές και θα έχετε χρόνο, θα σας ανεβάσω εδώ την πρώτη ταινία του «μάστορα» (έβδομη στη σειρά) που έστειλε στο Φεστιβάλ Δράμας πριν μερικά χρόνια. Ο ίδιος δεν τη γουστάρει και την έχει σχεδόν «αποκηρύξει», αλλά εμένα εξακολουθεί να μου αρέσει. Χώρια που είναι η πρώτη φορά που είχα ως ηθοποιός σκηνοθέτη το γιο μου και ως παραγωγός, υπεύθυνη παραγωγής την κόρη μου. Σταματώ εδώ, για να μην … «κατέβει» πολύ κάτω το χθεσινό post, «Τι είναι αγάπη;».
Καλή Κυριακή
Σας φιλώ πολύ
Π.
Υ.Γ. Όλο ξεχνάω να σας πω, ότι αυτό το «Π» με το οποίο υπογράφω σχεδόν όλα τα posts σε αυτό το blog, είναι σαν νόμισμα: έχει δύο όψεις. Σημαίνει και «Παραμυθάς», και «Πιλάβιος». Διαλέγετε και παίρνετε.

«Τι είναι αγάπη;»

Διαβάζοντας το ερώτημα της nelli nezi  «τι είναι αγάπη;» σε ένα τελευταίο σχόλιό της, μου ήρθε στο νου κάτι που είχα ακούσει πολλά χρόνια πριν: «Η αγάπη είναι ό,τι δεν είναι». Δηλαδή, αφού πετάξεις ό,τι δεν είναι, εκείνο που θα μείνει είναι  αγάπη. Μόνο που είναι πάρα πολλά όσα δεν είναι. Για παράδειγμα: Είναι αγάπη ο φόβος; Είναι αγάπη  η ιδιοκτησία, η ζήλια, ο ανταγωνισμός,  ο έρωτας;… Αυτό το τελευταίο είναι από τα  πιο λεπτά και ύπουλα. Αυτό σκεφτόμουν, λοιπόν, πριν λίγο και μου ήρθε η ιδέα να ανεβάσω εδώ κάτι από το ημερολόγιό μου. Η τελευταία σημείωση που είχα κάνει έντεκα χρόνια πριν, βγαίνοντας από την τελευταία φορά που ερωτεύθηκα στη ζωή μου. Ναι, είναι πολύ προσωπικό, αλλά δεν με νοιάζει. Κάποτε σε κάποιο σχόλιο, ένα κορίτσι  σημείωνε ενοχλημένα (!!) ότι αρκετά από αυτά που λέω είναι πολύ προσωπικά, λες και δεν είναι δικά μου!! Τα μόνα προσωπικά μου που δεν θα έλεγα  ποτέ, είναι εκείνα όπου θα ήμουν αναγκασμένος να μιλήσω και για πράγματα άλλων.  Αυτό που σας έχω γράψει πριν καιρό, ότι δεν με νοιάζει τι θα πει ο κόσμος  σημαίνει και ότι δεν με νοιάζει τι εικόνα έχουν οι άλλοι για μένα. Ξέρετε, οι άνθρωποι έχουν εικόνες ο ένας για τον άλλον (και για τον εαυτό τους φυσικά) κι έτσι δεν έχουν σχέση οι ίδιοι μεταξύ τους, αλλά οι εικόνες τους.  Έτσι δεν με αφορά η εικόνα που έχετε για μένα σαν «Παραμυθά». Με αφορά -και με συγκινεί τρομερά- κάθε εκδήλωση αγάπης από αυθόρμητη παιδική αθωότητα που πηγάζει από παλιά, αλλά δεν με αφορά κανένα σχόλιο που πηγάζει από τις εικόνες που έχετε για μένα ή από έναν παλιμπαιδισμό ενός ενήλικα, που θεωρεί ότι ένας ηθοποιός πρέπει να είναι και να φέρεται σαν τον ρόλο που έπαιζε κάποτε!!! Σκέψου και να μην είχα γράψει εδώ και τα δύο ή τρία σχετικά post γι’ αυτό το θέμα.
Και για να γυρίσουμε στο ερώτημα της nelli nezi , «Τι είναι αγάπη;».  Κάποια στιγμή, μπαίνοντας σε μια ερωτική ιστορία, άρχισα να έχω μία επίγνωση που μου φανέρωσε πράγματα που δεν είχα ξαναπροσέξει σε προηγούμενες, ανάλογες ιστορίες. Κι έτσι, χωρίς καμιά προσπάθεια, χωρίς να έχω τέτοια πρόθεση, φαίνεται πως τέλειωσα με το θέμα, μια κι από τότε δεν ξαναχώθηκα σε κάτι τέτοιο και δεν μοιάζει να ξαναχωθώ ποτέ. Ίσως να βρείτε κάποιο ενδιαφέρον σ’ αυτό το απόσπασμα, σε σχέση με το ερώτημα, «τι είναι αγάπη;», παρόλο που είναι πολύ δύσκολο να μπούνε μερικά πράγματα σε λέξεις. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, ό,τι θα διαβάσετε, δεν είναι αντίθετο στον έρωτα, κάθε άλλο. Ελπίζω να το διακρίνετε.
Και εκτός από το θέμα της αγάπης που είναι πάντα επίκαιρο, ας σας θυμήσω και κάτι Χριστουγεννιάτικα επίκαιρο, που το είχα ανεβάσει πριν δύο Χριστούγεννα: Μία σπάνια ηχογράφηση του 1979, της «Αγέλαστης Πολιτείας και τους Καλικάντζαρους» με τους Κατσιμιχαίους  και τον … Παραμυθά. Κάντε ένα κλικ ΕΔΩ και θα σας πάει στο παλιό post.
Χρόνια πολλά σε όσες και όσους γιορτάζουν.
Σας φιλώ πολύ
Ν.Π.

ΣΑΒΒΑΤΟ, 5 ΜΑΙΟΥ 1998
Δεν υπάρχει ο «ερωτευμένος» σαν αληθινή οντότητα, υπάρχει μόνο σκέψη που κάνει τον έρωτα να μοιάζει με αγάπη κι έτσι κατασκευάζει τον ερωτευμένο. Σαν τον τρελό που η πραγματικότητά του είναι ότι είναι ο Μέγας Ναπολέοντας, πράγμα που τον κάνει να φέρεται σαν κι εκείνον, οπότε βάζει το χέρι στην κοιλιά του, φωνάζει τη Ζοζεφίνα, κάνει συμβούλια με τους στρατηγούς του  κ.λπ. αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν είναι ο Μέγας Ναπολέων. Έτσι και η σκέψη κατασκευάζει τον ερωτευμένο, που νομίζει ότι αγαπάει, ενώ είναι απλώς ερωτευμένος. Δηλαδή, κατασκευάζει μία πραγματικότητα, που φέρνει κάποια υπαρκτά αποτελέσματα στη συμπεριφορά του, αλλά που δεν είναι αλήθεια αυτό που νομίζει. Δηλαδή, ό,τι νοιώθει δεν είναι αγάπη.
Προσπαθώ να ανακαλύψω, να παρακολουθήσω τη διαδικασία  κατασκευής του ερωτευμένου σαν μια οντότητα διαφορετική από την «κανονική», που «γεννιέται» με την εμφάνιση του έρωτα και «πεθαίνει» μαζί του:  Φαίνεται πως η αγάπη βρίσκεται, κατά κάποιο τρόπο, μέσα στον καθένα μας — παντού! Αν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους σ’ αυτό, μάλλον βρίσκεται στο πόσο βαθιά «θαμμένη» είναι στον καθένα· στο πόσες πιθανότητες, πόσα περιθώρια έχει αφήσει ο καθένας να «εκδηλώνεται» λιγότερο, περισσότερο ή και καθόλου. Τώρα:  φαίνεται ότι υπάρχουν κάποια λίγα πρόσωπα στη ζωή μας, που όταν τα συναντάμε,  χωρίς να το θέλουμε, έλκουμε το ένα πρόσωπο το άλλο, καθώς μοιάζει  να δημιουργείται ανάμεσά μας , από διάφορα στοιχεία που έχουμε ο καθένας:  δέρματος, μυρωδιάς, χρώματος, ήχου φωνής, γεύσης, ίσως ζωδίου ή ίσως και επαφής σε προηγούμενες ζωές, αν υπάρχει αυτό που λένε μετενσάρκωση. Μοιάζει, λοιπόν,  να δημιουργείται ένα είδος «χημείας» που ανοίγει -ξαφνικά και με δύναμη, σχεδόν «βίαια»-  ένα παράθυρο στην αγάπη, που όμως το κλείνουμε καθώς ο νους, γαντζώνεται στον έρωτα, ύστερα εστιάζει τον έρωτα στο συγκεκριμένο πρόσωπο, για να τον συνδέσει τελικά με το σεξ που παίρνει έτσι μία επιπλέον ή μία άλλη διάσταση από εκείνη της καθαρής, απλής,  βαθιάς, φυσικής λειτουργίας και γίνεται ψυχολογική ανάγκη, για να δημιουργήσει τελικά τον «ερωτευμένο». Όλα γίνονται με απίστευτη ταχύτητα, σε ελάχιστα μη συνειδητά, κλάσματα δευτερόλεπτου, από μία πολύ λεπτή, γρήγορη και βαθιά σκέψη, αιώνες εξασκημένης σ’ αυτό, και μετά… τέλος: η αγάπη έχει υποκατασταθεί· έχει πάρει «λάθος στροφή».
Αυτό σημαίνει ότι ο έρωτας είναι σκέψη, δηλαδή μνήμη —  ανάμνηση εκείνης της αγάπης που εμφανίστηκε για δευτερόλεπτα. Κι αυτό, ίσως,  εξηγεί το γεγονός ότι κάποια στιγμή -και πάντα- ο έρωτας τελειώνει. Ενώ η αγάπη δεν τελειώνει ποτέ.

ΤΡIΤΗ 27 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1998
Ο έρωτας είναι αγάπη που έχασε το δρόμο της. Η αγάπη υπάρχει εκεί για όλους, δίχως να ανήκει σε κανέναν· η οικειοποίησή της είναι έρωτας. Ο έρωτας, στέκεται ένα σκαλοπάτι πριν από την αγάπη χωρίς να μπορεί να τη δει. Μοιάζει να είναι δύναμη που έχει σχέση με τούτο το χώρο ανθρώπινων σχέσεων που είναι μέσα στον πόνο, στη θλίψη και ίσως στην ευτυχία, αλλά όχι στη Χαρά. Η Χαρά ανήκει στην αγάπη. Την αγάπη δεν μπορείς να την οικειοποιηθείς. ‘Η «μπαίνεις» σ’ αυτήν ή τίποτα. Η αγάπη φαίνεται να είναι «άλλου χώρου» από τούτον, μοιάζει να είναι γέφυρα με κάποιον άλλο χώρο από τούτο. Η αγάπη δεν σκέφτεται, δεν  χαίρεται, δεν κλαίει, δεν αγωνιά, δεν επιθυμεί· είναι απλώς «εκεί» και περιμένει να σε πλημμυρίσει. Δεν μπορείς «να την κάνεις» τίποτα. Εκείνη «σε κάνει». Δεν είναι συναίσθημα, είναι κατάσταση.
Τον έρωτα μπορείς να τον οικειοποιηθείς· να τον εστιάσεις σε ένα πρόσωπο· να τον περιορίσεις σε ένα πρόσωπο· να νομίσεις ότι είναι ιδιοκτησία σου το άλλο πρόσωπο· ότι σε ένωσε για πάντα με το άλλο πρόσωπο, με εκείνο το «άλλο» που αναζητάει η καρδιά σου. Απίστευτη πλάνη! Από τη στιγμή που η αγάπη χάσει το δρόμο της και γίνει έρωτας, είναι απλώς συσσώρευση μνήμης. Με αυτή τη μνήμη δένεσαι και βουλιάζεις στα σκοτάδια του έρωτα: την εξάρτηση, την ιδιοκτησία, το φόβο, τη ζήλια, τον ανταγωνισμό, την αβάσταχτη θλίψη, την αυτοκτονία ή το φόνο καμιά  φορά εξαιτίας ακριβώς της άρνησης ν’ αφήσεις τον ερωτικό δεσμό να πεθάνει! Τα σκοτάδια του έρωτα είναι μνήμη. Γι’ αυτό είναι σκοτάδια. Αν ήταν ζωντανό παρόν που πεθαίνει την κάθε στιγμή,  θα ήταν φως.

Βγήκα από το σκοτάδι. Χωρίς να κάνω τίποτα. Αφημένος να βουλιάξω ως στον πάτο — δίχως να το θέλω, αλλά και χωρίς να αντιστέκομαι. Αφημένος στον πόνο, στη ζήλεια, στην ανασφάλεια, στις ενοχές, στον εξευτελισμό, στην αυτολύπηση, στην χαμηλή αυτοεκτίμηση, με μια παράξενη, όλο και αυξανόμενη, επίγνωση. Και να: η θέα πάνω από την κορφή του λόφου είναι μαγευτική! Και ξαφνικά η μνήμη έσβησε. Είμαι εδώ. Εκείνη η γυναίκα είναι εκεί· τυλιγμένη με μια βαθιά διακριτική φιλία πια. Ξέρω κάθε λεπτό της ιστορίας. Αλλά καθώς θυμάμαι τα γεγονότα, μέσα μου δεν υπάρχει κανένα από τα συναισθήματα που τα συνόδευαν. Το όνομά της δε γεννάει καμιά μαζοχιστική συγκίνηση. Οι εικόνες δεν γεννούν κανενός είδους συναισθηματική αντίδραση. Σαν να παρατηρώ τον μηχανισμό ενός ρολογιού για να δω πώς δουλεύει. Είναι απίστευτο! Σαν να είναι η ιστορία ενός άλλου. Γοητευτική, έντονη, αλλά άλλου -κάποιου που πέθανε.
Η μνήμη σβήστηκε. Μόνη της. Χωρίς προσπάθεια. Σαν κάποιος να τράβηξε το καλώδιο του κομπιούτερ από την πρίζα!
Το «σβήσιμο της ψυχολογικής μνήμης» για το άλλο πρόσωπο και τη σχέση μαζί του, έχει γίνει. Κι αυτό είναι κάτι που μπορεί να γίνει από τον καθένα. Είναι εκεί για τον καθένα.  Σε περιμένει να ανακαλύψεις μόνος σου πώς μπορεί να συμβεί, γιατί αυτό το σβήσιμο της ψυχολογικής μνήμης δεν μπορείς να το κάνεις ή να το προκαλέσεις, αλλά απλώς να το αφήσεις να συμβεί. Και η χαρά και η ελευθερία που εκλύονται από την ανακάλυψη αυτή είναι κάτι απίστευτο!
Η «θέα πάνω από την κορφή του λόφου» είναι μαγευτική!
Αν μπορούσα να τη δείξω και σ’ άλλους… Τι τέλεια έλλειψη κάθε συναισθηματισμού, κάθε συγκίνησης! Απίστευτη χαρά!…

Μία τρελή ιδέα.

Και τώρα κάτι που δεν θα το περίμενε κανείς (εκτός και αν το είχε δει πολύ παλιά στην τηλεόραση). Όπως θα ξέρετε από το βιογραφικό μου σ’ αυτό το μπλογκ, είμαι μεταφραστής βιβλίων του Κρισναμούρτι και συγγραφέας ενός δικού μου γι΄ αυτόν. Επίσης σε κάποιο παλιό ποστ με τίτλο «Οι δάσκαλοί μου, όπως λέμε οι φίλοι μου» είχα αναφέρει τον Κρισναμούρτι και μετά έβαλα ένα πιο αναλυτικό post γι΄αυτόν ΕΔΩ.
Κάποτε, λοιπόν, πριν χρόνια, ένας φίλος μου που δούλευε σε κάποιο από τα κανάλια, και ήξερε αυτή τη σχέση μου με τη δουλειά του Κρισναμούρτι, με παίρνει τηλέφωνο μια μέρα και μου λέει: «Ρε συ. Το ήξερες ότι ο Κρισναμούρτι είχε συναντήσει τον Ιντιάνα Τζονς;»  Ξεράθηκα, βέβαια, στα γέλια, γιατί ήταν η πιο τρελή ιδέα που είχα ακούσει. «Πώς σου ‘ρθε ρε συ αυτό;» τον ρώτησα. «Είναι τηλεταινία ταινία! Μόλις μας ήρθε και θα την παίξουμε τον άλλο μήνα». Δεν πίστευα στ΄ αυτιά μου! Κι όμως το είδα κι αυτό στο ζωή μου: Τη συνάντηση του Κρισναμούρτι με τον Ιντιάνα Τζονς! Είναι μια ωριαία τηλεταινία, του Τζορτζ Λούκας, στη σειρά, «Τα χρονικά του νεαρού Ιντιάνα Τζονς». Τρελή ιδέα! Και πολύ καλοφτιαγμένη τηλεταινία, βασισμένη στα αληθινά ιστορικά γεγονότα της εποχής, όπως παρουσιάζονται στη βιογραφία του Κρισναμούρτι. Σκέφτηκα, λοιπόν, μετά από τα ζόρια των τελευταίων εβδομάδων, να δούμε κάτι που να το ευχαριστηθούμε. Αν μάλιστα δεν το έχετε ξαναδεί, θα το ευχαριστηθείτε διπλά.
Σας φιλώ πολύ.
Καλό βράδυ.
Π.

«Η φίλη μου η Ντόλυ»

COVER MY FRIENDS COVER MY ADVENTURES

Αυτά που βλέπετε είναι τα εξώφυλλα των δύο βιβλίων του «ΠΑΡΑΜΥΘΑ» που θα κυκλοφορήσουν σε καμιά σαρανταριά μέρες από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ. Θα γίνουν κάποιες εκδηλώσεις προς το τέλος Ιανουαρίου, που σίγουρα θα τις μάθετε. Την μία την ξέρω, θα είναι η 3η Έκθεση Παιδικού & Εφηβικού Βιβλίου από 29/1 έως 1/2. Είναι πολύ πιθανό να κάνω ειδική εκδήλωση, που θα συνδυάζει τα βιβλία, τις καινούργιες εκπομπές της Ε.Ρ.Τ. και θεατρικό παιχνίδι, το Σάββατο 30/1 ή την Κυριακή 31. (Και μια και με απείλησες Καραπιπέρη, ξυρίσου κι έλα για καμιά σκανταλιά).
Οι ιστορίες που υπάρχουν σε αυτά τα βιβλία, είναι-σχεδόν όλες– οι ιστορίες που πάνω τους γράφτηκαν τα σενάρια των εκπομπών. Οι ζωγραφιές των βιβλίων είναι της γυναίκας μου, Στεφανίας Ταπτά, και είναι πλάνα από τις εκπομπές. Συνεννοήθηκα με τον ΕΚΔΟΤΙΚΟ ΟΙΚΟ και συμφωνήσαμε να σας ανεβάσω εδώ ένα παραμύθι όπως θα είναι στο βιβλίο. Δυστυχώς δεν μπορώ να κάνω το ίδιο και με την εκπομπή της Ε.Ρ.Τ. Έβαλα όμως κάνα δυο πλάνα παραπάνω, για χάρη σας. Η ιστορία που θα διαβάσετε, είναι από το βιβλίο «ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ», και όπως όλες οι ιστορίες του Παραμυθά (όπως ξέρετε από τότε που είσαστε παιδιά) είναι και αυτή αληθινή. Πρωτοεμφανίστηκε εδώ στο blog, πριν κανένα χρόνο και είναι γραμμένη για την παραμυθομεγαλωμένη φίλη μου Ντόλυ Ζαφειροπούλου. (Χρωστάω ένα και για την Μαρίλια). Πριν περάσουμε στην ιστορία, θα ήθελα να σας πω δυο λόγια για ό,τι έγινε στα έξι τελευταία post. Πρώτα’ απ’ όλα να πω ότι εκείνοι που εντόπισαν ότι το διασκεδάζω, έπεσαν μέσα. Όλα άρχισαν σε μια στιγμή που είχα αρχίσει να βαριέμαι το blog και ήθελα ή κάτι να μου αναζωογονήσει το ενδιαφέρον ή να το σταματήσω. Την ίδια στιγμή, επίσης, είχε αρχίσει να μην μου αρέσουν κάποια σχόλια που γίνονταν σε βάρος φιλικών μου προσώπων στο blog. Και πάνω εκεί, έγινε αναφορά σε φαντάσματα από το παρελθόν, που ξανάρθαν στο φως. Ε, δεν ήθελα και πολύ, και έκανα αυτό που κάνω σε όλη μου τη ζωή, από τα 20 και μετά, όταν κάτι δεν μου αρέσει: δημιουργώ κρίση. (Επιτρέψτε μου να σας πω μέσα από την καρδιά μου: αν είστε μέσα σε μια οποιουδήποτε είδους σχέση ή σε μια δουλειά που κάτι δεν πάει καλά, μη φοβάστε να δημιουργήσετε κρίση. Ή θα αλλάξουν τα πράγματα ή θα τελειώσουν. Και τα δύο είναι καλύτερα από κάτι που «σέρνεται» και σαν σαράκι σου ροκανίζει την ψυχή). Κι έτσι ξεκίνησε το πανηγύρι. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, κάποιοι ήταν «υπέρ», κάποιοι ήταν «κατά» και κάποιοι, «ναι μεν αλλά». (Αυτό το τελευταίο είναι κάποιες φορές ύποπτο σύγκρουσης μεταξύ λογικής και καρδιάς ή φόβου να πάρει κανείς θέση ή επιθυμίας να έχεις «και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο»). Έφυγαν όποιοι ήταν φύγουν (ελπίζω για πάντα) και να ‘μαστε πάλι εδώ ανανεωμένοι, με «ιστορίες και άλλα…» όπως λέει και το λογότυπο του blog. Και για να το κλείσω, επειδή άρχισε να γίνεται «σεντόνι»: Νομίζω ότι είναι αυτονόητο πως ένα blog σαν κι αυτό, που είναι 100% προσωπικό, αφού δεν κρύβομαι πίσω από ψευδώνυμα, βάζω μέχρι και φωτογραφίες μου και της οικογένειάς μου, έχω την ατυχία να είμαι δημόσιο πρόσωπο και τα τηλέφωνά μου να υπάρχουν στον τηλεφωνικό κατάλογο, νομίζω ότι είναι αυτονόητο, λοιπόν, πως αυτό το blog είναι «σπίτι μου» και στο σπίτι του έχει κανείς το δικαίωμα να δέχεται όποιους γουστάρει. Και δεν γουστάρω ανθρώπους που έχουν τόση μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, ώστε να ενοχλούνται επειδή οι ίδιοι θεωρούν τον εαυτό τους κάτι ξεχωριστό και οι άλλοι δεν τους το αναγνωρίζουν και τους «γράφουν». Επίσης, δεν γουστάρω ανθρώπους που, το ίδιο και χειρότερα, έχουν τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους ώστε να θεωρούν ότι χρειάζεται να πάει σε γιατρό όποιος τους αποκαλεί «μαλάκα»!!! Χα, χα, χα… Απίστευτο αυτό το τελευταίο, ε; Χα, χα, χα… Ελπίζω, πάντως, να απαλλαχτήκαμε από την ομάδα εκείνων που δεν το παίρνουν ανάλαφρα και έχουν γίνει Ε.Λ.Π.Α. Χα, χα, χα… Εδώ σας θέλω, θαμώνες του blogouli της Άιναφετς που μιλάτε με ΚΝΗΦ και ΞΠΡΤ και τέτοια, τι θα πει «Ε.Λ.Π.Α.» ;  Παρακαλώ όσους έχουν διαβάσει το βιβλίο απ’ όπου το πήρα, να συγκρατηθούν και να παίξουν τίμια και να μην το μαρτυρήσουν.
Λοιπόοον… πάρτε μια βαθιά ανάσα, σβήστε τα όλα αυτά και χαλαρώστε για να διαβάσετε μια πραγματικά γλυκειά και τρυφερή περιπέτεια του «Παραμυθά», με τις ζωγραφιές της Στεφανίας και το σκηνοθετικό στήσιμο του Κωνσταντίνου ή «μάστορα».
Σας φιλώ πολύ.
Νίκος Πιλάβιος

Η φίλη μου ο Ντόλυ.

Πριν από πολύ καιρό, γεννήθηκε ένα κοριτσάκι που από μωρό ήταν πολύ όμορφο κι επειδή ο μπαμπάς του είχε ζήσει χρόνια στην Αμερική το έβγαλε, Ντόλυ ─ δηλαδή, «Κουκλάκι». Το κοριτσάκι αυτό, όσο μεγάλωνε γινόταν όλο και πιο όμορφο, αλλά και όλο και πιο καλό και έξυπνο. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά είχε γεννηθεί και με ένα φοβερό χάρισμα: μπορούσε να στέλνει τη σκέψη της στους ανθρώπους και να την ακούνε οι άλλοι μέσα στο κεφάλι τους σαν να τους μιλάει με τηλέφωνο. Την πρώτη φορά που το κοριτσάκι το κατάλαβε αυτό, τρόμαξε! Να τι έγινε:  Εκεί που έπαιζε, μια μέρα,  με τις κούκλες της, ξαφνικά σκέφτηκε ότι διψάει. Κι ενώ δεν είχε πει λέξη γι’ αυτό άκουσε τη μαμά της να της λέει, «να σου φέρω νεράκι, μωρό μου;» και την είδε να σηκώνεται και να της φέρνει νερό από την κουζίνα!

PHOTO (9.1a)

Εκείνη την εποχή που η Ντόλυ ήταν μικρή, ήταν η εποχή που είχα μια εκπομπή στην τηλεόραση και είχε για τίτλο το παρατσούκλι μου: «Ο Παραμυθάς». Η μικρή Ντόλυ καθόταν κάθε εβδομάδα, την ίδια ώρα και μέρα, μπροστά στην τηλεόραση για να βλέπει τις ιστορίες μου. Και κάθε φορά προσπαθούσε να μου στέλνει τη σκέψη της, λέγοντας μέσα της: «θέλω να σε δω Παραμυθά, θέλω να σε δω». Αλλά, βλέπετε, η εκπομπή δεν γινόταν ζωντανά εκείνη τη στιγμή που την έβλεπε η Ντόλυ, γιατί την ετοιμάζαμε μέρες πριν, κι έτσι δεν μπορούσα «ν’ ακούσω» τη σκέψη της.
Επειδή, όμως, στη ζωή υπάρχει περισσότερη φαντασία από οπουδήποτε αλλού, κάποτε ήρθαν έτσι τα πράγματα, που άκουσα τη φωνή της Ντόλυ στο κεφάλι μου. Και να πώς έγινε. Εκεί που όλα πήγαιναν μια χαρά στη ζωή του μικρού κοριτσιού και δεν θα είχε κανένα πρόβλημα, ήρθε να μείνει στο διπλανό σπίτι μια κακιά μάγισσα, τόσο κακιά που δεν την έκανε παρέα κανείς. Η κακιά μάγισσα ζήλευε τόσο πολύ την Ντόλυ που τις νύχτες δεν μπορούσε να κοιμηθεί από το κακό της. Έτσι, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει όλα τα μαγικά της για να μην την βλέπει πια. Ένα βράδυ που όλοι κοιμόντουσαν στο σπίτι της Ντόλυ, μπήκε κρυφά από το παράθυρο, πλησίασε το κρεβάτι του μικρού κοριτσιού κι άρχισε τα μαγικά της… Μουρμούριζε, μουρμούριζε, μουρμούριζε κάτι ακαταλαβίστικα και ξαφνικά… βρουουουμμμ… Η Ντόλυ έγινε ένα ωραίο άσπρο άλογο. Αμέσως, πήδηξε από το παράθυρο και χάθηκε καλπάζοντας μέσα στη νύχτα… Μάταια οι γονείς της Ντόλυ έψαξαν την άλλη μέρα απελπισμένοι παντού για να τη βρουν. Τα κοριτσάκι είχε εξαφανιστεί για τα καλά. Όμως -όπως ξέρουμε εμείς- η Ντόλυ δεν είχε εξαφανιστεί, αλλά απλώς είχε γίνει ένα ωραίο άσπρο άλογο που κάλπαζε όλη τη νύχτα χωρίς να μπορεί να καταλάβει τι της συνέβη. Έκλαιγε, έκλαιγε κι έτρεχε καλπάζοντας, μέχρι που όταν άρχισε να ξημερώνει, βρέθηκε σε ένα ωραίο μεγάλο χτήμα, που έμοιαζε σαν αμερικάνικο ράντσο, βγαλμένο από καουμπόικη ταινία.  Το κτήμα αυτό το είχε κάποιος που είχε ζήσει κι εκείνος στην Αμερική και γι’ αυτό το είχε φτιάξει έτσι που να μοιάζει με ράντσο, και του άρεσε να ντύνεται όλο το χρόνο σαν cow boy, γι’ αυτό κι όλοι τον φώναζαν, «ο Μήτσος, ο καουμπόης». Ο Μήτσος ζούσε ολομόναχος του σ’ ολόκληρο το κτήμα του, γι’ αυτό κι όταν είδε την Ντόλυ να περνάει τον φράχτη και να τον πλησιάζει, ξετρελάθηκε από τη χαρά του.

M+D

Όταν πλησίασε το άλογο,  ο Μήτσος το κοίταξε προσεκτικά και μουρμούρισε: «Κορίτσι είναι. Άραγε τι όνομα να της δώσω…»
«Ντόλυ», σκέφτηκε η Ντόλυ που τον άκουσε και που παρ’ όλο που είχε γίνει άλογο καταλάβαινε την ανθρώπινη γλώσσα. Και επειδή δεν είχε χάσει και την ικανότητά της να μεταδίδει τη σκέψη της στους άλλους, ο Μήτσος ο καουμπόη, είπε, «Ντόλυ θα την βγάλω», νομίζοντας ότι σκέφτηκε μόνος του το όνομα.

Έτσι η Ντόλυ έμεινε μαζί με τον Μήτσο τον καουμπόη μέχρι να δει πώς θα μπορέσει να ξαναγίνει το ωραίο κοριτσάκι που ήταν πριν. Έκανε προσπάθειες να δώσει στον Μήτσο τον καουμπόη να καταλάβει ότι είναι κοριτσάκι, αλλά κάθε φορά που σκεφτόταν, «είμαι κορίτσι», ο Μήτσος ο καουμπόης έλεγε, «αχ να ‘χα ένα κοριτσάκι» νομίζοντας ότι αυτό το σκέφτηκε ο ίδιος.Οι μέρες περνούσαν και ο καημένος ο Μήτσος, που ήταν καλός άνθρωπος, έβλεπε την Ντόλυ να κάθεται στενοχωρημένη στα σκαλοπάτια του σπιτιού του και δεν έκανε καμιά προσπάθεια να της βάλει σέλλα για να ανέβει επάνω της  και ν’ αρχίσει να τη βάζει να τον πηγαίνει εδώ κι εκεί και να του κάνει διάφορες δουλειές. Έτσι, περνούσε ο καιρός, χωρίς να καταφέρνει ο Μήτσος να φτιάξει το κέφι της Ντόλυ και να τη βάλει να δουλέψει.

PHOTO (9.2b)

Ένα απόγευμα, έτυχε να περνάω πετώντας πάνω από το κτήμα του Μήτσου του καουμπόη, όταν άκουσα μια φωνή μέσα στο κεφάλι μου να φωνάζει, «Παραμυθά, Παραμυθά…» κοιτάζω προς το κάτω και βλέπω ένα ωραίο άσπρο άλογο να έχει ανασηκωθεί στα πίσω πόδια του και να χλιμιντρίζει. Επειδή, όπως ξέρετε, όταν φοράω το μαγικό γιλέκο μου εκτός που μπορώ να πετάω, μπορώ και να μιλάω με τα φυτά, τα ζώα και τα πράγματα, κατάλαβα ότι μου μιλάει το άλογο και κατέβηκα δίπλα του να δω τι θέλει.
«Πώς σε λένε», ρώτησα το άλογο μόλις βρέθηκα δίπλα του.«Ντόλυ», μου λέει. «Αχ, Παραμυθά, δεν ξέρεις πόσο ήθελα να σε δω από κοντά. Κάθε φορά που σε έβλεπα στην τηλεόραση σου έστελνα τη σκέψη μου, αλλά ήσουν ο μόνος που δεν την άκουγες και δεν ερχόσουν».
«Άλογο και να βλέπει την εκπομπή μου στην τηλεόραση!» είπα έκπληκτος.

P+D

«Δεν είμαι άλογο, κοριτσάκι είμαι και δεν ξέρω πώς έγινε και άλλαξα».
Εκείνη τη στιγμή πρόσεξα ότι το άλογο δεν ανοιγόκλεινε το στόμα του κι ότι μου έστελνε τις σκέψεις του. Χάιδεψα το αλογάκι στο κεφάλι κι εκείνο βούρκωσε. Και τότε κατάλαβα ότι πρέπει να είχαν κάνει μάγια στο κοριτσάκι και γι’ αυτό είχε γίνει άλογο.

«Πόσο καιρό είσαι έτσι»; ρώτησα ανήσυχος.
«Τέσσερις – πέντε μήνες», μου είπε.
«Πρέπει να σε πάω αμέσως στη φίλη μου τη μάγισσα Κλοκλό να σε ξεμαγέψει, γιατί αν είσαι έτσι για επτά μήνες, μετά θα μείνεις άλογο για πάντα.Και πάνω που ετοιμαζόμουν να πάρω τη Ντόλυ και  να φύγω, ακούω πίσω μου μια φωνή.
«Ε, ποιος είσαι εσύ και τι θες με το άλογό μου»;
«Είμαι ο Παραμυθάς», του λέω, «κι αυτή δεν είναι άλογο, είναι κοριτσάκι που το έκανε άλογο μια κακιά μάγισσα».«Τι σαχλαμάρες είναι αυτές…» πήγε να πει ο Μήτσος, αλλά εκείνη τη στιγμή η Ντόλυ σκέφτηκε, «αλήθεια σου λέει, Μήτσο, άσε μας να φύγουμε». Ο Μήτσος νόμισε ότι το σκέφτηκε αυτός και είπε: «Κάτι μου λέει μέσα μου, ότι λες αλήθεια. Πηγαίνετε. Αλλά θέλω Ντόλυ όταν γίνεις κοριτσάκι, να ‘ρθεις να με δεις», είπε ο Μήτσος και βούρκωσε, γιατί την είχε αγαπήσει πολύ την Ντόλυ.
ST+D FLYING

Χωρίς να περιμένω άλλο, βούτηξα την Ντόλυ και φύγαμε πετώντας από το κτήμα του Μήτσου του καουμπόη. Ο κόσμος από κάτω, είχε χαζέψει που έβλεπε έναν παππού να πετάει με ένα άσπρο άλογο, αλλά πρέπει να σας πω ότι εμένα μου φαινόταν πολύ ποιητική εικόνα!
Σε λίγο είμαστε στο σπίτι της Κλοκλό. Μόλις της είπα τι συνέβαινε  ακούμπησε το χέρι της πάνω στο κεφάλι του αλόγου, ψιθύρισε κάτι μαγικά λόγια και…  ουάου! Το άλογο εξαφανίστηκε και στη θέση του βρέθηκε ένα πολύ όμορφο κοριτσάκι που κοιταζόταν και δεν πίστευε στα μάτια του!

ST+D+KL

«Σ’ ευχαριστώ Παραμυθά μου, σ’ ευχαριστώ…» μου έλεγε αλλά την έκοψα λέγοντάς της: «Πρέπει να πάμε αμέσως στους γονείς σου γιατί θα είναι πολύ λυπημένοι που σε έχασαν». Ευχαρίστησα την Κλοκλό και φύγαμε αμέσως πετώντας.
Έτσι, η γλυκιά Ντόλυ, ήταν σε λίγο στην αγκαλιά των γονιών της που έκλαιγαν από χαρά που ξαναβρήκαν το κοριτσάκι τους. Η Ντόλυ διηγήθηκε την περιπέτειά της στους γονείς της και τους είπε για τον Μήτσο τον καουμπόη· τι καλά που της είχε φερθεί όταν ήταν αλογάκι, κι ότι του είχε υποσχεθεί όταν γίνει κοριτσάκι να πάει να τον δει. Έτσι την άλλη μέρα, οι γονείς της Ντόλυ την πήγαν στο χτήμα του Μήτσου, που μόλις είδε το κοριτσάκι από μακριά έτρεξε και το άρπαξε στην αγκαλιά του και το έσφιγγε σαν να ήτανε παιδί του.
Αυτή είναι η ιστορία της φίλης μου της Ντόλυ, που από τότε είμαστε δυο καλοί φίλοι έως σήμερα.

Θερμή παράκληση

Αυτό είναι το εξώφυλλο τoυ τελευταίου βιβλίου μου, ο Παραμυθάς, που κυκλοφόρησε από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΛΗΤΟΣ το 2004. Είναι το μόνο βιβλίο μου που δεν έχει παραμύθια, αλλά μία μεγάλη ιστορία. Από το 2004 που πρωτοβγήκε έως σήμερα, έχω πάρει μόνο μία φορά συγγραφικά δικαιώματα στο τέλος του 2005. Από τότε, παρόλες τις προσπάθειες που έχω κάνει δεν έχω εισπράξει τίποτα, ενώ οι ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΛΗΤΟΣ  έχουν αλλάξει τρεις Διευθύντριες σε αυτό το διάστημα, και ο εκδότης κύριος Νίκος Χαϊδεμένος κρύβεται και δεν βγαίνει στο τηλέφωνο. Το προηγούμενο Σάββατο στα 30χρονα γενέθλια του Βιβλιοπωλείου LIBRO στο Κολωνάκι, το είδα να πουλιέται. Επειδή από εδώ και πέρα τα βιβλία μου θα βγαίνουν από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ (το επόμενο post θα είναι μια έκπληξη σχετικά με αυτό), θα σας παρακαλούσα θερμά, όπου βλέπετε αυτό το βιβλίο, αν σκεφτείτε να το αγοράσετε να μην το κάνετε. Θα ήθελα κάποια στιγμή να το ξαναβγάλω, και όπως θέλω εγώ, γιατί  σε αυτή την έκδοση, δεν ακολούθησαν το κλασσικό στυλ με την εικόνα του Παραμυθά μέσα στις ζωγραφιές, πράγμα για το οποίο έχω μετανοιώσει που τότε το δέχτηκα. Μία περίπτωση να ξαναβγεί σε καινούργια έκδοση, είναι να πάψει να πουλιέται αυτό κι έτσι τα αντίτυπα που έχουν απομείνει να πολτοποιηθούν.
Όπως θα δείτε πιο κάτω, έβαλα ένα μικρό τεστ για ένα είδος βίντεοποστ  που σκέφτηκα.
Καλό βράδυ
Ν.Π.

Βοηθήστε να σταθώ στο ύψος μου

Ελάτε ρε παιδιά… Σοβαρευτείτε… Κάτι ο Καραπιπέρης, κάτι η athinovio, κάτι ο Παναγιώτης, δεν μ’ αφήνετε να σταθώ στο  ύψος μου ως Αρχιερέας σε αυτό «το χώρο λατρείας του Κρισναμούρτι»,  (φφφ…. ανατρίχιασα!!!) όπως λέει στο σχόλιό της η astarti. Ελάτε ρε γαμώτο…  Σταθείτε στο ύψος του χώρου και βοηθήστε με να σταθώ στο ύψος μου κι εγώ ως Αρχιερέας. Πρώτα η athinovio που μ’ έχει ρουμπώσει δυο φορές: μια με το «γαμοpost» και μετά καπάκι με το «εFτικιsmέnος ο γαμώ σας» της γιαγιάς της, και με κάνει να μην μπορώ να κρατηθώ από τα γέλια . Κι έρχεται μετά κι αυτή η κουφάλα ο Καραπιπέρης και πάνω εκεί που με προβληματίζει με το βάθος και τον πλούτο της επιστημονικής του έρευνας περί «μαλάκα» («μινάρας» λέγεται στην Πάτρα), μου πετάει εκείνο για τον «Γιαννάκη», που του «ξυπνάει μέσα του» το Paramithas.tv και μου ξυπνάει κι εμένα τον Νικάκη μέσα μου. Με πάει 50 χρόνια πίσω, και θυμάμαι ότι σε περιπτώσεις καυγάδων με άλλα αγόρια -όπως αυτόν που έγινε στα τελευταία posts με τον … ξέρετε τώρα… – λέγαμε ένα ποιηματάκι. Ε, δεν αντέχω κι εγώ πια, και αφού  ο Καραπιπέρης μου ξύπνησε και μένα μέσα μου το παιδί  με αυτά που λέει, θα πω κι εγώ εκείνο το ποιηματάκι:
«Αυτά που λες εσύ,
εγώ τα σημειώνω
και μ’ ένα ρόπαλο χοντρό
στον κώλο σου τα χώνω.»

Κι αν το άλλο αγόρι συνέχιζε να λέει τα δικά του, τότε υπήρχε κι ένα ακόμα συμπληρωματικό στιχάκι που έλεγε:
«Όσο μιλάς, τόσο σου μπαίνει».
Και πάνω που ξεροβήχω με πληγωμένη αξιοπρέπεια και πάω να πάρω το πρέπον ύφος του Αρχιερέα, έρχεται αυτή η αλεπού ο Παναγιώτης, και μου στήνει μια παγίδα που πέφτω μέσα. Λέει ότι, δήθεν, είναι αγανακτισμένος με τον αποδικωποιητή του και βάζει μια διεύθυνση στο YouTube για να δούμε, λέει, αυτόν που έφτιαξε τον αποδικωποιητή του και θα τον βρίσει. Και τι να δω. Ένα καθαρό αμερικάνικο αφιέρωμα στον ακατανόμαστο (δεν λέω το όνομα γιατί με απείλησε ότι αν το πω θα ξαναμπεί στο blog ). Να, δείτε και μόνοι σας κάνοντας κλικ σε αυτή τη διεύθυνση: http://www.youtube.com/watch?v=EyWU-0ppug0
Λοιπόν, το αποφάσισα: Στα τέλη Ιανουαρίου (θα σας πω πού και πότε ακριβώς) που θα γίνει παρουσίαση της καινούργιας εκπομπής του ΠΑΡΑΜΥΘΑ  και των βιβλίων του από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ, θα παρευρεθώ με την Αρχιερατική εμφάνισή μου σε όλο το μεγαλείο της, κι εσείς θα περνάτε, θα μου  φιλάτε το χέρι, λέγοντας, «ευλόγησον Δέσποτα» κι εγώ θα βάζω το χέρι μου πάνω στο κεφάλι σας όπως θα σκύβετε, θα σας ευλογώ και θα φωτίζεστε επιτόπου.
Την ευχή  μου να έχετε τέκνα μου.
Η Αυτή Αγιότης Μου, Εγώ.

MONK

Εισαγωγή στο «γαμο-ποστ»

Γεια σας βρε παιδιά… Είχα δυο μέρες περίπου να μπω στο blog και στα mail μου, γιατί είχα διάφορα πιεστικά και αναγκαστικά να κάνω. Έτσι διάβασα και τα 28 σχόλιά σας μαζεμένα! Χα, χα, χα… Της πουτάνας γίνεται στο τελευταίο post! Σαν δε βαρυέστε να γράφετε και να ξαναγράφετε… Με διασκέδασε πολύ αυτό το understatement ξέσκισμα που πέφτει. Ξέρετε τι θα πει αυτό, έτσι;  Είναι όρος της αγγλικής διπλωματίας που λες έμμεσα και ευγενικά κάτι πολύ χοντρό. Ας πούμε δεν λες κάποιον «κλέφτη», αλλά του επισημαίνεις: «νομίζω ότι πήρατε κάτι που δεν σας ανήκει» ή αντί να πεις κάποιον «μαλάκα» τον λες:  «λάτρη της ενδοπαλαμικής ψευδοσυνουσίας» Βέβαια, όπως θα καταλάβατε και από τον τίτλο αυτού του post, ενθουσιάστηκα με το ερώτημα της athinovio. Ήμουνα ανάμεσα σε δύο τίτλους για το post του γάμου: Ή «σκέψεις για τον γάμο» ή «η δήθεν σχέση». Τελικά θα το ονομάσω, «γαμοποστ». Αλλά θα καθυστερήσω ακόμα λίγο, γιατί πρέπει να βάλω ένα με τίτλο, «ΘΕΡΜΗ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ» και ένα βιντεοκλίπ που χρωστάω για τον γιο μου, σαν αυτό που έκανα για την κόρη μου. Τώρα: για λόγους  προσωπικής εντιμότητας, ένοιωσα ότι πρέπει να σας πω -όχι για να αλλάξετε κάτι εσείς, αλλά για να είμαι εγώ καθαρός απέναντί σας-  ότι η Νατάσσα (natassaki), είναι μία από τις λίγες «κολλητές» που έχω. Γι’ αυτό κι έχω γράψει ειδικά γι’ αυτήν σε τούτο το μπλογκ, ένα παραμύθι που φαίνεται ότι δεν πρόσεξε ο Γιάννης, ενώ -αντιθέτως-  το παραμύθι που τον αναφέρει δεν είναι μόνο γι’ αυτόν αλλά και για άλλα έντεκα  παιδιά που απλώς δεν ανέφερα τότε τα ονοματά τους γιατί ξέρανε ποια είναι. Τώρα: ξέρω ότι η συμπεριφορά μου μπερδεύει καμιά φορά τους ανθρώπους: σε όλους φέρομαι σαν να είναι χαϊδεμένοι μου κι αν κανείς το παίρνει προσωπικά, τι να κάνω; Ακόμα θα ήθελα να πω, ότι αυτό που έλεγα τις προάλλες ισχύει και για μένα: ό,τι μας συμβαίνει στη ζωή είτε το έχουμε προκαλέσει οι ίδιοι ή έστω το έχουμε επιτρέψει. Έτσι, λοιπόν, πρέπει να πω ότι εγώ έδωσα το δικαίωμα πριν καιρό (σήμερα το πρωί το πήρα πίσω) στον Γιάννη να λέει αυτά που λέει, αλλά δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα ήταν τόσο, «χοντρολάτρης της ενδοπαλαμικής ψευδοσυνουσίας». Και πέρα από τις χοντρομαλακίες που λέει, ρίχνει στο blog δηλητήριο, όσο λίγοι έχουν ρίξει. Γι΄αυτό θα χαιρόμουν ιδιαίτερα, όχι μόνο αν δεν ξανασχολίαζε, αλλά αν ούτε καν ξανάμπαινε στο blog, γιατί και χωρίς να μιλάει μολύνει το heartnet. Αν και τελικά, το blog αυτό έχει φοβερή δύναμη αυτοκαθαρισμού.
Θα ήθελα να κλείσω βάζοντας ένα link για το παραμύθι, «Η συνάντηση», που ανέφερε ο Γ.  και που μπορείτε να το διαβάσετε κάνοντας κλικ ΕΔΩ , και επειδή το παραμύθι για το natassaki είναι πολύ μικρό, σας το κάνω copy/ paste.
Σας φιλώ γλυκά
Π.

Υ.Γ. Αλήθεια, το ξέρατε ότι η λέξη malakas είναι και Φιλιππινέζικη; Ούτε εγώ το ήξερα. Πώς λέμε εμείς, «Αδαμ», έτσι κι οι Φιλιππινέζοι στη μυθολογία τους λένε malaka τον πρώτο άνδρα που δημιουργήθηκε στη γη!!! Το είδα στην Βικιπαίδεια. Αν δεν με πιστεύετε, πηγαίνετε ΕΔΩ.   Δηλαδή, σύμφωνα με τους Φιλιππινέζους, ο πρώτος άνδρας ήταν malakas! Χα, χα, χα… Γιατί, δηλαδή, ο Αδάμ τι ήταν που έχασε κοτζάμ Παράδεισο; Χα,χα, χα…

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΣΤΡΑΠΗ
Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένα κοριτσάκι που γύριζε σα σβούρα μέσα στο σπίτι. Κάποια μέρα, που γύρναγε γύρω από τον πατέρα της την ώρα που κάπνιζε, τον άκουσε να λέει: «Μα δεν έχει πουθενά ένα τασσάκι;» Και το κοριτσάκι που ήταν πιο παρατηρητικό από τον μπαμπά της, είδε ένα τασσακι πάνω σε κάποιο κομοδίνο και δείχνοντάς το φώναξε: «Να, τασσάκι». Κι από τότε, ο μπαμπάς της για να την πειράζει, της έλεγε: «Βρε καλώς την «να τασσάκι…» Το ‘πε μια, το ‘πε δυο και στο τέλος όλοι ξέχασαν πώς το λέγανε το κοριτσάκι και πια το φώναζαν, Νατασσάκι. Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B1%CF%82_%28%CE%A6%CE%B9%CE%BB%CE%B9%CF%80%CF%80%CE%AF%CE%BD%CE%B5%CF%82%29

2η μικρή εισαγωγή σε post για το γάμο

cap003
Χα, χα, χα… έχω γελάσει πάρα πολύ με το σχόλιο του καινούργιου επισκέπτη του blog, «άγιουφεβρουάριου», (ήταν τίτλος δίσκου του Δήμου Μούτση). Μου θύμισε ένα ανέκδοτο, που δεν αντέχω να μην το πω. Λοιπόν:
Σε ένα δικηγορικό γραφείο, εμφανίζεται ένα υπέργηρο ζευγάρι. «Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος», ρωτάει ο δικηγόρος. «Θα θέλαμε να πάρουμε διαζύγιο», λέει ο σύζυγος ψευδίζοντας από αδυναμία να μιλήσει και τρέμοντας ολόκληρος από την πάρκινσον! Μην μπορώντας να κρύψει την έκπληξή του ρωτάει. «Πόσο χρονών είσαστε;»  «Εγώ 97 και η γυναίκα μου 90», είπε ο σύζυγος. «και πόσα χρόνια είσαστε παντρεμένοι;», ξαναρωτάει σαν χαμένος ο δικηγόρος. «Εβδομήντα», ξαναλέει ο σύζυγος. «Ε, και γιατί δεν χωρίσατε νωρίτερα;», ρώτησε κοιτώντας τους με γουρλωμένα μάτια. «Ε… Περιμέναμε να πεθάνουν πρώτα τα παιδιά, για να μην τα πληγώσουμε…», απάντησε η γιαγιά αυτή τη φορά.

Όσο, τώρα, για την κυρία της ιστορίας του «άγιουφεβρουάριου», που χαστουκίζει τον άνδρα της επειδή της λέει, μετά από χρόνια γάμου, για πρώτη φορά «σ’ αγαπώ» και μετά πεθαίνει, έχω να πω ότι η κυρία αυτή, ή ηλίθια ήταν και δεν είχε πάρει χαμπάρι τίποτα ή ήταν εξαιρετικά ιδιοτελής και έκανε την πάπια για να μην χωρίσει και να είναι παντρεμένη. Προσωπικά θεωρώ πως ό,τι μας συμβαίνει στη ζωή μας είτε το έχουμε προκαλέσει ή έστω το έχουμε επιτρέψει. Αλλά είναι πιο εύκολο να φταίνε πάντα οι άλλοι για ό,τι μας συμβαίνει.
Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ.
Π.
Υ.Γ.  Θα ήθελα να παρακαλέσω -όσους δεν το κάνουν- να διαβάζετε πιο προσεκτικά αυτά που γράφω, για να μην κάνετε σχόλια σε κάτι που δεν είπα. Όλες οι εντάσεις  σ’ αυτό το blog, που έχουν δημιουργηθεί στο παρελθόν, έχουν ως αιτία αυτό. Λυπάμαι αλλά, όσοι ενοχλήθηκαν ή θύμωσαν από τα τελευταία posts, διάβασαν αυτό που έχουν στο κεφάλι τους  κι όχι αυτό που έγραψα εγώ, όπως λέει και το σοφό αρχαίο  ρητό, «εξ’ ιδίων κρίνουν τ’ αλλότρια». Χα, χα, χα… να και το αρχαίο! Επίσης, θα ήθελα να σας προτείνω να μην διακινδυνεύετε να κάνετε, υπέρ ή κατά, σχόλια ή παραινέσεις για πρόσωπα του blog γιατί δεν έχετε ξεκάθαρη πληροφόρηση με ποιους έχω κάποιου είδους προσωπική επαφή εκτός blog. Έτσι για παράδειγμα, να πω στους παλιότερους ότι με τον JNY που αναφέρθηκε – όπως θα τον έλεγε η ΚΜΝΒ – πριν χαθεί, έχω περάσει πολλές ώρες συζητώντας μαζί του στο SKYPE. Όσοι θέλετε από τους καινούργιους, μπορούν να διαβάσουν ένα παλιότερο σχετικό post με ένα κλικ  ΕΔΩ.

«Τι θα πει ο κόσμος»

Συγνώμη, ίσως το παράκανα στις αναβολές, αλλά και πάλι δεν θα βάλω το «σεντόνι» (μακρινάρι κείμενο για όσους είναι καινούργιοι εδώ)  για τον γάμο, παρόλο που προηγήθηκε σχετική εισαγωγή. Δυο, όμως, από σας, ένα κορίτσι και ένα αγόρι, η Έλλη και ο Γιάννης, με προβλημάτισαν με τα ερωτήματά τους, κι αποφάσισα να βάλω εδώ όσα σκέφτηκα.
Η  Έλλη ρώτησε πρώτη: «Μου είναι πολύ δύσκολο να μην επηρεάζομαι από τους άλλους. Μακάρι να μπορούσα να τους έγραφα και εγώ όλους!» Και μετά ο Γιάννης είπε:  «Μου λες το μυστικό για το πώς δε σε επηρεάζει η γνώμη των άλλων;» Η αυθόρμητη απάντηση  που μου ήρθε μέσα μου είναι: «Ξέρω κι εγώ! Έτσι γεννήθηκα: grapsarhidis…»  Αλλά, μετά άρχισα να σκέφτομαι: σήμερα στα 67 μου, πώς θα έλεγα ότι μπορεί  να έχει κανείς συνειδητά κι αυθόρμητα αυτή τη στάση; Και να κάποιες σκέψεις που έκανα. Σας παρακαλώ μέσα από την καρδιά μου, μην θεωρήσετε ότι υπονοώ  πως κάτι από όλα αυτά το έχω καταφέρει εγώ, κρατήστε για μένα, σας παρακαλώ, ότι απλώς γεννήθηκα  grapsarhidis — όπως άλλοι γεννιόνται ψηλοί, κοντοί, ξανθοί, μελαχρινοί, βλάκες ή έξυπνοι κ.λπ.

Λοιπόοοον… Νομίζω ότι, για να έχει κανείς αυτή τη στάση, πρώτ’ απ’ όλα δεν θα πρέπει να φοβάται να μείνει μόνος του στη ζωή.  Δεν θα πρέπει να έχει κανενός είδους ψυχολογικό φόβο. Τώρα, αυτό δεν σημαίνει βέβαια,  ότι γυρίζεις ένα κουμπί και τελειώνει  ο φόβος, αλλά ότι δεν…  φοβάσαι να φοβάσαι. Αφήνεις το φόβο  να έρχεται και κάθεσαι μαζί του σαν φιλαράκι και τον αφήνεις να σου πει εκείνος τι είναι, χωρίς να του βάζεις εσύ ταμπέλες. Κι όταν τον αφήσεις το φόβο ήσυχο, εκεί κάπου μέσα σου να απλωθεί και να σου αποκαλυφθεί όλος, τότε τελειώνει από μόνος του χωρίς να το πάρεις χαμπάρι. Και τότε βλέπεις – για παράδειγμα – ότι όταν φοβάσαι κάποιον, η αλήθεια είναι ότι  δεν τον αγαπάς, γιατί η αγάπη δεν ξέρει από φόβο. Επίσης – κάτι πιο ύπουλο – όταν θαυμάζεις κάποιον ή τον έχεις ήρωα – επίσης δεν τον αγαπάς. Γιατί ο θαυμασμός κρύβει σύγκριση: σύγκριση ανάμεσα σε αυτό που είσαι  κι εκείνο που θα ‘θελες να είσαι, αλλά η αγάπη δεν συγκρίνει ποτέ, γιατί η σύγκριση, (μιλάμε για την ψυχολογική σύγκριση)  στο βάθος της κρύβει φόβο, ενώ αντίθετα, ο σεβασμός, ας πούμε, δεν έχει φόβο και κρύβει μέσα του αγάπη.
Ένα άλλο για να μην επηρεάζεται κανείς από τη γνώμη των άλλων και να μην ενδιαφέρεται «τι θα πει ο κόσμος» είναι ότι θα πρέπει, νομίζω, να μην έχει κανένα είδος καθωσπρεπισμού, δηλαδή κάτι που δεν έχει καμιά σχέση με την αληθινή αξιοπρέπεια. Κι ακόμα, θα έλεγα ότι κανείς θα πρέπει να έχει πάθος γι’ αυτό που θέλει να κάνει η καρδιά του. Οπότε, αν σου κάνει «κλικ» και κάτι από τη γνώμη των άλλων, μπορείς να κάτσεις να το σκεφτείς και να το κρατήσεις ή να το πετάξεις, αλλά όχι από φόβο «τι θα πει ο κόσμος» αν δεν το κάνεις ή τι θα σκεφτούν οι άλλοι για σένα. Πράγμα που σημαίνει ότι ενώ ζεις μέσα στον κόσμο δεν του «ανήκεις» κιόλας.  Που σημαίνει ότι δεν φοβάσαι μήπως στο τέλος δεν σ’ αγαπάει κανείς.
Και αναρωτιέμαι τώρα, έτσι που τα λέμε εδώ: γιατί θέλουμε να μας αγαπούν; Από μικρά παιδιά θέλουμε  να μας αγαπούν οι γονείς μας, οι δάσκαλοί μας, οι φίλοι μας; Και ίσως τότε, ως μικρά παιδιά να είναι κανονικό. Αλλά γιατί όταν μεγαλώνουμε, αποζητάμε  να μας αγαπάει η γυναίκα μας ή ο άνδρας μας·  τα παιδιά μας, το αφεντικό μας, οι φίλοι μας ή ξέρω εγώ ποιος που θαυμάζουμε ή έχουμε ψυχολογική εξάρτηση από εκείνον; Γιατί υπάρχει αυτή η αδιάκοπη λαχτάρα για αγάπη; Έχω αρχίσει ξέρετε, να υποψιάζομαι, ότι θέλουμε να μας αγαπάνε γιατί εμείς δεν αγαπάμε. Είναι όπως κανείς είναι καχύποπτος για τα πράγματα που ο ίδιος θα μπορούσε να κάνει στους άλλους, αλλιώς δεν του περνάνε από το μυαλό ότι ο άλλοι μπορεί να τα κάνουν.  Έχω αρχίσει, ξέρετε, να υποψιάζομαι ότι από τη στιγμή που αγαπάς  εσύ, παύεις  πια να αναρωτιέσαι αν κάποιος σ’ αγαπά ή όχι. Φαίνεται ότι, όσο ζητάς να σ’ αγαπούν, δεν υπάρχει αγάπη μέσα σου, ενώ αν η καρδιά σου είναι γεμάτη αγάπη, τότε θα πρέπει να μην ζητάς ποτέ να σ’ αγαπούν· να μην απλώνεις ποτέ το χέρι σου σαν ζητιάνος  για να σου δώσουν οι άλλοι αυτό που εσύ δεν έχεις.
Συγνώμη αν το παράκανα κι αυτό το «σεντόνι» μοιάζει σαν κήρυγμα. Αν το νοιώσετε έτσι σας παρακαλώ γράψτε το στα τέτοια σας και…  μην σας νοιάζει τι θα πουν οι άλλοι. Χα, χα, χα…
Καλό Σαββατοκύριακο.
Σας φιλώ πολύ.
Π.