Ένας κλόουν-ορχήστρα

Ξαναδιάβασα όλα τα σχόλιά σας στο προηγούμενο post. Ομολογώ ότι δεν περίμενα τόσα πολλά και κυρίως με αυτό το περιεχόμενο! Σκέφτομαι να γράψω κάποιο σχόλιο για … τα σχόλια. Αλλά για σήμερα, λέω να κλείσω το μήνα εορταστικά: με έναν κλόουν ορχήστρα. Ελπίζω να σας αρέσει.

Καλή Κυριακή.
Π.

28 Οκτωβρίου 2009

Για τη σημερινή επέτειο σας έχω ένα ντοκιμαντέρ που ετοιμάσαμε γι’ αυτήν και παρουσιάστηκε την Τρίτη σε εκδήλωση του ΥΠ.ΕΞ. Kαι μαζί, σας έχω και μια απρόβλεπτη ιστορία μου από τον στρατό. Αρχίζω μ’ αυτήν, αν και μπορείτε να την παρακάμψετε και να πάτε κατ’ ευθείαν στο βίντεο.

ΝΠ.ΦΑΝΤΑΡΟΣ

Μετά το Κέντρο Νεοσυλλέκτων Κορίνθου, τον Απρίλιο του 1964, βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη, στο 646 Τεθωρακισμένο Τάγμα Πεζικού. Εκεί τα πράγματα ήταν πολύ ζόρικα. Αλλά εκείνο που μου έκανε τη ζωή δύσκολη, ήταν ο επιλοχίας του Λόχου. Στην πραγματικότητα δεν ήταν επιλοχίας, αλλά έφεδρος λοχίας που εκτελούσε χρέη επιλοχία επειδή δεν υπήρχε μόνιμος με αυτό το βαθμό. Για έναν μόνιμο, ό,τι κι αν έκανε -έστω και αυταρχικά- θα ήταν η δουλειά του, ενώ γι’ αυτόν ήταν όλα τα απωθημένα του στη φόρα. Θυμάμαι ακόμα το επίθετό του: Πλατής. Ήταν ένα εξαιρετικά κομπλεξικό και βίαιο άτομο που δίψαγε για εξουσία και δεν έχανε ευκαιρία να μας το δείχνει, με φωνές, κόψιμο άδειας, αγγαρείες και τέτοια. Εμένα με έβαλε στο μάτι από την πρώτη στιγμή, όταν έμαθε ότι ήμουν ηθοποιός. Στο πρώτο απογευματινό προσκλητήριο , μπροστά σε όλο το λόχο έγινε ο παρακάτω διάλογος ανάμεσά μας:

«Στρατιώτης  Πιλάβιος Νικόλαος».
«Παρών».
« Θιοποιός είσ’ ρε;»
« Μάλιστα, κύριε Επιλοχία».
«Έχς γαμήσ’ τη Βουγιουκλάκη, ρε»;
«Όχι, κύριε Επιλοχία».
«Γιατί, ρε»;
«…» .
«Γιατ’ είσ’ πούστης, ε; Γιατί ρε Πιλάβιε όλ’ οι θιοποιοί είστε πούστηδες;»

Από εκείνη την ημέρα και μέχρι που πήρα μετάθεση, όποτε με συναντούσε στο στρατόπεδο με ρώταγε, «γιατί ρε Πιλάβιε όλ’ οι θιοποιοί είστε πούστηδες;» και ξεκαρδιζόταν στα γέλια. Και όταν αργότερα έγινε η ιστορία με τον Στέλιο –που σας την έχω πει σε προηγούμενο post – κι έμαθε ότι εγώ τον χόρεψα πρώτος, μου έκανε τη ζωή πατίνι. Μου έκοβε άδειες, με έβαζε να κάνω αγγαρείες, και μ’ έβαζε σκοπιά πάντα «γερμανικά νούμερα» όπως λέγαμε τις σκοπιές 2 με 4 και 4 με 6 το πρωί, επειδή ήταν οι πιο σκληρές σκοπιές, αφού στην πρώτη δεν είχες χορτάσει ύπνο και στη δεύτερη δεν προλάβαινες να ξανακοιμηθείς…

Η ζωή, ξέρετε, έχει απίστευτη φαντασία, γι’ αυτό και είναι γεμάτη εκπλήξεις και ανατροπές. Γεμάτη «μαθήματα», που στο χέρι σου είναι τα πάρεις ή όχι. Είκοσι χρόνια αργότερα, λοιπόν, πιάσαμε ένα σπίτι κάτω από τον περιφερειακό του Λυκαβηττού. Όπως ίσως θα έχετε προσέξει, στον περιφερειακό του Λυκαβηττού, από την πλευρά πάνω από το Μέγαρο Μουσικής, υπάρχει ένα συγκρότημα από προσφυγικές πολυκατοικίες, που πια είναι σε άθλια κατάσταση.  Εκείνη την εποχή, είχα τη συνήθεια κάθε πρωί πριν πάω στην Ε.Ρ.Τ. να περπατάω στο Λυκαβηττό.  Ξεκινούσα από την είσοδο του λόφου, που βρίσκεται ακριβώς μπροστά σ’ αυτές τις πολυκατοικίες. Ένα από τα πρώτα πρωινά που ανέβηκα για περπάτημα, έπεσε το μάτι μου σε ένα παράθυρο στα προσφυγικά και έμεινα! Στο παράθυρο είδα, μπροστά σε ένα κρεμαστό καθρεφτάκι, να ξυρίζεται ο Πλατής!!! Όσα χρόνια κι αν είχαν περάσει, δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να έχω ξεχάσει το πρόσωπό του.  Χαμογέλασα… Ένοιωσα μια ικανοποίηση, λες και αυτή η προφανής αθλιότητα της ζωής του, ήταν κάτι σαν να παίρνω εκδίκηση για όσα μου είχε κάνει. Λίγες μέρες αργότερα, βγαίνοντας από τον φούρνο της γειτονιάς, έπεσα επάνω του. Ήταν άθλια ντυμένος, αλλά με κοίταξε με το παλιό αλαζονικό του ύφος, λες και βρισκόταν ακόμα στο στρατό, χωρίς βέβαια να με θυμηθεί. Δεν άντεξα: του είπα ένα σνομπαριστό, «καλημέρα Πλατή» κι έφυγα γρήγορα, πριν προλάβει  να συνειδητοποιήσει ότι κάποιος που δεν ήξερε, είπε το επίθετό του. Μ’ εκείνο το «καλημέρα Πλατή», ήταν σαν να πάτσισα όλες τις φορές που τον έλεγα αναγκαστικά «κύριε επιλοχία» στο στρατό. Η ιστορία, όμως δεν τελειώνει εδώ. Μερικές μέρες αργότερα τον ξαναείδα. Με μια πλαστική σακούλα στο χέρι, σκυμμένος πάνω από τον σκουπιδοτενεκέ, ξεδιάλεγε διάφορα σκουπίδια και τα έβαζε στη σακούλα!!!  Αυτή τη φορά τον λυπήθηκα. Κυρίως, γιατί το βλέμμα του είχε την ίδια αλαζονεία όπως τότε στο στρατό, που σήμαινε ότι δεν είχε μάθει τίποτα από τη ζωή…  Άνοιξε η καρδιά μου και αυτή ακριβώς η «άγνοια» του, γέμισε την καρδιά μου θλίψη… Ακόμα και πριν λίγους μήνες, τον ξαναείδα σ’ αυτή τη γειτονιά ναγυρνάει στους μεγάλους κάδους των σκουπιδιών με μια πλαστική σακούλα στο χέρι, εξαθλιωμένος γέρος, αμετανόητα με το ίδιο ύφος του ‘64.
Και τώρα κάτι λιγότερο θλιβερό. Το ντοκιμαντέρ που φτιάξαμε με τον «μάστορα» για τον πόλεμο του ’40 και την γερμανική κατοχή. Η Βέμπο και ο Γλέζος είναι όλα τα λεφτά, για να μην πω για τη μουσική της Μαριέττας! Ε;  Ναι, ναι… ξέρω… αν συνεχίσω έτσι, θα μας πω όλους. Εντάξει: Εξαιρετικό ντοκιμαντέρ! Χα, χα, χα…

Σας φιλώ.
Π.

Heroes fight like Greeks from MovieTeller on Vimeo.

Greece in WWII

Ενκόπριση

Δεν σας έχω συνηθίσει να ανεβάζω κάθε μέρα άλλο post.  Αλλά σήμερα θα μου επιτρέψετε να χρησιμοποιήσω το blog μου για να στείλω ένα μήνυμα σε μια φίλη μου, ένα νεαρό κορίτσι 20 χρονών, που δεν μου βγαίνει στο τηλέφωνο γιατί  θέλει ν’ αποφύγει ν’ ακούσει αυτά που έχω να της πω και που υποψιάζεται τι θα ‘ναι.
Πριν μερικές μέρες έκανε μια αποτυχημένη προσπάθεια ν’ αυτοκτονήσει και τώρα την παρακολουθεί ψυχαναλυτής, σε καθημερινή βάση, και την έχει βάλει –κατ’ αρχάς- σε πρόγραμμα θεραπείας με χάπια. Αυτό που θέλω να της πω εδώ, είναι κάποια πράγματα για την ψυχανάλυση, που δεν είναι θεωρίες από διαβάσματα, αλλά κάτι που βγαίνει μέσα από τη ζωή μου —και την καρδιά μου. Ίσως να σας ενδιαφέρουν κι εσάς  γιατί θα σας εξηγήσουν την αντίθεσή μου με την ψυχανάλυση που έχω δείξει σε κάποια παλιότερα post. Επιγραμματικά θα έλεγα, ότι θεωρώ πως κανείς ακολουθεί αυτό το δρόμο, εξαιτίας μιας βαθιάς ψυχολογικής τεμπελιάς, που γεννάνε η αυτολύπηση και η χαμηλή αυτοεκτίμηση. Μην το δεχτείτε αυτό που σας λέω· για μένα είναι έτσι, αλλά εσείς πρέπει απλώς να το ακούσετε και –αν σας ενδιαφέρει- να το ανακαλύψετε οι ίδιοι από μόνοι σας.

Δύο πράγματα απέφυγα με πείσμα στη ζωή μου από ένστικτο: Να πιω και να κάνω ψυχανάλυση. Η επιθυμία να πιω μου ερχόταν την εποχή που ήμουν επαγγελματίας ηθοποιός (1963-1974), κάθε φορά που είχα πρεμιέρα.  Πάντα πριν από την πρεμιέρα, είχα τρακ. Έβλεπα κάποιους γύρω μου να πίνουν ουίσκι, ενώ μερικοί με συμβούλευαν να πιω κι εγώ για να μου φύγει το τρακ. Όμως, δεν το έκανα ποτέ, γιατί μια φωνή μέσα μου, μου έλεγε ότι η αν το κάνω μια φορά θα το κάνω πάντα και ίσως το κάνω και σε κάθε περίπτωση που θα ένοιωθα τρακ, ανασφάλεια, ανησυχία ή άλλου είδους φόβο. Η επιθυμία να κάνω ψυχανάλυση ή να πάω σε ψυχίατρο, μου ήρθε στα είκοσι, τον Αύγουστο του 1963, μετά από κάποιες πολύ έντονες ψυχολογικές καταστάσεις που με έφεραν φοβερή σύγκρουση μέσα μου με αποτέλεσμα να πέσω σε κατάθλιψη που μου μείωσε σε φοβερό βαθμό όλα τα ανακλαστικά μου, μέχρι και το ένστικτο αυτοσυντήρησης. Είχα αρχίσει να θέλω να πάω ψυχανάλυση και πολλοί με ενθάρρυναν να πάω. Πάλι μια φωνή μέσα μου (ξέρετε, δεν είμαι κάτι ξεχωριστό γιατί όλοι, μα όλοι, έχουμε αυτή τη φωνή μέσα μας, αλλά δεν την ακούμε), μου έλεγε να μην το κάνω γιατί από τα είκοσί μου, ίσως έβαζα μια φοβερή εξάρτηση στη ζωή μου, κάνοντάς με να χρειάζομαι κάθε είδους ψυχολογικά δεκανίκια και να μην μπορώ να σταθώ στα πόδια μου μόνος μου. Κάποιοι μου έλεγαν ότι έχω προκατάληψη, ότι ντρέπομαι μην με πουν τρελό και τέτοια, αλλά εμένα δεν ίδρωνε το αυτί μου με τίποτα, αφού από νέο –προς μεγάλη στενοχώρια της μάνας μου – δεν μ’ ενδιέφερε ποτέ, «τι θα πει ο κόσμος».  Έτσι, δεν πήγα πουθενά, αλλά έκανα –από ένστικτο- κάτι: Έγραφα κάθε μέρα ό,τι αισθανόμουνα και σκεφτόμουνα και κατά διαστήματα, γυρνούσα πίσω και τα διάβαζα. (Κάντε το έτσι για πλάκα. Θα δείτε). Τα προβλήματά μου κράτησαν επτά μήνες. Το ξαναπέρασα το ίδιο για άλλη μια φορά, την τελευταία, δέκα χρόνια αργότερα, πάλι μετά από μία τρομερή ψυχολογική πίεση. Κράτησε εννιά μήνες. Τέλειωσε τη μέρα που θύμωσα τρομερά με τον εαυτό μου, γιατί κατάλαβα πως ό,τι μας συμβαίνει στη ζωή είτε το έχουμε προκαλέσει, είτε το έχουμε επιτρέψει. Πριν είκοσι χρόνια, γνώρισα μία ψυχίατρο, που δεν άντεχε άλλο αυτό το επάγγελμα και έγινε ομοιοπαθητικός γιατρός. Αυτή με… αποτέλειωσε: έβγαλε και τις ελάχιστες αμφιβολίες που είχα για το θέμα.
Όλα αυτά σας τα είπα, για να φτάσω να σας πω εδώ – κοιτώντας κάποιες σημειώσεις από τότε που βρήκα στο ημερολόγιό μου – όσα μου έμαθε αυτή η γυναίκα, και τεκμηρίωσα όσα μου έλεγε… η «φωνή» μέσα μου, για να καταλάβετε το ανέκδοτο που θέλω να πω.  Αυτό το ανέκδοτο που θα διαβάσετε στο τέλος, είναι ένα παλιό κλασσικό ανέκδοτο των ψυχαναλυτών, με ένα ασθενή που τα έκανε πάνω του σε συνδυασμό με τις τρεις βασικές Σχολές ψυχανάλυσης.
Οι ψυχαναλυτές ακολουθούν κατ’ επιλογή μία γραμμή ανάμεσα στις τρεις επικρατέστερες:
Η πρώτη
είναι η κλασσική σχολή με τις Φροϋδικές τεχνικές που ψάχνει το «γιατί» και ασχολείται με το παρελθόν του πάσχοντος. Αρκετά αυτογνωσιακή μια και φέρνει το υποσυνείδητο στο συνειδητό. Ωστόσο για να ολοκληρώσει κανείς μια θεραπεία θα πρέπει να κάνει ψυχανάλυση σε μάκρος χρόνου, περίπου το 1/3 της ζωής που έχει ζήσει μέχρι τη στιγμή που ξεκίνησε τη θεραπεία. Με λίγα λόγια μιλάμε για πολλά χρήματα και τεράστια υπομονή, μέχρι να ανακαλύψεις αν η κότα γέννησε το αυγό ή το αυγό την κότα.
Η δεύτερη
σχολή είναι αυτή των «συμπεριφοριστών», αυτή ασχολείται με το «πώς» και με το μέλλον. Προτείνει  στον πάσχοντα ένα νέο τρόπο συμπεριφοράς για να αντιμετωπίσει τα «δεινά του», αρκετά ρηχή  για τη γνώση του εαυτού αλλά, σύντομη σαν θεραπεία. Επειδή όμως κάθε φορά ασχολείται και μ’ ένα διαφορετικό πρόβλημα που προκύπτει στον ασθενή, ο υποτιθέμενος «άρρωστος» κάνει  τον ψυχίατρο δεκανίκι του για όλη του τη ζωή.
Η Τρίτη,
και πιο μοντέρνα, είναι η σχολή Γκεστάλτ. Εδώ ο ψυχαναλυτής δίνει το βάρος στο «παρόν»: ο «ασθενής» μέσα από την παρατήρηση των γεγονότων της ζωής του, αποκτά επίγνωση κι έτσι μαθαίνει για τον εαυτό του και τις αντιδράσεις του. Εδώ χρειάζεται λιγότερος χρόνος από τις άλλες δύο και είναι πιο δυνατή αυτογνωσιακά από αυτές, αλλά και πάλι ο ασθενής κινδυνεύει κι εδώ να παρερμηνεύσει  και να μεταφράσει λάθος το «παρόν» με μια ελαφρότητα του τύπου «ζήσε τη στιγμή και μη σε νοιάζει».Αυτή η σχολή μοιάζει να είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη καθώς η όλη δουλειά γίνεται με το μυαλό κι όχι με την καρδιά. Με λίγα λόγια αν η καρδιά δεν πονέσει, το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο αρνητικό αλλά και επικίνδυνο, γιατί καρδιά που δεν πόνεσε με όσα είδε θα  περάσει απέναντι, στην άλλη όχθη του «ωχαδερφισμού», της «γραψαρχιδοσύνης». Σχετικό άρθρο για τον «γραψαρχιδισμό» υπάρχει και στην Wikipedia  που μπορείτε να το δείτε εδώ: http://en.wikipedia.org/wiki/Starhidismos

Και τώρα, αφού σας μίλησα για τις τρεις Σχολές, μπορείτε να καταλάβετε το ανέκδοτο της φίλης μου – καλή της ώρα. Όπως μου είχε πει, αυτό το ανέκδοτο το σκάρωσαν οι ίδιοι οι ψυχαναλυτές για να αυτοσαρκάζονται σύμφωνα με τη γραμμή που ακολουθεί ο καθένας.

Ήταν λοιπόν κάποτε ένας ασθενής που έπασχε από ενκόπρινση (κοινώς τα έκανε επάνω του), πηγαίνει σε έναν παθολόγο για να πει το πρόβλημα του κι εκείνος τον διαβεβαιώνει ότι δεν έχει τίποτα σωματικό και του συστήνει να κάνει ψυχανάλυση.
Ο «ασθενής» πηγαίνει σε πρώτη φάση σε ψυχαναλυτή της κλασσικής Φροϋδικής σχολής. Μετά από πέντε χρόνια που έκανε ψυχανάλυση τον συναντά ο παθολόγος και τον ρωτά πώς πάει με τη θεραπεία που του σύστησε.
«Μια χαρά», είπε εκείνος ενθουσιασμένος.
«Δηλαδή, σταμάτησες να τα κάνεις επάνω σου», τον ρωτά ο γιατρός.
«Όχι, αλλά τώρα ξέρω το ‘γιατί’», του απαντά χαρούμενος ο «ψυχασθενής». Όμως, έπειτα από κάνα δύο χρόνια, είδε κι απόειδε ότι δεν βλέπει οριστική θεραπεία και κάποιος φίλος του, του συστήνει να πάει σε ψυχαναλυτή της σχολής των Συμπεριφοριστών. Μετά από κάποιους μήνες τον συναντά πάλι ο παθολόγος και τον ρωτά πώς πάει η ψυχανάλυση.
«Μια χαρά», του απαντά χαρούμενος εκείνος και του εξηγεί ότι άλλαξε ψυχαναλυτή.
«Δηλαδή, σταμάτησες να τα κάνες επάνω σου;», ρωτά ο παθολόγος.
«Όχι, αλλά τώρα ξέρω ‘πώς’ να το αντιμετωπίσω κι έτσι αγοράζω λαστιχένια σώβρακα για να χωράνε περισσότερα και να μην τρέχω σαν τρελός σπίτι να αλλάξω αμέσως»,  απαντά ο «ψυχασθενής». Και πάλι, όμως, μετά από κάνα δυο χρόνια, δεν βλέπει οριστικά αποτελέσματα και βουτηγμένος στην απελπισία δοκιμάζει – ύστερα από συστάσεις φίλων – ένα  ψυχίατρο της σχολής Γκεστάλτ. Μετά από μερικούς μήνες, τον συναντά πάλι ο παθολόγος στο δρόμο και τον ρωτά να μάθει τα νέα της ψυχανάλυσής του. Εκείνος, αφού του εξηγεί ότι άλλαξε πάλι ψυχίατρο, του απαντά πάλι ενθουσιασμένος: «Τώρα πια είμαι μια χαρά»!
«Δηλαδή, σταμάτησες να τα κάνεις επάνω σου», ρωτά ο παθολόγος.
«Όχι, αλλά τώρα πια ‘δεν με νοιάζει’. Δεν πάει να τα κάνω επάνω μου. Χα, χα, χα…».

Καληνύχτα μωρό μου, καληνύχτα μωρά μου.
Π
.

Οι σχολιαστές των blogs ανφάς και προφίλ…

Είχα έτοιμο ένα «σεντόνι» για σήμερα, αλλά μου φάνηκε πολύ βαρύ για Σαββατοκύριακο. Κι επειδή μου έστειλαν να δω ένα post από κάποιο άλλο blog που μ’ έκανε και γέλασα πάρα πολύ, είπα να  το κλέψω και να το βάλω εδώ. Είναι από το blog Allu Fun Marx και ελπίζω να με συγχωρέσει που το βούτηξα. Όπως λέει κι ο τίτλος κάνει μια παρουσίαση κάποιων κατηγοριών σχολιαστών στα blogs.
Κι επίσης βούτηξα και μια φωτογραφία για χάρη σας κορίτσια-bloggers, ως προειδοποίηση για να μην πάθετε -από το πολύ κομπιούτερ- αυτό που έπαθε το κορίτσι της φωτογραφίας. Και για την περίπτωση που δεν την αναγνωρίσατε, είναι η Barbie που φέτος έκλεισε τα 50 (από τότε που πρωτοεμφανίστηκε).
Καλό Σαββατοκύριακο.

Π.


Barbie 50

Ο «καίριος» σχολιαστής: Είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί με το νόημα του ποστ, τα σχόλια που αφήνει είναι πάντα εντός θέματος. Εμβαθύνει στο θέμα, φωτίζει τις κρυμμένες πλευρές του και δίνει αφορμές για γόνιμη συζήτηση και προβληματισμό. Ένα τέτοιο σχολιαστή θα τον ζήλευαν ακόμα και τα δελτία ειδήσεων των 8. Μη σου πω, ότι χτυπάει χαλαρά περίοπτη θέση σε πάνελ μεσημεριανής εκπομπής.

O «ξινός» σχολιαστής: Γενικά τα σχόλιά του αποπνέουν μια διάχυτη ξινίλα.
Θα ψάξει να βρει τα ορθογραφικά ή άλλα λάθη στο ποστ σου και θα στα χτυπήσει. Θα ψάξει να βρει σε ποιο άλλο blog έχουν ασχοληθεί πολύ πιο καλά από σένα με το ίδιο θέμα και θα στο υπενθυμίσει. Αν έχεις γράψει κάποιο ποστ με λογοτεχνικές ανησυχίες (ποίημα, διήγημα κλπ) θα σου γράψει ότι έχει διαβάσει και καλύτερα.

Ο «αγαπούλης» σχολιαστής: Ισορροπεί την ξινίλα του πιο πάνω σχολιαστή, αλλά το παρακάνει. Πολλές φορές τα σχόλιά του από γλυκά γίνονται γλυκερά. Ακόμα και στο πιο αδιάφορο ποστ θα γράψει πόσο πολύ του άρεσε και θα τονίσει πόσο πολύ σ’ αγαπάει.

Ο «σαν το σπίτι μου» σχολιαστής: Νιώθει το blog σου, σαν δικό του. Σε κάθε ποστ τα μισά από τα σχόλια είναι δικά του. Και πολλές φορές απαντά αντί για σένα. Καβγαδίζει αντί για σένα… Σε ξεκουράζει. Και μη παραπονιέσαι! Θυμάσαι το ποστ σου που μάζεψε 212 σχόλια; Σ’ αυτόν το χρωστάς. 3 ώρες πληκτρολογούσε για χάρη σου. Αχάριστε!

Ο «αλλού γι’ αλλού» σχολιαστής: Πάντα εκτός θέματος και εκτός κλίματος. Σε ποστ για το ασφαλιστικό είναι ικανός να γράψει την γνώμη του για το αν πρέπει να στείλουμε στη eurovision τραγούδι με ελληνικούς ή αγγλικούς στίχους. Ό,τι θυμάται, χαίρεται δηλαδή.

Ο «περάστε κι από μένα» σχολιαστής: Ας μη κρυβόμαστε. Από τη στιγμή που εκφραζόμαστε στα blog , μας ενδιαφέρει να υπάρχουν άνθρωποι που επισκέπτονται τα blog και διαβάζουν αυτά που γράφουμε. Ο “περάστε κι από μένα” όμως, δεν επιζητεί απλώς αναγνώστες, αλλά τους ψαρεύει. Και όταν το ψάρεμα γίνεται με την απαιτούμενη διακριτικότητα, δεν υπάρχει τίποτε το μεμπτό. Ο “περάστε κι από μένα” όμως αφήνει σχόλια, απλά και μόνο για να αφήσει το στίγμα του, τη διεύθυνση του blog του δηλαδή…

Ο «μονολεκτικός» σχολιαστής: Γράφεις με ζήλο και θέρμη ένα ποστ που σε απασχολεί.
Το δουλεύεις, το ψάχνεις, το επιμελείσαι και υποθέτεις ότι και κάποιον άλλο θα ενδιαφέρει το θέμα που διαπραγματεύεσαι. Λογαριάζεις όμως χωρίς τον ξενοδόχο, που στην προκειμένη περίπτωση είναι ο κύριος «μονολεκτικός». Τα σχόλια του θα τα ζήλευαν και οι αρχαίοι Λάκωνες. «Ωραίο». «Συμφωνώ». «Ναι». «Όχι». «Μπράβο».

Ο «χαμογελάκιας» σχολιαστής: Μετεξέλιξη του μονολεκτικού σχολιαστή. Αντί να γράψει έστω και μία λέξη, αφήνει ένα emoticon. Δεν ξέρω αν το κάνει επειδή βαριέται ή επειδή πιστεύει ότι μ’ ένα χαμόγελο μπορείς να τα πεις όλα. Το δικό μου πρόβλημα με τον “χαμογελάκια” είναι το εξής: Τι να απαντήσεις σε ένα σχόλιο σαν κι αυτό ;

Ο «trol» σχολιαστής : Μπαίνει στο blog για να γεμίσει την ώρα του βρίζοντας και καβγαδίζοντας. Αν διαγράψεις το σχόλιο σε καταγγέλλει για λογοκρισία και αντιδημοκρατικότητα. Τρέφεται με τις απαντήσεις που παίρνει. Η καλύτερή του είναι να του ανταπαντήσεις με βρισιές. Είναι σαν να τον κέρασες μαύρο χαβιάρι και γαλλική σαμπάνια. Αν δεν του απαντήσεις, λιμοκτονεί. Και φεύγει για άλλες πολιτείες…
Ο «αρχαιοδίφης» σχολιαστής: Με κάποιο τρόπο ανακαλύπτει το ποστ που έγραψες πρόπερσι τον Αύγουστο. Και αποφασίζει να το σχολιάσει. Αν τα άρθρα στις εφημερίδες μπαγιατεύουν με μια ταχύτητα V, τα ποστ στα ιστολόγια μπαγιατεύουν με ταχύτητα 10V. Tι να απαντήσεις τώρα στο σχόλιο που σου αφήνει ο «Σλήμαν» των blog σε ένα ποστ που δεν θυμάσαι πια, ούτε τι έγραψες, ούτε γιατί το έγραψες;

Σίγουρα υπάρχουν και άλλες κατηγορίες, αλλά νομίζω ότι καλύφτηκαν οι πιο χαρακτηριστικές. Το ποστ αυτό βέβαια, σε καμιά περίπτωση δεν διεκδικεί δάφνες επιστημονικότητας. Αλλά εσείς μπορείτε να προσποιηθείτε ότι μείνατε άφωνοι από την αναλυτική σκέψη του γράφοντος και την συγγραφική του ικανότητα και να αφήσετε τα κατάλληλα σχόλια. Ξέρετε εσείς τώρα:
«Μπράβο», «Μεγάλε!», «Πέστα», «Έτσι»…
Εντάξει;

Η πεταλούδα

Μια κι ο «μάστορας» μου άφησε τα βίντεο με τους κλόουν που μου αρέσουνε, επειδή δεν τα θέλει για το paramithas.tv, λέω να βάλω ένα απ’ αυτά σήμερα. Ε, να μην είναι μόνο μπλα μπλα και φούμαρα ιντερνετικά εδώ…
Καλό ξημέρωμα.
Π.

PARAMITHAS HERETAEI

Η κόρη που κατέβαζε μαργαριτάρια

storyteller Pencil

Έχω έτοιμο ένα post για το γάμο και ένα με σκέψεις που έκανα στη κηδεία ενός ξαδέλφου μου πριν μερικές μέρες, αλλά τελικά αποφάσισα να βάλω ένα παραμύθι για το Σαββατοκύριακο, το: «Η κόρη που κατέβαζε μαργαριτάρια», για να μην ξεχνάμε και τον «παιδικό» χαραχτήρα του blog.  Πριν σας ευχηθώ καλό Σαββατοκύριακο θα ήθελα να σας πω δυο λόγια με αφορμή κάποια πράγματα που γράφτηκαν στα σχόλια. Πρώτ’ απ’ όλα  να σας πω ότι μπορείτε να γράφετε ό,τι θέλετε και όσα θέλετε, όπως κάνω κι εγώ. Επίσης μπορείτα να ανοίγετε και διάλογο μεταξύ σας. Αλλά δεν θα ήθελα ποτέ να το κάνω forum και κάποτε που -μετά από πίεση κάποιων παιδιών από σας- κάναμε chat room, μου φάνηκε αταιριαστό και έμεινε ανοιχτό μόνο πέντε λεπτά. Επίσης, προσωπικά δεν με πολυενδιαφέρει να απαντώ εκτός κι αν θέλω να κάνω πλάκα για κάτι ή όπως κάποιες φορές -πολύ λίγες έως τώρα –  που έκανα  παρέμβαση επειδή ένοιωσα να λέγεται κάτι που ήταν αγένεια, ασεβές, παραπλανητικό ή χυδαίο απέναντι σε τούτο το blog. Και τούτο το blog, βασίζεται στη λογική, τη φιλοσοφία, την αισθητική και την ηθική εκείνου που βλέπατε ως παιδιά στον «Παραμυθά» και που θα υπάρχει και στις καινούργιες εκπομπές. Προσωπικά δεν γράφω για να συμφωνήσετε. Αυτά που γράφω για μένα ΕΙΝΑΙ έτσι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και για σας. Μπορείτε, λοιπόν, να αδιαφορήσετε ή να αναρωτηθείτε για όσα λέω. Αλλά αυτό είναι δικό σας θέμα. Προσωπικά δεν θέλω τίποτα από σας. Για μένα είναι όπως και πριν 30 χρόνια που έκανα την εκπομπή: Μπορεί τώρα να «μιλάμε»  ηλεκτρονικά ή να έχω συναντηθεί με κάποιους από σας, αλλά στην ουσία  και πάλι όπως τότε με την εκπομπή, «πετάω μπουκάλια στη θάλασσα» όπως έγραψα και σε κάποιο post στις αρχές, Ε Δ Ω. Όποιος, λοιπόν, βρει «το μπουκάλι» το βρήκε και είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει μ’ αυτό.
Ακούστε το παραμύθι τώρα.
Καλό υπόλοιπο Σαββατοκύριακο.
Σας φιλώ πολύ.
Ο Παραμυθάς.

[audio:http://www.fileden.com/files/2009/9/2/2562339/H_kori_pou_katevaze_margaritaria%20%20.mp3]

Η αγάπη που δεν τολμούν να πουν τ’ όνομά της …

2-cover

Ομολογώ ότι γράφοντας την ιστορία από το στρατό για τον Στέλιο, δεν φανταζόμουν ότι θα γράφονταν τόσα σχόλια! Κάποια από αυτά μου γέννησαν διάφορες σκέψεις για το θέμα των ερωτικών και συντροφικών σχέσεων ανάμεσα σε ανθρώπους του ίδιου φύλου, αλλά και γενικότερα για το σεξ κι αποφάσισα να σας τις μεταφέρω εδώ.

Το σημερινό post, λοιπόν, είναι για την αγάπη που δεν τολμούν να πουν το όνομά της, αλλά και γενικότερα για τη σεξουαλική πράξη. Αποφεύγω (και θα αποφύγω όσο μπορώ) να χρησιμοποιήσω  τη λέξη «ομοφυλοφιλία», παρόλο που είναι ένας επιστημονικός όρος, γιατί  η λέξη αυτή υπονοεί –από τη χρήση που της έχει γίνει– μία επικριτική προσέγγιση, αφού πολλοί άνθρωποι είναι προκατειλημμένοι. Ακόμα και άνθρωποι που  ζούνε αυτού του είδους την ερωτική ζωή, επηρεάζονται  από την υποτιμητική στάση μέρους της κοινωνίας, νοιώθουν περιθωριακοί και προσπαθούν να την κρύψουν ή να την ξεπεράσουν, όντας και οι ίδιοι διαμορφωμένοι από παιδιά, να είναι κατά βάθος προκατειλημμένοι εναντίον της! Εδώ δεν μ’ ενδιαφέρει να πούμε ούτε τα «εναντίον» ούτε τα «υπέρ» που λένε οι δύο πλευρές· μ’ ενδιαφέρει να κατανοήσω το θέμα. Και θεωρώ ότι όταν κανείς θέλει να κατανοήσει κάποιο πρόβλημα δεν πρέπει να το κατακρίνει καθόλου, γιατί αν είσαι εχθρικός απέναντί του δεν υπάρχει φρεσκάδα στον τρόπο που το προσεγγίζεις. Οι λογοκριτικές προσεγγίσεις εμποδίζουν το κοίταγμα με καινούργιο μάτι. Πρέπει κανείς να αντιμετωπίζει το οποιοδήποτε πρόβλημα ακριβώς όπως είναι, χωρίς να θέλει να το αλλάξει με κάποιο τρόπο. Αποφεύγω, λοιπόν, όσο γίνεται τη λέξη, γιατί οι λέξεις οδηγούν σε διάφορους συνειρμούς και ζωντανεύουν ό,τι ανήκει στο παρελθόν· θα έλεγα ότι οι λέξεις είναι το παρελθόν. Γίνεται, λοιπόν, να κοιτάξει κανείς κατ’ ευθείαν ένα πρόβλημα, χωρίς να το βλέπει πίσω από την κουρτίνα των λέξεων;  Κι αν το πρόβλημα το έχει ο ίδιος – γιατί υπάρχουν και άνθρωποι που τους είναι πρόβλημα η ερωτική προτίμηση στο ίδιο τους το φύλο –θα πρέπει για να το κατανοήσει να πετάξει από το νου του κάθε αίσθηση αμαρτίας, φόβου ή ενοχής, γιατί αλλιώς δεν μπορεί να αντικρίσει τα προβλήματά του με εντιμότητα. Όταν ο νους είναι ελεύθερος από τέτοιου είδους εμπόδια, τότε μόνο είναι καθαρός, τότε μόνο υπάρχει  αληθινή νοημοσύνη.
Έτσι, λοιπόν, ούτε το επιδοκιμάζουμε ούτε το καταδικάζουμε. Η σχέση ανάμεσα σε ανθρώπους του ίδιου φύλου είναι ένα γεγονός, όπως και η ετεροφυλοφιλία. Υπάρχει σε όλο τον κόσμο και σε διάφορα μέρη είναι κάτι πολύ συνηθισμένο, ενώ σε άλλα είναι σχεδόν άγνωστη. Και ποιο είναι το θέμα; Γιατί την κάνουμε τόσο τεράστιο πρόβλημα; Ενώ δεν κάνουμε καθόλου πρόβλημα την ετεροφυλοφιλία κάνουμε την άλλη πρόβλημα, γιατί; Είναι και οι δύο εξίσου ένα γεγονός. Θα έπρεπε, λοιπόν, να ερευνήσουμε το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας ως κάτι διαφορετικό από εκείνο της ετεροφυλοφιλίας; Ή πρέπει να δούμε, χωρίς να εγκρίνουμε το ένα είδος σχέσης και να αποδοκιμάζουμε το  άλλο, να δούμε γιατί κυνηγάμε και στις δύο περιπτώσεις την ευχαρίστηση στο σεξ και γιατί η σεξουαλικότητα – και στις δυο πλευρές της – έχει γίνει τόσο κολοσσιαία σημαντική; Γιατί;  Στην τηλεόραση, στα περιοδικά, στις διαφημίσεις, υπάρχει αυτό το στοιχείο της σεξουαλικότητας κάθε μέρα. Καθημερινά προβάλλεται η σεξουαλικότητα και ενθαρρύνεται πολύ προσεκτικά από τη βιομηχανία της διασκέδασης και του «life style». Γιατί όλοι θέλουν να πουλήσουν κάτι –οτιδήποτε- σχετικό μ’ αυτό.
Και γιατί έχει δώσει ο άνθρωπος μέσα στους αιώνες τέτοια τεράστια σημασία στο σεξ και γιατί του έχει δοθεί τέτοια ιδιαίτερη θέση στη ζωή; Για το σεξ υπάρχουν, όπως ξέρετε, ντουζίνες ερμηνείες από φιλοσόφους, ψυχολόγους, ειδικούς, διάφορους σεξολόγους και τέτοια. Και γιατί; Είναι κι αυτό ένα μέρος της ζωής,  όπως μέρος της ζωής είναι το περπάτημα, το να βλέπεις, να τρως, να τρέχεις, να κοιμάσαι, να γελάς, να κλαις… Αλλά γιατί αυτό το πράγμα ειδικά έχει πάρει τόση μεγάλη σπουδαιότητα;
Η σεξουαλική πράξη είναι σχεδόν στιγμιαία. Είναι μια σύντομη εμπειρία, αλλά γιατί οι άνθρωποι είναι έτσι διαρκώς απορροφημένοι απ’ αυτήν; Το σεξ δεν είναι ούτε αγνό ούτε μη αγνό· η σκέψη είναι που του δίνει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από τις πραγματικές του – το μυαλό είναι που  δίνει μία υπέρμετρη σπουδαιότητα στο σεξ. Κι ενώ η σεξουαλική πράξη είναι κάτι σύντομο, αυτό της δίνει διάρκεια είτε απολαμβάνοντας τις σκέψεις που κάνει γύρω από μία σεξουαλική συνάντηση που έγινε πριν ή από μία άλλη που φαντάζεται ότι θα γίνει στο μέλλον.
Ένας γνωστός διανοούμενος έχει πει ότι η σεξουαλικότητα δεν βρίσκεται στα γεννητικά όργανα, αλλά στο μυαλό. Αλλά οι διανοούμενοι, ξέρετε,  είναι εκείνοι που έχουν τα μεγαλύτερα βάσανα με το σεξ. Η αλήθεια είναι ότι ο στοργικός, απλός  και καλόκαρδος άνθρωπος, που η ζωή του δεν κυριαρχείται από το μυαλό του, σπάνια γυρνάει το σεξ σε πρόβλημα.
Υπάρχει κι άλλη μία κατηγορία ανθρώπων που κάνει το σεξ πρόβλημα. Εννοώ τους πουριτανούς και τις πουριτανές που έχουν εκπαιδευτεί να πολεμούν το σεξ σαν να είναι κάτι τερατώδες. Ξέρετε, όμως:  όσο πιο πολύ προσπαθείς να καταπιέσεις το σεξ, για οποιοδήποτε λόγο, τόσο πιο ανεξέλεγκτο γίνεται. Φαίνεται ότι δεν συνειδητοποιούμε ότι καταπιέζοντας το σεξουαλικό μας ένστικτο ακολουθούμε το σιγουρότερο δρόμο για να το δυναμώσουμε. Αντί να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε αυτή την ισχυρή ανθρώπινη παρόρμηση παρατηρώντας την προσεκτικά, προσπαθούμε να την ελέγξουμε είτε χωρίς επιτυχία είτε -το χειρότερο- με επιτυχία,  που τότε στρέφεται εναντίον μας και γυρνάει πίσω σαν νεύρωση, ψυχασθένεια ή ακόμα και σωματική αρρώστια.
Αν παρατηρήσει κανείς την καθημερινή του συμπεριφορά, θα δει ότι οι ζωές μας περιστρέφονται γύρω από τον εαυτό μας. Σχεδόν όλα όσα κάνουμε, σκεφτόμαστε ή νοιώθουμε είναι άμεσα ή έμμεσα συνδεδεμένα με το «εγώ», με τον εαυτό μας. Και το σεξ προσφέρει μία στιγμιαία απελευθέρωση από τον περιορισμένο και δυστυχισμένο κόσμο του εαυτού.  Τη στιγμή της κορύφωσης στη σεξουαλική πράξη- όπως λέει και ο Ντοστογιέφσκι στον «Ηλίθιο» για το κλάσμα του δευτερολέπτου που ο επιληπτικός περνάει από τη κανονική του κατάσταση στην επιληπτική – εκείνη τη γρήγορη στιγμή, γνωρίζει κανείς κάτι σαν την απόλυτη ευτυχία, μία απίστευτη ελευθερία από το εγώ του, καθώς για κλάσματα δευτερολέπτου παύει να υπάρχει. Αυτός είναι –κατά τη γνώμη μου – ο λόγος που αποζητάμε το σεξ, ξέχωρα και από την όλη ευχαρίστηση που δίνει.
Και για να κλείσω θα ήθελα να πω: Η σεξουαλική πράξη είναι σαν ένα τρυφερό λουλούδι, σαν μία δυνατή φλόγα· είναι κάτι  λεπτεπίλεπτο και εξαιρετικό.  Χρειάζεται περιποίηση και φροντίδα και δεν εννοώ μελιστάλακτους συναισθηματισμούς απελπισμένων ερώτων και τέτοια. Πρέπει να είσαι ιδιαίτερα προσεκτικός όταν το σεξ δεν γίνεται για τους λόγους που το προόρισε  η φύση — την αναπαραγωγή δηλαδή. Και δεν εννοώ να μην γίνεται για κανένα άλλο λόγο εκτός της αναπαραγωγής, όπως έχουν την ανοησία να υποστηρίζουν διάφορες θρησκείες. Νομίζω ότι το να αφήνεις το σεξ ελεύθερο είναι σπατάλη ενέργειας, αλλά και το να το καταπνίγεις βάναυσα είναι καταστροφή ενός λεπτεπίλεπτου και έντονα όμορφου πράγματος. Γι’ αυτό παρακολουθήστε το με ζεστασιά, φροντίστε το, αφήστε το να ξεδιπλωθεί και να σας αποκαλύψει τον εαυτό του, είτε η ερωτική σας επιθυμία είναι για το άλλο φύλο, είτε είναι για το ίδιο σας το φύλο. Και κάντε το χωρίς να το απαρνείστε, αλλά και χωρίς να το επιδιώκετε,  και χωρίς να ενδίδετε σ’ αυτό. Οπότε, θα με ρωτήσετε:  «Καλά, κι αν δεν το απαρνείσαι το σεξ, δεν το επιδιώκεις  και δεν ενδίδεις σ’ αυτό, τότε τι μένει»; Χα, χα, χα… Κάντε το και θα δείτε.

Καλό βράδυ.
Π.
Υ.Γ. Τη ζωγραφιά την έχει κάνει η κόρη μου, που της αφιερώνω το post.

Μια ιστορία από το στρατό

Αυτό το blog ξεκίνησε έχοντας στόχο να ανεβάζει παραμύθια, βίντεο κ.λπ. για παιδιά. Στο δρόμο, όμως, κάτι εγώ που κάποια στιγμή έγραψα  ένα «σεντόνι», κάτι εσείς – οι παλιότεροι τέλος πάντων-  που σας αρέσανε και δεν τα βρίσκατε «φούμαρα ιντερνετικά», πήγαμε το blog αλλού από εκεί που σκόπευα. Τελικά έγινε πιο πολύ για σας παρά για τα παιδάκια σας. Κι αυτό, κάπου κάπου δεν μου άρεσε. Τώρα, όμως, που πια λειτουργεί το ιντερνετικό μας κανάλι  paramithas.tv, που είναι 100% για παιδιά  – άσχετα αν μπαίνετε κι εσείς έχοντας μέσο το παιδί που κρύβετε μέσα σας– μπορώ άνετα να δώσω εδώ το βάρος σε άλλου είδους «παιδικά»: σε παιδικά καρδιάς και όχι ηλικίας —είτε αυτά είναι ιστορίες μου είτε είναι σκέψεις μου. Για σήμερα, λοιπόν, σας έχω μια ιστορία από το στρατό, εγκαινιάζοντας μια νέα κατηγορία, τις ΙΣΤΟΡΙΕΣ.

Ήταν Ιούλιος του 1964. Ήμουν φαντάρος, στο 644 Τεθωρακισμένο Τάγμα Πεζικού, στη Σταυρούπολη, στη Θεσσαλονίκη.  Ήταν ζόρικα. Ανάμεσα στα παιδιά του λόχου ήταν κι ο Στέλιος. Ο Στέλιος ήταν ομοφυλόφιλος.  Αυτό στο στρατό και εκείνη μάλιστα την εποχή ήταν ζόρικο. Πολύ ζόρικο. Δεν τον άφηναν σε χλωρό κλαρί τον φουκαρά!  Όταν δεν ήταν μπροστά αξιωματικοί τον «ξεφώνιζαν», φωνάζοντάς του είτε «σύυυυκααα…» είτε «Στέλλαααα». Δεν ξέρω γιατί και  πώς είχε βγει αυτό, αλλά τότε η κραυγή «σύκα» έδινε κι έπαιρνε ως ξεφωνητό. Επίσης, επειδή ήταν ακόμα νωπή η μνήμη της ταινίας «Στέλλα» του Κακογιάννη, μερικές φορές οι πιο θρασείς, φώναζαν στο Στέλιο: «Στέλλα, φύγε… κρατάω μαχαίρι…», από τη γνωστή σκηνή όπου ο Φούντας μαχαιρώνει την Μερκούρη. Από τα σαράντα άτομα του λόχου, είμαστε λιγότεροι από δέκα που δεν τον πειράζαμε ποτέ και του φερόμαστε κανονικά. Ο ίδιος ήταν ένα εξαιρετικό παιδί. Δεν προκαλούσε ποτέ, ήταν φιλικός με όλους και στα πειράγματα  παρέμενε ατάραχος, διότι είχε και εξαιρετικό χιούμορ. Έτσι, καθώς εγώ δεν θεωρούσα ποτέ μου ότι όλοι πρέπει να έχουν τις ίδιες σεξουαλικές προτιμήσεις, τον συμπαθούσα πολύ και το κοινό χιούμορ μας, μας έκανε να ανταλλάσσουμε οι δυο μας, κάθε μέρα σχεδόν, ανέκδοτα.
Ένα Σαββατοκύριακο προς το τέλος του μήνα, κι ενώ ετοιμαζόμαστε  να βγούμε με 48ωρες και 24ωρες άδειες, ήρθε διαταγή να μείνουμε μέσα σε επιφυλακή, επειδή είχε δημιουργηθεί ένταση με την Τουρκία! Τα ‘χαμε βάψει όλοι στα μαύρα. Όσοι έχουν κάνει στρατό, θα το καταλάβουν αυτό. Όταν το βράδυ στις οχτώ, η σάλπιγγα σήμανε σιωπητήριο, όλο το τάγμα μαζεύτηκε μέσα στους λόχους. Φυσικά, δεν είχε κανείς μας όρεξη για ύπνο, αφού άλλωστε την άλλη μέρα ήταν Κυριακή και θα μπορούσαμε να κοιμηθούμε όσο θέλουμε. Έτσι, μπήκαμε στο λόχο μας, κάτσαμε στα κρεβάτια μας, πάνω και κάτω, ενώ στη μέση του θαλάμου ήρθε και κάθισε ένα παιδί που έπαιζε ακορντεόν.  Άρχισε να παίζει  και σιγά σιγά, μας έφτιαξε το κέφι κι αρχίσαμε, άλλοι να χτυπάμε παλαμάκια κι άλλοι να τραγουδάνε. Κάποια στιγμή, ο ακορντεονίστας άρχισε να παίζει το τραγούδι, «΄Ασ’ τα τα μαλλάκια  σου», που είναι βαλς. Πολλοί πιάστηκαν αγκαζέ εκεί όπου κάθονταν, κι άρχισαν  να κουνιούνται μια δεξιά και μια αριστερά, στο ρυθμό του βαλς. Το κέφι είχε ανάψει. Και τότε, ο Στέλιος σηκώθηκε από το κρεβάτι του, ήρθε στη μέση κι άρχισε να χορεύει μόνος του βαλς. Το τι έγινε δεν περιγράφεται! Όλοι άρχισαν να χειροκροτούν και να σφυρίζουν ενθουσιασμένοι. Ο Στέλιος στροβιλιζόταν  πανευτυχής, με ένα τεράστιο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Και τότε, χωρίς να σκεφτώ τίποτα, κατέβηκα από το κρεβάτι μου και πλησίασα τον Στέλιο απλώνοντας τα χέρια μου σαν να του ζητούσα να τον χορέψω. Χωρίς να διστάσει στιγμή, έπιασε τα χέρια μου και ακολουθώντας αμέσως τη γυναικεία κίνηση, πήρε το ρόλο της ντάμας κι αρχίσαμε να χορεύουμε βαλς. Έγινε πανδαιμόνιο στο θάλαμο. Σφυρίγματα, χειροκροτήματα, αλλά ούτε ένα προστυχόλογο.  Και ξαφνικά, αφού είχα χορέψει κάνα πεντάλεπτο με τον Στέλιο, ήρθε ένας άλλος φαντάρος και ζήτησε να τον χορέψει κι εκείνος. Έτσι εγώ σταμάτησα και συνέχισε το άλλο παιδί το βαλς  με τον Στέλιο. Σιγά σιγά τα πολλά σφυρίγματα και χειροκροτήματα σταμάτησαν  και ο ακορντεονίστας  έπαιζε το ένα βαλς μετά το άλλο, ενώ ένας ένας οι φαντάροι, όλοι σχεδόν, χόρεψαν με τον Στέλιο. Η ατμόσφαιρα στο θάλαμο είχε μια λεπτή ευαισθησία. Δεν ακούστηκε η παραμικρή ειρωνική λέξη. Ο Στέλιος, με μια βαθιά αξιοπρέπεια, έπαιξε το ρόλο της ντάμας για όλους τους φαντάρους που χόρεψαν μαζί του. Ένοιωθε κανείς μια φοβερή χαρά να γεμίζει το θάλαμο, καθώς είχε εξαφανιστεί η μιζέρια που γεννάει η έλλειψη σεβασμού στη διαφορετικότητα του άλλου και όλοι διασκεδάζαμε με την καρδιά μας που είχε ανοίξει  και χαιρόμαστε αυτό που βλέπαμε. Συνεχίσαμε έτσι, μέχρι που ήρθε ο αξιωματικός υπηρεσίας και μας σταμάτησε.
Από την άλλη μέρα και μέχρι που φύγαμε από το τάγμα, ούτε μία φορά δεν ξαναπείραξε  κανείς τον Στέλιο· ούτε μια φορά δεν ξανακούστηκε το «σύκα» ή το «Στέλλα».

Καλό ξημέρωμα
Π.

Για να πάρω φόρα…

Nikohiliopodarousa

Έκανα μία διακοπή λίγων ημερών χωρίς να ανεβάσω την Τρίτη συνέχεια του «Μαθήματος Θεάτρου», που είχα υποσχεθεί γιατί τα είχαμε παίξει με τον «μάστορα» από τη δουλειά. Και το άνοιγμα του Paramithas.TV , αλλά κυρίως η παραγωγή ενός ημίωρου ντοκιμαντέρ για την 28η Οκτωβρίου (μμμ… μήπως το ανεβάσω εδώ τότε….) που έπρεπε να παραδοθεί Δευτέρα και δουλεύαμε έως αργά τ’ απόγευμα των εκλογών.  Έτσι για να πάρω φόρα τώρα, λοιπόν, και να αρχίσω να ξαναγράφω στο blog, θέλω να πω δυο λόγια για τέσσερα κόμματα που πήραν μέρος στις εκλογές και μ’ έκαναν να γελάσω πολύ με το χιούμορ τους. Και να γιατί:

Τα ένα  είναι η Π.Δ. δηλαδή, Παλαιά Δημοκρατία σε αντιδιαστολή με το Ν.Δ. δηλαδή, Νέα Δημοκρατία. Θα έπρεπε να έχουν βάλει και: «με αρχηγό τον παλαιό Καραμανλή».

Το άλλο είναι το:  ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ που μου θύμισε  το γνωστό, κακό, male-chauvinist ανέκδοτο:  ΕΡΩΤΗΣΗ: «Ποιος είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου;»  ΑΠΑΝΤΗΣΗ: «Η γυναίκα». (Συγνώμη κορίτσια…)

Το τρίτο είναι το κόμμα Κ.Ο.Τ.Ε.Σ. Δηλαδή: Καπνιστικές Ομάδες για την Τέχνη και την Εικαστική Συγκρότηση. Χα, χα, χα… Τι κάνει ο άνθρωπος για να… καπνίσει!!! Μέχρι και φιλότεχνος γίνεται!!!

Και το τελευταίο  είναι το: ΠΑΕΚΕ δηλαδή,  Παναγροτικό Κίνημα Ελλάδος με το φοβερό  σύνθημα: Χαρίζω οικόπεδα,  χαρίζω χρέη. Χα, χα, χα… Ε, λόγω χρεών σε Τράπεζες, Εφορία, Ι.Κ.Α.   Τ.Ε.Β.Ε.  και φίλους, αυτό ψήφισα.

Σας φιλώ πολύ.
Π.Χ. Δηλαδή: Παραμυθοχιλιοποδαρούσος.