Συμπλήρωμα στο προηγούμενο post

Ήθελα να γράψω δυο λόγια στα σχόλια για την papiera, αλλά ξαφνικά θυμήθηκα πως ό,τι  θα είχα να πω υπάρχει σε  ένα πολύ παλιό post, που δεν ξέρω πώς το έκανα, αλλά δεν το είχα βάλει στην κατηγορία:  ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ. Όλα τα κείμενα (ή σεντόνια) αυτής της κατηγορίας, είναι παρμένα (και επεξεργασμένα σήμερα) από το ομώνυμο βιβλίο μου που είχε βγει το ’89 από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ. Αυτό το βιβλίο πάλι με τη σειρά του είναι με κείμενα παρμένα από την ομώνυμη στήλη που είχα το ’87 στο περιοδικό ΤΗΛΕΡΑΜΑ. Οπότε, έχω … εκτεθεί ανεπανόρθωτα τριπλά: σε περιοδικό, σε βιβλίο και στο ίντερνετ. Είναι αυτό που μου έλεγε η μάνα μου από μικρό: «Εσύ παιδάκι μου δεν έχεις τσίπα επάνω σου»!  Σκέφτηκα, λοιπόν, να μη γράψω τίποτα στα σχόλια, αλλά να βάλω LINK  με εκείνο το POST και για όλους όσους από τους καινούργιους δεν το έχουν διαβάσει, για να δείτε άλλο ένα λόγο σύγκρουσης που είχα με τη μάνα μου. Το post έχει τίτλο, «Τα εν οίκω μη εν Δήμω». Κάντε κλικ ΕΔΩ και … φύγατε.

Σας φιλώ.
Π.

Ο γιος της γυναίκας μου

J.M.2

Πριν μερικές μέρες πήγαμε στο γάμο ενός νεανικού φίλου των παιδιών μου, που είναι στην ηλικία τους. Ακόμα και σήμερα τον νοιώθω κι αυτόν σαν παιδί μου. Στο τραπέζι μετά την τελετή, καθόμουνα δίπλα στον γιο της γυναίκας μου από τον πρώτο της γάμο (μπαμπάς του Αλέξανδρου), – στη φωτογραφία κάθεται δίπλα του η κόρη μου η Μαρία και δίπλα της η Τζο- και σκεφτόμουν τα πρώτα χρόνια που αυτά τα δύο παιδιά μας ήταν μικρά – 8 και 12 – και καθώς η Μαρία είχε μετακομίσει μαζί μας, το θέμα της συμβίωσης στο σπίτι είχε τα ζόρια του. (Τον Μάιο του 2007 έγραψα μία ιστορία στο blog με ήρωες αυτή την οικογένεια, και τίτλο, «Το παληκάρι με τη μεγάλη τύχη«, που μπορείτε να την διαβάσετε κάνοντας κλικ  ΕΔΩ).

Ο γάμος αυτός ήταν και για τους δυο μας ο δεύτερος. Και σ’ αυτό το δεύτερο γάμο μας, κι εκείνη κι εγώ, ενώνοντας τα ήδη στημένα κανονικά σπίτια μας, βάλαμε ο καθένας -εκτός από ψυγείο, κουζίνα, τηλεόραση, καφετιέρα, μίξερ και άλλα πολλά- κι από ένα παιδί από τους πρώτους μας γάμους. Τη Μαρία και τον Φρεντ.  Πολύ γρήγορα, τρεις  μήνες μετά γάμο, κάναμε κι ένα δικό μας, τον γνωστό σ’ αυτό το blog ως «μάστορα» ή αλλιώς cpil ή Κωνσταντίνο.

Όπως συμβαίνει, συνήθως, σε παρόμοιες περιπτώ­σεις, που μένουν όλα τα παιδιά μαζί, ο ένας εκνευριζό­ταν με το παιδί του άλλου προσπαθώντας συνέχεια κι απεγνωσμένα να μην το δείχνει και να του φέρεται «σαν να ‘ταν δικό του». Όσοι βρίσκονται ή ήταν κάποτε σε παρόμοια θέση θα με καταλάβουν.

Ο γιος της γυναίκας μου, που βρισκόταν σε μια ευαί­σθητη ηλικία, με το ένα πόδι μέσα στην εφηβεία και τ’ άλλο στο παιδί, είχε συνέχεια ένα… μουρτζούφλικο ύφος που μου «την έδινε», όπως θα ‘λεγε κι εκείνος. Οι προσπάθειες που έκανα να πείσω τον εαυτό μου ότι κι αυτός είναι σαν παιδί μου, απλώς χειροτέρευαν τα πράγματα, αφού ήμουν μονίμως σε σύγκρουση ανάμεσα σ’ αυτό που συνέβαινε και σε κείνο που θα ‘θελα να συμ­βαίνει. Καθώς η κατάσταση μέρα τη μέρα χειροτέρευε κι η ζωή στο σπίτι άρχιζε να παρουσιάζει δείγματα… κόλασης, τα ‘βαλα κάτω κι άρχισα ν’ αναρωτιέμαι.

Πρώτ’ απ’ όλα, απλά και ξάστερα: γιατί αυτό το παιδί να μ’ εκνευρίζει για πράγματα που έκανε και το δικό μου παιδί, χωρίς, όμως, ν’ αντιδρώ έτσι; Μήπως είχε σημα­σία που αυτός ήταν αγόρι, ενώ η δική μου κορίτσι; (Ο «μάστορας» δεν πιανόταν γιατί ήταν ακόμα μηνών). Μήπως υπήρχε ανάμεσα μας κάποιος κρυμμένος αντα­γωνισμός σε σχέση με τη μητέρα του; Από τη μεριά του σίγουρα -και με το δίκιο του- αλλά κι από τη μεριά μου; Σιγά σιγά οι ερωτήσεις έκαναν ν’ αρχίσει ένας διάλο­γος με τον εαυτό μου, που πάνω κάτω ήταν αυτός:
–          Πότε εκνευρίζομαι;
–          Όταν κάνει κάτι που, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι σωστό.
–          Εκνευρίζομαι το ίδιο και με την κόρη μου σε ανάλογες περιπτώσεις;
–          Όχι τόσο, είναι η αλήθεια.
–          Μ’ αυτόν γιατί εκνευρίζομαι περισσότερο;
–          Ίσως γιατί, επειδή δεν είναι παιδί μου, κρατιέμαι να μην του ρίξω καμιά σφαλιάρα.
–          Σφαλιάρα! Ψέματα! Είμαι εναντίον του ξύλου· δεν έχω απλώσει χέρι πάνω στο παιδί μου κάτι άλλο συμβαίνει.
–          Ίσως μ’ εκνευρίζει η ιδέα ότι, ακόμα κι αν ήθελα να του ρίξω καμία, δεν μπορώ.
–          Γιατί δεν μπορώ;
–          Εεε… δεν θα ‘ταν υπέρ μου να κάνω κάτι τέτοιο.

Σ’ αυτό το σημείο είχα νοιώσει να κρύβεται κάτι, που δεν ήθελε να βγει. Δεν μ’ άρεσε η ιδέα να πιέσω άλλο τον εαυτό μου τότε , και σταμάτησα. Άφησα τα ερωτήματα αυτά να πλανιόνται τις επόμε­νες μέρες στο κεφάλι μου, χωρίς να ξανασχοληθώ ιδιαί­τερα μαζί τους αλλά και χωρίς να τα ξεχάσω. Είναι όπως όταν φυτέψεις ένα λουλούδι σε μια γλάστρα: περιμένεις, δίχως να μπορείς να κάνεις τίποτα, ν’ ανθίσει. Έχεις το νου σου στη γλάστρα για να την ποτίζεις, αλλά δεν πας κάθε τόσο να βγάζεις από το χώμα τους σπόρους για να δεις αν άρχι­σαν να φυτρώνουν! Τ’ άφησα, λοιπόν, να κάνουν «από μόνα τους» τη δουλειά τους. Είχα δει από τότε, ότι αυτός ο τρόπος είναι ο καλύτερος για να πάρει κανείς μια απάντηση από την καρδιά του. Πράγμα που σημαίνει ότι μ’ αυτήν κάτι μπορεί ν’ αλλάξει, ενώ με το μυαλό, όσο λογική α­πάντηση κι αν δώσει, όσο κι αν αναλύσει, ξαναπέφτεις στα ίδια και τα ίδια. Η σχέση μου με το γιο της γυναίκας μου -αν και εξωτε­ρικά δεν φαινόταν τίποτα- πήγαινε από το κακό στο χει­ρότερο. Το μόνο που είχε αλλάξει ήταν πως όποτε βρι­σκόμασταν μαζί, παρατηρούσα τη συμπεριφορά μου απέναντι του περισσότερο από πριν. Είχε περάσει κάπου ένας μήνας, όταν, ενώ παρακο­λουθούσα μία διάλεξη της οποίας δεν μ’ απασχολούσε το θέμα, μου πέρασε από το νου – σαν να έβλεπα έργο στην τηλεόραση – μια σκηνή που είχε γίνει ανάμεσα σε μένα και σ’ εκείνον μερικές μέρες πριν, Μια σκηνή απλή, γρήγορη, σαν αυτές που γίνονται κατά δεκάδες ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που ζουν στο ίδιο σπίτι. Καθώς, όμως, η σκηνή φιλτραριζόταν μέσα από τα ερωτήματα που είχαν μπει και, κυρίως, από τη δυνατή επιθυμία να γλιτώνω από τη δυσάρεστη κατάσταση μιας τέτοιας, ψυχολογικά μίζερης σχέσης, άρχισε να ξεχύνεται από μέσα μου μια καινούργια σειρά από ερωτήματα που, χωρίς να είναι τα ίδια απαντήσεις, έμοιαζε να απαντούν στα πρώτα: Ήταν αιτία της σύγκρουσης η προσπάθεια να δείξω μια άλλη συμπεριφορά απ’ αυτή που μου ερχόταν; Είχα μια εικόνα για το πώς θα ‘πρεπε να ‘μαι και προσπαθού­σα να ξεφύγω απ’ αυτό που ήμουν; Γιατί το ‘κανα αυτό; Ποιον κορόιδευα με το να παριστάνω κάτι που δεν ή­μουν; Τι φόβοι κρύβονταν πίσω από μια τέτοια ανειλι­κρινή στάση; Μήπως αυτοί οι φόβοι ήταν ίδιοι ή ανάλο­γοι με αυτού του παιδιού; Είχε ή δεν είχε αυτό το παιδί το ίδιο πρόβλημα με την κόρη μου: παιδί χωρισμένων γονιών που ξαναπαντρεύτηκαν;

Είχε πια ξεχυθεί μέσα μου ένας χείμαρρος από ερωτήματα που δεν μπορούσα να σταματήσω και που γίνονταν όλο και πιο οδυνηρά. Στο βάθος της καρδιάς μου άρχισε να αχνοφαίνεται μια καλοσύνη γι’ αυτό το παιδί, μια καλοσύνη που επρόκειτο να κάνει πολύ καλύτερη τη σχέση μας, έτσι ώστε τα ζόρια εκείνου του καιρού να είναι σήμερα – που κι αυτός είναι πατέρας – σαν να μην υπήρξαν ποτέ.
Καλό ξημέρωμα.
Π.

Μια νοικοκυρά κλόουν

Πολύ ζέστη, ούτε ελαφρύ «σεντόνι» δεν αντέχεται.  Ας δούμε, λοιπόν,  κι άλλον έναν ή μάλλον άλλη μία κλόουν. Σας αφιερώνω το βίντεο… παντρεμμένα κορίτσια.

Καλό βράδυ.
Π.

Η γιορτή των κλόουν

Πριν από λίγο καιρό, σας είχα ανεβάσει ένα βίντεο μ’ έναν κλόουν που εξηγεί πώς γεννήθηκε το φλαμένγκο, από μία παράσταση με κλόουν που είχα δει παλιά. Όσοι δεν το είχατε δει αυτό το post κάντε  κλικ  ΕΔΩ.

Πριν φύγω για διακοπές κάθησα και ξεχώρισα έναν έναν τους κλόουν από την παράσταση, και κατά διαστήματα θα ανεβάσω εδώ όλα τα βίντεο. Λέω να τα πάρω με τη σειρά αυτή τη φορά – κι όχι όποιο μου κάτσει στην τύχη όπως την προηγούμενη- κι έτσι για σήμερα λέω να ανεβάσω την παρέλαση που έκαναν οι κλόουν αρχίζοντας την παράστασή τους.

Σας φιλώ.

Π.

Παρά λίγο…

Χα, χα, χα… Καθώς πήγαινα  να σβήσω τα κεριά και είδα το 66, σκέφτηκα: «Ωχ, παραλίγο ο αριθμός του ‘θηρίου’ που λένε…»  Θα πρέπει να θυμηθώ μετά από 600 χρόνια να μην γιορτάσω τα γενέθλια μου. Άσε το άλλο: σε τρία χρόνια, θα βλέπουν όλοι τα χρόνια μου στην τούρτα και θα γελάνε πονηρά! Ξέρετε τι βρώμικα μυαλά υπάρχουν στον κόσμο; Δεν είναι όλοι σαν εσάς αθώα μου παραμυθόπαιδα.   Τσ, τσ,τσ… Πόσα πράγματα κρύβει το εξηντάρισμα του ανθρώπου! Ίσως θα πρέπει να σκεφτώ σοβαρά την πρόταση της κυρίας που μου πούλησε την τούρτα και μου είπε να βάλω μόνο ένα εξάρι, και μετά το έξι να βάλω ερωτηματικό. «Γιατί να φανερώσετε ακριβώς την ηλικία σας; Αφήστε να νομίζουν ότι είστε 60, 61 ή 62…» .  Μάλιστα μου πρότεινε κάτι πιο πονηρό: Να βάλω το ερωτηματικό ΠΡΙΝ από το έξι. «Έτσι θα νομίζουν ότι μπορεί να είστε 26, 36, 46… Αφού δεν σας φαίνεται ότι είστε 66», μου είπε. «Κοιτάξτε, βασικά είμαι 76, αλλά κρύβω δέκα χρόνια», της απάντησα και γούρλωσε τα μάτια της.

Σας ευχαριστώ πολύ για τις ευχές σας. Βάλτε την παιδική σας φαντασία να δουλέψει και πάρτε λίγη τούρτα.
Σας φιλώ πολύ.
Π.

15072009704

15072009708

Κραδασμοί.

09082006297

13072009693

Ο φωτογραφίες που βλέπετε είναι η θέα της ανατολικής και της δυτικής βεράντας του σπιτιού όπου μένω στη Σκιάθο. Στη δυτική δουλεύω (εννοώ ότι γράφω ή μεταφράζω ό,τι θέλω) το πρωί και στην ανατολική το απόγευμα. Σήμερα, λοιπόν, σκεφτόμουν ότι αυτό το νησί –όπου έρχομαι τα τελευταία 26 χρόνια – παρόλη την τουριστική του ανάπτυξη, εξακολουθεί να έχει αυτό που θα λέγαμε, «καλούς κραδασμούς». Δεν είναι τυχαίο ότι έχει γεννήσει έναν άνθρωπο σαν τον Παπαδιαμάντη. Δεν ξέρω αν έχετε ασχοληθεί ποτέ με αυτό το θέμα –των «κραδασμών» εννοώ- αλλά έτσι μου ’ρθε τώρα να σας πω δυο λόγια γι’ αυτό. Ίσως επειδή μετά από δυο μέρες κοντά στη θάλασσα, έχω γλυτώσει από κάθε πίεση χρόνου για οτιδήποτε και μπορώ να λέω διάφορα «φούμαρα ιντερνετικά», όπως είχε ονομάσει τα «σεντόνια» μου μια κοπέλα –καλή της ώρα- τους πρώτους μήνες που είχα ανοίξει αυτό το blog.
Όπως θα ξέρετε, ίσως, υπάρχει επιστημονική θεωρία των «κραδασμών» που είναι αρκετά γνωστή. Δεν θέλω να την αναλύσω εδώ. Απλώς να πω δυο λόγια.
Έχει αποδειχθεί επιστημονικά ότι όλα στον κόσμο των αισθήσεων είναι ύλη,  ακόμα και η σκέψη, που εκπέμπουν κραδασμούς με διαφορετικές συχνότητες. Θα έχετε, ίσως, παρατηρήσει, ότι το κάθε σπίτι  έχει τη δική του ατμόσφαιρα, δηλαδή εκπέμπει τους δικούς τους κραδασμούς. Τις διαφορές των κραδασμών,  μπορείτε να τις δείτε ξεκάθαρα ανάμεσα στους βίαιους κραδασμούς που υπάρχουν στο επισκεπτήριο σε κάποια φυλακή και στους ήσυχους κραδασμούς μέσα σε κάποια εκκλησία∙ στους ήσυχους, αλλά γεμάτους θλίψη κραδασμούς ενός νεκροταφείου και στους έντονους, αλλά χαρούμενους κραδασμούς μιας ταβέρνας. Οι κραδασμοί αυτοί είναι αποτέλεσμα των συναισθημάτων των ανθρώπων που συγκεντρώνονται εκεί, σαν σκόνη που κολλάει στους τοίχους. Κι όσο πιο ευαίσθητος είναι κανείς (δεν εννοώ συναισθηματικός ή ρομαντικός και τέτοια) στο να αντιλαμβάνεται αυτές τις ατμόσφαιρες, τόσο πιο πολύ επηρεάζεται από τους διάφορους χώρους, αλλά κυρίως από τους ανθρώπους γύρω του. Κάθε άνθρωπος, εκπέμπει τους δικούς του κραδασμούς, που έχουν σχέση με τις σκέψεις που κάνει, τα αισθήματά του, τον χαραχτήρα του. Σ’ αυτούς τους κραδασμούς οφείλεται η συμπάθεια ή αντιπάθεια ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο έρωτας, η φιλία… Άτομα που εκπέμπουν φθόνο, επιθετικότητα, αρνητισμό μπορούν να δημιουργούν γύρω τους δυσφορία, απώθηση, ενώ άλλα που έχουν καλοσύνη, χαρά και ευγένεια να τα κάνουν αξιαγάπητα. Και η ομοιότητα των κραδασμών ανάμεσα σε δύο άτομα είναι που φέρνει την επικοινωνία – που δεν έχει καμιά σχέση με το να συμφωνείς ή να μη συμφωνείς με τον άλλον. Είναι πιο πολύ αυτό που υπονοεί η λέξη, «ταιριάζουμε».
Έχοντας, λοιπόν, γυρίσει διάφορα νησιά στη ζωή μου, έχω την αίσθηση ότι η Σκιάθος, μου ταιριάζει.
Χα, χα, χα… Σας πέθανα στο «ιντερνετικά φούμαρα».
Σας φιλώ.
Π.

Ένα χαρούμενο τέλος.

Έτσι για να σας πω ένα χαμογελαστό  καλό Σαββατοκύριακο, σκέφτηκα να ανεβάσω αυτή την αναμνηστική  φωτογραφία από το τέλος των γυρισμάτων του «Παραμυθά» στο στούντιο. Αυτά τα: πανέμορφα, μεγαλοφυή, ευγενικά, γεμάτα καλοσύνη και σπιρτάδα στο βλέμμα  γονατιστά παιδιά μπροστά μου είναι τα παιδάκια μου.  (Όχι, δεν είμαι χαζομπαμπάς, αλήθεια είναι).

Καλό Σαββατοκύριακο.
Σας φιλώ
Π.

End of studio work

Έκπληξη!

Σήμερα σας έχω μια έκπληξη. Η αλήθεια είναι ότι, πιο πολύ έκπληξη θα είναι για την κυρία Παραμυθά, παρά για σας. Όπως ίσως θα παρατηρήσατε τις τελευταίες μέρες, η κυρία Παραμυθά δεν κάνει σχόλια, ενώ σε ερώτηση του Γιάννη για τις  παλιές ζωγραφιές του «Παραμυθά» απάντησα εγώ. Όλο αυτό έγινε επειδή η κυρία Παραμυθά, αισθάνθηκε ότι με τα πολλά σχόλιά της και το προσωπικό τους ύφος, το blog από προσωπικό του Παραμυθά, άρχισε να γίνεται οικογενειακό και θεώρησε ότι αυτό δεν είναι σωστό. Έτσι, αποφάσισε να σταματήσει να γράφει σχόλια – αν όχι για πάντα,  τουλάχιστον για ένα διάστημα και πάντως όχι με μεγάλη συχνότητα. Επειδή, όμως, ξέρω ότι σας έχει συμπαθήσει πολύ – άλλωστε κι εσείς νομίζω ότι την συμπαθήσατε – και ότι της άρεσε πολύ να γράφει στο blog, αποφάσισα να της φτιάξω ένα δικό της  blog, όπου να μπορεί να γράφει όποτε θέλει, ό,τι θέλει και όχι απλώς να σχολιάζει αλλού.
Κάθησα, λοιπόν, σχεδίασα ένα blog για εκείνη με το ψευδώνυμό της, «Άιναφετς » και παρακάλεσα να το φτιάξει η γνωστή «μάστορας»,  κυρία Τασσάκι, η οποία δέχτηκε αμέσως με ενθουσιασμό. Ύστερα βούτηξα από τα δικά μου αρχεία:  κείμενά της από βιβλία της, φωτογραφίες της και ζωγραφιές της κι έτσι έφτιαξα δείγματα από όλες τις κατηγορίες και το βιογραφικό της. Δεν έβαλα τίποτα στην κατηγορία «ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ», γιατί ξέρω ότι εκεί θα βάλει τα παραμύθια που θα μεταφράσει από τα Γαλλικά (είναι η μητρική της γλώσσα), από ένα τρομερό βιβλίο με παραμύθια (365) που αγόρασε για να τα διαβάζει στον εγγονό της. Η ζωγραφιά του blog είναι «αυτοπροσωπογραφία» της. Τα συγχαρητήριά μου, λοιπόν, στην κυρία Τασσάκι για την υπέροχη δουλειά που έκανε και ο Θεός μαζί μου που θα πρέπει να μάθω στην κυρία Παραμυθά πώς δουλεύει, γιατί δεν είναι αυτό που θα λέγαμε «αστέρι στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές».
Με ένα (ή δύο) κλικ  ΕΔΩ θα βρεθείτε αμέσως στο blog της Άιναφετς δηλαδή της κυρίας Παραμυθά.
Σας φιλώ.
Π.

«Γαργαλιστικό» ή «ορεκτικό», όπως λέμε: «διαφημιστικό»

Ο τίτλος  του post, είναι μια προσπάθεια μετάφρασης της αγγλικής λέξης, «teaser». Το «teaser» είναι ένα είδος προδιαφήμισης ενός προϊόντος, που κυκλοφορεί πριν από το κανονικό διαφημιστικό. Το χαρακτηριστικό είναι ή ότι δεν λέει ποιο προϊόν προβάλλει ή ότι δεν δείχνει ολόκληρο το προϊόν. Και στις δύο περιπτώσεις, προηγούνται αρκετά πριν το τελικό διαφημιστικό για να προκαλέσουν την περιέργεια του κόσμου. Έτσι, ο «μάστορας», για να προκαλέσει την περιέργειά σας, έφτιαξε ένα «teaser»  για τον «Παραμυθά» που θα αρχίσει να παίζεται από τον ερχόμενο Ιανουάριο. (Ναι, ρε γαμώτο, αργεί…) Δείτε, λοιπόν, το βίντεο με το «teaser».
Σας φιλώ.
Π.

Δυο ιστορίες του Χότζα.

Χαθήκαμε. Εκτός που βγήκαν κάτι δουλειές που δεν μπορούσα… να αποφύγω, συνεχίστηκε τα βασανιστήριο με τα lap top. Τις πρώτες μέρες δούλευα με το παλιό που του λείπαν διάφορα και επίσης κάθε τόσο «κατέβαζε» κάτι ενημερώσεις και μου ‘σπαγε τα νεύρα που σερνότανε. Στα μέσα της εβδομάδας πήρα καθαρισμένο και μια χαρά το lap top που είχε αρπάξει  ιούς, αλλά του λείπαν προγράμματα που θα βάλω τη Δευτέρα κι έτσι, τελικά, δούλευα και με τα δύο κομπιούτερ!!! Πριν λίγο ξεμπέρδεψα με τις δουλειές που είχα να κάνω – βασικά του «μάστορα» ήταν αλλά είπα να τον ξαλαφρώσω. (Κάτι τέτοια κάνω και με μαλώνει η αδελφή του ότι τον κακομαθαίνω).  Έλεγα να πάω για ύπνο, αλλά ξαφνικά σας αποθύμησα κι είπα να ανεβάσω κάτι. Κι επειδή η ιστορία που σκέφτομαι εδώ και μέρες να γράψω θα ήθελε κάνα τρίωρο, «έτρεξα» στον σωτήρα μου: στον Χότζα. Οπότε πιάστε δυο ιστορίες του.
Καλή εβδομάδα.
Π.

«Πιστεύω ότι έχεις δίκιο».
Κάποτε ο Χότζας διορίστηκε Πρόεδρος Δικαστηρίου. Στη  πρώτη του δίκη, ακούγοντας  τον κατήγορο να αγορεύει πολύ πειστικά, μόλις τέλειωσε η αγόρευση του είπε:   «Πιστεύω ότι έχεις δίκιο». Ο Εισαγγελέας του Δικαστηρίου, παρακάλεσε τον Χότζα να συγκρατηθεί γιατί ακόμα δεν είχε ακουστεί η υπεράσπιση.
Λίγο αργότερα, ο Χότζας παρασυρμένος από την ευφράδεια της υπεράσπισης με το που ολοκλήρωσε ο δικηγόρος το λόγο του,  δεν κρατήθηκε και φώναξε: «Πιστεύω ότι έχεις δίκιο».
Ο Εισαγγελέας δεν μπορούσε να το επιτρέψει αυτό και είπε στον Χότζα: «Εξοχώτατε, δεν είναι δυνατόν και οι δύο να έχουν δίκιο»!
Κι ο Χότζας του απάντησε: «Πιστεύω ότι έχεις δίκιο».

Πόσο πολύ μπορεί να κοροϊδεύει κανείς τον εαυτό του;
Μια μέρα, περνώντας ο Χότζας από μία λίμνη είδε κάτι πάπιες να παίζουν μέσα στη λίμνη και σκέφτηκε ότι θα ήταν νοστιμότατες αν τις έκανε σούπα. Μπήκε, λοιπόν, μέσα στη μικρή λίμνη και προσπάθησε να πιάσει κάποια απ’ αυτές, αλλά εκείνες πέταξαν μακριά. Τότε ο Χότζας, έκατσε στην άκρη της λίμνης, έβγαλε ένα καρβέλι ψωμί από το  δισάκι του, το έκοψε σε μπουκιές και τις έριξε στο νερό. Μόλις μούσκεψαν άρχισε να τις τρώει.
Κάποιος περαστικός που τον πρόσεξε τον ρώτησε τι είναι αυτό που κάνει, κι ο Χότζας του απάντησε:  «Τρώω σούπα από πάπια».