26 Περιλήψεις

Μιλώντας με μια φίλη μου, την Φ. Α., μου ήρθε η ιδέα, επειδή εκείνη τη στιγμή έγραφα τις περιλήψεις των 26 επεισοδίων της καινούργιας σειράς  ΠΑΡΑΜΥΘΑ για την ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΡΑΣΗ, να τις βάλω εδώ μαζί με δύο φωτογραφίες από το δεύτερο επεισόδιο, για να γιορτάσουμε την εξαφάνιση των Γιαπωνέζων Πρακτόρων. Ελπίζω να σας αρέσει η ιδέα μου.
Σας φιλώ πολύ
Καλή εβδομάδα
Π.

Ο ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ

ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ ΕΠΕΙΣΟΔΙΩΝ.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 1. «Ποιος είμαι»;
Ο Παραμυθάς πηγαίνει στην ΕΡΤ για να συναντήσει τον Διευθυντή της Τηλεόρασης που τον έχει καλέσει για να του ζητήσει να ξαναρχίσει τις εκπομπές του στην τηλεόραση 30 χρόνια μετά την πρώτη παρουσίασή τους. Η συνάντηση αυτή επιφυλάσσει μερικές εκπλήξεις για τον κύριο Διευθυντή, ενώ ο Παραμυθάς, αφού γυρίσει σπίτι του θα συστηθεί και θα πει στα παιδιά που τον βλέπουν για πρώτη φορά ποιος είναι.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 2. «Το μαγικό γιλέκο μου»
Ο Παραμυθάς λέει πώς έγινε πραγματικότητα το όνειρο, που έβλεπε από μικρό παιδί, ότι πετάει. Η αγάπη του για τα πουλιά, τα ζώα και το δάσος, έγιναν η αιτία ν’ αποκτήσει το μαγικό του γιλέκο, που όταν το φοράει μπορεί να γίνεται μικρός σαν καρφίτσα ή μεγάλος σαν βουνό· μπορεί να μιλάει με τα ζώα, τα φυτά και τα πράγματα· και το πιο τρομερό: να πετάει!

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 3. «Το αόρατο μαγικό μολύβι μου»
Όταν ο Παραμυθάς διηγείται τις περιπέτειές του, ένα αόρατο μαγικό μολύβι τον βοηθάει,  σχεδιάζοντας – χωρίς να φαίνεται – ζωγραφιές που ζωντανεύουν όσα λέει. Σε αυτό το επεισόδιο, ο Παραμυθάς θα μας πει πώς γνώρισε το αόρατο μαγικό του μολύβι κι έγιναν φίλοι για πάντα.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 4. «Η φίλη μου η Ντόλλυ»;
Μια από τις πιο παράξενες περιπέτειες που έχει ζήσει ο Παραμυθάς, είναι αυτή με την Ντόλλυ, το κοριτσάκι που την είχε κάνει άλογο μια μάγισσα,  και από το σπίτι των γονιών της βρέθηκε ξαφνικά στο αγρόκτημα του Μήτσου τού κάου-μπόυ, μέχρι να την ανακαλύψει ο Παραμυθάς τυχαία, μια μέρα που πετούσε πάνω από εκεί.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 5. «Ο Θανάσης ο γάιδαρος»
Σε μια εκδρομή που έκανε ο Παραραμυθάς, αντί να ανέβει πετώντας σ’ ένα λόφο για να δει το ηλιοβασσίλεμα, αποφασίζει να το κάνει με «γαϊδουροκαβαλαρία». Έτσι, νοίκιασε ένα γάιδαρο που τον λέγανε Θανάση, χωρίς να φαντάζεται τι τον περιμένει και πώς τελικά θα γίνει φίλος με τον Θανάση.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 6. «Η Κυρά Μαριέττα η αόρατη ορχήστρα»
Την ώρα που ο Παραμυθάς μας διηγείται τις περιπέτειές του, το αόρατο μαγικό μολύβι του, φτιάχνει συνέχεια πολλές ζωγραφιές που ζωντανεύουν αυτές τις περιπέτειες. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο που ζωντανεύει τις ιστορίες του Παραμυθά: η μουσική που ακούμε. Αυτή τη μουσική την παίζει η κυρά Μαριέττα η αόρατη ορχήστρα. Σ’ αυτό το επεισόδιο, λοιπόν, o Παραμυθάς θα μας γνωρίσει την κυρά Μαριέττα.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 7. «Εγώ και τα τρία γουρουνάκια»
Εκεί που ο Παραμυθάς διαβάζει σε ένα βιβλίο με παλιά παραμύθια το αγαπημένο του παραμύθι, «Τα τρία γουρουνάκια», ξαφνικά βρίσκεται ανάμεσά τους και τους βοηθάει να γλυτώσουν από τον λύκο. Πώς έγινε αυτό θα το μάθουμε σε αυτό το επεισόδιο.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 8. «Ο Δράκος του νησιού»
Σ’ αυτή την παράξενη περιπέτεια, θα δούμε πώς ο Παραμυθάς γλύτωσε τους φίλους του, τους ψαράδες, από ένα Δράκο που τους έτρωγε όλα τα ψάρια, που τα μάζευε για χάρη του, ο φίλος του ο γίγαντας.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 9. «Το τσίρκο»
Ο Παραμυθάς αγαπάει πολύ τα ζώα. Κι επειδή όταν φοράει το μαγικό του γιλέκο μπορεί και μιλάει τη γλώσσα τους, έχει και πολλά ζώα φίλους του. Αυτή η φιλία του με τα ζώα, λοιπόν, έγινε αιτία να φτιάξει μια μέρα ο Παραμυθάς, ένα δικό του Τσίρκο.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 10. «Η ρεζέρβα μου»
Ο Παραμυθάς, έχει στο αυτοκίνητό του μία ρεζέρβα που είναι φίλη του και που το φέρνει γούρι. Σ’ αυτό επεισόδιο θα μας διηγηθεί, πώς τη γνώρισε και γιατί τη θεωρεί τυχερή.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 11. «Ο γάτος που μιλούσε»
Αυτή την περιπέτειά του ο Παραμυθάς την έζησε με τον γάτο του. Θέλοντας να κάνει ένα αστείο για να διασκεδάσουν τα παιδιά, σε μια παιδική γιορτή που τον είχαν καλέσει, έκανε κάτι που έγινε αιτία να του κλέψουν τον  γάτο του και να μην μπορεί να τον βρει.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 12. «Η καρέκλα μου»
Όπως ξέρουμε, ο Παραμυθάς χάρη στο μαγικό γιλέκο του, εκτός που μπορεί  να πετάει όταν το το φοράει μπορεί και να γίνεται πολύ μικρός σαν καρφίτσα ή πολύ μεγάλος σαν βουνό και να μιλάει με τα ζώα, τα φυτά και τα πράγματα. Έτσι, έχει φίλη και την καρέκλα του, που η ιστορία πώς τη γνώρισε, είναι μία από τις πιο παράξενες περιπέτειες που μας έχει πει.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 13. «Η μικρή φώκια»
Μια μέρα που ο Παραμυθάς είχε πάει στο τσίρκο, τον πλησίασε μια μικρή φώκια και έπιασε κουβέντα μαζί της. Αυτή η γνωριμία, έγινε αιτία να ζήσει ο Παραμυθάς άλλη μια από τις περιπέτειές του και να βρεθεί μαζί με την μικρή φώκια στον Βόρειο Πόλο!

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 14. «Η μέρα του μαγικού μολυβιού»
Καθώς ο Παραμυθάς αρχίζει να διηγείται πώς γνώρισε την μάγισσα Άιναφετς, το αόρατο μαγικό μολύβι του, δεν τον βοηθάει καθόλου. Κι όταν εκείνος τον ρωτάει γιατί δεν κάνει τις ζωγραφιές που θα έπρεπε να κάνει, εκείνο του απαντάει ότι θα ήθελε μια φορά να φαίνονται μόνο οι δικές του ζωγραφιές χωρίς τον Παραμυθά, κι εκείνου μόνο ν’ ακούγεται η φωνή του που θα λέει ένα παλιό κλασσικό παραμύθι. Και, φυσικά, ο Παραμυθάς δεν του χαλάει το χατήρι, λέγοντας πως έτσι είναι ευκαιρία να ξεκουραστεί κι εκείνος!

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 15. «Η κάμπια»
Μια μέρα που ο Παραμυθάς είχε πάει στο λαχανόκηπό του, γνώρισε μια κάμπια που τη λέγαν Μπία και γίνανε αμέσως φίλοι. Αλλά εκεί που νόμιζε ότι είναι φίλος με μια κάμπια, κατέληξε να είναι φίλος με μια πανέμορφη πεταλούδα που πετάγανε παρέα.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 16. «Η μέρα που ξέχασα τις ιστορίες μου». Α’ μέρος
Μια Κυριακή πρωί, όπως κάθε Κυριακή, που είχαν μαζευτεί στο σπίτι του Παραμυθά  τα εγγονάκια του και τα παιδιά της γειτονιάς για να τους πει τις ιστορίες του, ανακάλυψε ότι δεν θυμόταν καμιά! Τις είχε ξεχάσει όλες! Στενοχωρημένος τρέχει στη φίλη του τη μάγισσα Κλοκλό για να βρει και να του πει τι είχε συμβεί, που φυσικά θα το δει στη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα της.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 17. «Η μέρα που ξέχασα τις ιστορίες μου». Β’ μέρος
Έχοντας μάθει ο Παραμυθάς από τη φίλη του τη μάγισσα Κλοκλό που είδε, στη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα της, τι είχε συμβεί και ξέχασε τις ιστορίες του, όπως είδαμε στο προηγούμενο επεισόδιο, ακολούθησε αμέσως τις οδηγίες της και κατάφερε την επόμενη Κυριακή, που ξαναμαζεύτηκαν τα εγγονάκια του και τα γειτονόπουλά του στο σπίτι του, να κερδίσει ένα στοίχημα που είχε βάλει κι έτσι να ξαναθυμηθεί όλες τις ιστορίες του.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 18. «Ο φίλος μου ο κροκόδειλος» Ανάμεσα στους φίλους του Παραμυθά είναι κι ένας κροκόδειλος. Σ’ αυτή την εκπομπή, θα μάθουμε πώς γνωρίστηκαν κι έγιναν φίλοι σε μια επίσκεψη του Παραμυθά στη ζούγκλα και πώς έγινε κι ο κροκόδειλος άρχισε κάθε πρωί να πλένει τα δόντια του.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 19. «Ο φίλος μου ο σκαντζόχοιρος» Σήμερα θα μάθουμε για έναν άλλο φίλο του Παραμυθά, τον Τζο Σκατζό, τον σκατζόχοιρο. Θα μας διηγηθεί πώς γνωρίστηκαν και πώς έγινε αιτία ο Τζο, να ταξιδέψει ο Παραμυθάς στις Ινδίες και να γίνει φίλος, εκτός από τον Τζο και με ένα φακίρη.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 20. «Πώς φτιάχτηκαν τ’ αστέρια» Εκεί που ο Παραμυθάς ετοιμάζεται να κοιμηθεί, το φεγγάρι που φαίνεται από το παράθυρό του, του ζητάει να του πει ένα παραμύθι. Κι ο Παραμυθάς, πετάει κοντά του και του λέει μια ιστορία που την είχε πρωτοπεί ο προπροπροπροπροπάππος του, για το πώς φτιάχτηκαν κάποτε τ’ αστέρια.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 21. «Η φίλη μου η Φανή, η φάλαινα» Μία από τις φίλες του Παραμυθά είναι και η Φανή Φυσητή, ναι αυτό είναι το ονοματεπώνυμό της, που είναι μία φάλαινα φυσητήρας. Αυτή η περιπέτεια του Παραμυθά, είναι μία «θαλασσινή ιστορία», όπως λέει κι ο ίδιος στην αρχή, και εκτός από όλα τ’ άλλα, θα μάθουμε πώς η Φανή κόντεψε να πεθάνει από τις πλαστικές σακκούλες που πετάνε οι απρόσεκτοι άνθρωποι στη θάλασσα.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 22. «Η φάρσα του Μάγου» Όλα άρχισαν με την επίσκεψη στο σπίτι του Παραμυθά, της φίλης του της Βάγιας της Κουκουβάγιας. Του ζήτησε απελπισμένη τη βοήθειά του, γιατί στην Πολιτεία των Ζώων όπου ζούσε  εμφανίστηκε ένας μάγος, που ενώ δεν είναι κακός, του  αρέσει να κάνει φάρσες. Η φάρσα, όμως, που έκανε σε όλα τα ζώα της Πολιτείας, δεν ήταν καθόλου αστεία και είχε δυσκολέψει τρομερά τη ζωή στην Πολιτεία των ζώων. Κι ο Παραμυθάς, στενοχωρημένος με όσα άκουσε, φεύγει πετώντας με τη Βάγια για την Πολιτεία των ζώων, για να δει πώς θα μπορέσει να βοηθήσει.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 23. «Το βιβλίο με τα Παλιά Παραμύθια».
Αυτή τη φορά, η αγάπη του Παραμυθά για τα παλιά παραμύθια, του στοίχισε ακριβά. Όπως μας διηγείται ο ίδιος, εκεί που διάβαζε ένα από αυτά, βρέθηκε ξαφνικά στη χώρα των παραμυθιών, κι από τη γιαγιά τής Κοκκινοσκουφίτσας και τον Κοντορεβυθούλη, μέχρι το Τζίνι από το λυχνάρι του Αλλαντίν, όλοι τον έδιωχναν, μέχρι που στο τέλος, γλύτωσε την τελυταία στιγμή από το να μείνει για πάντα φυλακισμένος μέσα στο λυχνάρι του Αλλαντίν.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 24. «Η πόλη των κατσούφηδων»
Ο Παραμυθάς, μας λέει ότι θα μας διηγηθεί την πιο παράξενη περιπέτεια που του έτυχε ποτέ. Όλα άρχισαν με το γράμμα ενός φίλου του, που του ζητούσε τη βοήθειά του γιατί στην πόλη τους, όλοι – από το πιο μικρό παιδί έως τον πιο γέρο – έχουν όλοι χάσει το γέλιο από το στόμα τους. Ο Παραμυθάς θα μάθει από τη φίλη του τη μάγισσα Κλοκλό, που του λέει ότι αυτό το έχει κάνει ο κακός μάγος Κατσουφάκιας και του δίνει οδηγίες για το τι πρέπει να κάνει για να ξαναγυρίσει το γέλιο στα πρόωπα των φίλων του.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 25. «Η καλή μάγισσα Άιναφετς». Α΄Μέρος
Ο Παραμυθάς αρχίζει να μας διηγείται πώς κάποτε που ένοιωθε μια φοβερή στενοχώρια που δεν έφευγε, πήγε στον Όμιλο Μάγων, όπου -όπως του είπε μια γνωστή του κυρία- εκεί θα γλύτωνε από τη στενοχώρια του. Αυτό στάθηκε αφορμή να γνωρίσει τη Μάγισσα Άιναφετς και να γίνουνε φίλοι. Πριν γίνουνε φίλοι, ο Παραμυθάς δέχτηκε την πρόταση της Άιναφετς να περάσει από τη ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ 5. Κι εκεί αρχίζουν τα δύσκολα.

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Νο 26. «Η καλή μάγισσα Άιναφετς». Β΄Μέρος
Αφού πρώτα θυμηθούμε πώς βρέθηκε ο Παραμυθάς στον Όμιλο Μάγων, και πώς αφού γνώρισε τη Μάγισσα Άιναφετς, δέχτηκε την πρότασή της να περάσει από τη «ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ 5».  Στην αρχή του φαίνονταν όλα εύκολα, μέχρι που ήρθε η στιγμή να βρεθεί σ’ ένα τσίρκο, κι εκεί η «ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ 5», έπαψε να είναι εύκολη. Κι όπως μας λέει ο Παραμυθάς, τελειώνοντας αυτή την περιπέτειά του: «Μου πήρε τρία χρόνια για να καταλάβω ότι ήθελα να μάθω μαγικά για να κάνω τον σπουδαίο. Για να γίνω κάτι άλλο απ’ αυτό που ήμουν. Και κατάλαβα ότι για να βοηθάς τους άλλους, δεν χρειάζεται να είσαι μάγος. Αρκεί να τους αγαπάς. Να τους αγαπάς στ αλήθεια, χωρίς κανένα συμφέρον και χωρίς να νοιάζεσαι αν σ’ αγαπάνε κι εκείνοι».

STRYTELLER SLEEPING

Ο Παραμυθάς, πριν αποκτήσει το μαγικό γιλέκο του, ονειρεύεται ότι πετάει

STORYTELLER WALKING

Ο Παραμυθάς πάει βόλτα στο δάσος, τη μέρα που θα αποκτήσει το μαγικό γιλέκο του.

Η αποκάλυψη της Γιαπωνέζικης συνωμοσίας

Γεια σας, μωρά μου.
Τελικά, όλη αυτή η αρνητικότητα που απλώθηκε στο blog το τελευταίο δεκαήμερο κατέληξε σε μία επίθεση ιών στο κομπιούτερ μου! Παρόλο το ισχυρό ANTIVIRUS πρόγραμμα που είχα, το καημένο «τα ‘φτυσε». Τέσσερις μέρες τώρα το καθαρίζουν και δεν λέει να συνέλθει! Και τελικά πρέπει να γίνει φορμάρισμα από την αρχή. Ευτυχώς, όμως, κατάφεραν να πάρουν τα περισσότερα αρχεία μου και να μου τα δώσουν. Και επίσης ευτυχώς, είχα φτιάξει το VAIO που οι παλιότεροι θα θυμάστε ότι πέρσι είχε «ανάψει» στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου και κάηκε η mother board, οπότε δεν θα είμαι χωρίς τίποτα έως τη Δευτέρα που θα μου το ξαναδώσουν. Μέχρι τώρα σας έγραφα σχόλια μόνο από το κομπιούτερ της κυρίας Παραμυθά, και γι’ αυτό την πάτησε εκείνη κι ανέβαζε σχόλια με το όνομά μου και μ’ έκανε να αναρωτιέμαι όταν τα διάβαζα, αν έχω γίνει πια τελείως γκα-γκα και ούτε θυμάμαι τι γράφω ούτε ξέρω τι λέω!

Από σήμερα, λοιπόν, μπορώ και πάλι να βάλω καινούργιο ποστ, κι έτσι να σας αποκαλύψω τη συνομωσία που οργανώθηκε εναντίον του blog από Γιαπωνέζικη οργάνωση. Ναι, ναι, με Γιαπωνέζο πράκτορα που ήρθε ειδικά γι’ αυτό το λόγο στην Αθήνα. Ναι, ναι… μη γελάτε καθόλου, έχω πειστήρια. Θα δείτε. Τη συνομωσία την προκάλεσαν τα σχόλιά μου περί αγάπης περί ςηλοπόρκΑ και περί ιτρύομανσιρΚ. Επίτηδες μερικά ονόματα και λέξεις θα τα γράφω ανάποδα, γιατί όπως είδατε με ανακάλυψαν ψάχνοντας το ίντερνετ και βάζοντας αυτή ακριβώς τη λέξη – ιτρύομανσιρΚ- που την πέτυχαν στο μπλογκ μου. Όπως και παλιά, που σας είχα γράψει ένα νικόσ ανέκδοτο και γέμισα διαφημίσεις από τϊάσονροπ! Έτσι λοιπόν προσπάθησαν να διαβρώσουν το blog γράφοντας διάφορα σχόλια δήθεν για μένα, αλλά υπόγεια εναντίον του ιτρύομανσιρΚ. Σχόλια όπου σημειώνεται ότι ένας άνθρωπος σαν τον ιτρύομανσιρΚ , που έχει πει «ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα» (που το έχω ανεβάσει εδώ), μπορεί να έχει πει για έναν άλλον άνθρωπο «είσαι πολύ μικρή» ( για να καταλάβεις το ‘άλλο’ με το οποίο εδώ εννοείται κάτι το όρεΙ). Ή να έχει τόση άγνοια του θέματος, ώστε να λέει ότι τα τελευταία λόγια του ιτρύομανσιρΚ πριν πεθάνει ήταν, «Δεν υπάρχει διάδοχος ή εκπρόσωπός μου… κ.λπ.», ενώ είναι γνωστό ότι αυτό το έχει πει πει στη δεκαετία του ’60, για την Vamila Takar , που παρουσιαζόταν σαν μαθήτριά του και συνεχίστρια του έργου του, λόγια που ήταν το εξώφυλλο στις βιντοκασσέττες του, πολύ πριν πεθάνει. Και για να μην ξανακάνει το ίδιο λάθος ο πράκτορας των γιαπωνέζων ςάθυμ(ύλοπ) αράΠ, του λέω εδώ ότι τα τελευταία λόγια του ιτρύομανσιρΚ υπάρχουν στη βιογραφία του, «Η Ζωή και ο Θάνατος του ιτρύομανσιρΚ», στη σελίδα 202, που κυκλοφορεί από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΗΤΩΙΝΑΤΣΑΚ, από το 1999. Αυτός ο άνθρωπος,λοιπόν, ο ςάθυμ(ύλοπ) αράΠ, μου θυμίζει έναν άλλον αράπαπ, που έγραψε ένα βιβλίο 213 σελίδων, με κείμενα του ιτρύομανσιρΚ και του φείζτρυοκΓ, για να πει ύπουλα ότι ο ιτρύομανσιρΚ λέει ψέμματα ότι δεν είχε διαβάσει κανένα βιβλίο, αφού και αυτός και ο φείζτρυοκΓ, έχουν διαβάσει τα ίδια βιβλία, και γι’ αυτό λένε τα ίδια. Και καταλαβαίνει κανείς τη σύνδεση των πρακτόρων που υπάρχει μεταξύ τους, όταν στο σχόλιο του/της adleH σημειώνεται: «Η τιμή είναι δική μου που με συγχέεις με τον άθυμ(ύλοπ) αράΠ αν και δεν το αξίζω». Αυτό το σχόλιο, λοιπόν, μου θυμίζει τα λόγια του νϊάτσνϊΑ, «η ανθρώπινη εξυπνάδα έχει όρια, αλλά η ανθρώπινη βλακεία όχι».

Και πώς, θα μου πείτε τώρα, πώς ξέρω ότι είναι Γιαπωνέζικος δάχτυλος η όλη ιστορία. Το ξέρω γιατί μου έδειξε ένα βίντεο – ντοκουμέντο, φίλος μου που εργάζεται στη ΣΟΤΑΜΗΛΚΓΕ ΥΟΚΙΝΟΡΤΚΕΛΗ ΗΞΩΙΔ, που σας το ανεβάζω εδώ. Τραβήχτηκε πριν δέκα μέρες. Θα δείτε με τα ίδια σας τα μάτια τον Γιαπωνέζο πράκτορα που μιλάει σπασμένα ελληνικά, να μονολογεί χαιρέκακα καθώς με «φακελλώνει», με μια παλιά –μάλιστα- φωτογραφία μου. Τα τελευταία δε λόγια του, δείχνουν ότι θα έχουμε συνέχεια!
Και θα με ρωτήσετε, «μα γιατί το έκαναν»; Ξέρω κι εγώ! «Ανάβυσσος η ψυχή του ανθρώπου», που λέει κι ένας φίλος μου.
Καλό Σαββατοκύριακο.
Π.

Για την Ακρόπολη

Σε γενικές γραμμές, δεν είμαι υπέρ του να αναφερόμαστε και πολύ στο μεγαλείο των Αρχαίων Ελλήνων, κάπως σαν να υπονοούμε ότι κι εμείς σήμερα είμαστε κάτι παρόμοιο – γιατί δεν είμαστε. Και μου αρέσει πολύ κάτι που έχει πει ο Τζωρτζ Μπέρναρντ Σόου: «Οι άνθρωποι που υπερηφανεύονται για τους προγόνους τους, είναι σαν τις πατάτες: ό,τι πολυτιμότερο έχουν είναι μέσα στη γη». Χθες το βράδυ, όμως, βλέποντας  στις ειδήσεις τα εγκαίνια του νέου Μουσείου της Ακρόπολης μου ήρθαν κάνα δυο προσωπικά μου πράγματα στο νου και λέω να σας τα πω.

Το ένα έχει να κάνει με τα νιάτα μου. Από τα 17 μου έως τα 21 μου, λίγο πριν πάω φαντάρος, κάθε φορά που τα καλοκαίρια πηγαίναμε σε ταβέρνα στην Πλάκα,  μας άρεσε του κολλητού μου κι εμένα, να πηγαίνουμε σ’ ένα παγκάκι στον Άγιο Δημήτρη τον Λουμπαρδιάρη, απέναντι από την Ακρόπολη και να βλέπουμε τον ήλιο να ανατέλλει  πίσω από τον Υμηττό. Τότε, δεν υπήρχαν όλα αυτά τα δέντρα μπροστά στο εκκλησάκι και δεν εμπόδιζε τίποτα τη θέα προς την Ακρόπολη και το Ηρώδειο. Δεν νομίζω να έχω δει άλλο τόσο μαγευτικά όμορφο θέαμα στη ζωή μου. Λίγο πριν την ανατολή υπήρχε γύρω μια βαθιά σιωπή. Καθώς ο ήλιος ανέβαινε αργά πίσω από τον Υμηττό, το φως του έπεφτε πάνω στην Ακρόπολη και την έκανε να αλλάζει χρώματα, το ένα μετά το άλλο. Στην αρχή ήταν όλα γκρίζα και οι κολώνες έμοιαζαν παγωμένα ακίνητες· μετά, αυτό το γκρίζο μεταμορφωνόταν σε σκούρο γαλάζιο και καθώς οι κολώνες άρχισαν να ρίχνουν τις σκιές τους η μία πάνω στην άλλη, όλος ο Παρθενώνας έμοιαζε σαν να ξεκινούσε έναν αργό χορό. Πολύ γρήγορα το σκούρο γαλάζιο, άρχισε να γίνεται μωβ ανοιχτό· ύστερα βαθύ κόκκινο και μετά κόκκινο της φωτιάς. Ο ήλιος έσκαγε μύτη πίσω από τον Υμηττό και τότε η Ακρόπολη «άρπαζε φωτιά» για λίγα δευτερόλεπτα· μετά, το χρώμα της γινόταν πορτοκαλί. Τώρα πια ο ήλιος έδινε μια κι εμφανιζόταν ολόκληρος πάνω από το βουνό κι η Ακρόπολη είχε ολόκληρη ένα κατάλευκο εκτυφλωτικό φως που έμοιαζε να βγαίνει μέσα από τις κολώνες. Όλο αυτό κράταγε λιγότερο από τρία λεπτά, που έμοιαζαν αιώνες απίστευτης ομορφιάς. Κι αμέσως μετά, όλα τα πουλιά στο λόφο του Φιλοπάππου δεξιά μας, άρχιζαν –σαν να ήταν συνεννοημένα- να κελαηδάνε όλα μαζί. Η μέρα είχε αρχίσει…
Το άλλο που μου ήρθε στο νου και σκέφτηκα να σας το πω έχει σχέση με τον Κρισναμούρτι. Όπως ίσως θα θυμούνται οι παλιότεροι, σας έχω μιλήσει γι’ αυτόν στα  τρία POSTS, που το ένα είναι με βίντεο. Ξέρετε: «κλικ» κ.λπ. αν θέλετε να τα δείτε.
«Οι δάσκαλοί μου, όπως λέμε οι φίλοι μου»
«Ευτυχισμένος ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα»
«Συνάντηση με μια μαϊμού».

Τον θυμήθηκα γιατί ένοιωθε για την Ακρόπολη, ένα μεγάλο και παράξενο συνδυασμό θαυμασμού, σεβασμού και αγάπης. Μετά την πρώτη επίσκεψή του στην Ελλάδα και στην Ακρόπολη, το 1930, έγραψε σε ένα γράμμα:  «Ποτέ μου δεν είχα δει έως τώρα κάτι τόσο όμορφο, απλό και δυνατό, όσο ο Παρθενώνας. Η Ακρόπολη είναι εκπληκτική, σου κόβει την ανάσα και μπροστά της όλα τα άλλα δημιουργήματα της ανθρώπινης έκφρασης είναι χυδαία, μέτρια ή μπερδεμένα. Τι άνθρωποι ήταν εκείνοι οι λίγοι υπέροχοι Έλληνες τότε! Πρέπει κανείς να δει τον Παρθενώνα για να καταλάβει ότι καθετί άλλο που δεν βαδίζει στο δρόμο της αιωνιότητας είναι ασήμαντο, γελοίο και ανόητο».
Πολλά χρόνια αργότερα, στα 1980, σε μια βιογραφία του, ο ίδιος ο βιογράφος του λέει ότι κάποιο μεσημέρι διάβασε στον Κρισναμούρτι ένα άρθρο αμερικάνικης εφημερίδας, που ανέφερε την Ακρόπολη λέγοντας ανάμεσα στ’ άλλα τα εξής: « …“Η όξινη βροχή και τα σουλφουρικά οξέα διαβρώνουν με μεγάλη ταχύτητα  αυτό το μαρμάρινο μνημείο που έχει επιζήσει σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια. Σε μερικές δεκαετίες όλο αυτό το αναντικατάστατο αριστούργημα θα είναι…”  Καθώς διάβαζα…», σημειώνεται στη βιογραφία, «…ο Κρισναμούρτι γύρισε προς το μέρος μου και μια έκφραση οδύνης πέρασε από το πρόσωπό του. Με διέκοψε απότομα λέγοντας, με ένα τόνο τρομερού πόνου στη φωνή του: “Μη κύριε, σας παρακαλώ μη μιλάτε άλλο γι’ αυτό. Δεν ξέρετε… είναι τόσο… είναι τόσο…”, αλλά δεν ολοκλήρωσε τη φράση του και την άφησε να σβήσει μέσα σε ένα αίσθημα απερίγραπτης αγωνίας…».
Ο ίδιος σημειώνει στο ημερολόγιό του για την επίσκεψή του στην Ακρόπολη το 1930: «…Ο αρχαίος ναός έβλεπε τη γαλανή Μεσόγειο· ήταν ερειπωμένος και το μόνο που απόμενε απ’ αυτόν ήταν οι μαρμάρινες κολώνες. Είχε καταστραφεί σε κάποιο πόλεμο, αλλά ήταν ακόμα ένα ιερό καταφύγιο. Κάποιο σούρουπο, με το χρυσό ήλιο να πέφτει στα μάρμαρα, ένιωσες την ιερή ατμόσφαιρα· ήσουν μόνος, χωρίς τους επισκέπτες με την ατέλειωτη φλυαρία τους γύρω σου. Οι κολώνες έπαιρναν ένα καθαρό χρυσαφί χρώμα και η θάλασσα μακριά ήταν έντονα γαλάζια. Υπήρχε ένα διατηρημένο άγαλμα της θεάς, αλλά ήταν κλειδωμένο· μπορούσες να τη δεις μόνο σε ορισμένες ώρες κι έτσι έχανε την ομορφιά της ιερότητας. Η θάλασσα παρέμενε γαλάζια…».
Σε κάποια ομιλία του το 1982, είπε: «Όταν πας στην Ελλάδα και δεις για πρώτη φορά τον Παρθενώνα νιώθεις ότι υπάρχει τόσο σπάνια σπουδαιότητα στην ομορφιά του, στα χρώματά του με φόντο τον ουρανό, σε όλο το μεγαλείο του ελληνικού πολιτισμού που αποπνέει, που σου ‘ρχεται να γονατίσεις μπροστά του…».
Αυτό που λέει είναι κάτι που έκανε ο ίδιος. Σε μια συζήτηση μ’ ένα φίλο του σε κάποια άλλη βιογραφία φαίνεται να είπε: «Ξέρεις κάτι», με ρώτησε, «όταν είδα για πρώτη φορά τον Παρθενώνα, «γονάτισα από δέος  μπροστά του.. ευτυχώς  δεν ήταν κανείς τριγύρω…».
Αυτό είχα διαβάσει λίγο πριν τον συναντήσω και στη διάρκεια του μεσημεριανού φαγητού μαζί του το καλοκαίρι του 1985,  τον ρώτησα: «… “Διάβασα σε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε τελευταία, ότι την πρώτη φορά που ανεβήκατε στην Ακρόπολη, πέσατε στα γόνατα· είναι αλήθεια”; “Ναι, ναι, ναι…”, απάντησε γελώντας παίρνοντας μια πονηρή έκφραση, σαν να είχε θυμηθεί κάποια αταξία που είχε κάνει».
Αυτά και μια φωτογραφία από την επίσκεψή του στην Ελλάδα το 1930.
Καλό βράδυ και καλή βδομάδα.
Π.

Krishnamurti in Greece 2


Η Ημέρα του πατέρα

FATHER DAY

«Η ημέρα του πατέρα… Εγώ πάντως πάω για δουλειά…».

Φιλιά στους … ομοιοπαθείς, δηλαδή: στους πατέρες. Κι όπως λέει μια φίλη μου, «το πατέρας είναι εύκολο, το μπαμπάς είναι δύσκολο».
Π.

Παραμυθά, Παραμυθά…

Όπως ξέρετε, όλοι όσοι βλέπατε την εκπομπή μου παλιά ή εδώ στο blog, έχω ένα μαγικό γιλέκο που όταν το φοράω μπορώ να γίνομαι μικρός σαν καρφίτσα, μεγάλος σαν βουνό, να μιλάω με τα ζώα, με τα φυτά και με τα πράγματα και να πετάω. Αυτό το ξέρετε. Εκείνο που δεν ξέρετε είναι ότι τελευταία απόκτησα και άλλη μία δυνατότητα. Η φίλη μου η μάγισσα Κλοκλό, μου έδωσε μια με το μαγικό ραβδάκι της – αφού με ρώτησε πρώτα, βέβαια, αν θέλω – και με έκανε  να μπορώ να κάνω ότι κάνει κι ένα παιχνίδι  TRANSFORMER. Ξέρετε τι κάνει. Μπορεί να αυτομετατρέπεται -ολόκληρο ή μέρη του – σε κάτι άλλο από εκείνο που είναι. Μπορεί να γίνεται αυτοκίνητο, τραίνο, αεροπλάνο, πολυθρόνα… οτιδήποτε. Έτσι κι εγώ, μπορώ να μετατρέπω μέρη μου σε ό,τι θέλω. Να, για παράδειγμα, σήμερα που πήγα στη θάλασσα για μπάνιο, ενώ είχα πάρει το καρεκλάκι μου, ξέχασα να πάρω και το τραπεζάκι μας. Αλλά θυμήθηκα την καινούργια μου μαγική δυνατότητα  και αμέσως μετέτρεψα την κοιλιά μου σε τραπεζάκι, όπου πανευτυχής ακούμπησα πάνω του το αναψυκτικό μου! Και για απόδειξη, χρησιμοποίησα και την άλλη μου μαγική ικανότητα και αυτοφωτογραφήθηκα για χάρη σας. Και για όποιον αμφιβάλλει, να και η φωτογραφία.
Φιλιά και καλό υπόλοιπο Σαββατοκύριακο.
Ο Παραμυθάς.

20.06.09

Και πάλι «ειρήνη υμίν».

MONK
Η «ΑΡΙΣΤΗ», από τις παλιότερες επισκέπτριες του blog μου θύμησε, με το σχόλιό της στο προηγούμενο post, αυτά που είχα γράψει πριν ένα χρόνο και, όταν δημιουργήθηκε και πάλι μία «έκρυθμος κατάσταση» στο blog όπως και τώρα. Χα, χα, χα… Έτσι επαληθεύεται κι εδώ -έστω πιο αθώα και ανώδυνα- αυτό που λένε ότι στο όνομα της αγάπης – ερωτικής, Χριστιανικής, και γενικώς του Θεού και των ανθρώπων- έχουν γίνει οι περισσότεροι σκοτωμοί στην ανθρωπότητα!
Ειρήνη υμίν, λοιπόν, τέκνα μου… Είναι η πρώτη φορά στα δύο χρόνια και 4 μήνες που υπάρχει αυτό το blog που βάζω δεύτερο post μέσα σε λιγότερο από δώδεκα ώρες! Είναι για τί θα ήθελα – πέρα από την πλάκα – να βάλω κάποια πράγματα στη θέση τους. Το blog αυτό αλλιώς ξεκίνησε, αλού πήγε και -πιθανόν- αλλού θα πάει. Εκείνο, όμως, που παραμένει σταθερό και το ίδιο, είναι ότι αυτό το blog δεν είναι  FORUM ούτε  CHAT-ROOM,. Ο καθένας μπορεί να γράφει τα σχόλια -όσα και ό,τι θέλει, αλλά τα θέματα δεν είναι για συζήτηση ούτε για αντισχολιασμό από αυτόν που τα γράφει, γιατί δεν το ενδιαφέρει να παραστήσει τον «γκουρού» και τέτοιες μαλακίες. Είναι πράγματα που έχω δει ο ίδιος -δεν έχω διαβάσει- φτύονοντας το γάλα της μάνας μου και με την καρδιά μου, και με αυτήν τα γράφω, όχι για να συμφωνήσετε ή να διαφωνήσετε αλλά -αν σας κάνει κέφι- να αναρωτηθείτε για σας τους ίδιους. Προφανώς, κάτι που ισχύει για μένα, δεν ισχύει για κανέναν άλλον εκτός αν το έχει δει ο ίδιος από μόνος του. Οι παλιότεροι, θα θυμούνται ότι κάποια στιγμή, ύστερα από σχεδόν γενική απαίτηση, φτιάξαμε ένα CHAT-ROOM, που το άφησα μόλις πέντε λεφτά και μετά το κατάργησα, γιατί μου φάνηκε περιττό και χωρίς λόγο για εδώ. Υπάρχουν- όπως ξέρετε- πολλά  FORUMS και  CHAT-ROOMS, όπου μπορεί κανείς να λέει πολλά και ατέλειωτα. Κάτι τέτοιο δεν με ενδιαφέρει. Κι επίσης, για να μη θεωρηθεί ότι δεν αντιδρώ και δεν σχολιάζω όσα λέγονται, για να «μην χάσω την πελατεία», θα ήθελα -έτσι δειγματολυπτικά- αυτή τη φορά να σας δώσω ένα στίγμα για ό,τι έχει γραφτεί: Όσα λέει το ATHINOVIO, είναι πολύ λογικά και βγαλμένα από το μυαλό για τα γούστα μου και από ένα σημείο και μετά περιττά. Συμφωνώ με όσα λέει το NATASSAKI, θεωρώ ανεπίτρεπτα κακά τα δύο τελευταία σχόλια του ΓΙΑΝΝΗ από ΝΥ, και ακριβώς τα αισθήματά μου για το όλο θέμα, είναι όπως τα λέει η  ΜΙΚΑ.

Σας φιλώ όλους ή τέλος πάντων όποιον θέλει.
Ο Παραμυθάς

PARAMITHAS HERETAEI

«Πάμε μαζί εκεί ψηλά…»

Συνεχίζοντας με άκρατο κυνισμό -σαν του Δημήτρη- τις αφέλειες που λέμε στα τρία τελευταία posts, σας ανεβάζω εδώ το τραγούδι των τίτλων τέλους, του καινούργιου ΠΑΡΑΜΥΘΑ που θ’ αρχίσει να παίζεται μάλλον από τον ερχόμενο Ιανουάριο. Τους στίχους τους έγραψα πριν ένα χρόνο, εξαιτίας αυτού του blog, καθώς είχα στο νου μου εσάς και τα παιδικά μουτράκια σας, που τα φανταζόμουν να με βλέπετε, τότε που παιζόταν η εκπομπή και να ψιθυρίζετε μέσα στις καρδιές σας κάτι σαν κι αυτούς τους στίχους, που σας τους αφιερώνω με όλη την αγάπη που έχω μέσα στην καρδιά μου για σας, αδιαφορώντας εντελώς αν αυτό θα έχει ή όχι κάποιο αποτέλεσμα. Πιάστε και τους στίχους.

[audio:http://www.fileden.com/files/2009/9/2/2562339/partelos.mp3]

Παραμυθά! Παραμυθά!
Πάμε μαζί εκεί ψηλά.

Εκεί ψηλά στον ουρανό,

πετώντας σαν τον αετό.
*
Παραμυθά! Παραμυθά!
Πέταξε πάνω απ’ τα βουνά.
Εκεί που ζούνε μόνο τα πουλιά,
το ουράνιο τόξο κι η χαρά.
*
Παραμυθά! Παραμυθά!
Από ‘κει πάνω είν’ όλ’ απλά!
Σαν κούκλες είν’ όλοι μικροί!
K
ι η γη μια μπάλα στρογγυλή!
*
Παραμυθά! Παραμυθά!
Πάμε μαζί εκεί ψηλά.
E
κεί που ζούνε μόνο τα πουλιά,
το ουράνιο τόξο κι η χαρά.

Σας φιλώ γλυκά
Καληνύχτα μωρά μου (όσες και όσοι μου επιτρέπετε να νοιώθω έτσι για σας)
Ο Παραμυθάς

Κάτι ακόμα για την αγάπη

Διαβάζοντας τα σχόλιά σας, έπεσα στη φράση,  «για αυτούς που αγαπάμε», που υπονοεί  βέβαια, ότι κάποιους αγαπάμε και κάποιους δεν αγαπάμε. Μου έκανε «κλικ» -που λένε- και είδα ότι η αγάπη για την οποία μιλάω, δεν είναι για κάποιους, δεν έχει στόχο, δεν έχει όρια, δεν χρειάζεται ανταπόκριση, δεν κάνει επιλογές, είναι απλώς εκεί, σαν λίμνη, που περιμένει όποιον θέλει να μπει μέσα, αλλά όποιον θέλει. Έτσι, όποιον δεν «αγαπάς», είναι επειδή εκείνος δεν ενδιαφέρεται για τη λίμνη για οποιονδήποτε λόγο. Και πάνω που σκεφτόμουν αυτά, μου ήρθε στο νου ένα post που είχα βάλει εδώ στο blog, τον τρίτο μήνα που το είχα ανοίξει, όταν πολλοί από σας σήμερα δεν το είχαν πάρει χαμπάρι: στις 23 Απριλίου 2007. Είναι ένα -ας πούμε-  video clip του Παραμυθά. Το τραγούδι που λέει, υπονοεί αυτό ακριβώς που έχω ως αίσθηση -όχι ως λογική, λεκτική εξήγηση- του τι εννοώ ως αγάπη. Κλείστε το μυαλό σας,  ανοίξτε την καρδιά σας κι ακούστε το με αυτήν. Η αγάπη είναι πιο κοντά σε αυτό που νοιώθατε από την ηλικία 0 έως τα 5, και λιγότερο -έως καθόλου- σε αυτό που νοιώθετε ή νομίζετε ότι είναι σήμερα, μετά από πληγές, απογοητεύσεις, προσβολές, απορρίψεις, απόκτηση γνώσεων και λοιπά, γιατί πια έχετε χάσει την αθωότητά της. Και βασικό γνώρισμα της αγάπης είναι η αθωότητα, με την τρομακτική της δύναμη που καίει τα πάντα. Αν μπορείτε, ακούστε το με αυτή την αθωότητα. Σας βάζω εδώ και τους στίχους.

Η θάλασσα εσύ κι εγώ
Τα σύννεφα στον ουρανό
Το πλοίο μας το Τριατρί
Κι οι γλάροι εκεί στην κουπαστή

Είμαστε ένα όλοι εμείς
Ένα ολόκληρο σωστό
Το ένα το μοναδικό.

Τα δέντρα εσύ και τα πουλιά
Η θάλασσα και η στεριά
Κι ό,τι είναι πάνω στη γη
Λεπτοί, χοντροί, κοντοί ψηλοί

Είμαστε ένα όλοι εμείς
Ένα ολόκληρο σωστό
Το ένα το μοναδικό.

Μπορείτε να κάνετε κλικ ΕΔΩ και θα σας πάει.
Με όλη μου την καρδιά.
Νίκος

«Εξαιτίας μιας ζητιάνας σε ταχυφαγείο…»

Τα σχόλια σας στο προηγούμενο ποστ μού γέννησαν κάποια ερωτήματα:

-Πόσα κοριτσάκια (ή αγοράκια) υπάρχουν που να ονειρεύονται από όταν είναι μικρά να γίνουν ζητιάνες, (ή ζητιάνοι) σαν εκείνη που συνάντησα, και να κάνουν μ’ αυτόν τον τρόποι λεφτά;
-Πόσο τοις εκατό των ανθρώπων που ζητιανεύουν έχουν δική τους πολυκατοικία ή λογαριασμό στην Τράπεζα;
-Πόσοι άνθρωποι ζητιανεύουν από χόμπυ ή διαστροφή;
-Σε τι διαφέρει ένας που γίνεται ζητιάνος από τεμπελιά, από έναν άλλο που γίνεται δημόσιος υπάλληλος επίσης από τεμπελιά;
-Όλα αυτά περί πλούσιων και μοχθηρών ζητιάνων μήπως είναι δικαιολογίες για να κρύψουν την ψυχολογική μας τσιγγουνιά, που είναι χειρότερη από την άλλη;

Κι αυτά τα ερωτήματα μου έφεραν άλλα, που σκεφτόμουν ότι θα σας έκανα αν σας συναντούσα για να μιλήσουμε γι’ αυτό το θέμα.

-Έχετε δώσει ποτέ σας κάτι σε ζητιάνο με την καρδιά σας, χωρίς να σκεφτείτε αν έχει πολυκατοικίες, αν είναι πάμπλουτος, αν μέσα του σας φθονεί ή σας κοροϊδεύει;
-Έχετε χαμογελάσει ποτέ σε κάποιον που σας πλησιάζει στο φανάρι όπου περιμένετε μέσα στο αυτοκίνητό σας, για να σας πουλήσει οτιδήποτε ή για να σας πλύνει τα τζάμια; Έχετε πει, «όχι, ευχαριστώ» αν δεν έχετε ή δεν θέλετε να δώσετε ή κοιτάτε με απλανές βλέμμα μπροστά ή μιλάτε άσχημα και περιφρονητικά ή βάζετε μπροστά τους καθαριστήρες για να σταματήσει;
-Έχετε ποτέ χαϊδέψει το κεφαλάκι του κουρελοντυμένου μωρού που κρατάει κάποια βρωμερή ζητιάνα στο πεζοδρόμιο;
-Έχετε ποτέ νοιώσει ειλικρινά την αυθόρμητη επιθυμία – κι ας μην το κάνατε- να δώσετε όσα έχετε και δεν έχετε στην τσέπη σας;
– Βουρκώσατε ποτέ από συμπόνια για το εξαθλιωμένο από τα ναρκωτικά αγόρι ή κορίτσι που πλησίασε με απλωμένο χέρι στο παράθυρο του αυτοκινήτου σας;
Καταλαβαίνετε τι ρωτάω;
Μήπως κι εμείς, όντας μέσα μας ανασφαλείς, άδειοι, νωθροί, γεμάτοι θλίψη και μοναξιά, διψασμένοι να μας αγαπούν και να μας αγαπάνε,  γινόμαστε ψυχολογικά ζητιάνοι και ψάχνουμε να βρούμε κάποιον ή κάτι να μας ενθαρρύνει; Ψάχνουμε κάποιον ή κάποιαν να μας δώσει ελπίδα, να μας στηρίξει; Κάποιον ή κάποιαν που να ανήκουμε και να μας ανήκει σαν πολυκατοικία, κάποιον ή κάποιαν που να νοιώθουμε ψυχολογική εξάρτηση, γιατί αυτό μας δίνει την ψευδαίσθηση αγάπης, όπως και ο έρωτας, που μοιάζει με αγάπη, αλλά δεν είναι γιατί κρύβει ένα φοβερά εγωκεντρικό αίσθημα ιδιοκτησίας, που κάνει τα απλά πράγματα, πολύπλοκα, όπως κι ο γάμος;
Μήπως, αντί να κοιτάμε μέσα μας, κουτσομπολεύουμε ή κριτικάρουμε τους άλλους, πράγμα που είναι εντελώς κούφιο; Μήπως όλα αυτά είναι επειδή δεν ξέρουμε, τι είναι αγάπη;  Απλά, αγάπη;  Όχι η πολύπλοκη ερωτική, δηλαδή σεξουαλική αγάπη, ούτε η αγάπη του Θεού, αλλά απλώς αγάπη; Δηλαδή να έχεις στοργή, να έχεις πραγματική καλοσύνη και φροντίδα στον τρόπο που πλησιάζεις τους πάντες και τα πάντα.
Αυτό, όμως, χρειάζεται κάποια ευαισθησία.  Και πώς θα γεννηθεί αυτή η ευαισθησία που  σε κάνει να είσαι σ’ επαγρύπνηση ώστε να μη βλάπτεις άλλους  ανθρώπους, τα ζώα, τη φύση, τη γη που πάνω της ζούμε;  Σας ενδιαφέρουν όλα αυτά; Θα έπρεπε. Γιατί τους περισσότερους ανθρώπους δεν τους ενδιαφέρουν. Γι’ αυτό, παρόλο που έχουν εξασφαλισμένο το φαγητό τους, το σπίτι τους, παρόλο που έχουν τη δουλειά τους, κάνουν παιδιά, οδηγούν αυτοκίνητα, φοράνε κομψά ρούχα, οι περισσότεροι είναι  αναίσθητοι και καλοί, σαν νεκροί.
Ξέρετε τι σημαίνει να είσαι ευαίσθητος; Όχι σαχλορομαντικές ανοησίες. Σίγουρα σημαίνει, να έχεις ένα αίσθημα στοργής για πράγματα που γίνονται γύρω σου: να βλέπεις ένα ζώο να υποφέρει και να κάνεις κάτι γι’ αυτό· να βγάζεις ένα σκαντζόχοιρο που περπατάει αργά σε κάποιο εξοχικό δρόμο και κινδυνεύει από τους αναίσθητους οδηγούς κι ένα σωρό τέτοια απλά πράγματα. Να είσαι ευαίσθητος είναι να έχεις αισθήματα για τους ανθρώπους, για τα πουλιά, για τα λουλούδια, για τα δένδρα – όχι γιατί είναι δικά σου, αλλά απλώς γιατί έχεις επίγνωση της εξαιρετικής ομορφιάς των πραγμάτων· γιατί υπάρχει μέσα σου μια αυθόρμητη διάθεση να μην καταστρέφεις τίποτα,  να μην πληγώνεις ανθρώπους, που σημαίνει να έχεις μέσα σου πραγματικό σεβασμό, αγάπη για τα πάντα. Η αγάπη είναι το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή. Αλλά τι εννοούμε όταν λέμε αγάπη; Αν αγαπάς κάποιο πρόσωπο επειδή αυτό ανταποκρίνεται στην αγάπη σου, σίγουρα αυτό δεν είναι αγάπη. Αγάπη, είναι να υπάρχει μέσα σου εκείνη η μοναδική αίσθηση στοργής που δεν ζητάει τίποτα σε αντάλλαγμα. Μπορεί να είσαι πολύ έξυπνος από παιδί, να περνάς όλες σου τις εξετάσεις, να παίρνεις διπλώματα και να φτάνεις σε υψηλά αξιώματα, αλλά αν δεν έχεις αυτή την ευαισθησία, αυτή την αίσθηση της στοργής, αυτή την αίσθηση της απλής αγάπης, τότε η καρδιά σου θα είναι άδεια και θα είσαι κρυφά δυστυχισμένος για το υπόλοιπο της ζωής σου. Είναι πολύ σημαντικό για την ίδια την καρδιά να είναι γεμάτη απ’ αυτή την αίσθηση στοργής, γιατί τότε δεν θα καταστρέφαμε ποτέ τίποτα, δεν θα είμαστε άσπλαχνοι και δεν θα υπήρχαν πια πόλεμοι. Τότε δεν θα αρρωσταίναμε. Τότε θα είμαστε ευτυχισμένα ανθρώπινα πλάσματα· και επειδή θα είμαστε ευτυχισμένοι, δεν θα γινόμαστε ψυχολογικοί ζητιάνοι υποκατάστατων της απλής -και γι’ αυτό αληθινής- αγάπης.
Μπορεί να έχεις ένα όμορφο πρόσωπο, να φοράς ωραία ρούχα ή να είσαι σπουδαίος πολιτικός ή καλλιτέχνης, αλλά αν δεν υπάρχει αγάπη στην καρδιά σου, θα είσαι ένα άσχημο ανθρώπινο πλάσμα, άσχημο πέρα από κάθε εξωτερικό μέτρο· ενώ όταν αγαπάς, τότε το πρόσωπό σου – είτε είναι άσχημο είτε είναι ωραίο – θα έχει μια ακτινοβολία. Η αγάπη είναι το μέγιστο πράγμα στη ζωή· και είναι πολύ σημαντικό να την αισθάνεσαι, να τη θρέφεις, να τη φυλάς σαν θησαυρό, αλλιώς γρήγορα θα διαλυθεί, γιατί ο κόσμος είναι πολύ βάρβαρος, στην κοινωνία μας δεν υπάρχει αγάπη. Και μία κοινωνία χωρίς αγάπη είναι σαν μια πόλη δίχως ποτάμια, κι εμείς στην πόλη μας έχουμε μπαζώσει ή κρύψει τα ποτάμια της. Οι περισσότεροι από μας, μεγαλώνουμε χωρίς αγάπη και γι’ αυτό έχουμε δημιουργήσει μια κοινωνία τόσο παγερή κι αδιάφορη για τον πόνο τού άλλου, όσο παγεροί και αδιάφοροι είναι οι άνθρωποι που ζουν μέσα σ’ αυτήν. Προφανώς, γιατί η κοινωνία δεν είναι μία γενική και αφηρημένη έννοια όπως τη θεωρούμε, κάτι μεταφυσικό έξω από εμάς, η κοινωνία είμαστε εμείς οι ίδιοι. Δεν «βάφεται η άσφαλτος με αίμα», από μόνη της, όπως μοιάζει να λένε τα Δελτία Ειδήσεων τις Κυριακές. Την βάφουν με το δικό τους και των άλλων το αίμα, οι απρόσεχτοι, αδιάφοροι, φιγουρατζήδες και κακοί οδηγοί.

Πω, πω… φλυαρία που μ’ έπιασε εξαιτίας μιας ζητιάνας στο «ταχυφαγείο», όπως το αποκάλεσε ένα παιδί από σας.
Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ πολύ.
Π.

Στο φασφουντάδικο

Άλλο είχα ετοιμάσει για σήμερα, αλλά δεν μπορώ να μη σας πω κάτι που μου συνέβη σήμερα το μεσημέρι. Ελπίζω να σας αρέσει.

Είχα πολύ καιρό, πάνω από πέντε χρόνια, να μπω σε φασφουντάδικο. Σήμερα, γύρω στις τέσσερις τ’ απόγευμα, τριγυρνώντας στους δρόμους και στο μετρό πάνω από τρεις ώρες, και φορώντας σακάκι (!!!) γιατί δεν γινόταν αλλιώς, βρέθηκα να περνάω πεινασμένος μπροστά από ένα φασφουντάδικο. (Δεν λέω ονόματα γιατί μου έχει μείνει από την τηλεόραση να προσέχω να μη μου ξεφεύγει έμμεση ή  γκρίζα διαφήμιση. Σκέφτηκα να μπω, να πάρω καμιά σαλάτα και να τη φάω στο γραφείο μου. Μπαίνοντας, όμως, ένοιωσα τέτοια ανακουφιστική δροσιά, που αποφάσισα να κάτσω να τη φάω εκεί. Το μαγαζί ήταν διώροφο, Το ισόγειο ήταν χωρισμένο στα δύο από ένα μακρόστενο μπουφέ με διάφορες σαλάτες ενώ στο πίσω μέρος δίνονταν οι παραγγελίες και σερβίρονταν τα φαγητά. Παράγγειλα και πήγα και κάθισα σε ένα από τα λίγα άδεια τραπεζάκια πίσω. Πάνω που είχα φάει τη μισή σαλάτα μου και είχα πιει το μισό μπουκάλι από το αναψυκτικό μου, είδα να μπαίνει στο μαγαζί μια ζητιάνα. Προχώρησε αμέσως στην πλευρά του μαγαζιού όπου καθόμουν κι εγώ. Ήταν μια χοντρή ζητιάνα, ντυμένη με διάφορα κουρέλια, μακριά φούστα σαν τσιγγάνα και αντρικό στενό για τα μέτρα της πουκάμισο απ’ όπου ξεπετιόταν η  κοιλιά της ανάμεσα από τα κουμπιά που ήταν έτοιμα να πεταχτούν από το τέντωμα. Πρόσεξα το πρόσωπό της. Θα ήταν μεταξύ τριάντα και τριάντα πέντε, αλλά η ταλαιπωρημένη ζωή και η απλυσιά την έκαναν να μοιάζει με πενηντάρα. Στα χέρια της κρατούσε μερικά πακέτα χαρτομάντιλα κι άρχισε να τριγυρνάει στα τραπέζια για να τα πουλήσει. Μου δημιούργησε στενοχώρια και θυμό μαζί, καθώς όλοι τους, λες και ήταν συνεννοημένοι, όχι μόνο δεν αγόραζαν μαντήλια -που αυτό είναι δικαίωμα του καθένα-  όχι μόνο δεν της αρνήθηκε κανείς τη βοήθεια ευγενικά με ένα απλό, «ευχαριστώ, δεν θέλω», αλλά είτε γύριζαν τα κεφάλι τους περιφρονητικά αλλού όταν τους πλησίαζε, είτε την κοιτούσαν σαν να μην υπήρχε, σαν να ήταν διαφανής και έβλεπαν πίσω της. Είναι απίστευτο τι ικανοποίηση νοιώθουν μερικοί άνθρωποι όταν τους πλησιάζουν τέτοια εξαθλιωμένα πρόσωπα, καθώς τους κάνουν να νοιώθουν ότι εκείνοι είναι πολύ σπουδαίοι και πετυχημένοι. Το πρόσωπό τους γεμίζει αλαζονεία και υπεροψία, κι αν μπορούσαν θα έριχναν και καμιά κλωτσιά στη ζητιάνα ή το ζητιάνο που τους πλησιάζει. Άσχετα αν λίγο πριν μπορεί να τους έχει κάνει σκουπίδι το αφεντικό τους.
Η δυστυχισμένη γυναίκα, πέρασε από όλα τα τραπέζια αυτής της πλευράς, χωρίς να πουλήσει ούτε ένα πακέτο χαρτομάντιλα. Με πλησίασε απλώνοντας ένα πακέτο. Της χαμογέλασα και της έδωσα μερικά χρήματα χωρίς να πάρω τα χαρτομάντιλα που μου ήταν άχρηστα. Μου έγνεψε «ευχαριστώ» και μετά μου είπε: «Εγκώ… Γιουγκοσλαβία…». Μου φάνηκε αστείο να λέει ότι είναι από μια χώρα που δεν υπάρχει πια και της ξαναχαμογέλασα. Μου έδειξε το μπουκάλι με το αναψυκτικό. Είχε πάρει θάρρος από τα χαμόγελα και μου εμπιστεύτηκε τη δίψα της. Της είπα, «πήγαινε να πάρεις ένα ποτήρι να σου βάλω». Μου έκανε νόημα ότι ήθελε να πιει και τότε κατάλαβα τη μαλακία μου. Όχι μόνο δεν καταλάβαινε τη γλώσσα, αλλά έτσι και πήγαινε στο πάγκο να ζητήσει ποτήρι, ο Διευθυντής του μαγαζιού που στεκόταν άγρυπνος πίσω από τις σερβιτόρες, με ύφος εισαγγελέα που ετοιμάζεται να απαγγείλει θανατική ποινή σε δικαστήριο, θα την πέταγε έξω. «Περίμενε», είπα στη φτωχή γυναίκα, σηκώθηκα και πήγα κι έφερα ένα άδειο πλαστικό ποτήρι. Της το γέμισα και ήπιε η καημένη το παγωμένο αναψυκτικό μονορούφι. Με κοίταξε με μάτια όλο ευχαρίστηση που δροσίστηκε και έστριψε προς την ξύλινη σκάλα δίπλα μου για να ανέβει στο πάνω πάτωμα όπου έτρωγαν όσοι κάπνιζαν.
Τέλειωσα το φαγητό μου και τη στιγμή που ετοιμαζόμουν να σηκωθώ να φύγω, κατέβηκε η φτωχή γυναίκα και με ξαναπλησίασε. Μου έδειξε το άδειο πάτο, και ύστερα σχηματίζοντας ένα μικρό κύκλο με το χέρι της, μου είπε: «Φάω». Πεινούσε. Κοίταξα το στρογγυλό φραντζολάκι μου που είχα αφήσει το μισό και νόμισα ότι αυτό εννοούσε με το κύκλο που έκανε. Της το έδωσα. Κούνησε αρνητικά το κεφάλι, έκανε πάλι τον μικρό κύκλο με το δάχτυλο και ξαναείπε, «φάω». Τότε έβγαλα και της έδωσα κι άλλα χρήματα και της είπα, «φάε σάντουιτς, εκεί» και της έδειξα τον πάγκο με τις σερβιτόρες πίσω μου, εννοώντας ότι μπορούσε εκεί να πάρει μόνη της ένα σάντουιτς. Κούνησε πάλι αρνητικά το κεφάλι της και κατάλαβα ότι πάλι είχα πει μαλακία. Αν πήγαινε εκεί, τότε ο εισαγγελέας, ο διευθυντής του μαγαζιού ήθελα να πω, θα την πέταγε έξω πριν προλάβει να μιλήσει. Περίμενε, της είπα, και πήγα στον πάγκο. Παράγγειλα ένα σάντουιτς κι όταν η κοπέλα με ρώτησε, «για ‘δω ή για έξω;» της απάντησα, «για έξω». Το σάντουιτς ήταν έτοιμο σε λίγο, μου το έβαλε σε μια μεγάλη χάρτινη τσάντα με τη φίρμα του μαγαζιού τυπωμένη επάνω και μου το έδωσε. Ξαναγύρισα στην ταλαιπωρημένη γυναίκα που με περίμενε όρθια και της το έδωσα. Άνοιξε την τσάντα, έβγαλε το σάντουιτς που ήταν μέσα σε μια μικρή χάρτινη σακούλα, το κοίταξε και απογοητευμένη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και ξανάκανε τον κύκλο με το δάχτυλο. Τότε κατάλαβα ότι εκείνο που ήθελε είναι ένα πιάτο φαΐ. «Ε, τώρα φάε αυτό της είπα», με ύφος που δεν άφηνε περιθώρια για συνέχεια. «Καλή όρεξη», της είπα κι άρχισα να μαζεύω τα πράγματά μου για να φύγω. Εκείνη μου γέλασε, και πέρασε πίσω από την πλάτη μου στην άλλη μεριά του μαγαζιού, όπου ακόμα δεν είχε ζητιανέψει. Γύρισα το κεφάλι μου. Ο Διευθυντής μόλις την είδε, ετοιμάστηκε να τη διώξει, αλλά πρόσεξε την κατακαινούρια χάρτινη τσάντα του μαγαζιού στο χέρι της και πάγωσε. Δεν καταλάβαινε τι συνέβαινε κι έμεινε ακίνητος. Χαμογέλασα ευχαριστημένος και σηκώθηκα να φύγω. Καθώς άνοιγα την πόρτα, έριξα μια γρήγορη ματιά πίσω μου. Η γυναίκα, κρατώντας πάντα τη χάρτινη τσάντα του μαγαζιού, άρχισε να τριγυρνάει στα τραπεζάκια ζητιανεύοντας, προσπαθώντας να δώσει τα πακετάκια με τα χαρτομάντιλα. Φυσικά δεν έπαιρνε κανένας, αλλά τώρα δεν την κοιτούσαν περιφρονητικά ή με αλαζονεία, αλλά με περιέργεια και κατάπληξη ρίχνοντας το βλέμμα τους μια σ’ αυτήν και μια στην χάρτινη τσάντα που κρατούσε αυτή η γυναίκα που πια ήταν κάτι μεταξύ ζητιάνας και γυναίκας που μόλις είχε ψωνίσει το φαγητό της. Γέλασα σαν παιδί από ενθουσιασμό γι’ αυτό που είχα κάνει, και βγήκα στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας που έβραζε από τη ζέστη, αφήνοντας την πόρτα του μαγαζιού να κλείσει πίσω μου.

Καλό ξημέρωμα.
Π.