Το λάθος του Χάρου

Επιθύμησα και καμιά ιστορία του Χότζα. Για πιάστε μία τύπου, «μαύρο χιούμορ».
Καλή Κυριακή.

Π.

Ο Χότζας είχε πέσει στο κρεβάτι βαριά άρρωστος. Όλοι νόμιζαν πως θα πεθάνει. Η γυναίκα του ντύθηκε στα μαύρα κι άρχισε τα κλάματα και τα μοιρολόγια. Οι μαθητές του που είχαν μαζευτεί γύρω από το κρεβάτι του, τον κοίταζαν με βαθιά θλίψη. Μόνο ο Χότζας, έμενε ατάραχος και κάθε τόσο γέλαγε…
«Δάσκαλε», τον ρωτάει ένας από τους μαθητές του, «πώς γίνεται να αντιμετωπίζεις το θάνατο με τέτοια ψυχραιμία, και μάλιστα κάθε τόσο να γελάς, ενώ εμείς που δεν πρόκειται να πεθάνουμε, αγωνιούμε μήπως μας αφήσεις»;
«Πολύ απλό», απάντησε ο Χότζας. «Καθώς σας κοιτάζω ξαπλωμένος, λέω στον εαυτό μου: » Όλοι σας έχετε τόσο βαριά θλιμμένη όψη, που είμαι σχεδόν σίγουρος ότι όταν έρθει ο Άγγελος του Θανάτου, θα νομίσει ότι κάποιος από εσάς είναι που τον περιμένει και θα τον πάρει κατά λάθος, και θα μ’ αφήσει εμένα να ζήσω κι άλλο. Γι’ αυτό κάθε με πιάνουν τα γέλια…»

Η Κυρία με τα Μπισκότα

Το Σαββατοκύριακο, ήμουνα στην Κω, όπου έκανα ένα σεμινάριο για θεατρικό παιχνίδι σε νηπιαγωγούς του νησιού. Στο αεροπλάνο για τη Κω την Παρασκευή το βράδυ, κάθισα σε μια θέση στο διάδρομο, στη σειρά με τα δύο καθίσματα. Καθώς τακτοποιούσα τη τσάντα μου στη καμπίνα των αποσκευών, πρόσεξα την κυρία που είχε ήδη καθίσει στη θέση δίπλα στο παράθυρο. Μου έριξε μια γρήγορη ματιά, με ένα μάλλον θλιμμένο βλέμμα, κι ύστερα γύρισε προς το παράθυρο, για να μην ξανακοιτάξει προς τη μεριά μου ποτέ, και στα 35 λεπτά του ταξιδιού. Μου έκανε εντύπωση το θλιμμένο βλέμμα της και κάθε τόσο την παρακολουθούσα με την άκρη του ματιού μου. Ήταν ανήσυχη. Κάθε τόσο ανακαθόταν σαν να μην μπορούσε να βολευτεί στο κάθισμα. Έστρωνε τη φούστα της ή ίσιωνε τη ζακέτα της, ενώ αρνήθηκε να πάρει κάτι από εκείνα που μας πρόσφερε η αεροσυνοδός. Και καθώς είχα πια μια αίσθηση αυτής της γυναίκας δίπλα μου, ξαφνικά σκέφτηκα: «Έτσι θα πρέπει να ήταν στο αεροπλάνο η κυρία με τα μπισκότα». Η «κυρία με τα μπισκότα», ήταν η ηρωίδα μιας από τρεις υπέροχες ιστορίες που είχα ακούσει, πολλά χρόνια πριν, στη δεκαετία του ’80 στις Ινδίες. Την είχα ξεχάσει, αλλά επειδή μου είχε κάνει πολύ εντύπωση, είχε μείνει κάπου μέσα μου γραμμένη και η κυρία δίπλα μου στο αεροπλάνο, την έφερε στην επιφάνεια. Προσπάθησα να την ξαναθυμηθώ, για να σας τη γράψω εδώ. Νομίζω ότι θα σας αρέσει. Είναι από τις ιστορίες που αρέσουν στον «μάστορα» και τις κάνει ταινίες.

Κάποιο απόγευμα, μια νεαρή όμορφη κυρία, με έναν αέρα κάπως υπεροπτικό,  περίμενε την πτήση της στην αίθουσα αναμονής ενός μεγάλου αεροδρόμιου.  Επειδή το αεροπλάνο της είχε καθυστέρηση, αποφάσισε εκνευρισμένη να αγοράσει ένα βιβλίο για να περάσει η ώρα, κι ένα πακέτο μπισκότα για να ξεγελάσει την πείνα της. Βρήκε μια θέση σε ένα τριπλό κάθισμα, όπου στην άλλη άκρη του καθόταν ένας άνδρας που διάβαζε το περιοδικό του. Έβαλε μηχανικά τα γυαλιά της, άνοιξε το βιβλίο της ενώ δίπλα της, στο αδειανό μεσαίο κάθισμα ήταν το κουτί με τα μπισκότα που είχε αγοράσει. Όταν κάποια στιγμή πήρε μηχανικά, χωρίς να κοιτάξει, το πρώτο μπισκότο, είδε με την άκρη του ματιού της, τον άνδρα δίπλα της, να απλώνει το χέρι του και να παίρνει κι αυτός ένα από τα μπισκότα! Η κυρία, ένοιωσε πολύ ενοχλημένη με το θράσος  του άνδρα. Δεν είπε τίποτα, αλλά σκέφτηκε, ότι ευχαρίστως θα του έδινε μια με το βιβλίο της στο χέρι του για να μην το ξανακάνει. Αλλά ο άντρας δεν σταμάτησε εκεί. Κάθε φορά που η κυρία έπαιρνε ένα μπισκότο, ο άνδρας άπλωνε το χέρι του κι έπαιρνε κι αυτός άλλο ένα, πράγμα που την εξαγρίωνε όλο και πολύ, αλλά δεν θέλησε να κάνει σκηνή.  Όταν πια έμεινε μόνο ένα μπισκότο, αναρωτήθηκε τι θα έκανε αυτός ο αγενής τύπος. Και πριν προλάβει να σκεφτεί, ο άνδρας απλώνει πάλι το χέρι του, παίρνει το τελευταίο μπισκότο, το κόβει στη μέση, και δίνει το μισό στην κυρία, ενώ βάζει το άλλο μισό στο στόμα του! Ε, αυτό πήγαινε πολύ! Χωρίς να μπορεί πια να συγκρατήσει το θυμό της, τινάχτηκε επάνω, έριξε προκλητικά μια περιφρονητική ματιά στον άνδρα, και χωρίς να πάρει το μισό μπισκότο που της πρόσφερε εκείνος, έβγαλε τα γυαλιά της, έκλεισε θυμωμένα το βιβλίο της, βούτηξε  τα πράγματά της και έφυγε για την αίθουσα επιβίβασης.
Λίγο αργότερα, πήρε τη θέσης της  μέσα στο αεροπλάνο, κι αφού έδεσε τη ζώνη της, άνοιξε την τσάντα της για να πάρει τα γυαλιά της. Μόλις έβαλε το χέρι της μέσα στην τσάντα της πάγωσε! Έσκυψε και κοίταξε. Το πακέτο με τα μπισκότα της ήταν εκεί, άθικτο, κλειστό!  Ένοιωσε να κοκκινίζει ολόκληρη από ντροπή! Κατάλαβε το λάθος της…  Συνειδητοποίησε ότι μέσα στην αφηρημάδα της δεν είχε βγάλει τα μπισκότα από την τσάντα της και πέρασε τα μπισκότα του άνδρα για δικά της. Κι ο ξένος άνθρωπος, είχε μοιραστεί τα μπισκότα του μαζί της,  χωρίς να δείξει καμιά ενόχληση ή θυμό, ενώ εκείνη στην σκέψη ότι μοιραζόταν τα μπισκότα της μαζί του εκνευρίστηκε και του φέρθηκε προσβλητικά.  Και τώρα πια δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να του ζητήσει συγγνώμη ή να πάρει πίσω την προσβολή που του έκανε.
Η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν τέσσερα πράγματα που κανείς δεν μπορεί να τα πάρει πίσω:
Την πέτρα που πέταξε με δύναμη στη θάλασσα.
Τα λόγια που είπε και πλήγωσαν κάποιον.
Μια ευκαιρία που είχε και την έχασε.
Το χρόνο που σπατάλησε στη ζωή του επιπόλαια.

stone-1

Καλό ξημέρωμα.
Π.

Ευγένιος Σπαθάρης

evgenios-2b

Τώρα που σταμάτησε ο θόρυβος που ακολούθησε τον θάνατο του Ευγένιου Σπαθάρη, που έξω από τη σκηνή του ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ  περνούσε στη ζωή πραγματικά με αθόρυβη ευγένεια, θα ήθελα να πω δυο λόγια γι’ αυτόν.

Ο Ευγένιος Σπαθάρης και ο Σταμάτης  Σπανουδάκης, ήταν δυο άνθρωποι που δουλέψαμε μαζί στο παιδικό πρόγραμμα της Ε.Ρ.Τ. και τα δέκα χρόνια που εργαζόμουν γι’ αυτό. Πέρα από σταθεροί συνεργάτες είμαστε και φίλοι. Και οι δυο τους, μου στάθηκαν πραγματικοί φίλοι και στις δυσκολίες που αντιμετώπιζα τότε στην καθημερινή μου ζωή.
Με τον Ευγένιο κάναμε τέσσερις μεγάλες σειρές. Αρχίσαμε τη συνεργασία μας με τις κλασσικές κωμωδίες και κάναμε 32 EΠEIΣOΔIA.  Και μετά ακολούθησαν: Ο EPΩTOKPITOΣ 10 EΠEIΣOΔIA,  Η OΔYΣΣEIA. 28 EΠEIΣOΔIA:,  MYΘOΛOΓIA ME TO ΘEATPO ΣKIΩN 15 EΠEIΣOΔIA. Συνολικά, 85 εικοσιπεντάλεπτα επεισόδια, που -θεωρητικά- υπάρχουν στην ταινιοθήκη της ΕΡΤ.
Θεωρώ ότι ο Ευγένιος είναι από τους ανθρώπους που συνεισφέρανε σ’ αυτό που ο Σεφέρης ονομάζει στις Δοκιμές του, «Ελληνικότητα».  Μερικοί από αυτούς τους ανθρώπους – που υπάρχουν σε διάφορους χώρους- είναι, κατά τη γνώμη μου, ο Σολωμός, ο Μακρυγιάννης, ο Τσιτσάνης, ο Θεόφιλος, ο Σεφέρης, η Δόμνα Σαμίου, ο Ευγένιος Σπαθάρης και κάποιοι άλλοι που δεν μου έρχονται τώρα στο νου.
Νόμιζω ότι καλύτερο από λόγια είναι να δούμε μια κλασσική κωμωδία του Καραγκιόζη, παιγμένη από τον Ευγένιο: Την κωμωδία, «Ο Καραγκιόζης Γιατρός». Βρέθηκε στο YouTube από τη γνωστή θαμώνα του  blog, το natassaki. Πέθανα στα γέλια όταν το είδα γιατί είναι μία από τις εκπομπές που σας λέω παραπάνω, κι ο φίλος που το έχει ανεβάσει στο YouTube το έχει πάρει από την ΕΡΤ. Πού το ξέρω; Είναι γιατί τη μέρα που γυρίστηκε αυτό το επεισόδιο  όταν με φώναξαν να το δω κόντεψα να πάθω έμφραγμα! Μαζί με αυτή την κωμωδία, γυρίστηκαν άλλες δέκα, αν θυμάμαι καλά. Βλέπετε δεν υπήρχε ούτε θέμα μοντάζ, ούτε γύρισμα κομμάτι- κομμάτι. Ήταν γύρισμα μια κι έξω, όση ώρα έκανε να παίξει την κωμωδία ο Ευγένιος. Αν προσέξετε, την εικόνα, θα δείτε ότι πάνω στο λευκό πανί, λίγα δευτερόλεπτα αφού αρχίσει η παράσταση, εμφανίζεται μία μεγάλη κλωστή σαν τρίχα, που ο Ευγένιος δεν μπορούσε να τη δει από μέσα όπου βρισκόταν και δεν την πρόσεξε κανένας από τους απ’ έξω στο γύρισμα! Και μένε μέχρι το τέλος. Δεν γινόταν, να ξαναγυριστούν τα επεισόδια, και δεν υπήρχε τρόπος πια να βγει η «τρίχα». Έτσι, θα μείνει στην αιωνιότητα, και τη βλέπουμε και σήμερα στο ίντερνετ.  Ο Ευγένιος και εγώ κοντέψαμε να πάθουμε έμφραγμα από τη στενοχώρια μας τότε. Αλλά δεν γινόταν τίποτα.
Α, ρε Ευγένιε… Αυτή η τρίχα, θα μείνει στην αιωνιότητα, έτσι, σαν πλάκα του Καραγκιόζη στην στενοχώρια που τραβήξαμε τότε, αφού εμείς ερχόμαστε και φεύγουμε, κι αυτός με την «τρίχα» θα μείνουν για πάντα… Χα, χα, χα…

Σας φιλώ.
Π.

Ο Καραγκιόζης Γιατρός

Λίγα ακόμα για το φόβο, τα παιδιά και το σχολείο

prosklisi-21

Όλη την εβδομάδα που πέρασε, μου έρχονταν ξανά και ξανά στο νου τα προσωπάκια αυτών των παιδιών της Πρώτης Δημοτικού, που τα επισκέφτηκα στο σχολείο τους και μιλήσαμε για το φόβο. (Αυτό που βλέπετε από πάνω είναι η πρόσκληση που μου έφτιαξαν με τη δασκάλα τους και μου την έστειλαν). Σκεφτόμουν αυτά τα παιδιά και το σχολείο που πάνε, το σχολείο που κάποτε έχετε πάει εσείς, το σχολείο που πήγα κι εγώ μια φορά κι έναν καιρό. Και κάποια στι γμή έκανα ένα απλό ερώτημα: Γιατί πηγαινουμε στο σχολείο; Λέγοντας σχολείο εννοώ όλη την κλίμακα της εκπαίδευσης. Αυτή είναι μία πολύ σοβαρή ερώτηση, όχι μόνο για όσους μπαίνουν σ’ αυτό το μπλογκ και σπουδάζουν ακόμα, αλλά και για όσους από σας είστε γονείς, για όσους από σας τυχαίνει να είστε δάσκαλοι – από νηπιαγωγείου έως πανεπιστήμιου – αλλά και για οποιονδήποτε αγαπά αυτήν τη γη. Γιατί πηγαίνουμε σχολείο; Γιατί μαθαίνουμε διάφορα πράγματα, γιατί περνάμε εξετάσεις και συγκρινόμαστε ο ένας με τον άλλον; Για να πάρουμε καλύτερους βαθμούς; Τι σημαίνει αυτή η λεγόμενη εκπαίδευση και για ποιο λόγο γίνεται όλη αυτή η ιστορία; Είναι απλώς για να περνάμε τις εξετάσεις και μετά να βρούμε καμιά δουλειά; Δεν θα έπρεπε ο ρόλος του σχολείου να είναι το να μας προετοιμάσει όσο είμαστε νέοι να κατανοήσουμε το σύνολο της διαδικασίας της ζωής; Το να ‘χεις μια δουλειά για να κερδίζεις το ψωμί σου είναι σίγουρα απαραίτητο, αλλά αυτό είναι το παν στη ζωή; Μόνο γι’ αυτό πάμε σχολείο; Σίγουρα η ζωή δεν είναι απλώς το να κάνεις κάποια δουλειά· η ζωή είναι κάτι εκπληκτικά πλατύ και βαθύ, είναι ένα μεγάλο μυστήριο, ένα αχανές πεδίο μέσα στο οποίο εκπληρώνουμε το σκοπό μας ως ανθρώπινα πλάσματα. Αν απλώς προετοιμαζόμαστε για να κερδίζουμε το ψωμί μας, θα χάσουμε όλο το νόημα τής ζωής· και το να κατανοήσει κανείς τι είναι η ζωή, νομίζω ότι είναι πολύ πιο σημαντικό από να προετοιμάζεται στο σχολείο, απλώς για εξετάσεις και να γίνει πολύ καλός στα μαθηματικά, στη φυσική ή σ’ όποιο μάθημα θέλετε. Και τι σημαίνει ζωή; Δεν είναι η ζωή κάτι εκπληκτικό; Δεν είναι τα πουλιά, τα λουλούδια, τα ανθισμένα δένδρα, ο ουρανός, τα άστρα, τα ποτάμια, οι θάλασσες με τα ψάρια τους – όλα αυτά είναι η ζωή. Ζωή είναι και ο φτωχός και ο πλούσιος· ζωή είναι ο ασταμάτητος πόλεμος ανάμεσα σε ομάδες, χώρες και έθνη· ζωή είναι η σκέψη· ζωή είναι αυτό που ονομάζουμε θρησκεία και είναι επίσης τα λεπτά, κρυφά πράγματα του νου – οι επιθυμίες, οι φιλοδοξίες, τα πάθη, οι φόβοι, οι προσδοκίες και τα άγχη. Όλα αυτά και πολύ περισσότερα ακόμα, είναι η ζωή, αλλά συνήθως στο σχολείο προετοιμαζόμαστε για να κατανοήσουμε μόνο κάποια μικρή γωνιά της ζωής. Περνάμε διάφορες εξετάσεις, βρίσκουμε κάποια δουλειά, παντρευόμαστε, κάνουμε παιδιά και μετά γινόμαστε όλο και πιο πολύ σαν μηχανές. Συνεχίζουμε να είμαστε γεμάτοι φόβους, άγχη, δηλαδή: να φοβόμαστε τη ζωή!  Ποιος, λοιπόν, θα έπρεπε να είναι ο ρόλος του σχολείου; Είναι απλώς να μας φορτώνει εγκυκλοπαιδικές γνώσεις και να μας προετοιμάζει για κάποιο επάγγελμα ή να μας βοηθάει να κατανοήσουμε την όλη διαδικασία της ζωής, δηλαδή να μας προετοιμάζει για τη ζωή; Το πιο πιθανό για τα περισσότερα παιδιά όταν μεγαλώνουν, όταν γίνουν άνδρες και γυναίκες, είναι ότι θα παντρευτούν, και πριν καλά-καλά καταλάβουν πού βρίσκονται, θα γίνουν μητέρες και πατέρες και θα βρεθούνε δεμένοι χειροπόδαρα με κάποια δουλειά ή με την κουζίνα, κι εκεί μέσα θα χάσουν σιγά σιγά τη ζωντάνια τους. Αυτή όλη κι όλη, λοιπόν, είναι η ζωή; Μπορεί να παίρνεις πτυχία, να προσθέτεις τίτλους δίπλα στο όνομα σου και να πιάσεις μια πολύ καλή δουλειά· ε, και; Τι νόημα έχει όλη αυτή η ιστορία, αν ο  νους σου θολώσει, χάσει την οξυδέρκειά του, γίνει νωθρός, βαριεστημένος, κουτός; Και δεν θα έπρεπε το σχολείο να καλλιεργεί μέσα μας τη νοημοσύνη που θα δοκιμάσει να βρει την απάντηση όλου του μυστήριου της ζωής; Και νοημοσύνη δεν είναι να λες εξυπνάδες ή να είσαι ετυμόλογος, αλλά για μένα είναι η ικανότητα να σκέφτεσαι ελεύθερα, χωρίς φόβο, χωρίς συνταγές σκέψης, έτσι ώστε να αρχίσεις να ανακαλύπτεις από μόνος σου τι είναι πραγματικό, τι είναι αληθινό· κι όταν είσαι φοβισμένος δεν μπορεί να έχεις ποτέ νοημοσύνη. Οποιαδήποτε μορφή φιλοδοξίας, κυνηγητού της επιτυχίας, του να είσαι «κάποιος» είτε σε «πνευματικό» επίπεδο είτε σε υλικό, θρέφει το άγχος, το φόβο· γι΄αυτό η φιλοδοξία -που την υμνούνε ως ιδανικό- είναι κάτι που δεν σε βοηθά να έχεις ένα νου, καθαρό, απλό, ευθύ και επομένως με  νοημοσύνη.

Και δεν συμφωνείτε ότι είναι πραγματικά πολύ σημαντικό, όσο είναι κανείς μικρός και έφηβος να ζει σε ένα περιβάλλον όπου δεν υπάρχει φόβος. Οι περισσότεροι από μας μεγαλώνοντας γινόμαστε φοβισμένοι: φοβόμαστε τη ζωή, φοβόμαστε μήπως χάσουμε τη δουλειά μας, φοβόμαστε την παράδοση, φοβόμαστε τι θα πει ο κόσμος ή τι θα πει η γυναίκα μας ή ο άντρας μας και φοβόμαστε το θάνατο. Οι περισσότεροι από μας νοιώθουμε τον ένα ή τον άλλο φόβο· και όπου υπάρχει φόβος δεν υπάρχει νοημοσύνη. Και είναι δυνατόν για όλους όσο είναι νέοι, να βρεθούν σ’ ένα περιβάλλον όπου δεν υπάρχει φόβος, αλλά αντίθετα μια ατμόσφαιρα ελευθερίας – όχι ελευθερία να κάνεις ό,τι σου κατέβει, αλλά ελευθερία για να μπορέσεις να κατανοήσεις την όλη διαδικασία της ζωής;  Η ζωή είναι πραγματικά πολύ όμορφη, δεν είναι αυτό το άσχημο πράγμα που την έχουμε καταντήσει· και μπορείς να εκτιμήσεις τον πλούτο της, το βάθος της, την εκπληκτική ωραιότητά της, μόνο όταν επαναστατείς ψυχολογικά – το τονίζω: ψυχολογικά – εναντίον των πάντων, έτσι ώστε να μην προσαρμόζεσαι, να μην υποτάσσεσαι, να μην μιμείσαι, αλλά να ανακαλύπτεις εσύ ο ίδιος, ως ένας απλός άνθρωπος τι είναι Αλήθεια. Είναι πολύ βολικό και εύκολο να συμμορφώνεσαι με αυτά που σου λέει η κοινωνία ή οι γονείς σου ή οι καθηγητές σου. Αυτός είναι ένας εύκολος και ασφαλής τρόπος για να επιβιώνει κανείς, αλλά δεν είναι ζωή, γιατί αυτό έχει μέσα του φόβο, φθορά, νέκρωμα. Να ζεις σημαίνει να ανακαλύπτεις ο ίδιος τι είναι αλήθεια, κι αυτό μπορείς να το κάνεις μόνο όταν υπάρχει ελευθερία, όταν υπάρχει  αδιάκοπη εσωτερική επανάσταση μέσα σου. Αλλά, δεν μας ενθαρρύνουν να το κάνουμε αυτό από παιδιά· κανένας δεν μας λέει να αμφισβητούμε την προκάτ γνώση, γιατί αν επαναστατήσουμε σε ένα τέτοιο εσωτερικό επίπεδο θα γίνουμε από παιδιά επικίνδυνοι για καθετί που είναι ψεύτικο. Οι γονείς μας και η κοινωνία θέλουν να ζήσουμε με ασφάλεια και εμείς επίσης μεγαλώνοντας θέλουμε να ζούμε με ασφάλεια. Αλλά αυτό που γενικώς εννοείται με την «ασφάλεια» είναι μια ζωή γεμάτη μίμηση κι επομένως φόβο. Και ξέρετε τι εκπληκτικό πράγμα που θα ήταν να μην υπήρχε καθόλου φόβος στον κόσμο; Και πρέπει να τον κάνουμε έτσι γιατί βλέπουμε ότι η ανθρωπότητα έχει παγιδευτεί σε ασταμάτητους πολέμους, που τους καθοδηγούν οι πολιτικοί, οι οποίοι το μόνο που αναζητάνε πάντα είναι η δύναμη της εξουσίας· ζούμε μέσα σε μία ανθρωπότητα δικηγόρων, αστυνομικών, στρατιωτικών και πολιτικών, φιλόδοξων ανδρών και γυναικών που όλοι θέλουν να είναι «κάποιοι» και πολεμούν ο ένας τον άλλον για να το πετύχουν. Μετά, υπάρχουν οι λεγόμενοι πνευματικοί δάσκαλοι, οι απομιμήσεις των γκουρού με τις  σχολές τους μιας δήθεν εσωτερικής αναζήτησης, που μασάνε των λεφτά όσων τους ακολουθούνε επειδή αναζητούν μια θέση σ’ αυτήν ή στην επόμενη ζωή. Είναι ένας τρελός κόσμος, σε πλήρη σύγχυση, καθώς όλοι είναι εναντίον κάποιου άλλου και πολεμάνε για να έχουν μια σίγουρη δουλειά, μια θέση δύναμης ή βολέματος. Η ανθρωπότητα σπαράζεται από αλληλοσυγκρουόμενα πιστεύω, από ταξικές διαφορές, από εθνικιστικές διαιρέσεις, από όλα τα είδη ανοησίας και σκληρότητας – αυτή είναι η ανθρωπότητα για την οποία μας προετοιμάζουν στο σχολείο! Και δηλαδή, ο ρόλος της εκπαίδευσης θα πρέπει απλώς να είναι η προσαρμογή των παιδιών στο μοντέλο αυτής της σαπισμένης κοινωνικής δομής ή να τα κάνει ελεύθερα, ολοκληρωτικά ελεύθερα, έτσι ώστε να δημιουργήσουν μια διαφορετική κοινωνία, έναν καινούργιο κόσμο; Και δεν πρέπει εμείς οι μεγαλύτεροι να δημιουργήσουμε άμεσα -τώρα, όχι στο μακρινό μέλλον- ένα ελεύθερο περιβάλλον έτσι ώστε να μπορούν τα παιδιά, ζώντας σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον να ανακαλύψουν από μόνα τους τι είναι αλήθεια· έτσι ώστε να έχουν εκείνη τη νοημοσύνη που θα τα κάνει ικανά ν’ αντιμετωπίσουν την κοινωνία, να την κατανοήσουν κι όχι απλώς να προσαρμοστούν σ’ αυτήν· έτσι ώστε βαθιά μέσα τους να βρίσκονται πάντα – όχι μόνο όσο είναι παιδιά ή νέοι – σε μία συνεχή ψυχολογική επανάσταση, που είναι η μόνη επανάσταση, γιατί μόνο εκείνοι που βρίσκονται μέσα τους σε συνεχή εσωτερική επανάσταση ανακαλύπτουν τι είναι αληθινό, όχι ο άνθρωπος που προσαρμόζεται, που ακολουθεί, που φοβάται, που υποτάσσεται. Σίγουρα, λοιπόν, ο ρόλος του σχολείου, της εκπαίδευσης, θα έπρεπε να είναι να είναι το ξερίζωμα από την ψυχή των παιδιών -τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά- του φόβου που καταστρέφει την καθαρότητα της ανθρώπινης σκέψης, τις ανθρώπινες σχέσεις και την αγάπη.

Καλό Σαββατοκύριακο.
Π.

Συμπλήρωμα στην «Ιστορία για το φόβο»

kardia2

Θέλω συμπληρώσω – και να εξομολογηθώ – κάτι για το προηγούμενο post. Την ιστορία την έγραψα για να την πω σε επίσκεψη που έκανα προχτές, για να μιλήσουμε για τους φόβους μας, στα παιδιά της Α΄Δημοτικού ενός σχολείου, που τα έχω υιοθετήσει μαζί με τη Δασκάλα τους. Σήμερα μου έστειλαν αυτή την φοβερή καρδούλα που έφτιαξαν και τα 24, και με συγκίνησαν πολύ. Βλέπετε, τα παιδιά, ζουν με την καρδιά κι όχι με το μυαλό. Και νομίζω πως η ζωή των ανθρώπων θα ήταν καλύτερη, αν συνέχιζαν και μεγαλώνοντας να ζουν με την καρδιά και να είχαν το μυαλό για πρακτικά και τεχνολογικά πράγματα μόνο.

Σας φιλώ
Π.

Μια ιστορία για το φόβο

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένα μικρό αγόρι σε κάποια φτωχογειτονιά μιας μεγάλης πόλης. Ζούσε μαζί με τη μητέρα του, τον πατέρα του και τις δύο μικρότερες αδελφές του. Το μικρό διαμέρισμα με τα δύο δωμάτια, όπου ζούσε αυτός και η οικογένειά του, ήταν ένα μικρό υπόγειο. Από τη μεριά τού δρόμου τα παράθυρα του σπιτιού είχαν για θέα τα πόδια των περαστικών μέχρι τον αστράγαλο.  Από την μεριά της κουζίνας, όμως, το παράθυρο  έβλεπε σε ένα μεγάλο κοινόχρηστο κήπο που δεν πήγαινε ποτέ κανείς – εκτός από το μικρό αγόρι.

palmtree

Ο κήπος δεν ήταν περιποιημένος, αλλά έμοιαζε με ξεχασμένο παράδεισο μέσα στη μεγάλη πόλη, έτσι καθώς ήταν γεμάτος με αγριολούλουδα, μικρούς θάμνους, δυο τρία μικρά δέντρα, μια αγριοσυκιά, μία πανέμορφη μωβ βουκαμβίλια  σκαρφαλωμένη στη μάντρα που χώριζε τον κήπο από τον πίσω δρόμο όπου δεν υπήρχαν ψηλά σπίτια, αλλά ένα μεγάλο άδειο οικόπεδο και τέλος έναν, τρομερό, πανύψηλο φοίνικα, που έμοιαζε εκεί σαν μετανάστης από την Αφρική. Έτσι, όταν ήσουν στον κήπο  μπορούσες να βλέπεις το γαλάζιο ουρανό και τα μικρά σύννεφα που μερικές φορές έμοιαζαν στο αγόρι με παχουλά παιδάκια που κυνηγιόντουσαν  και τον καλούσαν να παίξει μαζί τους. Και το μικρό αγόρι, τέντωνε τα χέρια του και φανταζόταν ότι πέταγε ψηλά για να τα συναντήσει, εκεί πάνω με την απέραντη άπλα, τη βαθιά ησυχία και το υπέροχο φως, μακριά από το στενόχωρο σκοτεινό σπίτι του και το θόρυβο της μεγάλης πόλης.

flying_boy

Ναι, αυτός ο κήπος ήταν ο παράδεισος για το μικρό αγόρι. Σκαρφάλωνε στην αγριοσυκιά, μάσαγε μερικούς από εκείνους τους κίτρινους μικρούς καρπούς που έπεφταν από τους φοίνικες, κυνήγαγε τις γάτες  και τα πουλιά που επισκέπτονταν τον  κήπο και μουρμούριζε συνέχεια, σαν να μιλούσε σε κάποια άλλα παιδιά που παίζανε μαζί του. Κι ώρες ώρες, είχε μια αίσθηση ότι ήταν πάνω σε μια μεγάλη σκηνή και τον παρακολουθούσε κόσμος και τότε μίλαγε δυνατά. «Πάλι παραμιλάς;» τον ρώταγε η μάνα του, που μερικές φορές πήγαινε να δει τι κάνει ο γιος της  – που ανησυχούσε να τον βλέπει ώρες ώρες πολύ «φευγάτο» – και τον πλησίαζε χωρίς εκείνος να την πάρει χαμπάρι. Το μικρό αγόρι τρόμαζε ξαφνιασμένο και μετά γελώντας την αγκάλιαζε από τη μέση κι εκείνη του χάιδευε το κεφάλι. Πω, πω… αυτός με τη μάνα του μόνοι τους οι δυο τους στον κήπο αγκαλιά! Ε, αυτή ήταν η μεγαλύτερη ευτυχία που μπορούσε να νοιώθει το μικρό αγόρι. Γι’ αυτό και ήταν κάπως  σαν θαύμα, πού ξέφυγε πολύ νωρίς από την επιρροή της, πριν τα είκοσι, ενώ άλλοι φίλοι του συνέχισαν να  επηρεάζονται από τις μάνες τους μέχρι που έφυγαν εκείνες από τη ζωή και ίσως και μετά.

Όπως σε όλους τους ανθρώπους, έτσι και στο μικρό αγόρι άρχισαν να μπαίνουν από πολύ νωρίς διάφοροι φόβοι μέσα στην καρδιά του. Όχι οι πρακτικοί φόβοι, μην το πατήσει αυτοκίνητο, μην κάψει το χέρι του στην κουζίνα, μην βγει έξω χωρίς παλτό και κρυώσει και τέτοια. Αλλά το άλλο είδος φόβων, των ψυχολογικών, αυτών που ριζώνουν από τότε που είμαστε μικροί στην καρδιά κι όσο περνάει ο καιρός πληθαίνουν κι αλλάζουν: Ο φόβος μήπως δεν είσαι καλός μαθητής, ο φόβος μήπως δεν είσαι καλό παιδί, ο φόβος  μήπως οι άλλοι είναι πιο έξυπνοι από σένα, ο φόβος μήπως πάψουν να σ’ αγαπάνε οι γονείς σου, ο φόβος μήπως δεν είσαι σαν τους άλλους και σε απομονώσουν και μείνεις μόνος σου, ο φόβος τι θα πουν οι άλλοι, ο φόβος της τιμωρίας· και ο χειρότερος φόβος μήπως δεν γίνεις κάποιος σπουδαίος, που σημαίνει ότι δεν αφήνεις να ανθίσει αυτό που πραγματικά είσαι, αλλά  προσπαθείς να γίνεις αυτό που άλλοι σου έχουν φυτέψει από μικρό μέσα σου ότι πρέπει να γίνεις: οι γονείς σου, οι συγγενείς σου, το σχολείο, η κοινωνία, η θρησκεία, η λογοτεχνία, το θέατρο, ο κινηματογράφος, η τηλεόραση, η διαφήμιση… Κι έτσι το μικρό αγόρι – για να ξαναγυρίσουμε σ’ αυτό – θα έχανε τον εαυτό του, αν δεν του συνέβαινε κάτι, τότε που ήταν ακόμα μικρός, κάτι που του έμαθε να μην φοβάται το φόβο.

corid1

Αυτή η μικρή αυλή, λοιπόν,  που φάνταζε σαν παράδεισος στο μικρό αγόρι, βρισκόταν στην άλλη μεριά από το υπόγειο διαμέρισμα όπου έμενε. Για να φτάσεις στην αυλή, έπρεπε να διασχίσεις όλο το υπόγειο της πολυκατοικίας, περνώντας από ένα μακρύ σκοτεινό διάδρομο. Σ’ αυτόν το διάδρομο υπήρχαν οι αποθήκες των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας και οι λάμπες που υπήρχαν στο ταβάνι ήταν πάντα καμένες γιατί σπάνια κατέβαινε κανείς εκεί κάτω. Μόνο το μικρό αγόρι πέρναγε κάθε μέρα από αυτό το διάδρομο για να πάει στην αυλή να παίξει. Ο σκοτεινός αυτός μακρύς διάδρομος, έμοιαζε με ξαπλωμένο ΗΤΑ κεφαλαίο.  Στην κάτω αριστερή άκρη ήταν η πόρτα του σπιτιού του μικρού αγοριού και στην πάνω δεξιά η πόρτα της αυλής. Όταν ξεκινούσες, στην αρχή του διαδρόμου υπήρχε λίγο φως που ερχόταν από τη σκάλα της πολυκατοικίας που κατέβαινε στο υπόγειο, κι όταν έπαιρνες την τελευταία στροφή, ερχόταν λίγο φως της αυλής από την κλειστή, αλλά σαραβαλιασμένη ξύλινη πόρτα της. Το χειρότερο κομμάτι του διαδρόμου ήταν το μεσαίο, σαν να λέμε η γραμμή που ενώνει τα δύο πόδια του κεφαλαίου ΗΤΑ. Εκεί υπήρχε απόλυτο σκοτάδι!  Το μικρό αγόρι δεν είχε ξαναδεί τίποτα πιο σκοτεινό μέχρι τότε στη ζωή του. Και φοβόταν πολύ το σκοτάδι. Ένοιωθε ένα σφίξιμο στην καρδιά του, γι’ αυτό και τα βράδια στο δωμάτιό του, η μάνα του άναβε ένα καντήλι για να έχει λίγο φως το δωμάτιο. Έτσι, όταν ήθελε να πάει στην αυλή να παίξει – συνήθως μόλις γύριζε από το νηπιαγωγείο και μετά, από την πρώτη τάξη του Δημοτικού – έλεγε στη μαμά του να τον πάει. Εκείνη τον πήγαινε στην αυλή και τον άφηνε εκεί. Κι όταν το αγόρι ήθελε να γυρίσει πίσω, πήγαινε στην άλλη άκρη της αυλής όπου υπήρχε το παράθυρο της κουζίνας του σπιτιού του και φώναζε τη μαμά του να τον πάρει.
Και ήρθε εκείνη η μέρα που δεν θα την ξέχναγε ποτέ στη ζωή του, σε όποια ηλικία κι αν είχε φτάσει. Ήταν Μάης κι είχε καλοκαιριάσει για καλά στην πόλη. Το μικρό αγόρι πήγαινε στην πρώτη Δημοτικού. Την τελευταία ώρα στο μάθημα, κοίταζε έξω από τα μεγάλα παράθυρα της τάξης του τον γαλάζιο ουρανό, κι ονειρευόταν πότε θα βρεθεί στην αυλή του για να παίξει. Έτσι, μόλις σχολάσανε, έτρεξε γρήγορα στο σπίτι του, που ήταν δυο βήματα από το σχολείο, και ζήτησε χαρούμενο στη μαμά του να τον πάει στην αυλή. Εκείνη, όμως, του απάντησε ότι δεν μπορούσε γιατί είχε αργήσει να ξεκινήσει το μαγείρεμα και δεν γινόταν να σταματήσει. Το αγόρι γκρίνιαξε, παρακάλεσε, αλλά τίποτα. Κάθισε σε μια καρέκλα στενοχωρημένο. Σκέφτηκε να πάει μόνο του, αλλά ένοιωσε τέτοιο φόβο να του σφίγγει το στομάχι και την καρδιά, που παράτησε αμέσως την ιδέα. Δεν πέρασαν, όμως, ούτε πέντε λεπτά κι η ιδέα να πάει μόνος του στην αυλή, ξαναγύρισε στο νου του. Κι όπως καθόταν, κάπως σαν να άρχισε να παρακολουθεί τι γινόταν μέσα του: το σφίξιμο στην καρδιά, το σφίξιμο στο στομάχι και τις σκέψεις που τρέχανε στο κεφάλι του. «Γιατί να μην πάω;» έλεγε η μία σκέψη. «Μα είναι πολύ σκοτεινά, πώς θα φτάσεις στην αυλή; Αν είχες φακό, θα πήγαινες», είπε η άλλη. «Κρίμα να μην έχω φακό», είπε μια άλλη σκέψη. «Και τι θα πάθω στο σκοτάδι», ρώτησε μια πιο θαρραλέα σκέψη. «Πα, πα, πα… ούτε να το συζητάς», είπε μια πιο φοβητσιάρα απ’ όλες σκέψη. «Μην είσαι φοβητσιάρης μωρέ! Τι θα πάθεις; Θα σε φάει μπαμπούλας;», φώναξε άλλη μια θαρραλέα σκέψη. «Μμμ… Αυτό μου το έλεγε η μαμά μου όταν ήμουν πολύ μικρός», σκέφτηκε το αγόρι. «Μην βγεις ποτέ μόνος από το σπίτι γιατί θα σε φάει μπαμπούλας». «Κι έχεις δει εσύ ποτέ κανένα μπαμπούλα», ρώτησε μία πολύ λογική σκέψη. Και τότε το μικρό αγόρι, κατάλαβε ξαφνικά, σαν να άστραψε ένα φλας φωτογραφικής μηχανής στο κεφάλι του, ότι όλες ατές οι σκέψεις που έμοιαζαν να κυνηγούν η μια την άλλη μέσα στο κεφάλια του -και οι θαρραλέες και οι φοβητσιάρες, όλες ήταν αυτός ο ίδιος.  Άρα δεν υπήρχε και ένα κακό παιδί μέσα του και ένα καλό, όπως του λέγανε,  όλα ήταν αυτός.   Και καθώς παρακολουθούσε όλα όσα γίνονταν στο κεφάλι του, αποφάσισε να πάει μόνος του στην αυλή. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε.

hta-3

Ο διάδρομος, σκοτεινός τον περίμενε στα δεξιά του. Προχώρησε. Ένοιωσε σαν να μπαίνει σε μια σκοτεινή σπηλιά.  Η καρδιά του έτρεμε. Έκανε δυο βήματα και σταμάτησε. Κοίταξε πίσω του. Από ‘κει ερχόταν ακόμα το λιγοστό φως από την κεντρική σκάλα της πολυκατοικίας.   Γύρισε το κεφάλι του και προχώρησε. Κι έφτασε στο πιο δύσκολο κομμάτι της διαδρομής. Στον μεσαίο διάδρομο, όπου υπήρχε απόλυτο σκοτάδι. Φοβήθηκε πολύ. Αλλά πράγμα παράξενο, ενώ φοβόταν, δεν τον ένοιαζε που φοβόταν κι έτσι δεν έκανε πίσω. Του φάνηκε και λίγο αστείο που δεν φοβόταν να φοβάται. Κοίταξε μπροστά  του, πήρε μια βαθιά ανάσα και χώθηκε στο σκοτάδι. Προχωρούσε αργά, αλλά χωρίς δισταγμό. Μέσα στη φοβερή ησυχία του υπόγειου διάδρομου, άκουγε την καρδιά του να χτυπάει. Έτσι που δεν έβλεπε τίποτα γύρω του από το πηχτό σκοτάδι που τον τύλιγε, ένοιωθε σαν να βρισκόταν  στο κενό. Τότε ήταν που άκουσε ένα θόρυβο σαν θρόισμα φύλλου, κι ένοιωσε κάτι να τον ακουμπάει φευγαλέα στο δεξί του παπούτσι. Σταμάτησε. Πάγωσε ολόκληρος. Μόλις τον είχε ακουμπήσει ένα ποντίκι. Και φοβόταν τρομερά τα ποντίκια. Του ‘ρθε να φωνάξει, «μαμά», να το βάλει στα πόδια και να γυρίσει πίσω. Αλλά να και πάλι εκείνο το περίεργο που ενώ φοβόταν, την ίδια στιγμή δεν τον ένοιαζε και που φοβόταν. Προχώρησε. Ήθελε λίγο ακόμα για να πάρει τη στροφή και να βρεθεί στον τελευταίο διάδρομο, όπου θα ερχόταν το φως από την μισοξεχαρβαλωμένη πόρτα της αυλής. «Λίγο έμεινε» σκέφτηκε, ενώ ένοιωθε τις αισθήσεις του να δουλεύουν όλες μαζί στο φουλ: Άκουγε και τον παραμικρό ήχο, μύριζε τον μουχλιασμένο αέρα του υπόγειου, κοίταγε το σκοτάδι με ένταση, γευόταν το σάλιο στο στόμα του κι έτριβε τα δάχτυλά του στο παντελόνι του, γιατί η αφή του τον έκανε να νοιώθει ότι υπάρχει. Κοίταξε πάλι πίσω του: Σκοτάδι. Κοίταξε μπροστά του: Σκοτάδι. Σήκωσε το δεξί του χέρι και ψηλάφησε τον τοίχο. Λίγα βήματα ακόμα. Και να, τα δάχτυλά του τού είπαν ότι έφτασε στο τέλος του τοίχου του μεσαίου διάδρομου. Πήρε γρήγορα τη στροφή… και να το φως της αυλής που περνούσε από τις χαραμάδες της παλιάς ξύλινης πόρτας σαν για να τον καλωσορίσει. Ασυγκράτητος πια, έτρεξε προς την πόρτα και την άνοιξε με ορμή. Για δευτερόλεπτα έκλεισε τα  μάτια του που δεν άντεχαν το δυνατό φως του ήλιου που πλημύρισε τον σκοτεινό διάδρομο και διέλυσε το σκοτάδι. Βγήκε έξω. Μόλις πάτησε στο χώμα, ένοιωθε τα μάτια του να τρέχουν δάκρυα χαράς. Έτρεξε στο παράθυρο της κουζίνας του σπιτιού του όπου ήταν η μάνα του και μαγείρευε. «Μαμά, μαμά…» φώναξε χαρούμενος, «κοίτα, ήρθα μόνος μου στην αυλή»! Η μάνα κοίταξε το μικρό αγόρι και του είπε κι εκείνη χαρούμενη: «Μπράβο το παιδί μου που μεγάλωσε…» Το μικρό αγόρι, ένοιωσε περήφανο με τα λόγια τής μαμάς του κι έπαιξε όσο ποτέ δεν είχε παίξει στην μικρή αυλή. Κι από εκείνη την ημέρα, πήγαινε πάντα μόνος του πια στην αυλή για να παίξει. Έκανε αυτή τη διαδρομή πολλές φορές από τότε. Αλλά από εκείνη την πρώτη φορά, του έμεινε μια αίσθηση σαν να είχε κάνει ήταν το μακρύτερο ταξίδι της ζωής του. Ένα ταξίδι που το είχε κάνει  παρέα με το φόβο, χωρίς να τον φοβάται .

Έτσι, το μικρό αγόρι, χωρίς να το ξέρει, έμαθε μια μεγάλη τέχνη: την τέχνη να μην φοβάται το φόβο. Γιατί όταν δεν φοβάσαι να φοβάσαι, όταν δεν κουκουλώνεις μέσα σου το φόβο καθώς γεννιέται, αλλά τον αφήνεις να έρχεται και να φεύγει παρακολουθώντας τον και καμιά φορά προκαλώντας εσύ, πριν  σε προλάβει αυτός, τότε μπορεί να έρθει μια μέρα που δεν θα φοβάσαι ποτέ τίποτα, εκτός βέβαια από πρακτικά πράγματα, που είναι φυσικό. Τότε θα έχεις τελειώσει με όλους τους ψυχολογικούς φόβους από τον πιο απλό, μέχρι το φόβο του θανάτου. Θα έχεις τελειώσει με όλους τους φόβους που γεννάνε μέσα σου από την απλή ανησυχία μέχρι τη βία και το φόνο, δηλαδή το Κακό. Γι’ αυτό και ίσως ο φόβος να είναι το μόνο που θρέφει την ύπαρξη του Κακού στον κόσμο, ίσως ο ίδιος να είναι το μόνο Κακό που υπάρχει και μάχεται το Καλό.

Καλό ξημέρωμα
Π.

Συμπλήρωμα στο χθεσινό post

Διαβάζοντας τα σχόλιά  σας στο χθεσινό ποστ για τη μέρα της μητέρας συνειδητοποίησα από το σχόλιο που αναφέρει την ιστορία του Θεού και κάποια άλλα πάνω  σ’ αυτό, που ΄χει μπει άλλες δύο φορές παλιότερα στο μπλογκ σε βίντεο ομιλίας μου στη Σκιάθο και ως κείμενο ΕΔΩ , ότι σε αυτό το μπλογκ υπάρχουν καινούργιοι που δεν έχουν παρακολουθήσει πώς σκέφτομαι.  Κι όταν διάβασα τους στίχους από ένα τραγούδι για τη μητέρα, κι ένα άλλο σχόλιο περί του τι είναι ιδανική αγάπη, «τα πήρα» κανονικότατα.  Θύμωσα, δηλαδή,  με τον εαυτό μου φυσικά και με κανέναν άλλον, γιατί ξέρω πολύ καλά πως ό,τι μας συμβαίνει, συμβαίνει επειδή το έχουμε επιτρέψει ή προκαλέσει εμείς οι ίδιοι. Έτσι, λοιπόν, για λόγους προσωπικής μου εντιμότητας, θα ήθελα να πω με δυο λόγια πράγματα που έχω ξαναπεί σε διάφορα ποστς, γιατί δεν θα ήθελα ποτέ μα ποτέ να εξαπατηθεί κανείς σας και να νομίζει ότι βρίσκεται αλλού ή να παίξω ένα ρόλο Δούρειου ίππου για οτιδήποτε. Σας ζητώ συγνώμη αν σας φανούν αυτά που γράφω αγενή ή σκληρά, δεν είναι αυτή η πρόθεσή μου.
Λοιπόν: Κατ’ αρχήν όπως οι παλιότεροι ξέρετε είμαι παντελώς άθρησκος από τα πέντε μου. ΟΧΙ άθεος (αυτό το είδος δεν υπάρχει, απλώς νομίζουν ότι είναι), απλώς άθρησκος. Δεύτερον, δεν εκπροσωπώ κανέναν άλλον εκτός από μένα, ο οποίος προφανώς έχει στοιχεία του Παραμυθά που βλέπατε, αλλά ΔΕΝ είναι ο Παραμυθάς. Όσοι με έχουν συναντήσει το έχουν διαπιστώσει. Τρίτον, επειδή στη ζωή μου έχω γνωρίσει πολλούς άντρες ψυχολογικά κατεστραμένους από τις άθλιες μάνες του, θέλω να σας πω ότι αν ένας άντρας μπορεί να πει στη  μάνα του, αυτό ή κάτι ανάλογο εκείνου που λένε οι στίχοι:  «Μάνα οι έρωτες πληγώνουν, με ματώνουν κάθε τόσο, με βγάζουν βόλτα σε γκρεμούς, και πες μου εσύ πως να γλυτώσω, κι αν όλα πήγανε στραβά, φταιώ εγώ που ερωτεύτηκα, μάνα το πρώτο σου το χάδι, τό’χουν σκεπάσει χάδια ψεύτικα», αυτός που βλέπει και χρειάζεται έτσι τη μάνα του είναι για ψυχίατρο. Τέλος, δεν θεωρώ ότι υπάρχει ιδανική και μη ιδανική αγάπη.  Έτσι όπως το βλέπω εγώ και το έχω ξαναπεί εδώ, είναι ότι η αγάπη είναι μία, δεν είναι συναίσθημα, αλλά μία κατάσταση να υπάρχεις, όπου ή είσαι μέσα ή δεν είσαι. Όλα τ’ άλλα είναι μελλόδραμα τύπου «Μαντάμ Μπατερφλάι».
Αυτά. Ζητώ συγνώμη αν στενοχώρησα κανέναν, αλλά θα ήθελα όποιος μπαίνει σε αυτό το blog να ξέρει πού μπαίνει.
Σας φιλώ πολύ
Νίκος Πιλάβιος

Για την ημέρα της μητέρας.

Από χθες με απασχολούσε αν θα γράψω  κάτι για την γιορτή της μητέρας. Είχα γράψει  κι άλλη φορά για την ημέρα της μητέρας, της γυναίκας και γενικά για όλες αυτές τις «ΗΜΕΡΕΣ». Όσοι είστε καινούργιοι στο  blog και θα θέλατε να διαβάσετε τα σχετικά κείμενα μπορείτε να τα βρείτε με ένα κλικ ΕΔΩ το ένα, κι  ΕΔΩ το άλλο.

Την ιδέα του τι θα γράψω εδώ μου την έδωσε χτες η τηλεόραση, που εδώ και λίγο καιρό πιο πολύ την ακούω διαβάζοντας ταυτόχρονα εφημερίδα και λιγότερο βλέποντάς την. Σε μια εκπομπή «ταλέντων» ακούω ξαφνικά μία αντρική φωνή να τραγουδάει τόσο άθλια και φάλτσα, όπως αυτές οι διαφημίσεις που παίζονται τελευταία με το slogan: «Ο έρωτας είναι τυφλός, αλλά όχι κουφός»! Σταμάτησα να διαβάζω εφημερίδα και κοίταξα. Ήταν ένας συμπαθητικός τριαντάρης, που προφανώς έπαιρνε πολύ σοβαρά αυτό που έκανε με μεγάλη αυτοπεποίθηση και μηδέν «γνώθι σ’ αυτόν».  Τα τρία μέλη της κριτικής επιτροπής τής εκπομπής γελάγανε ολοφάνερα -εγώ είχα ξεκαρδιστεί- και ο «τραγουδιστής» ήταν ευχαριστημένος, ακόμα και όταν τον έκοψαν στη μέση και του είπαν ότι δεν περνάει. Όπως  όλοι όσοι τέλειωναν την εξέταση , πέρναγαν αμέσως μετά από μία γρήγορη συνέντευξη, έτσι έγινε και με τον «τραγουδιστή». Μόνο που αυτός δεν είπε λέξη, γιατί τα είπε όλα η μάνα του που ήταν πίσω του έξαλλη και φώναζε λέγοντας φράσεις του τύπου, «σιγά μην περιμένουμε εμείς να κρίνει ο Ψηνάκης την αξία ΜΑΣ» ή «δεν είναι ικανοί αυτοί να μας πούνε αν είναι καλή η φωνή ΜΑΣ». Χα, χα, χα… Το πιάσατε το υπονοούμενο με το «ΜΑΣ», ε;  Η μαμά είχε αυτό που λέω, «δικηγορικό σύνδρομο». Έχετε ακούσει δικηγόρο,  να λέει σε δικαστήριο υπερασπίζοντας νεαρή κοπέλα, «ο κατηγορούμενος, κύριε Πρόεδρε, ΜΑΣ άφησε έγκυος».  Σχεδόν πάντοτε ταυτίζονται με τον πελάτη τους και μιλάνε στον πληθυντικό. Έτσι κι η μαμά τού τραγουδιστή, χωρίς να τον αφήσει να πει κουβέντα επειδή αυτή προφανώς ήξερε καλύτερα, μίλαγε σε πρώτο πληθυντικό για τη φωνή ΤΟΥΣ!
Κοιτάζοντας αυτόν τον ευνουχισμένο από τη μάνα του φουκαρά, θυμήθηκα το γνωστό ανέκδοτο που λέει γιατί ο Χριστός ήταν έλληνας.  Ξέρετε γιατί, ε; Επειδή: είχε  περάσει τα τριάντα και έμενε με τους γονείς του· ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του· πίστευε ότι η μάνα του ήταν παρθένα, ενώ εκείνη πίστευε ότι ο γιος της ήταν θεός. Κι έτσι έγινε που θυμήθηκα μια… αιρετική έκθεση που είχα γράψει στο Γυμνάσιο, για την ημέρα της μητέρας. Είχα την τύχη να έχω στο Βαρβάκειο που πήγαινα, έναν εξαιρετικό φιλόλογο! Θυμάμαι ότι τότε ήταν υποχρεωτικό να γράφουμε σε όλα τα σχολεία, κάθε χρόνο, έκθεση για την ημέρα της αποταμίευσης, που η καλύτερη βραβευόταν από το Υπουργείο Παιδείας. Εγώ είχα γράψει τότε, κάτι εναντίον της αποταμίευσης (από μικρός έδειχνα τι θα γίνω) που τελείωνε με δύο παραλλαγμένες παροιμίες. Η πρώτη ήταν, «φασούλι το φασούλι, φτιάχνει φασολάδα σε πέντε χρόνια» και η δεύτερη, «φύλαγε τα ρούχα σου για να ‘χει φαΐ ο σκώρος». Κι ο Καθηγητής μας , αφού τις διάβασε είπε στην τάξη: «Η καλύτερη έκθεση είναι του Πιλάβιου, αλλά θα στείλω στο διαγωνισμό την έκθεση του… τάδε, γιατί του Πιλάβιου είναι λίγο αιρετική».  Και για μεγάλη μου έκπληξη, μου ζήτησε να τη διαβάσω δυνατά στην τάξη! Έτσι πήρα θάρρος και «ξαναχτύπησα» στην έκθεση για την «Ημέρα της Μητέρας», επίσης υποχρεωτική κάθε χρόνο τότε (δεκαετία του ’50). Ο τίτλος ήταν το γνωστό, «Μάνα, είναι μόνο μία». Κι εγώ παραλλάσσοντας ένα σχετικό ανέκδοτο της εποχής έγραψα τα παρακάτω.

«Μάνα, είναι μόνο μία»

Η μάνα μου είναι από την Κωνσταντινούπολη και γι’ αυτό όποτε έχουμε σπίτι κόσμο για φαγητό τις θείες και τους θείους μου, κάνει πολλά και διάφορα και φροντίζει να έχει όλα όσα μπορεί να θέλουν οι καλεσμένοι της και από φαγητά και από ποτά: δύο – τρία είδη κρασιών, μπύρες, πορτοκαλάδες  και σόδες βέβαια.
Έτσι, την περασμένη Κυριακή το μεσημέρι είχανε μαζευτεί πάλι στο σπίτι όλες οι θείες, οι θείοι και τα ξαδέλφια μου. Τρώγαμε, τρώγαμε, τρώγαμε και τα φαγητά τελειωμό δεν είχαν! Κάποια στιγμή, ο θείος μου ο Γιώργος που -όπως λέει η θεία μου η Ελένη – πρώτα φαίνεται η κοιλιά του από την γωνία όταν έρχεται και μετά ο ίδιος, και που όπως πάντα είχε παραφάει, λέει στη μάνα μου. «Βρε ξαδέλφη, έχεις καμιά σόδα»; «Και βέβαια», απαντάει εκείνη και πριν προλάβει να συνεχίσει λέει κι ο θείος μου ο Όμηρος: «Δεν φέρνεις και για μένα καμία», κι απανωτά να κι ο θείος μου ο Κώστας: «Ε, άμα φέρετε για όλους φέρτε και για μένα μία». Κι η μάνα μου, αφού βεβαιώθηκε ότι δεν θέλει κανένας άλλος σόδα, γυρνάει σε μένα και μου λέει: «Νικάκι, πήγαινε και φέρε τρεις σόδες από το ψυγείο για τους θείους σου». Σηκώθηκα αμέσως κι έτρεξα στην κουζίνα. Άνοιξα το ψυγείο και βλέπω ότι είχε μόνο μία σόδα κι όχι τρεις. Φαίνεται πως η μάνα μου δεν τα είχε υπολογίσει καλά για τις σόδες. Τι να κάνω κι εγώ, όπως ήμουν εκεί μπροστά στο ψυγείο, βλέποντας τη μία και μοναδική σόδα της φώναξα: «Μάνα, είναι μόνο μία».

Και πάλι αυτός ο εκπληκτικός φιλόλογός μας είπε ότι, «η έκθεση του Πιλάβιου ήταν η καλύτερη». Χα, χα, χα… Αυτό είναι που λένε, «μ’ όποιον μαθητή καθίσεις, τέτοιος δάσκαλος θα γίνεις».
Χρόνια πολλά μανούλες. Και προσέξτε όσες έχετε αγόρια. Οι άντρες που ταλαιπωρούν γυναίκες στο γάμο με άβουλη, νωθρή, ανασφαλή, φοβισμένη και γενικώς ευνουχισμένη συμπεριφορά, ή και δήθεν « πολύ αντρική, να πούμε», έγιναν έτσι από άλλες γυναίκες σαν κι εσάς: τις μάνες τους.

Φιλιά
Π.

Υ.Γ.  Ε, ας βάλω και λουλούδια και σοκολατάκια για τα κορίτσια.

flowers

Η Λιάνα Παπάκη

Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω για τα παραμύθια που μου γράψατε μερικοί. Είναι όλα πολύ καλά, αλλά δεν μπορώ να τα χρησιμοποιήσω όπως προτείνετε. Και στις εκπομπές και στα βιβλία μου, χρησιμοποιώ δικές μου ιστορίες για λόγους πνευματικών δικαιωμάτων. Ε, και… έχω ιδέες. Μια τέτοια είναι κι αυτή που μου ήρθε από το σχόλιο (κάπου) ενός κοριτσιού που το «ψευδώνυμό» του είναι lianaDuck… κ.λπ. Φαίνεται ότι μετά από τους τέσσερις τελευταίους μήνες που έγραψα 26 ιστορίες για τα 26 καινούργια επεισόδια για την τηλεόραση, μου έμεινε συνήθεια και ήθελα κάτι να γράψω. Έτσι έγραψα αυτό που θα διαβάσετε σήμερα, και που είναι η πρώτη hitech ιστορία του Παραμυθά. Θα μείνει σίγουρα μια από τις πιο αγαπημένες μου. Θα ήθελα να την αφιερώσω στο κορίτσι που έδωσε με το όνομά του την ιδέα, αν και δεν το ξέρω, και στα παιδιά μου που από θεατές κάποτε των εκπομπών του Παραμυθά, σήμερα δουλεύουν ως επαγγελματίες στην τηλεοπτική του επιστροφή.
sttnew
Εκεί που καθόμουν προχθές μπροστά στο κομπιούτερ μου για να απαντήσω  στα e-mail μου, μου φάνηκε ότι άκουσα κάτι σαν κάποιο παιδάκι να μιξοκλαίει. Κοίταξα γύρω μου και δεν ήταν κανείς. Πρόσεξα καλύτερα και τότε κατάλαβα ότι αυτός ο ήχος ερχόταν από το κομπιούτερ μου και μάλιστα από κάποιο  e-mail!  Μεγάλωσα όλα τα γράμματα και πρόσεξα ότι το κλάμα ερχόταν από μία διεύθυνση. Έσκυψα πιο πολύ και μου φάνηκε ότι είδα να πέφτουν δάκρυα από ένα @ παπάκι,  ή αλλιώς το «ΑΤ» που λέμε και υπάρχει σε όλες τις διευθύνσεις  e-mail!  «Απίστευτο», μουρμούρισα.
«Ααααχ»… Αναστέναξε το «παπάκι».
«Καλά, θα τρελαθώ! Αυτό το «παπάκι» αναστενάζει!»
«Δεν είμαι τέτοιο παπάκι που νομίζεις, είμαι κανονικό παπάκι».
«Α, γι’ αυτό μπορούμε και μιλάμε. Κατά βάθος είσαι ζώο, κι όχι σύμβολο κομπιούτερ. Και τι θες εδώ», το ρωτάω.
«Κι εσύ πώς γίνεται και μιλάς μαζί μου», με ρωτάει.
«Έχω ένα μαγικό γιλέκο, που μου το έκανε δώρο μια νεράιδα, κι όταν το φοράω, μιλάω με τα ζώα, με τα φυτά και τα πράγματα, και με λένε Παραμυθά,  αλλά πρώτη φορά μιλάω με μια διεύθυνση e-mail»!
«Δεν είμαι διεύθυνση e-mail, είμαι το παπάκι της διεύθυνσης».
«Και πώς βρέθηκες εδώ»;
«Αααχ…», αναστέναξε το παπάκι, «εμένα που με βλέπεις, ήμουν ένα πραγματικό παπάκι, που ζούσα δίπλα σε μια λίμνη μαζί με την οικογένειά μου. Το όνομά μου είναι Λιάνα.»
«Τι μου λες», είπα έκπληκτος. «Είσαι και κορίτσι, δηλαδή! Η Λιάνα το παπάκι. Και τι συνέβη κι έγινες παπάκι σε διεύθυνση e-mail»;
«Να, πριν λίγο καιρό, ήρθε μια μάγισσα δίπλα στη λίμνη μας κι έγραφε στο κομπιούτερ της. Τότε δεν ήξερα ακόμα τι είναι κομπιούτερ, κι όπως είχε το κομπιούτερ της στα γόνατά της, εγώ πήδηξα εκεί και το κουτσούλισα».
«Ωχ», είπα εγώ, καθώς φαντάστηκα τι θα έγινε μετά.

«Και μόλις το έκανα αυτό, η μάγισσα θύμωσε πάρα πολύ και μου ‘πε: «Για να τιμωρηθείς γι’ αυτό που τόλμησες να κάνεις, θα σε κάνω από αληθινό παπάκι, παπάκι σε διεύθυνση e-mail και θα μείνεις για πάντα φυλακισμένη μέσα στα κομπιούτερ.».  και μόλις το είπε, μου έδωσε μια με το μαγικό της ραβδί στο κεφάλι μου κι έγινα παπάκι σε διεύθυνση e-mail. Έτσι από τότε, με στέλνουν μια από ‘δω και μια από ‘κει. Και δεν ξαναείδα από τότε τη μαμά  μου, τον μπαμπά μου και τ’ αδέλφια μου…» είπε το παπάκι της διεύθυνσης e-mail που ήταν αληθινό παπάκι.
«Μη σε νοιάζει», λέω στο παπάκι, «τελειώσανε τα βάσανά σου». Και παίρνοντας το laptop μου, έτσι όπως ήταν ανοιχτό, στα χέρια μου, έφυγα πετώντας για το σπίτι της φίλης μου μάγισσας Κλοκλό.
«Τι έπαθες, καλέ Παραμυθά», μου λέει η Κλοκλό μόλις προσγειώθηκα στο σπίτι της. «Δουλεύεις το κομπιούτερ σου και πετώντας;»
«Όχι, Κλοκλό μου», της απαντάω, «θέλω τη βοήθειά σου για ένα παπάκι που μια μάγισσα το έκανε παπάκι διεύθυνσης e-mail».
Μόλις άκουσε την ιστορία η Κλοκλό, κούνησε το κεφάλι της και είπε: «Μμμ… Η μάγισσα Ντιλίτ! Μόνο αυτή κυκλοφορεί με laptop, και κάνει τέτοια πράγματα». Κι αμέσως μου πήρε το κομπιούτερ μου από τα χέρια, το έβαλε στα γόνατά της και είπε: «Χτύπα, χτύπα τα φτερά παπάκι, κι έβγα έξω στο καπάκι». Και μόλις το είπε αυτό, έδωσε μια κι έκλεισε  με δύναμη το καπάκι του  laptop μου που ήταν ανοιχτό. Και τότεεε… «τσουπ», εμφανίστηκε πάνω στο καπάκι ένα αληθινό παπάκι, που χτυπούσε τα μικρά φτερά του χαρούμενο!

duck1

Μόνο που είχε κάτι παράξενο: ήταν μπλε! «Ίσως έγινε μπλε από τον πολύ καιρό που έμεινε μέσα στο ιντερνέτ», σκέφτηκα και το ρώτησα: «Εσύ είσαι η Λιάνα το παπάκι»;
«Εγώ… εγώ…», μου απάντησε εκείνο χαρούμενο. «Δεν είμαι πια παπάκι σε διεύθυνση e-mail, αλλά αληθινό παπάκι».
«Και γιατί είσαι μπλε», το ρώτησα.
«Δεν ξέρω, έτσι γεννήθηκα».
«Καλά, έλα, τώρα», είπα, «πρέπει να σε πάω στη μαμά σου». Κι αφού ευχαρίστησα την Κλοκλό, φύγαμε πετώντας με το παπάκι για τη λίμνη που μου είπε ότι ζούσε η οικογένειά της.
Σε λίγο είμαστε στη λίμνη, κι όλη η οικογένεια έτρεξε ν’ αγκαλιάσει την Λιάνα το παπάκι. Όταν πέρασε η πρώτη συγκίνηση, πρόσεξα ότι τα αδελφάκια της Λιάνας ήταν άσπρα κι όχι μπλε όπως αυτή! Έτσι πλησίασα την κυρά πάπια και ρώτησα. «Πώς γίνεται κυρά πάπια και η Λιάνα είναι μπλε, ενώ όλα τα άλλα παιδιά σου είναι άσπρα»;
«Αχ, Παραμυθά», μου λέει εκείνη, «η Λιάνα δεν είναι παιδί μου. Εμφανίστηκε πριν λίγο καιρό από το πουθενά, εδώ δίπλα στο ποτάμι, κι έτσι όπως ήταν πεινασμένη  κι έτρεμε από το κρύο, την πήρα μαζί με τα άλλα παιδιά μου κι εκείνα την αγάπησαν».
«Και δεν σου είπε, κυρά πάπια,  από πού ήρθε και ποιοι είναι οι γονείς της», ρώτησα.
«Όχι», μου απάντησε η μαμά πάπια. «Όσες φορές κι αν την ρώτησα, δεν θυμάται τίποτα. Μόνο ότι την λένε Λιάνα».
Και τότε μια ιδέα μου πέρασε από το νου κι αν δεν την πραγματοποιούσα θα ‘σκαγα. Άλλωστε, όταν αρχίζει κανείς κάτι πρέπει να το πηγαίνει ως το τέλος. Έτσι, πήρα την άδεια από την κυρά πάπια και ξαναπετάξαμε μαζί με την Λιάνα το παπάκι, πίσω στη φίλη μου τη μάγισσα Κλοκλό.
«Τι έγινε πάλι Παραμυθά κι έφερες το παπάκι πίσω», με ρώτησε μόλις προσγειώθηκα μπροστά της κι εγώ της είπα:
«Κλοκλό μου, συμβαίνει κάτι παράξενο. Το παπάκι όπως βλέπεις  είναι μπλε και δεν το γέννησε η κυρά πάπια που τη νομίζει μαμά του. Εμφανίστηκε στη λίμνη ξαφνικά από το πουθενά, κι όταν το ρωτήσανε από πού ήρθε δεν θυμόταν τίποτα. Μόνο ότι την λένε Λιάνα. Δεν κοιτάς στη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα σου, να δούμε από πού μας ήρθε»;
Κι η Κλοκλό, ξεσκέπασε τη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα της που ήταν πάνω στο τραπέζι, ψιθύρισε τα μαγικά της λόγια και σε λίγο στη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα, εμφανίστηκε ένα κοριτσάκι κι αμέσως μετά δίπλα του μια κακάσχημη μάγισσα που του έκανε μάγια. Ύστερα η εικόνα έγινε θολή κι εξαφανίστηκε.
«Πω, πω…», έκανε η Κλοκλό. «Το παπάκι δεν είναι παπάκι. Είναι κοριτσάκι που μια κακιά μάγισσα, το έκανε παπάκι».
Γύρισα και κοίταξα τη Λιάνα το παπάκι. «Βρε Λιάνα μου», της είπα, «από τη μια μάγισσα πέφτεις στην άλλη. Έχεις μαγισσομαγνήτη»!
Κι αμέσως η Κλοκλό, έβαλε τη Λιάνα το παπάκι  πάνω στο τραπέζι, πήρε το μαγικό ραβδί της, το ακούμπησε απαλά στο κεφάλι της Λιάνας και μουρμούρισε κάτι μαγικά λόγια. Και τότε… μπροστά μας εμφανίστηκε ένα πανέμορφο κοριτσάκι γύρω στα δώδεκα, με μεγάλα μπλε μάτια!
«Α, γι’ αυτό ήταν μπλε το παπάκι, πήρε το χρώμα από τα μάτια του κοριτσιού», μουρμούρισα.
Το κοριτσάκι κοιτούσε σαν χαμένο γύρω του.
«Πού είμαι; Πώς βρέθηκα εδώ», ρώτησε.
«Δεν  θυμάσαι τι έχει γίνει» της λέω εγώ.
«Όχι, έπαιζα στην αυλή του σπιτιού μου και ξαφνικά βρέθηκα εδώ»!
«Πώς σε λένε, μωρό μου», τη ρώτησα.
«Λιάνα Παπάκη», μου λέει.
«Όχι, δεν είσαι πια παπάκι», της λέω, «είσαι κοριτσάκι».
«Το ξέρω», μου απαντάει εκείνο, «έτσι με λένε».
«Ε!…» έκανα εγώ σαν χαμένος. «Και τη μαμά σου και τον μπαμπά σου πώς τους λένε, τη ρώτησα.
«Μιχάλη Παπάκη και  Χριστίνα Παπάκη», μου απάντησε το κοριτσάκι.
«Δηλαδή από πού είσαι», τη ρώτησα.
«Από την Κρήτη».
«Αααα…», άνοιξα δυο πήχες το στόμα μου! «Δηλαδή είσαι Κρητικιά και δεν είσαι παπάκι, αλλά Παπάκη, με ήτα».
«Ε, ναι…» μου είπε εκείνη και με κοίταξε με ένα βλέμμα σαν να μου έλεγε, «χαζός είσαι;»
Να μην σας τα πολυλογώ, καταλάβαμε ότι κοριτσάκι το έκανε για κάποιο άγνωστο λόγο η μάγισσα παπάκι, από το επίθετό της. Κι αφού η Λιάνα μας εξήγησε από ποιο χωριό της Κρήτης ήταν, την πήρα  και την πήγα πετώντας εκεί, στο σπίτι της. Οι γονείς της που ήταν είχαν, όπως  μου είπαν, για κανένα χρόνο χαμένη έκαναν σαν τρελοί από  τη χαρά τους και μια φίλαγα κι αγκάλιαζαν τη Λιάνα και μια εμένα. Και το τι γιορτή έγινε δεν περιγράφεται. Τι πεντοζάλη, τι ρακές, τι μπαλοθιές, τι τρομερά φαγητά, πέσανε δεν περιγράφεται. Τρομερό γλέντι! Και γύρισα πίσω πετώντας την ώρα που ανέτελλε ο ήλιος…

little-girl-1

Μμμ… Σας βλέπω να χαμογελάτε πονηρά και να σκέφτεστε ότι σας είπα κάποιο παραμύθι και πού τα βρίσκω όλα αυτά, ε; Χα! Αφού σας έχω πει ότι σας λέω τις περιπέτειές μου, γιατί δε με πιστεύετε; Για πηγαίνετε ΕΔΩ με ένα κλικ, και κοιτάξτε το «ΠΙ» στον τηλεφωνικό κατάλογο της Κρητηνίας. Κι αν δεν σας φτάνει αυτό, γράψτε «Παπάκης» στο  Google και θα βρείτε: και Ντίνος Παπάκης, και Δημήτρης Παπάκης, και Νίκος Παπάκης και μέχρι ποδοσφαιριστή Παπάκη στην  Αθλητική Ένωση Πολυκάστρου , για να μην πω ότι θα βρείτε και Πάνο Παπάκη, στο Face Book!
Αυτά, για να μάθετε να με πιστεύετε ότι σας λέω τις περιπέτειές μου κι όχι παραμύθια.
Σας φιλώ.
Π.

Με αφορμή μία επιστροφή

Έχει ενδιαφέρον να γυρνάει κανείς στα 66 του, σε ένα επάγγελμα όπως του ηθοποιού, που το άρχισε στα 9 του και που το είχε εγκαταλειμμένο για 33 χρόνια. Τελικά βλέπεις, ότι όντως το επάγγελμα αυτό – αν το κάνεις έντιμα, αληθινά, με πάθος και γνήσια- είναι ψυχοθεραπευτικό. Από αυτό, κάπως, πρέπει να ξεκίνησε η Δραματοθεραπεία και πιο τελευταία, η Συστημική.
Το επάγγελμα του ηθοποιού, έχει τη δυνατότητα να σε βοηθάει να «βγαίνεις έξω» από σένα και να «σε βλέπεις», να σε παρατηρείς ουδέτερα – όχι ψυχρά – ουδέτερα. Έτσι παίρνεις την αίσθησή σου κι όχι μία λογική αυτοψυχανάλυσή σου. Δεν βλέπεις με το μυαλό, αλλά με την καρδιά
που δε σημαίνει συναισθηματισμούς του κώλου. Και βλέπεις έτσι και τους άλλους γύρω σου. Κι αυτός ο τρόπος κοιτάγματος – και προς τα έξω και προς τα μέσα – δεν έχει κριτική· έχει παρατήρηση με καλοσύνη και κατανόηση.
Πάνω στη δουλειά, και κυρίως σε μια τέτοια ομαδική και καλλιτεχνική δουλειά όπως είναι το θέατρο, ο κινηματογράφος, η τηλεόραση, οι άνθρωποι δείχνουν αυτό που πραγματικά είναι κι εκείνο που παριστάνουν ότι είναι.

Σκέφτηκα να σας γράψω εδώ, κάτι που έβλεπα αυτές τις μέρες της επιστροφής μου σε κάτι που είχα πολύ καιρό να κάνω και που έχει πεθάνει μέσα μου. Έχω, λοιπόν, την αίσθηση ότι η ζωή είναι ένα πηγάδι που εμείς πάμε να πάρουμε νερό με δαχτυλήθρα κι όχι με κουβά. Η ζωή είναι μία απέραντη χώρα με τεράστιες πεδιάδες και πανύψηλα βουνά κι εμείς την κάνουμε «δωματιάκι» γκαρσονιέρας. Έτσι, είναι πολύ σημαντικό να αφήνεις το «δωματιάκι» σου και να αντιλαμβάνεσαι όλη την απεραντοσύνη της ζωής που μέρος της είναι και ο θάνατος. Αλλά δεν μπορείς να το κάνεις αυτό αν δεν έχεις μέσα σου αγάπη όχι σωματική αγάπη ή αδελφική αγάπη ή ερωτική αγάπη ή συγγενική αγάπη ή φιλική  ή ιερή αγάπη, αλλά απλώς αγάπη· που σημαίνει ν’ αγαπάς τα πουλιά, τα δένδρα, τα λουλούδια, τους φίλους σου, τους συντρόφους σου, τους γονείς σου, και πέρα από αυτούς: τον άνθρωπο. Αλλιώς εκείνο που ονομάζουμε αγάπη καταντάει να σημαίνει κάτι πολύ άσχημο: ιδιοκτησία και απαίτηση ανταπόκρισης δηλαδή ζήλεια και φθόνο όταν δίνεται κι αλλού, πλήγωμα όταν δεν ανταποδίδεται. Αλλά αν έχεις αγάπη στην  καρδιά σου, αν αγαπάς το δένδρο που φύτεψες (αν φύτεψες), το αδέσποτο σκυλί που χάιδεψες (αν χάιδεψες), τον ζητιάνο που σου χτύπησε την πόρτα (αν την άνοιξες),  το δακρυσμένο πρόσωπο ενός παιδιού (αν το πρόσεξες) και ένα σωρό άλλα τέτοια, τότε δεν θα είσαι κλεισμένος στο «δωματιάκι» σου με το στενό παράθυρο, αλλά θα το παρατήσεις  και θα αγαπάς ολόκληρη τη ζωή κι όχι κομμάτια της.  Η αγάπη είναι ένα γεγονός που συμβαίνει, δεν είναι λογοτεχνία, δεν είναι ωραία λόγια και μελοδραματισμοί, δεν είναι κάτι για το οποίο κλαις· δεν είναι συναίσθημα. Στην αγάπη δεν υπάρχει καθόλου συναισθηματισμός. Η αγάπη είναι κατάσταση που ή είσαι μέσα ή δεν είσαι.
Η ζωή είναι ένα πηγάδι απ’ όπου πάμε να πάρουμε νερό με δαχτυλήθρα κι όχι με κουβά. Γιατί πάμε στο πηγάδι με το μυαλό και με κλειστή καρδιά.
Η ζωή είναι μία απέραντη χώρα με τεράστιες πεδιάδες και πανύψηλα βουνά κι εμείς την κάνουμε «δωματιάκι» γκαρσονιέρας. Γιατί παίρνουμε σοβαρά τον εαυτό μας και δεν παίρνουμε σοβαρά τη ζωή.

Καλό μήνα
Π.

red-roses-photo