Ο φίλος μου ο Σκαντζόχοιρος

Σήμερα, λέω να σας πω πώς γνώρισα τον φίλο μου το σκαντζόχοιρο.
Μια μέρα, που είχε πολύ ωραίο καιρό, σκέφτηκα να βάψω  το σπίτι μου. Κάποια στιγμή, κουράστηκα κι είπα να σταματήσω, να ξεκουραστώ λιγάκι. Κατέβηκα κάτω και πήγα να καθίσω σ’ ένα σκαμνάκι.
«Ωstoryteller-looks-downjpg.JPGωωχχ…» έβγαλα μια κραυγή μόλις κάθισα και βρέθηκα πεσμένος στο χώμα.
Γυρίζω στο σκαμνί  και τί να δω!  Ένας σκαντζόχοιρος!  «Τί θες εδώ;» του λέω αγριεμένος.
« Δεν φτάνει πού κάθισες επάνω μου, αγριεύεις κι από πάνω», μου απάντησε ό σκαντζόχοιρος. «Και τι θα πει τι θέλω; Βγήκα να βρω φαΐ για τα παιδιά μου και να κάνω καμιά βόλτα».
«Με συγχωρείς,  που  κάθισα πάνω σου»,  του είπα, «πάμε μαζί βόλτα;» τον ρωτάω.
«Και δεν πάμε», μου λέει ό σκαντζόχοιρος.hedgehog-1.jpg
Αφού κάναμε, λοιπόν, μια μικρή βόλτα, καθίσαμε σ’ ένα ζαχαροπλαστείο για να τον κεράσω κάτι. Εκεί, όμως, που ετοιμαστήκαμε να φάμε το γλυκό μας, να ‘σου ένας κύριος που με ρωτάει αν μπορεί να καθίσει μαζί μου γιατί δεν έχει άλλο άδειο τραπεζάκι, και πριν προλάβω να του πω ότι στην καρέ­κλα ήταν ο σκαντζόχοιρος που δεν τον είχε δει,  εκείνος κάθισε αμέσως και: «Ουάου…»,  άφησε μια κραυγή και πετάχτηκε στον αέρα. Πήρα τον φίλο μου τον σκαντζόχοιρο κι  έφυγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα.
Πήγαμε σ’ ένα πάρκο που ήταν εκεί κοντά και καθίσαμε κι οι δυο σ’ ένα παγκάκι. Είμαστε πολύ στενοχωρημένοι μ’ αυτό πού έγινε και καθόμαστε σκεφτικοί. Κι  εκεί πού καθόμαστε να  ‘σου κι  ένα παιδάκι πού κρατούσε ένα μπαλόνι, κι ερχόταν να κάτσει στο παγκάκι.
«Πρόσεχε παιδί μου» του φωνάζω, «μην πλησιάσεις το σκαντζόχοιρο γιατί μπορεί να σκάσει το μπαλόνι σου και να τρυπη­θείς κι  ο  ίδιος».
Γυρνάω να πω στο σκαντζόχοιρο να προσέχει, αλλά το παγκάκι ήταν άδειο. «Μπα! Πού να πήγε», λέω κι άρχισα να ψάχνω.
Κάποια στιγμή εκεί που έψαχνα, ακούω κλάματα. Κοιτάζω καλύτερα και βλέπω το φίλο μου το σκαντζόχοιρο να κλαίει.
Έγινα μικρός και τον πλησίασα. «Τι έχεις» τον ρωτάω.
«Δεν μ’ αρέσει να κάνω τον κόσμο να πονάει. Τρύπησα εσένα, τρύπησα τον κύριο στο ζαχαροπλαστείο και πριν λίγο σ’ άκουσα να λες στο παιδάκι να προσέχει μην το τρυπήσω.  Δεν αισθάνομαι καλά. Νομίζω πως πρέπει να πάω σε σκαντζοχοιροψυχοαναλυτή. Νοιώθω τρομερές ενοχές γι’ αυτό που είμαι. Θέλω να φανώ χρήσιμος σε κάποια άνθρωπο».
«Ε, λοιπόν, πάμε στη θεια μου την  Ελένη, τη μοδίστρα», του λέω «κι εκεί κάτι μπορεί να καταφέρεις».
Σε λίγο έφτασα στο σπίτι της Θείας μου της Ελένης. «Κοίτα τι σου έφερα», της λέω, κι αφήνω το σκαντζόχοιρο στο τραπέζι.
«Ά, τί ωραία»,  φώναξε εκείνη, «μαξιλαράκι για καρφίτσες». Και πριν προλάβω να της πω ότι δεν είναι μαξιλαράκι για καρφίτσες, αλλά της τον έφερα για μπιμπελό, εκείνη απλώνει το χέρι της στο σκαντζόχοιρο  κρατώντας μια καρφίτσα, και του την μπήγει στην πλάτη. «Ωχ», βάζει μια φωνή ο σκαντζόχοιρος αυτή τη φορά, μόλις ένοιω­σε το τσίμπημα. «Πάμε να φύγουμε από ‘δω.  Είπαμε να φανώ χρήσιμος», μου λέει ό σκαντζόχοιρος, «αλλά όλα έχουν ένα όριο! Όχι κι έτσι! Με βρήκατε μικρό και με παιδεύετε»!
«Έχεις δίκιο», του λέω, «αλλά δεν την πρόλαβα». Σε λίγο βρεθήκαμε καθιστοί στα σκαλάκια του σπιτιού της θείας μου. «Αχ, τί να κάνω τώρα; Θέλω μια φορά να κάνω κάτι για έναν άνθρωπο».
«Έλα», του λέω χαμογελώντας πονηρά, «κάτι σκέφτηκα. Θα πετάξουμε σε μια μακρινή χώρα στις Ινδίες,  κι εκεί θα δεις ότι μπορείς  να είσαι χρήσιμος. Έτσι θα σου φύγουν όλες οι ενοχές που τσίμπησες  ανθρώπους, γιατί αν συνεχίσεις έτσι θα σου πέσουν όλα τα αγκάθια από την πλάτη σου και θα μείνεις… φαλακρός!»

paramithas-petaei-2.jpg

Σε λίγο έφτασα πετώντας στις  Ινδίες, με το σκαντζόχοιρο στην πλάτη μου, και έψαχνα να βρω κανέναν φακίρη, πράγμα που δεν άργησε και πολύ να γίνει.

fakir-1.jpg

«Σας παρακαλώ, κύριε  φακίρη», του λέω, «εσείς που έχετε μάθει να ξαπλώνετε σε κρεβάτια με καρφιά αντί για στρώμα, μήπως μπορείτε να κάνετε σκαμνάκι το φίλο μου τον σκαντζόχοιρο από ‘δω και να κάτσετε  επάνω του;»
«Χα, χα, χα… Σκαμνάκι από σκαντζόχοιρο! Δεν το έχω δοκιμάσει ποτέ αυτό», είπε, κι αμέσως κάθισε με όλο του το βάρος πάνω στον σκαντζόχοιρο.  «Ααααχ… Τι ωραία»!» Έκανε ο φακίρης, σαν να καθόταν πάνω σε μαξιλάρι από πούπουλα, κι ένα χαμόγελο ευτυχίας ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του!
«Είδες» λέω στον σκαντζόχοιρο, «ότι υπάρχουν άνθρωποι πού δεν τους πονάς και τους είσαι και χρήσιμος»;
«Θα μου τον αφήσετε για σκαμνάκι», με ρώτησε με λαχτάρα ο φακίρης.
«Α, όχι», είπα εγώ, «τον περιμένουν η γυναίκα του και τα παιδάκια του». Κι ο φακίρης ανασηκώθηκε λυπημένος. Πήρα τον σκαντζόχοιρο  και φύγαμε. Κι όταν γυρίσαμε πίσω στο σπίτι μου, μου λέει: «Αχ, ξαλάφρωσα. Παραμυθά, είσαι αληθινός φίλος».
Κι  από τότε, ο σκαντζόχοιρος κι  εγώ γίναμε δύο καλοί φίλοι.
Καλό βράδυ.
Π.

«Τα εν οίκω μη εν Δήμω»

Σε μια συζήτηση που είχα πριν δυο μέρες για το blog, μου ειπώθηκε ότι ίσως δεν θα πρέπει να γίνομαι πολύ προσωπικός, όσο γίνομαι μερικές φορές. Κι έτσι, για άλλη μια φορά αναβάλλεται το post   για το γάμο που έχω ετοιμάσει, γιατί θέλω να βάλω κάτι άλλο.
Ένα από τα παλαιότερα posts του blog με τίτλο, «Ωχ! Κά­ποιος φιλάει την κόρη μου στην παραλία!», ήταν και ένα από τα άρθρα που είχα γράψει στο ΤΗΛΕΡΑΜΑ, μετά που παραιτήθηκα από την ΕΡΤ. Όταν πρώτο-δημοσιεύτηκε εκεί τότε, καλοκαίρι του 1987, δημιούργησε – εκτός όλων των άλλων – και μια αντίδραση που δεν την περίμενα. Καθώς περιέγραφε ένα αληθινό περιστατικό, κάποια από τα πιο ηλικιωμένα μέλη της οι­κογένειας το θεώρησαν ανεπίτρεπτο και επισφράγισαν τα όσα είπαν με τη φράση: «Τα εν οίκω μη εν Δήμω». Προσπάθησα να καταλάβω τι τους έθιξε. Ποια παρα­δοσιακή αρχή είχα υπερβεί; Τι μοντέλο οικογένειας είχα σπάσει, και γιατί αυτό θεωρήθηκε κάτι σαν ιεροσυλία;
Τι κρύβεται πίσω α­πό ένα τέτοιο παραδοσιακό μοντέλο οικογένειας; Φροντίδα για την προφύλαξη των μελών της; Από τι; Γιατί αυτή η προ­σπάθεια να παρουσιάζουμε μια ωραιοποιημένη εικόνα προς τα έξω και -το χειρότερο- και προς τα μέσα; Ποιον κοροϊδεύουμε κουκουλώνοντας την αλήθεια;
Τι είναι εκείνο που κάνει δυο ανθρώπους να θεωρούν ντροπή το να μιλήσεις ανοιχτά για την πρώτη εκδήλωση της εφηβείας ενός από τα κορίτσια της οικογένειας; Κι αν συνέβαινε το ίδιο για το αγόρι, θα τους πείραζε;
Το πρώτο που βλέπει κανείς είναι ότι δεν υπάρχει εν­διαφέρον για το ίδιο το γεγονός, αφού στις μεταξύ μας συζητή­σεις σχολιάστηκε με κουτσομπολίστικη, γαργαλιστική διάθεση και γέλια, αλλά για το τι θα πει ο κόσμος. Τι θα πει ο κόσμος για όσα γίνονται σπίτι μας. Που, εντάξει,  γίνονται αλλά πρέπει να τα κρύψουμε. «Τα εν οίκω μη εν Δήμω».
Φτάνοντας σ’ αυτή την παρατήρηση και συνειδητοποι­ώντας ότι με αυτό ακριβώς το μοντέλο έχω ανατραφεί κι εγώ ο ίδιος, άρχισαν να γεννιόνται μέσα μου εικόνες, κάτι σαν τα  flash back του κινηματογράφου, εικόνες από την παιδική μου ηλικία, που είχαν σχέση με ένα μοντέλο οικογένειας σαν αυτό που γέννησε την αντίδραση που σας είπα πιο πάνω. Εικόνες κάπως θολές, ξεθωριασμένες από τα χρό­νια που πέρασαν αλλά με μια ξεκάθαρη γεύση απόκρυ­ψης και ψέματος. Εικόνες, όπου οι μεγάλοι να λένε κάτι που δεν θέλουνε ν’ ακούσουμε εμείς τα παιδιά και μας βγάζουν έξω ή να λένε κάτι που το σταματάνε ένοχα, μόλις μπούμε στο δωμάτιο. Εικόνες μιας μητέρας που χρησιμοποιεί εκατοντάδες φορές την απειλητική φράση: «Μόνο να μην το μάθει ο πατέρας σου», εν αγνοία του φυσικά, αποξενώνοντάς μας έτσι απ’ αυτόν. Μια αποξένωση που δυναμώνει από μία άλλη εικόνα: Εκείνη του πατέρα που λέει στη μητέρα να κάνει κάτι κι ενώ εκείνη συμφωνεί και το δέχεται, όταν μείνει μόνη κάνει ακριβώς το αντίθετο, ζητώντας από εμάς τα παιδιά να μην του πούμε τίποτα, καθώς έτυχε να ‘μαστε μπροστά σ’ αυτή τη σκηνή. Και άλλη μια εικόνα που επαναλαμβάνεται ατέλειωτα: τους  μεγάλους να λένε τη φράση: «Τι θα πει ο κόσμος!»
Και μεγαλώνοντας, ανακαλύπτεις ότι αυτό το, «τι θα πει ο κόσμος» θέλει να δώσει προς τα έξω την εικόνα του «πώς θα θέλαμε να είμαστε» και τού, «πώς θα έπρεπε να είμαστε». Κι αυτό, με τη σειρά του, δημιουργεί ένα ιδανικό που πίσω του αρχίζουμε να τρέχουμε να το πιάσουμε, φεύγοντας όλο και πιο μακριά από κείνο που πραγματικά είμαστε; Μήπως αυτό είναι η αρχή κάθε ψυχολογικής ανισορροπίας· δηλαδή, δυστυ­χίας;
Ένα τέτοιο μοντέλο ανατροφής παιδιών, λοιπόν, που δίνει σημασία στην εικόνα προς τα έξω και δεν επιτρέπει την άνθηση τού «μέσα» δεν θρέφει την υποκρισία; Την υποκρισία που αρχίζει από το άτομο, περνάει στην οικογένεια, α­πλώνεται στην κοινωνία – αφού η κοινωνία είμαστε εμείς κι όχι η αφηρημένη έννοια που νομίζουμε – που σημαίνει ότι τα παιδιά μεγαλώνουν σε μια ατμό­σφαιρα εξαιρετικά βλαβερή για την ψυχή τους. Έτσι όταν  μεγαλώνουμε, έχουμε τόσο διαστρεβλωθεί που τα θεωρούμε όλα αυτά φυσικά και λέμε: «Έτσι είναι η ζωή». Έτσι είναι ή εμείς – γενιές τώρα – την κάναμε έτσι;  Κι αν εμείς την κάναμε, δεν μπορούμε και να την αλλάξουμε; Αρχίζοντας ο καθένας από το σπίτι του; Από την οικογένεια του; Από τον ίδιο; Από μέσα του; Εγκαταλείποντας τη φυγή τού να κυνηγάς κάποιο δανικό απ’ έξω; Μήπως τότε θα έπαυε να υπάρχει η διαφορά ανάμεσα σε «εν οίκω» και σε «εν Δήμω»; Μή­πως τότε θα σταμάταγε η δυ­στυχία που κρύβεται μ’ επιμέλεια πίσω από τους τοίχους τόσων και τόσων σπιτιών; Η οικογενειακή δυστυχία των χαλασμένων γάμων που διαιωνίζονται, των τελειωμένων σχέσεων που είναι νεκρές και καμώνονται ότι δεν είναι, η βία των γονιών, σωματική και λεκτική – μεταξύ τους κι απέναντι στα παιδιά τους;  Μήπως θα παύαμε να θέλουμε να είμαστε ή να γίνουμε κάποιοι, αντί να είμαστε αυτό που είμαστε, ό,τι κι αν είναι αυτό και στα παλιά μας παπούτσια η γνώμη των άλλων;

Γράφοντάς το άκουγα στις ειδήσεις περί «φουσκωτών» των εισπρακτικών εταιριών των Τραπεζών και σκέφτηκα – για να τελειώσουμε με γέλιο απόψε – να κλείσω το post με κάτι πολύ προσωπικό, κλασσικό παράδειγμα του «τα εν οίκω εν Δήμω» ή αλλιώς «τα άπλυτα στη φόρα».
Εδώ και καιρό, έχω βαρέσει κανόνι (σας είχα γράψει τότε ένα post με φωτογραφία αλλά νομίσατε ότι κάνω πλάκα) σε 11 πιστωτικές κάρτες και 3 ανοιχτά δάνεια. Κι επειδή έχω την πολυτέλεια της απίστευτης ελευθερίας να μην είχα ποτέ ούτε να έχω οποιαδήποτε περιουσία, είχα την χαρά να διασκεδάζω με αυτές τις υστερικές κυρίες (ανοργασμικές όπως τις λέει μία φίλη μου – οι άντρες τις λένε αλλιώς), που με έπαιρναν διάφορες ώρες, σε όλα τα τηλέφωνα που είχα εναλλάξ και με απειλούσανε ουρλιάζοντας. Ορίστε μερικοί από τους διαλόγους που είχα:
1.
Κυρία: Ξέρετε καμία Τράπεζα να έχει χάσει ποτέ;
Εγώ: Ναι, τη δική σας, από μένα.
2.
Κυρία: Το ξέρετε ότι όταν πεθάνετε θα κληρονομήσουν τα χρέη σας τα παιδιά σας;
Εγώ: Και τι με νοιάζει εμένα τι θα κάνουν τα παιδιά μου όταν θα έχω πεθάνει;
Κυρία: Α, δεν μπορώ να μιλάω με άνθρωπο που δεν τον νοιάζουν τα παιδιά του;
Εγώ: Γιατί, εγώ σας πήρα τηλέφωνο και σας αναγκάζω να μου μιλάτε;
3.
Κυρία: Πότε σκοπεύετε να επιστρέψετε τα χρήματα που πήρατε;
Εγώ: Δεν σκοπεύω να τα επιστρέψω.
Κυρία: Κι όταν τα παίρνατε ήταν καλά;
Εγώ: Φυσικά!
Κυρία: Και τώρα γιατί δεν τα δίνετε;cannon.jpg
Εγώ: Γιατί δεν έχω λεφτά.
Κυρία: Και είναι δικαιολογία αυτή;
Εγώ: Ξέρετε καμιά καλύτερη;
Κυρία: Και μπορείτε να μου πείτε πώς ζείτε;
Εγώ: Ντύνομαι κάθε βράδυ τραβεστί και κατεβαίνω στη Συγγρού;
Κυρία: Με κοροϊδεύετε;
Εγώ: (Με γέλια) Προφανώς.
Κυρία: (Ουρλιάζοντας) Όταν θα πάτε φυλακή, θα σας κοπεί το γέλιο.
Εγώ: Μπορώ να σας ρωτήσω κάτι;
Κυρία: (Άγρια) Ορίστε.
Εγώ: Η σεξουαλική σας ζωή δεν θα πρέπει να είναι και πολύ πλούσια τελευταία, ε;
Και η κυρία μου το έκλεισε στα μούτρα – με το δίκιο της η κακομοίρα με την παλιοδουλειά που βρήκε να κάνει.

Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ πολύ
Π.

Σαν δυο σταγόνες βροχής

negative018-irfan.jpgΈχω έτοιμο ένα… «σεντονάκι» για τον γάμο, αλλά πήρα ένα e-mail από το κορίτσι που του αφιέρωσα το ποίημα του Καβάφη που μου άλλαξε τα σχέδια. (Και μια και το ανέφερα θα ήθελα να πω ότι, δεν ξέρω πώς το βλέπετε εσείς, αλλά εγώ θεωρώ ότι στο ποίημα το «ΝΑΙ» είναι της καρδιάς και το «ΟΧΙ» του μυαλού). Μετά, λοιπόν, από το e-mail που πήρα σκέφτηκα να μην βάλω για τον γάμο, αλλά κάτι για τον έρωτα. Χα, χα, χα… παντρεμμένοι κι ανύπαντροι το προτιμάτε, ε;
Ψάχνοντας τα συρτάρια μου ανακάλυψα ένα  ξεχασμένο βιβλιαράκι  που μου  είχαν χαρίσει το 1991.Το έχει γράψει ο Δημήτρης Γκαλημανάς,  οι ζωγραφιές είναι της Λένας Μουρλάτου και είναι των ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΑΡΜΟΣ. Είναι ένα παραμύθι που πολύ θα ήθελα  να το  είχα γράψει εγώ. Έχει θέμα μία εξαιρετική ερωτική ιστορία, οι ζωγραφιές μοιάζουν με εκείνες του «ΠΑΡΑΜΥΘΑ» και το κυριότερο, μιλάει για την «εσωτερική» πλευρά του έρωτα: την αναζήτηση της χαμένης ενότητας  με «κάτι άλλο» που ο έρωτας – το πιο κοντινό στην αγάπη, αλλά που δεν είναι αγάπη – παραπλανά ότι  αποκαθιστά αυτή την χαμένη ενότητα. Υπάρχει, όμως, κι ένας έρωτας που έρχεται ακάλεστος, που ελευθερώνει το αντικείμενό του, γίνεται ένα μαζί του κι αυτό το «ένα», επιστρέφει σ’ εκείνο το «κάτι άλλο» και «σβήνει» μέσα σ’ αυτό – όπως οι δύο σταγόνες βροχής του παραμυθιού, που έγιναν ένα για να ενωθούν με το ποτάμι για πάντα.

 

stagones-01.JPG

 stagones-02.JPG

stagones-03.JPG

 stagones-04.JPG

stagones-05.JPG

 stagones-06.JPG

stagones-07.JPG

stagones-08.JPG

stagones-09.JPG

stagones-10.JPG

stagones-11.JPG

 stagones-12.JPG

 stagones-13.JPG

 stagones-14.JPG

 stagones-15.JPG

 stagones-16.JPG

stagones-17.JPG

stagones-18.JPG

CHE FECE… IL GRAN RIFIUTO

Παρόλο που είχα να βάλω κάτι άλλο σήμερα, μου ήρθε αυθόρμητα να βάλω αυτό το ποίημα του Καβάφη – που μοιάζει δυσνόητο αλλά δεν είναι – και γιατί πιστεύω ότι θα σας αρέσει, αλλά και γιατί θέλω να το αφιερώσω σε ένα κορίτσι από σας που κάναμε μια συζήτηση για τον γάμο και τον έρωτα. Ξέρει εκείνη…

Καλό βράδυ.
Σας φιλώ
Π.

01-k-kavafis.jpg
Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος το ‘χει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα
πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησή του.

Ο αρνηθείς δεν μετανιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι – το σωστό – εις όλην την ζωή του.

Me… elephant, you… grousouzes

me-elephant.jpg

Ποιος ήταν ο σκύλος

Ξέρω ότι σας άρεσε πολύ ο σκύλος με τα γυαλιά που έγραφε στο κομπιούτερ και σας παρουσιάστηκε σαν βοηθός μου, αλλά η αλήθεια είναι ότι αυτός ο σκυλάκος ήμουν εγώ! Μάλιστα εγώ. Και δεν είναι καθόλου αστείο. Πρόκειται για έναν αληθινό εφιάλτη που έζησα προχθές. Και τώρα που ηρέμησα θα σας τον διηγηθώ.
n.jpgΈχοντας τελειώσει το ντοκιμαντέρ που σας έχω πει – κι έβαλα και link για όσους θα ‘θελαν να το δουν – κάθισα να σας γράψω ένα σεντόνι, πράγμα που είχα καιρό να το κάνω. Υπήρχαν δυο τρεις ιδέες  που τις σκεφτόμουν όλες τις μέρες που δούλευα. Τελικά διάλεξα μία που έχει σχέση με το γάμο. Είχα φτάσει κάπου στη μέση, όταν ξαφνικά – κλάτς – εμφανίζεται μπροστά μου από το πουθενά… μία φριχτή νύφη!bride-2.jpg
– Ποια είσαι εσύ, τη ρωτάω.
– Η Γαμονεράιδα, μου απαντάει με ύφος δέκα Σταρ  Ελλάς μαζί.
– Δηλαδή;
– Τι, δηλαδή, βρε άθλιε Παραμυθά; Είμαι η Νεράιδα των γάμων. Γυρνάω από γάμο σε γάμο και δίνω την ευχή μου ή την κατάρα μου. Άμα δώσω ευχή στεριώνει ο γάμος, ενώ αν…
– Ευχή το λες εσύ αυτό;
– Ναι, βρε άθλιε Παραμυθά. Νομίζεις ότι όλοι είναι σαν κι εσένα που χάρηκες που σε καταράστηκα κι έκανες δύο γάμους κι αν δεν σ’ έπαιρναν τα χρόνια, θα έκανες και τρίτο και τέταρτο.
– Ναι, γιατί; Εμένα μ’ αρέσει ο γάμος, γι’ αυτό πάνω από τη μισή μου ζωή είμαι παντρεμένος. Αλλά πού με ξέρεις… «κακιοτάτη», όπως φωνάζουν και κάποιο από τα κορίτσια του  blog μου;
– Μμμ… το blog σε μάρανε σκατόγερε!
– Ε, ε… για μάζεψε τη γλώσσα σου. Στο blog μπαίνουνε και παιδιά!
– Θα τα κάνεις σαν τα μούτρα σου κι αυτά, όπως έκανες και τ’ άλλα με την κωλοεκπομπή σου στην τηλεόραση. Από ‘κει σε ξέρω. Μ’ έβαζε κι εμένα η μάνα μου να σε βλέπω με το ζόρι , για να την αφήνω ήσυχη να ράβει τα νυφικά που της παράγγελναν. Για χάρη της μ’ έκαναν Γαμονεράιδα…
– Μου φαίνεται πως ήρθε η ώρα να φωνάξω την Κλοκλό να σε εξαφανίσει, σε βαρέθηκα κι έχω δουλειά.
– Μμμμ… Σιγά τη μάγισσα! Θέλω πέντε σαν κι αυτή στην καθισιά μου. Αλλά κι εγώ σε βαρέθηκα. Ας τελειώνουμε, λοιπόν… Δεν πρόκειται να σε αφήσω να τελειώσεις τις σαχλαμάρες που  γράφεις για τον γάμο ούτε και να γράψεις τίποτα άλλο πια σ’ αυτό το σκατοblog που έχεις κάνει.
– Πω, πω θυμό που έχεις για το blog μου! Ούτε η Vanda δεν έχει θυμώσει τόσο πολύ μ’ αυτό. Και δεν μου λες: πού το ξέρεις ότι γράφω για το γάμο;
– Γιατί, μπρίκια κολλάω; Ή πουλάω γιασεμιά  σε παραλιακά  κεντράκια;
– Ναι, ομολογώ ότι δεν μου θυμίζεις και πολύ το κοριτσάκι με τα σπίρτα.
– Φτάνει η ειρωνεία. Ας τελειώνουμε…
Και μ’ αυτά τα λόγια, σήκωσε ένα μαρκούτσι που κράταγε στο χέρι της – κάτι μεταξύ λαμπάδας και βεγγαλικού – μου ‘στειλε μια «φλασιά» μ’ αυτό κι εξαφανίστηκε όπως είχε έρθει.
storytellerdog-3.jpg– Μη χειρότερα, σκέφτηκα. Άλλο πάλι και τούτο! Τι έχουν να δουν ακόμα τα μάτια μου… και πριν προλάβω να το πω αυτό, πέφτουν τα μάτια μου στα χέρια μου πάνω στο lap top και μετά στην οθόνη όπου καθρεφτιζόταν το πρόσωπό μου και τι να δω! Η Γαμονεράιδα με είχε κάνει σκύλο!!! Το μόνο που είχε απομείνει από μένα ήταν τα γυαλιά  μου!
– Τη βάψαμε, σκέφτηκα. Είδα, όμως, ότι τα δάχτυλα από τα σκυλίσια πόδια μου δούλευαν σαν ανθρώπινα. Πήρα το κινητό μου και τηλεφώνησα στην Κλοκλό για να ‘ρθει να με ξεμαγέψει.
«Ναι…» άκουσα τη φωνή της και πήγα να πω, «Κλοκλό», αλλά το μόνο που κατάφερα ήταν να γαβγίσω!
«Άχου!… Ένα σκυλάκι με πήρε τηλέφωνο», άκουσα την Κλοκλό να λέει. «Τι είναι γλυκούληkloklo-2.jpg μου;» συνέχισε η Κλοκλό, «τι θέλεις από μένα»;
Έκλεισα το τηλέφωνο. Δεν μπορούσα να συνεννοηθώ με την Κλοκλό. Η κατάσταση ήταν απελπιστική! Και τότε καθάρισε το μυαλό μου, καθώς σκέφτηκα ότι δεν υπάρχουν απελπιστικές καταστάσεις, αλλά απελπισμένοι άνθρωποι από τις καταστάσεις. Ήξερα ότι η Κλοκλό έμπαινε μια δυο φορές την ημέρα στο  blog μου. Έβαλα, λοιπόν, το κινητό μου στο απέναντι τραπεζάκι, πάτησα τον χρονοδιακόπτη και μ’ έβγαλα φωτογραφία με τα σκυλίσια ποδαράκια μου στο lap top. Κι ύστερα έγραψα το post που είδατε κι εσείς, γραμμένο από τον δήθεν παραμυθοσκύλο βοηθό μου και το ανέβασα στο blog. Επειδή η Κλοκλό ήξερε ότι δεν έχω ούτε σκύλο ούτε βοηθό, ήμουν σίγουρος ότι θα συνδύαζε το post με τον σκύλο που την πήρε τηλέφωνο και θα ‘ρχόταν να δει τι τρέχει.
Έτσι κι έγινε: πριν περάσει πολύ ώρα, χτύπησε η πόρτα του σπιτιού μου. Έτρεξα, και μ’ έναν πήδο τράβηξα το χερούλι κι άνοιξα την πόρτα. Μόλις με είδε η Κλοκλό, κατάλαβε.
– Παραμυθά!!!… μου λέει.
–  Γαβ, γαβ…  λέω εγώ κι εκείνη, δίχως να χάσει στιγμή, μου δίνει μια με το μαγικό της ραβδάκι στο κεφάλι και… τσουπ, ξανάγινα άνθρωπος!
– Ουφ, ξεφύσηξα με ανακούφιση μόλις στάθηκα στα πόδια μου.
– Μα τι έγινε, με ρώτησε η Κλοκλό. Και σε λίγο, πίνοντας το τσαγάκι μας, της διηγήθηκα όλη την ιστορία. Κι εκείνη, πριν φύγει, έκανε κάτι μαγικά με το ραβδάκι γύρω μου, για να έχω από ‘δω και μπρος προστασία από τις Γαμονεράιδες. Κι έτσι, αύριο μεθαύριο, θα διαβάσετε το post για το γάμο που έγραψα πια με την ησυχία μου και θέλει μόνο ένα μικρό τελικό «χτένισμα».
Καλό ξημέρωμα.
Σας φιλώ.
Π.

Καλό μήνα

storytellerdog-3.jpgΓεια σας παιδιά.
Είμαι βοηθός του Παραμυθά κι επειδή μετά και τη σημερινή προβολή του ντοκιμαντέρ, που σας είπε στο προηγούμενο post, έπεσε τέζα, με παρακάλεσε να σας γράψω εγώ «καλό μήνα», επειδή εκείνος το ξέχασε.
Καλό μήνα λοιπόν.
Σας γλείφω -ω, συγνώμη, άλλο λένε οι άνθρωποι-
Σας φιλώ.
Ο Παραμυθοσκύλος.