Η συνάντηση

Μια φορά κι έναν καιρό, έτσι όπως αρχίζουν όλες οι αληθινές ιστορίες, τότε που ακόμα δεν υπήρχε το internet, σε μια μακρινή χώρα, τη χώρα των Bebenkefals («Μπουμπουνοκέφαλων» στα ελληνικά), ζούσε ένας παππούς που τον έλεγαν Mousiateller («Παραμυθά» στα ελληνικά). Τον έλεγαν έτσι γιατί του άρεσε πολύ να λέει τις περιπέτειές του – που έμοιαζαν με ψέματα – σαν να ήταν παραμύθια. Αυτές τις περιπέτειες, τις ζούσε χάρη σε ένα μαγικό γιλέκο που του είχε χαρίσει μια νεράιδα και που όταν το φορούσε, μπορούσε να μιλάει τη γλώσσα των φυτών, των ζώων και των πραγμάτων και – το σπουδαιότερο – να πετάει!

storytellerelephant.jpg

Τις περιπέτειες αυτές τις ζούσε μαζί με μια φίλη του, τη μάγισσα Clo Clo (Κλειώ Κλωναρίδου στα ελληνικά). Φαίνεται ότι αυτές οι περιπέτειές του άρεσαν πολύ, κι έτσι τον πήραν να τις λέει στην τηλεόραση. Έτσι έφτιαξε μια εκπομπή για παιδιά, που τη λέγαν, «Ο Παραμυθάς». Κάθε Σάββατο απόγευμα στις τέσσερις, για δεκαπέντε λεπτά και για τέσσερα χρόνια, εκατοντάδες – ίσως και χιλιάδες – κοριτσάκια και αγοράκια από τεσσάρων χρονών και πάνω, κάθονταν μπροστά στη τηλεόραση κι έβλεπαν αυτόν τον παππού να τους λέει τις περιπέτειές του. Και θες επειδή οι περιπέτειές του ήταν ψιλοτρελλές, θες επειδή έκρυβαν αλήθεια, αθωότητα και καλοσύνη όπως οι καρδιές των παιδιών, γράφτηκαν για πάντα μέσα στην ψυχή των παιδιών που τις έβλεπαν.
Αυτό φάνηκε πολλά πολλά χρόνια αργότερα, κάπου γύρω στα τριάντα. Τότε πια, η εκπομπή του «Παραμυθά» είχε σταματήσει πολύ καιρό πριν και τα παιδιά που την έβλεπαν είχαν μεγαλώσει και πολλά απ’ αυτά είχαν και δικά τους παιδιά. Φαίνεται, όμως, ότι ακόμα κι αν δεν το ήξεραν, αυτή την εκπομπή την είχαν φυλάξει κάπου βαθιά μέσα στην καρδιά τους. Αυτό φάνηκε όταν με μία ηλεκτρονική ανακάλυψη που λεγόταν internet («διαδίκτυο» στα ελληνικά) ο Παραμυθάς έφτιαξε με το κομπιούτερ του ένα blog («μπλοκάκι» στα ελληνικά). Το ονόμασε Paramithas.gr  («Ελ. Παραμυθάς», στα ελληνικά) και άρχισε να βάζει εκεί μέσα ό,τι του κατέβαινε: παραμύθια, φωτογραφίες, βίντεο, μουσικές τραγούδια – ένα σωρό πράγματα. Αυτό το μπλοκάκι, λοιπόν, έβγαλε στην επιφάνεια, μέσα από την ψυχή των παιδιών που έβλεπαν παλιά την εκπομπή, όλα όσα είχαν νοιώσει τότε. Τόσο που στο τέλος, το μπλοκάκι έγινε κάτι σαν «παιδική χαρά», κάτι που έδινε μεγάλη συγκίνηση και χαρά στον Παραμυθά. Κι εκεί γύρω στον ενάμιση χρόνο που υπήρχε το μπλοκάκι, άρχισαν κάποια από τα παιδιά, να του ζητάνε να βρεθούνε. Μερικά από αυτά άρχισαν να του γράφουν προσωπικά, κάποια άλλα τον συνάντησαν, και τα περισσότερα άρχισαν να ζητάνε να οργανωθεί μια μεγάλη συνάντηση με όλους. Ο Παραμυθάς που ήταν της αρχής ότι, «πάνω από δύο είναι κοσμοπλημμύρα», («two is a crowd», σύμφωνα με ένα τραγούδι του αγαπημένου του Bob Dylan) δεν πολύ-ήθελε μια τέτοια συνάντηση. Όπως επίσης δεν ήθελε να δώσει και κάποια παράσταση σε θέατρο με εισιτήριο όπως του πρότειναν. Αλλά κάποια από τα παιδιά στο μπλοκάκι επέμεναν, δυο τρεις άλλοι που ασχολούνταν επαγγελματικά με οργανώσεις εκδηλώσεων και ο εκδότης των βιβλίων του, ήθελαν να του οργανώσουν εκδηλώσεις για τα τριάντα χρόνια από την πρώτη εκπομπή του, κι έτσι εκείνος για να γλυτώσει από αυτή την πίεση τους προκάλεσε να βάλουν ένα στοίχημα. Τους πρότεινε να πούνε όλοι τους, πόσοι από όσους μπαίνουνε στο μπλοκάκι νομίζουν ότι θα ‘ρθουν σε μια εκδήλωση και να πει κι εκείνος. Αν πετύχει το νούμερο κάποιος από αυτούς θα γίνει η εκδήλωση, αλλά αν το πετύχει ο ίδιος, δεν θα γίνει. Συμφώνησαν να συναντηθούν και να βάλουν το στοίχημα την άλλη μέρα. Οι επαγγελματίες οργανωτές έψαξαν τα επίσημα στατιστικά στοιχεία επισκεψιμότητας του blog κι ο Παραμυθάς ζήτησε από τη φίλη του τη μάγισσα Clo Clo να δει τη μαγική κρυστάλλινη σφαίρα της και να του πει. Όταν συναντήθηκαν την άλλη μέρα, οι επαγγελματίες οργανωτές και ο εκδότης είπαν ότι από τα 88.902 που έχουν μπει για πρώτη φορά στο μπλοκάκι θα έρθει στην εκδήλωση σύμφωνα με τη στατιστική το 3%, δηλαδή κάπου 2.667. Ο Παραμυθάς, που του είχε πει η Clo Clo πόσοι μπορεί να έρθουν, γέλασε πολύ και τους είπε: «Θα πέσετε από τα σύννεφα. Θα έρθουν πάνω από πέντε, αλλά κάτω από δεκαπέντε». «Χιλιάδες;» ρώτησαν οι άλλοι έκπληκτοι. «Τι χιλιάδες καλέ», είπε ο Παραμυθάς, «πέντε… πέντε με δεκαπέντε… μία ή τρεις φορές τα δάχτυλα του ενός χεριού». Οι άλλοι γέλασαν κι έτσι έβαλαν το στοίχημα. Ο Παραμυθάς θα ζητούσε από τα παιδιά που έμπαιναν στο μπλοκάκι να στείλουν ένα άδειο μήνυμα, σαν ένδειξη επιθυμίας συμμετοχής στην εκδήλωση και θα άφηνε αυτό το post («εγγραφή» στα ελληνικά),  χωρίς να το αλλάξει, για να δώσει την ευκαιρία σε όλα τα παιδιά να το δουν. Έτσι κι έγινε. Μπήκε το post στις επτά το βράδυ, και την τέταρτη ημέρα πάλι στις επτά το βράδυ, μαζεύτηκαν όλοι για να δουν τα αποτελέσματα. Τα μηνύματα που δήλωναν συμμετοχή (κενά ή με δυο λόγια) ήταν έντεκα. Ο Παραμυθάς είχε κερδίσει το στοίχημα. Η ειδικά οργανωμένη εκδήλωση για μια τέτοια συνάντηση ΔΕΝ θα γινόταν. Όταν έφυγαν όλοι κι ο Παραμυθάς έμεινε μόνος του, χαμογέλασε ευχαριστημένος. Εκείνος ήξερε ότι κάποιο από τα παιδιά είχε προτείνει να βρεθούν σε ένα σπίτι. Κι έτσι θα γινόταν αφού ήταν κάτω από δεκαπέντε. Χαμογέλασε, όμως, και πονηρά, γιατί είχε έρθει η ώρα να κάνει τη σκανδαλιά του. Θα συναντιόταν με τα έντεκα παιδιά με ένα μαγικό που του είχε μάθει η  Clo Clo και θα τους πήγαινε πετώντας να δούνε – τον δωδέκατο που ήθελε αλλά δεν μπορούσε να ‘ρθει – τον Γιάννη στη Νέα Υόρκη και τη δέκατη Τρίτη, τη γάτα του, που ήθελε να μιλήσει στον Παραμυθά, από τότε που τον είχε δει στο κομπιούτερ του Γιάννη με το  SKYPE («ουρανάτο» στα ελληνικά).Μια και δυο, λοιπόν, ο Παραμυθάς, στέλνει το μαγικό μήνυμα στα έντεκα παιδιά όχι μέσω internet, αλλά μέσω heartnet  («καρδιοδύχτιο» στα ελληνικά): Θα περνούσε το επόμενο βράδυ πάνω από τα σπίτια τους πετώντας, θα τους έλεγε τη μαγική λέξη που θα τους σήκωνε στον αέρα κι όλοι μαζί θα πηγαίνανε στη Νέα Υόρκη, στο σπίτι του Γιάννη. Τους είπε, όμως, να φοράνε κάτι ζεστό και κανένα κράνος, γιατί όταν πετάς στον ουρανό, δεν ξέρεις ποτέ τι μπορεί να σου πέσει στο κεφάλι.

flying-11-children.jpg

Κι έτσι, το άλλο βράδυ, αργά για να μην τα πάρουν χαμπάρι τα έντεκα παιδιά, αλλά και να ‘ναι μέρα στη Νέα Υόρκη, ξεκίνησαν όλοι μαζί πετώντας. Το θέαμα από εκεί ψηλά ήταν μαγευτικό και τα παιδιά είχαν ξετρελαθεί!

 

moon-boy-2.jpg

 

 

Αλλά δεν ήταν μόνο το θέαμα μαγευτικό, είχαν και κάτι απίστευτες συναντήσεις! Πέρflying_stork_cartoon.jpgασαν μπροστά από το φεγγαρόπαιδο που γούρλωσε τα μάτια του όταν τους είδε να πετούν κοντά του και σταμάτησε να διαβάζει το βιβλίο του.
Διασταυρώθηκαν με ένα πελαργό που πέρασε κουβαλώντας ένα αγοράκι για να το πάει σε κάποια Κλινική στη γη όπου το περίμενε η μανούλα του, από στιγμή σε στιγμή, για να το γεννήσει.

Είχαν ένα σωρό απίστευτες συναντήσεις, μα η πιο εντυπωσιακή από όλες ήταν εκείνη με τις δυο ψυχές, που πέρασαν αέρινα από κοντά τους κρατώντας η μια την άλλη από το χέρι! Έμοιαζαν κάπως σαν είναι ένα αγόρι κι ένα κοριτσάκι…

2-souls.jpg

Το τι χαρές έκανε ο Γιάννης όταν τους είδε να μπαίνουν από το παράθυρο πετώντας δεν λέγεται. Αλλά πιο πολύ χάρηκε η γάτα του Γιάννη, που όταν κατάλαβε ότι ο Παραμυθάς μπορούσε να μιλάει με τα ζώα, του είπε τον πόνο της. Είχε ερωτευτεί έναν άσπρο παχουλό γάτο με υπέροχα μουστάκια, που ερχόταν στο παράθυρό της, αλλά ο Γιάννης – που δεν καταλάβαινε τη γλώσσα τους και δεν ήξερε πόσο είχαν ερωτευτεί – τον έδιωξε και δεν την άφηνε να βγει στο παράθυρο. Ήταν απελπισμένη και παρακάλεσε τον Παραμυθά να πει στον Γιάννη να την αφήσει να δει τον αγαπημένο της.
Αφού όλοι πέρασαν σαν πραγματικά χαρούμενα παιδιά τη μέρα, άρχιζε να πέφτει το φως κι ο Παραμυθάς τους είπε ότι έπρεπε να φύγουν γιατί πίσω στα σπίτια τους είχε αρχίσει να ξημερώνει κι έπρεπε να πάνε στα κρεβάτια τους πριν τους πάρει χαμπάρι κανείς ότι λείπουν. Έτσι, χαιρέτησαν τον Γιάννη και τη γάτα του κι έφυγαν – όπως είχαν έρθει – από το παράθυρο πετώντας.
Και καθώς πετούσαν πίσω, για να περάσει η ώρα, ο Παραμυθάς άρχισε να τους λέει ένα παραμύθι: «Μια φορά κι έναν καιρό, έτσι όπως αρχίζουν όλες οι αληθινές ιστορίες, τότε που ακόμα δεν υπήρχε το internet, σε μια μακρινή χώρα, τη χώρα των Bebenkefals («Μπουμπουνοκέφαλων» στα ελληνικά), ζούσε ένας παππούς που τον έλεγαν Mousiateller («Παραμυθά» στα ελληνικά). Τον έλεγαν έτσι γιατί του άρεσε πολύ να λέει τις περιπέτειές του – που έμοιαζαν με ψέματα – σαν να ήταν παραμύθια. Αυτές τις περιπέτειες, τις ζούσε χάρη σε ένα μαγικό γιλέκο που του είχε χαρίσει μια νεράιδα και που όταν το φορούσε, μπορούσε να μιλάει τη γλώσσα των φυτών, των ζώων και των πραγμάτων και – το σπουδαιότερο – να πετάει!»…

   Καληνύχτα.
Νίκος Πιλάβιος

Έπεσα απ’ τα σύννεφα!

stortel3a.jpgΣήμερα είχα μια συζήτηση με κάποιο φίλο, για τη συνάντηση που λέμε να κάνουμε.  Κάποια στιγμή ρώτησα κάτι πολύ απλό: «Πόσοι λες να είναι εκείνοι που θέλουνε, αλλά και μπορούνε να βρεθούμε»; Ο άνθρωπος με τον οποίο συζητούσα το θέμα μου είπε ότι με μέτριους υπολογισμούς, πρέπει – στατιστικά – να είναι το 3% των computers της κατηγορίας unique που αναφέρονται στο σύστημα MINT, με το οποίο μετράμε την επισκεψιμότητα του blog.
Μπήκα, λοιπόν, αμέσως σ’ αυτό και είδα ότι εκείνη τη στιγμή τα κομπιούτερς είχαν φτάσει τα 88.902! Έκανα το λογαριασμό και είδα ότι το 3%  είναι 2.667 και κάτι ψηλά.
«Χα, χα, χα… Ε, μην τρελλαθούμε τώρα…» είπα γελώντας στον φίλο που φροντίζει για τη συνάντηση. «Τότε θα πρέπει να πάμε σε κάποιο από τα Ολυμπιακά κτίρια. Αλλά μια τέτοια συνάντηση δεν θα είχε κανένα νόημα για κανένα. Εγώ ούτε σε τραπέζια γάμων δεν πάω γιατί τα θεωρώ μαζικά, φαντάσου κάτι τέτοιο».
Από τη συζήτηση που ακολούθησε κατάλαβα ότι μέχρι τώρα, άλλο είχα εγώ στο νου μου και άλλο οι υπόλοιποι. Εγώ είχα στο νου μου κάτι πιο απλό και ανθρώπινο. Δεν θέλω να κάνω «θεατρική παράσταση». Αυτό μου το έχουν προτείνει ως κάτι επαγγελματικό για τις γιορτές, αλλά όχι και μεταξύ μας! Προσωπικά το έβλεπα κάπως όπως το βλέπει και η ATHINOVIO που σε κάποιο σχόλιο προτείνει να βρεθούμε στο σπίτι της ή κάπως πιο οργανωμένα όπως είχε γίνει πέρσι στον ΙΑΝΟ.
Λοιπόν, για να μη σας πρήζω άλλο, συμφώνησα με το φίλο που συζητάγαμε να σας παρακαλέσω – παρόλο που ούτε κι αυτό μου αρέσει πολύ – να στείλετε ένα άδειο (αν σας κάνει κέφι, βέβαια,  γράψτε κάτι ) e-mail απ’ ευθείας στη διεύθυνσή μου: np[παπάκι]paramithas[τελεία]gr  Αν δεν σας κάνει κόπο όσοι δεν είστε από την Αθήνα, γράψτε μόνο την πόλη σας.
Καλό βράδυ.
Π.
Υ.Γ. Ο τίτλος του post είναι άσχετος με το θέμα, αλλά ταιριάζει με αυτή τη φωτογραφία μου που βρήκα, όπου πέφτω με αλεξίπτωτο και ήθελα να τη βάλω εδώ!

Ποια παγκόσμια ημέρα γιορτάζουμε σήμερα;

stortellerthinking.jpgΘυμάστε βρε παιδιά, που σας είχα βάλει ένα post για τις ημέρες που γιορτάζονται Παγκόσμια. Κάποια τέτοια είναι σήμερα, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ… Ποια είναι ρε γαμώτο;
Καλή εβδομάδα

Π.

«Γιατί, μπαμπά, θυμώνω με τον εαυτό μου όταν δεν κάνω κάτι καλά;»

paramithas-heretaei.jpgΕίχα σκεφτεί να βάλω αυτό το «σεντόνι» από Δευτέρα, αλλά «λυπήθηκα» το Γιάννη που μου ζητησε με το σχόλιό του να το βάλω αμέσως γιατί δεν αντέχει άλλο τη δημοσιότητα.

Θέλοντας, λοιπόν, να γράψω κάτι για το θυμό, έψαχνα πράγματα που είχα γράψει παλιότερα, κι ανακάλυψα ένα κείμενο με διάφορες σημειώσεις από όσα είχα πει στην κόρη μου – πολλά χρόνια πριν, στα δεκαπέντε της – ύστερα από την ερώτηση που μου έκανε:  «Γιατί, μπαμπά,  θυμώνω με τον εαυτό μου όταν δεν κάνω κάτι καλά;» Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι την ίδια ερώτηση μου την κάνετε σήμερα εσείς, βάζοντας στο «μπαμπά» ό,τι θέλετε: «Παραμυθά»,  «παππού», «φιλαράκι μου» κ.λπ.
Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι την κάνετε. Κατ’ αρχήν θα ήθελα να σας ρωτήσω: Έχετε προσέξει ότι  όταν μας κάνουν κάποια παρατήρηση, θυμώνουμε – κατά κανόνα – επειδή έχουν δίκιο γι’ αυτό που μας λένε; Στην ουσία, δηλαδή, θυμώνουμε με τον εαυτό μας. Αλλά γιατί; Επειδή, βασικά, έχουμε μια εικόνα για το πώς θα έπρεπε να είμαστε. Ακούστε την ερώτηση, λίγο αλλαγμένη: «Γιατί θυμώνω με τον εαυτό μου όταν δεν κάνω κάτι καλά, όπως θα ήταν το ιδανικό να κάνω;». Με άλλα λόγια, γιατί δεν ακολουθώ στην πράξη τα ιδανικά μου;
Τώρα αυτό θα ακουστεί πολύ βαρύ, αλλά μήπως θα ήταν πιο απλό, αν δεν είχαμε καθόλου ιδανικά; Αν δεν έχεις μια ιδανική εικόνα του τι θα έπρεπε να είσαι ή τι να κάνεις, θα υπήρχε  κανένας λόγος να θυμώνεις με τον εαυτό σου; Οπότε, χωρίς την ύπαρξη του ιδανικού γιατί θα είχες ευγένεια, καλοσύνη, γενναιοδωρία, αποφασιστικότητα, τόλμη, θάρρος, και λοιπά;  Αν μπορέσεις ν’ ανακαλύψεις το γιατί, έχοντας απελευθερωθεί από κάθε ιδανικό του πώς πρέπει να είναι κανείς ή να προσπαθήσει να γίνει, να φτάσει να ακολουθήσει ή να πετύχει, τότε ίσως να γεννιόταν μια συμπεριφορά εντελώς αλλιώτικη.
Γιατί, λοιπόν, έχουμε ιδανικά; Πρώτα απ’ όλα, επειδή από πάντα όλοι μας λένε από μικρά παιδιά ότι αν δεν έχουμε ιδανικά θα είμαστε άχρηστοι άνθρωποι.  Η κάθε κοινωνία, ασχέτως με το τι κοινωνικοπολιτικό ή θρησκευτικό μοντέλο ακολουθεί, θεωρεί ότι αυτό που ακολουθεί εκείνη είναι το ιδανικό,  κι εμείς που ζούμε μέσα σ’ αυτή την κοινωνία προσπαθούμε να ζούμε σύμφωνα με αυτό, έτσι δεν είναι; Τώρα:  πριν αρχίσει να ζει κανείς σύμφωνα με κάποιο ιδανικό, δεν θα έπρεπε πρώτα ν’ ανακαλύψει αν χρειάζεται ή όχι να έχεις ιδανικά; Σίγουρα, αυτό θα είχε πολύ μεγαλύτερη σημασία για τη ζωή του από την τυφλή υπακοή και υποταγή σε αυτό που του λένε οι άλλοι, ότι πρέπει να πιστέψει, να ακολουθήσει. Αλλά μεγαλώνοντας γεμίζουμε όχι μόνο από ένα σωρό ιδανικά που μας επιβάλει το περιβάλλον όπου ζούμε, αλλά και από εκείνα που οι ίδιοι επινοούμε για τον εαυτό μας. Κι έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί το…  ιδανικό είναι να έχετε ιδανικά; Προσωπικά νομίζω, επειδή φοβόσαστε να είσαστε αυτό που είστε.
Και φοβόσαστε να είσαστε αυτό που είστε, σημαίνει ότι δεν έχετε εμπιστοσύνη στον εαυτό σας. Γι’ αυτό το λόγο, προσπαθείτε να γίνετε εκείνο που σας λέγανε από μικροί οι γονείς σας, το σχολείο σας, η κοινωνία, οι γονείς σας, η θρησκεία σας, ότι θα έπρεπε να είστε.
Τώρα: Άντε κάποτε ήσουν μικρός και ρούφαγες ανεξέλεγκτα ό,τι σου λέγανε. Αλλά όντας πια μεγάλος, γιατί να φοβάσαι να είσαι αυτό που είσαι, που όταν σου ξεφεύγει καμιά φορά και είσαι κάνεις κι ενοχές; Γιατί, λοιπόν, όντας ενήλικας πια κανείς, δεν ξεκινάει άφοβα να ανακαλύψει εκείνο που αληθινά είναι κι όχι να συνεχίζει να προσπαθεί να είναι εκείνο που του έχωσαν στο κεφάλι ότι θα έπρεπε να είναι; Αν δεν κατανοήσεις βαθιά αυτό που είσαι και απλώς προσπαθείς να το κάνεις να γίνει κάτι που νομίζεις ότι θα έπρεπε να είσαι, τότε δεν ζεις μια αληθινή, ισορροπημένη, υγιεινή  και δημιουργική ζωή.
Οπότε πετάξτε τα όλα τα ιδανικά. Ξέρω ότι αυτό δεν θα το ήθελε καμία εξουσία· δεν θα το ήθελαν οι κάθε είδους ηγέτες: πολιτικοί, θρησκευτικοί, «φιλοσοφικοί», στρατιωτικοί, «πνευματικοί», αλλά κυρίως οι οικονομικοί, που κρατάνε τον πλούτο συγκεντρωμένο σε λίγα χέρια και δίνουν γι’ αντάλλαγμα ιδανικά. (Όχι, μην πάει ο νους σας πουθενά: κι ο κομμουνισμός είναι – ή μάλλον υπήρξε – εξ ίσου ιδανικό από την πίσω πόρτα). Πετάξτε τα όλα τα ιδανικά, ρίξτε τα στο ποτάμι, στο καλάθι των αχρήστων και ξεκινήστε με αυτό που είσαστε. Για να πάει κανείς μακριά ξεκινάει από κοντά. Χρησιμοποιήστε το νου σας για να ψάξετε να δείτε τι είναι αυτό που θέλετε και τι αληθινά είστε, βαθιά μέσα σας. Χρησιμοποιήστε το νου σας για να βρείτε τι πραγματικά κρύβεται σ’ αυτά, αλλά όχι σύμφωνα με τα ιδανικά σας. Χρησιμοποιείστε το νου σας για ν’ ανακαλύψετε γιατί δεν θέλετε όσα δεν θέλετε με την καρδιά σας. Χρησιμοποιείστε το νου σας για να βρείτε τι θέλετε αληθινά να κάνετε στη ζωή σας – τι θέλετε να κάνετε εσείς, όχι τι σας λένε να κάνετε η κοινωνία, η θρησκεία, η πολιτική και κάποια προσωπικά σας ιδανικά. Αν δώσετε όλο σας το είναι σ’ αυτή την έρευνα, τότε θα κάνετε κάτι αληθινά επαναστατικό· τότε θα έχετε την αυτοπεποίθηση να δημιουργήσετε, να δεχτείτε εκείνο που είσαστε και που σ’ αυτό θα βρείτε μια ενέργεια που θ’ ανανεώνεται διαρκώς. Αλλά κάνοντας το αντίθετο θα σπαταλάτε την ενέργειά σας, προσπαθώντας να γίνετε κάτι άλλο από αυτό που είστε, να γίνετε «κάποιος» ή «κάποια» που λένε.
Δεν το βλέπετε από μόνοι σας ότι είναι πραγματικά εκπληκτικό πράγμα, να μην φοβάσαι να είσαι αυτό που είσαι; Γιατί η ομορφιά υπάρχει σ’ αυτό που είσαι κι όχι σ’ εκείνο που νομίζεις ο ίδιος ή σου λένε οι άλλοι ότι θα ‘πρεπε να είσαι. Αν δεις ότι είσαι αδύναμος ή ότι είσαι ανόητος και κατανοήσεις την αδυναμία σου ή έρθεις πρόσωπο με πρόσωπο με την ανοησία σου, χωρίς να προσπαθήσεις να την αλλάξεις σε κάτι άλλο, τότε σ’ αυτό το στάδιο θα δεις ότι υπάρχει τρομερό ξαλάφρωμα, μεγάλη ομορφιά και μεγάλη νοημοσύνη. Και μετά αρχίζει ένα ταξίδι μέσα σου, που είναι πολύ μακρινό, ίσως και χωρίς τέλος.
Καλό βράδυ.
Π.
Υ.Γ. Χα, χα, χα… Άλλο ένα τέτοιο να γράψω και δεν θα έχουν μείνει ούτε οι μισοί για τη συνάντηση που λέγαμε… Άσε που μπορεί να μας κλείσουν και «το μαγαζί»… Χα, χα, χα…

Τι είναι θαύμα;

jh03.jpg

Είναι ωραίο να έχει κανείς πρόγραμμα στη ζωή, μόνο και μόνο για να έχει τη χαρά να το ανατρέπει. Και σήμερα πήρα μεγάλη χαρά από την ανατροπή που έγινε. Ήμουν έτοιμος να βάλω ένα «σεντόνι» για το θυμό, όπως σας είχα πει, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Γιάννης από τη Νέα Υόρκη! Κι όπως είχαμε συννενοηθεί πριν λίγες μέρες, είχαμε «κατεβάσει» κι οι δύο το SKYPE και με κάμερες, μικρόφωνα και μεγάφωνα πιάσαμε κουβέντα βλέποντας ο ένας τον άλλον. Ξέρετε, έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε το θαύμα κάτι το μεταφυσικό. Όμως, το μεταφυσικό είναι απλώς jh02.jpgκάτι που δεν έχει εξηγηθεί ακόμα. Όπως ξέρετε, η  ίδια η λέξη δεν σημαίνει τίποτα τρομερό. Ανήκει στον Αριστοτέλη επειδή βγαίνει από την οναμασία που έδωσε στο βιβλίο με αυτά τα θέματα και που το έγραψε  μετά το βιβλίο του που λεγόταν,»ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ». Δεν εύρισκε κανένα όνομα για αυτό το βιβλίο κι έτσι το είπε, «ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΥΣΙΚΑ».
Τι είναι θαύμα λοιπόν; Θαύμα είναι ας πούμε, ένα παιδάκι 4 χρονών στην Καλαμάτα, να βλέπει στην τηλεόραση ένα παππού που λέει παραμύθια κι έχει κι ένα μαγικό γιλέκο που όταν το φοράει πετάει: τον «Παραμυθά». Κι αυτό το αγοράκι όταν μεγαλώνει να ξενητεύται στην Αμερική και μια μέρα, τριάντα χρόνια μετά, στα 34 του, να μιλάει ζωντανά με τον «Παραμυθά» – ο ένας στην Αθήνα κι ο άλλος στη Νέα Υόρκη – μέσα από τα κομπιούτερ τους, βλέποντας ο ένας τον άλλο στην οθόνη του, και το αγοράκι του 1978, να λέει – κοτζάμ άντρας πια –  «χα, χα, χα… βλέπω τον Παραμυθά»! Αυτό είναι ένα θαύμα. Κάτι «μεταφυσικό» όμως για εξήντα ένα χρόνια πριν, τότε που εγώ ήμουν 4 χρονών. Και είναι ένα θαύμα που σου φέρνει δάκρυα στα μάτια…
Στις φωτογραφίες – άλλο θαύμα το πώς τις βγάζεις καθώς μιλάς – ο Γιάννης στο σπίτι του στη Νέα Υόρκη και η γάτα του. Ελπίζω να με συγχωρέσει που τις έβαλα χωρίς να τον έχω ρωτήσει.
Καλό ξημέρωμα σε σας, καλό βράδυ στο Γιάννη.
Σας φιλώ γλυκά.
Ο Παραμυθάς

«Η γνώση που είναι αρετή δεν ανήκει σε κανέναν»

Χθες έμαθα μια ιστορία για τον Άλντους Χάξλεϋ που μου άρεσε πολύ κι είπα να τη μεταφέρω σήμερα εδώ με δικά μου λόγια.
Καλό ξημέρωμα
.
Π.

aldous-sitting-2.jpgΟ Άλντους Χάξλεϋ είχε μια τεράστια βιβλιοθήκη – συλλογή μιας ολόκληρης ζωής. Σ’ αυτή τη συλλογή υπήρχαν μερικά από τα πιο σπάνια βιβλία στον κόσμο. Και μια μέρα το σπίτι του έπιασε φωτιά. Όλη η βιβλιοθήκη έγινε στάχτη.  Έγιναν στάχτη όχι μόνο όλα τα βιβλία του, αλλά και πολλά πολύτιμα μεσαιωνικά χειρόγραφα, σπάνια κομμάτια τέχνης, αγάλματα και πίνακες.  Από όλα αυτά δεν είχε μείνει απολύτως τίποτα. Αυτός ο μεγάλος συλλέκτης όμορφων αντικειμένων, την ώρα της φωτιάς στεκόταν μπροστά στις φλόγες, μη μπορώντας να κάνει τίποτα.
Ένας γείτονας, όταν πια είχε σβήσει η φωτιά, τον πλησίασε και του είπε: «Θα πρέπει να είστε τρομερά λυπημένος». Κι εκείνος απάντησε:«Είμαι κατάπληκτος με ό,τι νοιώθω μέσα μου! Νοιώθω απλώς τρομερά καθαρός και σαν να έχει φύγει ένα μεγάλο βάρος από πάνω μου. Κι εγώ ο ίδιος είμαι έκπληκτος γιατί πάντα νόμιζα ότι αν πάθαινε τίποτα η βιβλιοθήκη μου, θα ένοιωθα φοβερά δυστυχισμένος κι ότι για χρόνια δεν θα μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου τα βιβλία μου και όλα αυτά που έχω μαζέψει. Και ξαφνικά βλέποντάς τα όλα να έχουν γίνει στάχτη, νοιώθω ξαλαφρωμένος, ανάλαφρος και καθαρός. Ο σοφός Σωκράτης είχε πει: «Η γνώση είναι αρετή, αλλά δεν σου ανήκει»…».

Έχετε δίκιο…

storyteller-himself.jpgΈχετε δίκιο. Έχω ξεχάσει να σας πω τι γίνεται για όλα όσα λέγαμε και κυρίως για τη συνάντησή μας. Μου το θύμισε μ’ ένα από τα σχόλιά της η «ΑΡΙΣΤΗ», η φίλη του άλλου κοριτσιού της Παιδικής Χαράς, της θυμωμένης VANDA. Λοιπόν:

– Τα 4 βιβλία που ετοιμάζονται να βγουν από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΑΞΙΔΕΥΤΗ – όπως σας είχα πει –  τα ετοίμασα μέσα στο καλοκαίρι, αλλά έχουν κολλήσει στα οικονομικά τής εικονογράφησής τους. Μέσα στην εβδομάδα, όμως, που μας έρχεται θα λυθεί το θέμα.
– Η εκπομπή με 26 καινούργια επεισόδια του ΠΑΡΑΜΥΘΑ που πρότεινα στην ΨΗΦΙΑΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ της Ε.Ρ.Τ. έχει εγκριθεί , αλλά έχει κολλήσει στο ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ (Κοινωνία της Πληροφορίας) γιατί υπάρχει κάποιο πρόβλημα στον τρόπο διαχείρισης των χρημάτων (Ελεγκτικό Συνέδριο) επειδή είναι από την ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ. Αυτό δεν ξέρω πότε ακριβώς θα λυθεί, αλλά ελπίζω μέσα στο μήνα.
– Το webtv κανάλι που θέλω να κάνω, το «Paramithas.TV» έχει σχεδιαστεί· έχουμε αγοράσει το όνομα· έχουν γίνει οι προσφορές των  μηχανημάτων παραγωγής, επεξεργασίας και ιντερνετικής μετάδοσης και ψάχνω για χορηγούς και ανθρώπους που θα αναλάβουν τη διαφήμιση.  (Σ’ αυτό εδώ κάθε ιδέα και κάθε βοήθεια δεκτή). Χρονικά, όλο το θέμα μπορεί να λυθεί από αύριο το πρωί έως ποτέ, αν και το «ποτέ» δεν νομίζω ότι παίζει.
– Άφησα τελευταίο το θέμα της συνάντησής μας. Όλο αυτό τον καιρό εκείνο που θέλω να κάνω είναι να γίνει η συνάντηση χωρίς να χρειαστεί να πληρώσει κανείς τίποτα. Όπως ξέρετε πια, εδώ και 19 μήνες που υπάρχει το blog, ούτε τα βιβλία μου και τα DVD που ήδη υπάρχουν δεν θέλω να πουλήσω μέσα απ’ αυτό. Έτσι αποκλείστηκε κάθε περίπτωση νοικιάσματος χώρου με εισιτήριο που θα κάλυπτε τα έξοδα. Συγνώμη για την αυτοπεποίθηση, αλλά μου έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι χρειάζεται κάποιος χώρος για να βρεθούμε όλοι μαζί. Τελικά ανάμεσά σας, υπάρχουν κάποια παιδιά που είτε δουλεύουν σε εταιρία προβολής είτε έχουν δική τους, που μου έγραψαν και ήρθαμε σε επαφή. Εδώ φαίνεται ότι πάνε καλά τα πράγματα. Μια ημερομηνία που παίζει για την πρώτη συνάντηση, είναι η 11 Δεκεμβρίου (Η Ημέρα του Παιδιού) και για τη δεύτερη η 2 Απριλίου (Η Ημέρα του Παιδικού Βιβλίου) και παίζουν και κάποιες άλλες στη Θεσσαλονίκη. Από την εβδομάδα που μας έρχεται, θα αναζητηθούν χορηγοί ώστε να μην χρειαστεί να πληρώσει κανένας τίποτα.
Το πιο σίγουρο από όλα τα παραπάνω σχέδια είναι η συνάντησή μας, ακόμα κι αν καταλήξουμε να ερχόσαστε να πίνουμε τσάι ή καφέ, λίγοι λίγοι (αν είστε πολλοί που θέλετε να βρεθούμε) στο γραφείο  ή στο σπίτι μου.
Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ πολύ.
Π.

Το λιοντάρι που δεν ήθελε να το φοβούνται.

lion-cartoobn.pngΜια φορά ένα λιοντάρι πήγε και βρήκε ένα σοφό δάσκαλο για να τον ρωτήσει τι να κάνει για να μην τον φοβούνται τα άλλα ζώα και να γίνουν φίλοι του.
«Και γιατί σε φοβούνται; Μήπως φταις εσύ», ρώτησε ο σοφός δάσκαλος.
«Ε… να… ίσως… ναι…» είπε το λιοντάρι κατεβάζοντας το κεφάλι και συνέχισε: «Ε, να με φοβούνται γιατί, τι να κάνω κι εγώ, όλο και τρώω κάποιο ζώο για να χορτάσω την πείνα μου. Αλλά δεν θέλω πια να με φοβούνται».
«Πάψε, λοιπόν, να τρως τα άλλα ζώα και βρες κάτι άλλο να χορταίνεις την πείνα σου», είπε ο δάσκαλος στον λιοντάρι.
Εκείνο τον ευχαρίστησε και του είπε ότι μετά από κάνα μήνα θα γύρναγε να του πει τι έγινε.
Πράγματι, ύστερα από ένα μήνα το λιοντάρι γύρισε να δει τον σοφό δάσκαλο. Αλλά είχε τα κακά του χαλιά. Το ένα μάτι ήταν τουμπανισμένο, τα μπροστινά δόντια του ήταν σπασμένα, ή πλάτη του ήταν γεμάτη γδαρσίματα και αίματα, η ουρά του κρεμόταν σπασμένη και κούτσαινε.
«Τι έπαθες», ρωτάει ο δάσκαλος μόλις το βλέπει.
«Αχ, με έχουν σπάσει όλα τα ζώα στο ξύλο. Μέχρι και τα κουνέλια μου ξεριζώνουν της τρίχες, από τη στιγμή που έπαψα να τα τρώω όπως μου είπες για να μη με φοβούνται,  όπως μου είπες».
«Εγώ σου είπα να μην τρως τα άλλα ζώα, αλλά όχι και να μην μουγκρίζεις όταν χρειάζεται», απάντησε ο σοφός δάσκαλος.

paramithas-heretaei.jpg

Η κυρία Σπουργίτι και ο πίθηκος

Είχα ετοιμάσει ένα «σεντόνι» για το θυμό, αλλά έτσι, για το «καλή εβδομάδα», σας έφτιαξα ένα … παραμυθάκι. Κανονικό παραμυθάκι, όχι περιπέτειά μου.
Πολλά φιλιά.
Ο Παραμυθάς.

Ένα ζευγάρι σπουργίτια, ήρθε κι έφτιαξε τη φωλιά του στο κλαδί ενός μεγάλου δέντρου και ζούσε εκεί ευτυχισμένα. Σύντομα τέλειωσε το καλοκαίρι και άρχισαν τα πρώτα φθινοπωρινά πρωτοβρόχια. Και τα βράδια, έπιαναν συχνά κάτι ξαφνικά δυνατά βοριαδάκια, που έκαναν το κρύο ανυπόφορο.  Ένα από αυτά τα βροχερά και κρύα βράδια, ήρθε να βρει καταφύγιο κάτω από τα κλαριά του δέντρου ένας πίθηκος, που ήταν μούσκεμα από τη βροχή και έτρεμε από το κρύο.

sparrow-1.jpgΒλέποντας την κατάσταση του πίθηκου η κυρία Σπουργίτι, του είπε: «Μα αγαπητέ μου κύριε, έχοντας χέρια και πόδια που σας κάνουν να μοιάζετε με άνθρωπο, γιατί δεν χτίζετε ένα σπιτάκι αντί να τρέχετε κάτω από τα δέντρα»;
Ο πίθηκος, θυμωμένος από τη συμβουλή που δεν ζήτησε να του δώσουν, της φώναξε: «Κι εσύ βρεmonkey2.jpg ανόητη, γιατί δεν το βουλώνεις και να μην φυτρώνεις εκεί που δεν σε σπέρνουνε»; Κι ύστερα μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του: «Κοίτα θράσος! Αυτό το απολειφάδι της φύσης έχει την αναίδεια να με συμβουλεύει. Μ’ έχει κάνει περίγελο με την άχρηστη φλυαρία της. Πρέπει να της δώσω ένα μάθημα. Μμμ… Και γιατί να μην της χαλάσω τη φωλιά της, να γίνει μούσκεμα»;

Και γυρνώντας προς τη σπουργιτίνα ο πίθηκος της είπε: «Δεν έχεις ακούσει που λένε, ‘τη συμβουλή σου να τη δίνεις μόνο σ’ όποιον σου τη ζητάει’; Δεν έχεις ακούσει που λένε, ‘φωνή βοώντος εν τη ερήμω’; Ε, αυτό είναι το να δίνεις συμβουλές σε κάποιον που δεν τον ενδιαφέρουν».
Η κυρία Σπουργίτι, όμως, επέμενε: «Εγώ για το καλό σας το είπα, κύριε. Αν φτιάξετε ένα σπίτι όπως οι άνθρωποι δεν θα ξαναβραχείτε ποτέ και δεν θα τρέμετε από το κρύο».
«Ε, εσύ δεν βάζεις μυαλό», είπε ο πίθηκος και σκαρφαλώνοντας στο δέντρο κατέστρεψε τη φωλιά των σπουργιτιών κι έφυγε για να βρει καταφύγιο από τη βροχή σε άλλο δέντρο.
Η κυρία Σπουργίτι και ο κύριος Σπουργίτης, αγκαλιάστηκαν τρέμοντας από το κρύο και περίμεναν κάτω από ένα μεγάλο φύλλο να περάσει η βροχή για να ξαναφτιάξουν τη φωλιά τους.
«Γι’ αυτό θα πρέπει κανείς να είναι προσεκτικός πότε και σε ποιον δίνει τις συμβουλές του», είπε ο κύριος Σπουργίτης ενώ χτύπαγαν τα δόντια του από το κρύο.

Δυο ιστορίες του Χότζα

Πεθύμησα το Χότζα, οπότε να δυο ιστορίες του.
Καλό Σαββατοκύριακο.
Π.

nasrudin-108.jpg

1. Στην Ψυχανάλυση.
Μια μέρα ο Χότζας πήγε να δει έναν ψυχίατρο. Ξάπλωσε στον καναπέ και είπε:
«Το πρόβλημά μου γιατρέ είναι ότι δεν μπορώ να θυμηθώ τίποτα».
«Και πότε άρχισε αυτό;»  τον ρωτάει ο γιατρός.
Κι ο Χότζας απαντάει: «Πότε άρχισε ποιο 

2. Όλα έχουν κάποιο λόγο.
Αργά ένα μεσημέρι, τρομερά πεινασμένος ο Χότζας, πάει σ’ ένα εστιατόριο, παραγγέλνει το φαγητό και μόλις του το φέρνουνε αρχίζει να τρώει λαίμαργα και με τα δυο του χέρια, χωρίς να χρησιμοποιεί πιρούνι και μαχαίρι.
Ένας γνωστός του που καθόταν στο διπλανό τραπέζι, τον ρωτάει:
«Γιατί τρως με τα δυο σου χέρια Χότζα μου»;
«Γιατί δεν έχω τρία», απαντάει εκείνος.