«Καλημέρα»

storyteller-himself.jpgΕίχα σκεφτεί ένα post για σήμερα γύρω από την αστρολογία και κάποια σχόλιά σας γι’ αυτήν, αλλά λίγο πριν αρχίσω να το γράφω είπα να ρίξω μια ματιά στα e-mail μου κι έπεσα πάνω σε ένα του «μάστορα», που μου έλεγε να πάω εδώ:

http://www.cpil.info/2008/07/31/goodmorning-video/

Πήγα κι αποφάσισα να σας «στείλω» να το δείτε και να μην βάλω τίποτα εγώ. Ξέρω ότι θα σας αρέσει πολύ. Είναι πιο σοβαρό και ζόρικο από «σεντόνι» και ωραίο σαν παραμύθι.

Καλό βράδυ.
Π.

Το ατύχημα

Μια φορά κι έναν καιρό, έτσι όπως αρχίζουν όλες οι αληθινές ιστορίες, ζούσε ένα κοριτσάκι με τη μαμά του και τον μπαμπά του, που του είχαν πολύ μεγάλη αδυναμία, γιατί η μητέρα είχε χάσει άλλα τέσσερα παιδιά – πριν έρθει το κοριτσάκι – χωρίς να τα γεννήσει.
Ο μπαμπάς του κοριτσιού τρελαινόταν να το φροντίζει από την ώρα που γεννήθηκε. Σ’ αυτό το μικρό πλασματάκι έβγαζε όλες τις ποσότητες τρυφερότητάς του που δεν του απορροφούσαν οι μεγαλύτερης ηλικίας εκπρόσωποι αυτού του φύλου, ενώ καθώς το παρατηρούσε να μεγαλώνει, έβλεπε σε μικρογραφία όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά του άλλου φύλου που από νεαρό αγόρι τον είχαν κάνει να φοβάται. Κι έτσι, απ’ αυτό το κοριτσάκι έμαθε να κατανοεί και τις γυναίκες, οπότε έπαψε και να τις φοβάται.
Όταν το κοριτσάκι ήταν τεσσάρων χρονών και η θηλυκή «σκατουλιά» του είχε αρχίσει να ανθίζει, ο πατέρας του άρχισε να ενδιαφέρεται – εντελώς στα ξαφνικά – για πράγματα που πριν κορόιδευε: μεταφυσική, παραψυχολογία, αστρολογία, μετενσαρκώσεις, αυτογνωσίες, εσωτερικές αναζητήσεις και τέτοια και σε μια εποχή, μάλιστα, που δεν είχε ακόμα εδραιωθεί και διαδοθεί ευρύτερα η Κβαντική Μηχανική με τα παράλληλα σύμπαντα και τα παράδοξά της, ώστε να βρίσκει ικανοποίηση ο επιστημονικός του νους που αμφισβητούσε τα πάντα. Είχε καταγοητευτεί με όλα αυτά.
Ένα βράδυ, η μητέρα του κοριτσιού όταν έμεινε μόνη της με τον άντρα της, του είπε κάτι παράξενο: Την ώρα που ετοίμαζε το κοριτσάκι για να το βάλει για ύπνο, εκείνο της είπε: «Ξέρεις μαμά, εγώ θα πεθάνω μικρή». Εκείνη δεν συμμεριζόταν και πολύ τα τελευταία ενδιαφέροντα του άντρα της, αλλά αυτός ανησύχησε. Την άλλη μέρα, πήγε σε μια φίλη του αστρολόγο και της ζήτησε να του κάνει το ωροσκόπιο της κόρης του, χωρίς να της πει γιατί, κι εκείνη του ζήτησε και τη δική του ημερομηνία για να βγάλει και το δικό του.
Ξανασυναντήθηκαν το ίδιο βράδυ. Η γυναίκα, ακόμα και σήμερα δεν ξέρει πώς είπε όσα είπε αφού δεν επιτρέπεται οι αστρολόγοι να λένε τίποτα για θάνατο όταν τον «δουν». Του είπε ότι στο ωροσκόπιο της κόρης του «υπάρχει» θάνατος από ατύχημα έως τα εννιά, ενώ στο δικό του «υπήρχε» απώλεια παιδιού σε μικρή ηλικία.
«Έως τα εννιά… Δηλαδή για πέντε χρόνια από σήμερα…», σκέφτηκε ο πατέρας του κοριτσιού και το πρώτο που του ήρθε στο νου ήταν να πάρει όλα αυτά που διάβαζε τελευταία και να τα πετάξει. Αν όλα αυτά – ωροσκόπια, μετενσαρκώσεις, κάρμα και τέτοια -ήταν σαχλαμάρες κι όχι αλήθεια, τότε δεν θα πάθαινε τίποτα η κόρη του. Αυτό, όμως, παραήταν εύκολο για να είναι έτσι και να τον ησυχάσει. Και «μπήκε» στην κόλαση: Κάθε φορά που το κοριτσάκι απλώς σκόνταφτε, εκείνου η ψυχή του πήγαινε στην Κούλουρη. Στο πάρκο τ’ απογεύματα, δεν διάβαζε εφημερίδα όσο το κοριτσάκι έπαιζε, όπως έκανε πριν, αλλά έτρεχε πίσω του γεμάτος ανησυχία. Τις νύχτες πεταγόταν στον ύπνο του κι έτρεχε στο δωμάτιο του κοριτσιού να δει αν αναπνέει. Κι όταν σε λίγες μέρες ήρθε η ώρα να πάνε διακοπές σε ένα χωριό δίπλα στη θάλασσα, βρισκόταν μονίμως σε κατάσταση εμφράγματος, καθώς η γυναίκα του δεν είχε άδεια και ήταν μόνος του με την κόρη του. Ενώ της είχε αγοράσει ποδήλατο, κάθε μέρα έβρισκε μια δικαιολογία για να μην της μάθει. Ενώ της είχε υποσχεθεί ότι θα την μάθει να κολυμπάει χωρίς μπρατσάκια, της πήρε και σωσίβιο. Ενώ είχαν πει ότι αυτή θα πηγαίνει στο φούρνο – που ήταν κοντά – για ψωμί, πήγαινε πάντα μαζί της. Ενώ μπροστά στο σπίτι ήταν μια πλατεία όπου μαζεύονταν τα παιδάκια της γειτονιάς και παίζανε μόνα τους, εκείνος ήταν ο μόνος γονιός που καθόταν παράμερα και κοίταγε ανήσυχα το παιδί του. Κι ένα σωρό άλλα, που είχαν αρχίσει να κάνουν ασφυκτική τη ζωή του μικρού κοριτσιού.
Είχε περάσει έτσι μια εβδομάδα όταν ένα βράδυ, αφού έβαλε την κόρη του για ύπνο, έκανε στον εαυτό του την ερώτηση:
«Έχεις καταλάβει ότι αν συνεχίσεις έτσι με την κόρη σου, θα την κάνεις μία ανίκανη και ηλίθια γυναίκα; Και καλά, εσύ μπορείς να πιστεύεις ό,τι θέλεις, αλλά αυτό το παιδί τι φταίει να γίνει ένα φοβισμένο, αδύναμο πλάσμα; Γιατί το κάνεις αυτό;»
«Επειδή την αγαπάω», απάντησε στον εαυτό του, που εκείνος -όμως- συνέχισε αυστηρά: «Παπάρια την αγαπάς. Τον εαυτό σου σκέφτεσαι μην πονέσεις. Τον δικό σου πόνο σκέφτεσαι όχι εκείνη, που μπορεί να την αποβλακώσεις».
Και τότε είδε πολύ καθαρά τι έκανε, τι κάνουν οι περισσότεροι άνθρωποι: Δεν αγαπάνε, απλώς επενδύουν συναισθηματικά σε άλλους που τρέμουν μην τους χάσουν, μη χάσουν την ευχαρίστηση που τους δίνει η «επένδυσή» τους. Κάπως έτσι είναι κι οι άνθρωποι στις κηδείες που κλαίνε πιο πολύ για τη δική τους ζωή παρά για ‘κείνον που πέθανε. Κάπως έτσι είναι και οι γονείς που μεγαλώνουν τα παιδιά τους με κριτήριο τη δική τους ησυχία, ευχαρίστηση, δικαίωση και τέτοια και όχι με το τι χρειάζονται και θέλουν πραγματικά τα παιδιά τους.
Εκείνη τη νύχτα δεν έκλεισε μάτι. Είχε αρχίσει, χωρίς να το διαβάσει σε κανένα βιβλίο, αλλά μέσα στο βιβλίο που ήταν αυτός ο ίδιος, να βλέπει ότι η αγάπη και ο θάνατος ήταν κάτι άλλο από την ιδέα που είχε έως τότε γι’ αυτά. Την άλλη μέρα το πρωί, πέταξε τα μπρατσάκια και το σωσίβιο και μέχρι το μεσημέρι έμαθε στην κόρη του να κολυμπάει. Και το απόγευμα, μέσα σε μια ώρα, της είχε μάθει να κάνει ποδήλατο. Την άλλη μέρα το μεσημέρι, την έστειλε μόνη της στο φούρνο για ψωμί, περιμένοντάς την με κομμένα τα πόδια από την αγωνία, μέχρι να γυρίσει. Κι αυτό εξακολούθησε και τις είκοσι μέρες των διακοπών τους.
Τα χρόνια περνούσαν. Ο πατέρας του κοριτσιού είχε πάψει να έχει την αγωνία των πρώτων ημερών, αλλά πάντα – χωρίς εκείνη να το ξέρει – την παρακολουθούσε, είτε με την άκρη του ματιού του όταν ήταν κοντά της, είτε με την άκρη της ψυχής του, όταν ήταν μακριά της.
Κι ήρθε το καλοκαίρι που το κοριτσάκι δεν ήταν πια «κοριτσάκι», αλλά ολόκληρο κορίτσι. Είχε μπει στα εννιά. Είχαν πάει όλοι μαζί διακοπές σε ένα νησί. Το σπίτι ήταν έξω από το χωριό. Κάθε απόγευμα το κορίτσι κατέβαινε από το σπίτι στο χωριό με το ποδήλατο, που πια ήξερε να κάνει τέλεια. Η διαδρομή ήταν όλη στον κεντρικό δρόμο που συνέδεε τη μια άκρη του νησιού με την άλλη. Την έκανε με το ποδήλατο γύρω στα είκοσι λεπτά. Εκείνο το απόγευμα, πέντε χρόνια ακριβώς από εκείνη την «πρόβλεψη», ο πατέρας είχε πάει βόλτα με το αυτοκίνητο έναν επισκέπτη για να του δείξει το νησί. Μόλις γύρισε σπίτι και πάρκαρε, ήρθε η γυναίκα του ταραγμένη και του είπε ότι μόλις έφεραν την κόρη του. Είχε ένα ατύχημα, αλλά είναι καλά. Εκείνος πάγωσε. Το ατύχημα στα εννιά της, που του είχαν πει. Αλλά χωρίς θάνατο. Παραλίγο. Το κορίτσι έτρεχε με το ποδήλατο στη λεωφόρο, στη δεξιά μεριά του δρόμου όπου είχε γαρμπίλι. Κάποια στιγμή σε μια κατηφόρα φρενάρισε για να κόψει ταχύτητα. Το ποδήλατο ντεραπάρισε, έπεσε και το κορίτσι σύρθηκε μαζί με το ποδήλατο στη μέση του δρόμου. Ένα αυτοκίνητο που ερχόταν πίσω της, καθώς δεν υπήρχε κανείς στην αντίθετη λωρίδα, πέρασε απέναντι και απέφυγε το κορίτσι που αλλιώς θα περνούσε από πάνω του. Σταμάτησαν και την έφεραν σπίτι γιατί στο μικρό νοσοκομείο του νησιού δεν μπορούσαν να της κάνουν τίποτα. Είχε πολλαπλά κατάγματα στο ένα χέρι και δεν υπήρχε ακτινολογικό μηχάνημα. Ο πατέρας πήρε κάτι μικρές σανίδες και επιδέσμους από το αυτοκίνητό του και της έφτιαξε ένα νάρθηκα. Έκλεισε θέση για τους δυο τους στην πρώτη πρωινή πτήση. Εκείνο το βράδυ, είπε στη γυναίκα του να κοιμηθεί στο άλλο δωμάτιο, για να έχει την κόρη του στο διπλανό κρεβάτι και να την προσέχει να μην γυρίσει από τη μεριά τού σπασμένου χεριού. Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που την άφησε να κοιμηθεί μαζί του, παρ’ όλο που το κοριτσάκι το είχε απαιτήσει πολλές φορές από τον πατέρα του, κυρίως την εποχή που μετά το διαζύγιό του με τη μάνα της ζούσε μόνος τους. (Δεν υπάρχει τίποτα πιο βλαβερό ψυχολογικά για τη σεξουαλική ζωή του άντρα που ως μικρό αγόρι κοιμόταν κάποιες φορές με τη μάνα του και της γυναίκας που ως κοριτσάκι κοιμόταν, έστω και που και που, με τον πατέρα της. Θέλει πολύ δουλειά και επίγνωση μετά, για να ξεμπερδέψει κανείς ως ενήλικας απ’ αυτό).
Την άλλη μέρα, μπαμπάς και κόρη πέταξαν με το πρώτο αεροπλάνο στην Αθήνα για το Νοσοκομείο των Παίδων. Καθώς περίμενε έξω από το χειρουργείο, ένοιωσε κάτι να ησυχάζει μέσα του. Και τότε κατάλαβε ότι όλα αυτά τα πέντε χρόνια, υπήρχε μέσα του μια ακαθόριστη ανησυχία. Έτσι όπως ακούγεται στο σπίτι σου ο θόρυβος του ψυγείου, που μόλις σταματήσει καταλαβαίνεις ότι τελικά σ’ ενοχλούσε. Το ατύχημα που του είχαν προβλέψει είχε γίνει, αλλά χωρίς να φέρει το θάνατο. Έπαψε να έχει εκείνη την κρυφή ανησυχία μέσα του, αλλά του είχε γίνει πια συνήθεια και δεν έπαψε ποτέ να την παρακολουθεί, είτε με την άκρη του ματιού του όταν ήταν κοντά της είτε με την άκρη της ψυχής του, όταν ήταν μακριά της.
Κι αυτοί ζήσανε καλά κι εμείς καλύτερα.

Καλή εβδομάδα.
Π.

Θεσσαλονική…

Η ΑΡΙΣΤΗ, με κάποιο από τα σχόλια της, μ’ έκανε να θυμηθώ τα νιάτα μου! Τον Μάιο του 1964 (όταν κανείς από σας δεν είχε γεννηθεί) βρέθηκα για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη ως φαντάρος. Τ.Τ.Π 646, Στρατόπεδο Καρατάσου, στη Σταυρούπολη. (Υπάρχει ακόμα Αρίστη;) Εκείνη την εποχή ο φίλος μου ο Άλκης – που σας έχω μιλήσει γι’ αυτόν -ήταν φοιτητής της Φιλοσοφικής στο Αριστοτέλειο και όταν έφυγε για διακοπές στην Αθήνα μου άφησε το φοιτητικό του δωμάτιο για να μένω.nikos-june-1964.jpg
Η φωτογραφία είναι βγαλμένη από τον ίδιο, έξω από το σπίτι του, στη Βασιλίσσης Όλγας, Αρίστη, ένα νεοκλασικό διώροφο που δεν υπάρχει πια και στην άλλη γωνία του δρόμου ήταν η ΣΧΟΛΗ ΤΥΦΛΩΝ. Αυτή είναι ακόμα ίδια. Εκείνο που δεν είναι ίδιο είναι ότι τότε με δυο βήματα ήσουν στη Θάλασσα, ενώ τώρα δεν φτάνουν ούτε 202! Ίδιο είναι ότι και τότε μ’ άρεσε να φοράω – ακόμα και καλοκαιριάτικα – σακκάκι!
Πώς μου τα θύμισε η Αρίστη; Με τις διαφορές στη γλώσσα, και κυρίως στα «μου» και στα «με».

Να, θυμήθηκα ότι την πρώτη μέρα που έφτασα, στη Θεσσαλονίκη, πήρα λεωφορείο και κάποια στιγμή σε μια στάση ακούω μια νέα γυναίκα να φωνάζει στον εισπράκτορα: «Εισπράκτορα, άνοιξέ με από πίσω». Χα, χα, χα… Καταλαβαίνετε, τι σκέφτηκα ότι του λέει να της ανοίξει και με τι… Χα, χα, χα… (Συγνώμη Αρίστη…)
Άλλη μια μέρα, πάλι πήγα στο φούρνο, κι ακούω μια κυρία να λέει στην άλλη: «Ο άντρας μου με είπε να τον κάνω μπριάμι, αλλά εγώ τον έκανα μουσακά»… Πώς λέμε, «τον έκανα τόπι στο ξύλο»;
Το χειρότερο, όμως, το έπαθα με ένα έφεδρο ανθυπολοχαγό, που ένα απόγευμα Σαββάτου, καθώς εκείνος έβγαινε με άδεια κι εγώ θα έμενα μέσα, τον ρωτάω: «Πού θα πας, απόψε;» «Α, απόψε θα πάω ντισκοτέκ την γκαρντεσίνα μου». «Τυχερέ», του λέω, «θα πηδήξεις απόψε», και … χραπ, τρώω μια σφαλιάρα! «Τι λες ρε μαλάκα;» μου λέει. Δεν ξέρω αν το ξέρετε, αλλά «γκαρντεσίνα» στη Θεσσαλονίκη λες την αδελφή σου και «γκαρντάσι» τον αδελφό σου. Η λέξη αυτή μου άρεσε τόσο πολύ, που χρόνια μετά την έμαθα και σε δύο άγγλους φίλους μου και πάντα αρχίζουμε τα e-mails γράφοντας: «Gia sou gardasi».
Κι ακόμα, θυμήθηκα τις ομορφιές της Θεσσαλονίκης, που μια από αυτές μου στοίχισε τη φήμη του αντρισμού μου στο λόχο μου. Ο ίδιος ανθυπολοχαγός, με πήρε ένα Σάββατο μαζί του σε μια ντισκοτέκ και μου έφερε μια ξαδέλφη του στην ηλικία μου, μπας και… καταλαβαίνετε. Ήταν ένα πολύ γλυκό, παχουλό, ερωτικό κορίτσι! Πήγαμε σε ένα υπέροχο μέρος, ψηλά πάνω από τη Θεσσαλονίκη, στο Πανόραμα (ε, Αρίστη;) όπου υπήρχε μια ντισκοτέκ, «ΟΙ ΚΟΥΝΙΕΣ». Ήταν απόγευμα, έπεφτε το ένα μπλουζ μετά άλλο -αυτό σήμαινε χορός στη δεκαετία του ’60- και κάποια στιγμή βγήκαμε έξω στο βουνό για να … ολοκληρώσουμε τη σχέση μας. Όπως είμαστε κάτω, πίσω από κάτι θάμνους, και φιλιόμαστε, σηκώνω το κεφάλι μου, και βλέπω ένα θέαμα απίστευτης ομορφιάς! Η Θεσσαλονίκη «πιάτο» μπροστά μου, με μια θάλασσα κατακόκκινη από τον τεράστιο ήλιο που βούλιαζε στα νερά της! Σταμάτησα ό,τι έκανα με την κοπέλα κι έμεινα άφωνος να κοιτάζω το ηλιοβασίλεμα! «Τι έχεις» με ρώτησε εκείνη που την είχα αφήσει στα κρύα του λουτρού. «Κοίτα, κοίτα…» της λέω. «Τι να δω» με ρωτάει. «Το ηλιοβασίλεμα», της απαντάω. Κοίταξε, δεν κατάλαβε κι εκνευρισμένη, χωρίς να περιμένει άλλο, σηκώθηκε, τίναξε τη φούστα της από τα χόρτα και γύρισε στη ντισκοτέκ.
Από εκείνη την ημέρα, όποτε με συναντούσε ο ανθυπολοχαγός στο στρατόπεδο, μου φώναζε ειρωνικά: «Ρε Πιλάβιε, γιατί όλοι οι ηθοποιοί τον παίρνετε;» Χα, χα, χα… ευτυχώς πήρα γρήγορα μετάθεση…
Αυτά μου θύμισε… ή μάλλον, με θύμισε η Αρίστη.
Καλό βράδυ.
Π.
Υ.Γ . Μήπως το παράκανα προσωπικό το blog;

Τρεις γρήγορες ιστορίες

Και για να μη σας βάλω απότομα στα ζόρικα – έχω έτοιμο παραμυθοσεντόνι γύρω από το θάνατο – θα σας πω τρεις γρήγορες ιστορίες του Χότζα που μ’ αρέσουν πολύ.

Η πρώτη:
Μια φορά ο Χότζας είχε να μιλήσει σε μια συγκέντρωση σε κάποια γειτονική πόλη κι έφτασε λίγο καθυστερημένος, αλλά εντελώς γυμνός. Οπότε ο κόσμος άρχισε να ρωτάει γιατί είναι γυμνός κι εκείνος απάντησε: «Βιαζόμουν τόσο πολύ να ντυθώ που ξέχασα να βάλω τα ρούχα μου».xotzas-08.jpg

Η δεύτερη:
Σε μια συνάντηση ρώτησε κάποιος τον Νασρεντίν: «Πόσων χρονών είσαι Χότζα»;
«Πενήντα», απάντησε εκείνος.
«Το ίδιο μου είπες και πριν δυο χρόνια που συναντηθήκαμε και σε ξαναρώτησα».
Κι ο Χότζας απαντάει: «Ναι, είμαι πάντα σταθερός στις απόψεις μου».

Η τρίτη:
«Γιατί Χότζα μου, σε κάθε ερώτηση που σου κάνουν, απαντάς με μια άλλη ερώτηση;»
«Έτσι κάνω;»

Καλές διακοπές σε όσους φεύγουν. Εγώ εδώ θα ‘μαι – όπου κι αν πάω.
Σας φιλώ
Π.

Για δείτε αυτό

Κανονικά δεν θα έπρεπε να το βάλω, αλλά με έχετε συγκινήσει πολύ – από τα γενέθλιά μου κι εδώ – που θα σκάσω αν δεν το κάνω. Είναι ένα κείμενο που μου ζητήθηκε να γράψω σε προσωπικό στυλ, για να συνοδεύσει άλλα επίσημα κείμενα – ας πούμε εμπορικού στόχου – για τις προσπάθειες που γίνονται να καταφέρουμε αυτά που σας είπα ότι… θα σας πω όταν σιγουρευτώ ότι θα γίνουν. Το κείμενο νομίζω ότι θα σας αρέσει. Δεν το βάζω για να μου κάνετε σχόλια – κάντε αν θέλετε – αλλά έτσι, για να σας πω ένα ευχαριστώ με έναν άλλο τρόπο.
Σας φιλώ.
Π.

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΑ

Ήταν τέλος του 2006 – Νοέμβριος – όταν ο γιος μου, μου είπε: «Βρε μπαμπά, τις περισσότερες φορές όταν λέω το επίθετό μου, με ρωτάνε, ‘και τον Πιλάβιο που έκανε τον Παραμυθά τι τον έχεις’; Κι όταν ακούνε ότι είμαι γιος σου κάνουν σαν παιδιά! Θέλεις να σου φτιάξω ένα blog που να λέγεται, «paramithas» και να βάζεις μέσα ό,τι θέλεις. Θα ‘χει επιτυχία, θα δεις».
Και είχε δίκιο. Το blog ήταν έτοιμο και εμφανίστηκε στο internet στις 9 Φεβρουαρίου του 2007. Ήταν τόσο συγκινητική η ανταπόκριση που έβλεπα στα σχόλια των πρώην παιδιών (σημερινών ενήλικων) που παρακολουθούσαν την εκπομπή, ώστε πολλές φορές δεν άντεχα τη συγκίνηση που ένοιωθα και το ‘κλεινα.
Ο «ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ», όπως ίσως θα ξέρετε, υπήρξε η πιο δημοφιλής παιδική εκπομπή της ελληνικής τηλεόρασης, που ακόμα την θυμούνται παρόλο που παιζόταν μόνο για τρία χρόνια, από το 1978 έως το 1981, ενώ κάποια επεισόδια αναμεταδόθηκαν σε επανάληψη έως το 1987. Από τους τηλεθεατές που την παρακολουθούσαν τότε, οι μεγαλύτεροι σήμερα είναι γύρω στα σαράντα τρία και οι μικρότεροι γύρω στα είκοσι επτά. Όλοι τους πια έχουν «βγει» ως ενήλικες στη ζωή, ενώ αρκετοί από αυτούς είναι και οι ίδιοι πια γονείς.
Από τη μέρα που εμφανίστηκε το blog έως σήμερα, 21 Ιουλίου 2008, το έχουν επισκεφτεί για πρώτη φορά 79. 820 computers, ενώ οι επιστροφές όσων έχουν ήδη μπει, είναι 299.590.
Η εκπομπή του «ΠΑΡΑΜΥΘΑ», εμφανίστηκε στην τηλεόραση της Ε.Ρ.Τ. 30 χρόνια πριν – τον Σεπτέμβριο του 1978 – και τον τελευταίο χρόνο, το πρόσωπο του «Παραμυθά», ύστερα από την εμφάνιση του blog, μοιάζει να περνάει μια δεύτερη δημοσιότητα: Τα βιβλία του που έχουν εκδοθεί παλιότερα άρχισαν να ξαναπουλάνε, ενώ ετοιμάζονται να εκδοθούν καινούργια. Γίνεται συζήτηση για τη δημιουργία – αν βρεθούν χορηγοί – ιντερνετικού web tv, ενώ η Ε.Ρ.Τ. από τα ψηφιακά της κανάλια, σχεδιάζει να ξαναρχίσει την εκπομπή, και ακόμα γράφεται το σενάριο για μια ταινία. Παράλληλα με αυτά, άρχισαν να παρουσιάζονται συνεντεύξεις του «Παραμυθά» σε περιοδικά και εφημερίδες, εμφάνισή του σε τηλεοπτικά show και συμμετοχή σε ραδιοφωνικές εκπομπές. Η εντυπωσιακή αυτή στήριξη του blog του Παραμυθά από όλα τα Μ.Μ.Ε. είναι ακριβώς γιατί σε αυτά υπάρχουν πια δημοσιογράφοι, παρουσιαστές και παραγωγοί, που μεγάλωσαν με αυτήν την εκπομπή και ξέρουν ότι πολλοί συνομήλικοί τους τηλεθεατές, ακροατές και αναγνώστες, ενδιαφέρονται, όπως και οι ίδιοι, να μάθουν για την τύχη του ήρωα της αγαπημένης εκπομπής των παιδικών τους χρόνων.
Μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να μεταφέρω εδώ έστω και λίγα από τα σχόλια που γράφονται στο blog, είτε για τον «Παραμυθά» είτε για μένα τον ίδιο, καθώς θα έμοιαζε σαν… «αυτολιβάνισμα», κάτι που το θεωρώ εξαιρετικά αντιπαθητικό. Αν θέλει να τα διαβάσει κανείς, μπορεί να «βολτάρει» από μόνος του μέσα στο blog (www.paramithas.gr) και να τα ανακαλύψει. Κι ίσως να συγκινηθεί το ίδιο με μένα, από αυτές τις γεμάτες παιδική αθωότητα και τρυφερότητα εκδηλώσεις, μεγάλων ανθρώπων που ξαναγίνονται παιδιά, κάνοντας ώρες – ώρες το blog να μοιάζει Παιδική Χαρά.
Ο Παραμυθάς
(Νίκος Πιλάβιος)

Ο Μιτιτάς!

storyteller-himself.jpgΝαι ξέρω, αυτή τη φορά καθυστέρησα πολύ να γράψω κάτι. Δεν είναι τόσο επειδή είχα πολύ δουλειά ή επειδή άρχισα να παιδεύομαι με το καινούργιο κομπιούτερ (όχι, δεν πήρα τελικά apple), αλλά επειδή μ’ αρέσανε τόσο πολύ οι ευχές σας για τα γενέθλιά μου και όλα όσα γράφατε, που – όσο έβλεπα ότι συνέχιζαν να μπαίνουν κι άλλα – δεν έβαζα τίποτα καινούργιο για να μην το κόψω!
Πιστεύω ότι το πολύ μέχρι το τέλος του μήνα, θα έχω να σας πω νέα για το πού οδήγησε όλη αυτή η αγάπη που μου δείξατε μέσα απ’ αυτό το μπλογκ. Όσα θα γίνουν ύστερα από τριάντα χρόνια που άρχισε η εκπομπή και 25 μετά που σταμάτησε (οι κάποιες επαναλήψεις της στην ΧΙΛΙΟΠΟΔΑΡΟΥΣΑ δεν πιάνονται), αγγίζουν – ως αποτέλεσμα – τα όρια «της συνωμοσίας του σύμπαντος», που λέει και ο Έκο! Θα σας τα πω όλα μαζί, αλλά μπορώ να σας πω για τώρα, ότι θα συναντηθούμε, χωρίς να χρειαστεί «να πληρώσετε ό,τι αναλογεί στον καθένα» όπως λέει η Εύη στο σχόλιό της, δεν θα χρειαστεί να πληρώσετε τίποτα.
Και θα κλείσω αυτό το σύντομο σημείωμα – από Δευτέρα ξαναρχίζουν τα κανονικά μας – με ένα σχόλιο που μου έγραψε ένα παιδί στο FACEBOOK. Εδώ θα πρέπει να σας πω ότι με βάλανε εκεί ο «μάστορας» και η αδελφή του και πέρα από το να συμφωνώ με όσους θέλουν να με βάλουν στον κατάλογο των φίλων τους, δεν κάνω τίποτ’ άλλο. Σας παρακαλώ μην με παρεξηγείτε που δεν ανταποκρίνομαι σε διάφορες προσκλήσεις, παιχνίδια και λοιπά, αλλά αν αρχίσω να ασχολούμαι και μ’ αυτό την έβαψα. Μεταφράζω ένα βιβλίο, γράφω ένα άλλο, έχω να γράψω δύο σενάρια και τα καθυστερώ, κάνω όλες τις πρακτικές δουλειές που πρέπει για τα επαγγελματικά μου, και φυσικά ασχολούμαι με το μπλογκ που μ’ αρέσει τρομερά. Το σχόλιο, λοιπόν, που μου ήρθε από το FACEBOOK, ανήκει στην μικρότερη – σήμερα – ηλικία που έβλεπε και θυμάται τον «ΠΑΡΑΜΥΘΑ»: είναι 29 χρονών. Και αυτό που μου γράφει, δεν το έχω ξανακούσει και γέλασα πάρα πολύ:
«Τι μου θυμίσατε τώρα!… Όταν ήμουνα 2 χρονών (1981) και έβλεπα τον ΠΑΡΑΜΥΘΑ, μέσα από το πάρκο μου και φοβόμουν και έλεγα στους γονείς μου, αντί για Παραμυθάς: «Μιτιτάς… Μιτιτάς…» καθώς δεν μπορούσα να το πω καθαρά… Χε, χε, χε… Να ‘στε καλά.»
Τέλειο, ε;
Σας ευχαριστώ πολύ για τις ευχές σας.
Καλό ξημέρωμα.
Σας φιλώ γλυκά.
Ο Παραμυθάς

Εντάξει…

storyteller-himself.jpg Εντάξει… με συγκινήσατε πολύ. Σας ευχαριστώ πολύ… Μακάρι να είμαστε κάπου όλοι μαζί, όπως ήμουν σήμερα με τα παιδάκια μου και να γιορτάζαμε τα γενέθλιά μου όλοι μαζί. Κοιτάξτε την τούρτα, κλείστε τα μάτια σας, και ας βρεθούμε όλοι μαζί μέσα στις καρδιές μας για να … τσακίσουμε την τούρτα.
Καλό ξημέρωμα.
Σας φιλώ γλυκά.
Ο Παραμυθάς.

toypta.jpg

Άλλη μία – και τελευταία – για το τεστ.

Έχει πλάκα, αλλά μόλις σκέφτηκα ότι στο θέμα του τεστ με τα χρώματα που σου ζητάει να πεις για κάποιον που η σχέση σου μαζί του είναι ή ήταν σημαντική, εκτός από τον φίλο μου τον Άλκη – που σας έχω μιλήσει – είναι κι άλλος ένας που σας έχω πει γι’ αυτόν και που μου τον έφερε στο νου μου το πράσινο χρώμα, δηλαδή ένα πρόσωπο που θα θυμάμαι στην υπόλοιπη ζωή μου: ο Κρισναμούρτι. Εκτός που σας τον έχω αναφέρει στο post, «Οι δάσκαλοί μου, όπως λέμε οι φίλοι μου», έχω βάλει κι ένα μικρό βίντεο με εκείνον να λέει μια αληθινή ιστορία με τίτλο, «Συνάντηση με μια μαϊμού». Η Ιστορία μου με τον Κρισναμούρτι είναι η πιο τρελή ιστορία της ζωής μου. Χα, χα, χα… Σκεφτείτε, ένας άνθρωπος που γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Εξάρχεια, ψιλοαλητεία δηλαδή, χώθηκε στο θέατρο από τα 8 του, έγινε αριστερός από τα δεκαεννιά του, δεν είχε διαβάσει ούτε ένα βιβλίο μεταφυσικής, φιλοσοφίας, αυτογνωσίας και τέτοια, βρέθηκε μια μέρα – στα 41 του – να τρώει παρέα, σε ένα σαλέ στην Ελβετία, με έναν Ινδό φιλόσοφο – τον «αντιγκουρού» του 20ου αιώνα όπως τον έχει ονομάσει ο Δαλάι Λάμα, που στις Ινδίες είναι γραμματόσημο, και που ο Νίκος Δήμου τον έχει αποκαλέσει – σε άρθρο του στο ΒΗΜΑ –«ο άνθρωπος που παραιτήθηκε από Θεός». Όσοι διαβάσατε το βιογραφικό μου στο blog, ίσως έχετε προσέξει ότι ανάμεσα στα παιδικά βιβλία, έχω γράψει ένα και γι’ αυτόν με τίτλο, «Ο Κρισναμούρτι στην Ελλάδα». Χα, χα, χα… Τώρα που το σκέφτομαι είναι τελείως κουφό! Και μια και τον θυμήθηκα χάρη στην «ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ» που στο σχόλιό της ζητάει κάνα σεντόνι «περί έρωτος», θα σας βάλω εδώ ένα ποίημα που είχε γράψει στα νιάτα του για τον έρωτα. Κι επιτρέψτε μου να της το αφιερώσω: «Ο Παραμυθάς το αφιερώνει στην Κοκκινοσκουφίτσα». Χα, χα, χα… Τελείως τρελός συνδυασμός κι αυτός!

Μην απoζητάς τo άρωμα μιας μόνo καρδιάς
oύτε να κoυρνιάζεις στo ήσυχo βόλεμά της,
γιατί εκεί μέσα κατoικεί της μoναξιάς o φόβoς.
Πλημμυρίζω δάκρυα γιατί είδα όλη τη μoναξιά
πoυ ‘χει η αγάπη για τoν έναν.

Η λατρεία για τον έναν oδηγεί στη θλίψη,
αλλά η αγάπη τoυ ένα για τoυς πoλλoύς
είναι αστείρευτη πηγή ευδαιμoνίας.

Όμως, από ευτυχία τι μπoρείς να ξέρεις,
αν στης δυστυχίας την κoιλάδα δεν έχεις περπατήσει;
Από ελευθερία τι μπoρείς να ξέρεις,
αν πάνω στα δεσμά σoυ δεν έχεις γoερά θρηνήσει;
Από αγάπη τι μπoρείς να ξέρεις
αν απ’ τoυ έρωτα τo δίχτυ
δεν έχεις την απελευθέρωση αναζητήσει;

Καλό ξημέρωμα.
Π.
Υ.Γ. Μήπως μ’ αυτά και μ’ αυτά το παραβαρύναμε το blog;

Λίγα λόγια για να κλείσουμε το «τεστ/σεντόνι»

Άφησα λίγο παραπάνω απ’ όσο υπολόγιζα το τελευταίο post γιατί είχαν ενδιαφέρον τα περισσότερα σχόλια, ενώ όλα είχαν κανονική παιδική ζωντάνια και πλάκα.
Φοβάμαι, όμως, ότι θα σας πικράνω: το τεστ αυτό πέφτει πάντα μέσα. Είτε το καταλαβαίνετε είτε όχι, είτε το δέχεστε είτε όχι, πέφτει μέσα εκτός από μία περίπτωση: όταν το προσεγγίζει κανείς λογικά. Θα πρέπει να έχετε προσέξει – νομίζω το έχω ξαναγράψει – ότι εκτός από το μυαλό και την καρδιά, δηλαδή την λογική και το συναίσθημα, υπάρχει και κάτι άλλο μέσα μας που – σαν φλασιά – βλέπει αστραπιαία τα πράγματα όπως είναι. Όπως, ας πούμε, ένα ποτήρι που δεν το βλέπει ως μισοάδειο ή μισογεμάτο, αλλά με νερό ως τη μέση. Έτσι δεν υπάρχει κριτική ούτε το «μ’ αρέσει δεν μ’ αρέσει». Το τεστ αυτό, λοιπόν, δεν πλησιάζεται με τη λογική, αλλά αμέσως, αυθόρμητα, σαν από κάποιο «κενό». Αν πλησιαστεί με λογική τότε φυσικά, όπως λέει η Vanda, «είναι αναμενόμενο να πεις πρώτα το άλογο και την τίγρη και τελευταίο το γουρούνι». Από καμιά εικοσαριά φορές που έχω κάνει το τεστ τις τέσσερις έχουν γράψει πρώτο το γουρούνι, μόνο που οι τρεις το γράψανε ως «γουρουνάκι»! Χα, χα, χα…
Η άλλη περίπτωση είναι να νομίζει κανείς ότι το τεστ δεν έχει πέσει μέσα, επειδή αυτό που βγαίνει δεν ταιριάζει με την εικόνα που έχει για τον εαυτό του. Όπως το παράδειγμα της nellinezi. Είναι σίγουρο πως είναι ένα κορίτσι με καλή καρδιά, που δεν θα περνούσε ποτέ από το μυαλό της να βλάψει κάποιον και να του ροκανίζει – ας πούμε τη θέση – σαν ποντίκι. Έτσι βλέπει τους εχθρούς της σαν «μουτράκια» και την πατάει. Γι’ αυτό και – υποθέτω – τους ανακαλύπτει μετά, εκ των υστέρων. (Αυτό, λοιπόν,  με τις εικόνες είναι ξέρετε τραγικό! Ξέρω πολλά ζευγάρια που ο καθένας από τους δύο έχει μία εικόνα για τον εαυτό του και άλλη μία για το άλλο πρόσωπο και στο τέλος έχουν σχέση οι εικόνες τους κι όχι οι ίδιοι).
Τώρα, μια και το ζητάτε, μπορώ να σας πω τι είχα απαντήσει εγώ στον τεστ όταν το πρωτόκανα.
Η σειρά που έβαλα τα ζώα ήταν: Πρόβατο, άλογο, τίγρης, αγελάδα, γουρούνι.
Οι 5  λέξεις που μου ήρθαν στο νου ήταν:
Σκύλος: Φίλος.
Γάτα: Χαδιάρα.
Ποντίκι: Μίκυ (Μάους).
Καφές: Απόλαυση.
Θάλασσα: Κίνηση.
Τώρα στα χρώματα δεν έχει νόημα να σας πω ονόματα που δεν ξέρετε, γιατί δεν θα σήμαιναν τίποτα για σας, εκτός από ένα, του Άλκη που μου ήρθε στο νου στο ΚΙΤΡΙΝΟ, και για τον οποίο σας έχω μιλήσει εδώ.
Καλό Σαββατοκύριακο.
Σας φιλώ.
Π.
Υ.Γ. Ναι, αποδέχομαι την πρόσκληση της Κοκκινοσκουφίτσας να γράψω σεντόνι  για τον έρωτα.

Κι όμως κατά βάθος είναι «σεντόνι»!

Χα, χα, χα… Σας την έσκασα! Το χθεσινό παιχνίδι είναι κατά βάθος «σεντόνι». Είναι ένα τεστ «γνώθι σ’ αυτόν» γραμμένο – όπως μου είπανε – από τον Δαλάι Λάμα και που όταν το έκανα με εντυπωσίασε γιατί έπεσε 100% μέσα για μένα! Έτσι είπα να το βάλω εδώ για σας. Όσοι δεν το ξέρατε πιστεύω ότι θα εντυπωσιαστείτε. Και επειδή είστε και «άτακτα» παιδιά, σας λέω ότι ό,τι κι αν αλλάξετε εκ των υστέρων δεν πιάνετε. Ό,τι γράψατε, γράψατε.
Φιλιά
Π.

1.
Τα πέντε ζώα συμβολίζουν τις πέντε πρώτες προτεραιότητες που έχετε βάλει στη ζωή σας.

Η αγελάδα συμβολίζει την ΚΑΡΙΕΡΑ.
Η τίγρης συμβολίζει την ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ.
Το πρόβατο συμβολίζει την ΑΓΑΠΗ.
Το άλογο συμβολίζει την ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ.
Το γουρούνι συμβολίζει το ΧΡΗΜΑ.

2.
Εκείνο που σας έφερε πρώτο στο νου το καθένα από τα πέντε που διαβάσατε είναι:

Η λέξη για τον σκύλο είναι πώς βλέπετε τον ΕΑΥΤΟ ΣΑΣ.
Η λέξη για την γάτα είναι πώς βλέπετε ΤΟΝ/ΤΗΝ ΣΥΝΤΡΟΦΟ ΣΑΣ.
Η λέξη για το ποντίκι είναι πώς βλέπετε ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΣΑΣ.
Η λέξη για τον καφέ είναι πώς βλέπετε ΤΟ ΣΕΞ.
Η λέξη για τη θάλασσα είναι πώς βλέπετε ΤΗ ΖΩΗ ΣΑΣ.

3.
Και τέλος, να σε τι αντιστοιχεί το καθένα από τα πέντε χρώματα:

Το κίτρινο είναι το πρόσωπο που ΔΕΝ ΘΑ ΞΕΧΑΣΕΤΕ ΠΟΤΕ.
Το πορτοκαλί είναι το πρόσωπο που ΘΕΩΡΕΙΤΕ ΑΛΗΘΙΝΟ/Η ΦΙΛΟ/Η ΣΑΣ.
Το κόκκινο είναι το πρόσωπο που ΑΓΑΠΑΤΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ.
Το άσπρο είναι το πρόσωπο που είναι «Η ΑΔΕΛΦΗ ΨΥΧΗ» για σας.
Το πράσινο είναι το πρόσωπο που θα ΘΥΜΑΣΤΕ ΣΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΖΩΗ ΣΑΣ.