Μερικά κειμήλια!!!

storyteller-telling.jpgΧα, χα, χα… Φοβερός τίτλος! Είναι από το σχόλιο του «μάστορα» που σας έλεγα χτες για τα παλιά σενάρια από την εκπομπή μου, που ανακάλυψα τελευταία. Και παρόλο που δεν τα είχα και σε πολύ εκτίμηση – άλλο αν χάρηκα που τα βρήκα – το σχόλιο της «Sweet and bitter» μου έδωσε μια ιδέα. Για διαβάστε: «Ιδέα: θα ήταν ωραίο να βάλετε μερικές φωτογραφίες από εκείνες τις σημειώσεις που λέτε στην αρχή με τα «γράμματα παλιάς γραφομηχανής και με σημειώσεις σας επάνω και πρόχειρα σκιτσάκια του Κυριτσόπουλου!» Και μια και είμαστε ίδιο ζώδιο, λέω να της κάνω το χατήρι: θα βάλω σήμερα εδώ, έτσι για την πλάκα μας, ένα δείγμα από το καθένα,κι αύριο θα βάλω όλο το παραμύθι «Ο φίλος μου ο Σαλίγκαρος» με τα πρόχειρα σκίτσα του Κυριτσόπουλου.
Το πρώτο κειμήλιο είναι από τα πρώτα σενάρια που ακόμα τα έγραφα με το χέρι.

storyteller-1.JPG

Το δεύτερο είναι όταν άρχισαν να μου τα γράφουν στη γραφομηχανή, αλλά δεν είχαν βρει πώς να κάνουν δύο στήλες όπως είναι τα σενάρια.

storyteller-2.JPG

Το τρίτο κειμήλιο είναι όταν πια γράφονταν κανονικά. Αυτή εδώ είναι η πρώτη σελίδα από την ιστορία για την καρέκλα που σας έβαλα εχθές.

storyteller-3.JPG

Το τέταρτο και τελευταίο κειμήλιο είναι πρόχειρα σκίτσα του Κυριτσόπουλου από το παραμύθι, «Ο φίλος μου ο σαλίγκαρος».

storyteller-4sal.JPG

 Αυτάααα… Ελπίζω να μην βαρεθήκατε πολύ.
Καλό ξημέρωμα.
Π.

Η καρέκλα μου

Αρκετά οι διδακτικές ιστορίες και τα φιλοσοφικοψυχαναλυτικά «σεντόνια». Για σήμερα μια παλιά καλή… σουρεαλιστική ιστορία του Παραμυθά και μάλιστα από τις πρώτες. Όπως θα έχετε καταλάβει, ανακάλυψα το ντοσιέ με τις ιστορίες από τις πρώτες ασπρόμαυρες εκπομπές. Μόλις τις είδε ο «μάστορας», μου λέει: «Πω, πω, κοιτά πώς είναι το χαρτί, και γράμματα παλιάς γραφομηχανής και με σημειώσεις σου επάνω και πρόχειρα σκιτσάκια του Κυριτσόπουλου! Τι λες τώρα! Αυτά τα σενάρια είναι κειμήλια! Δεν τα βγάζεις σε πλειστηριασμό μπας και ξεχρεώσεις το ΤΕΒΕ σου»!
Χα, χα, χα… Μεγάλη ιδέα έχει το παιδάκι μου για τον πατέρα του! Πώς λέμε «χαζομπαμπάς»; Ε, αυτός είναι «χαζογιός». Χα, χα, χα…
Καλό ξημέρωμα
Σας φιλώ.
Π.

Σας έχω πει ποτέ πώς βρήκα την καρέκλα μου; Όχι, ε; Ακούστε, λοιπόν την ιστορία της.
storyteller-gro.JPG Ένα απόγευμα, πριν κάμποσο καιρό, πήγα πετώντας σ’ ένα πολύ ψηλό βουνό πού ξέρω – και δεν το λέω για να μην μαζευτούν τίποτα τύποι με μοτοσυκλέτες που κάνουν φριχτό θόρυβο – για να δω το ηλιοβασίλεμα.
Μόλις έφτασα, βλέπω εκεί στο πουθενά μια καρέκλα! «Α, ωραία», λέω, «θα δω το ηλιοβασίλεμαmommyschair.jpg καθιστός»! Αλλά με το που κάθομαι, αρχίζει η καρέκλα να τρέμει σαν να γίνεται σεισμός και… «φρουπ», δίνει μια στο τέλος και με τινάζει από πάνω της!
«Ωχ», φώναξα καθώς βρέθηκα κάτω ανάσκελα με το τίναγμα της καρέκλας.
«Γιατί με πέταξες κάτω καλέ κυρά καρέκλα» τη ρωτά.
«Σαν να μην μου έφταναν τα βάσανά μου, ήρθες τώρα κι εσύ να κάτσεις πάνω μου», απάντησε η καρέκλα!
«Μα τι βάσανα έχεις», την ρωτάω.
«Να: δεν προλαβαίνω να κάνω ένα φίλο και τον χάνω. Χάνω διαρκώς τους φίλους μου και είμαι πάντα μόνη μου», απάντησε με λυπημένη φωνή η καρέκλα.
«Δηλαδή», την ρωτάω κι εκείνη άρχισε να μου λέει τον πόνο της.

fishbowl.jpg«Μόλις πριν λίγες μέρες μ’ αγοράσανε από το μαγαζί όπου με είχαν φτιάξει κι έχασα έτσι για πρώτη φορά τους φίλους που είχα κάνει, κάτι άλλες καρέκλες και τραπέζια, από τη μέρα που με φτιάξανε. Στο σπίτι που πήγα, με βάλανε δίπλα σ’ ένα τραπεζάκι που είχε πάνω του μια γυάλα μ’ ένα χρυσόψαρο. Και πάνω που είχαμε γίνει φίλοι με το χρυσόψαρο, το πήρανε και το πήγανε σε ένα άλλο δωμάτιο.

flowerpot.jpgΣτη θέση του βάλανε ένα ωραίο βάζο με λουλούδια κι όταν γνωρίστηκα με τα λουλούδια και γίναμε φίλοι, πάνω που εκείνα έσκυβαν προς τη μεριά μου για να μυρίσω το άρωμά τους, με άρπαξε ένα χέρι και με πήγε μακριά τους, μπροστά σε μια μπαλκονόπορτα. Κι όταν εκεί γνωρίστηκα με τον ήλιο κι είχε αρχίσει να με ζεσταίνει η καρδιά του με πήραν κι από ‘κει!

Και να που έρχεται και κουλουριάζεται πάνω μου χαδιάρικα μια γλυκιά γατούλα και πιάσαμε κουβέντα. Αλλά ούτε καιhammiecat.jpg τη ζεστασιά της γάτας δεν μπόρεσα να χαρώ! Μόλις τα ‘χαμε βρει και μας έπαιρνε ο ύπνος, να σου κάτι άτακτα παιδιά που άρχισαν να με τραντάζουν και μου έδιωξαν τη γάτα. Τ΄ αγαπώ, βέβαια, τα παιδιά γιατί παίζουν μαζί μου, αλλά μερικές φορές το παρακάνουν. Τέλος πάντων, αυτά είναι τα βάσανά μου. Αλλά τώρα γεια σου. Φεύγω γιατί έχω δουλειά», είπε η καρέκλα κι έφυγε κατηφορίζοντας γρήγορα το βουνό με τα τέσσερα πόδια της.

Όταν έφυγε η καρέκλα σκέφτηκα να την παρακολουθήσω για να δω πού θα πάει και τι δουλειά μπορεί να έχει μια καρέκλα, εκτός από το να κάθονται οι άνθρωποι πάνω της, ή να ακουμπάνε τα ρούχα της σ’ αυτήν!
Εκεί που προχωρούσαμε, ξαφνικά η καρέκλα σταμάτησε κάτω από ένα δέντρο. Εκείνο έσκυψε από πάνω της, κάτι της είπε που δεν μπορούσα ν’ ακούσω και τότε η καρέκλα χοροπηδώντας από τη χαρά της γύρισε στο σπίτι της. Κοίταξα από το παράθυρο και βλέπω να την πλησιάζει κάποιος και να κάθεται πάνω της. Και πάνω που ετοιμαζόμουν να φύγω γιατί η ιστορία δεν παρουσίαζε πια ενδιαφέρον, ακούω τον άνθρωπο που κάθισε πάνω της να φωνάζει: «Ωχ, κόλλησα! Κόλλησα στην καρέκλα και δεν μπορώ να σηκωθώ. Τότε έρχεται κάποιος για να τον τραβήξει και κολλάει κι αυτός! Οπότε έρχεται ένας τρίτος, πιάνει τα χέρια του δεύτερου και κολλάει κι αυτός.
Και σε λίγο ήρθε κι άλλος, και μετά κι άλλος κι όλοι κολλάγανε πάνω στον προηγούμενο. Κι επειδή φοβήθηκα ότι στο τέλος θα κολλούσε ολόκληρη η πόλη, σκέφτηκα κάτι και πέταξα γρήγορα προς το βουνό για να βρω το δέντρο πού είχε συναντήσει η καρέκλα. Ήμουν βέβαιος ότι αυτό της είχε πει το μαγικό που τους έκανε να κολλάνε όλοι.
«Πες μου δεντράκι μου σε παρακαλώ», του λέω μόλις έφτασε εκεί, «τι είπες στην καρέκλα και κολλάνε πάνω της όλοι όσοι την πλησιάζουν. Δεν είναι σωστό αυτό πού έγινε! Μια ολόκληρη πόλη κοντεύει να ερημώσει γιατί έχουν κολλήσει όλοι ο ένας πάνω στον άλλον κι όλοι πάνω στην καρέκλα. Και το δέντρο, πού κατάλαβε το λάθος του- μου ψιθύρισε στ’ αυτί μια μαγική φράση κι έφυγα αμέσως πετώντας.
queue.jpg Μόλις έφτασα πάνω από την καρέκλα με τους κολλημένους ανθρώπους που πια βγαίναν έξω από το σπίτι και είχαν πλημμυρίσει τους γύρω δρόμους, φώναξα τη μαγική φράση που μου είπε το δέντρο: «Τούνκους-τένκους-φλουλελένκους»… Κι αμέσως ο ένας μετά τον άλλον άρχισαν να ξεκολλάνε οι άνθρωποι, μέχρι που σηκώθηκε κι ο τελευταίος από πάνω της. Και τότε την πλησίασα και την ρώτησα: «Γιατί το έκανες αυτό;»
«Για να τους τιμωρήσω πού μ’ άφηναν μόνη μου», απάντησες εκείνη.
«Ε , λοιπόν, θα σε πάρω σπίτι μου», της λέω εγώ, «και δεν θα ξαναμείνεις μόνη σου ποτέ πια».
Κι έτσι, έφερα την καρέκλα στο σπίτι μου και δεν έμεινε ποτέ ξανά μόνη της, αφού όταν λείπω εγώ της κάνουν παρέα ή γάτα μου κι ο παπαγάλος μου.

mr_parrot.png

Το τσιγάρο δεν κόβεται ποτέ. Β’ ΜΕΡΟΣ

Λοιπόοον… Κατ’ αρχήν, όσοι δεν έχετε δει το – ακριβώς πριν από αυτό – Α΄ΜΕΡΟΣ του post, και πρωτομπαίνετε εδώ, επιτρέψτε μου να σας συστήσω να το διαβάσετε πριν προχωρήσετε στο Β΄ΜΕΡΟΣ. Έχει σημασία.
Το πρωί – ποιο πρωί δηλαδή, νύχτα ήταν ακόμα – τελειώνοντας την περιγραφή της πρώτης φάσης της κόλασης των προσπαθειών μου να κόψω το τσιγάρο, αφού κατέληξα ότι το τσιγάρο δεν κόβεται και είπα, «τέλος η προσπάθεια», το ξαμόλησα χωρίς να νοιώθω καμιά ενοχή, κανένα φόβο, χωρίς καμιά σύγκρουση μέσα μου, κι έφτασα να καπνίζω τέσσερα πακέτα την ημέρα, δηλαδή 80 τσιγάρα! Αλλά…
Υπήρξε, λοιπόν και ένα «αλλά» το οποίο, μετά 3 μήνες περίπου, κατέληξε στο να σταματήσω το κάπνισμα. Καθώς είχε πάψει κάθε προσπάθεια να κόψω το τσιγάρο, είχα «γράψει» κανονικά κάθε προειδοποίηση υγείας, αφού δεν είχα και τίποτα, και δεν ένοιωθα καμιά ενοχή για οτιδήποτε, κάποια στιγμή πρόσεξα ότι είχε αρχίσει να με τρώει μέσα μου μια περιέργεια να μάθω γιατί δεν μπορούσα να το κόψω αφού το έπαιρνα απόφαση και το ήθελα. Έτσι, λοιπόν, σαν παιχνίδι άρχισα να με παρατηρώ:
- Πότε κάπνιζα, γιατί κάπνιζα, πόσο κάπνιζα κ.λπ.
- Κατ’ αρχήν είδα ότι κάπνιζα κάθε δέκα λεπτά περίπου.
- Το κάθε τσιγάρο μού έπαιρνε 7 με 8 λεπτά να το τελειώσω και άναβα το επόμενο μετά από 2 ή 3 λεπτά.
-  Υπήρχαν φορές που το έπιανα από την αρχή που μου ερχόταν η επιθυμία να καπνίσω, αλλά άλλες που το συνειδητοποιούσα αφού είχα αρχίσει να καπνίζω. Οι πρώτες είχαν σχέση είτε με γεύση είτε με αμηχανία είτε για να αντλήσω περισσότερη ευχαρίστηση από κάτι ή για να ξεφύγω ένα άλλο. Οι δεύτερες ήταν μηχανικές είτε από κεκτημένη ταχύτητα της συνήθειας είτε επειδή υπήρχε μηχανικός συνδυασμός ενός πράγματος με το κάπνισμα. Π.χ. κάθε φορά που έμπαινα στο αυτοκίνητο, έβαζα μπροστά, άνοιγα το ραδιόφωνο κι άναβα τσιγάρο. Κάθε φορά, μα κάθε φορά! Ακόμα κι αν είχα σβήσει ένα άλλο τσιγάρο πριν μπω στο αυτοκίνητο!!!
- Επίσης παρατήρησα ότι το τσιγάρο μου έδινε τη δυνατότητα να παίρνω διάφορες πόζες ανάλογες με την περίπτωση.
- Κάτι που μου  έκανε πολύ εντύπωση είναι ότι όταν είχα γύρισμα του «ΠΑΡΑΜΥΘΑ», από τις 9 το πρωί έως τις 7 το απόγευμα, κάπνιζα στις 10 ώρες γυρίσματος, ΕΝΑ μόνο τσιγάρο μετά το φαγητό στο μεσημεριανό διάλειμμα, όχι γιατί δεν μου επιτρεπόταν το κάπνισμα, αλλά γιατί δεν ήθελα! Και το πιο περίεργο: δεν μου έλειπε!!!
Αυτό το τελευταίο – μαζί με κάποια άλλα που είχα δει – μ’ έκανε να καταλάβω ότι ο λόγος που δεν μπορούσα να σταματήσω να καπνίζω ήταν επειδή ήθελα να κόψω το τσιγάρο κι όχι επειδή δεν ήθελα άλλο να καπνίζω. Το πιάνετε; Αν γυρίσετε πίσω στη ζωή σας, θα δείτε πως ό,τι ψυχολογικό, συνήθεια, σχέση, δουλειά, οτιδήποτε, σταμάτησε ριζικά και για πάντα είναι ό,τι δεν θέλατε άλλο – όχι όταν θέλατε να μην το συνεχίσετε. Γι’  αυτό καμιά φορά πρώτα τελειώνει κάτι μέσα σου και μετά από λίγο καιρό συνειδητοποιείς ότι έχει τελειώσει. Γι’ αυτό και τα πετυχημένα διαζύγια είναι εκείνα που γίνονται επειδή οι δύο άνθρωποι δεν θέλουν να περάσουν σε άλλη σχέση, αλλά απλώς και κατ’ αρχήν δεν θέλουν να είναι άλλο μαζί και το ομολογούν ειλικρινά και έντιμα. Δηλαδή: η αρνητική προσέγγιση ενός πράγματος φέρνει θετικό αποτέλεσμα, ενώ η θετική προσέγγιση φέρνει προσπάθεια, σύγκρουση, καταπίεση, αλλά κανένα αποτέλεσμα ή αν το φέρει θα είναι φοβερά βίαιο. (Βλέπε: καρκίνους, εγκεφαλικά, εμφράγματα, έλκη, ψυχοπάθειες κ.λπ.)
Είχε μπει ο Μάρτης του 1986. Ένοιωθα ότι ενώ δεν μ’ ένοιαζε να κόψω το τσιγάρο, είχα αρχίσει να μην θέλω να καπνίζω. Δεν το ελάττωσα, αλλά έπεσα πάνω σε ένα βιβλίο που λεγόταν, «ΠΩΣ ΘΑ ΚΟΨΕΤΕ ΤΟ ΤΣΙΓΑΡΟ ΣΕ ΠΕΝΤΕ ΜΕΡΕΣ». Το αγόρασα. Στο μεγαλύτερο μέρος του έλεγε παπαριές, αλλά είχε 8 καλές πρακτικές  συμβουλές:
1. Το πρωί πριν καν πλύνεις τα δόντια σου πιες ένα ποτήρι νερό.
2. Να κάνεις οπωσδήποτε μπάνιο και να τρίψεις από μέσα όλες τις κλειδώσεις σου (αγκώνες, καρπούς, γόνατα) μέχρι να κοκκινίσουν δημιουργώντας έτσι υπεραιμία.
3. Αν πίνεις καφέ να τον αντικαταστήσεις με τσάι ή χυμό.
4. Μετά το πρωινό να περπατάς 25 λεπτά τουλάχιστον.
5. Κάθε φορά μέσα στη μέρα που θες να καπνίσεις, πίνε ένα ποτήρι νερό -μπορεί να ξεπεράσεις και τα 30 ποτήρια.
6. Αν δεν βρίσκεις νερό, πήγαινε σε ένα παράθυρο ή όπου είσαι και πάρε μερικές βαθιές ανάσες.
7. Τέλος, αν σου έρθει τρέλα πες, «εντάξει, θα καπνίσω, αλλά σε 1 λεπτό», και κάθισε και παρακολούθησε προσεκτικά το λεπτοδείχτη του ρολογιού σου μέχρι να συμπληρώσει ένα κύκλο.
8. Αν παρόλα αυτά καπνίσεις, μην απογοητευτείς ή νοιώσεις ενοχές, πες «εντάξει» και συνέχισε σαν να μην τρέχει τίποτα.
Το βιβλίο, εκτός από τις 8 πρακτικές συμβουλές, είχε και μία ψυχολογική: «Μην πείτε ποτέ, ‘κόβω το τσιγάρο’· πείτε, ‘για να δούμε πόσο καιρό μπορώ να μην καπνίζω’ και δοκιμάστε».
Αυτό το τελευταίο μου άρεσε πολύ, γιατί δεν είχα πάρει καμιά απόφαση να κόψω το τσιγάρο, αλλά ύστερα από όλη την παρατήρηση που είχα κάνει και την επίγνωση που είχα πια κάθε φορά που κάπνιζα, έβλεπα ότι δεν πολύ-ήθελα πια να καπνίζω. Έτσι, την Καθαρή Δευτέρα, 16 Μαρτίου, του 1986, στις 10 η ώρα το πρωί, ήπια ένα ποτήρι νερό πριν πλύνω τα δόντια μου, έκανα μπάνιο τρίβοντας δυνατά τις φλέβες μου στα σημεία από όπου μπορούν να σου πάρουν αίμα, έφτιαξα ένα τσάι με διάφορα και μια πορτοκαλάδα και είπα: «Για να δω πόσο καιρό μπορώ να μην καπνίζω». Και έχουν περάσει από τότε 22 χρόνια, 11 μήνες, και 10 ημέρες χωρίς να ξανακαπνίσω ποτέ, ούτε για αστείο, ούτε για δοκιμή. Και είδα όλα αυτά τα χρόνια ότι οι φορές που κινδύνεψα να ξανακαπνίσω δεν ήταν από ζόρι ή στενοχώρια, αλλά από αυτοπεποίθηση ότι έχω κόψει το κάπνισμα σε στιγμές διασκέδασης. Επίσης, θέλω να σας πω ότι από φανατικός καπνιστής δεν έγινα φανατικός αντικαπνιστής· αυτό δεν είναι στην ουσία καμιά αλλαγή. Απλώς έπαψα να θέλω να καπνίζω. Οι φανατικοί αντικαπνιστές, είναι εκείνοι που τρώγονται μέσα τους να καπνίσουν, αλλά το καταπιέζουν και το κρύβουν κι από τον ίδιο τους τον εαυτό. Όπως οι ομοφυλόφιλοι που φοβούνται να το δείξουν και να το ομολογήσουν, κι αντί να το αφήσουν ελεύθερο και να είναι ευτυχισμένοι άνθρωποι, το κρύβουν και το καταπιέζουν και κακιώνουν με τη ζωή και με τον εαυτό τους και με τους άλλους, καθώς γίνονται φανατικοί ετεροφυλόφιλοι – δηλαδή δυστυχισμένοι.
Πριν προχωρήσω, επειδή αυτά που έρχονται  είναι φιλοσοφικοαυτογνωσιακοψυχολογικά «φούμαρα ιντερνετικά», (χα, χα, χα… πού το θυμήθηκα! Καλή της ώρας της κοπέλας  που το ‘χε γράψει), πριν, λοιπόν, αρχίσουν τα «φούμαρα τα ιντερνετικά» όσοι τα βαριούνται, μπορούν άνετα να σταματήσουν εδώ. Εγώ έχω ολοκληρώσει την ιστορία τού πώς έπαψα να καπνίζω κι επίσης έχω δώσει και κάποια πρακτικά βοηθήματα που εμένα μου φάνηκαν χρήσιμα.  Αυτά που ακολουθούν είναι γενικότερα συμπεράσματα, βγαλμένα από τη διαδικασία παρατήρησης, επίγνωσης θα έλεγα, που πέρασα μερικούς μήνες μέχρι να σταματήσω το κάπνισμα, που θεωρώ ότι ισχύουν και για κάθε είδους συνήθεια.  Όσοι θέλουν λοιπόν, μπορούν να σταματήσουν εδώ. Οι υπόλοιποι, καλά να πάθετε.

cigarette_butt.jpg

  Στο διάστημα που μεσολάβησε από τη στιγμή που αμόλησα το κάπνισμα κι όπου πάει, έως τη στιγμή που είπα, «για να δω πόσο καιρό μπορώ να μην καπνίζω», ανακάλυψα ένα σωρό πράγματα, όταν σαν παιχνίδι άρχισα να παρατηρώ γιατί ενώ ήθελα να κόψω το τσιγάρο δεν μπορούσα. Όλα, άρχισαν με ένα ερώτημα που γεννήθηκε και που η απάντηση ήρθε μέσα σους επόμενους μήνες, άσχετα αν εδώ για ευκολία σας την γράφω αμέσως. Το ερώτημα, λοιπόν είναι:  Τι μπορεί να κάνει κανείς για να σταματήσει το κάπνισμα, όταν βλέπει ότι παρόλο που θέλει πολύ να το κάνει δεν μπορεί. Η απάντηση είναι: να μην κάνει τίποτα. Να αφήσει τα πράγματα όπως είναι. Αν λαχταράει κανείς αληθινά  να πάψει να καπνίζει, θα πάψει.  Βλέπετε, εκείνο που συμβαίνει είναι τούτο ακριβώς: Με τη λογική θέλεις να πάψεις να καπνίζεις, αλλά ψυχολογικά εξακολουθείς να ενδίδεις  στην ευχαρίστηση ή την παρηγοριά του καπνίσματος. Το ερώτημα, λοιπόν, στην πραγματικότητα είναι: Τι  να κάνω αφού θέλω να κόψω το κάπνισμα, αλλά ταυτοχρόνως και δεν θέλω να το κόψω; Μοιάζει αστείο, αλλά έτσι είναι!
Κατ’ αρχήν, πρέπει κανείς να κατανοήσει γιατί καπνίζει κι όχι να μαλώνει τον εαυτό του που το κάνει. Όταν επικρίνεις τον εαυτό σου και τον μαλώνεις που καπνίζει αποφεύγεις το πρόβλημα, δεν το λύνεις. Όπως κι όταν το κόβεις με τη βία. Όταν μαλώνεις ένα παιδί για να σ’ αφήσει ήσυχο να δεις τηλεόραση ή για οτιδήποτε, το παιδί εξακολουθεί να είναι εκεί, δεν εξαφανίζεται για πάντα. Μπορούμε, λοιπόν, να κατανοήσουμε κάτι όταν το επικρίνουμε; Η επίκριση ή η αποδοχή είναι εύκολη δουλειά, αλλά είναι και φυγή από το πρόβλημα. Κι αν παρατηρήσεις τον εαυτό σου θα δεις ότι είναι πολύ δύσκολο να μην επικρίνεις. Η διαμόρφωσή μας βασίζεται στην άρνηση, στην κριτική, στη σύγκριση, στην παραίτηση, στην εκλογίκευση. Μ’ αυτή τη διαμόρφωση είναι που πλησιάζουμε τα προβλήματά μας, όπως  μια συνήθεια σαν το κάπνισμα. Κι αυτή ακριβώς η διαμόρφωση θρέφει τα προβλήματα. Νομίζουμε ότι αν ξέρουμε την αιτία ενός προβλήματός μας, θα γλυτώσουμε από αυτό. Αλλά αυτή η γνώση είναι απλή πληροφόρηση. Η γνώση της αιτίας ενός προβλήματός μας και η κατανόηση τού προβλήματος είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Και αυτή η γνώση εμποδίζει την κατανόηση. Η γνώση είναι του μυαλού, αλλά η κατανόηση είναι της καρδιάς. Η γνώση σε ικανοποιεί, η κατανόηση σε πονάει.
Τώρα: αν προσεγγίσεις το πρόβλημα του καπνίσματος συνολικά,  όχι κομματιασμένος στα δύο – ψυχολογικά και λογικά – και χωρίς τις ιδέες, «θέλω ή δεν θέλω, το κόβω ή δεν το κόβω», θα ανακαλύψεις αν θέλεις πραγματικά ή όχι να καπνίζεις. Αν ανακαλύψεις ότι θέλεις να καπνίζεις ε, τότε κάπνιζε. Μ’ αυτόν τον τρόπο έχεις πιθανότητες να ανακαλύψεις τι είναι αυτή η συνήθεια χωρίς να την αποκαλείς συνέχεια βλαβερή κι ωστόσο να τη συνεχίζεις. Αν προσεγγίσεις έτσι ολοκληρωτικά, με όλο σου το είναι το πρόβλημα, τότε θα πάψεις ν’ αναρωτιέσαι, «να το κόψω… να μην το κόψω;…». Ενώ αλλιώς, από τη μια θα θέλεις να καπνίζεις επειδή σου δίνει ευχαρίστηση και από την άλλη δεν θα θέλεις επειδή λογικά το βρίσκεις ανοησία. Έτσι είναι που φτάνεις να βάλεις πειθαρχία στον εαυτό και λες: «από αύριο το κόβω» ή «μέσα σε ένα μήνα θα το έχω κόψει» ή κάποια στιγμή στο μέλλον, είτε είναι το αύριο είτε σε ένα χρόνο.
Αλλά γιατί ο νους βάζει στη μέση το χρόνο; Το χρόνο σαν αύριο ή σαν την επόμενη στιγμή ή σαν μήνες μετά και λοιπά; Γιατί λες, «θα κάνω το τάδε πράγμα αύριο» ή «θα κόψω το τσιγάρο»; Το «θα», σημαίνει χρόνο, μέλλον, δηλαδή: αναβολή. Ο νους επινοεί έναν τεχνητό χρόνο, που δήθεν είναι του ημερολόγιου, για να μην κάνει κάτι τώρα. Η αναβολή αυτή είναι άλλοθι για να μην αλλάζεις ποτέ. «Θα πάψω να καπνίζω» ή «θα πάψω να ζηλεύω» ή «θα πάψω να λέω ψέματα» ή «θα πάψω να είμαι βίαιος», δηλαδή με την αναβολή κάνω το γεγονός ιδέα, ένα ιδανικό που θα παλέψω γι’ αυτό να το πετύχω κάποτε, αλλά μέχρι τότε μπορώ να είμαι όπως είμαι ή να κάνω ό,τι κάνω χωρίς καμιά αλλαγή, έχοντας το άλλοθι, τη δικαιολογία, ότι υποφέρω και παλεύω γι’ αυτήν την αλλαγή που … κάποια στιγμή θα την καταφέρω. (Τι πανούργο πράμα που είναι ο νους! )
Λες, λοιπόν, ότι χρειάζεσαι χρόνο για να ξεπεράσεις τη σύγκρουση που δημιουργείται μέσα σου με το «θέλω να κόψω το τσιγάρο, αλλά δεν μπορώ». Από τη μια το σώμα έχει συνηθίσει στη νικοτίνη και την αποζητάει κι από την άλλη αποφασίζεις λογικά να κόψεις το κάπνισμα. Εδώ υπάρχει σύγκρουση. Και είναι δυνατόν να κόψει κανείς εντελώς το κάπνισμα χωρίς αυτή τη σύγκρουση; Από τη μια είναι το σώμα που έχοντας συνηθίσει τη νικοτίνη την αποζητάει κι από την άλλη ο νους που λέει: «Τι βλακεία, τι βλαβερό πράγμα που είναι το κάπνισμα! Θα μου πειράξει την καρδιά, τους πνεύμονες… γι’ αυτό θα το κόψω».  Έχουμε, λοιπόν, μία λογική απόφαση από τη μια, και ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός από την άλλη, που είναι ότι το σώμα έχει εθιστεί στη νικοτίνη, οπότε υπάρχει σύγκρουση ανάμεσα σε αυτά τα δύο. Και για να ξεπεράσεις τη σύγκρουση λες: «Θα το κόψω σιγά σιγά. Στην αρχή, αντί κάθε τέταρτο θα καπνίζω κάθε μισή ώρα, μετά θα το κάνω κάθε μία ώρα, μετά δύο ώρες και κάποτε θα το ξεσυνηθίσω». Σ’ αυτό το σημείο μπαίνει ένα ερώτημα: υπάρχει τρόπος να κόβεις το τσιγάρο ή μία οποιαδήποτε συνήθεια χωρίς καμία σύγκρουση; Που σημαίνει, ότι το σώμα δέχεται το γεγονός και με τη δική του νοημοσύνη βλέπει τον κίνδυνο της συνήθειας και την κόβει. Πρέπει, λοιπόν, να ανακαλύψει κανείς μόνος του, μέσα του, αν το σώμα μπορεί να δει το κάπνισμα με την ίδια νοημοσύνη που το βλέπει ο νους και να το σταματήσει χωρίς καμιά σύγκρουση. Υπάρχει η «κεκτημένη ταχύτητα» του σώματος που θέλει να καπνίζει και η «κεκτημένη ταχύτητα» του νου που λέει, «θέλω να το κόψω». Και είναι δυνατόν, το σώμα κι ο νους να δουν με τον ίδιο τρόπο το κάπνισμα και να το σταματήσουν;
Δηλαδή, υπάρχει χωρισμός νου και σώματος. Βέβαια. Πώς λέμε, «το μεν πνεύμα πρόθυμο η δε σαρξ αδυνατεί»; Ε, αυτό θα πει: σύγκρουση. Και το ξεπέρασμα της σύγκρουσης λέμε ότι απαιτεί χρόνο. Κι ο χρόνος σημαίνει αναβολή. Αναβολή αντίδρασης σε ένα κίνδυνο. Αλλά όταν περνώντας αφηρημένος το δρόμο αντιλαμβάνεσαι ξαφνικά τον κίνδυνο του αυτοκινήτου που έρχεται με φόρα, τραβιέσαι αμέσως, «τώρα», δεν το αναβάλεις για αύριο. Που σημαίνει τι;  Ότι το σώμα κι ο νους είδαν το γεγονός την ίδια στιγμή, με τον ίδιο τρόπο κι αντέδρασαν τώρα. Δεν είδε ο νους τον κίνδυνο, αλλά το σώμα είπε, «αχ, είμαι κουρασμένο δεν μπορώ να τραβηχτώ αμέσως»! Γίνεται, λοιπόν, να υπάρξει μία ολική αντίληψη από το σώμα και το νου, ώστε να μπει τέλος στο κάπνισμα, δηλαδή να δουν και τα δύο, την ίδια στιγμή και με τον ίδιο τρόπο τον κίνδυνο που έρχεται και ν’ αντιδράσουν και τα δύο, «τώρα»;
Μήπως είναι θέμα απόφασης; «Παίρνω απόφαση να κόψω το τσιγάρο»;  Όχι. Η απόφαση είναι μία λογική κατάληξη. Το κόψιμο του τσιγάρου είναι ψυχολογική υπόθεση και σε ψυχολογικά θέματα δεν χωράει η λογική, δεν χωράνε αποφάσεις. Ξέρω, ακούγεται παράδοξο, αλλά κοιτάξτε: Η απόφαση συνεπάγεται επιλογή, έτσι;  Η επιλογή συνεπάγεται δύο ή και περισσότερα πράγματα που πρέπει μεταξύ τους να επιλέξεις.  Π.χ. να επιλέξεις ανάμεσα σ’ αυτό το αυτοκίνητο ή το άλλο, εκείνη την ταινία που θα δεις κι όχι την άλλη, αυτά τα παπούτσια από τα άλλα κ.λπ. Αλλά σε κάτι ψυχολογικό δεν υπάρχει επιλογή. Όταν ερωτεύεσαι, δεν έχεις μπροστά σου δυο τρεις επιλογές από τις οποίες αποφασίζεις λογικά ποια είναι η καλύτερη, που την επιλέγεις και την ερωτεύεσαι! Ερωτεύεσαι κατ’ ευθείαν, χωρίς επιλογές. Ακόμα κι όταν ο έρωτας δεν είναι «κεραυνοβόλος» και γλιστράει μέσα σου λίγο λίγο, δεν είναι θέμα επιλογής.
Ας πούμε, λοιπόν, ότι αποφασίζω να κόψω το κάπνισμα. Αυτή η απόφαση είναι κάτι μερικό. Είναι μία μερική πράξη επειδή έρχεται ως αποτέλεσμα ενός λογικού συμπεράσματος που λέει ότι πρέπει να κόψω το κάπνισμα επειδή με βλάπτει, μπορεί να πειράξει την καρδιά και τα πνευμόνια μου, μπορεί να πάθω καρκίνο, η νικοτίνη κάνει νωθρό τον εγκέφαλό μου, δίνω ένα σωρό λεφτά το μήνα για τσιγάρα κ.λπ. Όλα αυτά, όμως, είναι λογικά συμπεράσματα και κάποια από αυτά το πολύ να μου προκαλέσουν φόβο μην πεθάνω κι έτσι αποφασίζω με το ζόρι να κόψω το κάπνισμα. Η απόφαση αυτή είναι μία μερική πράξη, όχι μία ολοκληρωμένη πράξη, οπότε υπάρχει σύγκρουση, ανάμεσα στη λογική απόφαση και στο γεγονός ότι πρέπει να το κόψω. Η απόφαση, λοιπόν, έχει ένα κίνητρο κι ένα στόχο που για να τον πετύχω λέω ότι χρειάζομαι χρόνο, οπότε διαιωνίζω τη σύγκρουση.
Αν, λοιπόν, δεις ότι είσαι διαμορφωμένος: να κάνεις επιλογές με κίνητρα και να αποφασίζεις να βάζεις στόχους για να τους πετύχεις παρεμβάλλοντας έτσι χρόνο που σημαίνει προσπάθεια και σύγκρουση και αναρωτηθείς αν υπάρχει τρόπος να σβήσεις μια συνήθεια, χωρίς προσπάθεια, μια και καλή, τότε βλέπεις το όλο πράγμα εντελώς διαφορετικά. Τότε, αρχίζει να υπάρχει μία επίγνωση της συνήθειας. Μια επίγνωση χωρίς κρίσεις, σχόλια, εκλογικεύσεις, δικαιολογίες ή αυτό-επίκριση και ενοχές. Σε μια τέτοια επίγνωση δεν υπάρχουν επιλογές που οδηγούν σε αποφάσεις, αλλά απλώς έχεις επίγνωση της συνήθειας – όποια κι αν είναι – και τότε βλέπεις τι συνεπάγεται αυτή η συνήθεια: ευχαρίστηση, παρηγοριά, μίμηση, μια αίσθηση ότι ανήκεις σε κάποια μεγάλη κατηγορία ανθρώπων, φυγή, φόβους, ενοχές, τα «πρέπει» και «δεν πρέπει», τον βασανισμό του σώματος από αυτοπειθαρχίες που είναι άσκοπη σπατάλη ενέργειας και τελικά δυνάμωμα της λαχτάρας για τσιγάρο, για ποτό, για ναρκωτικά, για σεξ – ίσως η πιο κρυφή και ύπουλη συνήθεια για φυγή – ή οποιαδήποτε άλλη ψυχολογική συνήθεια.

Όταν το δει κανείς όλο αυτό απολύτως καθαρά, όχι σχετικά καθαρά, απολύτως καθαρά: χωρίς φόβους για υγεία ή ενοχές για το παιδί σου που του φυσάς τον καπνό στο πρόσωπο, χωρίς ενοχές γενικά  επειδή είδες ότι οι ενοχές είναι άλλοθι για να μην αλλάζεις· χωρίς να νοιώθεις μειονεκτικά μπροστά σε άλλους που το έκοψαν και πουλάνε μούρη· χωρίς χρονοδιαγράμματα κοψίματος για να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου, τότε υπάρχει μια διαφορετική ποσότητα και ποιότητα ενέργειας, δύναμης αν θέλετε, μέσα σου και μπορείς να αναρωτηθείς σοβαρά και ήσυχα: «Πώς μπορώ να τελειώνω μ’ αυτήν ή με οποιαδήποτε άλλη ευχάριστη συνήθεια εύκολα και χωρίς προσπάθεια»;  Και τότε βλέπεις ότι το πρώτο πράγμα που έχεις να κάνεις είναι να πάψεις να αντιστέκεσαι στη συνήθεια. Ας πας από τα 20 τσιγάρα  στα 40, σε όσα να ‘ναι. Το ευχαριστιέσαι χωρίς να του αντιστέκεσαι, χωρίς να το μάχεσαι, χωρίς να το καταπιέζεις, χωρίς να του ξεφεύγεις με στόχους, κόλπα και χρονοδιαγράμματα, χωρίς καν να θέλεις να το κόψεις. Αλλά το παρακολουθείς χωρίς να επεμβαίνεις. Έχεις επίγνωση του: τι, πότε, πώς, πόσο και γιατί το κάνεις. Έχεις επίγνωση του χεριού σου που ανοίγει το πακέτο και παίρνει το τσιγάρο, έχεις επίγνωση γιατί εκείνη ειδικά τη στιγμή θέλησες να καπνίσεις, παρακολουθείς πώς το πιάνεις ανάμεσα στα δάχτυλά σου, πώς το ανάβεις, έχεις επίγνωση της ευχαρίστησης της πρώτης βαθιάς ρουφηξιάς, της πόζας που παίρνεις καπνίζοντας μέχρι το σβήσιμο του τσιγάρου στο τασάκι. Δεν χρειάζεται να έχεις επίγνωση συνέχεια. Ας είναι και μία φορά τη μέρα, μισή. Κι αν το ξεχνάς μην εκνευρίζεσαι.  Επίγνωση είναι η στιγμή που βλέπεις ότι δεν έχεις επίγνωση. Και με τον καιρό αυτή η επίγνωση θα υπάρχει όλο και περισσότερο, χωρίς καμιά προσπάθεια.
Τι συμβαίνει στο νου σου όταν γίνει όλο αυτό; Γιατί κάτι συμβαίνει. Τι συμβαίνει στο νου που έχει μάθει να ζει και να δουλεύει μέσα στις συνήθειες, στη ρουτίνα, στην ασφάλεια της επανάληψης, με συστήματα, με μεθόδους, κάτω από πίεση, με φόβο τιμωρίας ή ελπίδα ανταμοιβής; Τι συμβαίνει στο νου όταν δει ότι δούλευε μηχανικά έως τώρα και πάψει να το κάνει; Πάψει αληθινά, όχι θεωρητικά, φιλοσοφικά, στα λόγια. Τι συμβαίνει; Αυτό είναι κάτι που ο καθένας πρέπει να το ανακαλύψει και να το νοιώσει μόνος του. Διαβάζοντας το μενού με τα φαγητά στο εστιατόριο δεν χορταίνεις την πείνα σου· πρέπει να φας.

Και για να κλείσουμε το θέμα γιατί σας έπρηξα. Το χρόνο που πέρασε, έχω μπει σε πολλά blogs κι έχω δει ότι υπάρχουν άνθρωποι που θεωρούν τον εαυτό τους αυθεντίες σε πολιτικά, κοινωνικά, ψυχολογικά, μεταφυσικά, ακόμα και πνευματικά θέματα. Ελπίζω να έχετε καταλάβει ότι εδώ δεν υπάρχει αυτή η πρόθεση. Θα ήμουν ασυνεπής, αφού θεωρώ δεν υπάρχουν αυθεντίες πέρα από πρακτικούς χώρους. Δεν σας μιλάω εδώ για τίποτα βαριές φιλοσοφίες, αλλά για πράγματα καθημερινά, όπως αυτό εδώ με το κάπνισμα. Αλλά σας παρακαλώ, γι’ αυτό και για οτιδήποτε διαβάσετε ή θα διαβάσετε εδώ, μη δέχεστε αυτά που σας λέω, δοκιμάστε τα κι ανακαλύψτε τα  μόνοι σας – αν είναι έτσι -  για τον εαυτό σας και τότε θα είναι δικά σας. Σας παρακαλώ δείτε το: αυτό ισχύει από το κόψιμο του τσιγάρου μέχρι την ανακάλυψη του αν υπάρχει Θεός. Μη δέχεστε παιδιά μου, τίποτα από ό,τι  σας λένε, όλοι αυτοί που παριστάνουν τον φωτισμένο δάσκαλο, το θρησκευτικό ηγέτη, τον γκουρού επειδή είναι αρχομανείς του χειρότερου είδους, καθώς θέλουν εξουσιάζουν τις ψυχές των ανθρώπων. Πιστέψτε με, οι αληθινοί δάσκαλοι, δεν έχουν μαγαζιά φώτισης όπου πληρώνετε με το μήνα για να δείτε την αλήθεια. Μην πηγαίνετε σε μέρη όπου μιλάνε διαρκώς για αγάπη, αλλά η αγάπη έχει φύγει από το παράθυρο και δεν το έχει πάρει κανείς χαμπάρι.
Τα λέω αυτά, επειδή είμαι αληθινά στενοχωρημένος, γιατί μόλις χθες έμαθα, ότι μια παλιά μου φίλη και αληθινή καλλιτέχνις είχε εξαφανιστεί για δέκα χρόνια από το χώρο που αγαπούσε πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο, γιατί της το επέβαλλε ο «Δάσκαλος» (ο παπάρας δηλαδή) του γκουρούδικου που πήγαινε, του σοβαρότερου λένε της Αθήνας γι’ αυτό και του πιο επικίνδυνου και εγκληματικού. Είναι σίγουρο πως ό,τι μας συμβαίνει το έχουμε επιτρέψει εμείς, αλλά αυτό δεν απαλλάσσει τον άλλο από τη δική του ευθύνη για ό,τι μας έκανε.
Σας φιλώ.
Π.

Το τσιγάρο δεν κόβεται ποτέ.

Σαν σήμερα, πριν 22 χρόνια, Καθαρή Δευτέρα του 1986, στις δέκα το πρωί, σταμάτησα το κάπνισμα «μαχαίρι», που λένε, ύστερα από smoking-2.JPG30 χρόνια καπνίσματος. Ακριβώς τα 22 χρόνια που έχω σταματήσει να καπνίζω τα κλείνω την επόμενη Κυριακή 16 Μαρτίου, γιατί τότε η Καθαρή Δευτέρα είχε πέσει στις 16 του μήνα, αλλά σας είχα πει ότι τελευταία προθεσμία που ζήτησα για να βάλω αυτό το post είναι η Καθαρή Δευτέρα. Συγνώμη, που καθυστέρησα τόσο πολύ να το ανεβάσω, αλλά όταν ξεκίνησα να το γράφω, άρχισαν να μου βγαίνουν διάφορα πράγματα που τα είχα παρατηρήσει τότε, αλλά που τελικά είδα για πρώτη φορά τη γενικότερη σημασία τους – δηλαδή, όχι μόνο για το κάπνισμα, αλλά για οποιαδήποτε συνήθεια – τώρα, βλέποντάς τα γραμμένα όλα μαζί σε ένα κείμενο. Κι έτσι αποφάσισα να θυμηθώ όλα όσα είδα τότε και να τα γράψω εδώ για όσους από σας βρουν ίσως κάποιο ενδιαφέρον σ’ αυτά.
Κατ’ αρχήν να εξηγήσω τη φωτογραφία. Όπως ίσως θα καταλάβατε είμαι εγώ. Είναι βγαλμένη το καλοκαίρι του 1964 (στα 21 μου), στο σπίτι του φίλου μου του Άλκη – που σας έγραψα γι’ αυτόν σε κάποιο προηγούμενο post – στη Θεσσαλονίκη, όταν ήμουν φαντάρος εκεί. Όταν μου είπε να με βγάλει φωτογραφία, άναψα αμέσως τσιγάρο και πήρα την πόζα που βλέπετε! Βάζω, λοιπόν, αυτή τη φωτογραφία εδώ για να αρχίσω με ένα από τα βασικά εξωτερικά στοιχεία του καπνίσματος που παρατήρησα στην περίοδο που άρχισα να θέλω να μάθω γιατί καπνίζω. Το στοιχείο αυτό είναι η πόζα. Όσοι καπνίζετε, παρατηρήστε κάθε φορά που ανάβετε τσιγάρο – χωρίς να κατακρίνετε ή να δικαιολογείτε αυτό που κάνετε ή βλέπετε – τι πόζα παίρνετε και γιατί. Θα δείτε ότι ακόμα και η απουσία οποιασδήποτε πόζας, όπως αυτή της φωτογραφίας, είναι πόζα. Υπάρχουν πολλών ειδών πόζες: η πόζα «του άνετου»· η πόζα του «πολύ σοβαρού»· η πόζα του «γαμάω»· η πόζα του «πονεμένου»· η πόζα του «καλά έχω και πολύ γοητεία»· η πόζα του «πολύ άντρα» κι αντίστοιχα της «πολύ γκόμενας» και εκατοντάδες άλλες. Τώρα: αυτές οι πόζες είναι εξωτερικές, αλλά το κακό είναι ότι υπάρχουν και εσωτερικές. Είναι εκείνες που τις παίρνουμε καπνίζοντας όταν είμαστε μόνοι μας, έτσι σαν να τις παίρνουμε για μας τους ίδιους καθώς βυθιζόμαστε σε ένα είδος… «ρεμβασμού» και παίζουμε καπνίζοντας: τον «απελπισμένο», τον «δυστυχισμένο», τον «αδικημένο», το «θύμα», τον «ανέμελο», τον «φιλόσοφο» και πολλά άλλα. Μάλιστα, ακόμα και συναισθήματα που είναι αληθινά, λες και υπάρχει μέσα μας ένας ασυνείδητος μηχανισμός που τα μετατρέπει κι αυτά σε πόζα για μας τους ίδιους, καθώς καπνίζουμε!
Μοιάζει παράδοξο σε ένα κείμενο που μιλάει για το σταμάτημα του καπνίσματος να υπάρχει τίτλος, «Το τσιγάρο δεν κόβεται ποτέ». Κι όμως, έτσι είναι. Αν μάλιστα προσθέσουμε και το, «εκτός αν στο κόψει με το ζόρι ο γιατρός», τότε είμαστε 100% μέσα. Οπότε τι θα πεις, μπορεί να ρωτήσετε. Αν το προσέξατε και το θυμάστε, στα προηγούμενα posts που σας έλεγα ότι θα γράψω για το τσιγάρο, δεν έλεγα, «θα σας πω πώς έκοψα το τσιγάρο», αλλά: «πώς σταμάτησα το κάπνισμα». Δεν είναι παραδοξολογία, αλλά ας πάρουμε την ιστορία από την αρχή.
Άρχισα να καπνίζω στα 13 μου, το 1956. Σ’ ένα πάρτι. Τα πάρτι της δεκαετίας του ‘50 και των αρχών του ’60 – με τη μουσική μπλουζ και τα κλειστά φώτα – ήταν ο βασικός χώρος όπου άνθιζε η ερωτική μας ζωή. Σε ένα από αυτά ήταν ένα κορίτσι που μου άρεσε πολύ και πάνω που παιζότανε να «τα φτιάξουμε» – όπως λέγαμε – έρχεται ένας συμμαθητής μου καπνίζοντας «πολύ αντρικά» και της ζητάει να χορέψουνε. Μετά κάθισαν και την κέρασε τσιγάρο, οπότε τέλειωσε η ιστορία μου μαζί της πριν προλάβει ν’ αρχίσει. Εκείνο το βράδυ άναψα το πρώτο μου τσιγάρο – τράκα. Το κάπνιζα επιδεικτικά μπροστά στο κορίτσι που φλερτάριζα, αλλά πια ήταν αργά. Μου την είχε «φάει» ο φίλος μου! Από την άλλη μέρα άρχισα να κλέβω τσιγάρα από τον πατέρα μου – ΑΡΩΜΑ σκέτο – που ήταν πολύ βαρύς καπνιστής, κάπνιζε πάνω από 5 πακέτα την ημέρα! Λίγο αργότερα , άρχισα να αγοράζω δικά μου τσιγάρα – μικρό πακέτο των 10 στην αρχή – για να φτάσω να καπνίζω στα 40 μου, λίγους μήνες πριν το σταματήσω, τέσσερα με τεσσεράμισι πακέτα την ημέρα, πάντα σκέτα – ΚΑΡΕΛΙΑ ΑΓΡΙΝΙΟΥ και GAULOISE, που δεν ξέρω αν υπάρχουν και σήμερα.
Το 1985, εικοσιπέντε χρόνια αργότερα , όταν δούλευα ακόμα στην Ε.Ρ.Τ. – κάπνιζα γύρω στα τρία πακέτα τσιγάρα, σκέτα, την ημέρα – μου συνέβησαν τέσσερα πράγματα που ήταν μοιραία για το μέλλον μου ως βαρύ καπνιστή.
Είχαμε πάει σε ένα σχολείο στο εξωτερικό, όπου σχεδιάζαμε να στείλουμε την κόρη μου πρώτα και το γιό μου αργότερα. Εκεί, σε ένα μεγάλο αγρόκτημα, βρισκόταν το σχολείο και οι κοιτώνες όπου μείναμε. Το κάπνισμα απαγορευόταν παντού. Όταν λέμε παντού εννοούμε όχι μόνο ούτε στο δωμάτιό σου, αλλά ούτε στους γύρω κήπους. Και δεν απαγορευόταν απλώς, αλλά όλοι το θεωρούσαν αυτονόητο ότι δεν καπνίζει κανείς. Κι αυτό σε έκανε να αισθάνεσαι άσχημα να χωθείς πίσω από κάποιο θάμνο για να καπνίσεις. Έτσι, έπρεπε να περπατάω γύρω στα 25 λεπτά για να βγω έξω από την περιοχή του Σχολείου για να καπνίσω με την ησυχία μου, χωρίς να με βλέπει κανείς. Δηλαδή, 25 λεπτά να πάω, 10 να καπνίσω και 25 να γυρίσω, ήθελα 1 ώρα το τσιγάρο! Αν κάπνιζα τα 60 τσιγάρα που είχα συνηθίσει θα έπρεπε να φύγω αμέσως από αυτό το μέρος. Έτσι τα περιόρισα με πολύ πόνο στα τέσσερα την ημέρα. Μείναμε πέντε μέρες και τις δύο τελευταίες είχα αρχίσει να αισθάνομαι γελοίος που έπρεπε να περπατάω γύρω στις τέσσερις ώρες την ημέρα για να καπνίζω! Αυτό, το αίσθημα ότι είναι γελοίο αυτό που κάνω, ήταν το πρώτο μοιραίο χτύπημα για το κάπνισμα που συνέβη.
Το δεύτερο, έγινε την τέταρτη μέρα. Υπήρχε μια συγκέντρωση των γονιών που είχαμε μαζευτεί εκεί και κάναμε μία συζήτηση με τον άνθρωπο που είχε ιδρύσει το σχολείο, γύρω από την ανατροφή των παιδιών και την εκπαίδευση. Κι εκεί έκανα ένα μοιραίο λάθος: Κάποια στιγμή που μιλάγαμε για την αγάπη του γονιού στα παιδιά του, ότι δεν είναι πάντα κάτι δεδομένα μη εγωιστικό, έκανα αυτή την ερώτηση: «Δηλαδή, εσείς τι θεωρείτε ότι πρέπει να κάνει ένας γονιός για τα παιδιά του όταν τα αγαπάει αληθινά»;
Με κοίταξε και με ρώτησε:
«Αγαπάτε αληθινά τα παιδιά σας;»
«Φυσικά», του απάντησα.
«Πόσα παιδιά έχετε», ξαναρώτησε.
«Τρία» του απάντησα.
«Καπνίζετε»;
«Ναι», είπα μισομουρμουριστά γιατί ένοιωσα ότι είχα πέσει μόνος μου σε παγίδα.
«Κόψτε πρώτα το κάπνισμα και μετά να το συζητήσουμε», μου απάντησε με ένα αληθινά γλυκό χαμόγελο γεμάτο καλοσύνη που μ’ έσκισε και μετά συνέχισε τη συζήτηση εκεί απ’ όπου την είχε αφήσει.
«Το ‘πιασα μεγάλε το υπονοούμενο», σκέφτηκα μέσα μου, ενώ είχαν παγώσει το βυζιά μου από το πόσο είχα νοιώσει άσχημα.
Το τρίτο που συνέβη, ήταν δυο ή τρεις εβδομάδες μετά. Μπήκα κάποια στιγμή στην τουαλέτα να χτενιστώ καπνίζοντας, τράβηξα μια γερή ρουφηξιά κι άφησα το τσιγάρο για λίγο στο μαρμάρινο ραφάκι κάτω από τον καθρέφτη. Το συναίσθημα από εκείνο το θέαμα δεν θα το ξεχάσω ποτέ! Καθώς χτενιζόμουν είδα να βγαίνει πυκνός καπνός από τα ρουθούνια μου όπως πάντα. Και τότε θυμήθηκα κάτι σκίτσα με δράκο που είχε σχεδιάσει ο Κυριτσόπουλος για τον «Παραμυθά», και που τον είχε κάνει να βγάζει καπνό από τα ρουθούνια του. Και ένοιωσα πολύ γελοίος, για δεύτερη φορά, έτσι όπως έβγαινε καπνός και από τα δύο ρουθούνια μου!
Το τέταρτο και φαρμακερό για το «καπνιστικό» μου μέλλον έγινε λίγο μετά, αρχές Οκτωβρίου του ’85. Τότε, ο κατασκευαστής και «μάστορας» αυτού του blog ήταν ενός έτους και δέκα μηνών. Κάθε πρωί πριν φύγω για την Ε.Ρ.Τ. έτρωγα το πρωινό μου στην κουζίνα κι εκείνος καθόταν δίπλα μου στο καρεκλάκι του με το γκιογκιό και έπινε μαζί μου τσάι που του έβαζα λίγο σε ένα φλιτζανάκι του καφέ. Στη μισή ώρα που έπαιρνα πρωινό, κάπνιζα δύο με τρία τσιγάρα! Εκείνος καθόταν στα αριστερά μου, κι εγώ – τάχα μου δήθεν για να μην τον κάνω παθητικό καπνιστή – φύσαγα τον καπνό με την άκρη του στόματος προς τα δεξιά ή τον «έδιωχνα» με το χέρι μου όταν ξεχνιόμουν και του τον φύσαγα στη μούρη. Και ξαφνικά, εκείνο το πρωινό του Νοέμβρη, καθώς τον κοίταζα και φύσαγα στο πλάι τον καπνό, αλλά τον έπιασε βήχας, θυμήθηκα τα λόγια του τύπου: «Κόψτε πρώτα το κάπνισμα και μετά να το συζητήσουμε». Τσαντίστηκα. «Δεν μας χέζεις ρε κωλόγερε», σκέφτηκα, «που θα μου πεις ότι δεν αγαπάω τα παιδιά μου, επειδή καπνίζω». Όλη τη μέρα είχα νεύρα. Σκεφτόμουν ότι όντως, δεν μπορείς να βλάπτεις κάποιον αν τον αγαπάς. Κι εγώ είχα κάνει το σπίτι να μυρίζει παντού σαν σταχτοδοχείο. Ο νους μου είχε αρχίσει να το βλέπει, αλλά ταυτόχρονα κάπνισα από τα νεύρα μου περισσότερο από άλλες μέρες.
Το άλλο πρωί, όμως, πήγα κι αγόρασα καπνό πίπας και μία ωραία πίπα. Δεν βαριέσαι! Μετά φαγητό ήθελα τσιγάρο, με τον καφέ η πίπα ήταν αηδία και επίσης επειδή ανυπομονούσα να καπνίσω γεμίζοντας την πίπα, άναβα κι ένα τσιγάρο και τη γέμιζα καπνίζοντας! Χα, χα, χα… Πλήρης παράνοια! Έτσι μετά από μία εβδομάδα αποφάσισα να δοκιμάσω κάτι άλλο: να αρχίσω να μακραίνω τα μεσοδιαστήματα ανάμεσα σε δύο τσιγάρα. Από 15 με 20 λεπτά που είχα συνηθίσει, το πήγα πρώτα στη μισή ώρα, μετά στα 35 λεπτά, μετά στα 40 και όταν την πέμπτη μέρα έφτασα στα 45, τότε μου ήρθε τρέλα, γιατί κάθε 5 λεπτά κοίταγα το ρολόι μου, οπότε το κατήργησα καπνίζοντας δύο απανωτά με ένα σπίρτο και για τα δύο. Τότε, μου είπαν για τις τσίκλες με νικοτίνη. Α, μ’ αυτό την καταβρήκα! Μετά από δύο μέρες μάσαγα τσίκλα νικοτίνης και κάπνιζα ταυτόχρονα. Το τέλειο: διπλή δόση νικοτίνης! Και τότε ήταν που κάποιος που του άρεσαν τα παραδοσιακά, μου είπε ότι παλιά, οι παππούδες που ήθελαν να κόψουν το κάπνισμα, έκαναν τρύπες με καρφίτσα στην άκρη του τσιγάρου, κοντά στο στόμα, για να χάνεται ο καπνός και να μην πηγαίνει μέσα. Το έκανα κι αυτό. Άρχισα με μία τρύπα, μετά έκανα δύο, μετά τρεις και στο τέλος το τσιγάρο έμοιαζε σαν χαρτί της τουαλέτας με τις τρυπούλες για να το κόβεις! Και τότε είδα σε ένα Φαρμακείο ότι η τεχνολογία είχε προχωρήσει, και υπήρχαν ωραίες φιλντισένιες πίπες τσιγάρου με μια τρυπούλα στην άκρη, εκείνη όπου έμπαινε το τσιγάρο. Ήταν τέσσερις στο κουτί και η κάθε μια είχε μεγαλύτερη τρύπα από την προηγούμενη. Όταν τράβαγες ρουφηξιά, έβλεπες να βγαίνει καπνός από την τρυπούλα. Έπρεπε να καπνίσεις δέκα με είκοσι μέρες με την κάθε πίπα, και μετά προχωρούσες στην επόμενη με την μεγαλύτερη τρύπα, ώσπου όταν θα έφτανες στην τελευταία, θα πήγαινε ελάχιστος καπνός μέσα σου, θα είχες αποτοξινωθεί από την νικοτίνη και θα έκοβες το κάπνισμα! Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι! Στην τρίτη εβδομάδα, μου ήρθε τρέλα κι άρχισα να «κλέβω» καπνίζοντας ένα τσιγάρο με αυτή την πίπα και δύο χωρίς αυτήν. Και τότε για άλλη μια φορά ένοιωσα γελοίος. Ποιον κορόιδευα; Εμένα βέβαια. Και είπα, «τέλος η προσπάθεια. Ας μην αγαπάς τα παιδιά σου· στα τέτοια μου εκείνος ο κύριος στο Σχολείο· ας πάθω και έμφραγμα· δεν κόβω το τσιγάρο». Και τότε το ξαμόλησα, για πρώτη φορά χωρίς καμιά ενοχή, χωρίς κανένα φόβο, χωρίς καμιά σύγκρουση μέσα μου, κι έφτασα να καπνίζω τέσσερα πακέτα την ημέρα, δηλαδή 80 σκέτα βαριά τσιγάρα και καμιά φορά το βράδυ πριν κοιμηθώ – γιατί κάπνιζα και στο κρεβάτι – άνοιγα και πέμπτο πακέτο!!! Αλλά… Εδώ μπήκε για πρώτη φορά ένα, «αλλά».

smoking-1.JPG Η συνέχεια, όμως, με το «αλλά» σήμερα το βράδυ. Για να ‘χει και λίγο σασπένς το πράγμα… Όχι πλάκα κάνω. Δεν είναι γι’ αυτό. Απλώς νομίζω ότι είναι πολύ μεγάλο το «σεντόνι» και λέω να το σπάσω στα δύο, γιατί και νοηματικά αυτό το πρώτο μέρος μιλάει για το ότι το τσιγάρο δεν κόβεται, ενώ το άλλο είναι για το πώς σταματάει το κάπνισμα.
Η φωτογραφία που βλέπετε είναι ίσως η τελευταία – ή μία από τις τελευταίες – όπου καπνίζω. Είναι από κάποιο συνέδριο, τέλη Δεκεμβρίου του 1985. Άλλη πόζα κι αυτή: άνεσης, σιγουριάς και προσεκτικής παρακολούθησης, ενώ είμαι φευγάτος!

Καλό ξημέρωμα και καλή εβδομάδα.
Π.

«Ημέρα της Γυναίκας», όπως λέμε, «Ημέρα Θύμησης του Εμπορίου Σκλάβων».

Δεν κάνω πλάκα με τον τίτλο. Υπάρχει τέτοια μέρα. Ήθελα κάτι να γράψω «προς τιμήν» της αυριανής σας γιορτής κορίτσια και ψάχνοντας στο internet για κάτι σχετικό, έπεσα πάνω στον κατάλογο που σας βάζω εδώ, που μου έκανε τρομερή εντύπωση. Το κοινό όλων αυτών των ημερών – ή σχεδόν όλων – είναι ότι κανονικά θα έπρεπε να είναι κάθε μέρα ο ανάλογος σεβασμός σ’ αυτό που γιορτάζουν κι όχι μία ημέρα το χρόνο.
Τώρα, ειδικά την ημέρα της γυναίκας και την ημέρα της μητέρας, σχεδόν πάντα θυμάμαι δύο πράγματα από τη ζωή μου που μου έκαναν μεγάλη εντύπωση:
Το ένα είναι όταν ήμουν 5 με 6 χρονών και μαζεύοντας με τη μάνα μου και την αδελφή μου παπαρούνες σε κάποια εξοχή, πέσαμε πάνω σε ένα από τα δεκάδες μικρά ξωκλήσια που υπάρχουν στην ελληνική ύπαιθρο. Η πόρτα ήταν ανοιχτή και μπήκα, ενώ πίσω μου ακολούθησαν η μάνα μου και η αδελφή μου. Μπήκα και στο ιερό από τη μεσαία πόρτα, (ωραία ή ιερή πύλη τη λένε – ναι και στο στρατό το μπερέ το έλεγα καπέλο) και είχε διάφορα φανταχτερά πράγματα που μου άρεσαν. «Μαμά, μαμά, έλα να δεις…» της φώναξα. Κι ενώ στεκόταν μπροστά στη μεσαία πόρτα, ήρθε και μπήκε από την πλαϊνή! «Γιατί καλέ μαμά, μπήκες από την πλαϊνή πόρτα» τη ρώτησα. «Γιατί παιδάκι μου από την άλλη μπαίνουν μόνο οι άντρες. Οι γυναίκες δεν κάνει, είναι αμαρτία». Τα έχασα! Εγώ, ένα παιδάκι 5 χρονών να μπορώ να μπω από εκεί επειδή και μόνο ήμουν αρσενικό και για τη μάνα μου, που υποτίθεται πως είναι ό,τι πιο ιερό υπάρχει για τον άνθρωπο, να απαγορεύεται; Αργότερα έμαθα πως γενικά για όλες τις θρησκείες οι γυναίκες είναι κατώτερα όντα, γεννημένα για να υποτάσσονται στους άντρες και να τους υπηρετούν.
Το δεύτερο πράγμα που μου έκανε ανάλογη εντύπωση, ήταν στα 26 μου, όταν η κολλητή μου φίλη με τον άντρα της πήγαν στη Νιγηρία για να δουλέψει αυτός ως πολιτικός μηχανικός, κι όταν ήρθαν το καλοκαίρι για διακοπές, έμαθα για την ύπαρξη της κλειτοριδεκτομής – αυτής της ακραίας εκδήλωσης του αντρικού φόβου απέναντι στη γυναίκα και η χειρότερη – κατά τη γνώμη μου – από τις υποταγές της! Θα θυμάστε ότι έχω βάλει στο blog παλιότερα ένα σχετικό απόσπασμα από το βιβλίο της Γουώρεν Ντίρι, «Το λουλούδι της ερήμου».
Και κάτι τελευταίο που έχω σκεφτεί. Κοίταζα την πρώτη γυναίκα Καγκελάριο της Γερμανίας, την Άγκελα Μέρκεν και πρόσεξα ότι πάντα φοράει παντελόνια! Τότε συνειδητοποίησα ότι όλες οι γυναίκες που είναι στην πολιτική – στην Ευρώπη και στην Αμερική τουλάχιστον που παρακολουθώ – όπως και οι περισσότερες γυναίκες σε υψηλές διοικητικές ή επιχειρηματικές θέσεις, φοράνε παντελόνια! Εντάξει σε κάποια εκδρομή, αλλά όταν είσαι η πρώτη γυναίκα που γίνεσαι Καγκελάριος μιας τόσο μεγάλης χώρας ή Πρωθυπουργός ή Υπουργός (Μπακογιάννη) οποιασδήποτε χώρας, τότε είναι που πρέπει να φοράς ένα ωραία φόρεμα. Για να υποδηλώσεις και να τιμήσεις το φύλλο σου. Όταν συζήτησα γι’ αυτό με κάποιες φίλες, μου απάντησαν ότι, «με το παντελόνι νοιώθεις πιο άνετα, έχεις μεγαλύτερη ευκολία κινήσεων» και τέτοια… Παπαριές κορίτσια. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει αιώνων πλύση εγκεφάλου, εκατομμυρίων γυναικών, που έχει διαμορφώσει τη ψυχολογία ότι, «αυτές είναι αντρικές δουλειές». Οπότε «αυτές οι δουλειές», γίνονται μόνο με παντελόνι!!! Πολύ θα ‘θελα να δω μια μέρα μια γυναίκα Πρόεδρο Δημοκρατίας, Πρωθυπουργό ή Υπουργό, να κυκλοφορεί με ένα ωραίο Σανέλ φόρεμα.
Διαβάστε – κορίτσια κι αγόρια – τον κατάλογο με τις ΗΜΕΡΕΣ που βρήκα. Εκτός των άλλων που δεν ήξερα είναι κι ένα που με έκανε να πεθάνω στα γέλια. Εκτός του Αγίου Βαλεντίνου, που αποκαλείται επισήμως, «ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΩΝ ΚΑΘΟΛΙΚΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ», υπάρχει σε αντιπαράθεση και η «ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ»… Χα, χα, χα, λες και είναι διαφορετικός ο χριστιανικός έρωτας από τον καθολικό ή τον μουσουλμάνικο! Όπως έλεγε κι ο Αϊνστάιν, «η ανθρώπινη εξυπνάδα έχει όρια, η ανθρώπινη βλακεία όμως, όχι.»

Χρόνια πολλά κορίτσια. (Χα, χα, χα.. Ναι, πλάκα κάνω…)
Π.

1. ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΩΝ ΚΑΘΟΛΙΚΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ 14 Φεβρουαρίου
2. ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ 21 Φεβρουαρίου
3. ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ 8 Μαρτίου
4. ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ 15 Μαρτίου
5. ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ 21 Μαρτίου
6. ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ 22 Μαρτίου
7. ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΕΤΕΩΡΟΛΟΓΙΑΣ 23 Μαρτίου
8. ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΦΥΜΑΤΙΩΣΗΣ 24 Μαρτίου
9. ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ 27 Μαρτίου
10. ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ 7 Απριλίου
11. ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΓΗΣ 22 Απριλίου
12. ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ 23 Απριλίου
13. ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΑΡΜΕΝΙΩΝ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ. 4 Απριλίου
4. ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΧΟΡΟΥ 29 Απριλίου
15. ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ 3 Μαΐου
16. ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗ 9 Μαΐου
17. ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ 13 Μαΐου
18. ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ 15 Μαΐου
19. ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ 17 Μαΐου
20. ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΜΟΥΣΕΙΩΝ 18 Μαΐου
21. ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΚΟΥΣ 19 Μαΐου
22. ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ 21 Μαΐου
23. ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΠΝΙΣΜΑΤΟΣ 31 Μαΐου
24. ΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ 5 Ιουνίου
25. ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΠΑΙΔΙΩΝ 12 Ιουνίου
26. ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΞΗΡΑΣΙΑΣ 17 Ιουνίου
27. ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ 17 Ιουνίου
28. ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ 20 Ιουνίου
29. ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ 26 Ιουνίου
30. ΗΜΕΡΑ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΘΥΜΑΤΩΝ ΒΑΣΑΝΙΣΜΟΥ 26 Ιουνίου
31. ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ 2 Ιουλίου
32. ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ 3 Ιουλίου
33. ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΠΛΗΘΥΣΜΩΝ 11 Ιουλίου
34. ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΑΥΤΟΧΘΟΝΩΝ ΛΑΩΝ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ 9 Αυγούστου
35. ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΗΤΑΣ 12 Αυγούστου
36. ΗΜEΡΑ ΘYΜΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΜΠΟΡIΟΥ ΣΚΛAΒΩΝ. 23 Αυγούστου
37. ΗΜΕΡΑ ΕΞΑΛΕΙΨΗΣ ΤΟΥ ΑΝΑΛΦΑΒΗΤΙΣΜΟΥ 8 Σεπτεμβρίου
38. ΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΖΩΝΗΣ ΤΟΥ ΟΖΟΝΤΟΣ 16 Σεπτεμβρίου
39. ΗΜΕΡΑ ΧΩΡΙΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ 20 Σεπτεμβρίου
40. ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ 21 Σεπτεμβρίου
41. ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ 26 Σεπτεμβρίου
42. ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ 27 Σεπτεμβρίου
43. ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ 1 Οκτωβρίου
44. ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΓΗΡΑΤΕΙΩΝ 1 Οκτωβρίου
45. ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΖΩΩΝ 4 Οκτωβρίου
46. ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΔΑΣΚΑΛΩΝ 5 Οκτωβρίου
47. ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΩΝ 9 Οκτωβρίου
48. ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΕΙΩΣΗΣ ΖΗΜΙΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΦΥΣΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ 11 Οκτωβρίου
49. ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ 16 Οκτωβρίου
50. ΗΜΕΡΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΕΞΑΛΕΙΨΗΣ ΤΗΣ ΦΤΩΧΙΑΣ 17 Οκτωβρίου
51. ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΟΣΤΕΟΠΟΡΩΣΗΣ 20Οκτωβρίου
52. ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΗΣ 31Οκτωβρίου
53. ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΗΤΗ 14Νοεμβρίου
54. ΗΜΕΡΑ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΑΝΟΧΗΣ16Νοεμβρίου
55. ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ 21Νοεμβρίου
56. ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΒΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ 25 Νοεμβρίου
57. ΗΜΕΡΑ ΥΠΕΡ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΩΝ 29 Νοεμβρίου
58. ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ AIDS 1 Δεκεμβρίου
59. ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ 2 Δεκεμβρίου
60. ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ 3 Δεκεμβρίου
61. ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΝΑΡΚΩΝ 4 Δεκεμβρίου
62. ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ 7 Δεκεμβρίου
63. ΗΜΕΡΑ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ 9 Δεκεμβρίου
64. ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΜΝΗΣΤΙΑΣ 10 Δεκεμβρίου
65. ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ 11 Δεκεμβρίου
66. ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΒΟΥΝΩΝ 11 Δεκεμβρίου
67. ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ 18 Δεκεμβρίου

Η περιέργεια… παραλίγο να φάει τη γάτα

Χθες είχα συζήτηση με μια νεαρή φίλη για τον έρωτα και το σεξ και δεν μπορούσε να καταλάβει, ή καλύτερα, να νοιώσει τον τρόπο με τον οποίο έβλεπα τα πράγματα. Αργότερα, θυμήθηκα αυτό το ποίημα που είχα γράψει πριν χρόνια, για ένα βιβλίο με ποιήματα που είχα ετοιμάσει, όπως σας έχω ξαναπεί («Το Χαμένο Κλειδί του Έρωτα»), με ζωγραφιές της Μαρίας, της αδελφής του «μάστορα». Να το ποίημα – μια και δεν με έχετε μαλώσει ακόμα που σας βάζω ποιήματά μου – και η ανάλογη ζωγραφιά της Μαρίας.
Και όπως λένε στην τηλεόραση όταν δείχνουν κάποιο επικίνδυνο ακροβατικό ή κόλπο,
«μην προσπαθήσετε να το δοκιμάσετε κι εσείς»
Καλό βράδυ.
Π.

Η ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ… ΠΑΡΑΛΙΓΟ ΝΑ ΦΑΕΙ ΤΗ ΓΑΤΑ
Άραγε μπορεί κανείς
να ζήσει έναν έρωτα
συνειδητά, μ’ επίγνωση;
Έτσι όπως ένας ηθοποιός
παίζει το ρόλο του στο θέατρο;
Έτσι όπως λένε για τους αληθινούς ηθοποιούςcover-lost-key.jpg
πως όταν παίζουν κάποιο ρόλο,
αποστασιοποιημένα μαζί του ταυτισμένοι,
αγοράζοντας ένα πουκάμισο γι’ αυτούς τους ίδιους
σταματούν για δευτερόλεπτα κι αναρωτιούνται:
«Άραγε εκείνος»,
το πρόσωπο που υποδύονται
εκείνο τον καιρό στο θέατρο,
«τι χρώμα πουκάμισο θα διάλεγε;»
Το βρίσκουν
κι ύστερα, με καθαρό μυαλό,
διαλέγουν το χρώμα που θέλουνε αυτοί οι ίδιοι
κι όχι ο ρόλος.

Άραγε μπορεί κανείς
να ζήσει έναν έρωτα
συνειδητά,
χωρίς να χαθεί μέσα σ’ αυτόν;
Έτσι, σαν να ‘παιζε παράσταση στο θέατρο:
Να ζεις την ερωτική ιστορία,
αλλά να μην βυθίζεσαι σ’ αυτήν,
να μην την ζεις με το μυαλό σου
ακόμα κι όταν το άλλο πρόσωπο δεν είναι εκεί.
Η ερωτική ιστορία να υπάρχει
όσο κρατάει κι η «παράσταση»,
όσο βρίσκεσαι, δηλαδή, μαζί με τ’ άλλο πρόσωπο·
κι ύστερα, τίποτα. Κενό.
«Εν τω κόσμω, αλλά όχι εκ του κόσμου τούτου»,
όπως λέει κι ο Απόστολος Θωμάς,
-η τέλεια οδηγία για ηθοποιούς-
στο απόκρυφο Ευαγγέλιό του.
Άραγε γίνεται αυτό
ή είναι αλήθεια πως οι ηθοποιοί
χάνουν τον εαυτό τους μες στους ρόλους τους
και σπάνια ξέρουνε ποιοί, στ’ Αλήθεια, είναι,
έχοντας έτσι την τέλεια φυγή,
από την – ίσως – άδεια και μάταιη ζωή τους;

Το φως

Το post για το τσιγάρο κοντεύει να τελειώσει. Χα, χα, χα… Ένας φίλος που μπαίνει σ’ αυτό το blog, μου είπε προχτές που μιλάγαμε στο τηλέφωνο: «Ρε συ, γιατί δεν βάζεις εκείνο το κείμενο για το πώς κόβεται το τσιγάρο; Μπας και το ξανάρχισες και κάνεις την πάπια»; Όχι, δεν το ξανάρχισα. Πρέπει να ομολογήσω ότι όταν σας πρωτόπα γι’ αυτό είχα στο νου μου να σας πω την ιστορία πώς έγινε: πώς άρχισα, πώς, πότε και γιατί το σταμάτησα και να σας πω και κάνα δυο πρακτικά κόλπα που με βοήθησαν. Καθώς τα έγραφα αυτά, άρχισα να ανακαλύπτω πράγματα που είχα δει εκείνη την περίοδο και που τα είχα ξεχάσει ή δεν τα είχα συνειδητοποιήσει. Αυτά ακριβώς, νομίζω, ότι έχουν μεγαλύτερη σημασία και γενικότερο ενδιαφέρον από το κόψιμο του τσιγάρου, γιατί αφορούν κάθε είδους συνήθεια και γι’ αυτό αποφάσισα να τα γράψω. Κι επειδή είχα σταματήσει το κάπνισμα την Καθαρή Δευτέρα του 1986, δηλαδή φέτος συμπληρώνονται 22 χρόνια, σας υπόσχομαι να βάλω αυτό το κείμενο εδώ την Καθαρή Δευτέρα που μας έρχεται.
Για σήμερα, λοιπόν, μια γερή ιστορία του Χότζα. Γερή γι’ αυτό που υπονοείται στο δεύτερο επίπεδό της, πέρα από το πρώτο που είναι η αστεία πλευρά της ιστορίας. Υπονοεί την ανοησία των ανθρώπων που πιστεύουν ότι θα πάρουν την Αλήθεια έτοιμη από κάποια εξωτερική αυθεντία και δεν την αναζητούν οι ίδιοι, μόνοι τους μέσα τους και μέσα στις σχέσεις τους.
Καλό ξημέρωμα.
Π.

nasrudin-108.jpg Κάποτε ένας γείτονας του Νασρεντίν, τον βρήκε γονατισμένο έξω από το σπίτι του να ψάχνει κάτω στο δρόμο για κάτι.
«Τι έχασες, Χότζα μου», τον ρωτάει.
«Το κλειδί μου», απαντάει ο Νασρεντίν.
Αφού τον παρακολούθησε ο γείτονας για λίγα λεπτά να ψάχνει, τον ρωτάει:
«Και πού σου έπεσε το κλειδί σου, Χότζα μου;»
«Μέσα στο σπίτι μου», απαντάει εκείνος.
«Και γιατί τότε, το ψάχνεις εδώ έξω;»
«Γιατί, εδώ έχει περισσότερο φως», απάντησε ο Χότζας.