Ο γάτος που «μιλούσε».

paramithas-heretaei.jpg Ε, σήμερα θα βάλω το παραμύθι που είχα ετοιμάσει για χτες και «το ‘φαγε» το «σεντόνι». Είναι κι αυτό από τα παλιότερα σενάρια του «ΠΑΡΑΜΥΘΑ». Αυτά τα σκιτσάκια με τις φωτογραφίες μου τα έφτιαξα μόνος μου γιατί αν και μου τρώει κάμποση ώρα, με διασκεδάζει.

Καλό βράδυ.
Π.

Πριν μερικές μέρες καθόμουν σκεφτικός στο δωμάτιο μου. Την άλλη μέρα θα γινόταν ένας παιδότοπος στην γειτονιά μου και μαζί με όλα τ’ άλλα παιχνίδια θα υπήρχε κουκλοθέατρο, Καραγκιόζης και εγώ πού μου είχαν ζητήσει να πάω. Δεν είχα βρει, όμως, τί θα έκανα. Δεν ήθελα πάλι να πω παραμύθια. Ήθελα να κάνω κάτι άλλο πού ν’ αρέσει πολύ στα παιδιά, αλλά και σε μένα.
«Νιάου… Γιατί είσαι στενοχωρημένος», με ρώτησε ο γάτος μου, κι εγώ του είπα την στενοχώρια μου.
«Αχ, νιάου….», κάνει ο γάτος μου, «μακάρι να καταλάβαιναν όλοι οι άνθρωποι τη γλώσσα μας και να μπορούσα να μιλάω μαζί τους όπως και μιλάω με σένα».
«Αυτό θα κάνω», φώναξα, «μου έδωσες μια καταπληκτική ιδέα! Θα σε πάω στον παιδότοπο, θα γίνω πολύ μικρός, θα κρυφτώ στα μουστάκια σου, κι από ‘κει θα μιλάω στον κόσμο σαν να είσαι εσύ. Έτσι, θα νομίζουν όλοι πως είσαι ένας γάτος πού μιλάει με ανθρώπινη φωνή. Αυτό θα κάνω αύριο, κι είμαι σίγουρος ότι θα ενθουσιαστούν τα παιδιά».
Την άλλη μέρα, έστησα μια μικρή σκηνή στον παιδότοπο, έβαλα το γάτα, μέσα και φώναζα τον κόσμο: «Τρέξτε κόσμε, τρέξτε να δείτε το γάτο πού μιλάει μ’ ανθρώπινη φωνή…». Όταν γέμισε ή σκηνή έγινα μικρός, μπήκα μέσα και κρύφτηκα στα μουστάκια του γάτου μου. Αμέσως άρχισαν οι ερωτήσεις από τον κόσμο.
stortelcat.JPG «Τι μέρα είναι;» ρώτησε κάποιος. «Πέμπτη», φώναξα εγώ κρυμμένος στα μουστάκια του γάτου κι όλο ι γούρλωσαν τα μάτια τους νομίζοντας πώς μιλάει εκείνος.
«Τι ώρα είναι;» ρώτησε ένας άλλος. «Έξη και δέκα», φώναξα εγώ.
«Πώς σε λένε», ρώτησε ένα παιδάκι. «Ψιψίνο», απάντησα εγώ.
Όλος ο κόσμος διασκέδασε πολύ και μου ζήτησαν να φέρω και την άλλη μέρα το γάτο μου. Κι έτσι την άλλη μέρα, να ‘μαι πάλι έξω από τη μικρή σκηνή νά φωνάζω να μαζευτεί ό κόσμος.

Φαίνεται, όμως, πως την προηγούμενη μέρα, κάποιος είχε ζηλέψει το γάτο μου και την ώρα πού εγώ ήμουν απασχολημένος έξω από τη σκηνή για να μαζέψω τον κόσμο , εκείνος μπήκε κρυφά και τον πήρε. Έτσι, όταν έγινα μικρός και μπήκα στη σκηνή για να κρυφτώ στα μουστάκια του γάτου, εκείνος δεν ήταν πουθενά!
storytelkeramidia.jpg
«Σίγουρα κάποιος μου τον έκλεψε», σκέφτηκα, «επειδή νόμισε ότι μιλάει στ’ αλήθεια σαν άνθρωπος και πιστεύει ότι θα βγάλει λεφτά δείχνοντας τον στον κόσμο». Κι έτσι αποφάσισα να ψάξω να βρω τη γάτα μου σε τσίρκο, Λούνα-Παρκ και σε πανηγύρια. Στο τέλος ως και στα κεραμίδια έψαξα να βρω το γάτο μου, αλλά τίποτα· είχε εξαφανιστεί!

Καθώς γύριζα το βράδυ σπίτι, μου απελπισμένος, ακούω από ένα φωτισμένο παράθυρο ένα παραπονιάρικο νιαούρισμα. Ο γάτα είναι», είπα και πλησίασα να δω. «Πω, πω, ή γάτα μου μέσα σ’ ένα κλουβί! Κι αυτό το νιαούρισμα το ξέρω καλά: σημαίνει πεινάω», σκέφτηκα και κοίταξα τον άνθρωπο πού μπήκε στο δωμάτιο και που σίγουρα αυτός μου την είχε κλέψει. «Παλιόγατα», της φώναξε ο κλέφτης, «αν δεν μιλήσεις σαν άνθρωπος δεν πρόκειται να σου δώσω να φας».
storyfish.jpgΤότε κι εγώ σκέφτηκα κάτι για να πάρω τη γάτα μου πίσω. Έγινα μικρός και βρέθηκα πίσω από το χρυσόψαρο. «Άσε το γατάκι ήσυχο. Εγώ σου μιλάω το χρυσόψαρο», φώναξα κρυμμένος πίσω από τη γυάλα. Ύστερα έφυγα από εκεί και πέταξε πάνω στον πολυέλαιο. «Άσε το γατάκι ήσυχο. Εγώ σου μιλάω, ό πολυέλαιος», ξαναφώναξα, ενώ ό άνθρωπος που είχε κλέψει τη γάτα μου, γούρλωσε τα μάτια του από φόβο. Και συνέχισα, πετώντας πίσω από ένα καρεκλοπόδαρο: «Άσε το γατάκι ήσυχο. Εγώ σου μιλάω, η καρέκλα». Ο άνθρωπος που έκλεψε τη γάτα μου, είχε τρελαθεί από το φόβο του και στο τέλος το ‘βαλε στα πόδια.
Έτσι, έφερα τη γάτα μου πίσω στο σπίτι. Και για να την κάνω να ξεχάσει την περιπέτεια της, της χάρισα ένα ωραίο μαξιλάρι για να κάθεται και της έδωσα φρέσκο γάλα για να χορτάσει την πείνα της.

Πότε, πώς και γιατί, «το σύμπαν συνομωτεί» για χάρη μας.

Συγνώμη βρε παιδιά, αλλά θα βάλω κι άλλο απανωτό σεντόνι Κυριακάτικα σήμερα! Θα ξαναστενοχωρήσω και τη Marilia που τη βάρυνε το προηγούμενο και περιμένει παραμύθι. Δυο μέρες τώρα την είχα καταβρεί ετοιμάζοντάς άλλο ένα από τα παραμύθια των πολύ παλιών εκπομπών κι έκανα και διάφορα κόλπα για να ενώσω σκίτσα από το internet με τον Παραμυθά. Κι ανοίγω για να δω αν υπάρχει κανένα σχόλιο και πέφτω πάνω σ’ αυτό ενός νέου κοριτσιού, της Pooka. Κι άλλες φορές πήρα αφορμή από σχόλιά σας κι έγραψα post, αλλά αυτή τη φορά συγκινήθηκα, στενοχωρήθηκα. Ένα τόσο νέο παιδί και να βλέπει έτσι καθαρά όλα αυτά!!! Και πού βρέθηκες εσύ κοριτσάκι μου εδώ; Όταν σταμάτησε ο ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ το ’81 εσύ δεν είχες ακόμα γεννηθεί, κι όταν τέλειωσαν κι οι επαναλήψεις του το ’86 ήσουν ακόμα μωρό!!! Δεν μπορώ να μην αναβάλλω το παραμύθι γι’ αύριο, γιατί αυτό το σχόλιο έπεσε πάνω που μεταφράζω ένα βιβλίο με ανάλογα θέματα. Θα κλέψω, λοιπόν, λίγα από εκεί, θα βάλω και δικά μου και θα φτιάξω μια «ρώσικη σαλάτα» για την Pooka και για όσους από σας έχετε παιδιά, και για όλους όσους θέλουν να κάνουν αυτό που τους λέει η καρδιά τους. Ή με άλλα λόγια, αυτό που κάνουν ή θα κάνουν για να ζήσουν είναι το ίδιο με αυτό που θέλουν να κάνουν.
Προφανώς ξέρετε τι θα πει εσωτερική σύγκρουση. Τώρα, αν είμαι νέος και θέλω κάτι ειδικά να γίνω στη ζωή μου, αλλά ταυτοχρόνως θέλω να ευχαριστήσω και τους γονείς μου κι εκείνοι θέλουν να γίνω κάτι άλλο, τότε μέσα μου υπάρχει σύγκρουση. Και πώς θα το λύσω αυτό; Αν δεν μπορώ να σταματήσω αυτή τη σύγκρουση μέσα μου, είναι προφανές ότι δεν θα είναι ποτέ το ίδιο, εκείνο αυτό που θέλω κι αυτό που κάνω. Άρα, εκείνο που πρωτεύει είναι να τελειώνω με την εσωτερική σύγκρουση.
Ας υποθέσουμε ότι θέλω να γίνω ηθοποιός επειδή το θέατρο είναι εκείνο που μου δίνει χαρά στη ζωή μου, και ο πατέρας μου κι η μάνα μου λένε ότι πρέπει να γίνω γιατρός σαν τη μάνα μου, δικηγόρος σαν τον πατέρα μου ή αρχιτέκτονας σαν τον παππού μου. Εγώ επιμένω και τότε λένε ότι δεν πρόκειται να με βοηθήσουν οικονομικά στις σπουδές μου, Κι αρχίζει η σύγκρουση μέσα μου. Πώς θα εξαφανίσω αυτή την εσωτερική σύγκρουση για να ελευθερωθώ από την πάλη που γίνεται μέσα μου και τον πόνο που μου προκαλεί; Βλέπω ότι όσο είμαι παγιδευμένος σε εσωτερική σύγκρουση, δεν μπορώ να σκεφτώ καθαρά. Βλέπω ότι ένα μυαλό γεμάτο προβλήματα δεν μπορεί να λύνει προβλήματα. Πρέπει, λοιπόν, να εξαφανίσω τη σύγκρουση, κάνοντας ή το ένα ή το άλλο. Ποιο θα είναι αυτό; Θα υποκύψω στην επιθυμία των γονιών μου; Αν το κάνει αυτό, σημαίνει ότι αρνιέμαι εκείνο που θα μου δίνει χαρά, ότι θα «παντρευτώ» κάτι που δεν αγαπάω. Αλλά θα διαλυθεί η σύγκρουση έτσι; Αν, όμως δεν υποχωρήσω για χάρη των γονιών μου και τους πω: «Συγνώμη, αλλά δεν μ’ ενδιαφέρει αν θα πρέπει να ζητιανέψω ή να πεινάσω, εγώ θα γίνω ηθοποιός», τότε τελειώνει η εσωτερική σύγκρουση· τότε αυτό που θέλω είναι το ίδιο με αυτό που θα κάνω, γιατί ξέρω τι θέλω να κάνω και θα το κάνω με όλη μου την καρδιά. Αλλά αν γίνω δικηγόρος ή γιατρός κ.λπ. ενώ μέσα μου με καίει να γίνω ηθοποιός, τότε για το υπόλοιπο της ζωής μου θα είμαι ένα στερημένο, βαριεστημένο, απογοητευμένο ανθρώπινο πλάσμα, που θα περνάει ένα μαρτύριο στη δουλειά του, που θα ζει στη δυστυχία, έχοντας καταστρέψει τη ζωή του και πιθανόν καταστρέφοντας και τη ζωή άλλων – για παράδειγμα: των παιδιών του. Βέβαια, υπάρχει κι ο «δρόμος του πανούργου ανθρώπου»: κάνω ή δεν κάνω αυτό που λένε, αλλά οπωσδήποτε πάω κρυφά Δραματική Σχολή.
Σε οποιαδήποτε περίπτωση, όμως, πρέπει κανείς να ανακαλύψει τι τον καίει αληθινά μέσα του. Κι αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα που πρέπει να το μελετήσει κανείς, γιατί οι περισσότεροι γονείς καθώς μεγαλώνουν τα παιδιά τους, συνήθως, προσπαθούν να τα βάλουν να κάνουν ορισμένα πράγματα που θέλουν εκείνοι για λογαριασμό τους· κι αν δεν είσαι πολύ ξεκάθαρος μέσα σου τι πραγματικά θέλεις να κάνεις, θα την πατήσεις. Αν, όμως, ανακαλύψεις τι αγαπάς να κάνεις και δώσεις όλη σου τη ζωή σ’ αυτό, τότε δεν θα υπάρχει εσωτερική σύγκρουση και τότε εκείνο που θέλεις θα είναι κι εκείνο που θα κάνεις.
Θα μου πείτε, όμως: Αν ο πατέρας μου είναι αντίθετος σ’ αυτό που θέλω και δεν με βοηθήσει, πώς θα μπορέσω να σπουδάσω; Αν επιμένεις να θέλεις να γίνεις ηθοποιός -ή οτιδήποτε άλλο σου λέει η καρδιά σου, θα βρεις τρόπους και μέσα να σπουδάσεις αυτό που θέλεις. Θα δουλέψεις, θα καθαρίζεις τζάμια στα φανάρια, θα ζητήσεις βοήθεια από τους φίλους σου… Και το πιο σοβαρό: Η ζωή, ξέρετε, είναι πολύ περίεργη. Από τη στιγμή που είσαι πολύ ξεκάθαρος μέσα σου για το τι θέλεις να κάνεις, συμβαίνουν διάφορα πράγματα. Η ζωή έρχεται να σε βοηθήσει – ένας φίλος, κάποια σχέση σου, ένας καθηγητής, μια γιαγιά, ένας θείος, κάποιος σε βοηθάει. Αλλά αν φοβάσαι τους γονείς και υποταχτείς, τότε πας χαμένος. Η ζωή δεν έρχεται ποτέ να βοηθήσει εκείνους που απλώς υποκύπτουν στις απαιτήσεις των άλλων από φόβο. Αλλά όταν πεις, «αυτό είναι που θέλω πραγματικά να κάνω και θα το κυνηγήσω», τότε θα ανακαλύψεις ότι κάτι θαυματουργό συμβαίνει. Μπορεί να χρειαστεί να πεινάσεις, να παλέψεις για να τα καταφέρεις, αλλά θα είσαι ένας άνθρωπος από πρώτο χέρι κι όχι ένα απλό αντίγραφο κάποιου άλλου με καρμπόν. Βλέπετε, οι περισσότεροι από μας φοβούνται να σταθούν στα πόδια τους μόνοι τους. Ξέρω ότι αυτό είναι δύσκολο, ειδικά όταν είσαι νέος, και σ’ αυτόν τον τόπο, δεν υπάρχει ή άνεση που έχουν οι νέοι σε άλλες να κάνουν διάφορες δουλειές και να σπουδάζουν. Κι έτσι κανείς στο τέλος ενδίδει. Αλλά όταν αντέξεις, θ’ ανακαλύψεις ότι κάτι ή κάποιος θα σε βοηθήσει. Όταν αντέχεις να μην δέχεσαι τις κοινά και στεγνά κοινωνικά αποδεκτές απαιτήσεις, τότε είσαι ένα πραγματικά ανεξάρτητο άτομο και η ζωή έρχεται να σε βοηθήσει. Από τη στιγμή που ριψοκινδυνεύεις γεμάτος πάθος, κάτι συμβαίνει μέσα σου και γύρω σου. Η ζωή έρχεται να σε βοηθήσει με διάφορους τρόπους. Ναι, είναι κάπως όπως αυτό του Κοέλο ότι, «το σύμπαν συνωμοτεί…», αλλά δεν είναι τόσο απλό, σαν να σου πέσει το λαχείο. Η βοήθεια έρχεται, αλλά ίσως να μη σ’ αρέσει η μορφή με την οποία έρχεται η βοήθεια. Μπορεί να σε βρει περνώντας μέσα από δυστυχία, αγώνα, πείνα – αλλά όταν προσκαλείς τη ζωή, ναι, αρχίζουν να συμβαίνουν διάφορα πράγματα. Το έχω δει στην πράξη να γίνεται στη ζωή μου. Βλέπετε, όμως, δεν θέλουμε να προσκαλούμε τη ζωή, θέλουμε να νοιώθουμε ασφάλεια· κι εκείνοι που αποζητάν ασφάλεια, το μόνο που κερδίζουν είναι ότι πεθαίνουν νοιώθοντας μεγάλη ασφάλεια.
Ίσως σας μοιάζει φριχτό να παρακούσετε τους γονείς σας, ξεχνώντας το καθήκον των παιδιών απέναντι στους γονείς τους; Και τι θα πει αυτή η στεγνά αυστηρή λέξη, «καθήκον»; Καθήκον στους γονείς σας, στο κράτος, στην κοινωνία; Αν οι γονείς σου, σου πουν ότι είναι καθήκον σου να γίνεις δικηγόρος και να τους συντηρείς κανονικά, ενώ εσύ θέλεις να γίνεις καλλιτέχνης ή να δουλεύεις με τα χέρια σου, να θέλεις να γίνεις ένας απλός μαραγκός ή να φτιάχνεις ωραία πήλινα αντικείμενα, τότε προς τα πού βρίσκεται το καθήκον σου; Μπορεί αυτό να στο επιβάλλει κάποιος άλλος; Δεν θα πρέπει να το σκεφτείς πολύ προσεχτικά από μόνος σου, βλέποντας τι συνεπάγεται το καθήκον στην περίπτωσή σου; Οπότε βλέποντάς το θα μπορέσεις να πεις: «Αυτό νοιώθω πως είναι το σωστό για μένα και θα επιμένω σ’ αυτό είτε το θέλουν οι γονείς μου είτε όχι;» Γιατί βλέπεις πολύ καθαρά ποια είναι η αλήθεια και αρνιέσαι με πάθος να την εγκαταλείψεις σε όλη σου τη ζωή, ακόμα κι αν αυτό μπορεί να σημαίνει πείνα, δυστυχία, θάνατο. Για να το κάνεις αυτό χρειάζεται πάρα πολύ μεγάλη νοημοσύνη, αντίληψη, πολύ βαθιά επίγνωση και επίσης πάρα πολύ αγάπη. Βλέπετε, αν βοηθάς τους γονείς σου απλώς επειδή θεωρείς ότι αυτό είναι το καθήκον σου, τότε αυτή η βοήθεια είναι ένα εμπορικό θέμα, χωρίς καμιά βαθύτερη σημασία, γιατί σ’ αυτήν τη βοήθεια, στο καθήκον δηλαδή, δεν υπάρχει αγάπη. Κι αν οι γονείς σου σε αναθρέφουν από καθήκον επειδή σε γέννησαν, τότε δεν σ’ αγαπάνε. Ακούγεται φριχτό, αλλά έτσι είναι.
Το παράκανα απόψε; Αααχ… pooka τι μου ‘κανες! Θα «με τιμωρήσει ο Θεός» και θα μου το κλείσουν το blog!
Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ πολύ.
Π.

Τα «παραδείγματα προς μίμηση».

paramithas-heretaei.jpgΣε μερικά σχόλιά σας, φαίνεται η ανησυχία για το πώς μπορεί να μεγαλώνει κανείς ήσυχα και ήρεμα τα παιδιά του. Αυτό μου θύμισε ότι έχω καιρό να βάλω κάτι της κατηγορίας, ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ. Και πριν προχωρήσω έχετε αναρωτηθεί μήπως έχετε νεύρα επειδή σας έχουν μεγαλώσει ντρεσάροντάς σας να είστε καλό παιδί, καλή μάνα, καλή νοικοκυρά, καλή σύζυγος ή αντίστοιχα, καλός πατέρας, καλός σύζυγος, καλός επαγγελματίας, επιτυχημένος, επώνυμος, με δύναμη και διάφορα άλλα; Μήπως προσπαθείτε να γίνετε κάτι που δεν είστε; Μήπως σας έχουν διαμορφώσει να κάνετε τα πράγματα από καθήκον και όχι από αγάπη, οπότε πώς να μην έχεις νεύρα; Έχετε σκεφτεί πώς γίνεται αυτή η διαμόρφωση;

– Κοίτα τι καλό παιδί που είναι ο Δημήτρης! Μακάρι να του ‘μοιαζες.
– Κοίτα πώς τρώει το φαΐ του ο Αντώνης! Έτσι πρέπει να φας κι εσύ όλο σου το φαΐ.
– Κοίτα τι ωραία που κάθεται το παιδάκι! Όχι σαν κι εσένα…
– Είδες πώς διαβάζει ο Χρήστος και δεν τεμπελιάζει, όπως εσύ;
– Μακάρι να ‘μοιαζες στον αδελφό σου αλλά, πού…
– Εγώ στην ηλικία σου έπιανα πουλιά στον αέρα…

Σας θυμίζουν τίποτα όλα αυτά; Δεν μας έχουν συγκρίνει οι γονείς μας, οι συγγενείς μας κι οι δάσκαλοί μας, με τον ίδιο ή με παρόμοιο τρόπο, στις ίδιες ή και σε άλλες περιπτώσεις όταν ήμαστε παιδιά, προτρέποντάς μας να μιμηθούμε το παράδειγμα που έστηναν σαν ανδριάντα μπροστά μας; Κι έτσι αργότερα, όταν ενηλικιωθήκαμε, λειτουργώντας ασυνείδητα σύμφωνα με την πλύση εγκεφάλου που μας έγινε στην παιδική ηλικία, διαμορφωμένοι πια με αυτό το μοντέλο, δεν συνεχίσαμε να συγκρίνουμε -από μόνοι μας πια- εμάς τους ίδιους με άλλους, με αποτέλεσμα να θέλουμε καλύτερα ρούχα, καλύτερο αυτοκίνητο, καλύτερη μύτη, περισσότερα μαλλιά, περισσότερο ύψος, περισσότερη εξουσία, όλο και περισσότερα λεφτά και πάει λέγοντας;
Οι περισσότεροι από μας, ανεξάρτητα από ηλικία, φύλο, ταξική προέλευση, επίπεδο μόρφωσης, οικονομική κατάσταση, δεν συγκρίνουμε τους εαυτούς μας με κάποιους άλλους, θέλοντας κάτι που έχουν αυτοί; Δεν έχουμε μέσα μας, κρυφά ή φανερά, στημένα σε ανδριάντες, «παραδείγματα προς μίμηση»; Και την ίδια ώρα, μήπως μεγαλώνουμε με τον ίδιο τρόπο και τα παιδιά μας;
Θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς αν πράγματι είναι τόσο βλαβερό -όσο υπονοώ- το να συγκρίνουμε τον εαυτό μας με κάποιον άλλο; Ας το δούμε.
Ο πρώτος τρόπος σύγκρισης είναι εκείνος όπου η σύγκριση γίνεται σε σχέση με κάποιον που βρίσκεται σε χειρότερη θέση από μας ή έχει περισσότερα προβλήματα από μας ή υπερτερούμε σε κάτι απ’ αυτόν; Σε τούτη την περίπτωση η σύγκριση γίνεται για να αυτοεπιβεβαιωθούμε, να αυτοδικαιωθούμε και, γενικά, για να ικανοποιήσουμε τις ματαιοδοξίες μας και τα συμπλέγματα ανωτερότητας. Δεν είναι έτσι; Πόσες φορές δεν έχουμε επιμείνει ότι έχουμε το καλύτερο αυτοκίνητο, την καλύτερη μάρκα ψυγείο, τον καλύτερο οδοντίατρο, την καλύτερη τηλεόραση, το καλύτερο βίντεο, το καλύτερο κομπιούτερ, καθώς και άλλα πολύ σοβαρότερα; Αυτός ο τρόπος σύγκρισης, τώρα, δεν είναι τόσο βλαβερός όσο είναι ενδεικτικός της ανασφάλειάς μας, της ματαιοδοξίας μας και της ανοησίας μας. Πραγματικά βλαβερός, όμως, είναι ο δεύτερος τρόπος, όπου συγκρίνουμε τον εαυτό μας με κάποιον που έχει κάτι που δεν έχουμε. Και γιατί είναι βλαβερό αυτό; Ας παρακολουθήσουμε όλη τη διαδικασία.
Βλέπεις κάποιον που έχει κάτι που δεν έχεις. Αυτό μπορεί να είναι ικανότητα, χρήματα, φήμη, παρουσιαστικό, ντύσιμο, συμπεριφορά, νοοτροπία, συνήθεια, ελάττωμα, φυσικό χάρισμα, οτιδήποτε που σε γοητεύει κ.λπ. Αμέσως φαντάζεσαι τον εαυτό σου στη θέση του και γεννιέται η επιθυμία να μοιάσεις· να αποκτήσεις· «να ανέβεις»· και προσπαθείς να μιμηθείς, να πετύχεις, να «γίνεις». Τώρα, αυτή η προσπάθεια του να γίνεις κάτι δεν προϋποθέτει την άσκηση βίας, είτε προς τους άλλους, είτε προς τον ίδιο μας τον εαυτό; Η προσπάθεια να γίνεις κάτι που δεν είσαι δεν σε απομακρύνει κατά κανόνα από αυτό που είσαι; Η σύγκρουση ανάμεσα σ’ αυτό που είσαι και σ’ εκείνο που νομίζεις ότι πρέπει και προσπαθείς να γίνεις δεν δημιουργεί, φόβους, ανασφάλειες, άγχος, πίεση; Κι αυτά δεν είναι μόνιμη πηγή δυστυχίας;
Και για να το πάμε λίγο πιο πέρα: το κυνήγι ενός ιδανικού, όσο ευγενικό κι αν είναι αυτό, μήπως δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια <φυγή απ’ αυτό που πράγματι συμβαίνει ή υπάρχει, ένα άλλοθι για να μην αλλάζουμε τώρα; Η ανθρωπότητα, έχει ιδανικό την ειρήνη και την κυνηγάει εδώ και αιώνες τώρα, κάνοντας πολέμους, αντί να σταματήσει αμέσως κάθε πόλεμο! Τα ιδανικά είναι άλλοθι χρόνου. Όπως το «θα κόψω το τσιγάρο αύριο».
Η συνεχής, λοιπόν, αναπαραγωγή παραδειγμάτων για μίμηση που κάνουμε στα παιδιά μας, αρχίζοντας από πολύ νωρίς με πολύ απλές και φαινομενικά αθώες συγκρίσεις, μήπως τα ξεστρατίζει από το δρόμο τού να γνωρίσουν αυτό που πράγματι είναι, από αυτό που πράγματι θέλουν, από αυτό που πράγματι μπορούν; Μήπως εμποδίζει ν’ ανθίσει ελεύθερα η όποια -μικρή ή μεγάλη, αδιάφορο- κλίση τους; Και διαμορφώνοντάς τα μ’ αυτόν τρόπο, μήπως υπογράφουμε τη δυστυχία τους και τη δική μας; Ξέρετε πόσοι επώνυμοι επιχειρηματίες, καλλιτέχνες, πολιτικοί, managers και γενικώς πάμπλουτοι και επιτυχημένοι, βαράνε φανερά ή κρυφά ενέσεις, είναι χωμένοι στον αλκοολισμό, χρησιμοποιούν για φυγή το σεξ, τη θρησκεία, το κόμμα ή το ποδόσφαιρο ή πηδάνε από τα μπαλκόνια;
Για σκεφτείτε το…
Καλό Σαββατοκύριακο παιδιά.
Π.

«Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι…» (Δεύτερο και τελευταίο)

Το κουίζ που σκέφτηκα ξαφνικά κι έβαλα για την 25η Μαρτίου, μου άλλαξε τη σειρά που είχα σκεφτεί. Υπάρχει κι ένα δεύτερο μέρος του post, «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», και δεν έχει τίποτα από φιλοσοφικοτέτοια όπως το πρώτο. Εκείνο που έκανα την πρώτη φορά είναι να μη σας πω τίποτα για το τραγούδι που έβαλα ν’ ακούσετε για να συγκεντρωθείτε στην φωνή του παιδιού που τραγουδούσε. Όμως, για όσους δεν ξέρανε ήδη το τραγούδι -σε μια παλιότερη εκπομπή της Λιάνας Κανέλλη ήταν η μουσική των τίτλων- πρέπει να πω ότι είναι το «Vanità Di Vanità» (Ματαιότης Ματαιοτήτων) του Angelo Branduardi. Για σήμερα σας έχω μεταφρασμένους τους στίχους κι ένα ωραίο video clip του τραγουδιού, που είναι πραγματικά καλοφτιαγμένο, αλλά με κάτι που δεν είναι σωστό: Ενώ το τραγούδι το έχει πει ένα αγοράκι, στο video clip βάλανε να το λένε σε play back δύο άλλα παιδιά, που το ένα είναι κορίτσι, κι έτσι χάνεται αυτό που σου κάνει η φωνή όταν ακούς μόνο τον ήχο. Ελπίζω, πάντως, ;έστω κι έτσι να σας αρέσει και είναι και ευκαιρία να ξανακούσετε το τραγούδι.
Καλό βράδυ.
Σας φιλώ πολύ
Π.

Ματαιότητα Ματαιοτήτων
Τρέχεις πίσω από κάτι από ‘δώ
τρέχεις πίσω από κάτι από ‘κεί,
αλλά όταν ο θάνατος
θα σε βρει
τι θα απομείνει
από τις επιθυμίες σου;
Ματαιότητα ματαιοτήτων

Είσαι ευτυχισμένος,
μέσα στις απολαύσεις σου.
Όλο στιγμές
από ασήμια και χρυσάφια,
αλλά στο τέλος,
τι θα σου απομείνει;
Ματαιότητα ματαιοτήτων

Τρέχεις πίσω από κάτι από ‘δώ,
Τρέχεις πίσω από κάτι από ‘κεί,
κυνηγώντας πάντοτε
την ευχαρίστηση.
«Είμαι ευτυχισμένος και
δεν νοιάζομαι για τίποτα».
Μάταιους ματαιοτήτων

(Δύο φορές)
Αν τώρα κοιτάς στον καθρέφτη
την ησυχία σου
δεν φαντάζεσαι φυσικά
τι θα απογίνει κάποια μέρα
η ματαιοδοξία σου.
Όλα ματαιότητα.
Μόνο ματαιότητα.
Να ζείτε με χαρά και απλότητα.
Να έχετε καλοσύνη – αν μπορείτε.
Όλα τα υπόλοιπα είναι ματαιότητα.
Όλα ματαιότητα, μόνο ματαιότητα
Να δοξάζετε τον Θεό με ταπεινότητα
Να τους βοηθάτε όλους
Η αγάπη,
καθόλου
να μην σας λείπει.

Και τώρα πηγαίνετε εδώ να δείτε το video clip.

 

http://www.youtube.com/watch?v=3GICsf4V6a8&feature=related

Για την 25η Μαρτίου. (Η λύση)

Καλά! Δεν το περίμενα αυτό. Πλησιάσατε πάρα πολύ στην εξήγηση των «φωτογραφιών – κουίζ» που σας έβαλα χθες! Λοιπόν: Το κοινό που υπάρχει στην εξήγηση και των τριών φωτογραφιών είναι οι Τούρκοι και ότι η μάνα μου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη. Ήρθε νέα κοπέλα στην Αθήνα κουβαλώντας όλες τις παραδόσεις των Ελλήνων εκεί, παραδόσεις που είχαν τουλάχιστον έως τις αρχές του 20ου αιώνα. Επειδή, λοιπόν, κάποτε οι Τούρκοι όταν γεννιόταν αγόρι ελληνόπουλο το έπαιρναν και το έκαναν Γενίτσαρο, από τη στιγμή που γεννιόταν ένα αγόρι το έντυναν σαν κορίτσι και του χτένιζαν τα μαλλιά του κοριτσίστικα. Αυτή είναι η εξήγηση για την πρώτη μου φωτογραφία. Επίσης, επειδή οι έλληνες εκεί ζούσαν με το όνειρο της μεγάλης Ελλάδας, που σήμαινε ότι μια μέρα θα έμπαιναν στην Πόλη έλληνες τσολιάδες για να την πάρουν, έντυναν τα αγόρια τσολιάδες την 25η Μαρτίου και ποτέ στις Αποκριές. Αυτή είναι η εξήγηση της δεύτερης φωτογραφίας. Όσο για την Τρίτη, είναι λίγο αυθαίρετο, αλλά και πάλι έχει την ίδια εξήγηση. Η μάνα μου όταν ήμουν μικρός, για να εκδηλώσει τις ελπίδες της για μένα όταν μεγαλώσω, μου έλεγε καμιά φορά τη φράση: «Αχ, αγόρι μου, να αξιωθώ να σε δω τσολιά στην Πόλη!» Αλλά για να γίνεις τσολιάς, ο κανονισμός του στρατού λέει ότι πρέπει να είσαι πάνω από 1,80. Αλλά τής την έσκασα και έμεινα στο 1,68. Οπότε η τρίτη φωτογραφία είναι η απόδειξη ότι δεν κάνω για τσολιάς. Και για να πλουτίσω τις γνώσεις σας για την ΧΙΛΙΟΠΟΔΑΡΟΥΣΑ, σας λέω ότι η ιδέα της σκηνή με τη Ροζαλία και το ύψος μου που σας θύμισα εχθές, μου είχε έρθει από το ίδιο πράγμα: την ευχή να μπω τσολιάς στην Πόλη.
Καλή υπόλοιπη εβδομάδα.

Σας φιλώ
Π.

Για την 25η Μαρτίου

Σήμερα, λόγω της εορτής είπα να πάρω «άδεια από τη σημαία», όπως λένε και στο στρατό, και να μην πάω γραφείο για να … κάνω δουλειές στο σπίτι. Και τώρα που τέλειωσα, σας σκεφτόμουνα κι είπα αυτή τη φορά να το κάνω κι εγώ «παιδική χαρά», όχι μόνο εσείς κάποιες φορές, και να παίξουμε ένα παιχνίδι.
Το παιχνίδι που σκέφτηκα είναι ένα κουίζ. Σήμερα θα σας πω το κουίζ και μεθαύριο, θα σας πω τη λύση του. Είναι σίγουρο ότι δεν θα βρείτε την απάντηση, αλλά σημασία δεν έχει μόνο να βρεις τη λύση, αλλά και να χαρείς την προσπάθεια.
Λοιπόοοον… Και στις τρεις φωτογραφίες που θα δείτε είμαι εγώ σε διάφορες ηλικίες.

baby.jpg

Αυτό το κοριτσάκι είμαι εγώ δύο χρονών.

tsolias.jpg

Ο τσολιάς εδώ είμαι πάλι εγώ τριών χρονών.

anipsoula.jpg

Και στην Τρίτη είμαι εγώ πάλι (εδώ φαίνεται), αλλά με μία από της ανιψιές μου φέτος.

Αυτή τη φωτογραφία είχα ζητήσει στον «μάστορα» να τη βγάλει σε κάποια οικογενειακή συνάντηση για να σας τη δείξω κάποτε και να δείτε πώς «η Τέχνη μιμείται τη ζωή» που λένε. (Και δεν φοράει τακούνια να σκεφτείτε!!!) Θυμάστε κάποια ανάλογη σκηνή στη»Χιλιοποδαρουσα» με τη Ροζαλία και τον «κύριο Νίκο»; Ε, εδώ τα πράγματα είναι χειρότερα και είναι και αλήθεια. Όσοι δεν θυμάστε τη σκηνή και δεν την έχετε δει όταν την έβαλα στο blog, πηγαίνετε ΕΔΩ να την δείτε.
Και τώρα, το κουίζ; Πώς συνδέονται αυτές οι τρεις φωτογραφίες με την 25η Μαρτίου, δηλαδή την επανάσταση του 1821 εναντίον των Τούρκων; Και για να σας βοηθήσω λίγο: Το «look» του «δίχρονου» (όπως λένε της «τριανταπεντάχρονης») στην πρώτη φωτογραφία οφείλεται σε κάποιο πολύ παλιό ιστορικό γεγονός. Για τη δεύτερη φωτογραφία είναι σχετικά εύκολο να βρείτε τη σχέση. Και η Τρίτη, έχει σχέση με τη δεύτερη και κάποιο «όνειρο/ευχή» μαμάδων και μπαμπάδων από «χαμένες πατρίδες» σε παλιότερες εποχές.
Μεθαύριο τ’ απόγευμα που θα σας πω τη λύση θα καταλάβετε πόσο πολύ σας βοήθησα – αρκεί να ξέρετε ελληνική ιστορία και παράδοση. Πσσσς… τώρα το βάρυνα!
Εμπρός natassaki, nellinezi, marillia (που το κάνετε συνήθως παιδική χαρά.) και όποιος άλλος ή άλλη θέλει: Για να σας δω τώρα που σας φωνάζω να παίξουμε…
Φιλιά
Π.

«Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι…»

Στο βιογραφικό μου που υπάρχει στο blog ήρθε ένα σχόλιο που λέει ανάμεσα στ’ άλλα και τα εξής: «Εντελώς τυχαία σήμερα ανακάλυψα αυτήν την σελίδα και κόλλησα ώρες ολόκληρες να χαζεύω. Πραγματικά συγκινήθηκα πάρα πολύ. Είμαι 31 χρονών και βλέποντας όλα αυτά… ένιωσα και πάλι παιδί, έκλαψα…. Σας ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου, την καρδιά ενός μικρού παιδιού, γιατί έτσι νιώθω πάλι, μετά από τόσα χρόνια.»
Την ίδια στιγμή έπαιζε στο ραδιόφωνο ένα τραγούδι, που ήρθε κάπως και «έδεσε» μ’ αυτό το σχόλιο για να μου φέρουν και τα δύο συνειρμικά στο νου τη φράση: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι, ότι αυτοί κληρονομήσωσι την Βασιλεία των Ουρανών». Ναι, ναι, ξέρω ακούγεται λίγο σαν, «από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλλα», χα, χα, χα… Μη βιάζεστε. Αυτή η φράση δεν σημαίνει καθόλου αυτό που συνήθως νομίζει ο κόσμος και που – απ’ όσο μου έχουν πει – δεν είναι και η επίσημη θεολογική εξήγηση. Συνήθως, οι περισσότεροι μεταχειρίζονται αυτή τη φράση όταν αναφέρονται σε κάποιον που είναι κάτι μεταξύ τρελού ή ηλίθιου. Αλλά φαντάζεστε, αυτός ο φωτισμένος νους να ήρθε στην ανθρωπότητα για να πει ότι οι ευτυχισμένοι που θα πάνε στον Παράδεισο είναι όλοι οι ηλίθιοι ή «σαλεμένοι»; Ε, όχι κατά τη γνώμη μου. Το «πτωχοί το πνεύματι», αναφέρεται σε ένα νου που δεν τον βαραίνουν οι πληγές, οι χαρές, οι επιθυμίες, τα κατάλοιπα των σχέσεων από χτες, που δεν είναι φορτωμένος από ψυχολογικές μνήμες – άλλο είναι οι πρακτικές. Ένας τέτοιος νους είναι αθώος, φρέσκος, ξύπνιος, άμεσος, δηλαδή «πτωχός» από το βάρος του χθες. Αυτή η φρεσκάδα, η αθωότητα, υπάρχουν σε ένα νου που ζει και δουλεύει τώρα. Αν το σκεφτείτε, θα δείτε, ότι αντιμετωπίζουμε το τώρα με βάση κάποια εμπειρία από το παρελθόν για να μην συμβεί ή να συμβεί κάτι στο μέλλον, πράγμα που σημαίνει ότι δεν ζούμε ψυχολογικά στο τώρα. Το κάπνισμα ή οποιαδήποτε άλλη συνήθεια που σημείωνα σε παλιότερο post είναι επανάληψη του χθες τώρα. Αλλά αυτό που είσαι τώρα, εκτός κι αν αλλάξεις τώρα, θα είσαι και αύριο, δηλαδή το αύριο θα είναι το χθες! Χα, χα, χα… Σας μπέρδεψα; Εντάξει. Ακούστε το τραγούδι που άκουσα και σας το έβαλα εδώ για να νιώσετε, όχι για να καταλάβετε λογικά τι θέλω να σας πω. Το σχόλιο που ανέφερα στην αρχή λέει: «Είμαι 31 χρονών και βλέποντας όλα αυτά… ένιωσα και πάλι παιδί… Σας ευχαριστώ μέσα από την καρδιά μου, την καρδιά ενός μικρού παιδιού…». Λέει, δηλαδή, ότι έσβησαν όλα τα ψυχολογικά σκουπίδια της καρδιάς του – ή κάμποσα από αυτά – κι η καρδιά του έγινε, καθαρή, αθώα, ανάλαφρη («πτωχή»), φρέσκια, ευαίσθητη όπως η καρδιά ενός μικρού παιδιού. Αυτό θέλω να σας πω. Μπορούμε να έχουμε μια καρδιά μικρού παιδιού, όχι να είμαστε συναισθηματικά ανώριμοι, αλλά να έχουμε την ψυχολογική αθωότητα, καθαρότητα, αγνότητα, που σε ανοίγει στους άλλους; Ακούστε το τραγούδι, πατώντας το σημάδι του «play», στην μπλε λωρίδα που έβαλε ο «μάστορας». Το πιθανότερο είναι να το ξέρετε, γιατί υπήρξε σήμα τηλεοπτικής εκπομπής. Αλλά ακούστε το αθώα, σαν να είναι για πρώτη φορά, |πτωχοί τω πνεύματι», για ν’ ανοίξει η καρδιά. Το τραγούδι – εκτός από την παιδική χορωδία – το λέει κι ένα παιδάκι μόνο του. Δεν έχουν σημασία τα λόγια. Ακούστε μωρά μου αυτή τη φωνή με την καρδιά σας κι όχι με τ’ αυτί σας, κι αφήστε τον ήχο της φωνής να πάει βαθιά μέσα σας. Αφήστε αυτή την αθωότητα, την καλοσύνη, τη τρυφερότητα, τη γλύκα, το άνοιγμα ψυχής, την έλλειψη φόβου, τη γενναιοδωρία που στέλνει, να πάνε βαθιά μέσα σας. Ακούστε καθώς τραγουδάει, αυτή την έλλειψη οποιουδήποτε κίνητρου , ακριβώς όπως ένα τριαντάφυλλο μοσχοβολάει χωρίς κανένα κίνητρο και απλώς είναι εκεί και μοσχοβολάει για όποιον θα ήθελε να το μυρίσει.
Καλή εβδομάδα.
Π.

Get the Flash Player to see the wordTube Media Player.

Τα πράγματα δεν είναι παιχνίδια

Για σήμερα λέω, χωρίς πολλά λόγια να δούμε ένα βίντεο με κάποιο από τα μηνύματα της κοινωνικής συμπεριφοράς, που θέλει να δείξει στα παιδιά, ότι υπάρχουν και πράγματα που δεν είναι παιχνίδια.
Θα τα πούμε μέσα στο Σαββατοκύριακο.

Φιλιά
Π.

«Η μηχανή του χρόνου» – 2

paramithas-heretaei.jpgΚορίτσια κι αγόρια από 29 έως 45 χρονών, σήμερα ένας από σας, ο elbil μου «την άναψε» με το σχόλιό του. Με συγκίνησαν πάρα πολύ τα δύο videoclips – σαν μηχανή του χρόνου – των ελληνικών και ξένων εκπομπών της δεκαετίας του ’80, που βλέπατε ως παιδιά και «μ’ έστειλε» να δω. Έχει κάνει τρομερή δουλειά το παιδί που τα μάζεψε όλα αυτά και τα μοντάρισε.
Δεν τα είχα ξαναδεί ποτέ έτσι μαζεμένα σε video-clip! Κι ενυπωσιάστηκα συνειδητοποιώντας για πρώτη φορά ότι από αυτά, σε ένα 70% των ελληνικών εκπομπών ήμουν ο παραγωγός, ενώ ένα 60% των ξένων ήταν δική μου επιλογή. Επειδή την κατα-έβρισκα τότε, δεν είχα καταλάβει πόση πολύ δουλειά ήταν.
Θα ήθελα να μου επιτρέψετε, λοιπόν, να μην βάλω – για άλλη μια φορά – σήμερα την ιστορία του σαλίγκαρου και να σας δώσω τις δύο διευθύνσεις για να πάτε να δείτε τα δύο videoclips – αν δεν τα έχετε ήδη δει – ως φόρο τιμής σε όλους τους ανθρώπους που δούλεψαν στα παιδικά προγράμματα της Ε.Ρ.Τ. στη δεκαετία του ’80. Συγνώμη, που το λέω, αλλά δεν έχει πια τέτοιους.

http://www.youtube.com/watch?v=7MDTEoM1an8

Σας φιλώ πολύ
Π.

Η μηχανή του χρόνου

Έλεγα να βάλω σήμερα, την ιστορία με το φίλο μου τον σαλίγκαρο, αλλά συνειδητοποίησα ότι με τα διάφορα ταξίδια και τι δουλειές του «μάστορα» έχουμε καιρό να βάλουμε κάνα βίντεο. Διάλεξα, λοιπόν, ένα από τα θέματα της Χιλιοποδαρούσας το, «Γράψτε την ιστορία». Είναι αλήθεια ότι σήμερα πια – το φιλμ που θα δείτε έχει γυριστεί την Άνοιξη του 1987 – το γύρισμα είναι ξεπερασμένο, αλλά η ιστορία του παιδιού που είχα διαλέξει τότε για να πω, ως την πιο ταιριαστή πάνω στην εικόνα, είναι καλή ακόμα και σήμερα. Άραγε θα βρεθεί ποτέ και κανένα από τα παιδιά που έγραφαν τότε τις ιστορίες. Να το δω κι αυτό κι ας πεθάνω – κι όχι στα 90 που είπε η nellinezi ! Μόνο που διάβασα το νούμερο βαρέθηκα!

Καλό Σαββατοκύριακο
Σας φιλώ πολύ
storyteller-home.jpgΥ.Γ. Δηλαδή, με αυτή την πιθανότητα, άλλα 25 μείνανε; Πα, πα, πα… Κούφια η ώρα… Έχω βρει καλύτερα από ‘δω… Ας μη συνεχίσω γιατί σας βλέπω να κουνάτε με συμπόνοια το κεφάλι σας και να λέτε, «πάει, λάλησε ο παππούς…»