«Αυτό που για χρυσάφι σήμερα μαζεύεις…»

Θα ήθελα σήμερα να μου επιτρέψετε να συνεχίσω για άλλη μια μέρα τα κείμενα που έχουν σχέση με το post μου, ΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΜΟΥ ΟΠΩΣ ΛΕΜΕ, “ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ”. Διαβάζοντάς τα όλα από την αρχή, ξαφνικά θυμήθηκα τον φίλο μου τον Άλκη. Σκέφτηκα πως τελικά κι αυτός ήταν ένας από τους ανθρώπους που μου έμαθαν πράγματα για μένα – εκεί ανάμεσα στα 20 με 28 μου – όσο και όλοι οι άλλοι με τα μεγάλα ονόματα που σας είπα. Ένας άνθρωπος που από τα δώδεκά του, ξέρει ότι το πιθανότερο είναι να πεθάνει έως τα 30 (πέθανε στα 29), και ζει με κορτιζόνη που του θρυμμάτισε όλες τις αρθρώσεις και που στα 26 του αντικαταστάθηκαν με λάμες, κι ωστόσο ως την τελευταία στιγμή έκανε πλάκα ακόμα και με την αρρώστια του, σίγουρα μπορεί να σου δείξει πράγματα για σένα. Έτσι ο Άλκης, είτε – πάντα χωρίς κακία – μου έκανε σχόλια του τύπου, «εντάξει, ρε Νίκο, είσαι μαλάκας, αλλά μην το δείχνεις και τόσο πολύ…» ή μου έγραφε κάποιο ποίημα, κατάφερνε να μου πει κάτι που μου έκανε «κλικ» όπως κι όλοι οι άλλοι που σας έβαλα κείμενά τους τις προηγούμενες μέρες. Το ποίημα που θα διαβάσετε μου το’ χε γράψει ύστερα από μια συζήτηση περί κομμουνισμού που είχαμε κάνει στα χρόνια της Δικτατορίας. Νομίζω ότι είναι το ωραιότερο «χέσιμο» που μου έχει κάνει ποτέ κανείς.
Καλό βράδυ.
Π.
Υ.Γ. Φαντάζομαι ότι κι εσείς θα παρατηρήσετε την ομοιότητα της άποψης των στίχων του τέλους, με τη φράση του Κρισναμούρτι από το τελευταίο post, «ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα».

alkis-01.jpg

ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΦΙΛΟΥ
Αγέρωχος πάντοτε περνάς,
νομίζοντας πως περπατάς
πάνω στο ξυραφιού την κόψη,
ενώ τη Σόλωνος μονάχα κατεβαίνεις
για να ‘βγεις Ιπποκράτους.
Απ’ το πρωί
περνάς στο κόσκινο την άμμο,
κι αυτό που για χρυσάφι σήμερα μαζεύεις,
δεν θα ‘ χεις αύριο τι να το κάνεις.

«Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα»

Σήμερα τελειώνουμε με τα αποσπάσματα από τα κείμενα όσων θεωρώ ότι, ως αληθινοί δάσκαλοι και φίλοι μου, μού έδειξαν προς τα πού να κοιτάξω για να δω όσα μπόρεσα να δω μέχρι τώρα, γιατί δεν υπάρχει τέλος, γύρω από το τι είναι όλη αυτή η ιστορία της ζωής. Σήμερα, τελευταίος στον κατάλογο του post, ΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΜΟΥ ΟΠΩΣ ΛΕΜΕ, “ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ”, είναι ο Κρισναμούρτι. Βρίσκεται μετά τον Τερζάκη και όχι μετά τον Καζαντζάκη, στο «Κ», γιατί έκανα τον κατάλογο αλφαβητικό με βάση τα επίθετα και το επίθετο του Κρισναμούρτι είναι Τζίντου. Έχει πλάκα που οι δύο τελευταίοι από τους επτά του καταλόγου, είναι και οι δύο που γνώρισα προσωπικά και όχι μόνο από τα βιβλία τους, όπως τους προηγούμενους πέντε.
Τώρα, αν μελετήσει κανείς όλους αυτούς, θα δει ότι κατά κάποιο τρόπο όλοι λένε το ίδιο. Να, πάρτε για παράδειγμα αυτό που λέει ο Κρισναμούρτι ,το 1948, στο γράμμα του που θα διαβάσετε: «Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα», το οποίο είναι το ίδιο με εκείνο που λέει ο Σαίξπηρ, το 1594, στο μονόλογο του ΡΙΧΑΡΔΟΥ ΤΟΥ Β’ που σας έβαλα προχτές: «… μήτε εγώ, μήτε κανένας άνθρωπος ποτέ, θα ‘ναι ευχαριστημένος από τίποτα, ώσπου να βρει την ησυχία του, βλέποντας πως τίποτα δεν είναι». Αυτό συμβαίνει επειδή η Αλήθεια είναι ΜΙΑ και δεν ανήκει σε καμιά χώρα, φιλοσοφία, ιδεολογία ή θρησκεία. Όπως λέει και ένα κινέζικο ρητό, «ωραία άλογα υπήρχαν από πάντα, απλώς κατά καιρούς εμφανίζονται κάποιοι άνθρωποι που ξέρουν από ωραία άλογα και τα δείχνουν στους άλλους».
Αν με ρωτούσατε τώρα: «και τι σ’ έμαθαν όλοι αυτοί για τη ζωή;» θα έλεγα, ότι μου έμαθαν πως η ζωή είναι σχέσεις· σχέσεις με τους άλλους, με τη φύση, με τα πράγματα, με τα ζώα, με τις ιδέες και με τον εαυτό μας. Και αυτές οι σχέσεις ακριβώς είναι ο καθρέφτης όπου κανείς θα πρέπει να βλέπει τον εαυτό του και να μαθαίνει γι’ αυτόν, κάνοντας έτσι τη ζωή – που συμπεριλαμβάνει και τον θάνατο – ένα ταξίδι του «γνώθι σ’ αυτόν», δηλαδή ένα ταξίδι δίχως τέλος. Χρησιμοποιώ επίτηδες το αρχαίο ελληνικό «γνώθι σ’ αυτόν», και όχι τη σημερινή λέξη της μόδας «αυτογνωσία», επειδή έχει φθαρεί καθώς είναι φορτωμένη με ένα σωρό ανοησίες από τα απανταχού στην Ελλάδα, φιλοσοφικοψυχαναλυτικοθρησκευτικοθεραπετικοδυτικοανατολικά γκουρούδικα – κάτω από οποιονδήποτε δήθεν «απλό» τίτλο κι αν υπάρχουν.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα γράμμα του Κρισναμούρτι σε μια φίλη του, γραμμένο στη δεκαετία του ’40 και είναι από μία ολόκληρη σειρά από γράμματα σε αυτήν, η οποία είχε πάθει καρκίνο, ύστερα από ένα διαζύγιο που είχε πάρει από ένα βάναυσο και βίαιο σύζυγο, γόνο μιας αριστοκρατικής και πλούσιας οικογένειας των Ινδιών, μετά από πολλά χρόνια γάμου και με τρία παιδιά. Όταν ξέρει κανείς την άθλια θέση της γυναίκας σε ένα μεγάλο κομμάτι της Ινδίας ακόμα και σήμερα – για μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων θεωρείται ότι αν μία γυναίκα υπηρετήσει πιστά και αφοσιωμένα τον άντρα της, στην επόμενη ζωή θα ξαναγεννηθεί για ανταμοιβή, ως άντρας (!!!) – τότε καταλαβαίνει τι γενναιότητα χρειαζόταν να έχει μια νεαρή γυναίκα με τρία παιδιά, 60 χρόνια πριν στην Ινδία, για να ζητήσει διαζύγιο.    Η γυναίκα στην οποία απευθύνονται τα γράμματα, πέθανε πριν μερικά χρόνια σε ηλικία πάνω από 90. Τα δεκαοκτώ γράμματα προς αυτήν, εμφανίστηκαν για πρώτη φορά σε μία βιογραφία του Κρισναμούρτι, αλλά έχουν εκδοθεί και μόνα τους ως ξεχωριστό βιβλίο, με τον τίτλο, «Letters to a Young Friend», στα ελληνικά, ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΕ ΜΙΑ ΝΕΑΡΗ ΦΙΛΗ. Για εδώ, διάλεξα το ενδέκατο γράμμα.
Σας το αντιγράφω με όλη μου την καρδιά.
Καλή εβδομάδα.
Π.

07-j-krishnamurti.jpg

Η αξιοπρέπεια είναι κάτι πολύ σπάνιο. Ένα γραφείο ή μία αξιοσέβαστη θέση δίνουν αξιοπρέπεια. Είναι σαν να φοράς γραβάτα. Η γραβάτα, το κοστούμι, το πόστο, δίνουν αξιοπρέπεια. Ένας τίτλος ή μια θέση δίνουν αξιοπρέπεια. Ξεγύμνωσε όμως τους ανθρώπους απ’ όλα αυτά και θα δεις ότι πολύ λίγοι θα έχουν εκείνη την ποιότητα της αξιοπρέπειας που δίνει η ελευθερία τού να μην είσαι τίποτα. Οι άνθρωποι λαχταρούν να είναι κάτι, και με το να είναι κάτι παίρνουν μια θέση στην κοινωνία που θεωρείται σεβαστή. Οι άνθρωποι κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες -έξυπνοι, πλούσιοι, επιστήμονες, άγιοι- κι όποιος δεν μπορεί να καταταγεί σε μια κατηγορία αναγνωρισμένη από την κοινωνία, θεωρείται πρόσωπο περιθωριακό. Η αξιοπρέπεια δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν κάτι δεδομένο, δεν μπορεί να καλλιεργηθεί και αν κανείς είναι συνειδητά αξιοπρεπής σημαίνει ότι όλη την ώρα νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του, που σημαίνει ότι είναι ασήμαντος, μικροπρεπής. Το να είσαι τίποτα σημαίνει ότι είσαι ελεύθερος από την ιδέα του να είσαι κάτι. Αληθινή αξιοπρέπεια υπάρχει όταν δεν ανήκεις ή βρίσκεσαι σε κάποια ξεχωριστή θέση. Αυτό δεν μπορεί κανείς να στο αφαιρέσει, θα υπάρχει πάντα.
Το ν’ αφήνεις τη ζωή να κυλάει ελεύθερα χωρίς να μένει πίσω της κανένα κατακάθι, σημαίνει ύπαρξη πραγματικής επίγνωσης. Ο ανθρώπινος νους είναι σαν το κόσκινο που άλλα κρατάει κι άλλα αφήνει να περνάνε. Εκείνα που κρατάει έχουν το μέγεθος των επιθυμιών του και οι επιθυμίες, όσο κι αν είναι βαθιές, δυνατές ή ευγενικές, είναι μικρές κι ασήμαντες γιατί η επιθυμία είναι κατασκεύασμα του νου. Χρειάζεται ολοκληρωτική επίγνωση να μη συγκρατείς τη ζωή, αλλά να την αφήνεις να κυλάει ελεύθερα, χωρίς να κάνεις καμιά επιλογή. Πάντοτε διαλέγουμε και κρατάμε
· διαλέγουμε εκείνα που έχουν σημασία και τα κρατάμε για πάντα. Αυτό είναι που ονομάζουμε εμπειρία και τον πολλαπλασιασμό των εμπειριών τον ονομάζουμε πλούτο της ζωής. Ο πλούτος της ζωής είναι η απελευθέρωση από την αποθήκευση εμπειριών. Η εμπειρία που παραμένει, που κρατιέται, εμποδίζει εκείνη την κατάσταση όπου το γνωστό δεν υπάρχει. Το γνωστό δεν είναι ο θησαυρός, αλλά ο νους προσκολλιέται σ’ αυτό κι έτσι καταστρέφει ή ρυπαίνει το άγνωστο.
Η ζωή είναι μια περίεργη ιστορία. Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα.
Είμαστε – οι περισσότεροι τουλάχιστον – πλάσματα της διάθεσης ή μιας ποικιλίας από διαθέσεις. Λίγοι από μας ξεφεύγουν απ’ αυτό. Για μερικούς έχει σχέση με τη σωματική τους κατάσταση, για άλλους με τη διανοητική και μας αρέσει αυτή η «μια πάνω μια κάτω» κατάσταση, νομίζουμε ότι αυτή η αλλαγή διάθεσης είναι μέρος της ύπαρξης ή πάλι απλώς αφήνει κανείς να παρασύρεται μια από τη μία διάθεση και μια από την άλλη. Υπάρχουν όμως μερικοί που δεν είναι πιασμένοι σ’ αυτό το «πάνω κάτω», που είναι ελεύθεροι από το να παλεύουν να γίνουν κάτι, έτσι που εσωτερικά υπάρχει μια σταθερότητα που δεν είναι αποτέλεσμα θέλησης, μια σταθερότητα που δεν έχει καλλιεργηθεί, που δεν είναι σταθερότητα από συγκεντρωμένο ενδιαφέρον σε κάτι, ούτε είναι αποτέλεσμα κάποιας δραστηριότητας σαν τις παραπάνω. Εμφανίζεται όταν η θέληση παύει να δρα.
Τα χρήματα πραγματικά καταστρέφουν τους ανθρώπους. Οι πλούσιοι έχουν μια ιδιαίτερη αλαζονεία. Με πολύ λίγες εξαιρέσεις, σε κάθε χώρα, οι πλούσιοι έχουν γύρω τους εκείνη την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν οποιονδήποτε, ακόμα και τους θεούς, και μπορούν πράγματι ν’ αγοράσουν τους δικούς τους θεούς. Αυτή η ατμόσφαιρα όμως δεν υπάρχει μόνο στον πλούτο, αλλά και στις ικανότητες, τα ταλέντα, που μπορεί να έχει κανείς. Οι ικανότητες δίνουν στον άνθρωπο μια παράξενη αίσθηση ελευθερίας. Τον κάνουν να νιώθει επίσης ότι είναι ανώτερος από τους άλλους, ότι είναι διαφορετικός. Όλα αυτά του δίνουν μια αίσθηση υπεροχής: κάθεται ικανοποιημένος και κοιτάζει τους άλλους να πασχίζουν και να ντροπιάζονται· δεν έχει συναίσθηση της δικής του άγνοιας και σε τι σκοτάδι βρίσκεται ο νους του. Τα λεφτά και οι ικανότητες προσφέρουν μια πολύ καλή φυγή απ’ αυτό το σκοτάδι. Αλλά και η φυγή είναι ένα είδος αντίστασης που γεννάει τα δικά της προβλήματα. Η ζωή είναι μια περίεργη ιστορία. Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα.

Ο θεός είναι φευγάτος

Προτελευταίος από τους… δασκάλους μου σήμερα: ο Άγγελος Τερζάκης. Εκτός από μεταφορικά, όπως οι προηγούμενοι, ήταν και κυριολεκτικά δάσκαλός μου, στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, για τρία χρόνια. Παρακάτω, έχω διαλέξει κάποια σκόρπια αποσπάσματα – κυρίως από το ημερολόγιό του, τη δεκαετίας του ’40 και συγκεκριμένα στην περίοδο του Β’ Παγκόσμιου πόλεμου. Αύριο ο τελευταίος από τον κατάλογο του post ΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΜΟΥ ΟΠΩΣ ΛΕΜΕ, “ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ”.
Σας φιλώ.
Π.

06-a-terzakis.jpg

– Ε, λοιπόν: σε μιαν εποχή όπου όλη η αρετή είναι ν’ ακουμπάει ο ένας στον άλλον πλάτη με πλάτη, όχι για την αλληλεγγύη αλλά για τη συναλλαγή, σε μιαν εποχή όπου αρετή είναι η δειλία, εγώ τουλάχιστο στάθηκα ολομόναχος κι ολόρθος. Η έννοια της ηθικής είναι σχετική, όπως σχετική είναι κι η έννοια της τιμής. Η έννοια του αντρισμού, όμως, είναι απόλυτη.

– Ο αστισμός στην πνευματική και κοινωνική ζωή υπήρξε  πάντα ένα καθεστώς υποκρισίας και διανοητικής στενότητας… Διαφώνησα όμως και με τον μαρξισμό, επειδή με φόβιζε ο όρος «δικτατορία του προλεταριάτου». Ο ίδιος θήτευσα εσώτερα σ’ έναν σοσιαλισμό άλλον, ελεύθερο, ανεξίθρησκο, όχι οργανωμένο σε στρατό, καθώς ο δικός τους… Πεποίθησή μου ήταν από πάντα ότι το μεγαλύτερο μειονέκτημα για τον πνευματικό άνθρωπο είναι ο φανατισμός. Γι’ αυτό και η άρνησή μου για την πολιτική και τους πολιτικούς. Ως ηγεσία του κόσμου μία μόνο μπορεί να νοηθεί: οι κατά τόπους ανεξάρτητοι διανοούμενοι που διαφωτίζουν την κοινή γνώμη, κρατούν σ’ εγρήγορση τις συνειδήσεις, καταγγέλλουν, ξεσκεπάζουν το παιχνίδι των υπονομευτών της ειρήνης, της ελευθερίας και της ανθρωπιάς.

­ – Ο θάνατος είναι κάτι με το οποίο ο άνθρωπος δεν αναμετριέται σαν ίσος προς ίσον, με κάποιον με το ίδιο ανάστημα. Η παλληκαριά είναι ζήτημα ποσοτικής αντοχής, κι από τον ένα ως τον άλλον άνθρωπο δε διαφέρει παρά μόνο κατά βαθμό… Ο ηρωισμός, είναι ζήτημα παραφοράς, όπως η αυτοκτονία είναι μία πράξη απογνώσεως, όταν δεν είναι μόνο απλή αφροσύνη.

– … Συλλογίζομαι πως ο Μπερνάρ Σώου, που ανέλαβε στον «Άνθρωπο και τα όπλα» να ξεμασκαρέψει τον ηρωισμό, δεν το πέτυχε, διότι δεν παρατήρησε σωστά, αγνά, αλλά με κοροϊδευτική προκατάληψη. Του ξέφυγε το τραγικό στοιχείο κι η κτηνωδία που κρύβεται στον πολεμικό ηρωισμό.

– … Τι παρηγορητικό, τι λυτρωτικό πράμα να μιλάς μ’ έναν άνθρωπο ψυχικά συγγενικό σου…

­ – Ο Θεός είναι φευγάτος.

Ένας μονόλογος από τον Σαίξπηρ

Μια και σας αρέσουν τα κείμενα που διαβάζετε, σκέφτηκα μέχρι και την Κυριακή να βάλω αποσπάσματα από κείμενα και των υπόλοιπων τριών του κατάλογου από το post ΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΜΟΥ ΟΠΩΣ ΛΕΜΕ, “ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ”, ε, για να το τελειώσουμε πια μ’ αυτό. Σειρά σήμερα έχει ο Σαίξπηρ. Θα σας βάλω ένα μέρος από τον πιο αγαπημένο μου μονόλογο που είχα στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου ως μαθητής. Είναι από την τραγωδία «Ο Βασιλιάς Ριχάρδος ο Δεύτερος». Είναι από τα λιγότερο γνωστά έργα του Σαίξπηρ. Ο Ριχάρδος ο Β’ δεν έχει καμιά σχέση με το Ριχάρδο τον Γ’, που ήταν άσκημος, κουτσός, και καμπούρης. Αυτός είναι πανέμορφος, αλλά φοβερά αλλαζονικός που τον κάνουν ό,τι θέλουν οι διάφοροι αυλικοί γύρω του, σε βαθμό που κάνει τέτοια λάθη, ώστε να καθαιρεθεί από το θρόνο, να τον βάλουν φυλακή και τελικά να τον εκτελέσουν. Το απόσπασμα από το μονόλογο που ακολουθεί, είναι από την Ε’ Σκηνή της Δ’ Πράξης. Είναι η σκηνή όπου βλέπουμε πια τον Ριχάρδο στη φυλακή, ταπεινωμένο να συνειδητοποιεί τι έχει κάνει.
Καλό Σαββατοκύριακο.
Π.

05-w-shakespeare.jpg

Έλεγα πως μπορώ να παρομοιάσω
τούτη τη φυλακή μου με τον κόσμο.
Μα επειδή μέσα στον κόσμο υπάρχουν άνθρωποι,

και εδώ δεν υπάρχει άλλη ψυχή από εμένα,
δεν το πετυχαίνω.
Κι όμως θα το βρω.
Το μυαλό μου,
θα γίνει για το πνεύμα μου η γυναίκα
.
Το πνεύμα μου ο πατέρας.
Κι’ από το γάμο αυτό,
θα ‘ρθει ένα γένος στοχασμών,
που ολοένα θα γεννούνε.
Κι όλοι αυτοί οι στοχασμοί
θα πλημμυρήσουν το μικρό τούτον κόσμο,
ταραγμένοι καθώς του κόσμου οι άνθρωποι.
Γιατί ευχαριστημένοι στοχασμοί δεν υπάρχουν.
Ακόμη κι οι καλύτεροι,
όπως οι στοχασμοί μας για τα Θεία,
είναι γεμάτοι δισταγμούς
και βάζουν ως και το Θείο το Λόγο
αντίθετα στον ίδιο το Θείο Λόγο, όπως:
«Αφήστε τα παιδιά να ‘ρθούνε» από τη μια,
κι από την άλλη: «Είν’ έτσι δύσκολο να ‘ρθει κανένας,
όπως να περάσει μια καμήλα από το
μάτι της βελόνας»!
Στοχασμοί με φιλόδοξους σκοπούς
σχεδιάζουν θαύματα ακατόρθωτα:
πώς θα μπορούσαν τ’ αδύνατα αυτά νύχια
ν’ ανοίξουν ένα πέρασμα
μες από τα πετρένια του σκληρού τούτου κόσμου πλευρά,
τους άγριους τοίχους αυτής της φυλακής,
και μην μπορώντας,
πεθαίνουν από
την ίδια τους την περηφάνια.
Στοχασμοί που γυρεύουν ησυχία
κολακεύονται, τάχα,
πως δεν είναι ούτε οι πρώτοι που ‘ναι σκλάβοι της τύχης,
ούτε θα ‘ναι κι οι τελευταίοι.
Σαν τους άθλιους αλήτες που δεμένοι στο στύλο,
αποξεχνούνε τη ντροπή τους
με τη σκέψη πώς κι άλλοι έχουν σταθεί
στον ίδιο στύλο όπως αυτοί
και βρίσκουν σ’ αυτόν το στοχασμό κάποια ανακούφιση,
βαστώντας τη δική τους δυστυχία
με τις πλάτες εκείνων
που υποφέρανε το ίδιο πριν απ’ αυτούς.
Κι έτσι εγώ, μόνος, παίζω πολλά πρόσωπα
και ούτ’ ένα απ’ τα πολλά ευχαριστημένο.
Καμιά φορά είμαι βασιλιάς, και τότε
ή προδοσία με κάνει να ποθώ
τη ζωή του ζητιάνου.
Γίνομαι ζητιάνος,
Κι η ανυπόφορη στέρηση με πείθει
πως πιο καλά ήμουν βασιλιάς.
Και να: ξαναφορώ το στέμμα.
Μα σε λίγο,
θυμάμαι πώς μου το ‘χει πάρει ο Μπόλιμπροκ,
κι ευθύς δεν είμαι τίποτα.
Όμως ό,τι κι αν είμαι,
μήτε εγώ, μήτε κανένας άνθρωπος ποτέ,
θα ‘ναι ευχαριστημένος από τίποτα,
ώσπου να βρει την ησυχία του,
βλέποντας πως τίποτα δεν είναι.

«Το όνειρο ενός γελοίου»

 05-f-dostoevsky.jpg
Για σήμερα,  έχω το απόσπασμα  από ένα μικρό και λιγότερο γνωστό διήγημα του Ντοστογιέφσκι , ενός ακόμα από τον κατάλογο του post:  ΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΜΟΥ ΟΠΩΣ ΛΕΜΕ, “ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ” που έχει τίτλο, «Το όνειρο ενός γελοίου». Ο ήρωας  του διηγήματος βλέπει σε όνειρο ότι βρίσκεται σε έναν τόπο όπου όλοι οι άνθρωποι είναι αγνοί, αθώοι και ευτυχισμένοι. Κι εκείνος, πολύ σύντομα κατάφερε να τους κάνει σαν τα μούτρα του, δηλαδή σαν τους ανθρώπους στη γη, κι όπως λέει, «κατάφερα να τους χαλάσω όλους». Και να τι κατάφερε:
Πόσο γρήγορα γεννήθηκε ανάμεσά τους η φιληδονία που γέννησε τη ζήλεια κι εκείνη με τη σειρά της  τη σκληρότητα!… Δεν ξέρω πότε, μα ύστερα από λίγο, χύθηκε και για πρώτη φορά αίμα… Οι άνθρωποι, κατατρομαγμένοι, άρχισαν να σκορπάνε, ν’ απομονώνονται. Έκαναν συμμαχίες οι μεν εναντίον των δε. Έμαθαν τη φιλοτιμία, που της έδωσαν το μεγαλόπρεπο τίτλο: Τιμή! Και τότε κάθε έθνος έκανε τη σημαία του. Μετά κύρηξαν τον πόλεμο στα ζώα που έφυγαν στα δάση κι έγιναν εχθροί του ανθρώπου. Κι άρχισε ο πόλεμος του ατομισμού για το δικό μου και το δικό σου. Ανακάλυψαν τις γλώσσες. Ανακάλυψαν τον πόνο και τον ερωτεύτηκαν. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι διψούσαν για πόνο κι έλεγαν πως με τον πόνο μονάχα φτάνει κανείς στην αλήθεια. Αυτός υπήρξε και η πρώτη αρχή της επιστήμης. Ύστερα, μόλις έγιναν κακοί, άρχισαν να εκφωνούν λόγους για την αδελφοσύνη, για τη φιλανθρωπία… Μόλις έγιναν εγκληματίες, άρχισαν να μιλούν για τη δικαιοσύνη, συντάξανε κώδικες για να τη διαφυλάξουν και αγχόνες για να την υπερασπιστούν. Όταν θυμόντουσαν το τι είχανε χάσει, δεν ήθελαν να πιστέψουν στην αθωότητά τους και στην περασμένη τους ευτυχία, γελούσαν μάλιστα για την ευτυχία αυτή, λέγοντας πως ήταν παραμύθι και δεν μπορούσαν πια να την φανταστούν σαν κάτι το πραγματικό. Ωστόσο αν και δεν πίστευαν καθόλου στην παλιά τους ευδαιμονία, διατήρησαν τόσο δυνατό πόθο να ξαναγίνουν αθώοι κι ευτυχισμένοι που χάθηκαν σαν παιδιά μέσα στον πόθο τους! Θεοποίησαν τον πόθο τους, του έχτισαν ναό, γονάτισαν μπροστά στην ίδια τους την ιδέα, μπροστά στο είδωλο του πόθου τους  και με την πεποίθηση πως ήταν απραγματοποίητος, τον προσκύνησαν με δάκρυα και γονυκλισίες και προσεύχονταν σ’ αυτόν. Όταν, όμως, ερχόταν κάποιος και ξανάβρισκε την παλιά τους ευτυχία, τους την έδειχνε και τους ρωτούσε μετά: «Θέλετε να ξαναγυρίσετε σ’ αυτήν;» απαντούσαν: «όχι!»

Η σούπα της σούπας…

Τώρα, έτσι ως διάλειμμα σ’ αυτά που γράφω συνέχεια (και για το κάπνισμα παράλληλα, μη γελάτε, αλήθεια λέω)  θα βάλω μια ιστορία του Χότζα που μ’ αρέσει  πολύ: «η  σούπα, της σούπας…». Έχετε δει όταν ορκίζεται μια καινούργια Κυβέρνηση πώς γίνεται; Από μικρό παιδί απορούσα όταν – τότε δεν υπήρχε τηλεόραση – κάθε φορά μετά από τις εκλογές κοιτούσα τη φωτογραφία  της ορκωμοσίας της νέας κυβέρνησης: Σ’ ένα τραπέζι, ένα ευαγγέλιο που πάνω του βάζουν το χέρι τους για να ορκιστούν οι Υπουργοί της πρώτης σειράς, και πίσω τους άλλες δύο ή και τρεις σειρές  Υπουργών που ακουμπάνε το χέρι τους στον ώμο του μπροστινού τους. Δηλαδή, η «ιερότητα» του ευαγγέλιου περνάει από τα δάχτυλα του πρώτου στο χέρι του και φτάνει στον ώμο του, απ’ όπου περνάει στα δάχτυλα τού από πίσω του για να περάσει στο δικό του χέρι πάλι και να φτάσει στον ώμο του απ’ όπου περνάει… κ.λπ. κλπ… Κάτι σαν τον «hand down» (κληροδότηση ή μεταλαμπάδευση) των Καθολικών από τον Απόστολο Πέτρο στον Πάπα, όποιος κι όσα χρόνια μετά απ’ τον Πέτρο κι αν είναι! Για προσέξτε την ιστορία του Χότζα.
Σας φιλώ.
Π.

Μια φορά, ένας συγγενής του Νασρεντίν που είχε πάει κυνήγι, ήρθε το βράδυ για να τον δει  Χότζα και του έφερε ως δώροmulla-nasrudin.jpg μια μικρή πάπια. Χαρούμενος ο Χότζας έβαλε να μαγειρέψει αμέσως μια υπέροχη «σούπα – πάπιας» και κράτησε και τον επισκέπτη του να φάει μαζί τους. Σε λίγο, όμως, η μυρωδιά που έβγαινε από το σπίτι, έφερε κι άλλο επισκέπτη που είπε ότι είναι φίλος του συγγενή του που έφερε την πάπια και κάθισε στο τραπέζι. Τι  να κάνει ο Χότζας, αραίωσε λίγο τη σούπα για να φτάσει και του έβαλε κι εκείνου ένα πιάτο. Μετά από λίγο ήρθε κι άλλος ένας που είπε ότι είναι φίλος του φίλου του συγγενή που έφερε την πάπια και κάθισε κι αυτός στο τραπέζι και σερβιρίστηκε κι αυτός σούπα, αφού ο Χότζας την αραίωσε και πάλι. Στο τέλος, αφού ήρθαν κι άλλοι, και κάθε φορά αραίωνε τη σούπα ο Χότζας, άρχισε πια να εκνευρίζεται όταν ήρθε κι άλλος ένας που είπε: «Είμαι ο φίλος, του φίλου, που έχει φίλο τον φίλο τού συγγενή σου που έφερε την πάπια» και κάθισε κι αυτός στο τραπέζι για φαγητό. Κάθισε όπως κι οι υπόλοιποι περιμένοντας τη σούπα του, κι ο Νασρεντίν του έφερε σε λίγο ένα πιάτο με ζεστό νερό. «Τι είναι αυτό», ρώτησε ο τελευταίος επισκέπτης. Κι ο Χότζας του απάντησε: «Είναι η σούπα της σούπας, από τη σούπα της σούπας από την πάπια, που έφερε ο συγγενής μου».

Τα φάρμακα δεν είναι καραμέλες

elato-08.jpg

Το έλατο που βλέπετε – σε σημερινή φωτογραφία – είναι αυτό που φύτεψα μπροστά στο σπίτι μας πριν χρόνια και σας είχα πει την ιστορία του το καλοκαίρι που μας πέρασε με τις φωτιές.
Χτες μου ‘ρθε κι έβαλα ξαφνικά – χωρίς σχόλιο – ένα παραμύθι μου. Έτσι, για να το πείτε το βράδυ στα παιδάκια σας. Σήμερα θα μπει το βίντεο που σας είχα υποσχεθεί και είναι ένα από τα «μηνύματα κοινωνικής συμπεριφοράς». Έχει τίτλο «Τα φάρμακα δεν είναι καραμέλες». Αν μπορέσετε αυτό να το περάσετε στα παιδιά σας θα είναι πολύ καλά. Μόνο που – όπως ξέρετε – στα παιδιά δεν μετράει τόσο το τι λέτε, αλλά το τι κάνετε. Δεν μπορεί, δηλαδή, να τους μιλάτε εναντίον του να παίρνει κανείς φάρμακα με το παραμικρό και να έχετε ένα ντουλάπι στο μπάνιο γεμάτο χάπια! Όπως είναι υποκρισία να καπνίζεις και να μαλώσεις το παιδί σου όταν το πιάσεις με το τσιγάρο στο χέρι. Ναι, ναι, ξέρω, σας χρωστάω το «σεντόνι» για το τσιγάρο, αλλά τα χιόνια βλέπετε… Χα, χα, χα… Σσσσστττ. Κακά παιδιά! Όχι ειρωνικά σχόλια για τον παππού σας, περί υποκρισίας και τέτοια… Να, κοιτάξτε χιόνια έξω από το παράθυρό μου! Και το κομπιούτερ μου μπροστά. Πώς να γράψεις, όμως, σοβαρά πράγματα για μια άσκημη συνήθεια όπως το κάπνισμα, με τόση ομορφιά μπροστά σου; Δεν μπορείς. Κάθεσαι και τη χαζεύεις και μετά φορτώνεις τον «μάστορα» να βάλει βίντεο.

office-k-08.jpg

Έτσι , η τεχνολογία θα με σώσει πάλι, με τον «μάστορα» στην Αθήνα και μένα – όπως βλέπετε από τη φωτογραφία με το χιόνι – αποκλεισμένο στο σπίτι μου.
Καλό βράδυ.
Π.

Ο Δράκος του Νησιού

 

 

paramithas-heretaei.jpgΈνας δράκος κι ένας γίγας
ζούσανε σ’ ένα νησί.
Τον γίγαντα άκουγε ο δράκος
πάντα, σαν καλό μικρό παιδί.
Όταν πείναγε ο δράκος
μούγκριζε τρομακτικά
και τον έστελνε ο γίγας
ψάρια για να φάει στα βαθιά.
Έτσι, όμως, οι ψαράδες
έμειναν χωρίς φαΐ
αφού ο γίγαντας κι ο δράκος
δεν αφήναν ψάρι στο νησί.
Όμως, να που κάποια μέρα
φτάνει ο Παραμυθάς
και ο γίγαντας κι ο δράκος
χάθηκαν απ’ το νησί με μιας.

Πώς σας φάνηκε το ποίημα; Σας άρεσε; Το έγραψαν κάτι φίλοι μου στο νησί που είχα πάει για διακοπές το καλοκαίρι. Πρέπει όμως να σας πω όλη την ιστορία από την αρχή για να καταλάβετε γιατί μου έγραψαν αυτό το ποίημα. Όπως ξέρετε, το περασμένο καλοκαίρι πήγα για διακοπές σ’ ένα νησί. Καθώς πλησίαζα στο νησί, θαύμαζα από μακριά τον ωραίο πύργο του.
Λίγο αργότερα, Κι αφού τακτοποίησα τα πράγματά μου εκεί που θα έμενα, κατέβηκα στο λιμάνι να πιω ένα καφεδάκι, κι εκεί που καθόμουν ήρθε και κάθισε δίπλα μου ένας ψαράς.
«Πολύ ωραίο το νησί σας», του λέω.
«Πολύ ωραίο», μου απαντάει, αλλά κοντεύουμε να πεθάνουμε από την πείνα.
«Και γιατί;», τον ρωτάω.
dragonf.jpg «Γιατί στο νησί μας ζει ένας δράκος στον πύργο επάνω στον λόφο». Και ο δράκος αυτός», συνέχισε ο ψαράς, «ζει μαζί με το αφεντικό του, τον γίγαντα που τον ακούει σαν μικρό παιδί. Κάθε πρωί βγαίνει ο γίγαντας και λέει στο δράκο: ‘Πήγαινε παιδί μου να φας τα ψαράκια σου’. Αυτό κάνει υπάκουα ο Δράκος, αλλά για να χορτάσει τρώει δύο τόνους ψάρια. Κι έτσι Παραμυθά μου, δεν μένει τίποτα για να φάμε εμείς…».
«Μμ… κάτι πρέπει να κάνω για να σας βοηθήσω» και μια και δυο, ξεκίνησα για τον πύργο όπου έμεναν ο δράκος και ο γίγαντας.
«Ε, ποιος είσαι εσύ;» με ρωτάει ο γίγαντας μόλις μπήκα στον πύργο.
«Ο Παραμυθάς», του απαντάω.
«Δηλαδή ξέρεις και λες παραμύθια;»
«Και βέβαια» του απαντάω.
«Αχ, κύριε Παραμυθά», αναστέναξε ο γίγαντας, «δεν ξέρεις πόσο έχω επιθυμήσει να μου πουν ένα παραμύθι πρινgiant-1.jpg κοιμηθώ. Θα μείνεις μαζί μου απόψε και να μου πεις ένα παραμύθι».
Έτσι, το βράδυ, κάθισα δίπλα στο κρεβάτι του γίγαντα, έβαλα τα δυνατά μου και του είπα το πιο ωραίο παραμύθι που ήξερα. Κι ήταν τόσο ωραίο που ο γίγαντας ηρέμησε και κοιμήθηκε τρεις μέρες και τρεις νύχτες συνέχεια. Και το άλλο πρωί, την ώρα που κοιμόταν, ανέβηκα πάνω στον πύργο Έγινα μεγάλος σαν τον γίγαντα και περίμενα να βγει ο δράκος. Μόλις τον είδα να ξεπροβάλλει του φωνάζω: «Πήγαινε παιδί μου να βρεις την κίτρινη φάλαινα και να μην ξανάρθεις αν δεν την φέρεις». Κι ο δράκος που είχε μάθει να υπακούει σαν μικρό παιδί, έφυγε αμέσως, να βρει την κίτρινη φάλαινα, που – όπως ξέρετε – δεν υπάρχει ούτε στα παραμύθια.
Όταν χάθηκε ο Δράκος, έτρεξα και είπα σ’ όλους τι έγινε.
«Καλά, κι όταν ξυπνήσει ο γίγαντας, τι θα κάνει;», ρώτησε κάποιος.
«Θα το μάθουμε όταν ξυπνήσει», απάντησα.
Ύστερα από τρεις μέρες ξύπνησε ο γίγαντας, φώναξε τον δράκο, τον ξαναφώναξε, κι όταν είδε και απόειδε, μπήκε σε μια βάρκα και ξεκίνησε να τον βρει, κι από τότε δεν τον ξαναείδαν ποτέ Έτσι, γλίτωσε το νησί από τον δράκο και τον γίγαντα κι όλοι οι ψαράδες άρχισαν πάλι το ψάρεμα. Και για να με ευχαριστήσουν, έβαλαν ένα νεαρό ποιητή του νησιού, τον Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη, απόγονο ενός σπουδαίου συγγραφέα που είχε ζήσει στο νησί, και μου έφτιαξε το ποίημα που σας είπα στην αρχή.
Γεια σας.
Ο Παραμυθάς

Η ψυχή την ώρα που ανοίγει

 Σήμερα έχουν σειρά αποσπάσματα από τον τρίτο του καταλόγου από το post, ΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΜΟΥ ΟΠΩΣ ΛΕΜΕ, “ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ” τον Ανρί Μπερξόν. Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του, ΟΙ ΔΥΟ ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΗΘΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ, που το διάβασα (το έχω σημειώσει στο βιβλίο) τον Σεπτέμβριο του 1964, στα 21 μου δηλαδή.
Καλό Σαββατοκύριακο
Π.

1. Ο νους είναι όργανο για τη δράση, πρακτικό όργανο της ζωής και τούτο είναι το περιεχόμενο και η ουσία του έργου του και ότι συνεπώς την πραγματική γνώση, εκείνη που μας δίνει την ύφη των όντων, η συνείδησήberxon.jpg μας  τη συλλαμβάνει όχι με τον νου, το πρακτικό όργανο, αλλά με κάποια άλλη λειτουργία, τη διαίσθηση ή ενόραση  (intuition, γαλλικά και insight, αγγλικά).
2. Η φιλοσοφία είναι προπάντων ψυχολογία που προεκτείνεται στη μεταφυσική.
3. Καθένας μας ανήκει στην κοινωνία όσο και στον εαυτό του. Στο εσώτατο βάθος του εαυτού μας, αν ξέρουμε να το αναζητήσουμε, θα ανακαλύψουμε – ίσως – μια ισορροπία άλλου γένους, ακόμα πιο επιθυμητή από την επιφανειακή ισορροπία. Τα υδρόβια φυτά που ανεβαίνουν στην επιφάνεια (όπως τα νούφαρα) τα σαλεύει αδιάκοπα  το ρεύμα του νερού. Οι ρίζες είναι σταθερές, που στέρεα φυτρωμένες μέσα στη γη, συγκρατούν τα φυτά από κάτω.
4. Η υπακοή στο καθήκον είναι μια αντίσταση στον εαυτό μας.
5. Σύμφωνα με το πνεύμα των συνήθειών μας θεωρούμε ανώμαλο ό,τι είναι σχετικά σπάνιο και εξαιρετικό.
6. Ο ρομαντισμός στον έρωτα έχει χρονολογία εμφάνισης: την ημέρα εκείνη στο Μεσαίωνα που μπήκε στους ανθρώπους η ιδέα να απορροφήσουν το φυσικό έρωτα σε ένα αίσθημα – κατά κάποιο τρόπο – μεταφυσικό, στο θρησκευτικό συναίσθημα όπως το δημιούργησε ο χριστιανισμός και το έριξε στον κόσμο.
7. Δεν υπάρχει ομορφιά στο να είσαι στερημένος, αλλά στο να μη νοιώθεις στέρηση.
8. Ανάμεσα στην κλειστή ψυχή και στην ανοιχτή ψυχή, υπάρχει  και η ψυχή την ώρα που ανοίγει.
9. Ματαιοδοξία, σημαίνει πρώτα πρώτα κοινωνικότητα.

Ο ιδανικός δάσκαλος

Μ’ άρεσε που σας άρεσε το ποίημα από τον Καβάφη. Οπότε σκέφτομαι να συνεχίσω μέχρι να τελειώσω όλους τους δάσκαλους – εκτός από ένα διάλειμμα το Σαββατοκύριακο με βίντεο για τα παιδάκια σας (ναι, ναι… και για σας παιδάκια μου), και μετά – αν θέλει το blog – θα βάλω το «σεντόνι» για το κάπνισμα που είναι περίπου στη μέση. Εμ, τι νομίζατε; Έτσι εύκολα κόβεται το τσιγάρο; Λοιπόοον… Σειρά στον αλφαβητικό κατάλογο του παλιού μου post ΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΜΟΥ ΟΠΩΣ ΛΕΜΕ, “ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ” έχει μετά τον Καβάφη, ο Καζαντζάκης. Τώρα εδώ έχουμε να κάνουμε με συγγραφέα, οπότε δεν μπορώ να βάλω ολόκληρο μυθιστόρημα, όπως έβαλα ένα ολόκληρο ποίημα. Θυμήθηκα, ότι όταν διάβαζα, αντέγραφα φράσεις που κάτι μου έλεγαν. Κι επειδή είναι στα χαρτιά μου που έχω συγκεντρώσει τελευταία, αντέγραψα μερικές που μου αρέσανε πολύ και σας τις αντιγράφω εδώ,
Καλό βράδυ.
Π.

  • Ό,τι δεν συνέβη ποτέ, είναι ό,τι δεν ποθήσαμε αρκετά.02-nkazantzakis.jpg
  • Ό,τι εμείς οι άνθρωποι λέμε «πόλεμο για την πίστη και την πατρίδα», τα κοράκια το λένε «φαγοπότι»· και ότι εμείς λέμε «ήρωα», τα κοράκια το λένε «νόστιμο κρέας».
  • Δεν υπάρχουν ιδέες – υπάρχουν μονάχα άνθρωποι που κουβαλούν τις ιδέες – κι αυτές παίρνουν το μπόι του ανθρώπου που τους κουβαλάει.
  • Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος
  • Ο ιδανικός δάσκαλος είναι εκείνος που γίνεται γέφυρα για να περάσει αντίπερα ο μαθητής του. Κι όταν πια του διευκολύνει το πέρασμα, αφήνεται χαρούμενα να γκρεμιστεί, ενθαρρύνοντας τον μαθητή του να φτιάξει δικές του γέφυρες.