Μια οδυνηρή εμπειρία. (Δεύτερο και τελευταίο)

paramithas-heretaei.jpgΠριν από οτιδήποτε άλλο, θα ήθελα να προτείνω σε όποιον διαβάζει κατ’ ευθείαν αυτό το post να πάει δύο πίσω, να βρει το πρώτο με αυτό τον τίτλο χωρίς να διαβάσει παρακάτω εδώ, κι ύστερα να ξαναγυρίσει.
******
Αυτό το blog – παρά τα σοβαρά «σεντόνια» που «απλώνω» εδώ κατά καιρούς με ενθάρρυνσή σας, βέβαια -στην ουσία απευθύνεται στο παιδί που έχουμε κρατήσει – όσοι το έχουμε κρατήσει – μέσα στην καρδιά μας. Έτσι, επειδή τελευταία βαρέθηκα αυτή την πληκτική σοβαροφάνεια των μεγάλων, είπα να παίξω ένα παιχνίδι μαζί σας. Και το παιχνίδι που σκέφτηκα, είναι: πώς θα σας πω μια ιστορία που θα δείχνει αληθινή, θα αφήνει υποψίες ότι μπορεί να είναι ψεύτικη, αλλά δεν δεν θα πω ούτε λέξη ψέμματα και τελικά θα είναι πέρα για πέρα αλήθεια. Διαβάστε προσεκτικά ό,τι λέγεται και στα τρία posts και θα δείτε ότι δεν λέω πουθενά ψέμματα. Απλώς η φωτογραφία είναι που σας κάνει να αναρωτιέστε, τι συμβαίνει. Και ήρθε η ώρα να σας πω την οδυνηρή μου εμπειρία.
Λοιπόοοον… Το 1991, όλο το Μάιο, βρισκόμουν στη Σκιάθο με ένα τηλεοπτικό συνεργείο 15 ατόμων και καμιά δεκαριά ηθοποιούς. Χρηματοδοτούσα από μόνος μου μία παραγωγή που είχα αποφασίσει πρώτα να την γυρίσω και μετά να την πουλήσω σε κανάλι – η συνηθισμένη πρακτική είναι το αντίθετο. Από το 1983 που πρωτοπήγα στη Σκιάθο μου είχε καρφωθεί η ιδέα να κάνω τηλεταινία τη «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη. Όσοι την έχετε διαβάσει, θα ξέρετε ότι ο Παπαδιαμάντης, όντας πολύ «μάγκας» συγγραφέας έχει καταφέρει να μας κάνει να συμπονούμε μια γυναίκα που δολοφονεί παιδιά! Μου είχε κολλήσει, λοιπόν, να κάνω τη «Φόνισσα» τηλεταινία. Ένας σοβαρός άνθρωπος – λογοτέχνης ο ίδιος – που ήταν τότε υπεύθυνος ελληνικού προγράμματος στο MEGA, επειδή είχε εκτιμήσει μια προηγούμενη παραγωγή που είχα κάνει με την ίδια λογική ( «Σπίτι για Πέντε» ), του άρεσε η ιδέα της «Φόνισσας» και μου την παρήγγειλε. Έλα, όμως, που την τελευταία στιγμή, ο τότε Διευθυντής Προγράμματος του καναλιού, όταν του πήγε το συμβόλαιο για την τελική υπογραφή, απέρριψε την πρόταση του υπεύθυνου ελληνικού προγράμματος λέγοντάς του: «Έλα, μωρέ! Ποιον θα ενδιαφέρει η ιστορία αυτής της γριάς»! Χα, χα, χα… «ιστορία αυτής της γριάς», η «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη!!! Επειδή, λοιπόν, είχα πια ξεκινήσει και δεν ήθελα να κάνω πίσω, προχώρησα την παραγωγή μόνος μου, παρόλη την «οικονομική στενότητα», που έλεγα χτες, μια παραγωγή που, τελικά, παρουσιάστηκε από την Ε.Ρ.Τ. Περάσαμε, λοιπόν, όλο τον Μάιο στη Σκιάθο, δουλεύοντας δεκάωρο κάθε μέρα και τα Σαββατοκύριακα, γιατί έπρεπε να τελειώσουμε μέσα σε ένα μήνα λόγω… οικονομικής στενότητας. Το γύρισμα της τελευταίας μέρας, οπότε μετά θα φεύγαμε – με κλεισμένα εισιτήρια – ήταν η συνάντηση της Φραγκογιαννούς (της «Φόνισσας») με τον καλόγερο που της λέει να πάει να ξομολογηθεί στον ερημίτη του Άη Σώστη, όπου παίζεται και το τέλος της ιστορίας. Ο ηθοποιός που ήταν να παίξει το καλόγερο και θα ερχόταν από την προηγούμενη ημέρα, έχασε το αεροπλάνο! Αποφάσισα να παρατείνουμε για άλλη μια μέρα τα γυρίσματα, αλλά η Διευθύντρια Παραγωγής και ο Σκηνοθέτης, μου είπαν ότι αυτό θα ήταν μια μικρή οικονομική καταστροφή για μένα και ο σκηνοθέτης μου πρότεινε να παίξω εγώ το ρόλο και να μην αναβληθεί το γύρισμα. Έτσι, «η οικονομική στενότητα που σε οδηγεί σε πράγματα που δεν θα ήθελες, ούτε και φανταζόσουν ότι θα κάνεις», όπως σημείωνα στο πρώτο post, με ανάγκασε να θυμηθώ το παλιό μου επάγγελμα του ηθοποιού – 17 χρονιά μετά που το είχα αφήσει – και να παίξω εγώ το ρόλο του καλόγερου! Και ποια είναι η «οδυνηρή εμπειρία που θα ‘θελα να ξεχάσω», όπως έγραψα προχθές; Ήταν το μακιγιάζ! Το μακιγιάζ που έπρεπε να κάνω και που το βασικό του στοιχείο ήταν τα γένια του καλόγερου. Ε, αυτά τα γένια που είδατε στη φωτογραφία, δεν είναι η κλασσική περίπτωση για μούσια και περούκες, όπου οι τρίχες είναι όλες ραμμένες σε ένα ειδικό πανί που το φοράς σαν καπέλο ή το κολλάς στο πρόσωπο τσάκα – τσάκα. Ο μακιγιέρ έκανε αυτό που ονομάζεται «κρεπέ». Δηλαδή, για να φαίνεται αληθινή η γενειάδα στα κοντινά πλάνα, μου την έφτιαξε κολλώντας την τρίχα – τρίχα στο πρόσωπό μου!!! Κι αυτό κράτησε 2 ώρες και 40 λεπτά!!! Αυτή είναι η «οδυνηρή εμπειρία που θα ‘θελα να ξεχάσω»! Και τι σημαίνει αυτό που έγραψα ότι, «πάλι για λόγους οικονομικής στενότητας, σκέφτομαι να καταφύγω ξανά σε αυτή τη λύση»; Μου προτείνανε πριν μερικές μέρες, για να βγάλω και κάνα ευρώ, να κάνω μια παιδική παράσταση για ένα μικρό διάστημα, όχι μόνο σαν σκηνοθέτης και παραγωγός, αλλά και σαν ηθοποιός!!! Κούφια η ώρα…
Σας άρεσε αυτή η ιστορία μου; Μόνο που δεν είναι ιστορία του… «Παραμυθά», αλλά ένα αληθινό γεγονός από τη ζωή μου. Η απόδειξη είναι το βίντεο που βάλαμε εδώ, και που είναι αυτή ακριβώς η σκηνή από την τηλεταινία. Στο ρόλο της «Φόνισσας», μια γνήσια ηθοποιός που δεν είναι πια μαζί μας: η Τούλα η Σταθοπούλου, που θα ήθελα να αφιερώσω αυτό το βίντεο στη μνήμη της.

Καλή εβδομάδα. Σας φιλώ.
Π.

Μπορείτε να κατεβάσετε το βίντεο από εδώ.

Μια οδυνηρή εμπειρία. (Σύντομο σχόλιο)

storyteller-gro.JPGΟύτε για να «σοκαριστείτε», είναι και ούτε είναι «πρωταπριλιάτικο αστείο», όπως διαβάζω στα σχόλιά σας. Σας έχει πει ποτέ ο Παραμυθάς ψέματα; Από μικρά παιδιά που είσαστε δεν είχαμε πει ότι θα σας λέω τις περιπέτειές μου που τις έχω ζήσει ο ίδιος; Δεν θυμάστε; Έτσι και τώρα, όλη αυτή η «οδυνηρή εμπειρία» που σας λέω είναι μία φριχτή περιπέτεια που έζησα πριν κάμποσα χρόνια! Όλο το χθεσινό post δεν έχει ούτε μία λέξη ψέματα. Θα σας διηγηθώ αυτή την περιπέτεια που έζησα και θα δείτε. Μόνο που επειδή για απόδειξη όσων θα σας πω θα έχω κι ένα βίντεο, είμαι καταδικασμένος να περιμένω το «μάστορα» μέχρι αύριο που θα μπορεί να το «ανεβάσει». Αύριο, λοιπόν, εκεί μετά τις πέντε, θα δείτε ότι δεν λέω το παραμικρό ψέμα.
Καλό βράδυ.
Π.

Μια οδυνηρή εμπειρία…

monk.JPG

Ψάχνοντας σήμερα μια κούτα με παλιές φωτογραφίες, έπεσα πάνω σ’ αυτήν που βλέπετε. Ναι, εγώ είμαι! Σκιάθος, Μονή Ευαγγελίστριας, 1991. Φωτογραφία, από μια οδυνηρή εμπειρία που θα ‘θελα να ξεχάσω… Δεκάξι χρόνια πριν…
Τι να πει κανείς!!! Καμιά φορά η οικονομική στενότητα σε οδηγεί σε πράγματα που δεν θα ήθελες, ούτε και φανταζόσουν ότι θα κάνεις….
Ίσως να μην είναι τυχαίο – στη ζωή τίποτα δεν είναι τυχαίο – που βρήκα τώρα αυτή τη φωτογραφία, τώρα που άρχισα, πάλι για λόγους οικονομικής στενότητας, να σκέφτομαι να καταφύγω ξανά σε αυτή τη λύση…
Μου πέρασε από το νου η ιδέα να σας πω γι’ αυτήν την εμπειρία μου, αλλά πάλι δεν ξέρω… Θα έχει κανένα ενδιαφέρον για σας; Δεν ξέρω… Θα δω…

Σας φιλώ πολύ.
Καλό Σαββατοκύριακο.
Π.

Παράθυρο στην εξοχή

Τις προηγούμενες μέρες, αναγκάστηκα να μείνω στην Αθήνα. Όταν ξύπνησα χτες πρωί – στο σπίτι μας πια, στο βουνό δηλαδή – μου ήρθε και τράβηξα φωτογραφία το φθινοπωριάτικο θέαμα από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας. Έτσι μου κατέβηκε η ιδέα, να σας βάλω τις φωτογραφίες της ίδιας θέας που έχω τραβήξει και τις τέσσερις εποχές.

Μπροστά – μπροστά , είναι ένας μεγάλος θάμνος. Τώρα το φθινόπωρο, τα φύλλα του γίνονται κατακόκκινα.

window-autumn.jpg

Τον χειμώνα, δεν πιστεύεις ότι αυτά τα θλιμμένα γυμνά κλαράκια σε λίγους μήνες θα είναι ένα φουντωτό δέντρο.

window-winter.jpg

Την Άνοιξη τα κλαριά αρχίζουν να ζωντανεύουν.

window-spring.jpg

Ε, και το καλοκαίρι είναι σε όλο το μεγαλείο του!

window-summer.jpg

Βγάζει κάτι άσπρα φουντωτά λουλούδια σαν μπάλες που δεν ζουν για πολύ. Είναι κάτι καθαρές, ολοφώτεινες μπάλες, που μοιάζει σαν το φως να βγαίνει από μέσα τους. Για να γίνουν αυτά τα λουλούδια, έχουν δουλέψει: ο ήλιος, η βροχή, το σκοτάδι της νύχτας, οι άνεμοι και το χώμα. Είναι σαν να περιέχουν όλη τη φύση μέσα τους.

window-summer-2.jpg

Ααααχ… Αυτά παθαίνει όποιος μείνει στην Αθήνα και μετά ξαναγυρίσει στην εξοχή. Αρχίζει τα «ιντερνετικά φούμαρα»! Χα, χα, χα…

Σας φιλώ πολύ. Καλό βράδυ.
Π.

«Το Τσίρκο»

Κι επειδή στενοχωριέμαι μήπως σας έπρηξα με το τριήμερο αυτό … «σεντόνι» περί τέχνης του ηθοποιού και τέχνης του «γνώθι σ’ αυτόν»- γιατί εκτός από σας που κάνατε αυτά τα 12 σχόλια έχουν μπει αυτές τις τρεις μέρες και άλλοι 521 (!!!) όπως είδα στις μετρήσεις – νομίζω ότι είναι η πιο κατάλληλη στιγμή για να βάλω τον τελευταίο «ΠΑΡΑΜΥΘΑ» της παρακαταθήκης μου. Έχω άλλον έναν, αλλά είναι 100% Χριστουγεννιάτικος κι ας μην μπερδέψουμε τα παιδάκια σας – ή και τα ανιψάκια σας από ό,τι έχω καταλάβει. Η ιστορία, λοιπόν, που θα δείτε σήμερα, είναι η δεύτερη από τις δύο ιστορίες του «ΠΑΡΑΜΥΘΑ» που σας είπα στην εισαγωγή μου για τον «ΜΑΓΟ ΤΟΥ ΓΑΛΑΖΙΟΥ ΒΟΥΝΟΥ», που έκανα όταν παραιτήθηκα από την Ε.Ρ.Τ. κι έχει τίτλο, «ΤΟ ΤΣΙΡΚΟ».

Σας φιλώ πολύ. Καλό βράδυ.
Π.
Υ.Γ. Το βιβλίο που θα δείτε στο πλάνο, μην το ψάξετε, δεν υπάρχει. Ήταν από της ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ, που δεν υπάρχουν πια.

Μπορείτε να κατεβάσετε το βίντεο από εδώ.

“H” όπως, ηθοποιός-”Γ” όπως, “γνώθι σ’ αυτόν”.(Γ’)

   Τρίτο post σήμερα – και τελευταίο, σας το ορκίζομαι – για το θέμα που ανοίχτηκε γύρω από την τέχνη του ηθοποιού και την πιθανή ομοιότητά της με την τέχνη του «γνώθι σ’ αυτόν». Στα δύο προηγούμενα posts, σας περιέγραψα τον τρόπο που δουλεύουν οι ηθοποιοί  – κάποιοι από αυτούς τουλάχιστον – το ρόλο τους στην περίοδο που γίνονται οι πρόβες και γιατί θεωρώ ότι αυτή η διαδικασία είναι ίδια με εκείνη που κάνει κανείς για να γνωρίσει τον εαυτό του. Η τέχνη του ηθοποιού  δεν εξαντλείται, φυσικά, στις πρόβες, αλλά συνεχίζεται και στη διάρκεια των παραστάσεων. Η δουλειά του ηθοποιού – τόσο στην πρόβα όσο και στην παράσταση – είναι, κατά τη γνώμη μου, ίδια με τη δουλειά που μπορεί να κανείς για να γνωρίζει τον εαυτό του.
Πριν περάσω, στην περιγραφή του τρόπου που λειτουργεί ο ηθοποιός στη διάρκεια της παράστασης, θα ήθελα να συμπληρώσω κάτι για το όλο πλησίασμα τόσο του ρόλου από τον ηθοποιό όσο και του εαυτού μας. Στον τρόπο που  ένας ηθοποιός παρατηρεί, πλησιάζει και δουλεύει ένα ρόλο, όπως και στον τρόπο που μπορεί κανείς να πλησιάσει και να γνωρίσει τον εαυτό του, έχει σημασία η εσωτερική στάση που έχει κανείς, η οποία δεν μπορεί να γίνεται με το μυαλό ούτε και με το συναίσθημα, αλλά με αίσθημα. Το πλησίασμα δεν μπορεί να είναι «ερωτικό». Δηλαδή, με κτητικότητα, με τυφλή ταύτιση, εγωκεντρικά, για προσωπική άντληση ευχαρίστησης, με κίνητρα αυτοεπιβεβαίωσης και φαινομενική παράδοση του εαυτού στον άλλον που γίνεται τελικά για εγωιστική ευχαρίστηση του εαυτού.. Το πλησίασμα του ρόλου, είναι όπως το πλησίασμα του παιδιού μας: Με αυταπάρνηση, καλοσύνη, κατανόηση, φροντίδα να ανθίσει ό,τι είναι και για τη χαρά να το βλέπεις να ανθίζει. Δηλαδή, πλησίασμα με αγάπη.  Και η αγάπη, θα μου πείτε, δεν είναι συναίσθημα; Όχι δεν είναι, και συγνώμη για τη βεβαιότητα – μη το δεχτείτε επειδή το λέω, ψάξτε το. Την αγάπη δεν τη νοιώθεις· ή είσαι μέσα ή δεν είσαι. Η αγάπη είναι κατάσταση που ή ζεις μέσα σ’ αυτήν ή όχι. Είναι μια κατάσταση χωρίς συναισθηματισμούς. Δεν είναι συναίσθημα που το νιώθεις.  Η αγάπη είναι σαν τα δόντια: όταν είναι υγιή δεν τα νιώθεις. Όταν νιώθεις την αγάπη, είναι αγάπη που έχει «χαλάσει», είναι έρωτας. Είναι σαν τα δόντια που τα νοιώθουμε όταν χαλάσουν, όταν αρρωστήσουν. Γι’ αυτό δεν είναι τυχαίο ότι όταν είσαι ερωτευμένος, σε ρωτάνε: «Σου πονάει το δοντάκι, ε;»
Ξέρω, ότι δεν σας πολυαρέσει αυτό, αλλά δεν υποτιμάει τον έρωτα αυτό που λέω, απλώς τον βάζει στη θέση του: Ο έρωτας είναι κάτι υπέροχο να το νοιώθεις, αλλά δεν είναι αγάπη. Ίσως είναι ό,τι πιο κοντινό στην αγάπη υπάρχει – από την άποψη της επικοινωνίας, της τρυφερότητας και της φροντίδας – αλλά δεν είναι αγάπη. Είναι όπως όταν δεν έχεις δοκιμάσει ποτέ φρέσκο κρεμμυδάκι, μπορείς να πάρεις μια ιδέα της γεύσης του αν φας ένα ξερό κρεμμύδι καλά βρασμένο. Άλλο, όμως, το βραστό ξερό κρεμμύδι κι άλλο το φρέσκο κρεμμυδάκι.
Όταν, λοιπόν, ο ηθοποιός  αρχίζει πια να «παίζει» στη σκηνή το ρόλο που δούλεψε  στις πρόβες, τότε η τέχνη του περνάει σε μια άλλη φάση, όπου είναι και η πιο κοντινή στην τέχνη του «γνώθι σ’ αυτόν».
Όπως ίσως θα ξέρετε, η Οφηλία στον «Άμλετ» του Σαίξπηρ, λίγο πριν το τέλος του έργου τρελαίνεται. Αν υποθέσουμε ότι η ηθοποιός που παίζει την Οφηλία ταυτιζόταν απολύτως με τον ρόλο της, τότε στο τέλος της παράστασης θα έπρεπε να τρελαινόταν και κάθε βράδυ να χρειαζόταν άλλη ηθοποιός για να παίξει το ρόλο! Ο ηθοποιός, όμως, είναι αποστασιοποιημένα ταυτισμένος με τον ρόλο. Στην πραγματική ζωή, είμαστε οι διάφοροι «ρόλοι» – μητέρα, πατέρας, σύζυγοι, παιδιά, επιχειρηματίες, γιατροί, δικηγόροι, πολιτικοί κ.λπ. – αλλά όταν «ταυτιζόμαστε» με αυτούς τους «ρόλους», και οι περισσότεροι από μας αυτό παθαίνουμε, δεν πηγαίνουμε μεν στον τρελοκομείο, αλλά οδηγούμαστε σε διάφορες νευρώσεις, καθώς παραπαίρνουμε στα σοβαρά τους εαυτούς μας και τους ρόλους μας και όχι την ίδια τη ζωή, χάνοντας έτσι την ουσία της. Και εδώ, η τέχνη του ηθοποιού έχει μία ίδια – τέλεια – οδηγία με την τέχνη του «γνώθι σ’ αυτόν», μια παρότρυνση για «αποστασιοποιημένη ταύτιση»: ανήκει στον Απόστολο Θωμά και είναι από το Απόκρυφο Ευαγγέλιό του. Μας παροτρύνει να είμαστε: «Εν τω κόσμω, αλλά όχι εκ του κόσμου τούτου». Δηλαδή, ο ηθοποιός είναι μέσα στη θεατρική παράσταση, αλλά δεν ανήκει εκεί, ίδια όπως κι εμείς ζούμε μέσα στον κόσμο, αλλά δεν ανήκουμε σ’ αυτόν. Το πού ανήκουμε είναι μία άλλη ιστορία.
Το επόμενο κοινό της τέχνης του ηθοποιού με την τέχνη τού «γνώθι σ’ αυτόν», είναι η παρατήρηση χωρίς να επεμβαίνεις. Ο ηθοποιός παρατηρεί τη φωνή του, την κίνησή του, τα λόγια του, τις εκφράσεις του, για να βλέπει αν και πόσο σωστά εκτελούνται όσα έχει μάθει στην πρόβα. Στην πορεία της γνωριμίας του εαυτού μας η παρατήρηση δεν γίνεται για να μάθουμε κάτι μόνο για ένα διάστημα, αλλά για να μαθαίνουμε διαρκώς παρατηρώντας πώς περπατάμε, πώς μιλάμε, πώς τρώμε, πώς συμπεριφερόμαστε, αλλά παρατηρώντας τα ίδια πράγματα και στους άλλους, χωρίς καμιά επίκριση ή δικαιολογία.
Και τέλος, το σπουδαιότερο στοιχείο για τον ηθοποιό και – κυρίως – για εκείνον που γνωρίζει τον εαυτό του, είναι η επίγνωση. Ο ηθοποιός έχει επίγνωση του σώματός του και της φωνής του, των συναισθημάτων και της σκέψης του για «να κρατάει το μέτρο», όπως λέει ο Άμλετ στους ηθοποιούς της παράστασης που ετοιμάζει. Στην τέχνη του «γνώθι σ’ αυτόν» η επίγνωση είναι το παν. Αλλά μία επίγνωση χωρίς επιλογές. Χωρίς να κρατάς από όσα βλέπεις στον εαυτό σου μόνο εκείνα που σου αρέσουν και να κουκουλώνεις εκείνα που δεν σου αρέσουν. Χωρίς να κατηγορείς τον εαυτό σου ή να τον επαινείς. Χωρίς να φοβάσαι να δεις ό,τι κι αν είσαι, χωρίς να νοιώθεις ενοχές γι’ αυτό που είσαι, χωρίς να θέλεις να γίνεις κάτι άλλο από αυτό που είσαι.

Δεν ξέρω αν τελικά κατάφερα να σας μεταδώσω έστω και λίγο την αίσθηση που έχω για το ότι η τέχνη του ηθοποιού είναι και η τέχνη του «γνώθι σ’ αυτόν». Δηλαδή, ότι  είναι η τέχνη: ν’ ακούς, να είσαι αποστασιοποιημένα ταυτισμένος, να παρατηρείς χωρίς να επεμβαίνεις και να έχεις επίγνωση χωρίς επιλογές. Είναι μία κατάσταση αθωότητας όπου το «εγώ» δεν ενδιαφέρεται να επιβιώσει. Και τότε δεν χρειάζεσαι καμιά σχολή αυτογνωσίας ή εσωτερισμού, δεν χρειάζεσαι κανένα «φωτισμένο δάσκαλο» να σου μάθει τι είσαι εσύ ή τι είναι η Αλήθεια. Γιατί τότε είσαι εσύ το φως για τον εαυτό σου, είσαι εσύ ο Δάσκαλος και ο μαθητής.

Καλό Σαββατοκύριακο.
Π.

“H” όπως, ηθοποιός-”Γ” όπως, “γνώθι σ’ αυτόν”.(Β’)

Δυστυχώς για όσους δεν ενδιαφέρονται, τα σχόλια που πήρα με ενθαρρύνουν (μαζόχες, χα, χα, χα…) να συνεχίσω αυτό που άρχισα! Καθώς το χθεσινό πρώτο μέρος απ’ αυτό το κείμενο – ή «σεντόνι» τέλος πάντων – βρίσκεται ακριβώς πριν στο blog κι όποιος θέλει μπορεί να το διαβάσει, θα συνεχίσω σήμερα από εκεί που σταμάτησα, χωρίς να θυμίσω τι είπαμε.
Διαβάζοντας τα σχόλιά σας σκέφτηκα ότι ίσως πρέπει να διευκρινίσω ότι όσα θα διαβάσετε εδώ για εμένα μπορεί να είναι έτσι, αλλά για σας θα πρέπει να είναι απλώς ένα ερέθισμα για σκέψη και έρευνα μέσα σας και γύρω σας – κυρίως μέσα σας.
Για μένα είναι έτσι αφού όσα γράφτηκαν χθες κι όσα ακολουθούν σήμερα είναι προσωπική εμπειρία από τα 23 χρόνια στο θέατρο, 1951 (στα οχτώ) έως το 1974 (στα τριάντα ένα) και συνολικά 57 χρόνια σε ό,τι λέγεται «κόσμος του θεάματος». Και για να μην το βγάλουμε «στεγνό» το σεντόνι θα σας βάλω και δύο φωτογραφίες ως δείγμα αυτής της εμπειρίας. Η πρώτη φωτογραφία είναι από την πρώτη φορά που ο … «Παραμυθάς» έγινε πρωτοσέλιδη είδηση σε εφημερίδα, στα εννιά του.

nikos-newspaper.jpg

Η δεύτερη φωτογραφία είναι από την πρώτη φορά που ο.. «Παραμυθάς» βγήκε ως επαγγελματίας πια στο θέατρο, στα 23 του (1966), παίζοντας έναν πολύ καλό ρόλο μαζί με μία σπουδαία ηθοποιό: τον Δελφίνο από την Αγία Ιωάννα του Μπέρναρντ Σω, με την Έλλη Λαμπέτη.

nikoslambeti.jpg

Πριν ανοίξω χτες την παρένθεση με την οποία και έκλεισα το πρώτο κομμάτι, σημείωσα: Βιάζομαι να δηλώσω από την αρχή, ότι θεωρώ την τέχνη του ηθοποιού, τέχνη του «γνώθι σ’ αυτόν». Στην παρένθεση εξήγησα γιατί προτιμώ τη φράση «γνώθι σ’ αυτόν» από το μονολεκτικό όρο, «αυτογνωσία», οπότε μπορούμε να μπούμε στο κυρίως θέμα.Κατ’ αρχήν προσωπικά θεωρώ ότι εκείνο που ονομάζουμε εαυτό δεν είναι κάτι στατικό, τελειωμένο, που κάποτε θα το μάθεις και τέλειωσε. Νομίζω ότι είναι κάτι ζωντανό, που πλουτίζεται, βαθαίνει, αλλάζει κατεύθυνση, μαθαίνει. Έτσι, το να μαθαίνεις κάτι που … κι αυτό μαθαίνει, δεν μπορεί να έχει τέλος παρά μόνο με τον φυσικό θάνατο – και αυτό μόνο αν τα «περί μετενσαρκώσεως» είναι απλώς βολικές θεωρίες. Το ίδιο, λοιπόν, και ο ηθοποιός «μαθαίνει» και παίζει ρόλους, μέχρι να πεθάνει.

Και πώς μαθαίνει κανείς για τον εαυτό του; Όπως δουλεύει, όπως μαθαίνει ο ηθοποιός για τον χαρακτήρα του ρόλου που πρόκειται να παίξει. Χρησιμοποιώντας ως καθρέφτη εκείνου που είναι, τις σχέσεις του ρόλου με τους άλλους μέσα στο θεατρικό έργο, πράγμα που βγαίνει από τις αντιδράσεις του απέναντί τους, από όσα λέει ο ίδιος για τον εαυτό του και τους άλλους, από όσα λένε οι άλλοι γι’ αυτόν. Και στη ζωή τι γίνεται; Πώς μπορεί να μάθει κανείς για τον εαυτό του; Προσωπικά νομίζω χρησιμοποιώντας τις σχέσεις σαν καθρέφτη του εαυτού του. Γιατί τι άλλο είναι η ζωή εκτός από σχέσεις; Σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους, με τον εαυτό μας, με τις ιδέες, με τη φύση, με τα ζώα και τα πράγματα. Κι ο ηθοποιός αρχίζει να δουλεύει το ρόλο του, δηλαδή να μάθει τον χαρακτήρα και να μπει μέσα σ’ αυτόν, διαβάζοντας και παρατηρώντας. Διαβάζοντας στην αρχή σιωπηλά και μετά δυνατά, ακούγοντας τον εαυτό να λέει τα λόγια. Ακούγοντας τη φωνή του. Έχετε δοκιμάσει ν’ ακούσετε ποτέ τη φωνή σας ουδέτερα; Σαν να την ακούτε «απ’ έξω»; Αν όχι, δοκιμάστε το. Έτσι, σαν παιχνίδι, για πλάκα. Ακούστε τον ήχο της φωνής σας κι όχι τι λέτε, και θα μάθετε πολλά για σας. Ακούστε τη φωνή σας όταν μιλάτε στο τηλέφωνο, πώς αλλάζει ανάλογα με το πρόσωπο στο οποίο μιλάτε. Και μετά στην καθημερινή ζωή. Πώς μιλάτε σ’ αυτόν που έρχεται να σας πλύνει το τζάμι στα φανάρια ή να σας πουλήσει κάτι; Πώς μιλάτε στον τροχονόμο; Πώς μιλάτε σε κάποιο κοινωνικά καταξιωμένο πρόσωπο και σε κάποιον που δεν είναι τίποτα; Πώς μιλάτε στη γυναίκα σας, στον άντρα σας, στα παιδιά σας, στους γονείς σας, στους «από πάνω σας» και στους «από κάτω σας»; Ο ηθοποιός, όταν πια αρχίζει η παράσταση, πρέπει κάθε φορά να ακούει τον άλλο ηθοποιό χωρίς να σκέφτεται ποια είναι η ατάκα του, για να απαντήσει ζωντανά, φρέσκα. Έχετε ακούσει ποτέ κάποιον την ώρα που μιλάει μέχρι να τελειώσει χωρίς να αρχίσετε κάποια στιγμή να σκέφτεστε την απάντηση που θα πείτε; Έχετε παρατηρήσει πώς δύο άνθρωποι μπορεί να μιλάνε για ώρα, χωρίς να ακούνε ο ένας τον άλλον, αλλά ο καθένας να λέει το μονόλογό του; Όταν αυτό συμβαίνει στο θέατρο η παράσταση είναι νεκρή, χωρίς αίσθημα – νομίζω ότι το ίδιο συμβαίνει και στη ζωή. Θα έλεγα, λοιπόν, ως εδώ ότι η τέχνη του ηθοποιού είναι βασικά η τέχνη του ν’ ακούς· ν’ ακούς εσένα και τους άλλους, τόσο όταν μελετάς τον ρόλο όσο κι αργότερα όταν παίζεις στη σκηνή. Μήπως, όμως, και ένα μέρος της τέχνης του «γνώθι σ’ αυτόν», είναι η τέχνη ν’ ακούς; Αλλά και με την καρδιά, όχι μόνο με το αυτί.

Κι ερχόμαστε σε ένα άλλο, πολύ σοβαρό, σημείο της διαδικασίας μάθησης – όχι της αποστήθισης – του θεατρικού ρόλου από τον ηθοποιό. Είναι αυτό που στη θεατρική γλώσσα, το λένε «έπιασε το ρόλο». Για τον ηθοποιό αυτή είναι μια μαγική στιγμή. Είναι η στιγμή που ο ηθοποιός «βλέπει» βαθιά μέσα στη «ψυχή» του ρόλου, όχι λογικά, όχι αναλυτικά, όχι κριτικά, όχι συναισθηματικά αλλά με αίσθημα, και η απόσταση ανάμεσα στον ηθοποιό και στον ρόλο εξαφανίζεται: γίνονται ένα. Ο ηθοποιός είναι ο ρόλος του. Είναι, αλλά αποστασιοποιημένα ταυτισμένος μαζί του.

Κατά τη γνώμη μου τώρα, το ίδιο συμβαίνει κατά διαστήματα και στη διαδικασία του «γνώθι σ’ αυτόν», στη διαδικασία να μαθαίνεις για τον εαυτό σου. Δηλαδή: Σε παρατηρείς: Πώς μιλάς, πώς περπατάς, πώς χειρονομείς, πώς τρως, πώς αντιδράς, και μέσα σου είσαι χωρισμένος: σε παρατηρητή και παρατηρούμενο· κριτή και κρινόμενο· ελεγκτή και ελεγχόμενο· αναλυτή και αναλυόμενο· καταπιεστή και καταπιεζόμενο. Αν, όμως, κάποια ώρα δεις βαθιά μέσα σου με την καρδιά κι όχι με τη λογική, με αίσθημα κι όχι με συναίσθημα, τότε ο χωρισμός στα δύο παύει να υπάρχει. Εσύ κι αυτό που βλέπεις είστε ένα. Δεν υπάρχει – ας πούμε – ο φόβος και εσύ που προσπαθείς να ελέγξεις το φόβο, αλλά είσαι ο φόβος, οπότε και τελειώνει. Είναι η στιγμή που ο ηθοποιός «πιάνει» το ρόλο. Η αγγλική λέξη γι’ αυτή τη στιγμή είναι «insight». Η αντίστοιχη ελληνική είναι: «ενόραση», αλλά όχι με τη θολή, «μεταφυσικοειδή» σημασία που την έχει χαλάσει σήμερα, αλλά με την αρχαία ελληνική σημασία του «ενοράν, με τη σημασία της λέξης έτσι όπως την έχει αποκαταστήσει ο Γιώργος Μπαμπινιώτης στο «ΛΕΞIΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝIΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ». Διαβάστε το λήμμα που ακολουθεί προσεκτικά, η ερμηνεία αυτής της λέξης είναι – κατά τη γνώμη μου – μεγάλο κομμάτι της ουσίας της τέχνης του ηθοποιού, αλλά και της τέχνης του «γνώθι σ’ αυτόν».

Ενόραση 1. η σε βάθος αντίληψη ή κατανόηση (ενός πράγματος). 2. (ΦIΛΟΣΟΦΙΑ) η κατάκτηση της γνώσης με το ασυνείδητο, χωρίς τη μεσολάβηση του λογικού ή των αισθήσεων. (…) Η γνώση που προέρχεται από το εν-οράν (λατ. in-tuere), το «να βλέπεις μέσα σου», δηλαδή: ενόραση είναι η άμεση, η βιωματική, η υποκειμενική γνώση. Στην υποκειμενική, προσωπική, μέσα από ξαφνική, μη λογικά επεξεργασμένη σύλληψη, που είναι η ενόραση, αντιτίθεται η αντικειμενική διάμεση (και όχι άμεση) γνώση, αυτή που βασίζεται σε εμπειρικά δεδομένα, τα οποία έχουν τύχει προσεκτικής λογικής επεξεργασίας (συλλογισμών, κρίσεων, λογικών υποθέσεων, συμπερασμάτων, αποδεικτικής διαδικασίας). Ό,τι γνωρίζουμε από ενόραση, συχνά είναι προϊόν «εσωτερικού φωτισμού», στιγμιαίας έμπνευσης ή σύλληψης των αισθήσεων μάλλον, παρά της λογικής…»

Σας ζητώ συγνώμη, αλλά κουράστηκα. Κοντεύει 12 η ώρα. Δυστυχώς θα το συνεχίσουμε και – ελπίζω – θα το τελειώσουμε αύριο. Σας υπόσχομαι ότι δεν θα ξαναγράψω «σεντόνι» για πολύ καιρό.
Καλό βράδυ και καλό μήνα.
Σας φιλώ.
Π.