Καλό Σαββατοκύριακο

Αύριο σας έχω μια πολύ καλή έκπληξη, είκοσι λεπτά βίντεο από παλιά εκπομπή μου που μάλλον δεν την έχετε δει ποτέ paramithas-heretaei.jpg– τουλάχιστον όσοι έχετε γεννηθεί πριν από το 1980 – με τίτλο, «Ο Δράκος Ορχήστρα». Σας λέει τίποτα ο τίτλος; Μάλλον, «όχι».
   Ο «μάστορας» μου υποσχέθηκε ότι αύριο θα το «ανεβάσει».
   Την τελευταία εβδομάδα, πέσανε διάφορα σχόλια, τόσο στα διάφορα «σεντόνια» μου, όσο και σε παλιότερα posts που μου έρχονται στο OUTLOOK σαν e-mail – όπως σας έχω πει και γι’ αυτό τα παίρνω χαμπάρι – και με συγκινήσανε πολύ.
   Φαντάζομαι ότι θα σας έχει τύχει κάποιες φορές στη ζωή σας – σας εύχομαι να είναι πολλές πια – όπου νοιώθετε να ξεχειλίζει η καρδιά σας , και θέλετε – κάπως … «ουδέτερα» ή «απρόσωπα» – να πείτε, «σε (σας) αγαπώ», χωρίς να είναι μελοδραματικοσυναισθηματικό, δακρύβρεκτο και μαλακοκάβλικο συναίσθημα, αλλά αληθινό και βαθύ Αίσθημα.
   Σας φιλώ γλυκά – «παιδιά μου», «εγγόνια μου» ή ό,τι άλλο θέλετε…
Καλό Σαββατοκύριακο.

Π.

Οι «ανόητοι»

Ε, άντε: πριν πάω για ύπνο και μια κι έχουμε καιρό να πούμε και κάτι του Χότζα, πιάστε ένα γρήγορό του. Μεγάλη δουλειά να μπορεί κανείς να κάνει χιούμορ και με τον εαυτό του και να αυτοσαρκάζεται.
Καληνύχτα.
Π.

xotzas-02.jpgΜια μέρα, εκεί που κουβαλούσε ο Χότζας με τον γάιδαρό του ένα πολύτιμο φορτίο με λεπτεπίλεπτα γυαλικά, κάτι δεν έκανε καλά και αδειάζουν όλα στο δρόμο και γίνονται θρύψαλα!
Αμέσως μαζεύτηκε ένα σωρό κόσμος και κοίταγε, οπότε ο Χότζας τους έβαλε τις φωνές: «Τι κοιτάτε βρε ανόητοι, δεν έχετε ξαναδεί ηλίθιο στη ζωή σας;»

Πιάνοντας πάτο

storyteller-himself.jpgΒρε παιδιά, ώρες – ώρες πραγματικά μου μοιάζουν κάπως υπερβολικά αυτά τα συγκινητικά που μου γράφετε και νοιώθω αμήχανα! Είναι κρίμα που αυτή τη στιγμή δεν με βλέπετε να σας το λέω αυτό, αλλά μόνο το διαβάζετε, γιατί έτσι δεν μπορείτε να δείτε και να αισθανθείτε ότι το εννοώ αυτό που λέω. Τέλος πάντων, μ’ αυτά και μ’ αυτά θα σας ανάψω και δεύτερο «σεντόνι» σήμερα. Και κατ’ αρχήν είναι να βλέπεις σε σχόλιο για το χθεσινό post περί «serendipity» την πλακατζίδικια φράση από το xoxlidaki, «…και εις άλλα «σερεντιπιτ-ια» με υγεία», και να μην προσθέσεις ότι: και όμως αυτή η αγγλική λέξη υπάρχει – σύμφωνα με το, The Concise Oxford Dictionary και ως επίθετο: serendipitous, δηλαδή όπως θα λέγαμε στα ελληνικά, σερεντιπικός, και ως επίρρημα: serendipitously, δηλαδή στα ελληνικά, σερεντίπιτα!
Τώρα, διαβάζοντας το σχόλιο της unamama να τελειώνει με τη φράση, «με αυτά τα δεδομένα μην περιμένουμε να δούμε πολλούς να ευτυχούν με serendipity!!!», μου ήρθε να σας πω το εξής: Σ’ αυτά τα 64 χρόνια και 4 μήνες που έχω ζήσει, έχω δει ότι η ζωή είναι κάτι πολύ σοβαρό, αλλά πρέπει κανείς νοιώθοντας αυτή τη σοβαρότητά της, ταυτόχρονα να «παίζει» και μαζί της για να μην τον παίρνει από κάτω. Αυτοί που αυτοκτονούν, συγνώμη, δεν παίρνουν σοβαρά τη ζωή, αλλά τον εαυτό τους. Η αυτοκτονία είναι – κατά τη γνώμη μου – η ακραία εγωιστική και παιδιάστικη πράξη· κάθε είδους αυτοκτονία, είτε η άμεση είτε η έμμεση, όπως: συσσώρευση καταπιεσμένων αισθημάτων, φόβων, ενοχών, κλείσιμο μέσα μας με βύθισμα στο «εγώ», απομόνωση, κυνήγι της ευχαρίστησης με ταυτόχρονη προσπάθεια αποφυγής του πόνου, που οδηγούν σε νευρώσεις, ασθένειες, ποτό, ναρκωτικά και τέτοια. Σας έχει τύχει ποτέ όταν είσαστε μικρά παιδιά να σας μαλώσουν και να σκεφτείτε με παράπονο: «κι εγώ θα πεθάνω για να έρθετε στη κηδεία μου και να κλαίτε…»: Εγώ το σκεφτόμουν συχνά, αλλά τελικά έλεγα πάντα: «πριτς, που θα πεθάνω».
Κι έτσι για να κλείσουμε με το σερεντίπιτυ θα ήθελα να βάλω εδώ μερικές φράσεις, που έχουν πει διάφοροι για να πουν πώς εννοούν αυτή τη λέξη.
Λουί Παστέρ: «Στο πεδίο της έρευνας η τυχαία ανακάλυψη (η κατάσταση σερεντίπιτυ) έρχεται μόνο στον καλά προετοιμασμένο νου».
Julius Comroe: «Σερεντίπιτυ είναι να ψάχνεις μια βελόνα στ’ άχυρα του στάβλου και να πέφτεις πάνω στην όμορφη κόρη του ιδιοκτήτη του αχυρώνα».
Ισαάκ Ασίμοβ: «Η πιο συναρπαστική φράση που μπορεί να πει κανείς μπροστά σε μια επιστημονική ανακάλυψη είναι όχι όταν αναφωνεί, ‘εύρηκα’, αλλά: ‘κοίτα πλάκα’!!! Αυτό σημαίνει σερεντίπιτυ».
Και να, τώρα, το σχόλιο για το σερεντίπιτυ που μου έδωσε την ιδέα αυτού του post και του τίτλου του. Είναι ενός κοριτσιού – κοπέλας, ώριμης γυναίκας, δεν ξέρω – της «Nina»: «… Όταν έχεις πιάσει πάτο, όταν όλα γύρω έχουν σκοτεινιάσει, όταν νοιώθεις εγκλωβισμένος από όλες τις πλευρές και δεν βλέπεις χαραμάδα ούτε φως και το χειρότερο, όταν στο τέλος δεν θες να ξαναδείς φως και βρίσκεσαι στο όριο τού να βρεθείς «εκτός» ηθελημένα πλέον, τότε απομένει αυτό το σερεντίπιτυ, που τόσο όμορφα περιγράψατε…μέχρι την επόμενη φορά που θα ξαναπιάσεις πάτο; …»
Τώρα, ειλικρινά: αφηνόμαστε να πιάσουμε πάτο ή προσπαθούμε να το αποφύγουμε, γιατί αυτό πονάει; Κάνουμε αυτό που πρέπει να γίνει ή αναβάλλουμε για αργότερα, για αύριο, για μια άλλη φορά; Θα έχετε δει ότι χρειάζεται πιο πολύ ενέργεια για να αναβάλλεις κάτι, παρά για να το κάνεις επί τόπου. Θέλει πιο πολύ προσπάθεια να το «βάζεις στα πόδια» παρά να μένεις «ακίνητος». Υπάρχει μεγάλη διαφορά να κάθεσαι και να κοιτάς τη θλίψη σου, τον πόνο σου, τους φόβους σου σαν ένα πολύτιμο πετράδι, χωρίς να ανακατεύεται η σκέψη – γιατί την ομορφιά δεν την βλέπει κανείς με το μυαλό, αλλά με την καρδιά. Έτσι και με τη θλίψη: την κοιτάς με την καρδιά, πονάει αλλά μαθαίνεις. Την αφήνεις εκείνη να σου πει. Δηλαδή να σου μάθει για σένα. Έτσι γίνεται κανείς ο ίδιος «δάσκαλος και μαθητής του εαυτού του» που κουβεντιάζαμε. Η θλίψη σου, ο πόνος σου, η χαρά σου, η απληστία σου, ο εγωισμός σου, η ζήλια σου και πάνω απ’ όλα ο φόβος σου, είσαι εσύ – οπότε εσύ είσαι ο δάσκαλός σου που σου μαθαίνει για σένα. Δεν το βάζεις στα πόδια μπροστά σ’ όλα αυτά. Κάθεσαι εκεί και τα κοιτάς. Κάθεσαι εκεί χωρίς να κάνεις τίποτα, μόνο «κοιτάς» – όχι με τα μάτια, όχι με το μυαλό, αλλά με την καρδιά. Όχι για να «σε αλλάξεις», αλλά για να «σε μάθεις». Είναι όπως με το τσιγάρο – όπως ξέρετε όσοι καπνίζετε και θέλετε να το κόψετε. Αν προσπαθείτε να κόψετε το τσιγάρο παρατήστε τα. Δεν γίνεται. Το τσιγάρο δεν κόβεται. Το μόνο που γίνεται είναι ότι απλώς κάποια στιγμή παύεις να θέλεις να καπνίζεις. Και πώς φτάνεις σ’ αυτό το σημείο; Απλώς σταματάς το «πρέπει να το κόψω» και αμολάς το κάπνισμα μέχρι να πιάσεις πάτο. Ας φτάσεις και τα 5 πακέτα την ημέρα. Με μια προϋπόθεση: θα το κάνεις αυτό όχι θέλοντας να κόψεις το τσιγάρο, αλλά θέλοντας να μάθεις γιατί καπνίζεις. Κάθε φορά που ανάβετε τσιγάρο – όσοι καπνίζετε – δείτε με την καρδιά σας – όχι λογικά, με δικαιολογίες ή ενοχές και τέτοια – δείτε απλώς γιατί καπνίζετε. Αυτό είναι το δύσκολο κι όχι το να κόψεις το τσιγάρο. Γιατί όπως έλεγε κι ο Μπέρναρντ Σόου: «Δεν υπάρχει τίποτα πιο εύκολο από το να κόψεις το τσιγάρο! Εγώ μέχρι τώρα το έχω κόψει 46 φορές».
Καλή εβδομάδα.
Π.
Υ.Γ. Δώδεκα και μισή, λίγο πριν ανεβάσω αυτό το post, με πήρε τηλέφωνο ο «μάστορας» και μου είπε ότι η ταινία του μικρού μήκους, «Τι είναι αυτό;» πήρε κρατικό βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης! Ε, είπα κι εγώ σαν χαζομπαμπάς να το βάλω εδώ να το διαβάσετε.

Σερεντίπιτυ

Μια κι ο «μάστορας» είναι στη Θεσσαλονίκη όπου παίζεται η ταινία του, μικρού μήκους και δεν μπορώ να ανεβάσω μόνος μου το βίντεο που είχα κατά νου, θα τη βγάλουμε και σήμερα με πάρλα ή αλλιώς, «σεντόνι» ή αλλιώς «φούμαρα ιντερνετικά».
Έχω διασκεδάσει πάρα πολύ με μερικά σχόλιά σας αυτή τη φορά. Όπως τελευταία, με την πρόταση του «Παναγιώτη» να βγάλω σε dvd τον ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΒΑΡΥΤΗΤΑΣ του «Παραμυθά», που να πουλιέται από την εκπομπή του κυρίου Λιακόπουλου και αμέσως μετά «έντρομος» να μετανιώνει και να αποσύρει την πρόταση. Επίσης, εξακολουθείτε να με συγκινείτε πολύ με αυτές τις εκρήξεις σας τρυφερής παιδικότητας – και όσοι βλέπετε για πρώτη φορά το blog, αλλά και οι παλιότεροι – ή με τις επιδοκιμασίες σας για κάποιες προσωπικές μου σκέψεις και ιστορίες. Τέλος, στο post για τον Άλκη μπήκε και το… «απόλυτο» σχόλιο· ένα σχόλιο που έχει όλη την παιδική αθωότητα της άγνοιας από τη μια μεριά, αλλά και από την άλλη είναι ό,τι θεωρώ και ο ίδιος πως είναι αυτά που γράφω. Να τι λέει το σχόλιο της «Μάρως»: «Παραμυθάς! Γιατί αυτό το ψευδώνυμο, ενώ από ό,τι βλέπω γράφεις πολύ αληθινά. Πρώτη φορά σε διαβάζω γιατί είμαι αρχάρια εδώ». Συγκινήθηκα και γέλασα με το σχόλιο, ακριβώς γιατί είναι από ένα κορίτσι (κάτω από 30 σίγουρα) που δεν ξέρει τίποτα για το ποιος είναι αυτός που γράφει – άρα δεν έρχεται με κάποια προδιάθεση – και της κάνει ειλικρινά εντύπωση που κάποιος που γράφει αλήθειες διάλεξε ψευδώνυμο, «Παραμυθάς». Η αλήθεια είναι ότι δεν το διάλεξα, αλλά με διάλεξε. Από την αρχή (πριν σχεδόν 30 χρόνια, Μάνο) όταν πρωτοπήγα στην Ε.Ρ.Τ. και είχα την ιδέα της εκπομπής του «Παραμυθά», δεν ήταν να παίξω το ρόλο εγώ. Με πείσανε, όμως, κι έτσι όταν η εκπομπή βγήκε στον «αέρα» το 1978, βρέθηκα να είμαι εγώ ο «Παραμυθάς»! Επίσης, ποτέ δεν μου είχε περάσει από το νου να κάνω blog – όχι μόνο με αυτό το όνομα, αλλά καθόλου – μ’ έπεισε ο γιος μου (ο «μάστορας» που τον λέω εδώ) ο οποίος και αποφάσισε και ότι πρέπει να κάνω blog, και ότι πρέπει να λέγεται «paramithas.gr». Ξέρετε, έτσι ήταν σχεδόν πάντα όλη μου η ζωή. Μου συμβαίνανε διάφορα εξαιρετικά πράγματα ή γνώριζα κάποιους σπουδαίους ανθρώπους (σπουδαίοι όχι επειδή ήταν διάσημοι) χωρίς να το έχω επιζητήσει, χωρίς καν να μου έχει περάσει από το νου. Δεν μπορεί να μην σας έχει τύχει κι εσάς κάτι τέτοιο. Υπάρχει μία αγγλική λέξη – που στην ουσία δεν είναι αγγλική – η οποία σημαίνει αυτή ακριβώς την κατάσταση: να σου συμβαίνουν καλά πράγματα χωρίς να το έχεις επιζητήσει και εκεί που δεν το περιμένεις. Σαν παραμύθι ακούγεται αυτό, ε; Μα και η λέξη που το υπονοεί, από παραμύθι βγήκε. Επιτρέψτε μου να σας πω πώς – τουλάχιστον για όσους δεν έτυχε να το ξέρουν.
Η λέξη είναι, «Σερεντίπιτυ» (Serendipity). Και να πώς ορίζεται η λέξη σε δύο αγγλικά λεξικά:

1. The Concise Oxford Dictionary 9th EDITION
serendipity / n.
the faculty of making happy and unexpected discoveries by accident.
(coined by Horace Walpole (1754) after «The Three Princes of Serendip» (now Sri Lanka), a fairy tale)
Δηλαδή: η ευχέρεια να κάνεις ευτυχείς και απρόσμενες ανακαλύψεις από σύμπτωση.
2. Merriam – Webster Dictionary
serendipity
/ n.
the gift of finding valuable or agreeable things not sought for.
(coined by Horace Walpole (1754) after «The Three Princes of Serendip» (Ceylon).
Δηλαδή: το χάρισμα να βρίσκεις πολύτιμα ή ευχάριστα πράγματα που δεν έψαχνες.

serendipity-cover.JPG Και τα δύο λεξικά, λένε ότι η λέξη αποθησαυρίστηκε στην αγγλική γλώσσα από κάποιον Oratio Walpole, το 1754, από ένα Ινδικό παραμύθι με τον τίτλο, «Οι Τρεις Πρίγκιπες από το Σερεντίπ». «Σερεντίπ» είναι το αρχαίο όνομα της Κεϋλάνης, η οποία από το 1972 ονομάζεται Σρι-Λάνκα. (Να συνεχίσω, σας ενδιαφέρει; Ακούω διάφορες φωνές, «ναι… ναι…», οπότε συνεχίζω. Αυτοπεποίθηση, ε;)
Ο Oratio Walpole έζησε από το 1717 έως το 1797 – τρομερό να πιάνεις τα 80 εκείνο τον καιρό (!) – και μιλάει για τη λέξη αυτή σε ένα γράμμα που έστειλε σε κάποιο φίλο του το 1754, με ημερομηνία, «28 Ιανουαρίου». (Χα, χα, χα… την ίδια ημερομηνία που γεννήθηκε η κόρη μου! ) Στο γράμμα αυτό, λοιπόν, ο Οράτιος, αναφέρεται και σε ένα παραμύθι που διάβασε και που γράφτηκε στην Κεϋλάνη τον 5ο μ.Χ. αιώνα με τον τίτλο, «Οι Τρεις Πρίγκιπες από το Σερεντίπ». Ανάμεσα στ’ άλλα γράφει γι’ αυτό: «Οι τρείς πρίγκιπες από το Σερεντίπ ταξιδεύοντας ανακάλυπταν συνέχεια από σύμπτωση πράγματα που δεν είχαν αναζητήσει…».

Στη ζωή μου, λοιπόν, για να γυρίσουμε στο σημείο που άρχισα να λέω για τη λέξη «Σερεντίπιτυ», πολλές φορές: άλλα ήθελα κι άλλα γίνονταν ή, πάλι, μου συνέβαιναν πράγματα που ούτε καν μου είχαν περάσει από το νου. Ξέρετε, υπάρχουν φορές που προσπαθείς, σκοτώνεσαι να πετύχεις κάτι και δεν το καταφέρνεις. Εκείνο που έχω δει είναι μάλλον κατά βάθος δεν το θέλεις. Γιατί άλλο είναι να παλεύεις να πετύχεις κάτι επειδή πρέπει , επειδή αυτό είναι κοινωνικά σωστό, επειδή αυτό περιμένουν οι άλλοι από σένα, επειδή έτσι θα είσαι «κάποιος», επειδή θα κερδίσεις χρήματα ή φήμη, και άλλο είναι να θέλεις κάτι με την καρδιά σου. Γι’ αυτό το κάτι που θέλει η καρδιά σου είναι που πιθανόν να «συνωμοτεί το σύμπαν για να γίνει», όπως λέει ο Κοέλο, και όχι για εκείνο που πρέπει και που νομίζουμε ότι αυτό θέλουμε ακούγοντας τη λογική μας και όχι την καρδιά μας – κι αυτό δεν έχει τίποτα το μεταφυσικό. Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει τίποτα το «μεταφυσικό» με την έννοια που του αποδίδουμε, απλώς υπάρχουν πράγματα που δεν έχουν ακόμα εξηγηθεί. Αυτή η κατάσταση, λοιπόν, τύπου «Σερεντίπιτυ», δεν είναι ουρανοκατέβατη, αλλά έχει σχέση με το πόσο ανοικτός, ευαίσθητος και θαρραλέα ευάλωτος είναι κανείς απέναντι στη ζωή και έτοιμος να την ξαναπιάσει κάθε στιγμή από την αρχή. Πρέπει να είσαι ολοκληρωτικά «αφημένος» – όχι «παραιτημένος» – που είναι η αίσθηση ότι δεν είσαι δεμένος με τίποτα, ότι δεν καταπνίγεις τίποτα μέσα σου, ότι δεν αμύνεσαι, δεν αντιστέκεσαι στη ζωή· αλλά αυτό το «άφημα» μπορεί να είναι χαοτικό αν δεν συνοδεύεται από εσωτερική αυστηρότητα, την αυστηρότητα και σοβαρότητα που φέρνει η αίσθηση της αγάπης για τους ανθρώπους και για όλα όσα υπάρχουν πάνω στη γη, που μαζί της έρχεται μια τρομερή αίσθηση κατανόησης, φροντίδας, παρατηρητικότητας, υπομονής. Τότε υπάρχει αυτό το άνοιγμα, το «άφημα» στη ζωή ─ που σημαίνει ότι πραγματικά δεν υπάρχει καμιά αίσθηση ψυχολογικού καταναγκασμού, κανένας στόχος που σου έχουν επιβάλει από μικρό να πετύχεις, κανένας φόβος να μην «υπάρχεις», να μην κερδίζεις, να μην είσαι πετυχημένος. Και τότε, αφήνεις ανοιχτό το παράθυρο για να υπάρχει … «Σερεντίπιτυ», δηλαδή – όπως σας έχω πει, νομίζω, κι άλλοτε – αφήνεις την ίδια τη ζωή να ζωγραφίζει τον πίνακα της ζωής σου.
Σας φιλώ.
Π

Ο Άλκης

Για όσα θα διαβάσετε παρακάτω, είναι αιτία το σχόλιο του «Inner Tree» στο προχθεσινό POST, «Οι Δάσκαλοί μου όπως λέμε, «οι φίλοι μου»», όπου μεταξύ άλλων σημειώνει: «…παρακάτω βάζω ένα βίντεο με θέμα την ζωή και τον θάνατο… τίποτα δεν έχει νόημα αν δεν ξέρουμε πώς να ζούμε». Αυτό το σχόλιο, μου θύμισε κάποιον που δεν ήταν από τα «ιερά τέρατα» – όπως τα ονομάζει η Unamama – αλλά που υπήρξε κυριολεκτικά δάσκαλός μου και κυριολεκτικά φίλος μου – ο καλύτερος φίλος που είχα ποτέ μου: ο Άλκης.

Ο Άλκης, ήταν ένας από τα μέλη μιας παρέας στις αρχές της δεκαετίας του ’60, που τα αγόρια – όλοι τότε 25άρηδες – ίσως τα ξέρετε. Με αλφαβητική σειρά: Ο Αλέξης Κυριτσόπουλος , ο Νίκος Πιλάβιος, ο Διονύσης Σαββόπουλος, ο Άλκης Σαχίνης, ο Αντρέας Στάικος, ο Διονύσης Φωτόπουλος, και ο Γιάννης Ψυχοπαίδης. (Αν τους αναγνωρίζετε με τις σημερινές τους ιδιότητες όλους – εκτός από τον Άλκη, φυσικά – θα βλέπετε ότι έχει πλάκα αυτός ο συνδυασμός).
Τον Άλκη τον γνώρισα το 1962. Όταν, αργότερα, εκείνος βρέθηκε το 1964 στη Θεσσαλονίκη, φοιτητής στη Φιλοσοφική Σχολή, ήμουν κι εγώ φαντάρος τότε εκεί και ήταν η πρώτη φορά που περάσαμε μερικούς μήνες οι δυο μας, καθώς όταν είχα «έξοδο» έμενα στο σπίτι του και κάποιες από τις καθημερινές ερχόταν αυτός στο στρατόπεδο ΚΑΡΑΤΑΣΟΥ, στη Σταυρούπολη και τρώγαμε σε ένα φοβερό ταβερνάκι απέναντι. Στο τέλος του ’64 εγώ πήρα μετάθεση για την Αθήνα κι εκείνος έμεινε στη Θεσσαλονίκη, όπου παντρεύτηκε την Έλλη. Ξαναγύρισε κι εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1968. Η Δικτατορία είχε διαλύσει την παρέα, κι έτσι για άλλη μια φορά βρεθήκαμε μόνο οι δυο μας. Καθώς τα σπίτια μας ήταν πολύ κοντά βλεπόμαστε καθημερινά  – μέχρι το 1973.

alkis-01.jpgΟ Άλκης, εκτός από πολύ όμορφος όπως βλέπετε στην φωτογραφία, ήταν εξαιρετικά ξύπνιος – όχι έξυπνος, αυτό είναι εύκολο – είχε αληθινά βαθιά αισθήματα κι όχι απλώς συναισθήματα, ήταν προκλητικά – έως αντιπαθητικά για κάποιους – ειλικρινής και τον χαρακτήριζε μία εξαιρετική έλλειψη ψυχολογικού φόβου. Ο Άλκης μου έμαθε δύο από τους «δασκάλους» που ανέφερα προχτές, καθώς και τον Μπομπ Ντύλαν και τη δυνατότητα της καθημερινής συμβίωσης με το θάνατο χωρίς να χάνεις το κέφι σου και τη δημιουργικότητά σου. Αυτή η άνετη συμβίωση του Άλκη με τον θάνατο έχει σχέση με το ότι όταν ήταν 12 χρονών, αρρώστησε από μία σπάνια ασθένεια, που του είχαν πει ότι αν φτάσει στα τριάντα θα ζήσει μετά πια κανονικά αλλιώς – έως τότε – υπήρχε πιθανότητα να πεθάνει οποτεδήποτε. Έπαιρνε κάθε μέρα μία ποσότητα κορτιζόνης από τα δώδεκα και δύο φορές το χρόνο έμπαινε σε νοσοκομείο – από κάποια στιγμή και μετά στην Αγγλία και τη Σουηδία – όπου δεν του παίρνανε χρήματα επειδή τον χρησιμοποιούσαν ως πειραματόζωο για να μάθουν γι’ αυτή την σπάνια ασθένεια. Τελικά πέθανε στα 29 του – τον Οκτώβριο του 1973 – από «καλπάζουσα φυματίωση» που του την προκάλεσε η κορτιζόνη! Ενώ δυο χρόνια πριν η κορτιζόνη του είχε θρυμματίσει τις κλειδώσεις στα γόνατα και τους γοφούς και αντικαταστάθηκαν με λάμες, με μια εγχείρηση στην Αγγλία που την περιέγραφε, μόλις γύρισε, με τρομερό χιούμορ και σ’ έκανε να γελάς κι ούτε στιγμή να τον λυπάσαι.
Η κηδεία του ήταν ό,τι πιο οδυνηρό έχω ζήσει σε όλη μου τη ζωή, ενώ η φιλία μας μου έμαθε ό,τι με έχει κάνει να νοιώσω κάποιες φορές μία απίστευτη βαθιά χαρά. Την εκταφή του την κάναμε τρεις άνθρωποι: η Έλλη, ο Παντελής ο Βούλγαρης (καλός του φίλος) κι εγώ. Ήταν Άνοιξη κι οι λάμες στις κλειδώσεις, ανέπαφες μετά από τόσα χρόνια, άστραφταν σαν κάτι ζωντανό!

Το βίντεο που θα δείτε κρατάει 20 δευτερόλεπτα  περίπου και είναι από την ταινία του πρώτου μου γάμου με την «προμαμά» του «μάστορα» – όπως την έλεγε μικρός – και μαμά της «maria». Στο βίντεο θα δείτε μερικά σύντομα πλάνα του Άλκη που έβγαζε τις φωτογραφίες του γάμου – γιατί ήταν και πολύ καλός φωτογράφος.
Ξέρετε, κάποια από τα εξώφυλλα δίσκων του Σαββόπουλου – όπως το «Βρώμικο Ψωμί»- βασίζονται σε φωτογραφία που έχει βγάλει ο Άλκης. Και μια και ανέφερα τους δίσκους τους Σαββόπουλου: Όσο κι αν σας φανεί περίεργο, υπάρχει περίπτωση να έχετε ακούσει για τον Άλκη. Θα έχετε ακούσει γι’ αυτόν, αν έχετε ακούσει τα τραγούδια του Σαββόπουλου, «Η Θανάσιμη Μοναξιά του Αλέξη Ασλάνογλου» το «Ας κρατήσουν οι χοροί» και το «Σαν τον Καραγκιόζη». Να οι στίχοι όπου ο Διονύσης μιλάει για τον Άλκη.

Η ΘΑΝΑΣΙΜΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ
…  Κι έτσι εδώ σε ξαναβρίσκω, Αλέξη πες μου με τι λόγια να στο πω
τα ορφανά μου που κρυώνουνε με κάνουν πιο πολύ αριστερό.
Πού ακούστηκε ο Άλκης να πεθαίνει, όλη νύχτα ψήνονταν στον πυρετό,
στο διάδρομο είχα δει ένα νεκρό, οι γιατροί δεν μας δίνουν σημασία,
βιαστικά μας κουβαλούν στα χειρουργεία…

**************************************************************

ΑΣ ΚΡΑΤΗΣΟΥΝ ΟΙ ΧΟΡΟΙ
…. Kαι στης νύχτας το λαμπάδιασμα να κι ο Άλκης ο μικρός μας
Για να σμίξει παλιές κι αναμμένες τροχιές με το ροκ του μέλλοντός μας…

**************************************************************

ΣΑΝ ΤΟΝ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ

Πριν αρχίσει το τραγούδι, ο Σαββόπουλος λέει αυτά τα λόγια σε πρόζα: «1973, Φθινόπωρο. Λάρισα 5 το πρωί, τηλέφωνο σαν  τροχός οδοντογιατρού. Εκεί Ευαγγελισμός. Θάνατος. Το βράδυ στη συναυλία έβγαζε μια υψηλή συχνότητα  που τρυπάει το κρανίο. Ένας νεκρός  στην αγκαλιά. Αδύνατον να τον αναστήσεις αδύνατον να τον φορτωθείς». 

Τι μαθαίνετε, σ’ αυτό το blog! Ότι στο τραγούδι του Σαββόπουλου, «ο Άλκης ο μικρός μας», είναι «μικρός μας» γιατί εκείνος έμεινε στα 29, ενώ εμείς περάσαμε τα εξήντα. «Forever Young», όπως λέει και σ’ ένα τραγούδι του ο Μπομπ Ντύλαν, που άρεσε τόσο πολύ στον Άλκη.
Σας φιλώ γλυκά.
Π.

Οι Δάσκαλοί μου όπως λέμε, «οι φίλοι μου».

Παρόλο που δεν είχα κατά νου να γράψω τίποτα σήμερα, παίρνοντας θάρρος από κάποια πραγματικά συγκινητικά σχόλιά σας για το ότι βάζω εδώ πράγματα από την προσωπική μου ζωή για να τα μοιραστώ μαζί σας σαν φίλος, πατέρας, παππούς ή ό,τι άλλο θέλετε – αλλά όχι σαν καμιά αυθεντία – παίρνοντας θάρρος, λοιπόν, από τα σχόλιά σας, θα ήθελα να σας μεταφέρω εδώ τη συγκίνηση που ένοιωσα, διαβάζοντας σήμερα στο ΒΗΜΑ, ένα άρθρο για τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννηση του Άγγελου Τερζάκη. Στο LINK που έβαλα στο όνομά του, μπορείτε να πάτε και να μάθετε αν θέλετε λεπτομέρειες για το ποιος ήταν. Εδώ να σημειώσω ότι ήταν: μυθιστοριογράφος (λογοτέχνης της γενιάς του ‘30), θεατρικός συγγραφέας, δραματολόγος, δοκιμιογράφος, κριτικός θεάτρου και – γι’ αυτό τον θυμάμαι με συγκίνηση – Καθηγητής ιστορίας θεάτρου και δραματολογίας στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Εκεί τον συνάντησα και τον είχα καθηγητή για τρία χρόνια σε μια πολύ ευαίσθητη ηλικία, από τα 17 έως τα 20. Ο τρόπος με τον οποίο ανέλυε δραματολογικά τα θεατρικά έργα στο μάθημα, ήταν ουσιαστικά η εισαγωγή μου στο «γνώθι σ’ αυτόν» μέσα από την τέχνη του ηθοποιού που σας έλεγα τις προάλλες. «Κάθε θεατρικός χαρακτήρας έχει ένα κλειδί, όπως και κάθε άνθρωπος. Το κλειδί του χαρακτήρα του Οθέλλου, δεν είναι ότι είναι ζηλιάρης, αλλά ότι είναι εύπιστος. Το κλειδί του χαρακτήρα του Άμλετ, είναι ότι ενώ εξωτερικά δείχνει αδρανής, εσωτερικά δρα». Αυτές είναι μερικές φράσεις του που θυμάμαι ακόμα, όπως κι αυτή για τον Ριχάρδο τον Β’ του Σαίξπηρ: «Στην επιτυχία υπάρχει σκληρότητα, αλλά στην αποτυχία – αν έχεις επίγνωση – υπάρχει ποιότητα, ευγένεια και πόνος που σου μαθαίνει για τη ζωή».
Καθώς θυμήθηκα τον Τερζάκη, κι ένοιωσα τόσο χρόνια μετά – 42 – ότι ήταν πραγματικά δάσκαλός μου όχι μόνο για το θέατρο, αλλά για τη ζωή γενικότερα, αναρωτήθηκα ποιους θεωρώ δασκάλους μου. Δασκάλους που εγώ «έπεσα πάνω τους», που ένοιωθα να με νοιάζονται αληθινά και βαθιά – όχι ειδικά εμένα, αλλά όλους τους ανθρώπους – που δεν μου πήραν χρήματα, που δεν απαίτησαν πειθαρχία και υποταγή σ’ αυτούς, αλλά αντίθετα μου έμαθαν να κοιτάζω μέσα μου με καλοσύνη και κάθε στιγμή να μην φοβάμαι να ξαναρχίζω τη ζωή μου από την αρχή.
Θα ήθελα, λοιπόν, σήμερα εδώ να σας πω ποιους θεωρώ Δασκάλους μου, από τα 17 μου έως τα 43 μου (ναι, κράτησε πολύ η μαθητεία γιατί έμενα στην ίδια τάξη), που αν και μόνο δύο από αυτούς συνάντησα προσωπικά, είναι όλοι σαν να τους ξέρω, και όλους τους νοιώθω σαν φίλο, σαν πατέρα. Για χάρη σας έψαξα στο internet και βρήκα φωτογραφίες τους – μία μόνο δεν είναι καλή – και σας τους βάζω εδώ, όχι με τη σειρά που τους “συνάντησα” χρονολογικά ούτε αξιολογικά, αλλά με αλφαβητική σειρά σύμφωνα με το επίθετό τους.
Καλή εβδομάδα.
Νίκος

01-k-kavafis.jpg

Κωνσταντίνος Καβάφης
02-nkazantzakis.jpg
Νίκος Καζαντζάκης
04-h-berxon.jpg
Ερρίκος Μπερξόν
05-f-dostoevsky.jpg
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι
06-w-shakespeare.jpg
Γουίλιαμ Σαίξπηρ
07-a-terzakis.jpg
Άγγελος Τερζάκης
03-j-krishnamurti.jpg
Κρισναμούρτι Τζίντου

Πώς έκαναν το τραπέζι στο γιλέκο μου

Και όπως σας υποσχέθηκα χθες, να ένα παραμύθι για τα παιδάκια σας , αλλά και για όλους σας, που μιλάει για το «μαγικό γιλέκο μου». Για σήμερα, λοιπόν, αποφάσισα να… με κλέψω! Μάλιστα, να με κλέψω. Βούτηξα μια ιστορία από τstorytellers-coat-1.jpgο πρώτο μου βιβλίο μαζί με τις ζωγραφιές της και την βάζω εδώ. Τώρα, εδώ έχουμε μία περίπτωση «ο κλέψας του κλέψαντος», διότι την ιδέα αυτής της ιστορίας την έχω κλέψει από μια ιστορία του Χότζα. Βλέπετε, οι δάσκαλοί μου -ο Αιμίλιος Χουρμούζιος και ο Άγγελος Τερζάκης- στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, μας είχανε μάθει πως ούτε οι αρχαίοι έλληνες τραγικοί συγγραφείς είχαν γράψει καμιά ιστορία από το μυαλό τους ούτε κι ο Σαίξπηρ, που όλες σχεδόν είναι παρμένες από τους «Παράλληλους Βίους» του Πλούταρχου και από κάποιες άλλες γνωστές ιστορίες της εποχής του. Έτσι κι εγώ, όταν έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο το 1982, με έτρωγε να βάλω κάπως και μια ιστορία από το Χότζα που από τότε τον «πήγαινα» πολύ. Ο εκδότης, όμως, τότε δεν ήθελε να γράψω ότι την ιδέα την έχω πάρει από τον Χότζα, κι έσβησε την υποσημείωση που είχα βάλει. Επειδή, όμως, τίποτα δεν μένει κρυφό σ’ αυτή τη ζωή, ήρθε η ώρα να λάμψει η αλήθεια και για την ιστορία μου, «Πώς έκαναν το τραπέζι στο γιλέκο μου», που ελπίζω να σας αρέσει και να δικαιωθεί η κλοπή μου.
Σας φιλώ πολύ.

Π.

Το καλοκαίρι που μας πέρασε, είχα πάει εξοχή σ’ ένα πολύ όμορφο χωριό. Από την πρώτη μέρα κιόλας οι κάτοικοι του χωριού με γνώρισαν, από κείνη την εκπομπή που είχα στην τηλεόραση, κι έπιασα πολύ γρήγορα αρκετούς φίλους. Φυσικά, όλη μέρα έκανα παρέα με τα παιδιά που παραθέριζαν εκεί, αλλά τα βράδια, όταν εκείνα πήγαιναν για ύπνο, συναντιόμουν στο καφενείο του χωριού με τους μεγάλους και τα λέγαμε. Έτσι, ένα βράδυ με κάλεσαν, σε τραπέζι. Θα μαζεύονταν στο σπίτι ενός από τους χωριανούς, που τον θεωρούσα φίλο μου. Όταν έφτασε το βράδυ του τραπεζιού, αφού θα πήγαινα για διασκέδαση κι όχι για «δουλειά», έβγαλα το μαγικό γιλέκο που – όπως ξέρετε – αυτό είναι που με βοηθάει να πετάω, και ξεκίνησα για το σπίτι του φίλου μου, φορώντας το καλό μου το κοστούμι.

Από μακριά άeating-table.jpgκουσα τις φωνές των καλεσμένων, που είχαν κιόλας αρχίσει να διασκεδάζουν. Μπήκα χαρούμενος στην αυλή κι ανακατεύτηκα μ’ όλους τους άλλους. Γρήγορα όμως παρατήρησα κάτι πολύ παράξενο. Όσο κι αν προσπαθούσα να πιάσω κουβέντα, πότε με τον έναν και πότε με τον άλλον, δε μου έδινε κανείς τους σημασία. Με κοιτούσαν από πάνω ως κάτω κι απομακρύνονταν κουνώντας απογοητευμένα τα κεφάλια τους. Μα εκείνο που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν ότι δε μου έδωσε σημασία ούτε ο σπιτονοικοκύρης που με είχε καλέσει. Κι όταν κάθισαν όλοι στο τραπέζι για φαΐ, δεν έμεινε καμιά θέση για μένα. Ακούμπησα σ’ έναν τοίχο και είπα χαμογελώντας στο «φίλο μου» που με είχε καλέσει: «Πολύ ωραία τα φαγητά απόψε». Μα ούτε και μ’ αυτό έγινε τίποτε. Ο σπιτονοικοκύρης με κοίταξε απογοητευμένα κι άρχισε να τρώει. Πάγωσε το χαμόγελο στα χείλια μου εκεί που καθόμουν στην άκρη, φορώντας τα καλά μου ρούχα. Τότε κατάλαβα τι συνέβαινε και βγήκα έξω.
Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα στο σπίτι μου, γιατί βλέπετε δεν φορούσα το γιλέκο μου για να μπορώ να πετάξω.

Μόλις έφτασα λαχανιασμένος στο δωμάτιό μου, φόρεσα το γιλέκο μου και πετώντας τώρα πια γύρισα στο σπίτι που γινότανε το γλέντι.
– Καλώς το φίλο μου τον Παραμυθά, είπε ο σπιτονοικοκύρης, μόλις με είδε να μπαίνω πετώντας από το ανοιparamithas-petaei-1.jpgχτό παράθυρο και σηκώθηκε από το τραπέζι και – μαζί με τη γυναίκα του – αφού με έβαλαν σε μια θέση δίπλα τους, μου σερβίρισαν οι ίδιοι το φαγητό μου!
Όλοι οι καλεσμένοι τώρα μου χαμογελούσαν κι ήθελαν να πιάσουν κουβέντα μαζί μου. Κι όσο περνούσε η ώρα, όλοι ασχολιόνταν πια μόνο με μένα!
Όταν βεβαιώθηκα πως όλοι κοιτούσαν μόνο εμένα, έκοψα μια καλή μπουκιά ψωμί, τη βούτηξα στη σαλάτα κι αντί να τη βάλω στο στόμα μου την έβαλα μέσα σε ένα τσεπάκι που έχει το γιλέκο μου, λέγοντας του: «Έλα, γιλεκάκι μου, φάε το φαΐ σου».
Όλοι με κοίταζαν με ανοιχτό το στόμα. Δεν πίστευαν στα μάτια τους. Εγώ, όμως, συνέχισα να ταΐζω το γιλέκο μου σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
– Έλα, γιλεκάκι μου, φάε και λίγη σαλάτα, είπα και γέμισα το άλλο τσεπάκι με αγγουροντομάτες.
Οι άνθρωποι γύρω μου άρχισαν να με κοιτούν σαν τρελό, αλλά εγώ γελούσα μέσα μου. Ωσπου κάποια στιγμή, ο σπιτονοικοκύρης που με είχε καλέσει, μού φώναξε:
storyteller-gro.JPG Μα τι κάνεις εκεί, Παραμυθά μου; Δεν έχει ξαναγίνει να ταΐζει κανείς το γιλέκο του!
Και τότε εγώ, παίρνοντας το πιο αθώο μου ύφος, γύρισα και του είπα: «Μα εσύ είσαι εκείνος που ήθελες να ταΐσω το γιλέκο μου κι όχι να φάω εγώ. Όταν ήρθα πριν από λίγο με τα καλά μου ρούχα, αλλά χωρίς το γιλέκο μου και χωρίς να πετάω, ούτε καν γύρισες να με κοιτάξεις. Κι ούτε υπήρχε θέση για μένα στο τραπέζι. Τώρα, όμως, που ξανάρθα φορώντας το γιλέκο μου, με έβαλες στην καλύτερη θέση, μου έδωσες την καλύτερη μερίδα κι όλοι προσπαθούν να μου μιλήσουν. Ε, τι να σκεφτώ κι εγώ; Έβγαλα το συμπέρασμα ότι ήθελες να ‘ρθει το γιλέκο μου κι όχι εγώ. Γι’ αυτό, λοιπόν, τώρα κι εγώ το ταΐζω».

Συγνώμη, για άλλη μια φορά, αλλά η αγάπη είναι επικίνδυνη

Όπως σας είχα υποσχεθεί εχθές, σήμερα θα πω δυο λόγια για το δεύτερο σχόλιο που μπήκε για το, «¨Ένα απόγευμα του 2.000…» και που το έκανε η  despina.
Λοιπόν, συγνώμη, αλλά – καταρχήν – θα είμαι απόλυτος στην απάντησή μου, γιατί θεωρώ (είπαμε χθες ότι εγώ θεωρώ όχι εσείς) πως αν υπάρχει κάτι απόλυτο αυτό είναι η αγάπη, οπότε αρχίζοντας συνοπτικά με μερικές απαντήσεις στις επισημάνσεις της despina, θα έλεγα:
Δεν υπάρχει «αληθινή» και «ψεύτικη» αγάπη. Ή υπάρχει αγάπη ή δεν υπάρχει. Η πειθαρχία και η υπακοή σημαίνουν υποταγή. Η υποταγή σημαίνει φόβο κι όταν υπάρχει φόβος δεν υπάρχει αγάπη. Τα παιδιά που φοβούνται τους γονείς τους, δεν τους αγαπούν. Μην κοροϊδευόμαστε. Το παιδί που το έχει σαπίσει στο ξύλο ο γονιός του δεν αγαπά τον γονιό του. Αυτό που νομίζει για αγάπη είναι απλώς η ενοχή που νοιώθει επειδή δεν αγαπά το γονιό του κι η κοινωνία ή η θρησκεία λέει ότι πρέπει να «αγαπάς τους γονείς σου».
Συγνώμη, αλλά… ο έρωτας δεν είναι αγάπη. Ο έρωτας είναι «μαστούρα», ενώ η αγάπη είναι διαύγεια. Ο έρωτας – όπως πολύ καλά ξέρετε – πεθαίνει, η αγάπη όμως ποτέ.
Η καρδιά δεν ξέρει από δέσμευση, γιατί η δέσμευση είναι ανάγκη του μυαλού. Το μυαλό είναι που ζητάει ψυχολογική ασφάλεια σε γάμους και τέτοια. Η καρδιά δεν τα χρειάζεται αυτά. Ο έρωτας είναι ιδιοτελής, η αγάπη όχι.
Όταν είσαι ερωτευμένος μοιάζει σαν να υπάρχει ανιδιοτέλεια, αφού νοιώθεις ένα ολοκληρωτικό δόσιμο του εαυτού σου στον άλλον, δηλαδή κάτι σαν να σβήνει το «εγώ» που είναι η πηγή της ιδιοτέλειας. Ναι, αλλά ταυτόχρονα, συνεχίζει να υπάρχει και το «εγώ», γιατί αυτό είναι που αναζητάει ευχαρίστηση από την ερωτική σχέση, ευχαρίστηση για τις αισθήσεις και το μυαλό. Αυτό σημαίνει ότι η ανιδιοτέλεια, που συνεπάγεται το δόσιμο ακόμα και της ζωής σου για το αγαπημένο σου πρόσωπο, λειτουργεί ταυτόχρονα με κάτι αντιφατικό, δηλαδή ότι αυτό γίνεται επειδή προσφέρει ευχαρίστηση στο εγώ σου. Το «εγώ», ο εαυτός, είναι που γεννάει στην ερωτική σχέση το αίσθημα του ανικανοποίητου. Κι αυτό με τη σειρά του γεννά την αβεβαιότητα, που θρέφει: την κτητικότητα, τη ζήλεια, το φόβο. Σ’ αυτή τηv κτητικότητα, σ’ αυτή τηv εξάρτηση υπάρχει μια ψεύτικη αίσθηση εvότητας πoυ συvτηρεί και θρέφει τηv πρoσωριvή αίσθηση ότι «όλα πάvε καλά»· αλλά αυτό δεv είvαι αγάπη, γιατί μέσα της υπάρχει  καχυποψία που φέρνει φόβο.
Ξέρετε, ν’ αγαπάς σημαίνει να είσαι ελεύθερος – και οι δύο σε μια σχέση να είναι ελεύθεροι. Και όπου υπάρχει πιθανότητα να υποφέρεις, όπου υπάρχει πιθανότητα πόνου στην αγάπη, τότε αυτό δεν είναι αγάπη, είναι απλώς μια λεπτή μορφή ιδιοκτησίας, κτητικότητας. Γι’ αυτό καθετί που κάνεις χωριστά, ανεξάρτητα από τον άλλον, είναι επόμενο να δημιουργεί ταραχή, ζήλια, πόνο και δυστυχία. Κι έτσι ο καθένας σ’ αυτή τη σχέση – και συνήθως η γυναίκα – πρέπει να καταπιέσει αυτά που πραγματικά νιώθει προκειμένου να συμμορφωθεί με αυτά που ζητάει το άλλο πρόσωπο. Πόσες γυναίκες δεν εγκατέλειψαν το επάγγελμά τους ή φιλίες τους επειδή τους το ζήτησε – από δήθεν αγάπη – ο άντρας τους; Με άλλα λόγια, η συνεχής απώθηση παρορμήσεων που φέρνει αυτή η δήθεν αγάπη, καταστρέφει τελικά τη ζωή και των δύο. Σ’ αυτού του είδους την «αγάπη», δεν υπάρχει ελευθερία· είναι απλώς μία λεπτή μορφή σκλαβιάς –  ηθελημένης ίσως επειδή γεννάει ασφάλεια – αλλά πάντως σκλαβιάς. Για πόσες γυναίκες , άραγε, δεν είναι σίγουρα η αιτία ενός καρκίνου του μαστού αυτή η μη συνειδητοποιημένη σκλαβιά, υποταγή, υπακοή, που προσφέρει πρακτική ασφάλεια και μόνο. Γιατί ψυχολογική ασφάλεια δεν υπάρχει, αφού η κάθε στιγμή στη ζωή μπορεί να είναι και η τελευταία. Και ο άνθρωπος που πάνω του έχεις επενδύσει συναισθηματικά μπορεί αύριο να πάψει να υπάρχει. Αλλά όταν νοιώθεις αγάπη, δεν την επενδύεις, την προσφέρεις.  Αν αγαπούσαμε πραγματικά, ξέρετε τι διαφορετικός που θα ήταν αυτός ο κόσμος; Πόσο διαφορετικοί θα είμαστε εμείς οι ίδιοι; Θα είμαστε αληθινά ευτυχισμένοι άνθρωποι. Οπότε δεν θα επενδύαμε την ευτυχία μας σε αντικείμενα, στην οικογένεια, σε άλλους ανθρώπους, σε ιδανικά. Θα είμαστε ευτυχισμένοι κι επομένως τα αντικείμενα, οι άνθρωποι και τα ιδανικά δεν θα δυνάστευαν τις ζωές μας και θα υπήρχε αληθινή επικοινωνία ανάμεσά μας Αλλά, βλέπετε, δεν μας απασχολεί η αγάπη, δεν ενδιαφερόμαστε να επικοινωνούμε με τους άλλους. Θέλουμε να έχουμε ασφάλεια περιφραγμένοι είτε μέσα στην οικογένεια και στην ιδιοκτησία είτε στις ιδέες· και όταν ο νους αναζητάει ασφάλεια δεν μπορεί ποτέ να γνωρίσει  την αγάπη. Γιατί η αγάπη είναι το πιο επικίνδυνο πράγμα που υπάρχει, επειδή όταν αγαπάμε κάποιον είμαστε ευάλωτοι, είμαστε ανοιχτοί. Αλλά δεν θέλουμε να είμαστε ανοιχτοί, δεν θέλουμε να είμαστε ευάλωτοι. Θέλουμε – πιο πολύ από καθετί άλλο – να είμαστε περιφραγμένοι, θέλουμε να έχουμε την ησυχία μας. Η αγάπη είναι το πιο επικίνδυνο και αβέβαιο στοιχείο στη ζωή· και επειδή δεν θέλουμε να ζούμε στην αβεβαιότητα, ζούμε με το μυαλό. Ένας άνθρωπος που αγαπάει, είναι επικίνδυνος και δεν θέλουμε να ζούμε επικίνδυνα. Το αίσθημα είναι πολύ επικίνδυνο, το να νοιώθεις είναι πολύ επικίνδυνο, δεν είναι; Το να νοιώθεις πολύ έντονα μπορεί να σε οδηγήσει σε ό,τι ονομάζεις χάος, σε μπέρδεμα, σε αταξία· οπότε το ελέγχεις εκλογικεύοντάς το και με την εκλογίκευσή του παύεις να είσαι μεγαλόψυχος. Τα δυνατά αισθήματα – όχι τα ρομαντικά, μελό συναισθήματα – είναι επικίνδυνα, η αγάπη είναι πολύ επικίνδυνη· οπότε αρχίζεις να σκέφτεσαι γύρω από την αγάπη κι όχι να τη νοιώθεις, πράγμα που ελαχιστοποιεί την αγάπη και σιγά σιγά την καταστρέφεις για να μην σου χαλάει την ησυχία. Και σου χαλάει την ησυχία επειδή η αγάπη φλέγεται, δεν ησυχάζει ποτέ, υπάρχει από στιγμή σε στιγμή, είναι δημιουργική, νέα, φρέσκια, χαρούμενη, κι επομένως είναι πολύ επικίνδυνη για την κοινωνία, για τις σχέσεις μας. Οπότε η σκέψη μετριάζει την αγάπη, την ελέγχει, την τιθασεύει, την καθοδηγεί, την νομιμοποιεί, εξουδετερώνει τους κινδύνους της.
Όταν αγαπάς κάποιον, αγαπάς όλη την ανθρωπότητα όχι απλώς ένα πρόσωπο, αγαπάς τον άνθρωπο. Και είναι επικίνδυνο να αγαπάς τον άνθρωπο σήμερα, δεν είναι;

Το παράκανα, μάλλον απόψε. Και πάλι συγνώμη. Αύριο θα έχει παραμύθι για τα παιδάκια σας.
Καλό Σαββατοκύριακο.
Σας φιλώ πολύ.
Π.

Συγνώμη

Θα ήθελα να πω δυο λόγια πάνω σε κάποια σχόλια που διάβασα  για το τελευταίο μου post, «ένα απόγευμα του 2.000…». Το ένα είναι της unamama   και το άλλο της despina. Σήμερα το πρώτο και αύριο το δεύτερο, για να μη σας πρήζω κι όλας.
Το σχόλιο της unamama  αρχίζει έτσι: «δεν μπορώ να καταλάβω γιατί όταν χαρίζετε απλόχερα κομμάτια της ζωής σας, της εμπειρίας σας, της ψυχής σας ζητάτε συγγνώμη… Όταν δίνετε συμβουλές που μόνο από ειδικούς θα ακούγαμε η από ανθρώπους που μας νοιάζονται και μας αγαπούν…».  Καταρχήν να πω ότι το «συγνώμη» δεν είναι τυπικό ή «ρητορικό» – εδώ η unamama ίσως έλεγε, «τόσο το χειρότερο». Επίσης, δεν είναι πόζα. Πόζα ταπεινότητας – που είναι το ίδιο με την αλαζονική πόζα – ή οποιουδήποτε άλλου είδους πόζα. Η πόζα τού, «είμαι και πολύ σπουδαίος» είναι  το ίδιο με την πόζα «επιτρέψτε στην ταπεινότητά μου…». Οφείλω να σας ομολογήσω, ότι το «συγνώμη» μού βγαίνει αυθόρμητα και μέχρι να το εντοπίσει η unamama, δεν αναρωτιόμουν γιατί το λέω.
«Γιατί ζητάω συγνώμη», λοιπόν;  Μήπως επειδή – πιθανόν – να στενοχωρώ ή να ενοχλώ ή να θίγω κάποιους με αυτά που λέω;  Ναι, αλλά δεν είναι αυτός ο βασικός λόγος. Το βρήκα: Ο βασικός λόγος είναι για να σας μεταδώσω την αίσθηση ότι δεν παριστάνω το σοφό που παίζει τη ζωή στα χέρια του· δεν το παίζω παντογνώστης· και, κυρίως, σας ζητώ συγνώμη για να μην αφήσω κανένα περιθώριο να με θεωρήσετε κάποιο είδος αυθεντίας, ούτε να θεωρήσετε αυτά που λέω «συμβουλές». Κι αν μοιάζουν δεν είναι. Είναι απλώς η  γνώμη μου. Είναι έτσι για μένα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να είναι έτσι και για σας. Και για να μεταχειριστώ κάποιες από τις λέξεις της  unamama: Όταν «νοιάζεσαι και αγαπάς» και «χαρίζεις κομμάτια της ζωής σου, της εμπειρίας σου, της ψυχής σου» δεν μπορεί να το κάνεις ως αυθεντία.  Ανάμεσα σε σας και σε μένα δεν υπάρχει καμιά αυθεντία. Αυτός που σας μιλάει δεν έχει κανένα είδος αυθεντίας. Δεν προσπαθεί να σας πείσει για κάτι, ούτε σας ζητάει να δεχτείτε αυτά που λέει. Απλώς σας προτείνει να αναρωτηθείτε. Κι αν έχουν τελείες αυτά που λέει, εσείς να βάζετε ερωτηματικά. Οποιοδήποτε είδος αυθεντίας – και ιδιαίτερα σε ψυχολογικά θέματα, σε θέματα ζωής και ανθρώπινων σχέσεων  – θα πρέπει να μην το δέχεται κανείς. Θα πρέπει κανείς να μην δέχεται οποιαδήποτε αυθεντία σε ψυχολογικά, προσωπικά, εσωτερικά θέματα. Επειδή η αυθεντία υπονοεί συμμόρφωση, υπακοή, αποδοχή ενός συγκεκριμένου μοντέλου. Ένας νους πρέπει να είναι σε θέση να στέκεται στα πόδια του μόνος του, να είναι φως για τον ίδιο. Και βέβαια, είναι άλλο η μοναξιά και άλλο η μοναχικότητα· άλλο η απομόνωση κι άλλο η ικανότητα να στέκεσαι μόνος σου βλέποντας εσένα και τους άλλους με διαύγεια. Στο πρακτικό επίπεδο, φυσικά και υπάρχει η αυθεντία του επιστήμονα, του γιατρού, του δικηγόρου, του ανθρώπου που σε μαθαίνει να οδηγείς αυτοκίνητο και λοιπά – αλλά πέρα από  αυτό δεν υπάρχει για τίποτα ψυχολογικό καμιά αυθεντία. Βλέπετε, από μικροί είμαστε διαμορφωμένοι έτσι ώστε ν’ αποδεχόμαστε την αυθεντία: την αυθεντία του πατέρα, της μάνας, του δάσκαλου, του ιερέα, την αυθεντία ενός βιβλίου, την αυθεντία κάποιου που λέει ότι «ξέρει». Σ’ όλα τα ψυχολογικά και πνευματικά ζητήματα, αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και τη λέξη πνευματικά, δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αυθεντία· αλλιώς δεν μπορείς να είσαι ελεύθερος να ερευνήσεις, ν’ ανακαλύψεις από μόνος σου. Απλώς δέχεσαι, υπακούς, πειθαρχείς, υποτάσσεσαι. Πέρα από την αυθεντία, λοιπόν, σε πρακτικό επίπεδο, είναι εντελώς χωρίς καμιά σημασία κάθε αυθεντία σε εσωτερικό επίπεδο – είτε πρόκειται για την αυθεντία κάποιου άλλου, είτε είναι η αυθεντία των δικών μας εμπειριών, της δικής μας γνώσης, των δικών μας συμπερασμάτων, των δικών μας προκαταλήψεων. Κανείς πρέπει να αντιληφθεί  όλες αυτές τις ύπουλες μορφές αυθεντίας, γιατί αλλιώς δεν μπορείς να είσαι  – όπως σημείωνα πριν μερικές μέρες – ο ίδιος δάσκαλος και μαθητής του εαυτού σου.
Πω, πω!… Πολύ πάρλα για να εξηγήσω ένα «συγνώμη». Συγνώμη.
Καλό βράδυ σε όλους σας.
Π.
Υ.Γ. Ξέρετε, είναι αλήθεια ότι είσαστε όλοι σας μέσα στην καρδιά μου, και σας νοιώθω σαν παιδιά μου. Αλλά, σας παρακαλώ, να έχετε χεσμένη την αυθεντία του «πατέρα» – κι αυτό χωρίς «συγνώμη».

Ένα απόγευμα του 2.000 κοντά στη θάλασσα

Υπάρχουν φορές, που κάτι συμβαίνει στη ζωή μας εκεί που δεν το περιμένουμε και μας δημιουργεί κάποια υπερευαισθησία. Κάτι τέτοιο μου έχει συμβεί κι εμένα σήμερα, ύστερα από μια συζήτηση που έκανα με μια φίλη μου. Κι επειδή πια σας νοιώθω κοντινούς μου ανθρώπους, είπα να σας γράψω εδώ μερικά πράγματα, μέσα από αυτή την υπερευαισθησία.
Ξέρετε, για να ζήσουν δύο άνθρωποι μαζί χρειάζεται να υπάρχει αγάπη ανάμεσά τους. Αλλά δεν μπορεί να σου επιβάλει κανείς να αγαπάς, όπως και δεν χρειάζεται να πάρεις τη συγκατάθεσή κάποιου άλλου ή της κοινωνίας ή της θρησκείας ή της φυλής, για να αγαπάς ή όχι έναν άλλο άνθρωπο. Ο γάμος – θρησκευτικός ή πολιτικός – είναι η νομιμοποίηση της αγάπης, αλλά η αγάπη δεν είναι κάτι που χρειάζεται νομιμοποίηση. Κι η αληθινή αγάπη είναι απειθάρχητη, ανυπάκουη και επικίνδυνη…
Τα περισσότερα απ’ όσα έμαθα σ’ αυτή τη ζωή, τα έμαθα από γυναίκες. Έτσι, σήμερα, εξαιτίας αυτής της υπερευαισθησίας που σας είπα ότι νοιώθω και που μου δημιουργήθηκε ύστερα από συζήτηση με μια γυναίκα, θα ήθελα σαν φόρο τιμής σε σας κορίτσια, να μου συγχωρήσετε το θράσος και να βάλω εδώ – πάλι – ένα ποίημα, που έχω γράψει πριν χρόνια για μία από τις «δασκάλες» μου.

ΕΝΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΤΟΥ 2.000 ΚΟΝΤΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Η ομίχλη έκανε όλο το Σαρωνικό,
από την Ανάβυσσο μέχρι τη Σαλαμίνα,
καθώς απλωνόταν μακριά, κάτω από τη βεράντα
εκείνου του μικρού σπιτιού πάνω στον Υμηττό,
να μοιάζει μ’ ένα τεράστιο γκρίζο κενό.
Τα μάτια της ήταν, κρυφά, ανήσυχα
και η φωνή της ελαφρά σπασμένη.
Μιλούσε γρήγορα – που και που λαχάνιαζε.
Συνερχόταν αργά, έπειτα από ένα γάμο,
και μία σύντομη ερωτική ιστορία:
«Από το τρακάρισμα της ψυχής μου», όπως είπε.
Και κάποια άλλη στιγμή: «Η ψυχή μου είναι με σωληνάκια».
Εσύ την άκουγες σαν να μην ήτανε παιδί σου,
αλλά σαν να ήταν μία από τις γυναίκες
που γνώρισες ή γνωρίζεις,
και για δευτερόλεπτα ένοιωσες
για όλες τους ευγνωμοσύνη,
γιατί είναι εκείνες που σε βόηθησαν
να την καταλαβαίνεις και τούτη τώρα.

Μέσα στην ομίχλη η θάλασσα στεκόταν ακίνητη σαν λίμνη.
Δεν κουνιόταν ούτε φύλλο.
Πίσω απ’ τα μικρά νησάκια, απλωνόταν σκοτεινή η Αίγινα.
«Δεν μπορώ να ξαναμπώ μέσα στην πόλη», είπε.
«Η θάλασσα με ξεκουράζει», συμπλήρωσε μετά.
Η χαμένη της ενέργεια που μεμιάς είχε χαθεί
-έτσι όπως φεύγει ξαφνικά ο αέρας από μπαλόνι που ‘χεις τρυπήσει-
ξαναγύριζε αργά στο σώμα της και στη ψυχή της.
Ήθελε λίγο ακόμα. Λίγο ακόμα…
Έψαχνε μέσα της τη ζωή της.
Πίσω μπρος, πίσω μπρος…
Έψαχνε να βρει τη στιγμή που σηκώθηκε ένα πέπλο
ανάμεσα σ’ εκείνη και τους άλλους, και τους πιο κοντινούς ακόμα·
ανάμεσα σ’ εκείνη και τον εαυτό της,
σε στιγμές που τώρα μοιάζουν φευγαλέες,
αλλά που τότε κράτησαν για πάντα,
καθώς πονούσαν και τη γέμιζαν απορία.
Μικρό κορίτσι, να μην καταλαβαίνει γιατί ο πατέρας της ξαφνικά,
δεν έρχεται μαζί τους στις διακοπές,
όπως όλα τα χρόνια πριν – από τότε που ‘χε γεννηθεί.
Δεν καταλάβαινε γιατί κάποιος άλλος άντρας ζούσε μέσα στο σπίτι.
Γιατί ο πατέρας της ζούσε μ’ άλλη γυναίκα σ’ άλλο σπίτι.
Τότε, είπε, ήταν τόσο μικρή που δεν ήξερε έρωτας τι θα πει
κι όμως έπρεπε να καταλάβει,
και για να καταλάβει έπρεπε να μεγαλώσει,
να μεγαλώασει απότομα.
Και «μεγάλωσε»!
Τι βιασμός!
( «Η ψυχή μου είναι με σωληνάκια…» )
Κι ύστερα την πλημμύρισε, νωρίς, η εφηβεία.
Τ’ απογεύματα, μόνη της στο δωμάτιο, το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει
κι έβγαινε -μικρό παιδί- να κάνει βόλτες γύρω απ’ το τετράγωνο,
ανάμεσα στις πολυκατοικίες· κι ο Λυκαβηττός
να ξεπροβάλει αδιάφορος πάνω απ’ τις ταράτσες.
Τότε πια είχε «κλείσει». Τότε πια το «πέπλο» είχε σηκωθεί.
Τι ωραία! ΄Η όχι ωραία… πάντως δεν πληγωνόταν.
Κι ένας φόβος γράφτηκε μέσα της, βαθιά.
Ένας φόβος που δεν ξέρει τώρα πια για ποιο πράγμα είναι,
που πια είναι σαν να μην υπάρχει,
γιατί συνήθισε να ζει μ’ αυτόν,
όπως κανείς συνηθίζει τα γυαλιά του.
Αλλά υπάρχει, κι αυτός ο φόβος είναι
που σε κάνει να βυθίζεσαι μέσα σου
και να μην προσέχεις
και ξαφνικά, «τρακάρει η ψυχή σου».

Αν ξέραμε ν’ αγαπάμε,
ίσως να μην υπήρχε πια πόνος.
Κι ο ανθρώπινος πόνος είναι απέραντος…

Η θάλασσα, καθώς σουρουπώνει, γίνεται όλο και πιο γκρίζα,
όλο και πιο ακίνητη, σαν νεκρή.
«΄Ο,τι δεν σε σκοτώνει, σε δυναμώνει».
Αυτό είναι αλήθεια.
Αύριο θα είναι μια άλλη μέρα.
Αλλά το αύριο έρχεται από τώρα.
Κι έτσι αυτό που είσαι τώρα θα είσαι και αύριο,
εκτός κι αν…
***

Δυο λόγια ακόμα πριν κλείσω αυτό το post. Ένα από τα πράγματα που έμαθα σ’ ετούτη τη ζωή είναι κι αυτό: Όταν βρίσκεσαι μέσα σε μια δουλειά ή μέσα σε μια σχέση που σε κάνει να νοιώθεις δυστυχισμένη – ή δυστυχισμένος – πρέπει να βρεις τη δύναμη να φύγεις. Αν δεν το κάνεις θα οδηγηθείς αναπόφευκτα σε βαθιά νεύρωση, σε κάποια αρρώστια, σε σκληρότητα, θα «στεγνώσεις» μέσα σου και η ζωή σου θα είναι όλο ανεντιμότητα, ανεντιμότητα απέναντι στους άλλους, αλλά κυρίως απέναντι σε σένα. Κι ανεντιμότητα είναι: άλλα να σκέφτεσαι, άλλα να λες κι άλλα να κάνεις – είτε στη δουλειά σου είτε στις σχέσεις σου. Η εντιμότητα δεν είναι κοινωνική απαίτηση, δεν είναι πειθαρχία σε νόμους, είναι εσωτερική ψυχολογική ανάγκη, επειδή μόνο σ’ αυτήν υπάρχει ψυχολογική ισορροπία, αφού εντιμότητα σημαίνει: αυτό που σκέφτομαι, αυτό λέω, κι αυτό κάνω.
Σας ζητώ συγνώμη αν το βάρυνα το πράγμα απόψε και κυρίως αν στενοχώρησα κανέναν σας.
Σας φιλώ γλυκά.
Π.