«Η» όπως, ηθοποιός-«Γ» όπως, «γνώθι σ’ αυτόν». Α΄μέρος(;)

Άφησα για κάμποσες μέρες τον «ΜΑΓΟ ΤΟΥ ΓΑΛΑΖΙΟΥ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ» χωρίς να ανεβάσω τίποτα άλλο, γιατί έχω παρατηρήσει από τα σχόλιά σας, ότι όταν βάζω κάποιο μεγάλο POST, συνήθως δεν βλέπετε το προηγούμενο, κι αυτό ήθελα να το δούνε όλοι όσοι μπαίνουν σε αυτό το blog. Αλλά σήμερα πια δεν την γλυτώνετε: θα πέσει «σεντόνι» – και μάλιστα διπλόφαρδο!

Η πρώτη φορά που μου πέρασε η ιδέα να γράψω εδώ κάποιες σκέψεις για το επάγγελμα του ηθοποιού, που το έκανα από τα οχτώ μου έως τα τριάντα ένα μου, ήταν όταν ανέβασα εδώ το απόσπασμα της ταινίας «Η ΑΓΝΩΣΤΟΣ» με εμένα στα δώδεκά μου, αλλά το άφησα γι’ αργότερα. Η δεύτερη ήταν πριν κάμποσες μέρες, όταν πήρα το τελευταίο τεύχος του περιοδικού «ΑΤΑΚΑ», που εκδίδει το ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΛΛΗΝΩΝ ΗΘΟΠΟΙΩΝ, αλλά βαρέθηκα. Η Τρίτη – και φαρμακερή – ήταν μέσα στην εβδομάδα που μας πέρασε, όταν μία φίλη μου, μού έστειλε link με ένα blog που έχει τον γοητευτικά παράξενο τίτλο, ZALMOXIS όπου υπάρχει ένα άρθρο για τον ηθοποιό Αλέξη Γκόλφη, που πέθανε πριν λίγο καιρό ξεχασμένος, και που στη δεκαετία του ’70 είχε παίξει το ρόλο του Χριστού σε μια εξαιρετική μεταφορά στην τηλεόραση του μυθιστορήματος του Καζαντζάκη, «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ». Η φίλη μου ήθελε να δω όσα γράφονται εκεί για το επάγγελμα του ηθοποιού σε σχέση με το «εγώ», την «ματαιοδοξία του ηθοποιού» κ.λπ. Αν ενδιαφέρεστε να δείτε το άρθρο και τα σχόλια, μπορείτε να πάτε εκεί με το link για το blog που έβαλα στον τίτλο του.
Κατ’ αρχήν θα ήθελα να πω δυο λόγια για τον μύθο που έχει δημιουργηθεί, γύρω από τους ηθοποιούς που έπαιξαν κάποτε το ρόλο του Χριστού, και που σύμφωνα μ’ αυτόν τον μύθο – κάτι σαν κατάρα – οδηγούσε αυτούς τους ηθοποιούς σε ένα άδοξο ή ακόμα και κακό τέλος: αλκοολικοί, ναρκομανείς, αυτοκτονίες, άσημοι στο τέλος της ζωής τους. Θα μου επιτρέψετε να σας πω ότι αυτός ο μύθος είναι σαχλαμάρα. Και να γιατί: Ενώ ο Χριστός γεννήθηκε και έζησε σε μια χώρα της Νοτιοδυτικής Ασίας που καίγεται από τον ήλιο, δηλαδή μια χώρα μελαψών με σκούρο δέρμα, η εικόνα που του έχει φτιάξει η Χριστιανική θρησκεία, είναι η εικόνα κάποιου που είναι σαν Δανός τουρίστας: ψηλός, ξανθός και με γαλάζια μάτια! Εξαιτίας αυτής της εικόνας, ο κινηματογράφος και η τηλεόραση – με εξαίρεση την ταινία «Κατά Ματθαίον» του Παζολίνι – αναζήτησε πάντα ηθοποιούς για το ρόλο με αυτή την εμφάνιση. Και επειδή ο κινηματογράφος και η τηλεόραση ενδιαφέρονται πιο πολύ για την εμφάνιση και λιγότερο για την ικανότητα του ηθοποιού, σε εξαιρετικά μεγάλο ποσοστό, διάλεξαν ηθοποιούς που το πρόσωπό τους θύμιζε την Ρωμαιοκαθολική εικόνα του Χριστού, αλλά το παίξιμό τους δεν ήταν και σπουδαίο. Έτσι, εκεί που κάποτε υπήρξαν πρωταγωνιστές μιας ταινίας ή τηλεοπτικής σειράς, που τους χάρισε πρόσκαιρα χρήμα και δημοσιότητα, μετά το ταλέντο τους δεν ήταν τέτοιο που να συνεχίσουν στο ίδιο επίπεδο. Έτσι, κατέληξαν σε κάποιο άσχημο τέλος. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκε κι ο Αλέξης Γκόλφης, κι αυτό ήταν η αιτία, κι όχι κάποιο φοβερό «υπερεγώ». Απόδειξη – κατά τη γνώμη μου – αυτών που λέω, είναι ότι έχουμε και τα αντίθετα παραδείγματα. Δηλαδή σπουδαίους ηθοποιούς που συνέχισαν την καριέρα τους ή απλούς ερασιτέχνες που έχοντας πλήρη επίγνωση ξαναγύρισαν στο επάγγελμά τους.
Στο τελευταίο παράδειγμα ανήκει ο φοιτητής-«ηθοποιός» (τον βλέπετε στη φωτογραφία) που έπαιξε το ρόλο του christ-0.jpgΧριστού στην ταινία «ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ» του Παζολίνι, και στην πρώτη, ο σπουδαίος ηθοποιός του Μπέργκμαν, Μαξ Φον Σύντοφ, και στην Ελλάδα, δύο μεγάλοι ηθοποιοί, που έπαιξαν στην δεκαετία του ’50, τον ίδιο ρόλο με τον Γκόλφη, στη θεατρική έκδοση του «Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΕΤΑΙ» του Καζαντζάκη: ο Δημήτρης Χορν και ο Μάνος Κατράκης.
Αν έχετε ήδη διαβάσει το άρθρο και τα σχόλια για τον Γκόλφη στο blog ZALMOXIS θα καταλάβετε τι με έχει «τσιγκλήσει» να γράψω όσα θα ακολουθήσουν.
Ξεκινώ από το σχόλιο της αναγνώστριας του «ZALMOXIS», με το ψευδώνυμο (;) «Δέσποινα» που σημειώνει: «Ηθοποιοί και συγγραφείς: η πλήρης αποτυχία της αυτογνωσίας… Η καλή δουλειά απαιτεί ταύτιση με τους ρόλους- ήρωες. Άντε μετά να ξέρεις ποιος είσαι!» Δεν συμφωνώ καθόλου με αυτή την άποψη. Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι ένας σπουδαίος φιλόσοφος του εικοστού αιώνα έχει πει, «οι ηθοποιοί σπάνια ξέρουν ποιοι πραγματικά είναι», αλλά αν κανείς κοιτάξει προσεκτικά τη δήλωσή του, ξέροντας και το πάθος του για να βρίσκει λέξεις που θα μετέδιδαν με τη μεγαλύτερη ακρίβεια αυτό που θέλει να πει, τότε θα δει ότι δεν λέει: «ποτέ», αλλά: «σπάνια».
Αρχίζοντας θέλω να ξεκαθαρίσω το εξής: Θεωρώ ότι ο ηθοποιός ασκεί πραγματικά την τέχνη του ηθοποιού μόνο στο θέατρο. Ηθοποιός είναι και στον κινηματογράφο, στο ραδιόφωνο ή στην τηλεόραση, αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η τέχνη του ηθοποιού θέλει δύο: τον ηθοποιό και το κοινό. Η τέχνη του ηθοποιού είναι σαν την ερωτική πράξη: θέλει δύο. Η τέχνη του ηθοποιού στον κινηματογράφο, στο ραδιόφωνο και στο θέατρο, είναι σαν «αυνανισμός». Κι όπως λέει και το γνωστό ανέκδοτο, «δεν λέω, καλός ο αυνανισμός αλλά με το σεξ γνωρίζεις και κάνα άνθρωπο». Και κάτι ακόμα: Κάποτε, η Έλλη Λαμπέτη, δείχνοντάς μου έναν καινούργιο τότε -το 1966- ηθοποιό, που σήμερα πια είναι πολύ γνωστός πρωταγωνιστής, μου ψιθύρισε στ’ αυτί: «Τον βλέπεις αυτόν; Δεν είναι ηθοποιός. Είναι κατάσκοπος από άλλο επάγγελμα, στο δικό μας». Χα, χα, χα… Η Λαμπέτη ξέρετε, ήταν εξαιρετική ηθοποιός, και έλεγε απίστευτα έξυπνες και γεμάτες χιούμορ κακίες! Όσα θα ακολουθήσουν, λοιπόν, έχουν να κάνουν με αληθινούς ηθοποιούς, και όχι με «ηθοποιούς-κατασκόπους».
Βιάζομαι να δηλώσω από την αρχή, ότι θεωρώ την τέχνη του ηθοποιού, τέχνη του «γνώθι σ’ αυτόν». Χρησιμοποιώ επίτηδες τη φράση «γνώθι σ’ αυτόν» και όχι τη λέξη «αυτογνωσία» γιατί θεωρώ ότι αυτή η λέξη, είναι πολύ χαλασμένη, και φορτωμένη με απίστευτη ανοησία στις μέρες μας από τα δεκάδες γκουρούδικα, όμιλους φιλοσοφίας, αρμονικές διαβιώσεις, καφεπανεπιστήμια, βενταντάδικα, λαματζίδικα και δεν συμμαζεύεται. Γι’ αυτό θα μου επιτρέψετε να μην χρησιμοποιώ εδώ αυτή τη λέξη που θυμίζει μετάφραση του «self-knowledge» και να χρησιμοποιώ το περιφραστικό, «γνώθι σ’ αυτόν» – που εκφράζει τέλεια ό,τι πιο αληθινό, βαθύ και πραγματικά αποτελεσματικό έχει ειπωθεί ποτέ: «Οι ίδιοι είμαστε μαθητές και δάσκαλοι του εαυτού μας» και «ο καθένας μας πρέπει να είναι φως του εαυτού του». Όλα τ’ άλλα είναι απλώς επιχειρήσεις που βγάζουν λεφτά από τον ανθρώπινο πόνο και φόβο, την ανθρώπινη μοναξιά κι απελπισία, την ανθρώπινη ψυχολογική τεμπελιά, την ανθρώπινη έλλειψη επικοινωνίας, την εκμετάλλευση του πάθους για απάντηση στο ερώτημα, «γιατί όλα αυτά γύρω μας και μέσα μας, γιατί όλο αυτό το σύμπαν»; Κανένας αληθινός δάσκαλος δεν παίρνει χρήματα. Κανένας αληθινός δάσκαλος δεν διαφημίζεται σε εναλλακτικά περιοδικά που μοιράζονται τζάμπα σε ομοιοπαθητικά φαρμακεία. Κανένας αληθινός δάσκαλος δεν θα σας πει ότι αυτός είναι φωτισμένος κι ότι εσείς πρέπει να υποταχτείτε και να πειθαρχήσετε σ’ αυτόν για να φωτιστείτε, οπότε ρίχτε χρήμα στα πόδια του, για να τον ακούτε ή για να σας δώσει κάποιο είδος μύησης σε κάτι θολό και ανόητο ή σε κάποιο ασιατικοφερμένο σύστημα διαλογισμού, που η καθημερινή του επανάληψη το μόνο που θα καταφέρει είναι να σας αποβλακώσει. Αυτός ο δάσκαλος κι αν είναι καβαλημένο καλάμι με υπερεγώ, όχι ο Αλέξης Γκόλφης! Ο αληθινός δάσκαλος θα βρεθεί μπροστά σας όταν ξέρετε βαθιά τι δεν θέλετε άλλο, όχι τι θέλετε. Ο αληθινός δάσκαλος δεν έχει οργανωμένο μαγαζί εμπορίου φώτισης και «αυτογνωσίας» για να τα κονομάει από απελπισμένους ανθρώπους με θολωμένο νου και στεγνωμένη καρδιά. Ο αληθινός δάσκαλος, δεν είναι τίποτα παραπάνω από τον άνθρωπο που βρεθήκατε ξαφνικά στη γειτονιά του, αναζητώντας κάποιο δρόμο που δεν ξέρετε και τον ρωτάτε απελπισμένος πια από το ψάξιμο αν ξέρει που είναι, κι εκείνος σας δείχνει· εσείς του λέτε ευχαριστώ και πάτε μόνοι σας προς τα εκεί, δεν σας πάει αυτός από το χέρι, δεν σας ζητάει χρήματα, κι εσείς δεν του φιλάτε το χέρι, λέγοντάς του προσκυνώντας τον, «τι φωτισμένος που είστε, αφήστε με να τρέχω πίσω σας»! Συγνώμη, δεν έχω πρόθεση να σας προσβάλλω, γράψτε με στα παλιά σας παπούτσια, αλλά αν έχετε πάθει ήδη κάτι τέτοιο, τότε δεν μπορώ να μη σας πω ότι ο άνθρωπος που σας εκμεταλλεύεται και σας τα παίρνει, όσες απέραντες «μεταφυσικές» γνώσεις κι αν έχει, όσο όμορφη γενειάδα κι αν στολίζει το πρόσωπό του, μ’ όσο εξεταστικό και βαθύ βλέμμα κι αν σας κοιτάζει και μ’ όσο γαλήνια και ωραία φωνή αν σας μιλάει, είναι απλώς φοβισμένος και γεμάτος μοναξιά και άγνοια όπως κι εσείς, βρίσκετε σε μαύρα σκοτάδια όπως κι εσείς, κι απλώς έχει βρει το κόλπο και – όπως έλεγε η μανούλα μου – «με την τρελλίτσα του, γεμίζει την κοιλίτσα του».

Φοβάμαι, ότι παραγίνεται μεγάλο το σεντόνι. Λέω να το συνεχίσω αύριο. Αν δεν σας ενδιαφέρει το θέμα, και το θεωρείτε «φούμαρα ιντερνετικά», όπως έλεγε εκείνη η κοπέλα, τότε γράψτε μου να μη συνεχίσω και να βάλω κανένα βίντεο για τα παιδάκια σας.

Συγνώμη αν σας έπρηξα. Καληνύχτα.
Π.

Ο Μάγος του Γαλάζιου Βουνού

Εδώ και δύο εβδομάδες γυρνάνε στο νου μου τέσσερις ιδέες για «σεντόνια» ή αλλιώς «φούμαρα ιντερνετικά», αλλά δεν μπορώ να καταλήξω. Έτσι ήρθε η ώρα να ρίξουμε ένα καβγά με την «κυρία Παραμυθά» γι’ αυτό που εδώ και καιρό θέλω να κάνω και δεν συμφωνεί. Και να τι είναι:
Όταν το ’87 παραιτήθηκα από την Ε.Ρ.Τ. έκανα την εταιρία ΣΑΪΤΑ Ε.Π.Ε. όχι για να κάνει εκπομπές για την τηλεόραση, αλλά βιντεοκασέτες ειδικά για παιδιά και μόνο – γι’ αυτό κι ο τίτλος και το λογότυπο μιας χάρτινης σαΐτας. Οι δύο πρώτες βιντεοκασέτες που έκανα, ήταν μία με τον «Παραμυθά» και μία με την «Χιλιοποδαρούσα». Έλα, όμως, που εσείς το 1988 δεν είσαστε πια παιδιά, αλλά ούτε και μεγάλοι με παιδιά, και μόλις είχε ανοίξει η δορυφορική τηλεόραση που έπαιζε εκατοντάδες παιδικά με κινούμενα σχέδια! Κι έτσι, οι δύο αυτές βιντεοκασέτες, ήταν οι πρώτες κι οι τελευταίες και άρχισα πάλι να κάνω εκπομπές για την τηλεόραση και όλων των ειδών – δυστυχώς! Η βιντεοκασέτα του «ΠΑΡΑΜΥΘΑ» έχει δύο ιστορίες: τον «Μάγο του Γαλάζιου Βουνού» και «Το Τσίρκο». Δεν υπάρχει το «μαγικό μολύβι», γιατί είχαμε χωρίσει τα τσανάκια μας με τον Κυριτσόπουλο, ενώ ο Σταμάτης δεν ενδιαφερόταν πια να κάνει τη μουσική. Έτσι, από το παλιό «τρίο» είχα μείνει μόνο εγώ. Άλλαξα τη λογική της εικόνας, έκανα το ψώνιο μου να τραγουδάω και να χορεύω – που δεν γινόταν στην ΕΡΤ για λόγους οικονομικούς – και τις ζωγραφιές ανέλαβε μια εξαιρετική εικονογράφος βιβλίων, η Διατζέντα Παρίση και τη μουσική ο Τάκης Δημητρακόπουλος. Παρά, λοιπόν,τις αντιρρήσεις της «κυρίας Παραμυθά» που λέει ότι δεν πρέπει να μπουν εδώ αυτές οι ιστορίες για να πουλήσουμε και κάτι, και τη δική σας ενθάρρυνση με σχόλια του τύπου, «και πού ξέρεις αν εμείς θα είχαμε αντίρρηση να αγοράζαμε τα DVD σου», θα βάλω και τις δύο ιστορίες εδώ, ελεύθερες να τις κατεβάσετε, επειδή ο «Παραμυθάς» και ο γιος του ο «μάστορας» (σε επιβεβαίωση ότι «το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει») αποφάσισαν ότι δεν θέλουν να πουλάει τίποτα αυτό το BLOG. Αν τις δει κανένα βιβλιοπωλείο, και θέλει να αναλάβει τη πώλησή τους, εντάξει. Από ‘δω όμως, όχι κι ας μας αποκληρώσει – μπαμπά και γιο – η «κυρία Παραμυθά». Δείτε, λοιπόν, τον «Μάγο του Γαλάζιου Βουνού», που τον είχα νοικιάσει για να παιχτεί μια φορά το 1989 στην Ε.Τ.1 και άλλη μία στην Ε.Τ.3.

Καλό Σαββατοκύριακο.
Π.

Και φυσικά, μπορείτε να κατεβάσετε το βίντεο από εδώ.

Τι είναι αυτό; Ε, μπάνιο πριν από τον βραδινό ύπνο.

Θα μου επιτρέψετε σήμερα να γίνω εντελώς προσωπικός – και μάλιστα σε… οικογενειακό επίπεδο. Όπως ξέρετε από προηγούμενα post, ο «μάστορας» αυτού του blog, πήρε μία από τις ιστορίες μου με τίτλο, «Τι είναι αυτό;» και την έκανε ταινία μικρού μήκους ( trailer εδώ ) που πήρε μέρος στο Φέστιβαλ Δράμας, ενώ υπέγραψε συμβόλαιο με την VILLAGE ROADSHOW και θα παίζεται στα VILLAGE CINEMAS από τον Νοέμβριο μαζί με την ταινία,»Το Φιλί της ζωής». Χτες, όμως, έγινε προβολή της ταινίας στο ΤΡΙΑΝΟΝ, μαζί με τις άλλες ταινίες από το Φέστιβαλ Δράμας. Ξετρελάθηκα! (Με την ιστορία μου βέβαια, χα, χα, χα…) Μέχρι τώρα έβλεπα την ταινία σε μικρή οθόνη monitors, και τώρα την είδα σε κανονική οθόνη κινηματογράφου!!! Ε, λοιπόν, ο «μάστορας’ είναι πολύ… μάστορας, γιατί παρ’ όλο που την έχω γράψει εγώ την ιστορία, παρόλο που έχω δει το γύρισμα και έχω παρακολουθήσει διάφορες προβολές της στο γραφείο μας και στο εμφανιστήριο της Kodak, κατάφερε, με την ατμόσφαιρα που έχει δώσει στην ταινία, να με συγκινήσει σαν να την έβλεπα για πρώτη φορά!!! Ρωτήστε και την αδελφή του, δεν το λέω επειδή είμαι «χαζομπαμπάς». Χαζομπαμπάς ήμουν πριν 21 χρόνια την εποχή που έχω γυρίσει τη μικρή ταινία που βάζω σήμερα εδώ, όπου τον «μάστορα» τον κάνει μπάνιο πριν από τον βραδινό ύπνο η αδελφή του, τον ταΐζει και τον βάζει στο κρεβάτι.
Είμαι σίγουρος ότι όσοι έχετε παιδιά θα χαρείτε την τρυφερότητα του… «ντοκουμέντου» και θα θαυμάσετε την υπομονή της αδελφής τού «μάστορα», ενώ όσοι δεν έχετε παιδιά και το σκέφτεστε να κάνετε, με αυτή την ταινία κινδυνεύετε να… το πάρετε απόφαση.
Καλό βράδυ και καλή εβδομάδα.
Π.

Το ουράνιο τόξο

Πάνω που ετοιμαζόμουν να σας βάλω ένα «σεντόνι» με διάφορα «φούμαρα ιντερνετικά», που είχε πει εκείνη η κοπέλα πριν καιρό – καλή της ώρα – βρήκα μια ΒΕΤΑ SP (επαγγελματική μαγνητοταινία) που μου είχαν δώσει από την ΕΡΤ για να δω σε τι κακή κατάσταση ήταν οι εκπομπές μου (του ΠΑΡΑΜΥΘΑ εννοώ) και – εμμέσως πλην σαφώς – να μου πουν ότι δεν μπορούν να ξαναπαιχτούν από επίσημο – και μάλιστα κρατικό – κανάλι, εκπομπές σε τέτοιο χάλι. Σήμερα, όμως, που έπεσε στα χέρια μου η ταινία λέω, «δεν την ξαναβλέπω, τώρα που μου έχουν απομείνει μόνο δύο ιστορίες». Και τι έγινε αφού την είδα; Θυμάστε την ιστορία του Χότζα με το καρπούζι που σας είχα πει πριν από καιρό; Ε, έτσι έγινε και με μένα! «Έλα, μωρέ, τι έχει;» είπα. «Εντάξει: έχει κάτι βαρβάτα drops κι αλλού τραβιέται η μούρη μου κι αλλού το χρώμα, αλλά και τι έγινε; Η ιστορία είναι πολύ ωραία – από τις αγαπημένες μου – κι εμείς εδώ δεν είμαστε κανένα κανάλι. Σιγά!…»
Κι έτσι, αποφάσισα να σας βάλω απόψε το «Ουράνιο Τόξο» και ν’ αφήσω γι’ άλλη φορά τα … «φούμαρα τα ιντερνετικά».

Καλό βράδυ Σας φιλώ
Π.
Υ.Γ. (Το υστερόγραφο θα το καταλάβετε αφού δείτε την ιστορία). Θα ήθελα να μου επιτρέψετε να αφιερώσω αυτό το post στους τέσσερις μικρούς ήρωες αυτή της ιστορίας που σήμερα είναι μεταξύ τριάντα και κάτι και σαράντα και κάτι. Τον Παύλο, που τον έχω χάσει εδώ και καιρό και είναι γιος της πιο παλιάς φίλης μου της Ειρήνης, που έχει φύγει, την Ζωίτσα κόρη του Αλέκου του Κυριτσόπουλου που ζει στο Παρίσι, τον Στέφανο που είναι χρηματιστής και είναι μπαμπάς ο ίδιος και την Μαρία, την κόρη μου.

Κατεβάστε το βίντεο από εδώ.

Κοιτάζοντας μια πανέμορφη μικρή τσιγγανοπούλα

Σας ζητώ συγνώμη αν σας κουράσω, αλλά θα σκάσω αν δεν βάλω εδώ κάποιες σημειώσεις που είχα κρατήσει από διάφορα που σκεφτόμουν ένα απόγευμα πριν λίγο καιρό. Σας παρακαλώ, αν βαρεθείτε μη διστάσετε να κάνετε… «ζάπινγκ» σε άλλο blog.

Στην περιοχή υπάρχουν πολλά αμπέλια κι όταν έρθει η ώρα του τρύγου, επειδή χρειάζονται πολλά χέρια, εκτός από τους Αλβανούς που δουλεύουν και ζουν μόνιμα στην περιοχή, κάποιοι καλούν για βοήθεια και οικογένειες τσιγγάνων, που έρχονται για κάποιες μέρες και στήνουν το σπιτικό τους στα χωράφια.
Εκείνη την περίοδο – πριν μερικές εβδομάδες – μας είχαν καλέσει φίλοι για απογευματινό καφέ, σε ένα από τα εξοχικά σπίτια που είχε στο πλάι του ένα μεγάλο αμπέλι. Τον τρύγο τον είχαν αναλάβει δύο μεγάλες οικογένειες τσιγγάνων, που, όμως, καθώς ήταν Κυριακή, δεν δούλευαν και ασχολιόντουσαν με τις δικές τους δουλειές, ενώ κάμποσα μικρά αγόρια και κορίτσια, έπαιζαν στο χωράφι.
Πίναμε άλλοι καφέ κι άλλοι τσάι και τσιμπάγαμε διάφορα γλυκά στην βεράντα του σπιτιού και δεν έπαιρνα μέρος στη πολιτική συζήτηση που είχε ανάψει. Τα μάτια μου είχαν πέσει σε ένα κοριτσάκι γύρω στα δέκα με δώδεκα, που είχε gipsy-girl.jpgξεκόψει από τα άλλα παιδιά των τσιγγάνων και καθόταν ανακούρκουδα στην άκρη του μεγάλου, ξέφραγου κήπου και μας χάζευε. Τα μαλλιά του, με διάφορα χρωματιστά κοκαλάκια, θα πρέπει να ήταν άλουστα εδώ και πολλές εβδομάδες, και ήταν κατασκονισμένα και αχτένιστα. Τα πολύχρωμα ρούχα του – που μου άρεσαν πολύ, καθώς θύμιζαν εξωτικό παπαγάλο – έδειχναν κι αυτά άπλυτα. Είχε περασμένα διάφορα κολιέ στο λαιμό του και μας κοιτούσε καθώς καθόμαστε στη βεράντα, ενώ κάθε τόσο έριχνε στο πλάι μια κλεφτή ματιά, να δει μήπως τη δουν και τη μαλώσουν οι δικοί της. Μας κοιτούσε μάλλον αδιάφορα, χωρίς κανένα συναίσθημα, χωρίς καμιά σκέψη για το τι γινόταν. Τα περιστέρια με τα απαλά γήινα χρώματα που τσίμπαγαν σπόρους ατάραχα εκεί κοντά της δεν τράβηξαν το βλέμμα της. Δεν ήταν πεινασμένη κι έδειχνε να έχει οικειότητα με το μέρος, που σήμαινε ότι είχε ξανάρθει στην περιοχή. Ήταν συγκρατημένη σαν να ήταν μεγάλη κοπέλα, γεμάτη αυτοπεποίθηση, και υπήρχε πάνω της κάτι παράξενα και γοητευτικά αξιοπρεπές και ακατάδεκτο. Καθώς την κοίταγε κανείς με φόντο το τοπίο πίσω της, ένιωθε ότι κοιτούσε χωρίς κανένα συναίσθημα, χωρίς καμιά σκέψη, εντελώς αδιάφορη για τα πάντα. Έσκυψε αργά και σήκωσε ένα ξυλαράκι που άρχισε να το σπάει λίγο λίγο χωρίς να νοιάζεται για τίποτα.
Πήγες να νοιώσεις θλίψη γι΄αυτό το πανέμορφο κοριτσάκι, αλλά ξαφνικά σε πλημμύρισε μια φοβερή αγάπη, σαν να ήταν δικό σου παιδί. Και πια δεν ένοιωθες καμία θλίψη, ούτε καν συμπόνια. Φαίνεται πως η αγάπη δεν είναι φτιαγμένη από θλίψη, ούτε από ζήλια, αλλά είναι επικίνδυνη γιατί καταστρέφει ─ καταστρέφει κάθε ψυχολογικό, τάχα μου συναισθηματικό, φράχτη που έχει χτίσει ο άνθρωπος γύρω του. Όταν υπάρχει αγάπη δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα και γι’ αυτό είναι τόσο καταστροφική και επικίνδυνη η αγάπη, επειδή έχουμε μάθει να ζούμε με ψυχολογικά προβλήματα άλυτα και συνεχιζόμενα, για να γεμίζουμε τη ζωή μας. κι εκείνη τα εξαφανίζει. Και άμα γεμίζεις την ψυχή σου με προβλήματα, μετά πώς ν’ αγαπήσεις; Χωρίς να αγαπάς κάποιον άλλον, χωρίς να ξέρεις τι σημαίνει να έχεις πλήρη επικοινωνία με κάποιον άλλον, δεν μπορείς να κατανοήσεις τη ζωή που είναι σχέσεις ─ με τους ανθρώπους, τη φύση, τα ζώα, τις ιδέες, τα πράγματα και τον εαυτό μας. Αλλά, βλέπετε, δεν μας απασχολεί η αγάπη και στην ουσία δεν ενδιαφερόμαστε να επικοινωνούμε με τους άλλους. Θέλουμε να έχουμε ασφάλεια είτε μέσα στην οικογένεια και στην ιδιοκτησία είτε στις ιδέες· και όταν ο νους αναζητάει ασφάλεια δεν μπορεί ποτέ να γνωρίσει την αγάπη. Γιατί η αγάπη είναι το πιο επικίνδυνο πράγμα που υπάρχει, επειδή όταν αγαπάμε κάποιον είμαστε ευάλωτοι, είμαστε ανοιχτοί. Αλλά δεν θέλουμε να είμαστε ανοιχτοί, δεν θέλουμε να είμαστε ευάλωτοι. Θέλουμε να είμαστε περιφραγμένοι, θέλουμε πιο πολύ να έχουμε την ησυχία μας. Η αγάπη είναι το πιο επικίνδυνο και αβέβαιο στοιχείο στη ζωή· και επειδή δεν θέλουμε να ζούμε στην αβεβαιότητα, ζούμε με το μυαλό. Όταν χρησιμοποιώ τη λέξη «αγάπη» δεν εννοώ επιθυμία, ούτε συναισθηματισμούς, ούτε γλυκανάλατα αισθήματα τύπου σαπουνόπερας. Εννοώ κάτι που δεν ησυχάζει ποτέ, που υπάρχει από στιγμή σε στιγμή νέο, δημιουργικό, φρέσκο, χαρούμενο, κι επομένως πολύ επικίνδυνο για την κοινωνία και τις ανθρώπινες σχέσεις που βασίζονται σε στεγνωμένες ιδέες και στερεότυπα. Γι’ αυτό είναι που μόλις εμφανίζεται η αγάπη, μπαίνει στη μέση η σκέψη – το μυαλό, η λογική – και μετριάζει την αγάπη, την ελέγχει, την τιθασεύει, την καθοδηγεί, την νομιμοποιεί, εξουδετερώνει τους κινδύνους της.
Το κοριτσάκι σηκώθηκε και πέταξε τα κομματάκια του ξύλου που είχε σπάσει. Καθώς έφευγε το βλέμμα της έπεσε επάνω μου και της έστειλα ένα φιλί. Χαμογέλασε φευγαλέα γεμίζοντας γλύκα την ψυχή μου κι ύστερα μας γύρισε την πλάτη κι έφυγε. Άρχισε να σουρουπώνει. Κάποιος από την παρέα πήρε μια κιθάρα κι άρχισε να παίζει όχι και πολύ καλά, ενώ ο ήλιος που έδυε είχε κατακοκκινίσει τα πάντα, ενώ τα πουλιά άρχισαν να σωπαίνουν καθώς γύρναγαν πίσω στις φωλιές τους για βράδυ.

Καλή εβδομάδα.
Π.

Ονειρεμένη ζωή και το επάγγελμα της μαμάς

Ανοίγοντας το πρωί τα e-mail μου βρήκα δύο από την κόρη μου που με ενθουσίασαν. Δεν ξέρω αν τα έχετε πάρει κι εσείς, αλλά αξίζει τον κόπο να τα βάλω εδώ. Το πρώτο, που είναι και σχετικό με το προηγούμενο post (από την άποψη ότι κι αυτό είχε σχέση με διαφήμιση), είναι ένα άρθρο μιας γυναίκας που συμπαθώ και εκτιμώ πολύ και που κάποτε παραλίγο να συνεργαστούμε στην τηλεόραση: Της Ρίκας Βαγιάννη. Δεν ξέρω από πού – περιοδικό ή εφημερίδα – είναι, και δεν μπόρεσα να βρω τη Ρίκα στα τηλεφώνα που είχα για να της πάρω την άδεια, αλλά ελπίζω να μην έχει αντίρρηση που το έβαλα εδώ. Το δεύτερο είναι μια παιδική ζωγραφιά, με τίτλο, » When I grow up I want to be like momy», δηλαδή, «όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω σαν τη μαμά». Πέρα από την χιουμοριστική του πλευρά, νομίζω ότι δείχνει πεντακάθαρα πόσο σοβαρά τα παιδιά επηρεάζονται από τους γονείς τους. Σας τα αφιερώνω σε σας κορίτσια «Παραμυθομεγαλομένα»- άραγε με τις εκπομπές του ΠΑΡΑΜΥΘΑ μόνο ή γενικά με «παραμύθια»;
Και πρώτα το άρθρο της Ρίκας:

Αν ποτέ αποφάσιζα να ζήσω κάπου αλλού, θα ζούσα μέσα σε μια διαφήμιση. Δεν έχει νόημα να μετακομίσεις σε άλλη χώρα. Παντού έχει μπελάδες. Αλλά στη διαφημισοχώρα η ζωή δεν παίζεται.
Έχετε προσέξει πώς ξυπνάνε όλοι το πρωί; Μ ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά. Και πώς να μη χαμογελάνε, αφού όλοι έχουν απαραιτήτως κάνει σεξ την προηγούμενη νύχτα; Είναι πεντακάθαροι, μοσχομυριστοί, καλοχτενισμένοι. Τεντώνονται στα κατάλευκα σεντόνια τους και δεν μπορούν να περιμένουν να αρχίσει η μέρα τους. Την οποία ξεκινούν τρώγοντας τον αγλέουρα, σε μια τεράστια κουζίνα-ελικοδρόμιο, (η οποία είναι συνέχεια του τεράστιου σπιτιού τους με τον ακόμα πιο τεράστιο κήπο).
Όλο το μαγαζί: σπίτι, κουζίνα, μπάνιο και «γκαζόν-αγγλικό άλσος», είναι πεντακάθαρα: Δεν υπάρχει σκουπίδι, ούτε άπλυτο πιάτο. Από παντού τρέχουν φρεσκοστυμμένες πορτοκαλάδες, φρέσκα φρούτα φυτρώνουν στις πιατέλες, σπιτικά φαγητά εκσφενδονίζονται από τους φούρνους. Οι λεκέδες εξαφανίζονται μόνοι τους. Κανείς ποτέ δεν έχει βοήθεια στο σπίτι του. Γιατί άλλωστε; Η εργαζόμενη μητέρα της διαφήμισης έχει καριέρα, κορμάρα και τις ικανότητες των Φαντάστικ Φορ και των Μεταλλαγμένων Νίντζα ταυτοχρόνως. Κάθε βράδυ, αφού έχει διευθύνει μια πολυεθνική, έχει πλύνει, σκουπίσει, σφουγγαρίσει, σιδερώσει και μαγειρέψει, και επίσης έχει απασχολήσει δημιουργικά τα παιδιά, πριν τα πλύνει και τα βάλει στα κρεβατάκια τους.
Μετά χτυπάει ένα χαλαρωτικό αφρόλουτρο, φοράει σέξι λιλά εσώρουχα και κάνει τρελές ταρζανιές και ακροβατικά στον σύζυγο που έρχεται από το γραφείο. Και τις νύχτες, που ξυπνάνε τα χρυσά μου, είναι εκείνος, ο μοντέρνος σύζυγος που σηκώνεται να τα νανουρίσει, να τους δώσει γάλα, και να αποκοιμηθεί χαριτωμένα μαζί τους, πριν οι πρώτες ηλιαχτίδες ξυπνήσουν και πάλι τη «Μεταλλαγμένη Αγία Οικογένεια», για να ξεκινήσει το επόμενο εικοσιτετράωρο.
Δεν θέλω διακοπές. Δεν θέλω λούσα. Δεν θέλω καν τα προϊόντα που διαφημίζουν στις διαφημίσεις: Θέλω απλά να ζήσω μέσα τους! Ζητάω πολλά;

Και τώρα το παιδικό σχέδιο που σας είπα.

proud_of_mommy.jpg

Ε, πέστε μου: Λάθος καταλαβαίνω; Η μαμά του παιδιού είναι στριπτιτζού ή όχι;

Καλό Σαββατοκύριακο.
Σας φιλώ
Π.

Το κανόνι

Όπως σας είχα πρωτοπεί από τότε που άνοιξε αυτό το blog, πριν οχτώ μήνες – α, ναι, ξέχασα αυτή τη φορά το «έθιμο» των μηνιαίων γενεθλίων κάθε 9 του μήνα – καθώς τα οικονομικά μου ήταν και είναι σε πολύ ζόρικη κατάσταση, σκεφτόμαστε μήπως βάλουμε διαφημίσεις εδώ, αλλά δεν έγινε τίποτα. Επίσης, παρά τις πιέσεις της «κυρίας Παραμυθά» να φτιάξω ένα DVD, με τους τρεις «ΠΑΡΑΜΥΘΑΔΕΣ» που μου ανήκουν και να τους πουλάω εδώ, ομολογώ ότι – παρά και τις κατά καιρούς ενθαρρύνσεις με τα σχόλια κάποιων από σας να προχωρήσω σε κάτι τέτοιο – δεν μπορώ να το κάνω. Αν κάποιο βιβλιοπωλείο ενδιαφερθεί και μου το ζητήσει και τα εμπορευθεί εκείνο, εντάξει, αλλά εγώ από ‘δω αποκλείεται. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, όσα έχουν μείνει θα τα δείτε στους επόμενους δυο μήνες και θα μπορείτε και να τα κατεβάσετε. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, όμως, τα οικονομικά μου παρέμειναν χάλια, κι έτσι αναγκάστηκα να «βαρέσω κανόνι» στην αγορά – εφορίες, τράπεζες κ.λπ. – με το οποίο με βλέπετε αγκαλιά στη φωτογραφία.

cannon.jpg

Χα, χα, χα… Μην κοιτάτε που γελάω, η κατάσταση είναι δραματική, αλλά εγώ – ευγενικά ειπωμένο – είμαι «από άλλο πλανήτη» ή -χυδαϊστί – «UFO». Τώρα, όπως έλεγε και μια παλιά διαφημιστική ταινία, «ακόμα και τα παραμύθια, κρύβουν όλα μιαν αλήθεια», κι έτσι υπάρχει αλήθεια και στο παραμυθένιο αυτό ροζ κανόνι.
Πcannon-2.jpgέρα από το ότι είναι συμβολικό της οικονομικής μου κατάστασης, μου θυμίζει – καθώς το βλέπω έξω από το παράθυρο του γραφείου μου – ότι ο «μάστορας» με έκανε υπερήφανο ως πατέρα και ως επαγγελματία, που λένε, γιατί έφτιαξε ως παραγωγός, σκηνοθέτης, μοντέρ και «παιδί για όλες τις δουλειές», (για λόγους οικονομίας), αυτές τις τέσσερις εξαιρετικές διαφημιστικές ταινίες τρελής πλάκας, που δεν θέλω να τις ανεβάσω εδώ γιατί είναι διαφημιστικές, αλλά που εσείς μπορείτε να τις δείτε στο LINK που έβαλα. Ελπίζω να κατανοήσετε την … υπερηφάνεια μου, για να δικαιολογήσετε το ότι τις συνδέω με το blog μου.

Σας φιλώ.
Π.

Γιατί πηγαίνουμε σχολείο;

  Βολτάροντας σήμερα στην τύχη σε κάποια από τα  blogs σας, έπεσα σε ένα εξαιρετικό post της psilikatzoy με σχολικές αναμνήσεις της. Στην αρχή δεν μου έμεινε άντερο από τα γέλια, αλλά λίγο μετά άρχισα να σκέφτομαι διάφορα για την δική μου εποχή του σχολείου, το σημερινό εκπαιδευτικό σύστημα και τελικά μου βγήκε αυτό το «σεντόνι». Λοιπόοοον…

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ, γιατί πηγαίνουμε σχολείο; Γιατί εμείς οι μεγάλοι πήγαμε σχολείο ή γιατί στέλνουμε τα παιδιά μας στο σχολείο; Προσέξτε: Δεν λέω ότι δεν πρέπει να πηγαίνουμε σχολείο. Σε καμία περίπτωση. Πρέπει να πηγαίνουμε. Αλλά γιατί πηγαίνουμε; Το κάνουμε μηχανικά, χωρίς αληθινό ενδιαφέρον, επειδή πρέπει, επειδή μας το επιβάλουν με το ζόρι και ποιος φταίει γι’ αυτό; Και τι μαθαίνουμε εκεί και γιατί τα μαθαίνουμε; Γιατί μαθαίνουμε ένα σωρό πράγματα; Πόσα από αυτά θυμόμαστε τώρα που μεγαλώσαμε; Τι θυμάστε από γεωγραφία, χημεία, τριγωνομετρία, φυσική, από τις εκατοντάδες χρονολογίες της ιστορίας, των θρησκευτικών και λοιπά; Γιατί πηγαίνουμε σχολείο, λοιπόν, και μας ντρεσάρουν από μικρά παιδιά να ανταγωνιζόμαστε ο ένας τον άλλον;
Το σχολείο μοιάζει να είναι φτιαγμένο για να περνάς εξετάσεις, να παίρνεις καλούς βαθμούς και μετά να βρεις μια δουλειά που ίσως και να μην σ’ αρέσει. Είναι αυτονόητο ότι το να έχουμε μια δουλειά για να κερδίζουμε τη ζωή μας είναι σίγουρα απαραίτητο – αλλά είναι άραγε το παν; Δεν μπορεί όλη η ζωή να είναι απλώς το να κάνεις μια δουλειά· η ζωή είναι κάτι απίθανα πιο πλατύ και βαθύ. Δεν μπορεί όλο αυτό το απίθανο σύμπαν να έγινε για να ζούνε άνθρωποι που το μόνο που κάνουν είναι, «μαμ, κακά, κοκό και νάνι». Αν, λοιπόν, το σχολείο σε προετοιμάζει απλώς για να κερδίζεις το ψωμί σου, θα χάσεις όλο το νόημα τής ζωής. Το να κατανοήσει κανείς τι είναι η ζωή είναι πολύ πιο σημαντικό από να προετοιμάζεται απλώς για τις εξετάσεις ή για να είναι καλός στα μαθηματικά, στη φυσική ή σε οτιδήποτε άλλο.
Και τι είναι η ζωή; Μήπως το σημαντικότερο που μαθαίνουμε πηγαίνοντας στο σχολείο, από μόνοι μας αφού δεν ασχολείται κανείς να μας το μάθει, είναι ότι η ζωή είναι σχέσεις; Σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους  – φιλικές, ερωτικές, σεβασμού, αγάπης – σχέσεις με τη φύση, σχέσεις με τα ζώα, με τις ιδέες, με τα πράγματα και -φυσικά- σχέση με τον εαυτό μας;
Ποιος είναι ο ρόλος του σχολείου λοιπόν; Ρόλος της εκπαίδευσης είναι απλώς να σε προετοιμάσει για κάποιο επάγγελμα για να βρεις μια όσο γίνεται πιο καλοπληρωμένη δουλειά ή θα έπρεπε να είναι το να σε βοηθήσει να κατανοήσεις όλη τη διαδικασία της ζωής και τον εαυτό σου – το «γνώθι σ’ αυτόν» δηλαδή που οι δικοί μας πρόγονοι πρόσφεραν αιώνες πριν στην ανθρωπότητα; Έτσι, μήπως θα έπρεπε όσοι έχετε παιδιά να τα βοηθήσετε παράλληλα με το σχολείο να ψάξουνε και ν’ ανακαλύψουν ποιο είναι το νόημα της ζωής; Και εσείς οι ίδιοι το έχετε κάνει;
Και επειδή οι περισσότεροι από εμάς δεν το έχουν κάνει και ζούνε μια ζωή βαθιά κρυμμένης θλίψης, ανισορροπίας, ανικανοποίητου, μοναξιάς και κάθε είδους φυγής, που οδηγεί σε κατάθλιψη, εμφράγματα, καρκίνους, εγκεφαλικά και άλλα τέτοια, μήπως είναι και επειδή η αληθινή λειτουργία της εκπαίδευσης, θα ήταν να έχει καλλιεργήσει μέσα μας εκείνο το είδος της νοημοσύνης που θα μας βοηθούσε να ανακαλύψουμε ποια είναι η απάντηση σ’ όλα τα ερωτήματα για τη ζωή; Και νοημοσύνη δεν είναι απλώς εξυπνάδα, αλλά μάλλον είναι η ικανότητα να σκέφτεσαι ελεύθερα, χωρίς φόβο, χωρίς στερεότυπα, ώστε να ανακαλύπτεις από μόνος σου, τι είναι πραγματικό, τι είναι αληθινό. Και είναι όντως πολύ σημαντικό τα παιδιά να ζουν σε ένα περιβάλλον όπου δεν υπάρχει φόβος, αλλά αντίθετα, μια ατμόσφαιρα ελευθερίας – κι ελευθερία δεν σημαίνει να κάνεις ότι σου καπνίσει, αλλά: με σεβασμό για τους άλλους, έχοντας ένα ερευνητικό πνεύμα μέσα σου, χωρίς φυτεμένα στο κεφάλι σου πιστεύω και δόγματα, να κατανοείς όλη τη διαδικασία της ζωής, και να ανακαλύπτεις μόνος σου, τι είναι αληθινό. Όχι να μιμείσαι αυτά που κάνουν οι άλλοι και να είσαι άνθρωπος βγαλμένος με καρμπόν. Αν το σκεφτείτε ειλικρινά και έντιμα όσοι από σας καπνίζετε, θα δείτε ότι το αρχίσατε από μίμηση. Όλη η διαφήμιση στην τηλεόραση και παντού αλλού  βασίζεται στη μίμηση.
Τα παιδιά μεγαλώνουν σ’ έναν τρελό κόσμο που βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση. Σε όλη τη γη υπάρχουν αλληλοσυγκρουόμενα πιστεύω, από ταξικές διαφορές, από εθνικιστικούς, θρησκευτικούς ή ρατσιστικούς διαχωρισμούς, που οδηγούν σε βία, βαρβαρότητες και πολέμους. Ζώντας σε έναν τέτοιο κόσμο τα παιδιά, γιατί πηγαίνουνε σχολείο; Ο ρόλος της εκπαίδευσης, είναι απλώς να τα βοηθήσει να συμμορφωθούνε στο μοντέλο της υποταγής, της συμμόρφωσης, του κομφορμισμού και του ανελέητου ανταγωνισμού για πλουτισμό και για να είναι «κάποιοι» ή μήπως να τους δώσει την ελευθερία να μεγαλώσουν και να δημιουργήσουν μια διαφορετική κοινωνία, έναν καινούργιο κόσμο; Κι αυτός ο καινούργιος κόσμος είναι ανάγκη να δημιουργηθεί όσο πιο γρήγορα γίνεται, γιατί αλλιώς αυτή η υπέροχη γη κινδυνεύει να καταστραφεί.
Μήπως, λοιπόν, θα έπρεπε τα παιδιά να πηγαίνουνε σχολείο για να αποχτήσουν τα «εργαλεία» εκείνα που θα τους δώσουν τη δυνατότητα να νοιώθουν εσωτερικά ελεύθερα για να ερευνούν συνεχώς, να παρατηρούν, να μην σταματήσουν να μαθαίνουν για τον εαυτό τους και τη ζωή, να ανακαλύπτουν κάθε στιγμή την αλήθεια, την αγάπη, εκείνο το χωρίς όνομα, αρχή και τέλος Ιερό, ώστε να έχουνε ισορροπημένες και αρμονικές σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους και με τη φύση;
Και για να κλείσω με την psilikatzou που μου έδωσε την αφορμή να γράψω αυτό το «σεντόνι», να η τελευταία φράση από το post της για το τι θυμάται από το σχολείο: «Σε απλά ελληνικά: τόσα χρόνια, παρατήρησα πως έχω αναγκαστεί πολύ περισσότερες φορές να ανακαλέσω από τη μνήμη μου τον κώλο του Χ. για παράδειγμα, παρά οποιοδήποτε άλλο σημαντικό ιστορικό περιστατικό».
Σας φιλώ πολύ
Π.

«Η Σιγή»

Διαβάζοντας χθες, Παρασκευή, τα σχόλιά σας για την «ΚΟΥΚΟΥΤΣΟΑΝΗΣΥΧΗ», μου έκαναν εντύπωση -ή καλύτερα- μου άρεσαν κάποιες παρατηρήσεις σας για το φόβο. Και μια εδώ και καιρό έχω ετοιμάσει ένα «σεντόνι-ιστορία» για το φόβο, αποφάσισα να το βάλω εδώ απόψε. Διαβάζοντας, όμως, το μεσημέρι εφημερίδα, έπεσα πάνω σε ένα άρθρο για τον Καζαντζάκη απ’ όπου έμαθα ότι φέτος είναι «το έτος Καζαντζάκη»! Δεν είχα πάρει χαμπάρι! Φαίνεται ότι κάτι με τις πυρκαγιές, κάτι με τις εκλογές, κάτι με τα μετεκλογικά, δεν έχει προβληθεί το θέμα και πολύ. Ξέρετε, και τον Οκτώβριο του 1957 που πέθανε ο Καζαντζάκης, ο θάνατός του είχε περάσει «στα ψιλά» των εφημερίδων, γιατί τότε το κύριο θέμα στις εφημερίδες ήταν η επίσκεψη στην Αθήνα της Τζαίην Μασφηλντ – εκείνης της αποβλακωμένης απομίμησης της Μονρόε – που είχε γίνει διάσημη για τα τεράστια βυζιά της. Αλλά ο Καζαντζάκης, που ήταν ένας από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες του εικοστού αιώνα στον κόσμο (γι’ αυτό έχουν μεταφραστεί τόσα πολλά βιβλία του και τόσες πολλές γλώσσες – και ο σπουδαιότερος στην Ελλάδα, έχει κυνηγηθεί όσο λίγοι και είναι ο μοναδικός που έχει πολεμήσει άγρια η εκκλησία – Ορθόδοξη και Καθολική: Το 1930 η Ορθόδοξη εκκλησία έκανε μήνυση και δίκασε τον Καζαντζάκη για ένα άρθρο σε περιοδικό. Το 1954 ο πάπας της Ρώμης απαγόρευσε την κυκλοφορία του «ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥ ΠΕΙΡΑΣΜΟΥ», που ήταν μεταφρασμένος σε διάφορες γλώσσες. Τον ίδιο χρόνο ο Αρχιεπίσκοπος Αμερικής αποδοκιμάζει με αηδία τις «βλαστήμιες» – κατά τη γνώμη του, βέβαια – εναντίον του Χριστού και ζητά να μην επιτραπεί η μετάφραση των βιβλίων του. Ο Μητροπολίτης της Χίου κάνει αίτηση στην Ιερά Σύνοδο απαιτώντας τον αφορισμό του άθεου και την ποινική καταδίκη του από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Παντελεήμων επίσης καταδικάζει τα βιβλία του «βλάσφημου». Η Ορθόδοξη εκκλησία εξαπολύει τρομοκρατία στον αμαθή, θεοφοβούμενο λαό εναντίον του Καζαντζάκη που «απειλούσε να καταστρέψει το Ελληνικό έθνος και να ληστέψει τις Χριστιανικές άξιες του». Η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδας καταράστηκε και αφόρισε τον Καζαντζάκη, έκανε αίτηση στον Πατριάρχη Αθηναγόρα της Κωνσταντινούπολης και ζήτησε να αφοριστεί επίσημα και από το Πατριαρχείο (που προς τιμήν του δεν το δέχτηκεε ποτέ) και ζήτησε την απαγόρευση του έργου του στο σύνολό του και την ποινική τιμωρία του από: τον Άρειο πάγο, το Εφετείο και την Εισαγγελεία Αθηνών. Ο Καζαντζάκης απάντησε ατάραχος στην ανώτατη ιεραρχία: «Με καταραστήκατε Άγιοι Ιερείς. Εγώ σας δίνω την ευχή μου. Ελπίζω η συνείδηση σας να είναι καθαρή σαν την δική μου και να είσαστε ηθικοί και θρησκευόμενοι όπως εγώ.» Το 1956 απονέμεται στον Καζαντζάκη το Διεθνές Βραβείο Ειρήνης.
Σκέφτομαι, λοιπόν, ότι αν με ρωτούσατε ποιους θα θεωρούσα «Δασκάλους» μου, θα έλεγα όλους αυτούς που διάβασα στην εφηβεία μου: Τον Ντοστογιέφσκι, τον Καβάφη, τον Καζαντζάκη και τον Μπερξόν. Έτσι, λοιπόν, σκέφτηκα να μην βάλω αυτό που λογάριαζα σήμερα για το φόβο, αλλά κάτι του Καζαντζάκη, αφού είναι εκείνος που ζήτησε να γραφτεί πάνω στον τάφο του η φράση: «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα, είμαι λέφτερος«. Αυτή η φράση ξέρετε, είναι στην ουσία ο λόγος που η οργανωμένη θρησκεία κυνήγησε τον Καζαντζάκη. Επειδή – παρόλο που αυτό δεν ήταν σε καμιά περίπτωση πρόθεση εκείνων που πάνω στη διδασκαλία τους οι θρησκείες βασίστηκαν – ο τρόπος λοιπόν, που όλες οι θρησκείες του κόσμου παγιδεύουν και χειρίζονται τους ανθρώπους είναι ο φόβος της τιμωρίας και η ελπίδα της ανταμοιβής. Ο φόβος της «κόλασης» και η ελπίδα του «παράδεισου». Γιατί η ελπίδα δεν είναι αντίθετο του φόβου, είναι ένα με το φόβο. Πάντα ελπίζεις ότι θα γίνει το αντίθετο από εκείνο που φοβάσαι μήπως γίνει. Αλλά αν δεν φοβάσαι τίποτα, δεν χρειάζεται να ελπίζεις και τίποτα. Το χειρότερο είναι ότι και όλη μας η εκπαίδευση – ίσως και όλη μας η ζωή – βασίζεται πάνω στο μοντέλο: «φόβος τιμωρίας – ελπίδα ανταμοιβής».
Θα μου επιτρέψετε, λοιπόν, να βάλω εδώ -ως κάποιου είδους συμβολή στο «έτος Καζαντζάκη» (και ως φόρο τιμής στην εφηβεία μου)- τις τρεις τελευταίες σελίδες από την «ΑΣΚΗΤΙΚΗ» του Νίκου Καζαντζάκη, που είναι το τελευταίο κεφάλαιο αυτού του βιβλίου με τίτλο, «Η ΣΙΓΗ» και να το αφιερώσω στη φίλη μου Δ.Χ.
Επειδή αυτό το κείμενο είναι πιο «βαρύ» και από το πιο βαρύ δικό μου «σεντόνι», αν δεν σας κάνει κέφι μη διαβάσετε παρακάτω.

kazantzakis-1931aigina.jpg

 

 

 

«Η ΣΙΓΗ»

Μια Φλόγα είναι ή ψυχή του ανθρώπου· ένα πύρινο πουλί, που πηδάει από κλαρί σε κλαρί, από κεφάλι σε κεφάλι, και φωνάζει: «Δεν μπορώ να σταθώ, δεν μπορώ να καώ, κανένας δεν μπορεί να με σβήσει !»
Δέντρο φωτιάς γίνεται όλο μεμιάς το Σύμπαντο. Ανάμεσα από τους καπνούς κι από τις φλόγες, αναπαυμένος στην κορυφή τής πυρκα­γιάς, κρατώ αμόλευτο, δροσερό, γαλήνιο, τον καρπό τής φωτιάς: το Φως.
Από την αψηλή τούτη κορυφή κοιτάζω την κόκκινη γραμμή πού ανηφορίζει – τρεμάμενο αιματερό φωσφόρισμα, πού σούρνεται σαν έν­τομο ερωτευμένο μέσα από τους αποβροχάρικους γύρους του μυαλού μου.
«Εγώ», «ράτσα», «ανθρώποι», «γης», «θεωρία και πράξη», «Θεός», όλα φαντάσματα από χώμα και μυα­λό, καλά για τις απλοϊκές καρδιές πού φοβούν­ται, καλά για τις ανεμογκαστρωμένες ψυχές πού θαρρούνε πώς γεννούνε.
Από που ερχόμαστε; Πού πηγαίνουμε; Τι νόημα έχει τούτη η ζωή; φωνάζουν οι καρδιές, ρωτούν οι κεφαλές, χτυπώντας το χάος.
Και μια φωτιά μέσα μου κίνησε ν’ απαντήσει. Θα ‘ρθει μια μέρα, σίγουρα, η φωτιά να καθαρίσει τη γης. Θα ‘ρθει μια μέρα, σίγουρα, η φωτιά να εξαφανίσει τη γης. Αυτή είναι ή Δευτέρα Παρουσία.
Μια γλώσσα πύρινη είναι ή ψυχή και μάχεται να πυρπολήσει τον κατασκό­τεινο όγκο του κόσμου. Μια μέρα όλο το Σύμπαντο θα γίνει πυρκαγιά.
Η φωτιά είναι η πρώτη κι η στερνή προσω­πίδα του Θεού μου. Ανάμεσα σε δυο μεγάλες πυρές χορεύουμε και κλαίμε.
Λαμποκοπούν, αντηλαρίζουν οι στοχασμοί και τα κορμιά μας. Γαλήνιος στέκομαι ανάμε­σα στις δύο πυρές κι είναι τα φρένα μου ακίνη­τα μέσα στον ίλιγγο και λέω: Πολύ μικρός είναι ο καιρός, πολύ στενός εί­ναι ο τόπος ανάμεσα στις δυο πυρές, πολύ οκνός είναι ο ρυθμός ετούτος της ζωής – δεν έχω καιρό, δεν έχω τόπο να χορέψω ! Βιάζομαι!
Κι όλος μεμιάς ο ρυθμός της γης γίνεται ίλιγ­γος, ο χρόνος εξαφανίζεται, η στιγμή στροβι­λίζεται, γίνεται αιωνιότητα, το κάθε σημείο – θες έντομο, θες άστρο, θες ιδέα – γίνεται χορός. Ήταν φυλακή, κι η φυλακή συντρίβεται κι οι φοβερές δυνάμεις μέσα λευτερώνουνται και το σημείο δεν υπάρχει πια!
Ό ανώτατος αυτός βαθμός της άσκησης λέ­γεται: Σιγή. Όχι γιατί το περιεχόμενο είναι ή ακρότατη άφραστη απελπισία, για η ακρότα­τη άφραστη χαρά κι ελπίδα. Μήτε γιατί είναι η ακρότατη γνώση που δεν καταδέχεται να μι­λήσει, για η ακρότατη άγνοια, πού δεν μπορεί.
Σιγή θα πει: Καθένας, αφού τελέψει τη θη­τεία του σε όλους τους άθλους, φτάνει πια στην ανώτατη κορφή της προσπάθειας – πέρα από κάθε άθλο, δεν αγωνίζεται, δε φωνάζει· ωρι­μάζει ολάκερος σιωπηλά, ακατάλυτα, αιώνια, με το Σύμπαντο.
Αρμοδέθηκε πια, σοφίλιασε με την Άβυσσο, όπως ο σπόρος του αντρός με το σπλάχνο της γυναίκας.
Είναι πια η Άβυσσο η γυναίκα του και τη δουλεύει, ανοίγει, τρώει τα σωθικά της, με­τουσιώνει το αίμα της, γελάει, κλαίει, ανεβαί­νει, κατεβαίνει μαζί της, δεν την αφήνει! Πώς μπορείς να φτάσεις στο σπλάχνο της Άβυσσος και να την καρπίσεις; Αυτό δεν μπο­ρεί να ειπωθεί, δεν μπορεί να στριμωχτεί σε λόγια, να υποταχτεί σε νόμους καθένας έχει και τη λύτρωση τη δική του, απόλυτα ελεύτε­ρος.
Διδασκαλία δεν υπάρχει, δεν υπάρχει Λυτρωτής που ν’ ανοίξει δρόμο. Δρόμος ν’ ανοι­χτεί δεν υπάρχει.
Καθένας, ανεβαίνοντας απάνω από τη δική του κεφαλή, ξεφεύγει από το μικρό, όλο απορίες μυαλό του.
Μέσα στη βαθιά Σιγή, όρθιος, άφοβος, πο­νώντας και παίζοντας, ανεβαίνοντας ακατάπαυ­τα από κορυφή σε κορυφή, ξέροντας πως το ύψος δεν έχει τελειωμό, τραγουδά, κρεμάμε­νος στην άβυσσο, το μαγικό τούτο περήφανο ξόρκι:

ΠΙΣΤΕΥΩ Σ’ ΕΝΑ ΘΕΟ, ΑΚΡΙΤΑ, ΔΙΓΕΝΗ, ΣΤΡΑΤΕΥΟΜΕΝΟ, ΠΑΣΧΟΝΤΑ, ΜΕΓΑΛΟΔΥΝΑΜΟ, ΟΧΙ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟ, ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ ΣΤ’ ΑΚΡΟΤΑΤΑ ΣΥΝΟΡΑ, ΣΤΡΑΤΗΓΟ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ, ΤΙΣ ΟΡΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΟΡΑΤΕΣ.
ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤ’ ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΑ, ΕΦΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΠΟΥ ΠΗΡΕ Ο ΘΕΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΚΑΙ ΞΕΚΡΙΝΩ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΑΥΤΗ ΡΟΗ ΤΟΥ ΤΗΝ ΑΚΑΤΑΛΥΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ.
ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΟΝ ΑΓΡΥΠΝΟ ΒΑΡΥ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ, ΠΟΥ ΔΑΜΑΖΕΙ ΚΑΙ ΚΑΡΠΙΖΕΙ ΤΗΝ ΥΛΗ, ΤΗ ΖΩΟΔΟΧΑ ΠΗΓΗ ΦΥΤΩΝ, ΖΩΩΝ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ.
ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΟ ΧΩΜΑΤΕΝΙΟ ΑΛΩΝΙ, ΟΠΟΥ ΜΕΡΑ ΚΑΙ ΝΥ­ΧΤΑ ΠΑΛΕΥΕΙ Ο ΑΚΡΙΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ.
«ΒΟΗΘΕΙΑ!» ΚΡΑΖΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ. «ΒΟΗΘΕΙΑ!» ΚΡΑΖΕΙΣ ΚΥΡΙΕ, ΚΙ ΑΚΟΥΩ.
ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΟΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΟΙ ΡΑΤΣΕΣ ΟΛΕΣ, ΚΙ ΟΛΗ Η ΓΗΣ, ΑΚΟΥ­ΜΕ ΜΕ ΤΡΟΜΟ, ΜΕ ΧΑΡΑ, ΤΗΝ ΚΡΑΥΓΗ ΣΟΥ.
ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΑΚΟΥΝ ΚΑΙ ΞΕΧΥΝΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΟΥΝ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: «ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΜΟΝΑΧΑ ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ.»
ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΑΝ ΚΑΙ ΣΜΙΓΟΥΝ ΜΑΖΙ ΣΟΥ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: «ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑ.» ΚΑΙ ΤΡΙΣΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΚΡΑΤΟΥΝ ΑΠΑΝΩ ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΤΟΥΣ – ΚΑΙ ΔΕ ΛΥΓΟΥΝ – ΤΟ ΜΕΓΑ, ΕΞΑΙΣΙΟ, ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΟΤΙ ΤΟ ΕΝΑ ΤΟΥΤΟ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!

Νίκου Καζαντζάκη, «ΑΣΚΗΤΙΚΗ – SALVATORES DEI», Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ, Β΄ΕΚΔΟΣΗ. 1962

Η Κουκουτσοανήσυχη

Όπως θα θυμάστε πριν λίγο καιρό είχα βάλει ένα βίντεο «πιλότο» για μια σειρά που είχα σκεφτεί για μικρά παιδιά με τον γενικό τίτλο, ¨ΤΑ ΚΟΥΚΟΥΤΣΙΑ«. Εκτός από τον «πιλότο» την πρότασή μου τη συνόδευαν και άλλες δύο ιστορίες με το σενάριο και τα βασικά σχέδια. Σήμερα δείτε την πρώτη ιστορία. Είναι για παιδιά που από πολύ μικρά έχουν έχουν διάφορες φοβίες.
Καλό μήνα. καλή εβδομάδα και γενικώς όλα καλά.
Σας φιλώ.
Π.

 

koyan1.jpg

Η Κουκουτσοανήσυχη ζούσε σ’ ένα μεγάλο ροδάκινο. Ανησυχούσε διαρκώς και για τα πάντα. Ήταν τόσο ανήσυχη μη πάθει κάτι το σπίτι της που είχε βάλει γύρω-γύρω ξύλα να το προφυλάξει. Είχε πάντοτε τα παράθυρα κλειστά και φυσικά η πόρτα της είχε τρία λουκέτα.

koyan2.jpg

Επίσης, το βράδυ κοιμόταν πάντα με κράνος γιατί ανησυχούσε μη τυχόν και πέσει κάτι στο κεφάλι της και την ξυπνήσει και είχε πάντοτε ένα ποτήρι νερό κοντά της γιατί ανησυχούσε μη διψάσει.

koyan3.jpg

Το πρωί έβαζε στο τραπέζι ό,τι μπορείτε να φανταστείτε γιατί ανησυχούσε μην πεινάσει αργότερα και έτρωγε πολύ μέχρι που πρηζόταν η κοιλία της.

koyan4.jpg

Μετά ντυνόταν να πάει να συναντήσει την φίλη της την Κουκουτσοωραία. Έπαιρνε όμως πάντα μαζί της , δύο τσάντες μήπως χάσει την μία, ομπρέλα μήπως βρέξει, κασκόλ μήπως κρυώσει ο λαιμός της, και παλτό για να μην κρυώσει κι ας είχε έξω ήλιο.

koyan5.jpg

Στη στάση του λεωφορείου πήγαινε πάντα πολύ νωρίς γιατί ανησυχούσε μήπως χάσει το λεωφορείο και περίμενε έτσι φορτωμένη για πολύ ώρα, γιατί η Κουκουτσοχώρα ήταν τόσο μικρή που είχε μόνο ένα λεωφορείο την ημέρα. Και ενώ όλα τα κουκούτσια πήγαιναν παντού με τα πόδια, μόνο η Κουκουτσοανήσυχη έπαιρνε το λεωφορείο, επειδή ανησυχούσε μήπως κουραστεί.

koyan9.jpg

Η Κουκουτσοωραία είχε δοκιμάσει πολλές φορές να της πει να μην κουβαλάει όλα αυτά τα άχρηστα πράγματα. «Άλλη φορά θα πας στα μαγαζιά μόνη σου, περπατάς σαν την χελώνα, εγώ βιάζομαι και εσύ με καθυστερείς, με όλα αυτά που με κουβαλάς». Η Κουκουτσοανήσυχη, όμως, δεν καταλάβαινε τίποτα.

koyan7.jpg

 

Εκεί που περπατούσαν συνάντησαν τον Κουκουτσοπλακατζή που ήταν το πιο σοφό κουκούτσι της Κουκουτσοχώρας. Αγαπούσε όλα τα κουκούτσια και έκανε πάντα έξυπνες πλάκες, γι’ αυτό και τον φώναζαν Κουκουτσοπλακατζή. «Πάλι φορτωμένη, πάλι φορτωμένη; Πες μου για πιο πράγμα ανησυχείς; Πρέπει να ξέρεις ότι στη Κουκουτσοχώρα ότι και να συμβεί υπάρχει πάντα ένα κουκούτσι να σου δώσει μια ομπρέλα αν βρέξει, ένα παλτό αν κρυώσεις, μια τσάντα αν δεν έχεις, κι ένα κασκόλ αν φυσάει. Τι τα θες όλα αυτά που κουβαλάς λοιπόν;»

koyan8.jpg

Όταν η Κουκουτσοανήσυχη γύρισε σπίτι της, κάθισε εξαντλημένη από το κουβάλημα όλων αυτών των άχρηστων πραγμάτων στην πολυθρόνα και άρχισε να σκέφτεται αυτά που της είπε ο σοφός Κουκουτσοπλακατζής. «Νομίζω πως έχει δίκιο», σκέφτηκε, «και μου φαίνεται πώς και όλες οι ανησυχίες μου είναι άχρηστες». Ένοιωσε σαν να ξαλαφρώνει από κάτι. Είχε πάψει να ανησυχεί, δηλαδή να πάψει να φοβάται. Γιατί η ανησυχία είναι φόβος και ο φόβος είναι βάρος στην καρδιά. Κι έτσι η Κουκοτσοανήσυχη χαμογέλασε και πήγε να κοιμηθεί χωρίς να βάλει κράνος αφού έφαγε πολύ ελαφριά.

koyan6.jpg

Την άλλη μέρα η Κουκοτσοανήσυχη τηλεφώνησε στην Κουκουτσοωραία και την παρακάλεσε να έρθει να την πάρει να πάνε στα μαγαζιά. Δεν μπορείτε να φανταστείτε την έκπληξη τής Κουκουτσοωραίας όταν φτάνοντας στο σπίτι τής Κουκουτσοανήσυχης την βρήκε χαρούμενη και ξυπόλητη, χωρίς καμιά ανησυχία στα μάτια της να την περιμένει στην πόρτα. «Είμαι έτοιμη, βάζω μόνο τα παπούτσια μου και φεύγουμε. Μόνο σε παρακαλώ μη με ξαναφωνάξεις Κουκουτσοανήσυχη. Από εδώ και μπρος θα με λένε Κουκουτσοανέμελη».