Το υπέροχο σχήμα αιωνόβιου δέντρου…

Εκτός από «ΠΙΛΟΤΟΥΣ» (δείγματα) τηλεοπτικών εκπομπών που δεν προχώρησαν ποτέ σε κανονική παραγωγή, έχω κι ένα βιβλίο, που δεν κατάφερε ποτέ να εκδοθεί – ακόμα τουλάχιστον. Είναι ένα άλμπουμ με φωτογραφίες ενός μόνο δέντρου, αλλά σε διαφορετικές εποχές και ώρες της ημέρας, και κείμενα ενός φιλόσοφου γραμμένα για τη φύση και ειδικά τα δέντρα. Σκέφτηκα, λοιπόν, ως φόρο τιμής σε όλα τα δέντρα που κάηκαν φέτος, να κάνω σήμερα αυτό το αφιέρωμα, με μερικές φωτογραφίες, τον πρόλογο που έχω γράψει για το βιβλίο – αν ποτέ εκδοθεί – και μερικά από τα κείμενα που σας είπα.
Σας φιλώ.
Π.

ΤΟ ΥΠΕΡΟΧΟ ΣΧΗΜΑ ΑΙΩΝΟΒΙΟΥ ΔΕΝΤΡΟΥ ΣΕ ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΑΓΡΟ

Ήταν εκεί από την αρχή! Από την πρώτη στιγμή που ήρθαμε στην περιοχή -στο Καπανδρίτι- ψάχνοντας οικόπεδο για να κτίσουμε. Εκείνο ήταν πάντα εκεί! Είναι εκεί πάνω από εκατό χρόνια, αφού και ο γηραιότερος στην περιοχή, που είναι γύρω στα ενενήντα, το θυμάται, «τόσο μεγάλο από πάντα»! Βρίσκεται σ’ ένα λόφο, καμιά πεντακοσαριά μέτρα μακριά από τον κεντρικό δρόμο απ’ όπου πέρασα αρκετές φορές. Ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να καταλάβω πώς δεν το πρόσεξα από την αρχή. Τον περισσότερο καιρό είναι κανείς τόσο απορροφημένος με τον εαυτό του, που δεν βλέπει γύρω του.
Το πρόσεξα πολλούς μήνες μετά. Το πρώτο πρωινό που ξύπνησα στο σπίτι που είχαμε φτιάξει. Ήταν εκεί μπροστά μου, κάπου δύο tree-view.jpgχιλιόμετρα μακριά, στον απέναντι λόφο, ακίνητο μέσα στην πρωινή πάχνη, επιβλητικό, αυστηρό, απίστευτα όμορφο, και λες κι εκείνη η σιωπή που υπήρχε εκείνη την ώρα έβγαινε μέσα απ’ αυτό το δέντρο και απλωνόταν παντού. Πήρα τ’ αυτοκίνητο και σε λίγο βρέθηκα στον απέναντι λόφο.
Βρέθηκα μπροστά σε μία αιωνόβια βελανιδιά. Είδα ότι θα πρέπει να είναι μεγάλης ηλικίας, αλλά υπήρχε μια φρεσκάδα πάνω του λες και μόλις είχε φυτρώσει. Τα φύλλα του γυάλιζαν πεντακάθαρα κάτω από τον πρωινό ήλιο. Η συμμετρική ομορφιά του δέντρου έδινε σχήμα στον ουρανό, και καθώς ήταν τυλιγμένο με το φως του πρωινού, έμοιαζε να είναι το μόνο αληθινά ζωντανό πλάσμα στον κόσμο.
Βρισκόταν στο κέντρο ενός μεγάλο αγρού, με μία μοναχικότητα γεμάτη αξιοπρέπεια. Ήταν Άνοιξη. Κάθισα στο χώμα ακουμπώντας στον τεράστιο κορμό της, νοιώθοντας μία απίστευτη ενέργεια να με γεμίζει! Η βελανιδιά κι εγώ είχαμε γίνει φίλοι.
Από τότε άρχισα να την επισκέπτομαι κάθε φορά που είχα λίγο καιρό. Ήταν όπως έχεις ένα φίλο στα χρόνια της εφηβείας και θέλεις να είσαστε όσο πιο πολύ γίνεται μαζί. Κι ύστερα κάποια μέρα, μεταφράζοντας το βιβλίο ενός φιλόσοφου, έπεσα πάνω στη φράση, «το υπέροχο σχήμα αιωνόβιου δέντρου σε μοναχικό αγρό». Έτσι μου ήρθε η ιδέα ενός βιβλίου. Άρχισα να πηγαίνω σχεδόν κάθε μέρα, επί ένα χρόνο, σε διαφορετικές ώρες, με την φωτογραφική μου μηχανή – όχι την ψηφιακή. Μάζεψα 405 slights. Ύστερα από ένα χρόνο διάλεξα τα καλύτερα από αυτά, και μαζί με μερικά κείμενα για δέντρα, αυτού του φιλόσοφου σχεδίασα αυτό το άλμπουμ.

Καθώς ο ήλιος σηκώνεται αργά πάνω από τον ορίζοντα, πάνω από τα δέντρα, αυτό ειδικά το δέντρο γίνεται ξαφνικά χρυσαφί.Όλα τα φύλλα λάμtreesunset.jpgπουν από ζωή και καθώς περνάει η ώρα κοιτάζοντάς το, αυτό το δέντρο -που το όνομά του δεν έχει σημασία, εκείνο που έχει σημασία είναι το ίδιο το όμορφο δέντρο- μοιάζει να καλύπτει όλη την περιοχή με μια εξαιρετική ποιότητα. Καθώς ο ήλιος ανεβαίνει λίγο ψηλότερα τα φύλλα αρχίζουν να τρεμουλιάζουν, να χορεύουν. Και κάθε στιγμή που περνάει μοιάζει να δίνει στο δέντρο μια διαφορετική ποιότητα. Πριν ανατείλει ο ήλιος έχει μια μελαγχολική αίσθηση, ήσυχη, απόμακρη, γεμάτη αξιοπρέπεια. Όταν αρχίζει η μέρα τα φύλλα του, με το φως να πέφτει επάνω τους, χορεύουν και σου δίνουν εκείνη την παράξενη αίσθηση της μεγάλης ομορφιάς. Γύρω στο μεσημέρι οι σκιές του βαθαίνουν και μπορείς να καθίσεις εκεί προστατευμένος από τον ήλιο, παρέα με το δέντρο, χωρίς ποτέ να νιώθεις μόνος. Καθώς κάθεσαι εκεί υπάρχει μια σχέση βαθιά, σταθερή, σίγουρη και με μια ελευθερία που μόνο τα δέντρα μπορούν να ξέρουν.

Το σούρουπο, όταν στα δυτικά οι ουρανοί παίρνουν φωτιά από τον ήλιο που δύει το δέντρο – σιγά σιγά – καθώς κλείνεται στον εαυτό του γίνεται μουντό, σκοτεινό. Ο ουρανός γίνεται κόκκινος, κίτρινος, πράσινος, αλλά το δέντρο παραμένει ήσυχο, κρυφό και ξεκουράζεται για τη νύχτα.

treesunrise.jpg

Πόσο λίγοι βλέπουν με την καρδιά τους τα βουνά ή ένα σύννεφο ή κάποιο δέντρο! Ρίχνουν μια ματιά, κάνουν κάποιο σχόλιο και προσπερνάνε. Οι λέξεις, οι χειρονομίες, οι σκέψεις, τα συναισθήματα σε εμποδίζουν να δεις. Δίνονται ονόματα στα δέντρα, στα λουλούδια, κατατάσσονται σε κάποιο είδος κι αυτό είναι όλο. Βλέπεις ένα τοπίο μέσα από ένα παράθυρο κι αν τυχαίνει να κάποια εξοικείωση με τη ζωγραφική λες -αμέσως σχεδόν- ότι μοιάζει με κάποιους μεσαιωνικούς πίνακες ή αναφέρεις το όνομα του τάδε μοντέρνου ζωγράφου. ‘Η αν πάλι είσαι συγγραφέας, το κοιτάς με σκοπό να το περιγράψεις μετά. Μπορεί να είσαι καλλιτέχνης και να μην έχεις προσέξει ποτέ την καμπύλη κάποιου λόφου ή τα λουλούδια στα πόδια σου· είσαι παγιδευμένος στο να παλεύεις καθημερινά να γίνεις κάποιος κι οι φιλοδοξίες σου σ’ έχουν αρπάξει απ΄ το λαιμό. Κι αν κάνεις κάποια δουλειά που σε υποχρεώνει να περνάς τη ζωή σου κάθε μέρα από τις οχτώ έως τις πέντε σε ένα γραφείο, πιθανόν να μην βλέπεις ποτέ, τίποτα.

 

treespring.jpg

ΑΝΟΙΞΗ
treesummer.jpg
ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
treeautumn.jpg
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
treewinter.jpg
ΧΕΙΜΩΝΑΣ

Έχετε προσέξει ποτέ πόσο όμορφο είναι κάποιο δέντρο που ορθώνεται γυμνό κόντρα στον ουρανό; Όλα τα κλαδιά του είναι σαν ζωγραφισμένα και η γύμνια του είναι ένα ποίημα, ένα τραγούδι. Όλα τα φύλλα του έχουν χαθεί και περιμένει την άνοιξη. Κι όταν θα έρθει η άνοιξη θα ξαναγεμίσει το δέντρο με τη μουσική από πολλά φύλλα, που όταν περάσει η εποχή τους θα πέσουν κι αυτά και θα τα παρασύρει ο άνεμος, κι έτσι είναι όλη η ζωή.

Ο Παραμυθάς, όταν ήτανε κι αυτός παιδί…

Όταν άνοιξα αυτό το blog δεν είχα στο νου μου να βάζω τίποτα το προσωπικό. Αλλά καθώς ήμουν ανοιχτός να πάει όπου θέλατε εσείς και βλέποντας τα δικά σας blog, άρχισα να μπαίνουν εδώ και προσωπικά στοιχεία: από σκέψεις μου έως το εγγονάκι μου. Για σήμερα σας έχω κάτι που θέλω να το δείτε, έτσι όπως θα διηγόμουν σε κάποιον καινούργιο καλό μου φίλο, διάφορα πράγματα από τη ζωή μου.
Όσοι δεν βαρεθήκατε να διαβάσετε το αναλυτικό βιογραφικό σημείωμα του blog, θα είδατε ότι η καριέρα μου ως ηθοποιός τελείωσε το 1974 (θεωρώ καριέρα μου ως ηθοποιός το θέατρο) και άρχισε το 1951, όταν ήμουν οκτώμιση χρονών. Αν υπάρχουν ανάμεσά σας κάποιοι πάνω από 60 χρονών, θα θυμούνται το ΘΕΑΤΡΟ ΚΥΒΕΛΗΣ στην Πλατεία Συντάγματος – Μητροπόλεως και Φιλελλήλων γωνία. Εκεί έπαιζα, μέσο όρο πέντε φορές την εβδομάδα, στο παιδικό θέατρο. Αντίθετα με άλλα παιδιά που βγήκαν μετά από μένα στο παιδικό θέατρο και έπαιζαν σε πολλές ταινίες – όπως ο Γιάννης ο Καλατζόπουλος, ο Βασίλης ο Καϊλας κ.λπ. – εμένα δεν με άφηναν οι γονείς μου να δουλεύω στον κινηματογράφο. Εξαίρεση έγινε δύο φορές: η πρώτη το 1955για να παίξω στην ταινία «Η ΑΓΝΩΣΤΟΣ», (παίχτηκε τον Μάρτιο του 1956) , επειδή πρωταγωνιστούσε η Κυβέλη που ήταν νονά μου και η δεύτερη το 1959, για να παίξω στην ταινία ΕΡΟΪΚΑ, για χάρη του Μιχάλη του Κακογιάννη που ήταν σκηνοθέτης της ταινίας.
Σήμερα, έχουμε μοντάρει για εδώ έντεκα λεπτά από την αρχή της ταινίας όπου παίζω εγώ. Αυτή είναι μία από τις εκπλήξεις που σας είπα. Δεν ξέρω αν θα είναι για σας, αλλά για μένα ήταν όταν την είδα μετά από πάρα πολλά χρόνια. Ελπίζω, τουλάχιστον, να διασκεδάσετε.

Σας φιλώ.
Π.
Υ.Γ. Μόλις είδα – 7 και 25 το βράδυ – ότι τα σχόλιά σας έσπασαν το φράγμα των 2.000 !!! Τι να πω… Έχω μείνει!

 

 

«Τι είναι αυτό;» – η ταινία

Θα θυμάστε – όσοι την διαβάσετε – μια ιστορία που είχα βάλει τον Μάιο με τίτλο, «Τι είναι αυτό;» Αυτή την ιστορία την πήρε ο «μάστορας» από το blog μου – όπως έχει κάνει με ιστορίες και άλλων blog για να φτιάξει τις ταινίες στην κατηγορία τού blog του «THE SERIES» – κι έκανε μία ταινία μικρού μήκους, διάρκειας 5 λεπτών, που όμως, δεν θα μπει στο blogg του, ούτε εγώ μπορώ να το βάλω εδώ, γιατί θα παίζεται το χειμώνα στα VILLAGE CINEMAS, μαζί με την ελληνική ταινία, «Το Φιλί της Ζωής», του Νίκου Ζαπατίνα. Εδώ θα σας βάλω μόνο μερικές φωτογραφίες από το γύρισμα κι ένα βιντεάκι που γύρισα με το κινητό μου.

http://youtube.com/watch?v=ADDQs6YOZHw

ti-einai01.jpg

ti-einai02.jpg

ti-einai05.jpg

ti-einai03.jpg

ti-einai04.jpg

ti-einai06.jpg

Το κόστος του μαθήματος

Αποθύμησα τον Χότζα. Να μια γρήγορη ιστορία του.

Μια μxotzas-08.jpgέρα ο Νασρεντίν αποφάσισε να εκμεταλλευτεί τον ελεύθερο χρόνο του και να επωφεληθεί μαθαίνοντας κάτι καινούργιο. Αφού το σκέφτηκε καλά, αποφάσισε να μάθει να παίζει κάποιο μουσικό όργανο.
Μια και δυο πάει και βρίσκει ένα δάσκαλο μουσικής.
«Πόσα θα με χρέωνες για να με μάθεις να παίζω κιθάρα»;
«Τρία ασημένια νομίσματα για τον πρώτο μήνα», απάντησε ο μουσικός, «και από ‘κει και μετά, μόνο  ένα ασημένιο νόμισμα τον μήνα».
«Α, πολύ ωραία», είπε ο Χότζας. «Θα αρχίσω τα μαθήματα από τον δεύτερο μήνα».

Καλό βράδυ.
Π.

Ο Παραμυθάς στο Γηροκομείο. (Γ’ Μέρος)

Κυριακή πρωί και διαβάζοντας ένα από τα σχόλιά σας – της unamama – σκέφτηκα ότι ίσως είχε δίκιο η υπεύθυνη του Εκδοτικού Οίκου που δεν ήθελε να βάλω αυτή την αρχή. Την θεωρούσε πολύ θλιβερή. Το ξανασκέφτηκα, αλλά νομίζω ότι δεν είναι έτσι γιατί στο βιβλίο θα υπήρχε και η συνέχεια που υπάρχει εδώ σήμερα και όπου αυτό που υπονοείται (βρείτε μόνοι σας, δεν το λέω) το κάνει να μην είναι θλιβερό. Για να μην μείνει, λοιπόν, λυπημένη η unamama, είπα να μην περιμένω να έρθει το βράδυ – που συνήθως ανεβάζω τα posts – για να βάλω το τρίτο και τελευταίο μέρος, αλλά να το βάλω τώρα. Για να δούμε, θα ανοίξει και η unamama το blog από διαίσθηση νωρίτερα…

Η μάγισσα Άιναφετς (συνέχεια)

Κρατούσα ακόμα και την αναπνοή μου για να μην την ενοχλήσω. Αλλά, πράγμα περίεργο για μένα τότε -γιατί αργότερα που έμαθα όλα εκείνα τα παράξενα για ‘κείνη τίποτα δε μου φαινόταν πια περίεργο- λες και κατάλαβε ότι ήμουν πίσω της και την παρακολουθούσα, γύρισε και με κοίταξε. Το κεφάλι της μου φάνηκε πως γύρισε πολύ αργά -όπως στις ταινίες στον κινηματογράφο όταν όλα γίνονται με αργή κίνηση- και είδα το πρόσωπό της! Ήταν σαν ζωγραφιά! Αλήθεια. Σαν πανέμορφη ζωγραφιά βιβλίου! Ολόκληρη ήταν μια ζωγραφιά αληθινή! Μου γέλασε σαν να με ήξερε και μου είπε: «Σας αρέσει κι εσάς να κάνετε βόλτα στον κήπο;» Ε, εκείνη τη στιγμή την αγάπησα. Κεραυνοβόλα!
– Ναι, μου… μου… αρέσει, είπα έχοντάς τα λίγο χαμένα.
– Εσείς δεν είστε ο Παραμυθάς, που κάνετε εκείνη την εκπομπή στην τηλεόραση;
– Ναι, αλλά το όνομά μου δεν είναι αυτό, αν και πρέπει να ομολογήσω πως έτσι με φωνάζουν όλοι.
– Κι εγώ θα σας φωνάζω έτσι, γιατί μ’ αρέσει αυτό το όνομα. Είναι τρυφερό. Ή, τουλάχιστον, εσείς το έχετε κάνει τρυφερό. Μα… για σταθείτε. Πώς βρεθήκατε εδώ στο γηροκομείο; Πριν λίγες μέρες είδα την εκπομπή σας;
– Είναι μεγάλη ιστορία, της απάντησα. Αλλά δεν μου είπατε, εσάς πώς σας λένε;
– Άιναφετς.
– Άιναφετς! Παράξενο όνομα!
– Όλες οι μάγισσες έχουμε παράξενα ονόματα. Κι εσείς, στην εκπομπής σας δεν είχατε μια μάγισσα που τη λέγανε Κλοκλό;
– Δηλαδή… δηλαδή, θέλετε να πείτε ότι εσείς… είσαστε….
– Μάγισσα.
«Σε τρελή έπεσα!» σκέφτηκα, αλλά είπα:
– Δηλαδή, είστε μάγισσα-μάγισσα ή….
– Είμαι κανονική μάγισσα, είπε γελώντας.
– Και δηλαδή, σαν τι είδους μάγια κάνετε, ρώτησα δύσπιστα για να την πιάσω.
– Μμμμ…. κατ’ αρχήν διαβάζω τη σκέψη των άλλων. Να, λίγο πριν σκεφτήκατε: «Σε τρελή έπεσα».
Κοκκίνισα μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών μου και παρακάλεσα μέσα μου να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Εκείνη έβαλε τα γέλια σαν παιδί που βλέπει κάποιον να παίρνει τούμπα στο δρόμο.
– Να, τώρα σκεφτήκατε ν’ ανοίξει η γη να σας καταπιεί.
Ε, όχι! Αυτό πήγαινε πολύ!
– Θα με τρελάνετε, της είπα.
– Έτσι, θα είμαστε δύο οι τρελοί, απάντησε με ένα χαμόγελο όλο καλοσύνη και συνέχισε αναστενάζοντας:
– Αχ, κύριε Παραμυθά, περίμενα ότι θα είσαστε πιο ανοιχτό μυαλό. Το βλέπω. Δεν μ’ έχετε πιστέψει ακόμα. Ορίστε, λοιπόν, είπε και εξαφανίστηκε!
Κοίταξα γύρω μου. Δεν ήταν πουθενά! Λες κι άνοιξε η γη και την κατάπιε! Τα ‘χασα! «Δεν μπορεί, ονειρεύομαι», είπα.
– Όχι, δεν ονειρεύεστε, ακούστηκε η φωνή της από το πουθενά.
Δεν πρόλαβα να συνέλθω και ξαφνικά, το παγκάκι μπροστά στα μάτια μου άρχισε να σηκώνεται στον αέρα!
– Σας πιστεύω, σας πιστεύω… Βγείτε να σας δω, φώναξα λες και παίζαμε κρυφτό και δεν την έβρισκα.
Την είδα ξαφνικά να κάθεται πάνω στο παγκάκι που κόντευε να πάει πάνω από τα δέντρα και σαν να μη συνέβαινε τίποτα… προσγειώθηκε μπροστά μου γελώντας.
– Μα πώς… δεν καταλαβαίνω… δεν είναι δυνατόν… ψέλλισα, χωρίς να πιστεύω ακόμα ούτε τα ίδια μου τα μάτια.
Ο ήχος μιας μικρής καμπάνας ακούστηκε από το βάθος του κήπου.
– Είναι ώρα για μεσημεριανό, μου είπε. Θέλετε να πάμε να φάμε παρέα;
-Ναι και βέβαια… απάντησα έχοντάς τα ακόμα χαμένα. Όλα τα περίμενα πια στη ζωή μου, αλλά και ότι θα συναντούσα μια αληθινή μάγισσα στο γηροκομείο, αυτό όποιος και να μου το έλεγε δεν θα τον πίστευα! Θα ‘πρεπε, όμως, γιατί σ’ αυτή την ηλικία πρέπει πια να έχει καταλάβει κανείς, ότι η ζωή έχει περισσότερη φαντασία και από την πιο απίθανη ταινία science fiction. Όπως καταλαβαίνετε, έπαψα να σκέφτομαι να φύγω αμέσως για να γλυτώσω το νερόβραστο μεσημεριανό φαγητό και το ανέβαλα γι’ αργότερα.

Καθίσαμε στο ίδιο τραπέζι και με είχε τόσο πολύ «μαγέψει» η Άιναφετς -κι όχι επειδή ήταν μάγισσα- που δεν πρόσεξα ούτε τι έτρωγα! Ούτε κι εγώ ξέρω για τι πράγμα μιλούσαμε. Σημασία είχε που νιώθαμε κι οι δυο πολύ ωραία που είμαστε μαζί, που τρώγαμε μαζί, που κουβεντιάζαμε. Κάναμε πολύ καλή παρέα και πολύ σύντομα νιώσαμε τέτοια οικειότητα που αρχίσαμε να μιλάμε στον ενικό ο ένας στον άλλον.
– Θες να πεις, δηλαδή, ότι οι μάγοι δε διαφέρουν σε τίποτα από του άλλους ανθρώπους, τη ρώτησα καθώς μου εξηγούσε πώς είναι οι αληθινοί μάγοι κι όχι εκείνοι που βγαίνουν στο τσίρκο ή την τηλεόραση.
– Οι αληθινοί μάγοι, εκείνοι που έχουν έρθει για να κάνουν το καλό, είναι φυσιολογικοί άνθρωποι και δεν τους ξέρει κανείς. Βοηθάνε χωρίς να τους παίρνουν οι άλλοι χαμπάρι, και ζούνε μια κανονική ζωή σαν όλους τους ανθρώπους. Δουλεύουν, παντρεύονται, κάνουν παιδιά, γελάνε, κλαίνε, χαίρονται, λυπούνται, συμπονούν, θυμώνουν… Το μόνο, ίσως, που δεν τους συμβαίνει είναι ότι δεν υποφέρουν και σίγουρα δεν βλάπτουν ποτέ κανένα και για κανένα λόγο. Δεν είναι ποτέ δυστυχισμένοι. Και, βέβαια, κι αυτοί κάποτε -όπως όλοι- πεθαίνουν.
Μου ήταν αδύνατο να πιστέψω όλα όσα μου συνέβαιναν. Έμοιαζε σαν να είμαι στο γύρισμα κάποιας εκπομπής μου στην τηλεόραση. Η Άιναφετς έπιασε και πάλι τις σκέψεις μου, καθώς είχαμε βγει από την τραπεζαρία και προχωρούσαμε προς τον κήπο.
– Το ξέρω ότι είναι δύσκολο να τα πιστέψει κανείς όλα αυτά. Αλλά έλεγα ότι ύστερα από όσα έχεις κάνει στην τηλεόραση, θα τα θεωρούσες όλα πολύ πιθανά.
– Τα θεωρώ…τα θεωρώ… είπα γρήγορα, αλλά να… μου έχει έρθει λίγο ξαφνικό. Δεν πιστεύω να σε στενοχωρώ;
– Καθόλου. Είσαι πολύ καλός άνθρωπος, Παραμυθά. Και ξέρεις κάτι; Νομίζω πως τώρα που το σκέφτομαι, ήρθε η ώρα να κάνω εκείνο που υποσχέθηκα στον μακαρίτη τον άντρα μου. Είμαι σίγουρη ότι είσαι αυτός που πρέπει.
– Τι θέλεις να πεις, ρώτησα καθώς δεν κατάλαβα τίποτα.
– Θα δεις, μου είπε και πιάνοντάς με από το χέρι πήγαμε γρήγορα στο δωμάτιό της.

paramithas-ainafets-2.jpg

Το μαγικό γιλέκο

Μόλις μπήκαμε στο δωμάτιό της, που ήταν πολύ ευχάριστο και άψογα τακτοποιημένο, χάιδεψε μια πανέμορφη φουντωτή γάτα που χουζούρευε στο κρεβάτι κι έβγαλε από κάτω ένα παλιό μικρό βαλιτσάκι. Κάθισε στην πολυθρόνα βάζοντάς το στα γόνατά της και κρατώντας το τρυφερά. Μόλις το άνοιξε, είδα μέσα ένα ωραίο αντρικό μάλλινο γιλέκο που ‘χε ένα γλυκό, σκούρο κόκκινο, χρώμα.
– Πάρ’ το, μου λέει απλώνοντας το χέρι της με το γιλέκο προς το μέρος μου. Είναι πολύτιμο κι εγώ δεν μπορώ να το κάνω τίποτα. Ήταν του άντρα μου. Μου είχε πει πεθαίνοντας ότι πρέπει να το χαρίσω μόνο σε όποιον θα ένιωθα ότι είναι πολύ καλός και θα ήμουν σίγουρη ότι δεν θα το χρησιμοποιούσε ποτέ για κακό. Δεν είχε σημασία αν θα ήταν μάγος ή όχι. Αρκεί να ήταν καλός.
Δεν καταλάβαινα τίποτα. Κοιτούσα το καλοραμμένο γιλέκο και δίσταζα να το πάρω στα χέρια μου.
– Μα τι… γιατί; Δεν καταλαβαίνω…
Φόρεσέ το και θα καταλάβεις, επέμενε.
Το πήρα στα χέρια μου και διστακτικά το φόρεσα. Μου ήρθε τέλεια! Τα είχα λίγο χαμένα. Μια κοιτούσα την Άιναφετς και μια το γιλέκο. Το άγγιξα κοιτάζοντάς το και μηχανικά κάθισα στην καρέκλα.
«Κάθεσαι, σε παρακαλώ, λίγο πιο μπροστά γιατί με κουράζεις έτσι»;
– Τι είπες, ρώτησα τη μάγισσα, χωρίς να σηκώσω τα μάτια μου από το γιλέκο, που μ’ έκανε να νιώθω περίεργα.
– Μα, δεν μίλησα εγώ, μου απαντάει εκείνη χαμογελώντας.
«Εγώ, μίλησα, η καρέκλα», ακούω μια φωνή να λέει κάτω από τον ποπό μου!
«Πάει τρελάθηκα», λέω μέσα μου, «νομίζω πως μιλάνε οι καρέκλες.»
«Και βέβαια μιλάνε», μου απαντάει νιαουρίζοντας η γάτα, αλλά εγώ την κατάλαβα μια χαρά σαν να είχε μιλήσει με ανθρώπινη φωνή!
«Τώρα είναι που θα τα παίξει τελείως ο παππούς,» μου φάνηκε ότι είπαν τα λουλούδια στο βάζο δίπλα μου.
Φαίνεται ότι το ύφος μου είχε πάρει κάποια πολύ αστεία έκφραση γιατί η Άιναφετς, που με παρακολουθούσε, άρχισε να γελάει χωρίς να μπορεί να κρατηθεί.
– Δεν είσαι τρελός, μου λέει, το γιλέκο είναι μαγικό. Όταν το φοράς μπορείς να μιλάς με τα ζώα, τα φυτά και τα πράγματα. Κι όχι μόνο αυτό. Να: πες ότι θες να γίνεις μικρός σαν καρφίτσα και θα δεις.
Χωρίς να το καλοσκεφτώ, το είπα και φσσστ… είδα να περνάει από πάνω μου ένα τεράστιο ζώο, που ήταν βέβαια ένα μικρό αθώο μυρμήγκι! Κατατρόμαξα!
– Τι να κάνω τώρα, τσίριξα με μια περίεργη φωνούλα που δεν έμοιαζε για δική μου.
– Σκέψου να γίνεις μεγάλος σαν ντουλάπα, είπε η Άιναφετς, που τώρα μπροστά μου έμοιαζε γίγαντας. Το σκέφτηκα και μπαμ, χτύπησε το κεφάλι μου στο ταβάνι.
– Οχ, βόγκηξα.
– Πες τώρα να γίνεις όπως ήσουν, μου είπε εκείνη και το έκανα.
– Απίστευτο, μουρμούρισα σαν χαμένος, καθώς ξανάγινα όπως ήμουν. Δεν καταλαβαίνω… Αυτά είναι όλα όσα έκανα στα ψέματα, όταν φορούσα ένα γιλέκο, στην τηλεόραση, στην εκπομπή που είχα! Υποτίθεται ότι μια νεράιδα μου είχε χαρίσει ένα μαγικό γιλέκο που όταν το φορούσα γινόμουν πολύ πολύ μικρός, πολύ πολύ μεγάλος, καταλάβαινα τη γλώσσα των φυτών, των ζώων και των πραγμάτων και… μπορούσα να πετάω… Δεν πιστεύω να… και σταμάτησα μένοντας με το στόμα ανοιχτό και τα μάτια γουρλωμένα.
– Πήγαινε μπροστά στο παράθυρο, άπλωσε τα χέρια σου και σκέψου να πετάξεις, μου είπε σοβαρά η Άιναφετς.
Την κοίταξα δύσπιστα. Ύστερα προχώρησα διστακτικά προς το παράθυρο. Την ξανακοίταξα σαν υπνωτισμένος και άπλωσα τα χέρια μου. «Να πετάξω», σκέφτηκα. Τα πόδια μου υψώθηκαν από το έδαφος, έσκυψα το κεφάλι μου και βρέθηκα να πετάω έξω στο δρόμο πάνω από τα σπίτια. Κόντεψα να τρακάρω στις κεραίες της τηλεόρασης κάποιας ταράτσας και πήρα κάνα δυο κολοτούμπες στον αέρα. «Θα κάνω ό,τι έκανα και στην τηλεόραση όταν γυρίζαμε την εκπομπή», σκέφτηκα κι άρχισα να κάνω τις γνώριμες κινήσεις που έκανα στο στούντιο την ώρα του γυρίσματος εδώ και είκοσι χρόνια. «Αυτό είναι», σκέφτηκα πετώντας πάνω από την Αθήνα, «κοιμάμαι κι ονειρεύομαι ότι πετάω. Έτσι εξηγείται. Ας το ευχαριστηθώ, λοιπόν.» Χαμογέλασα, κι είπα να κάνω μια βόλτα ως τον Πειραιά. Πέρασα πάνω από τον Λυκαβηττό, έκανα δυο βόλτες πάνω από την Ακρόπολη κι ύστερα γύρισα για λίγο πάνω από το λιμάνι του Πειραιά, χαζεύοντας τα καράβια. Τόσο ψηλά που πετούσα κι έτσι μικροκαμωμένος που ήμουν, σίγουρα από κάτω θα φαινόμουν σαν κανένα μεγάλο πουλί, γι’ αυτό δεν μου έδινε κανείς σημασία. «Μπορείς, σε παρακαλώ, να γυρίσεις πίσω;» άκουσα μέσα στο κεφάλι μου τη φωνή της Άιναφετς. «Χα, χα», γέλασα μέσα μου, «πολύ προχωρημένο όνειρο! Τώρα μου μεταδίδουν οι άλλοι και τη σκέψη τους. Ας γυρίσω πίσω».
Σε λίγο προσγειώθηκα μέσα στο δωμάτιο της μάγισσας. «Ωραίααα», είπα μέσα μου, «και τώρα όπου να ‘ναι θα ξυπνήσω κι όλα θα τελειώσουν».
– Ακόμα δεν το πιστεύεις; Τι άλλο θέλεις να γίνει για να καταλάβεις ότι δεν ονειρεύεσαι, επέμενε.
Καθώς ανασήκωνα τους ώμους μου, πήρε μια μεγάλη, παλιά καρφίτσα καπέλου και με τσίμπησε με δύναμη στο χέρι.
– Άου, φώναξα από πόνο. Κι αμέσως μετά τα ‘χασα.
– Δηλαδή… ψέλλισα.
– Είσαι ξύπνιος κι όλα αυτά σου συμβαίνουν στ’ αλήθεια.
– Μα πώς…. δεν…. δηλαδή…
– Δηλαδή μ’ αυτό το γιλέκο πετάς στ’ αλήθεια, όπως πετούσες στα ψέματα στην τηλεόραση. Τελεία και παύλα.
«Για να μην έχω ξυπνήσει ακόμα», σκέφτηκα, «θα πρέπει να είναι αλήθεια.»
– Είναι, μου απάντησε διαβάζοντας για άλλη μια φορά τη σκέψη μου.
– Μα τότε… αν έχω ένα γιλέκο που μπορεί να με κάνει να πετάω στ’ αλήθεια, τότε…. μπορώ να παίξω τον «Παραμυθά» και στο θέατρο που ήταν πάντα το όνειρό μου και δεν μπορούσε να γίνει.
– Μμμμ… δεν είμαι σίγουρη, είπε σκεφτική η Άιναφετς, όπως σου είπα…
– Όπως μου είπες, την έκοψα, δεν πρέπει να χρησιμοποιήσει κάνεις το γιλέκο για κακό. Εγώ θέλω να το χρησιμοποιήσω για να παίξω μια παράσταση στο θέατρο που θα διασκεδάζει τα παιδιά. Θέλω να διασκεδάσω τα παιδιά. Είναι κακό αυτό;
– Σίγουρα δεν είναι, αλλά πάλι… δεν ξέρω…
– Άκουσέ με: Έχουμε το γιλέκο, έχουμε συμπαθήσει ο ένας τον άλλον· μπορούμε να κάνουμε πολύ καλή παρέα· δεν είμαστε πια μόνοι μας, άρα γιατί να μείνουμε άλλο εδώ;
– Θέλεις να πεις…
– Ναι. Τώρα, δηλαδή, δεν έπιασες τη σκέψη μου;
Η Άιναφετς χαμογέλασε με ένα χαμόγελο που φώτισε το δωμάτιο και την ψυχή μου κι άξιζε πιο πολύ και από το μαγικό γιλέκο.
– Θέλεις να φύγουμε από ‘δω και να ζήσουμε μαζί. Αυτό σκέφτηκες.
– Ακριβώς.
– Να το συζητήσουμε λίγο;

– Όχι, είπα αποφασιστικά. Θα τηλεφωνήσω στα παιδιά μου να έρθουν να μας πάρουν.
– Μα τόσο γρήγορα;
– Τόσο. Θα ‘ρθεις Άιναφετς;
– Θα ‘ρθω, μου είπε χαμογελώντας και μου έδωσε ένα πολύ γλυκό φιλί στο μάγουλο που μ’ έκανε να πετάξω – από τη χαρά μου αυτή τη φορά.

Δεν πίστευαν στα μάτια τους στο Γηροκομείο εκείνο το απόγευμα όταν, ύστερα από κάποιες σύντομες τυπικές διατυπώσεις, είδαν την Άιναφετς κι εμένα να κατεβαίνουμε χεράκι χεράκι τη μεγάλη μαρμάρινη σκάλα που οδηγούσε στην έξοδο, ενώ πίσω μας έρχονταν χαρούμενα και τα δυο παιδιά μου με τις βαλίτσες μας.
– Χι…χι…. κεραυνοβόλος έρωτας, ψιθύρισε πονηρά μια γιαγιά με μπιρμπιλωτά μάτια στην πλαϊνή της.
Η Άιναφετς κι εγώ κοιταχτήκαμε και προχωρήσαμε χαμογελώντας ευχαριστημένοι προς την έξοδο όπου μας περίμενε ένα ταξί. Πίσω μας είχε μαζευτεί όλο το γηροκομείο. Σε πόρτες, σε παράθυρα, στις σκάλες παντού, στέκονταν ακίνητοι και μας παρακολουθούσαν σαν παράξενα όντα από άλλο πλανήτη. Πριν περάσουμε την μεγάλη καγκελόπορτα για πάντα γυρίσαμε και τους χαιρετήσαμε. Κάποιοι δάκρυσαν κι όλοι μαζί τότε ξέσπασαν σε ένα πολύ δυνατό χειροκρότημα καθώς η πόρτα του Γηροκομείου έκλεινε πίσω μας.

paramithas-ainafets-3.jpg

Αυτάααα… κορίτσια κι αγόρια που μεγαλώσατε με την εκπομπή «Ο Παραμυθάς¨. Κλείνοντας, πρέπει να πω ότι τα σχέδια που είδατε είναι του φίλου μου του Γιάννη του Βάμβουρα και είχαν γίνει σαν «σπουδή» για την ταινία με κινούμενα σχέδια πάνω στο βιβλίο μου, που δεν έγινε ποτέ.
Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ πολύ.
Ν.Π.

Ο Παραμυθάς στο Γηροκομείο. (Β’ Μέρος)

Το Γηροκομείο (Συνέχεια)

Καθώς περπατούσα στο μακρύ διάδρομο ακολουθώντας την κυρία, ένιωσα πίσω απ’ την πλάτη μου τα δύο παιδιά μου να με κοιτούν θλιμμένα. Δεν γύρισα να τα κοιτάξω για να μη δουν στα μάτια μου πως κι εγώ ήμουν θλιμμένος. «Αύριο θα μου ‘χει περάσει», σκέφτηκα. Σήκωσα το χέρι μου ψηλά και τους χαιρέτησα πίσω από τη πλάτη μου, χωρίς να γυρίσω. Στρίψαμε στο διάδρομο και με ‘χασαν από τα μάτια τους. Διάδρομοι με δωμάτια, μπάνια, τουαλέτες, τραπεζαρία, σαλόνι, και πάλι διάδρομοι με δωμάτια, μια βιβλιοθήκη, ο κήπος και….
– Κουράστηκα, είπα στην ευγενική κυρία που μου έκανε την ξενάγηση. Θα ήθελα να πάω στο δωμάτιό μου να ξαπλώσω για λίγο.
– Έχετε δίκιο, σας κούρασα. Αλλά δεν μπορείτε να πάτε ακόμα στο δωμάτιό σας. Είναι ώρα για φαγητό. Εκτός αν δεν πεινάτε, οπότε δεν πειράζει και να μη φάτε για ένα βράδυ.
– Όχι, όχι, θα ‘θελα να τσιμπήσω κάτι, είπα και σκέφτηκα με απελπισία ότι θα ‘ταν όπως στο στρατό: θα έπρεπε τις ίδιες ώρες να τρώμε όλοι μαζί και, βέβαια, το ίδιο φαγητό. «Ας ελπίσουμε ότι θα ‘ναι καλό», σκέφτηκα κι ακολούθησα την ευγενική κυρία.
– Ελάτε. Θα σας οδηγήσω στην τραπεζαρία. Μπορείτε να ξαπλώσετε μετά το φαγητό. Όλο τ’ απόγευμα είναι δικό σας.
Η τραπεζαρία ήταν τεράστια. Θα είμαστε γύρω στα εξήντα άτομα. Άντρες και γυναίκες. Μεγαλύτεροί μου, αλλά -για μεγάλη μου έκπληξη- και μικρότεροί μου – ε, όχι και πολύ μικρότεροι βέβαια. Ένιωσα αμήχανα. Πάντα νιώθω αμήχανα όταν μπαίνω σε χώρο με κόσμο κι όλοι γυρίζουν και με κοιτάζουν. Ενώ γινόταν φασαρία, μόλις μπήκα όλοι σώπασαν και γύρισαν το βλέμμα τους επάνω μου. «Αυτός που κάνει τον Παραμυθά στην τηλεόραση», ακούστηκε κάποιος να ψιθυρίζει. Κάθισα στη θέση που μου έδειξε η κυρία.
– Αν με θελήσετε κάτι, ξέρετε πού θα με βρείτε. Καλή όρεξη.
– Ευχαριστώ, είπα και καθώς είχα αρχίσει να πεινάω γύρισα να δω τι είχε το πιάτο μου. Ένα «οχ» απογοήτευσης μου ξέφυγε, από το στόμα και κοίταξα ντροπιασμένος τους διπλανούς μου. Ευτυχώς δεν με είχαν ακούσει. Κολοκυθάκια βραστά, παντζάρια, πατάτες βραστές, φρυγανιές και κομπόστα βερίκοκο! Μπλιαχ!!! «Να ‘ταν τουλάχιστον οι πατάτες τηγανητές», σκέφτηκα με απελπισία. Έφαγα μια δυο μπουκιές απ’ όλα και προσπαθώντας να μη με προσέξουν, βγήκα από την τραπεζαρία.
Είχε αρχίσει να νυχτώνει. Τα πανύψηλα δέντρα του μεγάλου κήπου άρχισαν να αποσύρονται στον εαυτό τους για τη νύχτα, ρίχνοντας γύρω τις τελευταίες σκοτεινές σκιές τους. Περπάτησα στο πλακοστρωμένο μονοπάτι με σκυμμένο το κεφάλι. Ένα τραγούδι μπλουζ της δεκαετίας του πενήντα που ακουγόταν δυνατά από κάποια απ’ τις γύρω πολυκατοικίες, μου θύμισε τα νιάτα μου. Χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα να χορεύω το μελαγχολικό κομμάτι, έχοντας τυλίξει τα χέρια μου γύρω από το σώμα μου, σαν να χόρευα με κάποια κοπέλα. Καθώς στριφογύριζα, έφτασα στα σιδερένια κάγκελα της μάντρας του γηροκομείου. Απ’ έξω η ζωή συνεχιζόταν όπως πάντα. Στο απέναντι πεζοδρόμιο, ήταν ένα φασφουντάδικο γεμάτο λαμπερά φώτα κι η μυρωδιά από τις τηγανητές πατάτες έφτανε ως εμένα. Μμμμμ! … Πατάτες τηγανητές! Αχ και να μπορούσα να πετάω στ’ αλήθεια όπως ο Παραμυθάς… Θα πεταγόμουν στο πι και φι απέναντι να πάρω μία μεγάλη μερίδα τηγανητές πατάτες… Κοίταξα τα σιδερένια κάγκελα που υψώνονταν μπροστά μου. «Όχι, δεν πρέπει να το κάνω αυτό. Θα γίνω ρεζίλι», αλλά πριν προλάβω να το καλοσκεφτώ είχα αρχίσει να σκαρφαλώνω στα κάγκελα, από τη δεξιά μεριά, όπου καθώς μπήγονταν τα κάγκελα στην πέτρινη κολώνα έφτιαχναν μία καταπληκτική σκάλα.
Σε λίγο ήμουν στο πεζοδρόμιο. «Ουάου!» Μου ξέφυγε δυνατά. «Φοβερή ελευθερία!»
Ευτυχώς εκείνη τη στιγμή δεν περνούσε κανένας στο δρόμο, γιατί αν μ’ έβλεπαν ή θα φώναζαν την αστυνομία ή θα μ’ έπαιρναν για τρελό! Ξεσκονίστηκα και σαν κύριος ήμουν σε λίγο μπροστά στο φαστφουντάδικο.
– Μία πατάτες, παρακαλώ, είπα στην ευγενική κοπέλα που ρώτησε τι θα παραγγείλω.
– Μεγάλη ή μικρή, με ρώτησε.
– Μεγάλη, είπα κι ένιωσα να κοκκινίζω σαν να με έπιασαν να κάνω κάποια αταξία.
– Τέσσερα ευρώ, είπε η κοπέλα, χτυπώντας το ποσό στην ταμειακή μηχανή.
Έβαλα το χέρι στην τσέπη. Καταστροφή! Δεν είχα μία επάνω μου! Όλα τα χρήματά μου ήταν στο δωμάτιό μου. Αχ και να μπορούσα να πετάω στ’ αλήθεια, όπως στην τηλεόραση. Με σκέφτηκα να δίνω μία, να πετάω στο δωμάτιό μου και να ξαναγυρνάω σε ένα λεπτό εδώ.
– Ξέρετε, αφήστε καλύτερα, δεν… είπα ντροπιασμένα.
– Με συγχωρείτε, εσείς δεν κάνετε τον Παραμυθά στην τηλεόραση, ρώτησε μία συμπαθητική κυρία που περίμενε τη σειρά της πίσω μου.
– Ναι, ψέλλισα, ντροπιασμένος κι αμήχανος.
– Τα παιδιά μου μεγάλωσαν με τις εκπομπές σας – κι εγώ άλλωστε, γιατί παντρεύτηκα μικρή και τις έβλεπα μαζί τους.
– Μπορείτε σας παρακαλώ να με πληρώσετε για να κλείσω το ταμείο, είπε ευγενικά η κοπέλα πίσω από τον πάγκο.
Παρακάλεσα να ανοίξει η γη να με καταπιεί.
– Ξέρετε, όπως σας είπα, δεν… ψέλλισα.
– Με συγχωρείτε που γίνομαι αδιάκριτη, είπε η συμπαθητική κυρία πίσω μου, μήπως δεν έχετε χρήματα μαζί σας;
– Ναι, ξέρετε… άρχισα να λέω, αλλά άντε να εξηγείς τώρα.
– Σας παρακαλώ, άνθρωποι είμαστε, επιτρέψτε μου να σας τις προσφέρω εγώ τις πατάτες.
Μα τι λέτε, τώρα… άρχισα να λέω.
– Α, θα με προσβάλλετε, είπε η συμπαθητική κυρία, τιμή μου και χαρά μου να σας προσφέρω τις πατάτες, κι έδωσε τα χρήματα στην κοπέλα που τα πήρε αμέσως και μου έδωσε τη γεμάτη σακούλα.
– Ευχαριστώ πολύ, δεν έπρεπε, ψιθύρισα κατακόκκινος ως τ’ αυτιά.
– Σας παρακαλώ, τι λέτε, επέμενε εκείνη.
– Καληνύχτα σας, μουρμούρισα και βγήκα γρήγορα έξω.
Το πάθος μου για τις τηγανητές πατάτες με είχε κάνει ρεζίλι. Αλλά και πάλι, άμα το καλοσκεφτείς, δεν έκανα και τίποτα κακό. Δεν έκλεψα. Κατά κάποιο τρόπο, ζητιάνεψα. «Ε, δεν είναι κι έγκλημα», κατέληξα καθώς καταβρόχθιζα τις πατάτες τρεις τρεις, περιμένοντας ν’ ανάψει το φανάρι για να περάσω απέναντι.
Μέχρι να φτάσω στα κάγκελα του Γηροκομείου τις είχα φάει όλες. Η επιστροφή ήταν εύκολη. Ήξερα πια το δρόμο. Πρόσεξα να μην περνάει κανείς, σκαρφάλωσα στη μάντρα, πέρασα μέσα από τα κάγκελα και σε λίγο κοιμόμουν σαν πουλάκι στο κρεβάτι μου, χωρίς να πάρει χαμπάρι κανένας τι έκανα. «Χα, χα, χα….», γέλασα ευχαριστημένος πριν κλείσω τα μάτια μου.

***

Η μάγισσα Άιναφετς

Το χτύπημα στην πόρτα γινόταν όλο και ποιο δυνατό! «Και τώρα πώς θα του ξεφύγω;» αναρωτήθηκα έντρομος. «Το μαγικό γιλέκο μου το άφησα στο στούντιο την τελευταία μέρα του γυρίσματος. Δεν μπορώ να πετάξω πια. Τώρα ο μάγος του γαλάζιου βουνού θα μ’ εκδικηθεί που του πήρα το μαγικό δαχτυλίδι του.» «Παραμυθά….Παραμυθά…». «Πού μ’ ανακάλυψε εδώ;» αναρωτήθηκα και κοίταξα γύρω μου. Άνοιξα την μπαλκονόπορτα και κοίταξα κάτω. «Δεν μπορώ να πετάξω, αλλά μπορώ να πηδήξω», σκέφτηκα. Έδωσα μια και…«οχ!» βόγκηξα καθώς χτύπησα πέφτοντας από το κρεβάτι. «Μπα! Όνειρο ήταν», ψιθύρισα. «Κύριε Παραμυθά, κύριε Παραμυθά…» ακούστηκε η φωνή της υπεύθυνης του γηροκομείου ανήσυχη, καθώς χτυπούσε πολύ δυνατά πια την πόρτα του δωματίου μου. Έβαλα γρήγορα γρήγορα μια ρόμπα κι άνοιξα την πόρτα.
– Συγνώμη κύριε… Παραμυθά, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ το κανονικό σας όνομα… Συγνώμη που ενοχλώ, αλλά το πρωινό έχει σερβιριστεί εδώ και ώρα στην τραπεζαρία και θα το χάσετε, μου είπε μαλώνοντάς με γλυκά η ευγενική κυρία.
– Με συγχωρείτε, με πήρε ο ύπνος, απολογήθηκα. Σε λίγα λεπτά θα είμαι εκεί.
Πολύ κακός τρόπος για πρωινό ξύπνημα. Μόνο όταν ήμουν στο στρατό έπρεπε να ξυπνάω μαζί με όλους τους άλλους για πρωινό. Αχ… έχω κάνει μεγάλη βλακεία! Δεν καθόμουν σπιτάκι μου, να κοιμάμαι και να ξυπνάω όποτε θέλω, να τρώω όποτε θέλω κι ό,τι θέλω και να βλέπω όποιον, όπου κι όταν θέλω εγώ; Σαν να ξαναπανγτρεύτηκα είναι όλο αυτό εδώ! Σιγά μην πάθαινα τίποτα που θα έμενα μόνος μου! Τι βλακεία! Μου φαίνεται πως πρέπει να φύγω, τώρα που είναι ακόμα νωρίς.
Όταν μετά από λίγο έφτασα στην τραπεζαρία, είχαν μείνει μόνο κάτι γεροντάκια σε ένα τραπέζι. «Χα…χα… Κι εσύ τι είσαι;», είπα στον εαυτό μου. «Δεν είσαι γεροντάκι;» Ναι είμαι. Αλλά βρε παιδί μου, δεν ξέρω… να … μόνο όταν κοιτάζομαι στο καθρέφτη το θυμάμαι ή όταν προσπαθώ να κάνω κάτι κουραστικό. Όλες τις άλλες ώρες νιώθω σαν να είμαι δεκαπέντε για να μην πω δέκα χρονών! Το πρωινό δεν ήταν κακό· ό,τι θα έτρωγα και στο σπίτι μου: τσάι -καφέ δεν πίνω ποτέ- φρυγανιές, βούτυρο, τυρί και μαρμελάδα. Ήμουν ο τελευταίος που σηκώθηκε και βγήκε από την μεγάλη τραπεζαρία.
Χάθηκα ανάμεσα στα δέντρα του κήπου. Στο κεφάλι μου τριγύριζαν χιλιάδες σκέψεις. Όλο και περισσότερο ωρίμαζε μέσα μου η ιδέα να σηκωθώ και να φύγω. Έπρεπε να πάρω την απόφασή μου πριν έρθει η ώρα να φάω κανένα φριχτό μεσημεριανό. Και ξαφνικά την είδα! Καθόταν σε ένα παγκάκι του κήπου και διάβαζε ένα βιβλίο με την πλάτη της γυρισμένη προς τα μένα. Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει γρήγορα και να κόβονται τα πόδια μου. Έτσι ακριβώς όπως γινόταν όταν έβλεπα κάποιο κορίτσι που μου άρεσε στα δεκαπέντε μου! Φαίνεται πως οι άνθρωποι όταν γερνάνε, ξαναγίνονται παιδιά. Εγώ πάντως, όπως σας είπα, έτσι νιώθω. Τα κάτασπρα μαλλιά της, που όταν ήταν νέα θα πρέπει να ήταν κατάξανθα, έπεφταν στην πλάτη της, πιασμένα με ένα φαρδύ κοκαλάκι πίσω, σε μια περίεργη αλογοουρά, για να μη σκορπίζουν στους ώμους της. Το φως του ήλιου, που πέρναγε ανάμεσα από τα δέντρα κι έπεφτε πάνω στα μαλλιά της, έκανε το κεφάλι της να λάμπει. Καθώς το σώμα της ήταν αδύνατο και καλοσχηματισμένο -αργότερα έμαθα ότι κάθε μέρα γυμναζόταν κάνοντας γιόγκα- έμοιαζε με μικρού κοριτσιού! Έμεινα ακίνητος.

paramithas-ainafets-1.jpg

Η συνέχεια και το τέλος, αύριο.
Καλό βράδυ.

Π.

Ο Παραμυθάς στο Γηροκομείο. (Α’ Μέρος)

Ένα από τα κείμενα που ανακάλυψα και σκέφτηκα να τα βάλω εδώ για έκπληξη, είναι κι αυτό που θα διαβάσετε. Πριν τρία χρόνια αποφασίστηκε να βγει ένα βιβλίο που είχα γράψει με τίτλο»Ο Παραμυθάς» που δεν ήταν μόνο για παιδιά, αλλά και για μεγάλους – εσάς που βλέπατε τον ΠΑΡΑΜΥΘΑ μικροί. Μόνο που ο ήρωας σ’ αυτό το βιβλίο δεν είναι ο «Παραμυθάς», αλλά ο ηθοποιός που έπαιζε τον Παραμυθά. Κάποιοι από σας που είχαν έρθει στην εκδήλωση του ΙΑΝΟΥ τον Απρίλιο, νομίζω ότι το αγόρασαν και το ξέρουν. Εκείνο όμως που δεν ξέρουν, είναι ότι το βιβλίο είχε άλλη αρχή. Ο ηθοποιός που έπαιζε τον Παραμυθά, δεν συναντάει τη μάγισσα στον κήπο του Αρχαιολογικού Μουσείου, αλλά στο Γηροκομείο που πήγε να μπει από μόνος του. Η κυρία που ήταν υπεύθυνη στον Εκδοτικό Οίκο, μου είπε ότι η αρχή ήταν θλιβερή για παιδιά, και μ’ έπεισε να την αλλάξω. Κακώς, πολύ κακώς. Τώρα που την ξαναδιάβασα μου άρεσε πολύ. Κι αν το βιβλίο γίνει ποτέ ταινία όπως θέλει ο «μάστορας», έτσι θ’ αρχίζει. Ορίστε, λοιπόν, η αρχική … αρχή του βιβλίου. Μόνο που επειδή όταν πήγαν να την σώσω το blog δεν την άντεξε ολόκληρη λόγω όγκου, θα την βάλω σε τρεις συνέχειες. Ελπίζω να σας αρέσει. Όσοι έχετε διαβάσει το βιβλίο, κάντε λίγο υπομονή στην αρχή που είναι ίδιο, σύντομα αλλάζει.

Η τελευταία εκπομπή

storyteller-flying.jpg

Σήκωσα λίγο το δεξί μου χέρι για ν’ αποφύγω την κορφή τού δέντρου που πετούσα από πάνω του. Για να είναι πιο απολαυστικό το πέταγμά μου, ανασήκωσα λίγο το σώμα μου προς τα πάνω και μ’ αυτόν τον τρόπο άρχισα ν’ ανεβαίνω πιο γρήγορα, αφήνοντας τις σκεπές των σπιτιών πίσω μου. Από κάτω μου τώρα υπήρχαν μόνο σύννεφα. Πετούσα σε ουρανό.
«Στοοοπ….», ακούστηκε η φωνή του τηλεσκηνοθέτη από τα μεγάφωνα του στούντιο. «Ο ανεμιστήρας θέλει πιο δυνατά, για να ανεμίζει το γιλέκο του. Πάμε πάλι την ίδια σκηνή.» Ξαναπήρα την αρχική μου θέση.
«Πέντε, τέσσερα, τρία, δύο, ένα», μέτρησε ο τηλεσκηνοθέτης και η μαγνητοσκόπηση της τελευταίας σκηνής άρχισε πάλι. Πάνω από την αίθουσα ελέγχου του στούντιο, όλοι κοιτούσαν -μέσα από το μεγάλο παράθυρο με τα διπλά, χοντρά τζάμια- κάτω στη μεγάλη αίθουσα. Εκεί ήμουν εγώ, ο Παραμυθάς. Δηλαδή, ο ηθοποιός που έπαιζε τον Παραμυθά σε μία από τις πιο παλιές παιδικές εκπομπές της τηλεόρασης. Για τελευταία φορά, «πετούσα» με το μαγικό γιλέκο. Μεγάλωσα πια. Γέρασα στ’ αλήθεια. Και τα παιδιά θέλουν σήμερα κάτι πιο εντυπωσιακό -έτσι, τουλάχιστον, μου είπε ο παραγωγός της εκπομπής αναγγέλοντάς μου την απόλυσή μου. «Για τα σημερινά παιδιά», μου είπε, «δε φτάνει μόνο ένας παππούς που όταν φοράει το μαγικό γιλέκο του μπορεί απλώς να πετάει ή να γίνεται μικρός σαν καρφίτσα, μεγάλος σαν βουνό και να μιλάει με τα ζώα, με τα φυτά και τα αντικείμενα. Τώρα οι περισσότεροι ήρωες στις παιδικές εκπομπές μπορούν να πετάνε και να μεταμορφώνονται σ’ ένα σωρό εντυπωσιακά πράγματα.»
Αυτό, λοιπόν, ήταν το γύρισμα της τελευταίας σκηνής, της τελευταίας εκπομπής του «Παραμυθά». Ο τηλεσκηνοθέτης, χρησιμοποιώντας με επιδεξιότητα τα ηλεκτρονικά κουμπιά της κονσόλας του, μ’ έβαζε να πετάω πάνω από σπίτια, δάση, βουνά και να χάνομαι στα σύννεφα, ενώ ήμουν απλώς ξαπλωμένος πάνω σε έναν ξύλινο μπλε κύβο και κουνούσα πάνω κάτω τα χέρια και τα πόδια μου κι ένας ανεμιστήρας φύσαγε μπροστά μου, κάνοντας τα μαλλιά και το γιλέκο μου να μοιάζουν σαν να τα έπαιρνε ο αέρας. Γύρισα την πλάτη μου στην κάμερα και χάθηκα μέσα στα κάτασπρα σύννεφα, που είχαν μαγνητοσκοπηθεί από πριν και τα έπαιζε κάποιο βίντεο σ’ ένα διπλανό δωμάτιο.
Τέλος. Όλοι οι τεχνικοί χειροκρότησαν και πλησίασαν για να μου σφίξουν το χέρι· να με αποχαιρετήσουν.
Την ώρα που ξεβαφόμουν στο δωμάτιο του μακιγιάζ, ήρθε και ο παραγωγός της εκπομπής για να με αποχαιρετήσει.
– Σας εύχομαι κάθε καλό στη ζωή σας από ‘δω και πέρα, μου είπε.
– Ευχαριστώ, απάντησα. Αν και νομίζω πως θα μπορούσα να συνεχίσω για κάμποσο καιρό ακόμα την εκπομπή, αν…
– Μπα, δε νομίζω πως μπορούμε να κάνουμε τίποτα, μ’ έκοψε πριν προλάβω να του πω τι είχα σκεφτεί. Τα κανάλια, συνέχισε, δε δίνουν πια λεφτά για απλές παιδικές εκπομπές, όπως σας είπα, θέλουν κάτι εντυπωσιακό, θέλουν κινούμενα σχέδια με ρομπότ, σούπερ ήρωες με τρομακτικές δυνάμεις και τέτοια. Λοιπόν: και πάλι χίλια ευχαριστώ για τη συνεργασία που είχαμε όλα αυτά τα χρόνια, να ‘στε καλά και να περνάτε να μας βλέπετε.
Ο παραγωγός της εκπομπής, μου έσφιξε το χέρι κι έφυγε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Ήθελε να με αποφύγει. Ήξερε ότι ήθελα να συνεχίσω την εκπομπή· ήξερε ότι το θεωρούσα άδικο που σταματούσε. Θα έκανα οτιδήποτε για να τη συνεχίσω. Ακόμα και να δεχτώ λιγότερα λεφτά. Τι άλλο θα μπορούσα να κάνω τώρα που θα τέλειωνε η εκπομπή μου;. Είκοσι χρόνια έπαιζα αυτό το ρόλο στην τηλεόραση. Κανείς δε θα μου έδινε να κάνω τίποτ’ άλλο. Όλοι ήξεραν το πρόσωπό μου· δηλαδή, το πρόσωπο του «Παραμυθά». Εδώ είχαν ξεχάσει ακόμα κι οι δικοί μου το όνομα μου, και όλοι στο δρόμο και στα μαγαζιά με φώναζαν, «Παραμυθά»!
Λίγο αργότερα, μαγείρευα στο σπίτι μου το βραδινό μου και προσπαθούσα να σκεφτώ πώς θα ήταν η ζωή μου από ‘δω και πέρα. Να πάρparamithas-alone.jpgει η ευχή, είμαι μεγάλος, αλλά όχι και τόσο γέρος που να τα παρατήσω. Και τι θα ‘κανα όλη μέρα στο σπίτι χωρίς δουλειά και χωρίς παρέα. Η γυναίκα μου κι εγώ είχαμε χωρίσει εδώ και πολύ καιρό και τα δυο παιδιά μου είχαν φτιάξει τις οικογένειές τους και δεν ήθελα να τους γίνω βάρος.
Έτρωγα το φαί μου χαζεύοντας τις ειδήσεις στην τηλεόραση. Μια ομάδα ηλικιωμένων, πάνω κάτω της δικής μου ηλικίας, επισκεπτόταν ένα Μουσείο. Έμοιαζαν να το διασκεδάζουν κι ήταν σαν μια μεγάλη παρέα. «Μια μεγάλη παρέα….», σκέφτηκα. Το βρήκα! Αυτό θα κάνω. Κι αυτό που βρήκα να κάνω, ήταν κάτι που άλλαξε -με τον πιο τρελό κι απίθανο τρόπο- όλη την υπόλοιπη ζωή μου, έως σήμερα που γράφω αυτές τις γραμμές.

***

Το Γηροκομείο

Κοίταξα από πάνω μέχρι κάτω το μεγάλο, παλιό, επιβλητικό κτίριο που υψωνόταν μπροστά μου. Παρόλο που ήταν όμορφο όπως κάθε τι παλιό που φτιάχτηκε με φροντίδα, μεράκι κι αγάπη, για λίγα δευτερόλεπτα μου έμοιασε λίγο σαν φυλακή. Και θα ‘ταν κάτι σαν φυλακή για μένα όλα τα υπόλοιπα χρόνια που μου έμεναν ακόμα να ζήσω και που, αν έκρινε κανείς από την καλή υγεία μου, θα ήταν πολλά. Αλλά, τι να πω; Εγώ το είχα διαλέξει.
– Μα είναι ανάγκη, βρε μπαμπά να μπεις εδώ μέσα; μου είπε ο γιος μου αρπάζοντάς με από το μπράτσο σαν να ήθελε να με σταματήσει, καθώς ανεβαίναμε τη μεγάλη μαρμάρινη σκάλα του γηροκομείου.
– Ωχ, μην ξαναρχίζεις αυτή τη συζήτηση… Τα ‘παμε, δεν τα ‘παμε;
– Μα μπαμπά, είπε η κόρη μου που με κρατούσε όλη την ώρα από το χέρι, είσαι χαζός; Είναι δυνατόν να πιστεύεις ότι εδώ θα περνάς καλύτερα;
– Τώρα που δε ζω μαζί με τη μάνα σας και δεν έχω την εκπομπή μου, είπα εκνευρισμένος από τη συζήτηση, εδώ θα περνάω καλύτερα γιατί θα ‘χω παρέα ανθρώπους της ηλικίας μου· κι έπειτα θα με φροντίζουν.
– Πρώτον, δεν είσαι ανίκανος να φροντίζεις μόνος σου τον εαυτό σου, άρχισε να λέει ο γιος μου… και τον συμπλήρωσε γρήγορα η κόρη μου κόβοντάς τον.
– Και δεύτερο, υπάρχει καλύτερη παρέα από τα εγγονάκια σου και τα παιδιά σου;
– Ουφ, με πρήξατε, το ξέρετε; Τα έχουμε πει εκατό φορές: Δεν μπορείτε να υποχρεώσετε δυο ξένους ανθρώπους, εσύ τη γυναίκα σου κι εσύ τον άντρα σου, να ζήσουν με κάποιον που δεν τους είναι τίποτα.
– Μα είσαι ο παππούς των παιδιών τους…
– Τελεία και παύλα. Δεν ακούω τίποτα, είπα και σταμάτησα ν’ ανεβαίνω τις σκάλες, βουλώνοντας τ’ αυτιά μου με τα δάχτυλά μου.
– Είσαι γεροπαράξενος είπε η Μαρία, και τα μάτια της βούρκωσαν.
– Κι εσύ… κι εσύ… είσαι ξανθόψειρα, της είπα θυμωμένος.
Η μεγάλη παλιά, ωραία ξύλινη πόρτα έκλεισε με ένα δυνατό θόρυβο πίσω μας. Η κυρία που μας οδήγησε στο δωμάτιό μου, δεν μπορώ να πω, ήταν πολύ ευγενική και καλή. Και το δωμάτιο ήταν πεντακάθαρο, ψηλοτάβανο κι έβλεπε σε έναν κήπο με πανύψηλα αιωνόβια δέντρα. Όλα καλά, αλλά… να… σαν να είχα αρχίσει να μετανιώνω. Αλλά πού να μιλήσω μετά τη φασαρία που έκανα. Δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Έτσι ήμουν σε όλη μου τη ζωή: πεισματάρης και ξεροκέφαλος. Γρήγορα έσβησα από το μυαλό μου κάθε μαύρη σκέψη και ξεμπέρδεψα με τους δισταγμούς μου. Φαίνεται πως ήταν γραφτό να βρεθώ σ’ αυτό το γηροκομείο γιατί -όπως θα δείτε- όσα θα μου συνέβαιναν, ούτε στα πιο τρελά παιδικά όνειρά μου, ούτε στην πιο απίστευτη εκπομπή μου στην τηλεόραση, δεν μπορούσα να φανταστώ ότι μπορούν να γίνουν.
– Λοιπόν; Πώς σας φαίνεται το δωμάτιό σας; ρώτησε η κυρία που μας συνόδευε.
– Πολύ ωραίο, σας ευχαριστώ, απάντησα αφηρημένα γιατί κοίταξα ένα πουλάκι που ‘ρθε κι έκατσε στο περβάζι στο παράθυρο. Άραγε τι να σκέφτεται το καημένο; Τι ωραία που θα ‘ταν να μπορούμε να μιλάμε με τα πουλιά και με όλα τα ζώα, έτσι όπως έκανα, δηλαδή όχι εγώ, ο Παραμυθάς, όταν φορούσε το μαγικό γιλέκο του.
– Αχ, τι ωραία που θα ‘ταν! αναστέναξα δυνατά.
– Ποιο πράγμα, με ρώτησε η κυρία.
– Ω τίποτα, τίποτα, κάτι σκεφτόμουν είπα, σαν να με έπιασαν να κάνω ζημιά.
– Μπαμπά, είσαι σίγουρος ότι… είπε η κόρη μου με θλιμμένο βλέμμα δείχνοντας το δωμάτιο.
– Σιγουρότατος, απάντησα. Ορίστε και το κινητό μου. Δεν το χρειάζομαι πια.
– Μα, μπαμπά… είπε η κόρη μου καθώς έπαιρνε το κινητό μου, που κατά βάθος ένιωθα ότι κάνω βλακεία που το δίνω.
– Δεν έχει μα και ξε-μά. Τα είπαμε αυτά.
– Εμείς τώρα θα φύγουμε, είπε ο γιος μου ψιλοαπειλητικά, σαν να ήθελε να μου δώσει να καταλάβω καλά κάτι που δεν καταλάβαινα.
– Στο καλό, είπα και γύρισα στην ευγενική κυρία λέγοντας. «Θα θέλατε να με ξεναγήσετε στο κτίριο;»

Η συνέχεια αύριο. Καλό βράδυ.
Σας φιλώ.
Π.

Η «πετρωμένη σκατούλα»

Άλλο είχα στο νου μου γι’ απόψε, αλλά η περίπτωση που θα σας πω μ’ εντυπωσίασε τρομερά και σκέφτηκα ότι πρέπει οπωσδήποτε να το μάθετε. Αφορά γυναίκες και άντρες, αλλά περισσότερο εσάς κορίτσια.
Κατ’ αρχήν, φαντάζομαι ότι θα ξέρετε ότι οι γυναίκες μετά τα σαράντα, πρέπει να έχουν όχι απλό γυναικολόγο γιατρό, αλλά γυναικολόγο – ογκολόγο. Η φίλη μου, λοιπόν, για την οποία θα σας μιλήσω, δεν το ήξερε αυτό στα σαράντα πέντε της. Πριν καμιά δεκαριά μέρες, επειδή ένοιωθε κάτι πόνους πήγε στον γυναικολόγο της που την έστειλε να κάνει υπερηχογράφημα. Το υπερηχογράφημα έδειξε όγκο και μάλιστα τέτοιου είδους που ο γυναικολόγος είπε στη φίλη μου ότι θα πρέπει να κάνει ολική αφαίρεση μήτρας κ.λπ. Δεν χρειάζεται να σας μεταφέρω την ψυχολογική κατάσταση της φίλης μου και της οικογένειάς της και των φίλων της, την καταλαβαίνετε και μόνοι σας. Είχα να της μιλήσω δυο μέρες και σήμερα τ’ απόγευμα με πήρε εκείνη τηλέφωνο. Και έπαθα την πλάκα μου ακούγοντάς την να μου λέει ότι κάποιος της είπε να πάει και σε γυναικολόγο – ογκολόγο, πήγε, εκείνος της σύστησε να ξανακάνει υπερηχογράφημα γιατί υπάρχουν περιπτώσεις που το μηχάνημα «ξεγελιέται», πήγε και όντως το πρώτο μηχάνημα είχε «ξεγελαστεί», γιατί ο «όγκος» είχε αλλάξει σχήμα και θέση, πράγμα που με τον πραγματικό όγκο δεν συμβαίνει! Είχε «ξεγελαστεί» το μηχάνημα και αυτό που πήρε σαν όγκο ήταν μια – όπως λέγεται – σκληρή μάζα», ή αλλιώς «ghost tumor» (όγκος – φάντασμα) ή «κοπρόλιθος» ή – με άλλα λόγια – πετρωμένη σκατούλα!!! Αυτό – λέει – συμβαίνει μερικές φορές και κάποιος «κοπρόλιθος» στο παχύ έντερο, στέλνει στο υπερηχογράφημα ίδιο «σήμα» όπως ο όγκος στη μήτρα στα γεννητικά όργανα!!! Καταλαβαίνετε; Η γυναίκα θα τα είχε βγάλει όλα για μια πετρωμένη σκατούλα!!! Και πόσες άραγε μπορεί να το έκαναν χωρίς να χρειάζεται; Γι’ αυτό προσέξτε κορίτσια – και αγόρια – αλλά κυρίως κορίτσια.
Από αύριο εκείνα που σας είχα υποσχεθεί. Νομίζω ότι αυτό ήταν πιο σημαντικό.
Σας φιλώ πολύ
Π.

 

al02.jpg

 Υ.Γ. Για όσους με ρωτάνε τι κάνει ο εγγονός μου, νομίζω ότι η φωτογραφία του μιλάει από μόνη της.!!

Η συνέντευξη

Ομολογώ πως δεν φανταζόμουν ότι θα σας ενδιέφερε η συνέντευξη τόσο ώστε να την βάλω εδώ! Τέλος πάντων…
Σας φιλώ πολύ.
Π.
Υ.Γ. Α, ξέχασα! Τις «βουβές» μέρες, έχω βρει κάποια πράγματα για το blog – και κάποιες εκπλήξεις – που νομίζω ότι θα σας αρέσουν. Από αύριο.
Υ.Γ. 2 Επίσης θα ήθελα να παρατηρήσω στα σχόλια για την κυρία Παραμυθά που έκαναν το natassaki και ο Βαγγέλης, ότι αν άκουγα την κυρία Παραμυθά όπως λέτε, τώρα θα έπρεπε να σας πουλάω τις εκπομπές σε DVD.

 

ΚΑΝΤΕ ΔΙΠΛΟ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ: et.pdf

Με είδατε στο εξώφυλλο;

Ρε σεις, πάλι τα καταφέρατε και με συγκινήσατε μετά από τόσο καιρό! Είναι αυτά που λέτε και οι παλιοί, αλλά και οι καινούργιοι που ανακάλυψαν το blogg από τον ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΤΥΠΟ της Κυριακής. Αυτή είναι η εφημερίδα που με ρωτάτε, αλλά τώρα πια είναι αργά να την βρείτε. Βέβαια, η κυρία Παραμυθά με μάλωσε που δεν σας το είχα πει από πριν για να πάτε την Κυριακή να την αγοράσετε, αλλά όπως ξέρετε όσοι μπαίνετε εδώ από την αρχή, δεν πρόκειται να σας στείλω να αγοράσετε τίποτα που να έχει σχέση με μένα, όπως και όταν είχε γίνει η παρουσίαση του βιβλίου μου στον ΙΑΝΟ που το ανακαλύψατε εσείς μόνοι σας από το site του ΙΑΝΟΥ.
Η φωτογραφία μου με τη συνέντευξη, λοιπόν, ήταν στο περιοδικό WEEKLY του ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΤΥΠΟΥ της Κυριακής των εκλογών (Την έχω δώσει τρεις μήνες πριν !!!). Το τι το διασκέδασα μ’ αυτό το εξώφυλλο δεν λέγεται! Είχαμε μαζευτεί όλη η οικογένεια στο σπίτι της αδελφής μου, (καμιά εικοσαριά), κι όποιος έμπαινε του έδειχνα το περιοδικό, λέγοντας, «με είδες στο εξώφυλλο» και όλοι γέλαγαν βλέποντας αυτόν τον θεογκόμενο. Χα, χα, χα… Για κοιτάξτε κι εσείς…

etcover.JPG

Είδατε: Χα, χα, χα… Εγώ βέβαια, το άφηνα ξεκρέμαστο, αλλά εννοούσα φυσικά τη λεζάντα πάνω από τον αριστερό ώμο του θεογκόμενου, που λέει: «ΝΙΚΟΣ ΠΙΛΑΒΙΟΣ. Ο ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ ΕΓΙΝΕ BLOGGER», αλλά όλοι τους την πάτησαν! Χα, χα, χα…
Κλείνοντας, να σας ομολογήσω ότι θεωρώ αυτό το: «ο Παραμυθάς έγινε blogger», ως το καλύτερο που θα μπορούσε να ακούσω να λένε για μένα στα 65 μου! Μαζί με αυτά που γράφετε εσείς για μένα, απόκτησα τόση αυτοπεποίθηση όση κι ο… θεογκόμενος!

Σας φιλώ πολύ.
Π.