Το θέλημα του Θεού

Καλησπέραααα… Γύρισα. Τόσες μέρες  που έλειπα κατάφερνα να σας βάζω ιστορίες, αλλά δεν διάβαζα τα σχόλια σας. Και σήμερα τα διάβασα όλα μαζί! Σαρανταπέντε σχόλια σαν κι αυτά που γράφετε, μέσα σ ένα απόγευμα είναι πολύ δυνατή συγκίνηση για την ηλικία μου!!! Ας μην πούμε τίποτ’ άλλο καλύτερα. Να μια ιστορία του Χότζα που με διασκεδάζει πολύ, κυρίως τα τελευταία χρόνια, που έχω πήξει από τις δυσκολίες.
xotzas-07.jpgΈνας θεοφοβούμενος γείτονας του Νασρεντίν, κάθε τόσο και με κάθε ευκαιρία, έστρεφε τας μάτια του στον ουρανό κι έλεγε μ’ ένα γλυκανάλατο ύφος: «Ας γίνει το θέλημα του Θεού».
Ώσπου μια μέρα ο Νασρεντίν, δεν άντεξε και του λέει: «Το θέλημα του Θεού γίνεται έτσι κι αλλιώς πάντα, οπότε τζάμπα το  λες και το ξαναλές».
«Και πώς είσαι τόσο σίγουρος γι’ αυτό Χότζα μου», ρωτάει ο γείτονας, «πώς μπορείς να τ’ αποδείξεις»; «Πολύ απλό», απαντάει ο Χότζας: «Αν δεν γινόταν πάντα το δικό του θέλημα, δεν θα είχε γίνει τόσο χρόνια, κάποτε και το δικό μου»;

Καληνύχτα και καλή εβδομάδα.
Φιλιά
Π. 

Οι ομπρέλες του κυρ Φώντα

storyteller-himself.jpgΠροχθές, πέρασα από το φίλο μου τον κυρ Φώντα τον ομπρελά για να δω τι κάνει και πώς πάνε οι δουλειές του. «Χάλια», μου λέει. «Έχει μέρες να βρέξει, Παραμυθά, και δεν έχω πουλήσει ούτε μια ομπρέλα». «Μη σε νοιάζει κυρ Φώντα, θα βρω γιατί σταμάτησε έτσι ξαφνικά να βρέχει».
Σε λίγο βρέθηκα, πετώντας, πάνω από ένα σύννεφο. Το χτυπάω κι ακούω ένα ξερό ήχο. «Άδειο είναι», σκέφτηκα. Και τότε βλέπω κάτι νάνους να πετούν στα σύννεφα κουβαλώντας κουβάδες και να αδειάζουν τα σύννεφα από το νερό! «Πού το πάνε άραγε», αναρωτήθηκα και τους ακολούθησα από μακριά πετώντας. Σε λίγο βρέθηκα σε ένα λιβάδι με ένα τεράστιο αντίσκηνο και δίπλα του μια μεγάλη δεξαμενή όπου οι νάνοι άδειαζαν τους κουβάδες τους! «Για ποιον να ‘ναι», απόρησα. «Θα πρέπει να είναι μέσα στο αντίσκηνο» σκέφτηκα. Έγινα μικρός σαν καρφίτσα και τρύπωσα μέσα στην πελώρια σκηνή. Εκεί καθόταν ένας γίγαντας που έτρωγε συνέχεια πασατέμπους κι έπινε νερό για να ξεδιψάει. Θύμωσα πολύ και κάποια στιγμή που αποκοιμήθηκε ο γίγαντας έτρεξα στους νάνους και τους έβαλα τις φωνές:
«Δεν είναι σωστό αυτό που κάνετε. Επειδή αυτός ο μαντράχαλος θέλει να τρώει πασατέμπους, πρέπει να μαραθούν όλα τα φυτά και ο κυρ Φώντας να μην πουλάει ομπρέλες»;
«Δεν μπορούμε να σταματήσουμε, Παραμυθά, γιατί τότε ο κακός μάγος Κατσουφάκιας, που είναι πατέρας αυτουνού εδώ του γίγαντα, θα μας μεταμορφώσει σε κατσαρίδες».
Εκείνη τη στιγμή, μου ήρθε μια ιδέα. «Καλά», τους λέω, «αλλά τουλάχιστον υποσχεθείτε μου ότι το πρωί θα πάρετε νερό από το σύννεφο που θα σας δείξω». Οι νάνοι συμφώνησαν κι εγώ όλη νύχτα, πετώντας πάνω κάτω με ένα μεγάλο κουβά, άδειασα ένα μεγάλο σύννεφο και το ξαναγέμισα με αλμυρό νερό από τη θάλασσα.
Μόλις ξημέρωσε, ήρθαν οι νάνοι κι άρχισαν να παίρνουν νερό απ’ αυτό το σύννεφο. «Φτου! Τι αηδία είναι αυτή!», ούρλιαξε ο γίγαντας, που μετά την αλμύρα του πασατέμπου ήπιε και το αλάτι της θάλασσας. Και φτύνοντας συνέχεια έφυγε τρέχοντας χωρίς να ξαναγυρίσει ποτέ.
Ύστερα από λίγες ώρες, όλα τα σύννεφα ξαναγέμισαν με νερό κι άρχισε να βρέχει δυνατά. Τα λουλούδια χαμογέλασαν κι ο κυρ Φώντας, καταχαρούμενος, δεν προλάβαινε να πουλάει ομπρέλες στους ανθρώπους που τους έπιασε ξαφνικά η βροχή στο δρόμο.
Σας φιλώ
Παραμυθάς

Η ταυτότητα

Καλά! Φοβερή τύχη! Βρέθηκε εδώ άνθρωπος που έχει το ίδιο lap top με μένα! Μου δάνεισε το καλώδιο του ρεύματος από το δικό του και γέμισα την μπαταρία μου. Οπότε, να κι ένας Χότζας για σας.

xotzas-02.jpgΟ Νασρεντίν πήγε κάποτε σε κάποια Τράπεζα με μία επιταγή που του είχαν δώσει για να την εξαργυρώσει. Την πήρε μία κυρία που καθόταν στο ταμείο, κι αφού την περιεργάστηκε για λίγο στριφογυρίζοντάς την με τα χέρια της, θέλοντας προφανώς να πιστοποιήσει την ταυτότητα του Χότζα τον ρώτησε:
«Έχετε κάτι που να δείχνει ότι είστε εσείς»;
«Βεβαίως», απάντησε ο Νασρεντίν κι έβγαλε από τη τσέπη του ένα καθρεφτάκι που το είχε για να χτενίζει τα μαλλιά του και τα γένεια του. Το γύρισε προς το πρόσωπό του και με το δάχτυλό του έδειξε στην κυρία το είδωλό του στο καθρεφτάκι λέγοντάς της:
«Να, κοιτάξτε: εγώ είμαι. Βλέπετε το καθρεφτάκι που με δείχνει»;

Φιλιά
Π.

Η μαγική σφυρίχτρα

Χθες το πρωί εκεί που περπατούσα βλέπω μια σφυρίχτρα. Τη σηκώνω και σφυρίζω. Τότε πιάνει ένας δυνατός άνεμος που αφού με πήγε μια από ‘δω και μια από ‘κει, στο τέλος κατάφερα πετώντας να του ξεφύγω και βρέθηκα σ’ ένα κήπο που τον έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Πλησίασα μια όμορφη μαργαρίτα που μου χαμογελούσε και τη ρώτησα πού βρισκόμουν. «Στο μαγεμένο κήπο», μου λέει, «κι αν θες να φύγεις σφύριξε με την σφυρίχτρα σου». «Ε, λοιπόν, πολύ θα ‘θελα να τον γυρίσω να δω πώς είναι», είπα. Χαιρέτησα τη μαργαρίτα και προχώρησα πιο πέρα. Εκεί που προχωρούσα χαζεύοντας, βλέπω να με πλησιάζει ένας πελεκάνος με γυαλιά κι έβαλα τα γέλια. «Μη γελάς καθόλου», μου λέει, «γιατί μπορεί κι εσύ να πάθεις τα ίδια εδώ που βρέθηκες. Εγώ που με βλέπεις πριν βρεθώ σ’ αυτόν τον κήπο και γίνω πελεκάνος, ήμουν δάσκαλος. Μην γελάς, λοιπόν, γιατί μπορεί να την πάθεις». «Εγώ κυρ πελεκάνε έχω τη μαγική σφυρίχτρα κι ότι ώρα θέλω σφυρίζω και φεύγω». Και -πώς μού ‘ρθε- βγάζω τη σφυρίχτρα για να σιγουρευτώ πως την είχα κι εκείνη δίνει μια και… «φρουπ», πετάγεται στον αέρα! Έτρεξα πίσω της καθώς χοροπηδούσε από δω κι από κει και ξαφνικά είδα από μακριά ένα πύργο! Ώσπου να πεις κύμινο ήμουνα εκεί πετώντας. Κοιτάζω ψηλά στο μπαλκόνι και βλέπω μια κοπέλα. «Πώς βρέθηκες εδώ», τη ρωτάω. «Αχ, με κρατάνε φυλακισμένη σ’ αυτόν τον πύργο μέχρι να ‘ρθει κάποιος καλός άνθρωπος που να έχει μια μαγική σφυρίχτρα και να με σώσει». «Δεν ξέρω αν είμαι καλός άνθρωπος», της λέω, «και είχα και μια σφυρίχτρα που την έχασα». «Την έχει ο φύλακάς μου, ένας παπαγάλος, νάτος έρχεται». Μόλις ήρθε και κάθισε δίπλα μας ο παπαγάλος – που ήταν τρομερά μεγάλος, του λέω: «Η σφυρίχτρα που έχεις στο στόμα σου είναι δική μου, το ξέρεις»; Τσιμουδιά εκείνος. Τότε μού ‘ρθε μια ιδέα και του λέω: «Ε, λοιπόν, είσαι ο πιο χαζός παπαγάλος που έχω δει. Οι έξυπνοι παπαγάλοι μπορούν και μιλάνε, αλλά εσύ είσαι χαζός». «Εσύ είσαι χαζός», μου λέει ο παπαγάλος και του πέφτει η σφυρίχτρα από το στόμα. Την αρπάζω κι εγώ, πιάνω την κοπέλα από το χέρι και της λέω: «Σφυρίζω και φύγαμε». Με μιας βρεθήκαμε έξω από τον παράξενο κήπο και σε λίγο, πετώντας, είχα φέρει την κοπέλα στον πατέρα της, κι ευχαριστημένος βρέθηκα επιτέλους στο σπίτι μου με την μαγική σφυρίχτρα στα χέρια μου, που έμεινε μαζί μου για πάντα και είμαι σίγουρος ότι θα ζήσουμε μαζί διάφορες περιπέτειες που κάποτε θα σας διηγηθώ.Σας φιλώ
Π.

Μπορεί και να χαθώ για λίγο

paramithas-heretaei.jpgΚορίτσια κι αγόρια (και κοριτσάκια και αγοράκια), σήμερα το πρωί “πετάω”, φεύγω για έξω κι αν δεν καταφέρω να βρω εκεί όπου πάω γρήγορη σύνδεση internet μπορεί να χαθώ για λίγο – έως την Κυριακή – αλλιώς, θα τα ξαναπούμε μέσα στην εβδομάδα.

Σας φιλώ πολύ.

paramithas-petaei.jpg

Το έλατο

Κάπου δεκατέσσερα χρόνια πριν, αγόρασα για τα Χριστούγεννα ένα μικρό αληθινό έλατο σε γλάστρα και όταν πέρασαν οι γιορτές, με τη βοήθεια του κηπουρού που υπήρχε τότε, το βγάλαμε προσεκτικά από τη γλάστρα ώστε να μην κοπούν οι ρίζες και να μπορέσουμε να το φυτέψουμε.
– Τζάμπα ο κόπος μας, είπε ο κηπουρός μόλις το βγάλαμε από τη γλάστρα.
– Γιατί; τον ρωτάω.
– Δεν βλέπεις που δεν έχει καθόλου ρίζες, δεν πρόκειται να πιάσει.
– Όχι, θα το φυτέψουμε, επέμενα εγώ. Θα του μιλάω κάθε μέρα και θα πιάσει.
– Χα, χα, χα… γέλασε ο κηπουρός ειρωνικά. Έλα ρε «Παραμυθά», αυτά να τα λες στις ιστορίες που λες στα παιδιά, αλλά όχι και ν’ αρχίσεις να τα πιστεύεις κι ο ίδιος.
– Δεν μου λες; τον ρωτάω. Εσύ που ‘σαι και κηπουρός, έχεις διαβάσει ένα βιβλίο που λέγεται: «Η μυστική ζωή των φυτών»;
– Έλα τώρα… Χρειάζεται να διαβάσω αυτά τα «ούφο» που διαβάζεις εσύ για να ξέρω ότι ένα δεντράκι από γλάστρα χωρίς ρίζες, δεν πρόκειται να πιάσει;
Αδιαφόρησα για την άποψή του και τον έβαλα να το φυτέψει.
– Σε καμιά δεκαριά μέρες θα έχει μαραθεί, μου είπε με αυτοπεποίθηση και το φύτεψε.
Από κείνη την ημέρα άρχισα κάθε μέρα να ποτίζω ο ίδιος το ελατάκι και να του… μιλάω. Του έλεγα ότι είμαστε φίλοι κι ότι αν πεθάνει θα στενοχωρηθώ πολύ. Κάποιες φορές του χάιδευα την κορφή του, ενώ άλλοτε το αγκάλιαζα. Ναι, τι γελάτε; Μου έφτανε τότε μέχρι τη μέση μου και χωρούσε όλο στην αγκαλιά μου.
Στις δέκα μέρες δεν είχε μαραθεί, όπως είχε προφητέψει ο κηπουρός. Και όχι μόνο στις δέκα μέρες, αλλά ούτε στις δέκα εβδομάδες, ούτε στους δέκα μήνες. Τώρα πια δεν του μιλούσα κάθε μέρα – αυτό το είχα κάνει τον πρώτο μήνα μόνο – αλλά το είχα στο νου μου συνέχεια και που και που πήγαινα και του χάιδευα κάποιο κλαρί.
– Να το σκίσεις το δίπλωμα του γεωπόνου σαχλαμάρα, πείραζα τον κηπουρό που ήταν και σπουδαγμένος όχι μόνο εμπειρικός κηπουρός.
– Τι να σου πω βρε παιδάκι μου, έλεγε με απορημένο βλέμμα, πρώτη φορά πέφτω έξω. Αλλά δεν έχει να κάνει με το που του μιλάς…
– Ναι, μωρέ – απαντούσα εγώ ειρωνικά – είναι επειδή το χώμα είναι πολύ καλό…
Να, όμως, που στο χρόνο πάνω ο κηπουρός βρήκε την ευκαιρία να θριαμβεύσει: η κορφή του έλατου μαράθηκε!
– Ε, τώρα πάει, μου είπε χαιρέκακα ο κηπουρός δεν υπάρχει περίπτωση έλατο που μαραίνεται η κορφή του να ζήσει.
Πήγα να σκάσω από τη στενοχώρια μου. Σαν να αρρώστησε το παιδί μου. Κάθε πρωί πριν φύγω το πότιζα και το χάιδευα και τα απογεύματα του μιλούσα: «Γιατί βρε μωρό μου; Τι σ’ έπιασε τώρα και θέλεις να μαραθείς;»
– Να το ξεριζώσω, να βάλω αυτή τη λεύκα που έφερα, με ρώτησε μετά από καμιά εβδομάδα ο κηπουρός, καθώς είχε το έλατο αρχίσει να μαραίνεται όλο και πιο κάτω.
– Τη λεύκα να τη βάλεις εκεί που ξέρεις, του είπα. Κι άρχισα να μιλάω πιο πολύ στο ελατάκι και να το χαϊδεύω. Ύστερα από καμιά εβδομάδα, πρόσεξα ότι είχε σταματήσει να κατεβαίνει η αρρώστια της κορφής προς τα κάτω. Και κοιτάζοντας προσεκτικά τις επόμενες μέρες, πρόσεξα ότι άρχισαν να βγαίνουν μικρές τρυφερές πράσινες βελόνες στον κορμό. Σε μία εβδομάδα οι ανοιχτοπράσινες βελόνες είχαν γίνει ένα τρυφερό κλαράκι. Το έλατο, λες και έκανε μόνο του «μπάι πας», έφτιαξε μια άλλη κορφή. Και ακόμα και σήμερα, δεκατέσσερα χρόνια μετά, όταν προσέξεις από μια ορισμένη πλευρά τον κορμό του, θα δεις ότι από ένα σημείο και μετά είναι σαν να στραβώνει και μετά συνεχίζει προς τα πάνω, λίγα χιλιοστά πιο ‘κει. Ο κηπουρός ακόμα δεν μπορεί να το χωνέψει και δεν θέλει να παραδεχτεί ότι έπαιξαν ρόλο τα χάδια μου, οι κουβέντες και οι αγκαλιές που έκανα στο δέντρο, για να φτιάξει μια καινούργια κορφή και να ζήσει.
elato-2.jpgΚαθώς προχθές παρακολουθούσα την Πάρνηθα που καιγόταν, γύρισα και κοίταξα το έλατο δίπλα μου που πια το ύψος του έχει ξεπεράσει κατά πολύ το σπίτι μας. Ένοιωσα πως αν έχεις μια αληθινή σχέση με ένα δέντρο, τότε έχεις σχέση με όλη την ανθρωπότητα, τότε είσαι υπεύθυνος γι’ αυτό το δέντρο και για όλα τα δέντρα της γης. Ένα δέντρο είναι κάτι ζωντανό κι αν δεν έχεις σχέση με καθετί ζωντανό πάνω σ’ αυτή τη γη, μπορεί να χάσεις κάθε σχέση που έχεις με τα ανθρώπινα πλάσματα. Ποτέ δεν κοιτάμε βαθιά τις ιδιότητες ενός δέντρου· ποτέ δεν το αγγίζουμε πραγματικά, δεν νιώθουμε τη γεμάτη αξιοπρέπεια μοναχικότητά του, την άγρια φλούδα του, και δεν ακούμε τους ήχους που είναι μέρος του δέντρου. Όχι τον ήχο του ανέμου ανάμεσα στα φύλλα που τα κάνει να τρεμουλιάζουν, αλλά το δικό του ήχο, τον ήχο του κορμού και το σιωπηλό ήχο της ρίζας. Αυτός ο ήχος δεν είναι ο ήχος του κόσμου ούτε ο ήχος της φλυαρίας του νου ούτε η βαρβαρότητα των ανθρώπινων καβγάδων και των ανθρώπινων συγκρούσεων, αλλά ένας ήχος που είναι μέρος του σύμπαντος. Ζώντας εδώ στην εξοχή κατάλαβα ότι έχουμε πολύ λίγη σχέση με τη φύση, με τα έντομα, με το βάτραχο που πηδάει και την κουκουβάγια που φωνάζει ανάμεσα στους λόφους το ταίρι της. Ποτέ δεν δείχνουμε να έχουμε αισθήματα για όλα τα ζωντανά της γης. Αν, όμως, μπορούσαμε να εδραιώσουμε μια βαθιά, μόνιμη σχέση με τη φύση, δεν θα σκοτώναμε ποτέ ζώα για διασκέδαση – ίσως ούτε για να χορτάσουμε την πείνα μας – και δεν θα βλάπταμε ποτέ, κάνοντας πειράματα για δικό μας όφελος, κάποιο πίθηκο, ένα σκύλο ή ένα ποντίκι. Θα βρίσκαμε άλλους τρόπους για να θεραπεύουμε τις αρρώστιες μας, τα σώματά μας. Αλλά κάτι τέτοιο προϋποθέτει θεραπεία του νου και η θεραπεία του νου είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Αυτή η θεραπεία γίνεται σιγά σιγά όταν συμπορεύεσαι με τη φύση, με εκείνο το νεράτζι πάνω στο δέντρο του δρόμου, και το φύλλο της χλόης που ξεπροβάλλει στο τσιμέντο κάποιου τοίχου ή πεισματάρικα ξετρυπώνει ανάμεσα από τις πλάκες του πεζοδρόμιου. Όλα αυτά δεν είναι κάποια συναισθηματική ή ρομαντική φαντασίωση, αλλά η πραγματικότητα μιας σχέσης που θα μπορούσαμε να έχουμε με καθετί που ζει και κινείται πάνω στη γη. Ο άνθρωπος έχει σκοτώσει εκατομμύρια φάλαινες κι ακόμα τις σκοτώνει. Όσα παίρνουμε σφάζοντάς τες, θα μπορούσαμε να τα έχουμε με άλλους τρόπους. Αλλά προφανώς ο άνθρωπος λατρεύει να σκοτώνει: το γρήγορο ελάφι, τα μωρά της φώκιας και το γιγάντιο ελέφαντα, όπως λατρεύουμε να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλο. Ο σκοτωμός ανθρώπινων πλασμάτων δεν έχει σταματήσει ποτέ σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της ανθρωπότητας πάνω στη γη. Αν μπορούσαμε να εδραιώσουμε μια βαθιά, παντοτινή, μόνιμη σχέση με τη φύση, τα δέντρα, τους θάμνους, τα λουλούδια, τη χλόη, τα ζώα και τα σύννεφα που τρέχουν, τότε δεν θα σκοτώναμε ποτέ ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα για κανένα λόγο. Ο πόλεμος είναι νομιμοποιημένη οργανωμένη δολοφονία και παρόλο που μπορεί να διαδηλώνουμε ενάντια σε κάποιο συγκεκριμένο πόλεμο -τον ατομικό πόλεμο ή οποιοδήποτε άλλο είδος πολέμου- δεν έχουμε ποτέ διαδηλώσει εναντίον του πολέμου για οποιοδήποτε λόγο. Δεν έχουμε πει ποτέ ότι το να σκοτώνεις ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα είναι η μεγαλύτερη αμαρτία πάνω στη γη. Αμαρτία, όχι από θρησκευτική άποψη, αφού όπως ξέρετε οι περισσότεροι πόλεμοι έχουν γίνει και γίνονται εν ονόματι θρησκειών, αλλά αμαρτία απέναντι στη ζωή, απέναντι σε ό,τι τη δημιούργησε, που Αυτό είναι – ό,τι κι αν είναι – κάτι πραγματικά Ιερό, κάτι που δεν μπορεί να έχει όνομα, μορφή, αρχή και τέλος ή να ασχολείται με το ποιον θα τιμωρήσει και ποιον θα ανταμείψει!
Καλή εβδομάδα.
Π.

elato-1.jpg