Η κούκλα από αλάτι

storyteller-himself.jpg Ευχαριστώ πολύ για τις ευχές για καλές διακοπές, αλλά ήρθα μόνο για το τριήμερο. Αύριο γυρίζω στην Αθήνα. Δεν υπάρχει δυσκολότερη – και πιο άχαρη – δουλειά από το να είσαι πάνω σε συζητήσεις, διαπραγματεύσεις, προτάσεις και ψάξιμο για δουλειές που θα γίνουν. Όλες οι περιπτώσεις έχουν σχέση με όσα έχουμε πει κατά διαστήματα. Ελπίζω μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου να ξέρω να σας πω και βέβαια – δεν το συζητάμε – είστε οι πρώτοι που θα το μάθετε. Μέχρι τότε, ψιλοδιακοπές με δόσεις.
Είδα στα σχόλιά σας έναν… «προβληματισμό» (χα, χα, χα… κουλτουριάρικη λέξη) για τον Χότζα: από πού κρατάει η σκούφια του κ.λπ. Επειδή αυτά της Wikipedia που βρήκατε δεν είναι και πολύ ακριβή, μου δώσατε την ιδέα να σας πω τι ξέρω για τον Χότζα και πώς έγινε και τα έμαθα, σαν να σας λέω μια ιστορία, ανακατεύοντας μαζί και μερικές ιστορίες του Χότζα. Ελπίζω να το διασκεδάσετε.

Η πρώτη φορά που άκουσα στη ζωή μου ιστορίες του Χότζα ήταν όταν ήμουν μικρό παιδί, γύρω στα πέντε, από τη μάνα μου και το σόι της – τις θείες και τους θείους μου – που ήταν όλοι τους Κωνσταντινοπολίτες κι είχαν έρθει στην Ελλάδα πρόσφυγες το 1920. Μ’ άρεσαν πολύ πάντα αυτές οι ιστορίες κι είχα μείνει με την εντύπωση ότι ο Χότζας είναι Τούρκος.
Πολλά χρόνια μετά, το 1984, όταν ήμουν ακόμα προϊστάμενος στο τμήμα παιδικών εκπομπών της Ε.Τ. 1, σε μια σύσκεψη – ντάλα καλοκαίρι, καλή ώρα – που κάναμε για τα καινούργια θέματα που θα ‘πρεπε από το Σεπτέμβριο να βάλουμε στη Χιλιοποδαρούσα (έμπαινε στο δεύτερο χρόνο της), κάποιος πέταξε την ιδέα να κάνουμε δίλεπτες ή τρίλεπτες ιστορίες του Χότζα με την τεχνική του κινούμενου σχέδιου. Όλοι ενθουσιαστήκαμε ─ κι εγώ πιο πολύ απ’ όλους που θα έβλεπε η μανούλα μου στα γεράματά της τον Χότζα σε … «Μικυμάους», όπως έλεγε καθετί που ήταν με κινούμενο σχέδιο. Αποφασίστηκε, λοιπόν, να προχωρήσουμε στην παραγωγή και φυσικά έπρεπε να ξεκινήσουμε από τα σενάρια. Βρήκαμε δυο νέα παιδιά που έγραφαν καλά και συμφωνήσαμε να ξαναβρεθούμε σε μια εβδομάδα για να συζητήσουμε το θέμα, αφού θα είχαμε φρεσκάρει και τις γνώσεις μας γύρω από το Χότζα και τις ιστορίες του. (Είδατε πώς δουλεύαμε για χάρη σας χωρίς να το ξέρετε; Πόσο χρονώ είπατε ότι είσαστε τότε;)
Στην επόμενη συνάντηση βρεθήκαμε 6 άτομα: Ο σεναριογράφος, ο Chief-animator (δεν υπήρχε computer animation ακόμα), ο σκηνοθέτης, ο μουσικός, η παιδοψυχολόγος (τέτοιες πολυτέλειες είχαμε τότε στα «παιδικά») και εγώ ─ ο παραγωγός. Όλα έπρεπε ν’ αρχίσουν με το «στήσιμο» του κεντρικού χαρακτήρα, του Χότζα.
«Λοιπόν», άρχισε κάποιος, «κατ’ αρχήν ο Χότζας είναι βλάκας».
«Τι λες, καλέ», διαμαρτύρεται ένας άλλος, «ο Χότζας είναι πανέξυπνος»!
«Αστειεύεσαι;» επιμένει ο πρώτος, «άκου αυτή την ιστορία που βρήκα κι ύστερα πες μου αν είναι βλάκας ή όχι».

ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΡΩΤΗ:
xotzas-08.jpg Κάποτε ένας γείτονας του Νασρεντίν τον βρήκε ένα βράδυ γονατισμένο έξω από το σπίτι του να ψάχνει για κάτι. «Τι έχασες;» τον ρωτάει. «Το κλειδί μου», απαντάει εκείνος. «Και πού ακριβώς σου έπεσε;» ξαναρωτάει ο γείτονας. «Μέσα, στο σπίτι», λέει ο Νασρεντίν ψάχνοντας. «Ε, και γιατί τότε ψάχνεις εδώ έξω;» ρωτάει με απορία ο γείτονας. «Γιατί εδώ υπάρχει περισσότερο φως», λέει ο Νασρεντίν.

«Ε, είναι βλάκας ο Χότζας ή δεν είναι;» ρωτάει θριαμβευτικά ο συνεργάτης μου.
«Άσε να σου πω κι εγώ μια άλλη ιστορία που βρήκα και μετά βλέπουμε», επέμενε με σιγουριά ο άλλος συνεργάτης μου κι άρχισε:

ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ:
xotzas-05.jpg «Ο Νασρεντίν πέρναγε κάθε μέρα τα σύνορα της χώρας του, για να κάνει εμπόριο με τη γειτονική χώρα, καβάλα στο γάιδαρό του που ήταν φορτωμένος με δυο κοφίνια γεμάτα άχυρα. Επειδή ο ίδιος είχε παραδεχτεί προκλητικά στους τελωνοφύλακες ότι έκανε λαθρεμπόριο, χωρίς να πει με τι, εκείνοι τον έψαχναν εξονυχιστικά κάθε φορά που έβγαινε και κάθε φορά που έμπαινε. Έψαχναν τον ίδιο, έψαχναν τα καλάθια αδειάζοντας τα άχυρα, μερικές φορές του τα έκαιγαν, αλλά τίποτα! Στο μεταξύ ήταν φανερό ότι ο Νασρεντίν γινόταν όλα και πιο πλούσιος. Λίγα χρόνια αργότερα σταμάτησε να μπαινοβγαίνει στα σύνορα, απολαμβάνοντας τα πλούτη που είχε μαζέψει. Κάποια μέρα, ύστερα από χρόνια, ο Νασρεντίν συνάντησε στο καφενείο έναν από τους τελωνοφύλακες που είχε πάρει πια σύνταξη και τον ρώτησε: «Έλα, πες μου τώρα πια Νασρεντίν, με τι έκανες λαθρεμπόριο και δεν μπορούσαμε να σε πιάσουμε;» «Με γαϊδούρια», απάντησε ο Νασρεντίν γελώντας.

«Είναι, λοιπόν, έξυπνος ή δεν είναι;» ρώτησε θριαμβευτικά ο συνεργάτης μου τελειώνοντας την ιστορία του.
«Ας τα πάρουμε με τη σειρά», είπα εγώ. «Ας δούμε πρώτα τι δουλειά κάνει, μετά τι εθνικότητας είναι, ποια είναι η κοινωνική του κατάσταση και τέλος ποια είναι τα βασικά του χαρακτηριστικά».
Φαίνεται ότι είχαμε διαβάσει διαφορετικά βιβλία – γαλλικά, αγγλικά και ελληνικά – γιατί μέσα από καμιά εκατοσταριά ιστορίες που είχαμε βρει, έβγαινε ότι ο Χότζας ήταν: Τούρκος, Άραβας, Πέρσης. Λεγόταν Ναστραντίν Χότζας, αλλά και Μουλά Νασρεντίν. Ήταν: έξυπνος, βλάκας, πονηρός, χαζός, ιδιοφυής, καλός, κακός, αυστηρός, ελαστικός, παντρεμένος, ανύπαντρος, φιλόσοφος, τεμπέλης, δάσκαλος, δικαστής, αγρότης, έμπορος, βαρκάρης, καλόγερος, φυλακισμένος, λαθρέμπορος… Ο Χότζας ήταν απ’ όλα και τίποτα!
Η ομάδα βρισκόταν σε αδιέξοδο. Τι ήταν, ποιος ήταν και πώς λεγόταν τελικά; Η απάντηση βρέθηκε σε ένα από τα αγγλικά βιβλία που είχα, σε ένα εισαγωγικό κεφάλαιο που δεν είχα προσέξει. Και να τι λέει σε ελεύθερη μετάφραση:

«Ο Μουλάς (δάσκαλος στα αραβικά) Νασρεντίν είναι η κλασσική μορφή που επινοήθηκε από τους Σούφι με κύριο σκοπό την αποτύπωση στιγμιαίων συνθηκών στις οποίες γίνονται ξεκάθαρες ορισμένες καταστάσεις του νου. Οι xotzas-101.jpgιστορίες του Νασρεντίν, που είναι γνωστές σε όλη τη Μέση Ανατολή, αποτελούν ένα από τα πιο παράξενα επιτεύγματα στην ιστορία της μεταφυσικής. Επιφανειακά οι περισσότερες από τις ιστορίες του Νασρεντίν μπορούν να χρησιμοποιηθούν σαν ανέκδοτα. Λέγονται και ξαναλέγονται αμέτρητες φορές στα καφενεία και στους σταθμούς των καραβανιών, στα σπίτια και σε ραδιοφωνικές εκπομπές σε όλη την Ασία. Αλλά οι ιστορίες από τη φύση τους έχουν περισσότερα από ένα επίπεδα. Υπάρχει το αστείο, το ηθικό δίδαγμα και η παραδοξότητα που εκτός από τον ανεκδοτολογικό της στόχο μπορεί να φέρει τη συνείδηση ενός «αναζητητή της Αλήθειας», λίγο πιο μπροστά στο «δρόμο» του. Οι ιστορίες – που στο πρώτο και αρχαιότερο ασιατικό χειρόγραφο έχουν τον τίτλο, «Οι πονηριές του ασύγκριτου Νασρεντίν» δεν παρουσιάστηκαν ποτέ ολοκληρωμένες στο κοινό της Δύσης. Πιθανόν γιατί δεν μπορούν να μεταφραστούν σωστά από κάποιον που δεν είναι Σούφι. Ακόμα και στην Ανατολή αυτή η συλλογή των ιστοριών χρησιμοποιείται μόνο από μυημένους Σούφι για μελέτη. Μερικά «ανέκδοτα» από τη συλλογή υπάρχουν στη φιλολογία σχεδόν κάθε χώρας. Η «Βρετανική Εταιρία Προώθησης της Χριστιανικής Γνώσης», εξέδωσε το βιβλίο, «Παραμύθια του Χότζα»· στην πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση είχε γίνει ταινία με τίτλο, «Οι περιπέτειες του Χότζα»· στην Τουρκία, που τον θεωρούν δικό τους – απ’ όπου και η αλλαγή από Μουλά Νασρεντίν σε Ναστραντίν Χότζα (που επίσης σημαίνει «δάσκαλος») – εκτός των άλλων εκδόσεων το «Υπουργείο Πληροφοριών» έχει εκδώσει μία συλλογή ειδικά των μεταφυσικών αστείων του Νασρεντίν. Ακόμα και οι Έλληνες τον θεωρούν ως τμήμα της μορφωτικής τους κληρονομιάς. Όλα αυτά δείχνουν ότι οι ιστορίες του Νασρεντίν υπάρχουν ως ένα πλήρες σύστημα σκέψης που δεν μπορεί να σβήσει.
Κανένας δεν ξέρει ποιος ήταν πραγματικά ο Νασρεντίν, πού έζησε και πότε. Κι αυτό του ταιριάζει επειδή είναι μια μορφή αληθινά «αχαρακτήριστη» και άχρονη, μία μορφή που με την ικανότητα ενός δάσκαλου Σούφι, παίζει ο ίδιος διάφορους ρόλους στις ιστορίες του, προκειμένου να φωτίσει κάποια αλήθεια…»

Το μυστήριο είχε λυθεί: ο Νασρεντίν παίζει διάφορους ρόλους στις ιστορίες του και υπάρχει στη φιλολογία πολλών χωρών. Το μυστήριο είχε λυθεί, αλλά η εκπομπή με τις ιστορίες του Χότζα με κινούμενο σχέδιο, δεν έγινε ποτέ και η μανούλα μου πέθανε μ’ αυτόν τον καημό γιατί την είχα ξεσηκώσει ότι θα τις δει και την είχα βάλει μάλιστα να μου πει σε ένα μαγνητόφωνο όσες θυμόταν! Δεν έγινε ποτέ γιατί τότε η Ε.Ρ.Τ. δεν έδωσε τα χρήματα που χρειάζονταν για να γίνει ένας «πιλότος», ένα δείγμα δηλαδή, μίας εκπομπής. Αλλά… χα, χα, χα… τώρα το θυμήθηκα: Τα έδωσε για να γίνει ένα πεντάλεπτο δείγμα με κινούμενο σχέδιο, κάποιων υπέροχων ελληνικών κόμικς της εποχής, με ήρωα – τύπου Λούκυ Λουκ – στο Βυζάντιο, τον Παντεχνή! Και γελάω που το σκέφτηκα, γιατί νομίζω ότι το έχω και θα σας το ανεβάσω εδώ να το δείτε, να πάθετε την πλάκα σας. Αύριο που θα πάω στην Αθήνα, θα ψάξω να το βρω. Αλλά γι’ απόψε ας τελειώσουμε με μια από τις «μυστικές» ή «μεταφυσικές» ιστορίες του Μουλά Νασρεντίν – την πιο αγαπημένη μου που δεν την έχω πει ποτέ ξανά πουθενά.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΡΙΤΗ
xotzas-01b.jpg Μια μέρα, ρώτησε τον Νασρεντίν ένας μαθητής του: «Πες μου δάσκαλε: Πώς θα μπορούσες να περιγράψεις τη δουλειά ενός αναζητητή της Αλήθειας;» Ο Νασρεντίν κοίταξε για λίγο σιωπηλός τον μαθητή του κι ύστερα χαμογέλασε πονηρά και του είπε: «Σαν την ιστορία της κούκλας από αλάτι». «Δηλαδή;» ρώτησε ο μαθητής απογοητευμένος, νομίζοντας ότι ο δάσκαλός του τον κοροϊδεύει. «Άκου την ιστορία, λοιπόν», είπε ο Νασρεντίν, όχι όμως με τ’ αυτιά σου, αλλά με την καρδιά σου». Και να η ιστορία που είπε ο Μουλά Νασρεντίν στον μαθητή του: «Μια κούκλα φτιαγμένη από αλάτι, ψάχνοντας να βρει την αλήθεια για το τι τέλος πάντων ήταν, ταξίδεψε χιλιάδες μίλια στεριάς, μέχρι που έφτασε και σταμάτησε στην άκρη της θάλασσας. Έμεινε ακίνητη κοιτάζοντας μαγεμένη εκείνη την υγρή κινούμενη μάζα που δεν έμοιαζε με τίποτα από όλα όσα είχε δει ως τότε και δεν ήξερε το όνομά της. «Τι είσαι εσύ;» ρώτησε η κούκλα από αλάτι τη θάλασσα. «Έλα μέσα και δες μόνη σου», απάντησε η θάλασσα με ένα χαμόγελο καλοσύνης κι αγάπης. Έτσι, η κούκλα από αλάτι προχώρησε, τσαλαβουτώντας στα νερά, προς τα μέσα. Όσο πιο βαθιά προχωρούσε, τόσο περισσότερο διαλυόταν μέχρι που έμεινε ένα μικρό κομματάκι από αυτή. Πριν διαλυθεί και το τελευταίο αυτό κομμάτι της και γίνει ένα με τη θάλασσα, η κούκλα από αλάτι πρόλαβε και φώναξε με θαυμασμό, μεθυσμένη από μια αλλόκοτη και πρωτόγνωρη χαρά: «Τώρα ξέρω τι είμαι»!

Ελπίζω να μην σας κούρασα. Καλή εβδομάδα.
Φιλιά
Π.

Απίστευτο κι όμως αληθινό!!!

Όταν ήμουν στο στρατό, πέρασα για ένα φεγγάρι από το Γ.Ε.Σ. – 1964. Κάθε φορά που θέλαμε να μιλήσουμε με κάποια μονάδα στον Έβρο, κάναμε περίπου δύο μέρες και το χέρι μου πιανότανε να γυρνάω τη μανιβέλα που είχε στο πλάι το κατάμαυρο, θεόβαρο, κοντόχοντρο τηλέφωνο που είχαμε! Δυο χρόνια αργότερα, έκανα αίτηση για τηλέφωνο στο σπίτι που έπιασα να μείνω μόνος μου για πρώτη φορά, και το φέρανε ενάμιση χρόνο μετά, ενώ στο μεταξύ έκανα τα τηλέφωνά μου από το ψιλικατζίδικο της γωνίας. (Σε αυτή τη γωνία τώρα είναι το Saint George Lycabettus Hotel). Κι επειδή ήταν εξαιρετικός άνθρωπος ο ψιλικατζής, είχα δώσει το τηλέφωνό του σε μερικούς φίλους, κι όταν ήταν ανάγκη με παίρνανε στο ψιλικατζίδικο, πάντα 10 με 12 το πρωί. Κι εκείνος έβγαινε στην πόρτα και φώναζε -έμενα στο ισόγειο, Δεινοκράτους 12 στη Δεξαμενή – «κύριε Νίκοοοο… τηλέφωνο…». » ‘Ερχομαιαιαιαι…» φώναζα. Το 1975, όταν άρχισα να κάνω την πρώτη παιδική εκπομπή μου στο ραδιόφωνο, χρησιμοποιούσα μία αγγλική γραφομηχανή REMINGTON της δεκαετίας του ’40, του πατέρα μου, της οποίας ο θόρυβος των πλήκτρων, όταν έγραφα, ανέσταινε και νεκρούς!!! Κι είχα και μια φοβερή φωτογραφική μηχανή, μονορεφλέξ, YASHIKA, και τα φιλμς που έβγαζα τα πήγαινα σε ένα φωτογραφείο στο Σύνταγμα, για να πάρω τις φωτογραφίες μετά από δέκα μέρες.

Και να σήμεon-board.jpgρα, ταξιδεύοντας με το πλοίο για το νησί, να με βγάζω φωτογραφία με το κινητό μου – που έκανα ένα τέταρτο για να το αγοράσω και σε μισή ώρα μιλούσα από αυτό. Περνάω με BLUETOOTH , επιτόπου, τη φωτογραφία στο lap top μου με το οποίο γράφω αυτά που διαβάζετε και τα πλήκτρα του δεν τ’ ακούω ούτε εγώ, μπαίνω στο blog μου με σύνδεση ΙΝΤΕΡΝΕΤ κάποιας εταιρίας κινητής τηλεφωνίας που αγόρασα γιατί δεν μπορώ να μένω για πολύ καιρό μακριά σας, και ορίστε αυτά που βλέπετε! Είναι θαύμα αυτό ή δεν είναι; Για ένα άνθρωπο που έχει ζήσει το πέρασμα από το τηλέφωνο με τη μανιβέλα και το τηλεγράφημα, στο κινητό και στο e-mail, όλα αυτά μοιάζουν με θαύμα. Κι ειλικρινά, χάνουν οι συνομήλικοί μου ή και νεώτεροι, που επιμένουν – κυριολεκτικά και μεταφορικά – να … γράφουν με πολυτονικό σύστημα! Το μεγαλείο της ζωής είναι ότι δεν πάει πίσω με τίποτα και μας έχεις «γραμμένους» αν δεν πηγαίνουμε μαζί της. Στην παράδοση υπάρχει πολύ μούχλα και ψυχολογική τεμεπελιά.
Να κι ένα σχετικό με όλα αυτά «απόφθεγμα» του «Παραμυθά», που δεν λέει μόνο ιστορίες αλλά, καμιά φορά, και αποφθέγματα: «Το κακό με το ανθρώπινο μυαλό είναι ότι ενώ είχε το μεγαλείο να φτιάξει το μαχαίρι για να κόβει το ψωμί, έχει μέσα του και την αθλιότητα να το χρησιμοποιεί για να σκοτώνει».

Ωχ, σε λίγο μπαίνουμε στο λιμάνι. Πρέπει να τα μαζεύω.

Σας φιλώ με όλη μου την καρδιά.

Π.

Υ.Γ Και τώρα ακολουθεί ένα βίντεο. Το «παρκάρισμα» του καραβιού στο λιμάνι του νησιού. Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, αλλά αν το βλέπετε σημαίνει ότι είμαι καλός μαθητής. Μόλις μου έμαθε ο «μάστορας» να βάζω μόνος μου video  με το YOUTUBE, μια και δεν είμαστε στην Αθήνα για να τα βάζουμε κατ’ ευθείαν με τα μηχανήματά μας.
Καλό βράδυ και καλό Σαββατοκύριακο.

«Η αλήθεια» (η εξήγηση) και η «Εξαφάνιση του γάιδαρου»

Λοιπόν, για όσους δεν παρατήρησαν προσεκτικά αυτά που λέει ο Χότζας στο προηγούμενο post και δεν το κατάλαβαν: Αφού λέει ο Χότζας στο μαθητή του ότι ποτέ και σε καμιά περίπτωση δεν έχει πει αλήθεια και ούτε πρόκειται να πει, τότε και αυτή τη φορά λέει πάλι ψέματα, που σημαίνει τότε ότι υπάρχουν και περιπτώσεις που έχει πει αλήθεια.
Δίδαγμα: Πρέπει να ακούς πάντα προσεκτικά ό,τι σου λένε και τότε θα μπορείς να διακρίνεις πότε σου λένε ψέματα και πότε όχι, κι έτσι δεν θα μπορεί κανείς ποτέ να σε κοροϊδέψει.
Ε, ας σας πω και μια ακόμα – αλλά απλή και αστεία αυτή τη φορά – ιστορία του Χότζα.

cutedonkey-smiling.jpgΜια φορά, ο Νασρεντίν έστειλε κάποιον φίλο του στο διπλανό χωράφι να του φέρει το γάιδαρό του. Σε λίγο γυρνάει ο άνθρωπος λαχανιασμένος τρέχοντας και λέει του Χότζα: «Νασρεντίν, ο γάιδαρός σου δεν είναι πουθενά, εξαφανίστηκε!»
Κι ο Νασρεντίν: «Καλά που δεν ήμουν επάνω του γιατί θα είχα εξαφανιστεί κι εγώ».

Καλό βράδυ.
Π.

Η αλήθεια

Χα, χα, χα… άλλη ιστορία του Χότζα είχα κατά νου να βάλω, αλλά έπεσα πάνω σ’ αυτό εδώ – κάτι σαν τεστ παρατηρητικnasrudin-looking-back.jpgότητας, να πούμε  – κι ενθουσιάστηκα! Ορίστε:

Κάποτε, ένας μαθητής του Χότζα τον ρώτησε:
«Τι είναι αλήθεια, δάσκαλε»;
Κι ο Χότζας απάντησε:
«Κάτι που ποτέ και σε καμιά περίπτωση δεν έχω πει και ούτε πρόκειται ποτέ να πω».

Χα, χα, χα… Όποιος δεν το έπιασε αμέσως, καλό παίδεμα…

Φιλιά
Π.

Το ατύχημα

Σήμερα, σας έχω ένα βίντεο εκτός σειράς και … εκτός τηλεόρασης. Είναι το βίντεο από ένα ατύχημα που το γύρισα ο ίδιος με την ερασιτεχνική μου κάμερα το 1989, ένα ατύχημα που θα μπορούσε να είχε σαν αποτέλεσμα να μην ξαναβρεθούμε εδώ, εσείς κι εγώ, σχεδόν είκοσι χρόνια μετά. Το βίντεο το ανακάλυψα κάπου προχτές και μου έδωσε αφορμή να γράψω αυτό το… «σεντόνι», αφήνοντας για άλλη μια φορά απ’ έξω τα τέσσερα άλλα που έχω μισοέτοιμα εδώ και κάνα μήνα. Το ατύχημα που έδωσε την αφορμή γι’ αυτό το σεντόνι, έχει κάποια σχέση και με τον Παραμυθά. Θα δείτε πώς…
Ήταν ένα καλοκαιρινό βράδυ του 1989, όπως σας είπα, ακριβώς δυο χρόνια μετά που είχα παραιτηθεί από την Ε.Ρ.Τ. κι έτσι εσείς – μικρά παιδιά τότε – είχατε πάψει πια να βλέπετε «Χιλιοποδαρούσα» και «Παραμυθά». Μ’ ένα φίλο καθόμαστε στη βεράντα του σπιτιού μας στο νησί, που τη θέα του σας έχω βάλει σε παλιότερο post, κι είχαμε πιάσει μια πολύ ωραία συζήτηση ─ ωραία γιατί υπήρχε επικοινωνία· και οι δύο, δηλαδή, ενδιαφερόμαστε την ίδια στιγμή, για το ίδιο πράγμα, με την ίδια ένταση. Που σημαίνει ότι «ψάχναμε» το θέμα μας, δεν κάναμε «δηλώσεις» ή επίδειξη γνώσεων γι’ αυτό. Το θέμα μας ήταν οι ανατροπές και οι αλλαγές που έρχονται στη ζωή όλων μας, αλλά πρέπει να είμαστε ανοιχτοί για να τις δεχτούμε χωρίς φόβο, ό,τι ανατροπές κι αν προκαλέσουν και να μην αναβάλλουμε να τις αφήσουμε να συμβούν. Όταν κατά τα ξημερώματα σηκωθήκαμε να πάμε για ύπνο, μου είπε ο φίλος μου μια φράση, που έλεγε ακριβώς το λόγο γιατί κάποια στιγμή άφησε τη ζωή του να πάρει μία μεγάλη στροφή, που ανέβαλλε για μερικά χρόνια, με τη δικαιολογία ότι είχε καρό ακόμα. Αυτό που είπε μου έκανε τρομερή εντύπωση, αλλά μόνο λεκτικά φαίνεται, δεν το ένοιωσα δηλαδή με την καρδιά μου, γιατί το άλλο πρωί όταν μετέφερα στη γυναίκα μου της συζήτηση που είχα κάνει με το φίλο μου το προηγούμενο βράδυ, φτάνοντας στην τελική φράση που είπε, μου ήταν αδύνατο να τη θυμηθώ. Το ίδιο και το μεσημέρι, όταν επέστρεψα από το αεροδρόμιο όπου είχα πάει το φίλο μου, το ίδιο και το βράδυ. Είχα σκάσει. Κι όσο έσκαγα που δεν το θυμόμουν, τόσο έμοιαζε πιο σβησμένη η μνήμη της φράσης. «Ασ’ το, μην προσπαθείς, θα έρθει μόνη της…», είπε η γυναίκα μου και σταμάτησα να προσπαθώ να θυμηθώ. Αλλά, έλα που τελικά ούτε και το άλλο πρωί που ήταν φύγω ήρθε!
Βγαίνοντας από το ferry boat με το αυτοκίνητό μου στον Άγιο Κωνσταντίνο, σταμάτησα να βάλω βενζίνη. Ξεκινώντας ύστερα από λίγο, κοίταξα το ρολόι μου: «Δώδεκα η ώρα. Στις δυόμιση το πολύ θα είμαι στο γραφείο», είπα και ξέχασα να ξαναφορέσω τη ζώνη μου. Θα δείτε πιο κάτω γιατί το λέω.
Ήταν η πρώτη φορά που έκανα τη διαδρομή με το καινούργιο αυτοκίνητο, έχοντας τελειώσει το «ροντάρισμά» του. Το ευχαριστιόμουνα! Στη μεγάλη ευθεία της Εθνικής Οδού Αθηνών Λαμίας, έπιασα τα 210 την ώρα. «Πετούσα» χωρίς γιλέκο… Χα, χα, χα… Η ευθεία μετά τη γέφυρα για Θήβα τελειώνει, κι εκεί αρχίζω να κόβω γιατί ακολουθεί μια στροφή. Κατέβασα την ταχύτητα στα 130. Ο δρόμος τότε δεν είχε το τσιμεντένιο διαχωριστικό που έχει σήμερα στη μέση, δεν είχε τις σιδερένιες μπάρες που υπάρχουν σήμερα δεξιά κι αριστερά και ήταν μόνο μία λωρίδα και μία βοηθητική. Για κάποιο λόγο θυμήθηκα ένα κορίτσι που είχα ερωτευθεί στα δεκαοχτώ μου, κι αργότερα είχα μάθει ότι αυτοκτόνησε στο Παρίσι, αφήνοντας άντρα και δύο μικρά παιδιά. Αναρωτήθηκα γιατί να το έκανε ένα τόσο όμορφο κορίτσι κάτι τέτοιο κι ατάκα αναρωτήθηκα, αν είναι αλήθεια ότι αυτοί που σκοτώνονται ξαφνικά από ατύχημα ή όπλο, όταν ύστερα από λίγο συνέλθουν ως νεκροί πια νομίζουν ότι απλώς λιποθύμησαν και τους παίρνει καιρό να συνειδητοποιήσουν ότι πέθαναν! Τρελό, ε; (Υπάρχουν δύο ωραίες τέτοιες ταινίες: «Ο παράδεισος μπορεί να περιμένει», με τον Γουόρεν Μπήτυ και τη Τζούλι Κρίστυ και το «Ο αόρατος εραστής», με τον Πάτρικ Σουέζυ και την Ντέμυ Μουρ). Ώρες ώρες νοιώθω τόσο μεγάλη περιέργεια για το τι γίνεται μετά από ‘δω, που μου φαίνεται ότι θα… πεθάνω από την περιέργειά μου.
Η ταχύτητά μου είχε κατέβει στα 110 κι είχα μπει πια στη μεγάλη στροφή. Κοίταγα τη φρεσκοβαμμένη διπλή άσπρη λουρίδα στην κατάμαυρη φρεσκοστρωμένη άσφαλτο και θυμήθηκα το δάσκαλο της οδήγησης που μου είχε πει, «να προσέχεις πάντα, έτσι κι αλλιώς, γιατί τα νοσοκομεία είναι γεμάτα από αυτούς ήταν σωστά στη λωρίδα τους ή είχαν προτεραιότητα». Για δευτερόλεπτα αφαιρέθηκα. Και ξαφνικά είδα ένα αυτοκίνητο από την άλλη λωρίδα, να καβαλάει τη διπλή διαχωριστική, και να προσπαθεί να περάσει τα τέσσερα αυτοκίνητα που ήταν μπροστά του, μπαίνοντας ο μισός στη λωρίδα που ήμουν. Για να τον αποφύγω έκανα μπω δεξιά, αλλά εκεί στη βοηθητική πήγαινε αργά ένα φορτηγό. Και φρενάρισα. Μπλόκαραν οι τροχοί και άρχισε ένα ατέλειωτο ντεραπάρισμα. Βρέθηκαν με τη μούρη προς τα κάτω στην αντίθετη λωρίδα, όπου ευτυχώς δεν ήταν εκεί πια κανείς, ενώ το αυτοκίνητο που είχε κάνει το καβάλημα της διαχωριστικής λωρίδας με πέρασε από δεξιά μου και μετά ξαναμπήκε στη λωρίδα του περνώντας τα τέσσερα αυτοκίνητα που ήταν μπροστά του, χωρίς να σταματήσει! Δεν φοβόμουν. Δεν φοβόμουν γιατί δεν σκεφτόμουν. Απλώς παρακολουθούσα – σαν να βλέπω ταινία – αυτό που συνέβαινε. Είδα από το παρ μπριζ το αυτοκίνητό μου να παίρνει 360ο στροφή γύρω από τον εαυτό του, ταυτόχρονα να μετακινείται σέρνοντας προς το πλάι και να ξαναμπαίνει στο δικό μου ρεύμα κυκλοφορίας προς Αθήνα, αλλά αντίθετα πια σ’ αυτό, με τα αυτοκίνητα να έρχονται καταπάνω μου, αλλά χωρίς να γίνει τελικά μετωπική σύγκρουση, γιατί το αυτοκίνητο έκανε – εκτός από τη στροφή γύρω στον άξονά του και το σούρσιμο προς τα πλάγια – και μία τρίτη κίνηση προς τα πίσω, εντελώς παρανοϊκή, αφού ενώ οι τροχοί γύριζαν κανονικά προς τα μπροστά το αυτοκίνητο πήγαινε προς τα πίσω, σπρωγμένο με τρομερή σφοδρότητα από τη φυγόκεντρο δύναμη! Όλη αυτή η τριπλή κίνηση κατέληξε στο να ρίξει το αυτοκίνητο μέσα στο τσιμεντένιο χαντάκι σε σχήμα «V» για τα νερά, που υπήρχε στην άκρη του δρόμου. Η τάση του αυτοκινήτου ήταν να αρχίσει να παίρνει τούμπες στο διπλανό χωράφι, αλλά καθώς το χαντάκι ήταν βαθύ, με το που χτύπησε ο «ουρανός» του αυτοκινήτου στη χοντρή τσιμεντένια γωνία του «V», δεν κατάφερε να περάσει από πάνω. Έτσι, ενώ έβλεπα σύριζα στο πρόσωπό μου δεξιά να σχηματίζεται μια λαμαρινένια γωνία από το βούλιαγμα που δεν με άγγιξε γιατί σταμάτησε λίγο πιο πάνω από τον ώμο μου, το αυτοκίνητο ανασηκώθηκε προς τα’ αριστερά, αλλά μην μπορώντας να καβαλήσει την άλλη μεριά του χαντακιού, με τις μπρος και πίσω ρόδες της πλευράς του συνοδηγού να γυρίζουν με δύναμη στον αέρα, σταμάτησε την τούμπα κι εγώ βρέθηκα ξαπλωμένος με τον αριστερό μου ώμο στο τζάμι του παράθυρου της πόρτας μου που ήταν κλειστό. Αμέσως έσβησα τη μηχανή για να μην γίνει έκρηξη της βενζίνης που μύριζε καθώς χυνόταν, έκλεισα το air condition, έκλεισα το ραδιόφωνο και προσπάθησα με κλωτσιές να σπάσω το παρ μπριζ, που το τζάμι του είχε γίνει σαν δίχτυ αράχνης χωρίς να πεταχτεί ούτε ένα γυαλάκι και δεν έσπαγε με τίποτα. Τότε συνειδητοποίησα ότι μπορώ να βγω από την πόρτα του συνοδηγού που ήταν προς τα πάνω. Σκαρφάλωσα στα καθίσματα και την άνοιξα έχοντας μια αίσθηση σαν να ανοίγω πόρτα υποβρύχιου. Αφού σταθεροποίησα την πόρτα ανοιχτή, σκαρφάλωσα έξω όπου, ενώ ήμουν μισός έξω από το αυτοκίνητο και μισός μέσα, με περίμενε μια τρομερή έκπληξη: Είχε σταματήσει η κυκλοφορία στην Εθνική Οδό και στις δύο λωρίδες και γύρω μου ήταν μαζεμένα πάρα πολλά αυτοκίνητα. Οι άνθρωποι είχαν πεταχτεί έξω από τα αυτοκίνητά τους και παρακολουθούσαν τη σκηνή. Μόλις ξεπρόβαλλα, κάποιος φώναξε: «Είναι κι άλλοι μέσα»; «Όχι, μόνος είμαι», απάντησα. Ένοιωσα μια αίσθηση ανακούφισης να έρχεται από τη μεριά τους. Και τότε κάποιος, πιθανώς γονιός κάποιου από σας που έβλεπε μαζί σας τηλεόραση, φώναξε: «Ρε σεις, ο Παραμυθάς»! «Ναι, ναι…» φώναξαν κι οι άλλοι, κι αυτοί ίσως γονείς κάποιων από σας, ενώ άρχισαν να χειροκροτάνε και κάποιος απ’ όλους μου φώναξε: «Πού είναι το μαγικό γιλέκο σου»; «Μάλλον θα πρέπει να το φοράω για να είμαι ζωντανός» σκέφτηκα, κάνοντας έτσι και τις πρώτες σκέψεις γι’ αυτό που μου είχε συμβεί. Βγήκα έξω χαμογελώντας, κάποιοι με χτύπησαν στην πλάτη, ύστερα μπήκαν στ’ αυτοκίνητά τους και σε λίγο έμεινα εγώ και ο μπατζανάκης μου που ερχόταν πίσω μου και ήταν στα πρόθυρα εμφράγματος καθώς είχε δει όλο το ατύχημα. «Να σε πάω στα διόδια στο Σχηματάρι, που έχει Ε.Λ.Π.Α. να σε κουβαλήσει»; «Α, ωραία, μισό λεπτό μόνο…», είπα και σκαρφάλωσα στο αυτοκίνητο για να ξαναμπώ από το παράθυρο μέσα. «Πού πας ρε συ, τρελός είσαι;» ρώτησε έντρομος. «Πάω να πάρω τη βιντεοκάμερά μου για το τραβήξω όταν θα το σηκώνει η Ε.Λ.Π.Α», απάντησα και ξαναμπήκα μέσα στο αυτοκίνητο, γελώντας με το γεμάτο λύπηση βλέμμα του για μένα, καθώς με έβλεπε να χώνομαι από την ανοιχτή πόρτα στο αναποδογυρισμένο αυτοκίνητο. Μπήκα, πήρα τη βιντεοκάμερά μου – σ’ αυτήν και στην επαγγελματική μου διαστροφή χρωστάτε το βίντεο που θα δείτε – και ξαναβγήκα. Καθώς πηγαίναμε προς το Σχηματάρι, μου λέει ο μπατζανάκης μου: «Καλά, είσαι τελείως τρελός! Ξαναμπήκες στο αυτοκίνητο μετά απ’ ό,τι έγινε»; «Γιατί; Τι θα πάθαινα, τώρα πια»; Και τότε είδα όλο το πακέτο του φόβου. Του ψυχολογικού φόβου, όχι του πρακτικού όπως στο δρόμο που περιμένεις να περάσουν τα αυτοκίνητα κ.λπ. Του ψυχολογικού φόβου που είναι σκέψεις και μόνο. Κι εδώ ο μπατζανάκης είχε μάλιστα και αναδρομικό φόβο. Μπήκα εκεί όπου θα μπορούσα να είχα σκοτωθεί! Δηλαδή, έπρεπε να φοβάμαι αναδρομικά για κάτι που θα μπορούσε να είχε γίνει, αλλά δεν έγινε! Ο πλήρης παραλογισμός! Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι ο λόγος που δεν φοβήθηκα στα δευτερόλεπτα που το ατύχημα ήταν σε εξέλιξη, ήταν ότι δεν σκεφτόμουν γι’ αυτό αλλά μόνο έβλεπα, το παρακολουθούσα. Τώρα ξέρω ότι ο φόβος – ο ψυχολογικός – είναι σκέψεις για το μέλλον. Είτε είναι κάτι που έχουμε πάθει στο παρελθόν και φοβόμαστε μήπως το ξαναπάθουμε στο μέλλον, είτε δεν έχει ξανασυμβεί, αλλά υποθέτουμε ότι θα γίνει κάτι κακό. Σ’ οποιαδήποτε περίπτωση δεν ζούμε στο τώρα. Απλώς χρησιμοποιούμε το τώρα για να σκεφτόμαστε κάτι που έχει σχέση με το αύριο. Κι έτσι, το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας χάνεται για το αύριο. Χάνεται εξαιτίας του χθες. Επειδή η σκέψη – όχι για πρακτικά πράγματα- είναι έτσι κι αλλιώς το «χθες» αφού η σκέψη είναι μνήμη. Για … σκεφτείτε το λίγο! Χα, χα, χα…
Ύστερα από λίγο ο μπατζανάκης μου με είχε αφήσει στα διόδια στο Σχηματάρι, όπου μπήκα στον ένα από τους δύο γερανούς της Ε.Λ.Π.Α. που ήρθαν και ξαναγύρισα στο 69 χιλιόμετρο όπου είχε γίνει το ατύχημα. Οι δυο τεχνίτες της Ε.Λ.Π.Α. άρχισαν να ετοιμάζουν το αυτοκίνητο για να το ανεβάσουν στο γερανό, ενώ εγώ άρχισα να «γυρίζω» την ταινία μου! Ο τροχαίος που ήρθε μου ζήτησε, «άδεια, ταυτότητα, δίπλωμα και ασφάλεια» κι όταν του είπα ότι δεν θέλω να κόψω το «γύρισμα», μου είπε, «εντάξει, εντάξει». Ήταν πολύ συμπαθητικός άνθρωπος και πολύ ειλικρινής, γιατί όταν με ρώτησε αν φορούσα ζώνη και του είπα, «όχι» μου είπε: «Ευτυχώς, γιατί θα μπορούσατε να είχατε πνιγεί. Σ’ ένα τέτοιο ατύχημα ακριβώς, πριν δυο χρόνια, ο οδηγός πνίγηκε από τη ζώνη. Από την πείρα μου έχω δει ότι η ζώνη σε σώζει στη μετωπική ή όταν πέσουν πάνω σου από πίσω, αλλά δεν κάνει τίποτα στις πλάγιες συγκρούσεις, ενώ είναι επικίνδυνη στις περιπτώσεις ανατροπής του αυτοκινήτου».
Σ’ αυτό το σημείο θα σας παρακαλούσα να δείτε το βίντεο και μετά να διαβάσετε το τέλος της ιστορίας. Αν το κοιτάξετε προσεκτικά, θα παρατηρήσετε όλα τα σημάδια που άφησαν όσα σας περιέγραψα. Δείτε το και τα ξαναλέμε…

Όταν το αυτοκίνητο φορτώθηκε στο γερανό, το ένα αυτοκίνητο γύρισε στο Σχηματάρι, και ο άλλος τεχνικός κι εγώ καθίσαμε μπροστά και ξεκινήσαμε για Αθήνα. Κοίταξα το ρολόι μου: Ήταν τρεις και τέταρτο! «Πάει το δυόμιση στην Αθήνα, που είχα πει», σκέφτηκα, «τώρα θα φτάσουμε πεντέμισι και βάλε! Είδες; ‘Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα μην πεις’, που έλεγε η μάνα μου».
Είχαμε καμιά ώρα που ταξιδεύαμε σιωπηλοί, ακούγοντας ραδιόφωνο. Είχα χαλαρώσει εντελώς και μισόκλειναν τα μάτια μου, όταν ξαφνικά θυμήθηκα πεντακάθαρα και ακριβώς τα λόγια που είχε πει ο φίλος μου στο τέλος της συζήτησης που είχαμε δυο βράδια πριν και που μάταια είχα προσπαθήσει να τα θυμηθώ για να τα πω στη γυναίκα μου:
«Στη ζωή μας δεν πρέπει να αναβάλουμε πράγματα που πρέπει να κάνουμε, δεν πρέπει να αφήνουμε ψυχολογικές εκκρεμότητες στις σχέσεις μας με τους γονείς μας, με τα παιδιά μας, με τους φίλους μας, δεν πρέπει να αφήνουμε για «αύριο» τίποτα που μπορεί να γίνει «σήμερα», γιατί κάθε στιγμή στη ζωή μας μπορεί να είναι η τελευταία».
Και τότε, χωρίς να νοιάζομαι αν με βλέπουν, ένοιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα.

Καλό Σαββατοκύριακο.
Σας φιλώ πολύ.
Π.

Π.

Η τέχνη να βλέπεις τα πράγματα όπως είναι

Η συζήτηση στην παραλία ήταν γύρω από ένα οικογενειακό, προσωπικό θέμα και ήταν πιο σοβαρή απ’ όσο θα ταίριαζε στο χώρο, αλλά όλοι είχαν πάρει πια φόρα. Πιο πολύ άκουγα παρά μιλούσα. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρεί κανείς σε συζητήσεις γύρω από ένα θέμα που για σένα είναι απλό και ξεκάθαρο, πόσο διαφορετικά μπορούν να το βλέπουν οι άλλοι και να γίνεται πολύπλοκο χωρίς λόγο. Ή μπορεί να υπάρχει λόγος που εσύ δεν τον βλέπεις. Όλα παίζουν. Ο καθένας βλέπει από μία διαφορετική πλευρά που την θεωρεί αντικειμενική, αλλά κατά κανόνα είναι υποκειμενική κι έτσι μοιάζει να μας διαφεύγει το καθαρό γεγονός, δηλαδή τα πράγματα όπως είναι – δηλαδή η αλήθεια. Σε γενικές γραμμές θα έλεγε κανείς ότι αυτό που θεωρούμε πραγματικότητα είναι η δική μας πραγματικότητα, η οποία έχει, ως φυσικό επακόλουθο, αντίκτυπο στη συμπεριφορά μας, δηλαδή έχει υπαρκτά αποτελέσματα, αλλά όλο αυτό δεν έχει καμιά σχέση με την αλήθεια. Κανείς περνάει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του – μερικοί, ίσως οι περισσότεροι, όλη τους τη ζωή – με μία συμπεριφορά διαμορφωμένη από μία πραγματικότητα που δεν έχει καμία σχέση με την αλήθεια. Ας πούμε: για τον τρελό που νομίζει ότι είναι ο Μέγας Ναπολέων αυτό είναι μία πραγματικότητα με υπαρκτά αποτελέσματα στη συμπεριφορά του: βάζει το χέρι του στη κοιλιά του μέσα από το πουκάμισο, αναζητάει τη Ζοζεφίνα, βγάζει λόγο στα στρατεύματά του και διατάζει επίθεση. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι δεν είναι ο Μέγας Ναπολέων, αλλά τρελός.
glass-with-water.jpgΑ, να! Σκέφτηκα κάτι πολύ πιο απλό, από την καθημερινή μας ζωή, που το ξέρουμε όλοι: Άλλοι βλέπουν ένα ποτήρι με νερό μισογεμάτο, αυτή είναι η πραγματικότητα γι’ αυτούς και έτσι έχουν αισιόδοξη συμπεριφορά. Άλλοι βλέπουν το ίδιο ποτήρι μισοάδειο και αυτή είναι η δική τους πραγματικότητα κι έτσι έχουν απαισιόδοξη συμπεριφορά. Αλλά καμιά από αυτές τις δύο πραγματικότητες δεν είναι η αλήθεια. Η αλήθεια είναι ότι το ποτήρι με το νερό δεν είναι ούτε μισοάδειο ούτε μισογεμάτο· απλώς – η αλήθεια είναι πάντα πολύ απλή – το ποτήρι έχει νερό ως τη μέση: δεν είναι ούτε μισοάδειο ούτε μισογεμάτο, έχει νερό ως τη μέση. Φαίνεται, όμως, ότι δεν είναι έτσι εύκολο, κι έχω την εντύπωση ότι το να βλέπεις τα πράγματα όπως είναι, δηλαδή να βλέπεις την αλήθεια, είναι τέχνη· όπως είναι τέχνη και να ξέρεις να ακούς.
Το παραβάρυνα καλοκαιριάτικα, ρε γαμώτο! Αλλά κάποιο κορίτσι από σας μου ζήτησε και κανένα «σεντόνι», που έχω καιρό να γράψω, κι είπα να βάλω αυτό το «σεντονάκι» που μου ήρθε χθες στην παραλία παρακολουθώντας την οικογενειακή συζήτηση. Δεν ήθελα να βάλω κάποιο από τα άλλα τέσσερα που έχω γράψει τον τελευταίο καιρό. Συγνώμη αν σας κούρασα.
Καλό βράδυ.
Φιλιά.
Π.
Υ.Γ. Έγραψα κάποιες απαντήσεις στη «ΜΑΡΙΑΝΝΑ» ως σχόλιο στο προηγούμενο post για τα γενέθλια.

Κάποτε στα γενέθλιά μου

Eυχαριστώ πο2007-birhday.jpgλύ για τα «χρόνια πολλά» σας και μακάρι να μπορούσαμε να είχαμε μοιραστεί όλοι μαζί αυτή την τούρτα. Ε, φυσικά και θα είχα παραγγείλει μία άλλη τεράστια, με κεριά σαν το μπόι μου ─ όπως λένε κι όταν κάνουν τάματα. Άλλωστε δεν είναι και κανένα τεράστιο μπόι, αφού την ξέρετε την ιστορία… Πώς; Δεν την ξέρετε; Α, να σας την πω: Στα νιάτα μου, ήμουν ξανθός, ψηλός, αδύνατος και με πράσινα μάτια, όπως είναι ο γιος μου ο «μάστορας» τώρα, που κανείς δεν πιστεύει ότι πήρε από μένα. Κι όμως από μένα πήρε, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο. Όπως σας είπα, παλιά, κι εγώ ήμουν έτσι, αλλά κάποτε στα γενέθλιά μου η φίλη μου η μάγισσα Κλοκλό, έφερε μαζί της κι ένα φίλο της μάγο που δεν τον είχα ξαναδεί και ήταν πολύ σαχλαμάρας – όλο πόζα και φιγούρα. Και – όπως δεν κρατάω κι εγώ το στόμα μου – κάποια στιγμή τον είπα, μαλάκα. Ο μάγος θύμωσε και σηκώθηκε να φύγει, αλλά πριν φύγει – και πριν προλάβει η Κλοκλό να τον εμποδίσει – μου έκανε μάγια: και από ξανθός, ψηλός, αδύνατος και με πράσινα μάτια που ήμουν τότε, έγινα μελαχρινός, κοντός, χοντρός και με καστανά μάτια ─ όπως είμαι τώρα! Όσο κι αν προσπάθησε η Κλοκλό να με ξανακάνει όπως ήμουν πριν, δεν τα κατάφερε. Ευτυχώς, όμως, δεν είχαν πειραχτεί τα γονίδιά μου γι’ αυτό και ο γιος μου ναι μεν πήρε από μένα, αλλά όχι όπως είμαι τώρα, αλλά από αυτό που ήμουν πριν από εκείνα τα τραγικά γενέθλια.
Σας φιλώ γλυκά.
Π.

ΠΡΟΣΟΧΗ… ΠΡΟΣΟΧΗ…

Προσοχή: ένα από τα κορίτσια της παρέας μού έκανε μία πολύ σωστή ερώτηση για την ιστορία της Dolly: «και τι έγινε ο Θανάσης»; Έτσι αναγκάστηκα να γράψω ολόκληρο το τέλος της ιστορίας, που μπορείτε να πάτε και να το διαβάσετε στην ιστορία της Dolly που έβαλα σήμερα τα χαράματα και που τη συμπλήρωσα μόλις πριν λίγο. Και για εκείνους τους πονηρούς και τις πονηρές που μ’ έκαναν ν’ απορώ για λίγο πού έμαθαν αυτό που έμαθαν, τους βάζω αυτή τη φωτογραφία που έβγαλε «ο μάστορας» και που είναι η θέα του σπιτιού όπου ήρθα να γιορτάσω αυτό που ανακάλυψατε μερικοί,  με την οικογένειά μου… Φοβερή θέα, ε;
Σας φιλώ πολύ

Π.

skiathos-2.jpg

Η Ντόλλυ

Συγνώμη που εξαφανίστηκα για τέσσερις μέρες τώρα, αλλά μου μπήκε η ιδέα από το όνομα ενός κοριτσιού από σας, να φτιάξω μια ιστορία που να βασίζεται σε ονόματα και σε χαρακτήρες που θα δείτε. Παιδεύτηκα, όμως, να στήσω την ιστορία, αλλά και να βρω στο internet τα σχέδια ακριβώς που ήθελα και τελικά μου πήρε τρεις μέρες!!!. Ελπίζω ν’ άξιζε τον κόπο και να σας αρέσει αυτή η ιστορία μου – που είναι αληθινή όπως όλες. Εγώ πάντως το διασκέδασα πολύ γράφοντάς την.

dolly-baby.jpg

Μια φορά κι έναν καιρό γεννήθηκε ένα κοριτσάκι μέσα σ’ ένα τριαντάφυλλο. Το κοριτσάκι από μωρό ήταν πολύ όμορφο κι επειδή ο μπαμπάς του είχε ζήσει πολλά χρόνια στην Αμερική το έβγαλε, Dolly ─ δηλαδή, «Κουκλάκι».

doly-laughing.jpgΤο κοριτσάκι όσο μεγάλωνε γινόταν όλο και πιο όμορφο, αλλά και όλο και πιο καλό και έξυπνο. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά είχε γεννηθεί και με ένα φοβερό χάρισμα: μπορούσε να στέλνει τη σκέψη της στους άλλους και να την ακούνε μέσα στο κεφάλι τους σαν να τους μιλάει με τηλέφωνο. Την πρώτη φορά που το κατάλαβε τρόμαξε! Εκεί που έπαιζε με τις κούκλες της, ξαφνικά σκέφτηκε ότι διψάει. Κι ενώ δεν είχε πει λέξη γι’ αυτό άκουσε τη μαμά της να της λέει, «να σου φέρω νεράκι, μωρό μου;» και την είδε να σηκώνεται και να της φέρνει νερό από την κουζίνα!doly-with-pyjamas.jpg
Εκείνη την εποχή που η Dolly ήταν μικρή, ήταν η εποχή που είχα μια εκπομπή στην τηλεόραση και είχε για τίτλο το παρατσούκλι μου: «Παραμυθάς». Η μικρή Dolly καθόταν κάθε εβδομάδα, την ίδια ώρα και μέρα, μπροστά στην τηλεόραση για να βλέπει τις ιστορίες μου. Και κάθε φορά προσπαθούσε να μου στέλνει τη σκέψη της – «θέλω να σε δω Παραμυθά» – φώναζε μέσα στο κεφάλι της, αλλά βέβαια η εκπομπή δεν γινόταν ζωντανά εκείνη την ώρα κι έτσι δεν μπορούσα «ν’ ακούσω» τη σκέψη της. Όμως, τα ‘φερε έτσι τα πράγματα η ζωή – επειδή σ’ αυτήν υπάρχει περισσότερη φαντασία από οπουδήποτε αλλού και κάνει πραγματικά θαύματα – που κάποτε άκουσα τη φωνή της Dolly στο κεφάλι μου.

 

oneyedfreak.jpg Όλα κυλούσαν μια χαρά στη ζωή της Dolly και δεν θα είχε κανένα πρόβλημα αν εκεί κοντά δεν έμενε μια κακιά μάγισσα, που επειδή κι αυτή είχε ένα μπαμπά που είχε δουλέψει στην Αμερική, την είχαν βγάλει, Oneyedfreak ─ δηλαδή, «Μονοφθαλμοτέρας». Η Oneyedfreak, ζήλευε τόσο πολύ την Dolly που τις νύχτες δεν μπορούσε να κοιμηθεί από το κακό της. Έτσι, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει όλα τα μαγικά της.
Ένα βράδυ που όλοι κοιμόντουσαν στο σπίτι της Dolly, μπήκε κρυφά από το παράθυρο, πλησίασε το κρεβάτι του μικρού κοριτσιού κι άρχισε τα μαγικά της… Μουρμούριζε, μουρμούριζε, μουρμούριζε κάτι ακαταλαβίστικα και ξαφνικά… βρουουουμμμ. Η Dolly έγινε ένα ωραίο άσπρο άλογο, πήδηξε από το παράθυρο και χάθηκε καλπάζοντας μέσα στη νύχτα…

doly-horse-1.jpg

Μάταια οι γονείς της έψαξαν απελπισμένοι παντού να τη βρουν. Τα κοριτσάκι είχε εξαφανιστεί για τα καλά. Όμως – όπως ξέρουμε- δεν είχε εξαφανιστεί, αλλά απλώς είχε γίνει ένα ωραίο άσπρο άλογο που κάλπαζε όλη τη νύχτα χωρίς να μπορεί να καταλάβει τι της συνέβη. Έκλαιγε, έκλαιγε κι έτρεχε καλπάζοντας όλη τη νύχτα μέχρι που όταν άρχισε να ξημερώνει, βρέθηκε σε ένα ωραίο μεγάλο χτήμα.
thanassuis-the-cow-boy.jpgΤο χτήμα αυτό το είχε κάποιος ο οποίος – τι σύμπτωση – είχε ζήσει κι αυτός στην Αμερική και είχthanassis-shadow.jpgε το ψώνιο να ντύνεται όλο το χρόνο cow boy, γι’ αυτό κι όλοι τον φώναζαν, «ο Θανάσης, ο καουμπόης». Ο Θανάσης, που ζούσε μόνος του σ’ ολόκληρο το χτήμα, ήταν τόσο φοβητσιάρης που μερικές φορές τον τρόμαζε ακόμα κι η σκιά του και την πυροβολούσε. Γι’ αυτό κι όταν είδε την Dolly να μπαίνει στο κτήμα του, ξετρελάθηκε από τη χαρά του. «Κορίτσι είναι», μουρμούρισε κοιτώντας διακριτικά από κάτω, «τι όνομα άραγε να της δώσω;» «Dolly», σκέφτηκε η Dolly που τον άκουσε και που παρ’ όλο που είχε γίνει άλογο δεν είχε χάσει την ικανότητά της να μεταδίδει τη σκέψη της. Κι έτσι ο Θανάσης ο καουμπόη, είπε: «Dolly, θα την βγάλω» και νόμισε ότι μόνος του το σκέφτηκε.

thanassisdoly-louphing.jpgΈτσι η Dolly έμεινε μαζί με τον Θανάση τον καουμπόη μέχρι να δει πώς θα μπορέσει να ξαναγίνει το ωραίο κοριτσάκι που ήταν πριν. Έκανε προσπάθειες να δώσει στον Θανάση τον καουμπόη να καταλάβει ότι είναι κοριτσάκι, αλλά κάθε φορά που σκεφτόταν, «είμαι κορίτσι», ο Θανάσης ο καουμπόης έλεγε, «αχ να ‘χα ένα κοριτσάκι» νομίζοντας ότι αυτό σκέφτηκε.thanassisdoly-branfere.jpg

thanassisdoly-chess.jpg

Όμως, πολύ σύντομα ο Θανάσης ο καουμπόης, ανακάλυψε ότι η Dolly ήταν εξαιρετική παρέα, καθώς το «πρώην» κοριτσάκι ήξερε να παίζει σκάκι. Αλλά εκείνο που διασκέδαζε τρομερά τη Dolly ήταν ότι ο Θανάσης ο καουμπόης την έμαθε να παίζει «μπραντεφέρ» που πάντα τον νικούσε κι εκείνος έσκαγε από το κακό του.

 

storyteller-flying.jpg

Ένα απόγευμα, έτυχε να περνάω πετώντας πάνω από το κτήμα του Θανάση του καουμπόη, όταν άκουσα μια φωνή μέσα στο κεφάλι μου να φωνάζει, «Παραμυθά, Παραμυθά…» κοιτάζω προς το κάτω και βλέπω ένα ωραίο άσπρο άλογο να έχει ανασηκωθεί στα πίσω πόδια του και να χλιμιντρίζει. Επειδή, όπως ξέρετε, όταν φοράω το μαγικό γιdoly-horse-1.jpgλέκο μου εκτός που μπορώ να πετάω, μπορώ και να μιλάω με τα φυτά, τα ζώα και τα πράγματα, νόμισα ότι μου μιλάει το άλογο και κατέβηκα δίπλα του να δω τι θέλει.
«Πώς σε λένε», ρώτησα το άλογο μόλις βρέθηκα δίπλα του.
«Dolly», μου λέει. «Αχ, Παραμυθά, δεν ξέρεις πόσο ήθελα να σε δω από κοντά. Κάθε φορά που σε έβλεπα στην τηλεόραση, σου έστελνα τη σκέψη μου, αλλά ήσουν ο μόνος που δεν την άκουγες και δεν ερχόσουν».
«Άλογο και να βλέπει την εκπομπή μου στην τηλεόραση» είπα έκπληκτος.
«Δεν είμαι άλογο, κοριτσάκι είμαι και δεν ξέρω πώς έγινε και άλλαξα»
Εκείνη τη στιγμή πρόσεξα ότι το άλογο δεν ανοιγόκλεινε το στόμα του κι ότι μου έστελνε τις σκέψεις του. Το χάιδεψα κι εκείνο βούρκωσε. Και τότε κατάλαβα ότι πρέπει να είχαν κάνει μάγια στο κοριτσάκι και γι’ αυτό είχε γίνει άλογο. «Πόσο καιρό είσαι έτσι» ρώτησα ανήσυχος.
«Πέντε έξι μήνες» μου είπε.
«Πρέπει να σε πάω αμέσως στη φίλη μου τη μάγισσα Κλοκλό να σε ξεμαγέψει, γιατί αν μείνεις έτσι για επτά μήνες, μετά θα μείkloklo.jpgνεις άλογο για πάντα».
Χωρίς να περιμένω άλλο, βούτηξα την Dolly στην αγκαλιά μου και φύγαμε πετώντας από το κτήμα του Θανάση τον καουμπόη. Ο κόσμος που μας έβλεπε από κάτω, είχε χαζέψει που έβλεπε έναν παππού να πετάει με ένα άσπρο άλογο αγκαλιά, αλλά πρέπει να σας πω ότι εμένα μου φαινόταν πολύ ποιητική εικόνα!
Σε λίγο είμαστε στο σπίτι της Κλοκλό. Μόλις της είπα τι συνέβαινε, ακούμπησε τα χέρια της πάνω στο κεφάλι του αλόγου, ψιθύρισε κάτι μαγικά λόγια και… ουάου! Το άλογο εξαφανίστηκε και στη θέση του βρέθηκε ένα πολύ όμορφο κοριτσάκι που έτρεξε αμέσως στην αγκαλιά μου.
«Σ’ ευχαριστώ Παραμυθά μου, σ’ ευχαριστώ…» μου έλεγε αλλά την έκοψα λέγοντάς της: «Πρέπει να πάμε αμέσως στους γονείς σου γιατί θα είναι πολύ λυπημένοι που σε έχασαν».
Έτσι, η γλυκιά Dolly, ήταν σε λίγο στην αγκαλιά των γονιών της που έκλαιγαν από χαρά που ξαναβρήκαν το κοριτσάκι τους, ενώ η Dolly κι εγώ είμαστε από τότε δυο καλοί φίλοι έως σήμερα.

doly-with-paramythas.jpg

«Κι ο Θανάσης; Ούτε μια εξήγηση;» με ρώτησε ένα κοριτσάκι, η Χριστίνα, όταν τέλειωσα την ιστορία. «Μμμ… Πολύ καλή ερώτηση» είπα σκεφτικός για λίγο και συνέχισα: Εντάξει. Υπάρχει κάτι στην ιστορία που είναι μυστικό. Τέλος πάντων, θα σας το φανερώσω. Επειδή, λοιπόν, έπρεπε να πάω γρήγορα τη Dolly στη μάγισσα Κλοκλό για να μην μείνει άλογο για πάντα, δεν έψαξα να βρω τον Θανάση τον καουμπόη κι έφυγα αμέσως πετώντας χωρίς να καθυστερήσω ούτε λεπτό. Όταν ο Θανάσης γύρισε σπίτι του και δεν βρήκε πουθενά τη Dolly, κόντεψε να πεθάνει από τη στενοχώρια του γιατί την είχε αγαπήσει σαν κόρη του. (Πού να ‘ξερε και την αλήθεια…) Κι έτσι, τα μάζεψε κι έφυγε για πάντα στην Αμερική, όπου ήταν μετανάστης στα νιάτα του κι εκεί δεν τον θεωρούσαν τρελλό που ήταν ντυμένος καουμπόη. Μάλιστα, αγόρασε κι ένα ωραίο άσπρο άλογο που το ονόμασε Dolly κι έζησε για πάντα ευτυχισμένος μαζί της. Και θα με ρωτήσετε, πού ξέρω εγώ τι έκανε αφού πήρα τη Dolly και έφυγα. Σωστά. Λοιπόν: Εδώ είναι το μεγάλο μυστικό: Μετά από χρόνια, συνάντησε τον Θανάση τον καουμπόη ένας άλλος, εξαιρετικός Γάλλος παραμυθάς, που του άρεσε πάρα πολύ η ιστορία του Θανάση κι έτσι άρχισε να γράφει διάφορες ιστορίες με τον Θανάση ήρωα. Μόνο που για να μην καταλάβει ο κόσμος ποιος είναι, του άλλαξε το όνομα, και τον έβγαλε, «Λούκυ Λουκ». Αυτή είναι η αλήθεια: Ο Λούκυ Λουκ είναι Έλληνας: ο Θανάσης ο καουμπόη. Όπως και η Dolly είναι η Θοδώρα.

Καληνύχτα.
Π.

Ο Τιμολέων τενόρος

Και για να διατηρήσουμε το έθιμο των… γενεθλίων του blog κάθε μήνα (σας υπόσχομαι στο χρόνο επάνω να το κόψω) επειδή εξακολουθεί να με εντυπωσιάζει η επισκεψιμότητά του, σας λέω ότι από τις 9 Φεβρουαρίου μέχρι σήμερα, 9 Ιουλίου, έχουν επισκεφτεί το blog για πρώτη φορά 23.620 computers και έχουν ξαναεπιστρέψει 107.456 φορές, ενώ έχουν γραφτεί 1523 σχόλια. Δυστυχώς όμως, δεν έχει γίνει τίποτα ακόμα για βρεθεί τρόπος να βγαίνουν χρήματα και ν’ αρχίσω να κάνω την παραγωγή καινούργιων ιστοριών μου, που υπάρχουν μία ή δύο ακόμα. Ένα παιδί από σας, ο ΚΩΣΤΑΣ Κ. μου έδωσε μια ιδέα με το σχόλιό του στο ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ του Ν.Π. όπου μεταξύ άλλων λέει: «Δε ξέρω αν έχεις τα πνευματικά διακαιώματα, αλλά θα ήταν πολύ σημαντικό να ανέβαζες στο site σειρές από εκείνη την εποχή. Θα ήταν μια πολύτιμη παρακαταθήκη για το μέλλον, εκτός και αν σκοπεύεις να τα εκμεταλλευτείς για εμπορικούς λόγους (πράγμα που ειλικρινά θα με απογοήτευε)». Προφανώς δεν έχει διαβάσει όλα τα post κι έτσι δεν ξέρει την άποψή μου περί του να βγάζω χρήματα από αυτό το blog. Δεν έχω δικαιώματα για κανένα από τα βίντεο που σας βάζω, εκτός από το 50% του ΝΟΜΟΥ ΤΗΣ ΒΑΡΥΤΗΤΑΣ και άλλων δύο ακόμα που δεν έχω ανεβάσει. Ο Κώστας, όμως, μου έδωσε μια ιδέα. Σκέφτηκα ότι αυτά που είναι δικά μου – και που έτσι κι αλλοιώς μπήκαν ή θα μπουν εδώ – να τα βάλω σε ένα DVD και να πουληθούν μέσα από το internet με σκοπό να μαζευτούν μερικά χρήματα και να κάνουμε έστω και μερικές απλές και φτηνές παραγωγές καινούργιων ιστοριών. (Μιλάμε για απλά πράγματα γιατί όπως σας είπα ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΒΑΡΥΤΗΤΑΣ στοίχισε 75.000 ευρώ περίπου για 12 λεπτά. Δεν μιλάμε για τέτοιες υπερβολές). Θα δούμε. Αν μέχρι τα έβδομα γενέθλια στις 9 Σεπτεμβρίου δεν έχει σκάσει μύτη τίποτα οικονομικό, θα το ξανασυζητήσουμε, παρόλο που θα απογοητεύσω τον Κώστα.
Και για να το γιορτάσουμε, δείτε ένα… «μουσικό» βίντεο από τη «Χιλιοποδαρούσα»: Ο Τιμολέων τενόρος.
Φιλιά.
Π.
Υ.Γ.Δυο λόγια για το σχόλιο της
balabama bambaluna στην ιστορία του Χότζα: Διάβασε άλλη μια φορά την ιστορία
«Η ταυτότητα» προσέχοντας τι ζητάει από το Χότζα η κυρία και τι κάνει αυτός, κι αν δεν το καταλάβεις θα στο εξηγήσω. Μ’ άρεσε πολύ το blog σου (κυρίως επειδή είναι κοριτσιού), αλλά δυστυχώς είναι «ΑΥΣΤΗΡΩΣ ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟ» για παιδιά, κι εδώ το blog είναι «παιδικό» – κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Μπορείτε να κατεβάσετε το βίντεο από εδώ.