Βάλτε ό,τι τίτλο θέλετε
Εδώ και μερικές μέρες δεν έχω γράψει τίποτα προσωπικό, κι ο λόγος είναι γιατί εκεί που αποφάσιζα τι θα γράψω και κράταγα σημειώσεις μέσα στη μέρα, μέχρι το βράδυ τύχαιναν διάφορα και κάθε τόσο άλλαζα γνώμη κι έτσι έχω κρατήσει σημειώσεις για εννέα θέματα μέσα σε πέντε μέρες, χωρίς να βάλω κανένα. Όμως, επειδή ήθελα να ξέρετε ότι «είμαι εδώ», στις πέντε προηγούμενες μέρες, έγραψα κι εγώ ένα σχόλιο κάτω από τα δικά σας κι έβαλα τέσσερις ιστορίες: «το φίδι», «το κυνήγι της αρκούδας», «η φάλαινα», «το κερί στο σκοτάδι». (Παρεμπιπτόντως, επειδή είδα το σχόλιο που έκανε το «natasaki», να πω δυο λόγια για το δεύτερο επίπεδο αυτής της τελευταίας ιστορίας του Χότζα, πέρα από το αστείο: Ο δάσκαλος ξέρει να περπατάει στη σκοτάδια, αλλά επειδή οι μαθητές δεν ξέρουνε, εκείνος κρατάει κερί γι’ αυτούς, για να τον βλέπουνε και – αν θέλουν – να τον συναντήσουν, όχι να τον ακολουθήσουν. )
Και τώρα, ας έρθουμε σ’ αυτό που αποφάσισα να γράψω σήμερα και δεν το αλλάζω, γιατί το θεωρώ πολύ σοβαρό: Βρε κορίτσια κι αγόρια, καλά εγώ που ούτε πέντε μήνες δεν έχω κλείσει στην ιστορία των blogs, αλλά εσείς που είσαστε «παλιές καραβάνες» σ’ αυτό – ή όσες κι όσοι είστε τέλος πάντων, παλιές καραβάνες – δεν μου κάνατε ούτε μια νύξη την Πέμπτη που μας πέρασε, 14 Ιουνίου, ότι ήταν η Παγκόσμια Ημέρα Weblog; Τ’ αφήσατε να περάσει χωρίς να πούμε τίποτα, κι αφήσατε κι εμένα να «ψαρώσω» σήμερα, όταν διαβάζοντας μια εφημερίδα της Πέμπτης που μου έδωσαν για να δω κάποια συνέντευξη του «μάστορα» για το blog του – ανακαλύπτω ότι προχτές στις 14 ήταν Παγκόσμια Ημέρα για τα blogs! Το ξέρατε ότι υπάρχει τέτοια ημέρα και τσιμουδιά!!! Τέλος πάντων… Για την περίπτωση που δεν το ξέρατε – ή δεν διαβάσατε αυτό το αφιέρωμα – σας έβαλα το σχετικό LINK. Τώρα: προσωπικά θα σας πρότεινα, από του χρόνου αυτή η μέρα να γιορτάζεται από τους μπλοκατζήδες – ελληνικά, bloggers – και να γίνεται γι’ αυτό μία συλλογική ενέργεια, όπως εκείνη που κάναμε για την Αμαλία. Είναι χαρακτηριστικά και ο τίτλος του κεντρικού άρθρου του αφιερώματος, «η ισχύς εν τη ενώσει για τους bloggers», αλλά και η φράση μέσα στο άρθρο, «τα ελληνικά ιστολόγια δείχνουν τη δύναμη και τη συσπείρωσή τους σε κρίσεις και σε δραματικά γεγονότα όπως ο πρόσφατος χαμός της 30χρονης Αμαλίας Καλυβίνου».
Το άλλο που έμαθα από αυτό το αφιέρωμα και μου έκανε εντύπωση, είναι ότι η Ελλάδα θα έχει την Πέμπτη που μας έρχεται τη θλιβερή πρωτιά στην Ευρώπη να οδηγήσει ένα blog στα δικαστήρια!… Αντί για άλλο σχόλιο σας βάζω εδώ ένα LINK για το site της «Παγκόσμιας ημέρας ελευθερίας του τύπου«.
Και τέλος, επιτρέψτε μου να γράψω εδώ μερικές σκέψεις μου, με αφορμή αυτά που δηλώνουν επώνυμα δύο συγγραφείς και bloggers, στο άρθρο της εφημερίδας που σας έβαλα LINK πιο πάνω, :με τίτλο, «Ο κώδικας τιμής των κυβερνοναυτών».
Πρώτα, επειδή το blog μου είναι επώνυμο, και μπορεί όποιος θέλει να βρει εύκολα τη διεύθυνση και το τηλέφωνό μου, έχω το δικαίωμα να δηλώσω υπερασπιστής της ανωνυμίας όσων bloggers το επιθυμούν. Δεύτερο: ανήκω σε μια γενιά που ταλαιπωρήθηκε από τον έλεγχο για το «γενικότερο καλό». Ανήκω σε μια γενιά που για να διαβάσει – αν ήθελε – μία αριστερή εφημερίδα μέσα στο λεωφορείο, αγόραζε και μία δεξιά για να την κρύβει από μέσα. Ανήκω σε μια γενιά, που της ανέτρεψε τη ζωή η δύναμη που δόθηκε στο πιο άθλιο και σκοτεινό κομμάτι αυτού του τόπου. Ανήκω σε μια κατηγορία ανθρώπων που κατανοούν βαθιά την αξία της ελεύθερης έως και «ανεξέλεγκτης» πληροφορίας, από τις εφημερίδες, την τηλεόραση, το ραδιόφωνο και το internet. Ανήκω σ’ εκείνους τους ανθρώπους από τη γενιά μου που εκτίμησαν γρήγορα την αξία των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Έχω να πιάσω μολύβι εδώ και είκοσι χρόνια ακριβώς
και έχουν περάσει 25 χρόνια μέχρι φέτος τον Μάιο που άρχισα να δουλεύω με τα WINDOWS VISTA από την Καθαρή Δευτέρα του 1982, τότε που πρωτόκατσα μπροστά στον πρώτο μου AMSTRAD, που το μόνο που έκανε ήταν επεξεργασία κειμένου. (Για χάρη σας τον έστησα και τον φωτογράφισα για να σας τον δείξω. Είναι ο μόνος που κρατάω από τους δώδεκα ηλεκτρονικούς υπολογιστές που έχω αλλάξει αυτά τα χρόνια). Από τότε που πρωτομπήκα στο internet, πριν κάμποσα χρόνια, ένοιωσα ότι αν θα γίνει κάποτε κάποια επανάσταση στην ανθρωπότητα, θα είναι αναίμακτη και θα γίνει από σοβαρούς, ώριμους, έντιμους, παθιασμένους με το δίκαιο και την αλήθεια hackers και χρήστες του internet , μέσα από αυτό.
Εδώ και πέντε μήνες περίπου, ο γιος μου μού έδειξε αυτή την τεράστια ιστορία που λέγεται blogs. Και να τι πιστεύω: Είναι μια θάλασσα ανθρώπινου πόνου, μοναξιάς, ευαισθησίας, καλοσύνης, εξυπνάδας, ποιότητας, φαντασίας, δημιουργικότητας, διαμαρτυρίας, πληροφόρησης, επικοινωνίας, εκτόνωσης, ευφυΐας, αλλά και χυδαιότητας, φασισμού, σαχλαμάρας, επιδειξιμανίας, εξυπνακίστικης φιγούρας, μαλακοκαύλικης ηθικοπλαστικής φιλοσοφίας του κώλου, ανηθικότητας, βλακείας και δεν συμμαζεύεται. Αλλά είναι «θάλασσα» παιδιά και έχει τη δύναμη να καθαρίζει μόνη της. Όπως η θάλασσα που της πετάνε ένα κάρο σκουπίδια ή τη μολύνουν άσχημα, αργά η γρήγορα θα καθαρίσει, έτσι και το διαδίκτυο θα βρίσκει τον τρόπο να πετάει έξω τα σκουπίδια και τις βρωμιές, χωρίς επεμβάσεις απ’ έξω που ανοίγουν την πόρτα για έλεγχο που θα βολεύει όσους δεν τους αρέσει η ελεύθερη κυκλοφορία της πληροφορίας και της αλήθειας. Γι’ αυτό όσοι είσαστε μέσα σ’ αυτό το χώρο με σοβαρότητα κι όχι για πλάκα, υπερασπίστε την ελευθερία του με πάθος.
Καλό βράδυ.
Π.
Το κερί στο σκοτάδι
Κάποτε, μιλώντας ο Νασρεντίν στους μαθητές του τους λέει:
«Μπορώ και βλέπω ακόμα και στο σκοτάδι».
«Ίσως να ‘ ναι κι έτσι δάσκαλε, όπως το λες», είπε ένας από τους μαθητές, «αλλά αν είναι έτσι, τότε γιατί όταν βγαίνεις έξω τις νύχτες, κρατάς ένα κερί»;
«Για να με βλέπουν οι άλλοι και να μην πέφτουν επάνω μου».
Η φάλαινα
Ένα πρωί, πριν λίγες μέρες, αποφάσισα να πάω στη θάλασσα, όχι για ψάρεμα αλλά για βόλτα. Έτσι μπήκα σ’ ένα καϊκάκι κι ανοίχτηκα στο πέλαγος. Δεν είχε περάσει πολλή ώρα όταν ξαφνικά πετάγεται μια φάλαινα μπροστά μου, ανοίγει τη στοματάρα της και με ρουφάει μέσα. Όλα σκοτείνιασαν γύρω μου. Άναψα το φακό μου κι άκουσα τη φάλαινα να λέει: «Συγνώμη Παραμυθά που σε τρόμαξα, αλλά όλοι μου είπαν ότι είσαι καλός άνθρωπος και δεν τρως ζώα και μπορείς να με βοηθήσεις. Προχθές δάγκωσα κατά λάθος το αγκίστρι κάποιου που ψάρευε. Έκοψα την πετονιά, αλλά το αγκίστρι έμεινε καρφωμένο στον ουρανίσκο και με πονάει». «Στάσου να στο βγάλω», της λέω. Πέταξα ως εκεί, παιδεύτηκα λιγάκι, αλλά το ξεκάρφωσα το αγκίστρι. Η φάλαινα αναστέναξε από ανακούφιση και μου λέει: «Δεν μένεις λίγο μαζί μου»; Έτσι αποφάσισα να μείνω στη φάλαινα κι από τα ξύλα του καϊκιού που είχε διαλυθεί, έφτιαξα μερικά έπιπλα. Ένιωθα σαν στο σπίτι μου. Αφού να φανταστείτε, όταν ήθελα να πλύνω, ανέβαινα στην πλάτη της κι άπλωνα την μπουγάδα μου. Οι μέρες περνούσαν χωρίς να τις καταλαβαίνω, γιατί πάντα είχα κάτι να κάνω. Κουβέντιαζα με τη φάλαινα, έκανα ηλιοθεραπεία στην πλάτη της, κολυμπούσα κι ένα σωρό άλλα, ώσπου μια μέρα της λέω: «Επιθύμησα το σπίτι μου· θέλω να γυρίσω πίσω». «Καλά», μου λέει, «άμα δω κάνα πλοίο θα σου πω να βγεις». Πραγματικά, ύστερα από λίγο, φάνηκε ένα καράβι στο βάθος, η φάλαινα με ειδοποίησε να βγω κι ανέβηκα στην πλάτη της όπου άρχισα να κουνάω τα χέρια μου. Μακριά από το καράβι με είδαν και πλησίασαν. «Γεια σου», της φώναξα καθώς με ανέβαζαν επάνω στο πλοίο, ενώ εκείνη κάνοντας μια υπέροχη βουτιά σαν χορεύτρια που πηδάει στον αέρα, με χαιρέτησε με την ουρά της και χάθηκε στο βυθό, εκεί όπου τόσο ωραία πέρασα μαζί της.
Καληνύχτα.
Σας φιλώ
Π.
Το κυνήγι της αρκούδας
Έχω καιρό να σας πω καμιά ιστορία με το Χότζα. Αυτή με το κυνήγι της αρκούδας την ξέρετε; Ναι, έχετε δίκιο. Είμαι καταδικασμένος να το μάθω αφού τη βάλω εδώ. Να, λοιπόν, μια ιστορία που δείχνει ότι ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα είναι υποκειμενικός.
Κάποτε ένας πάμπλουτος γαιοκτήμονας, που είχε τον Νασρεντίν για δάσκαλο των παιδιών του, επειδή του άρεσε πολύ η συντροφιά του, τού ζήτησε να πάει μαζί του σ’ ένα κυνήγι αρκούδας στα βουνά. Ο Νασρεντίν τρομοκρατήθηκε με την πρόσκληση, επειδή φοβόταν πολύ τις αρκούδες , αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς και πήγε. Όταν την άλλη μέρα γύρισε στο σπίτι του, ένας γείτονας τον ρώτησε:
«Πώς πήγε το κυνήγι της αρκούδας»;
«Θαυμάσια», απάντησε ο Χότζας.
«Πόσες αρκούδες είδες»;
«Καμιά», απαντάει πανευτυχής ο Νασρεντίν.
«Ε, πώς τότε πήγε θαυμάσια το κυνήγι»;
«Όταν κανείς πάει σε κυνήγι αρκούδας και τις φοβάται όπως εγώ, το να μη δει καμιά αρκούδα, είναι πραγματικά κάτι θαυμάσιο».
Καλό βράδυ.
Π.
Το «φίδι»…
Νομίζω πως έχω ξαναπεί ότι αυτά που γράφω στα διάφορα «σεντόνια», δεν είναι για να τα δεχόσαστε επειδή τα λέει κάποιος μεγαλύτερος ή σοφότερος, αλλά για να τα ψάχνετε αν είναι ή δεν είναι έτσι. Για μένα είναι έτσι, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να είναι έτσι και για σας. Επίσης μου αρέσει να παρακολουθώ κάτι γρήγορες συζητήσεις που πέφτουν μεταξύ σας, αλλά δεν θέλω να ανακατεύομαι. Κάποια σχόλια, όμως, σαν αυτό του «Μαύρου Γάτου» που έγραψε για την «Χ», στο post «Πεσμένους κώλους…», μου φέρνουν στο νου ιστορίες που είναι κάτι σαν… σχόλιο του σχόλιου.
Μια φορά σε κάποιο χωριό, όταν ακόμα υπήρχαν πηγάδια στις αυλές των σπιτιών, μια οικογέν
εια ξέμεινε ένα βράδυ από νερό και δεν είχανε να πιούνε. Έτσι, ο πατέρας έστειλε το μεγάλο γιο να φέρει νερό από το πηγάδι. Όταν εκείνος πλησίασε μέσα στο μισοσκόταδο το πηγάδι , πρόσεξε κάτι περίεργο. Σταμάτησε τρομαγμένος, καθώς κατάλαβε ότι μπροστά στο πηγάδι και δίπλα στον κουβά, ήταν ένα κουλουριασμένο χοντρό φίδι! Πήγε να το βάλει στα πόδια, και να γυρίσει σπίτι, χωρίς να πάρει νερό από το πηγάδι. Αλλά δεν το έκανε. Έμεινε εκεί όπου ήταν και κοίταξε το κουλουριασμένο σκοτεινό πράγμα δίπλα στο πηγάδι. Ναι, ήταν φίδι. Και έκανε ένα μικρό βήμα προς αυτό κοιτάζοντάς το με περιέργεια. Πλησίασε λίγο πιο κοντά, πήγε λίγο πιο αριστερά, μετά λίγο πιο δεξιά, και καθώς το φίδι δεν κουνιόταν εκείνος πλησίασε ακόμα πιο κοντά. Περίεργο! Το φίδι δεν κουνιόταν! Και τότε ξεπρόβαλλε το γεμάτο φεγγάρι από τα σύννεφα, κι έγινε φως σαν μέρα. Το φίδι φαινόταν πια ξεκάθαρα, μόνο που δεν ήταν φίδι. Ήταν ένα χοντρό σκοινί, τυλιγμένο σε κουλούρα!
Και ένα δικό μου σχόλιο στην ιστορία: Το να δει κανείς το «σκοινί» ως σκοινί δεν σημαίνει και πολλά. Αλλά το να πάρεις το «σκοινί» για «φίδι» και να κάθεσαι να το κοιτάς και να το παρατηρείς, χρειάζεται πολύ κουράγιο, χρειάζεται δύναμη.
Καληνύχτα.
Π.
Τούρτα γενεθλίων
Ε, αρκετά σοβαρά και ψιλοβαριά είπαμε τελευταία, ας το ρίξουμε και λίγο έξω. Χτες ήταν τα… γενέθλια του blog που έκλεισε τέσσερις μήνες ζωής – είναι όπως με τα μωρά που τον πρώτο καιρό μετράς τους μήνες και από τους δώδεκα και μετά αρχίζεις να μετράς χρόνια. Μια και είχαμε, λοιπόν, χτες γενέθλια, σκέφτηκα να σας βάλω μια σκηνή με γενέθλια από τη «Χιλιοποδαρούσα», όπου ο «κύριος Νίκος»… άσε καλύτερα. Θα το δείτε από μόνοι σας.
Καλή ‘βδομάδα.
Π.
Υ.Γ. Όταν έγινε αυτή η εκπομπή, ήμουν προϊστάμενος του Τμήματος Παιδικών Εκπομπών της Ε.Τ.1 και την άλλη μέρα που παίχτηκε, ήρθε ένας συνάδελφος – σαν θιγμένος που αυτός κι εγώ είμαστε συνάδελφοι – και μου λέει πολύ σοβαρά: «Τι ήταν πάλι αυτό που έκανες χτες, ρε Νίκο;» «Τι ήταν;» τον ρωτάω απορημένος. «Καλά, είναι δυνατόν να είσαι Τμηματάρχης και να κάνεις τέτοια πράγματα! Δεν είναι σωστό, βρε παιδί μου»! Ααααχ… Τι να πεις! Ξέρετε; Τα όρια μεταξύ σοβαρότητας και σοβαροφάνειας είναι πολύ λεπτά και δυσδιάκριτα. Χρειάζεται αυτό που λένε διάκριση για να τα διακρίνεις, όπως χρειάζεται διάκριση για να δεις το αληθινά σωστό, από το κοινωνικά – «τι θα πει ο κόσμος», δηλαδή – σωστό.
Μπορείτε να κατεβάσετε το βίντεο από εδώ.
Άσε τη ζωή να ζωγραφίσει τον πίνακα.
Πολλά χρόνια πριν, όταν πολλοί από σας δεν είχατε καν γεννηθεί – το 1965 – ο κολλητός μου, τότε 22 χρονών κι αυτός σαν κι εμένα, ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε ένα κορίτσι 18 χρονών. Καμιά φορά, λοιπόν, αυτό το κορίτσι είχε την κακιά συνήθεια, σε εκρήξεις ερωτικής τρυφερότητας, να ορμάει στο φίλο μου την ώρα που έκανε κάποιο σχέδιο με κάρβουνο, να τον αγκαλιάζει τρυφερά χουφτώνοντας το χέρι που ζωγράφιζε και να του λέει σαν γατούλα, «τι κάνει το σεράτσι του αντλούλη μου;» με αποτέλεσμα να τραβιέται κάποια άσχετη μολυβιά πάνω στο σχέδιο που έκανε και να το καταστρέφει. Ε, τον πρώτο καιρό, χαμογελούσε αμήχανα, ύστερα εκνευριζόταν, αλλά το έκρυβε και στο τέλος μετά την ερώτηση, «τι κάνει το σεράτσι του αντλούλη μου;» απαντούσε: «Ζωγραφίζει γαμώ την πουτάνα μου, αλλά δεν το αφήνεις …» . Παρεμπιπτόντως χώρισαν πολύ γρήγορα, πριν το τέλος του ’66 ─ άσχετο. Δεν είναι, όμως, άσχετο με αυτή την περίπτωση εκείνο που θέλω να σας πω. Πολλά χρόνια αργότερα ένοιωσα πολύ βαθιά ότι η ζωή μας είναι ένας πίνακας που ζωγραφίζεται από την ίδια τη ζωή· αυτή είναι η ζωγράφος κι εμείς κάποιες φορές, «της πιάνουμε το χέρι». Πολλές φορές, δηλαδή, αντιστεκόμαστε σε κάτι που γίνεται ή που το βλέπουμε ότι έρχεται, επειδή έχουμε άλλα σχέδια, άλλη άποψη, άλλα γούστα, άλλη ιδέα για τον εαυτό μας κ.λπ. Κι η αυτοκτονία είναι αντίσταση: πιάνεις το χέρι του ζωγράφου και σταματάς το ζωγράφισμα του πίνακα, γιατί δεν αντέχεις, γιατί απελπίστηκες, γιατί ήθελες να ‘ ναι αλλιώς τα πράγματα κ.λπ. Τέλος πάντων, εδώ δεν πρόκειται για αυτοκτονία, αλλά για κάτι πολύ πιο απλό και μάλλον ευχάριστο. Ξαναθυμήθηκα σήμερα την ιστορία του φίλου μου, καθώς είδα ότι δεν έχει λόγο να αντιστέκομαι στο να αφήσω τα επαγγελματικά μου να πάρουν στροφή προς το ΙΝΤΕΡΝΕΤ – είναι σαν να αλλάζω επάγελμα. Κανένα από τα σχόλια που βάλατε στο post Paramithas TV, δεν είναι γενικά αρνητικό, είστε όλοι πολύ θετικοί, κάποιοι ενθουσιώδεις τόσο ώστε να προσφέρονται για να δουλέψουν! Η ζωή είναι απίστευτη!!! Ο « zahos», είχε στείλει – μικρό αγόρι – ένα βίντεο με κινούμενα σχέδια που είχε κάνει τότε ως πιτσιρικάς (μας είχε εντυπωσιάσει όλους) και το πρόβαλλα στη «ΧΙΛΙΟΠΟΔΑΡΟΥΣΑ». Και νάτος σήμερα, επαγγελματίας animator, να είναι ένα από τα παιδιά που διαβάζουν αυτό το blog και να προσφέρεται για συνεργασία. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ένα από τα κορίτσια που διαβάζει το blog – η tsaperdona – δουλεύει μαζί του και ανακαλύπτει εδώ ότι κι αυτός ξέρει τον «ΠΑΡΑΜΥΘΑ» !
Διάβασα τα σχόλιά σας και συμφωνώ με τη συγκρατημένη στάση απέναντι στο θέμα: πρώτα θα δούμε τι μπορεί να γίνει με το blog αυτό που έχουμε, θα μαζέψουμε κανένα φράγκο για να κάνουμε κάποια στιγμή καινούργια επεισόδια, κι αν όλο αυτό πάει καλά μπορεί τότε να περάσουμε στο PARAMITHAS WEB TV, μετά πάλι στο ΙΝΤΕΡΝΕΤ με PARAMITHAS IPTV και ίσως κάποτε στην τηλεόραση σε «Παραμυθάς TV». Θα αρχίσω, λοιπόν, με διαφήμιση στο blog. Σ’ αυτή την απόφαση έπαιξε ρόλο – όπως σας είπα προχτές στο «Μια στιγμή…» – το ότι εκεί που πήγαμε να συζητήσουμε για διαφήμιση, όσους είδα ήταν «παραμυθομεγαλωμένοι» κι ένοιωσα πολύ ωραία και επίσης έχουμε και την ίδια άποψη πώς θα μπει διαφήμιση χωρίς να χαλάσουμε το blog, ούτε ως εμφάνιση ούτε ως περιεχόμενο: Θα συνεχιστεί όπως είναι τώρα: τα ίδια κείμενα, βίντεο, παραμύθια, «σεντόνια» κ.λπ. δεν θα μπει διαφήμιση στο πάνω μέρος, αλλά μόνο κάθετα στο πλάι και αν υπάρχουν σποτάκια, θα μπουν στην αρχή ή στο τέλος των βίντεο. Δεν θέλω για τρίτη φορά να σας ζητήσω τη γνώμη σας, οπότε γράψτε μόνο αν είστε φανατικά αντίθετοι με όλο αυτό ή αν θέλετε να πείτε από μόνοι σας κάτι έτσι κι αλλιώς.
Σήμερα είναι 9 του μήνα. Κλείνουν ακριβώς τέσσερις μήνες από τότε που «ανέβηκε» για πρώτη φορά αυτό το blog στο ΙΝΤΕΡΝΕΤ. Πριν λίγο θυμήθηκα … την «επέτειο» και μπήκα στο ΜΙΝΤ, το σύστημα που μας μετράει την «επισκεψιμότητα». Τα ‘χασα! Είχα πάνω από εβδομάδα να μπω. Πριν πέντε λεπτά, λοιπόν, το BLOG αυτό το έχουν επισκεφτεί για πρώτη φορά (UNIQUE) 20.496 computers, και συνολικά (TOTAL) το έχουν επισκεφτεί 91.276, και έχουν γραφτεί 1.280 σχόλια! Σκίσατε ! Οπότε, ας αφήσουμε τη ζωή να ζωγραφίσει τον πίνακα. Τον πίνακα ενός ανθρώπου που στα 64 χρόνια του έχει αλλάξει τρεις φορές επάγγελμα, και έντεκα μήνες πριν βγει στη σύνταξη, ξαναλλάζει για τέταρτη φορά! Με ξανανιώνετε!
Σας φιλώ πολύ.
Καληνύχτα.
Π.
Η κάμπια
Όλη μέρα διάβαζα τα σχόλιά σας! Ήμουν σίγουρος ότι το προηγούμενο post θα μάζευε πολλά… Είχα γράψει κάτι για σήμερα που είχε σχέση με τα επαγγελματικά μου, αλλά μετάνοιωσα. Θέλω να σας πω «καληνύχτα» με μια ιστορία μου που θα μου επιτρέψετε να την αφιερώσω στην «Χ» και στην «marie».
Πριν λίγες μέρες, πήγα στο λαχανόκηπό μου να κόψω μαρούλια και κρεμμυδάκια. Ξαφνικά, ακούω κλάματα και βλέπω κάτι να κουνιέται πάνω στα μαρουλόφυλλα. Κοιτάζω καλύτερα και βλέπω μια κάμπια με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα! «Γιατί κλαις;», τη ρωτάω. «Είμαι πολύ άσχημη», μου λέει. «Ε, και;» έκανα εγώ, «σημασία έχει να είναι κανείς όμορφος μέσα του». «Ναι, αλλά και το έξω βοηθάει», απάντησε κι άρχισε να κλαίει δυνατότερα. «Μη στεναχωριέσαι», της λέω, «θυμάμαι ότι πριν πολλά χρόνια που πήγαινα σχολείο, μας είχαν πει ότι οι κάμπιες γίνονται πεταλούδες. Κάτσε να σε βάλω σε ένα δέντρο και θα δούμε. Δεν μπορεί να μου έλεγαν ψέματα στο σχολείο». Ανέβασα την κάμπια σε μια αχλαδιά κι άρχισε να τρώει τα φύλλα με λαιμαργία. «Θα βαρυστομαχιάσεις», της φώναξα. Εκείνη, όμως, δεν μ’ άκουσε κι αφού έφαγε καλά καλά, άρχισε να βγάζει από το στόμα της μια κλωστή και να την τυλίγει γύρω από το σώμα της. «Ωχ, τι είναι αυτό;» φώναξε ξαφνιασμένη, «από το πολύ φαΐ θα το ‘παθα!». «Όχι παιδάκι μου», είπα γελώντας, «απλώς φτιάχνεις το κουκούλι σου. Λοιπόν, γεια σου τώρα. Θα ‘ρθω αύριο πάλι», της είπα γιατί είχε νυχτώσει πια.
Το άλλο πρ
ωί, μόλις ξημέρωσε, έτρεξα στον κήπο να δω τι γίνεται η κάμπια. Κοιτάζω από ‘δω, κοιτάζω από ‘κει, πουθενά η κάμπια! «Ε, κάμπια, πού είσαι;» φώναξα. «Εδώ», άκουσα μια φωνή από πάνω μου. Γύρισα και τι να δω! Πάνω από το κεφάλι μου πετούσε μια όμορφη πεταλούδα. «Δεν με γνώρισες;» με ρωτάει. «Είμαι η κάμπια». «Μα αυτό είναι θαύμα», φώναξα, «αλήθεια μου είχαν πει στο σχολείο. Αλλά τόσα χρόνια που έμενα στην πόλη και δεν ζούσα κοντά στη φύση, πού να δω κάτι τέτοιο»! Κι από τη χαρά μου που το είχα δει αυτό, πέταξα για λίγο μαζί της πάνω από τα βουνά και καθώς την κοίταζα να πετάει, ένοιωσα ότι η πεταλούδα είχε κάτι ίδιο όπως κι όταν ήταν κάμπια: ήταν η ομορφιά που είχε – και πριν και τώρα – μέσα της. Και κατάλαβα ότι αυτή η ομορφιά δεν φτιάχνεται με τίποτα. Η ομορφιά της μύτης, η ομορφιά του προσώπου, η ομορφιά των μαλλιών, η ομορφιά του σώματος μπορούν να φτιαχτούν, αλλά η ομορφιά της ψυχής δεν φτιάχνεται. Ή την έχεις ή δεν την έχεις. Και την ομορφιά αυτή την βλέπεις να ξεχειλίζει στα μάτια των ανθρώπων που την έχουν.
Καληνύχτα και καλό Σαββατοκύριακο.
Σας φιλώ πολύ.
Π.
«Κώλους πεσμένους ξέρετε να τους σηκώνετε…»
Σήμερα, ήθελα – και έπρεπε – να σας πρήξω για άλλη μια φορά με τα επαγγελματικά μου, αλλά βλέπετε δεν έχει και τόση σημασία αυτό μπροστά στα δύο e-mail που υπάρχουν στο blog που μ’ έστειλε να δω το natassaki με το σχόλιό του στο τελευταίο μου post. Είναι από τα ωραιότερα και πιο δυνατά κείμενα που έχω διαβάσει στη ζωή μου! Είναι από εκείνα τα σπάνια κείμενα που σε κάνουν να βουρκώνεις για εκείνα που διαβάζεις, αλλά χωρίς να λυπάσαι εκείνον που τα γράφει. Δεν τον λυπάσαι γιατί έχει απίστευτη ανθρώπινη δύναμη και καλοσύνη μέσα του. Γιατί μόνο αν έχεις αυτά τα δύο μπορείς να έχεις το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό που έχει αυτή η γυναίκα – η ειρωνεία ξέρετε δεν είναι χιούμορ, είναι κακία. Κι αυτό το ανατρεπτικό χιούμορ που έχει αυτή η γυναίκα, δικαιώνεται από τον αλύπητο αυτοσαρκασμό της, κι έτσι μπορείς να ξεσπάς σε γέλια για πράγματα που ταυτόχρονα σε κάνουν να πονάς. Αυτό το ανατρεπτικό χιούμορ είναι μεγάλη δύναμη στη ζωή και είναι αυτό που κάνει το κείμενο αυτής της γυναίκας ενώ επιφανειακά μοιάζει να είναι σαν να ζητάει βοήθεια, στην πραγματικότητα εκείνη βοηθάει όποιον το διαβάζει καθώς δίνει ένα απίθανο μάθημα αντιμετώπισης του πόνου, αντιμετώπισης όλης της ζωής. Προσωπικά την ευχαριστώ πολύ (η καρδούλα σου το ξέρει τι τραβάς μωρό μου με όλα αυτά που γράφεις) και με όλη μου την καρδιά βάζω εδώ το δικό της κείμενο. Συγνώμη natassaki που δεν κάνω αυτό που μου ζητάς στο σχόλιό σου και σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό που μου έδειξες να διαβάσω. Είναι, τα δύο e-mail που ακολουθούν και υπάρχουν στο blog που έβαλα link.
1ο e-mail
«Γεια σου Κωνσταντίνα. Ίσως αυτό είναι το πιο κουλό mail που έχεις λάβει. Άλλα μπορεί και όχι. Με λένε «x» . Αυτό στη φωτό είναι το αριστερό μου χέρι. Και να πώς έγινε: 15 μέρες μετά τη γέννηση μου, βρέφος, παρουσίασα βρογχικό άσθμα. Δύσπνοια δηλαδή, που με έπιανε πολύ συχνά και απαραίτητα κάθε φορά που αρρώσταινα, δηλαδή δυο φόρες το μηνά σίγουρα έπεφτα με πυρετό. Το παιδικό μου κωλαράκι είχε φάει όλες τις ενέσεις του κόσμου. Ο παιδίατρος έλεγε πως θα μου περνούσε γύρω στην ηλικία των 10 ετών όπως και – ευτυχώς – έγινε, άλλα οι γονείς μου θελαν να δοκιμάσουν και καμιά άλλη θεραπεία πέρα από τα φάρμακα, από αυτές τις καλές, τις παραϊατρικές. Κάποιοι τους είπανε για βότανα. Πεύκο και θυμάρι αν θυμάμαι καλά, να τα βράζουμε, λέει, κι εγώ να κάνω εισπνοές. Και το δοκιμάσαμε πολλές φόρες. Κατσαρόλα με τα μαντζούνια να βράζουν στο υπέρογκα, καρεκλίτσα να πατάω κι εγώ από πάνω να ρουφάω.
Πολλές φόρες, δεν θυμάμαι πόσες, αλλά την τελευταία θα τη θυμάμαι πάντα. Μεσημεράκι, οι γονείς στο άλλο δωμάτιο κι εγώ στην κουζίνα να κάνω την κουρά. Άλλα στραβοπάτησα στην καρέκλα, ίσως με το μυαλουδάκι των 7 χρονών να σκέφτηκα στην απόγνωση του, «πέφτω, από πού να κρατηθώ», να πιαστώ από την κατσαρόλα· και το καυτό νερό μού έκανε το χέρι μπουγάδα για ασπρόρουχα. Ήταν και χειμώνας, φόραγα πολλά ρούχα και το νερό δεν κύλησε, άλλα μου μούλιασε το χέρι καλά. Μαζί με τα ρούχα βγαίνανε και πέτσες. Πολλές πέτσες, τραβούσες και όλο βγαίνανε και βγαίνανε. Έγκαυμα τρίτου βαθμού. Το μαρτύριο ήταν μετά, οι αλλαγές των γαζών. Οι γάζες κολλάγανε πάνω στις πληγές και μαζί με τις γάζες κάθε φορά ξεκολλάγανε και σάρκες και εγώ ούρλιαζα. Από τότε μην ακούω για γιατροσόφια και μαλακίες. Ούτε χαμομήλι για βήχα δεν φτιάχνω. Όποιος καεί στο χυλό…
Άλλα κάποτε έγιανε. Πήγα στο σχολείο. Δημοτικό, Γυμνάσιο. Ποτέ δεν με απασχόλησε το σημαδεμένο μου χέρι, ποτέ δεν ντράπηκα γι’ αυτό. Και πάντα ευχαριστούσα την καλή μου τύχη που δεν μου έπεσε το καυτό νερό στο κεφάλι.
Τα παιδάκια στο δημοτικό και στο γυμνάσιο ποτέ δεν με κορόιδεψαν, ποτέ δεν με έκαναν να κλάψω. Τα παιδιά, που είναι πιο σκληρά, αυθόρμητα και λένε αθώα ότι τους κατεβεί. Κι αν κανένα με ρωτούσε «τι έπαθες στο χέρι;» χωρίς ντροπή απαντούσα ότι κάηκα και μπορεί και να με άγγιζε τρυφερά και να το χάιδευε.
Όσο όμως μεγάλωνα, άρχιζα να το βλέπω αλλιώς. Ήθελα να αρέσω. Άλλα διαισθανόμουν πως κάτι επάνω μου δεν πήγαινε καλά. Διέφερα σε κάτι.
Μεγάλωνα, και το μάτι μου ψάρευε «βλέμματα». Έντονα, αδιάκριτα βλέμματα, άλλοτε έκπληκτα, τρομαγμένα, ακόμα και αποτροπιασμένα και αηδιασμένα, και άλλοτε «συμπαθητικά». Κάποτε μια γυναίκα στο λεωφορείο -αχ αυτά τα λεωφορεία, όταν ήταν γεμάτα και δεν βόλευε πάρα να κρατηθώ από μια κωλοχειρολαβή που ήταν μόνο αριστερά μου- με κοίταζε έντρομη και μουρμούριζε «αχ κοριτσάκι μου τι έπαθες», σα να μην είχε δει φρικτότερο πράγμα στη ζωή της. Ντρεπόμουν – και ντρέπομαι – να κυκλοφορήσω το καλοκαίρι με το σημάδι εκτεθειμένο. Το καλοκαίρι για μένα όταν έρχεται είναι πρόβλημα. Και όλες ρε γαμώ το, πριν καλά πατήσει η άνοιξη βιάζονται να ξεγυμνωθούν. Μου φοράνε τα τιραντέ και τα στράπλες και περπατάνε κορδωτές. Εγώ έξω από το σπίτι «κρυώνω» ακόμη και τον Αύγουστο. Ναι ρε, τι κοιτάτε, μπορεί εσείς να ιδρώνετε άλλα εγώ είμαι μια χαρά με το μακρυμάνικο καφτάνι μου.
Για το γάμο μου γάνιασα να βρω νυφικό με μακρύ μανίκι. Όλο τιραντέ και στράπλες ξώβυζα υπήρχαν και όταν με ρωτάγανε «μα νέο κοριτσάκι εσύ, τι το θες το μακρυμάνικο», ανέβαζα το μανίκι και τους έλεγα: «γι’ αυτό». Μούγκα ξαφνικά. Δεν υπάρχουν νυφικά για νύφες με καμένα χεριά. Την πρώτη φορά που βρέθηκα ερωτικά με τον άντρα μου, αρνιόμουνα πεισματικά να βγάλω την μπλούζα μου. Μήπως και μόλις το δει λακίσει. Λες και δεν θα το έβλεπε, θα μου πεις… Είναι κι αυτή η κωλοεποχή που όλοι σε κρίνουν από την εμφάνιση. Όλοι. Και μόνο. Προσπάθησα πολύ να ξεριζώσω αυτή την εμμονή από το κεφάλι μου. Είπα πολλές φόρες στον εαυτό μου τα κλισέ «δόξα τω θεώ, να λες, άλλοι δεν έχουνε ούτε χέρι κι εσύ που έχεις γκρινιάζεις» και άλλα τέτοια ωραία, που είναι μεν αληθινά άλλα δεν πιάνουν. Δεν είμαι μίζερος άνθρωπος, έχω συμβιβαστεί με τα λίγα ως τώρα στη ζωή μου, άλλα με αυτό όχι. Είμαι άνθρωπος, όχι αγία.
Πλαστική δεν παίζει. Δεν υπάρχουν φράγκα. Άλλα και αν υπήρχαν πάλι δεν παίζει. Το έψαξα. Η καμένη επιφάνεια είναι μεγάλη και για να καλυφτεί χρειάζεται πολύ δέρμα. Δέρμα που πρέπει να κοπεί από αλλού: μπούτια, κώλο ή πλάτη. Από μπουτάκια και κώλο δόξα τω θεώ και ουδεμία αντίρρηση θα είχα να μου τον κόψουν κομμάτι, άλλα να το χέσω αφού όπως μου είπανε θα μείνουν κι εκεί ουλές. «Και είσαι και γυναίκα και είναι ερωτικές περιοχές και δεν κάνει…» μου λέγανε. Γαμημένοι γιατροί: Κώλους πεσμένους ξέρετε να τους σηκώνετε, βυζιά ξεφούσκωτα ξέρετε να τα γεμίζετε σαν μπαλόνια, μύτες κορακίσιες ξέρετε να τις κάνετε γαλλικές, χείλια ανύπαρκτα ξέρετε να τα κάνετε παχιά παθιάρικα, βλέφαρα κατεβασμένα βασωπαπανδρείστικα ξέρετε να τα ανεβάσετε. Για τα εγκαύματα που μας γαμούνε την ψυχολογία δεν σκοτιστήκατε να βρείτε μια λύση. Θα μου πεις εδώ δεν βρήκαν φάρμακα για αρρώστιες κακές και επάρατες, τι παπαριές μου λες τώρα.
Τα σκέφτομαι όλα αυτά, άλλα είπαμε, είμαι άνθρωπος, είμαι γυναίκα. Δεν θέλω να φουσκώσω το στήθος μου, καλό είναι κι έτσι. Και ο κώλος μου τη δουλειά του την κάνει. Και η μύτη μου. Και τα σημάδια στα μάγουλα, κι αυτά τα γουστάρω. Να φορέσω ένα τιραντάκι τώρα που κάνει ζέστη θέλω, χωρίς να δίνω εξηγήσεις δεξιά και αριστερά, τι έπαθα, πώς, πού. Να μη παθαίνει το χέρι μου αγκύλωση έτσι που το διπλώνω πιάνοντας το λουρί τής τσάντας μου στον ώμο για να κρύβεται. Να μη βγαίνω πάντα από τη θάλασσα με τα χέρια δήθεν να στύβουν τα μαλλιά, εκεί στις πλαζ που όλοι είναι παραταγμένοι μπροστά σου και σε κοιτάνε. Να μην ψάχνω το πιο σκοτεινό μπαρ. Είμαι κομπλέξαρα, άλλα τι να κάνω. Άνθρωπος είμαι και γυναίκα. Και σήμερα τα ψεγάδια και οι μειονεξίες δε συγχωρούνται. Τα αδιάκριτα βλέμματα ολόγυρα σου σού το θυμίζουν συνεχώς.
Και τώρα στο ζουμί: Εσύ Κωνσταντίνα που είσαι αισθητικός πες μου: υπάρχει τρόπος να το κρύβω τουλάχιστον με κάποιο είδος μακιγιάζ; Μπορεί να πεις «και τι το πέρασες ρε βλαμμένο, τσάμπα συμβουλές μέσω mail; τράβα σε κάνα ινστιτούτο και ρώτα». Δεν έχω καμιά γνώστη αισθητικό και πριν πάω να γίνω θέαμα πήρα το θάρρος να σε ρωτήσω. Μια φορά πήγα σε φαρμακείο να ρωτήσω για ένα makeup που καλύπτει λέει τατουάζ και ευρυαγγείες – τι διάολο λέω άμα κρύβει τατουάζ μπορεί να κρύβει και τούτο το μωσαϊκό – αλλά εκείνο το σκηνικό: να μου βάζει η κοπέλα το makeup να το δοκιμάσουμε και να μπαινοβγαίνουν οι πελάτες και να κοιτάνε και να ρωτάνε, δεν το ξαναπερνάω. Και μάπα και το makeup ─ καλά που δεν το πήρα.
Μπορεί εσείς οι αισθητικοί να ξέρετε τρόπους να το καλύπτετε. Αν θες πες μου. Μη φοβασαι, δεν πρόκειται να σου μπαστακωθω, δεν μένω στην Αθήνα άλλωστε. Ίσως αυτό είναι το πιο κουλό mail που έχεις λάβει (…)
2ο e-mail
Για laser το ρώτησα, άλλα οι γιατροί μου είπανε ότι δεν είναι δοκιμασμένη μέθοδος – δηλαδή επειδή και το laser κάνει ένα μικρού βαθμού έγκαυμα δεν ξέρουν ποια θα είναι η αντίδραση σε μια ήδη καμένη επιδερμίδα. Θα ψάξω για εξειδικευμένη μακιγιέζ όπως λες, να ρωτήσω. Κωνσταντίνα, ξέρω κατά βάθος πως υπάρχουν πολύ σοβαρότερα πράγματα που πρέπει μας στενοχωρούν. Υπάρχει πολύς μα πάρα πολύς πόνος εκεί έξω. Άλλα να: με πιάνει το παράπονο πολλές φόρες.
Αν θες να τa δημοσιεύσεις κάν’ το – δίχως το όνομα μου όμως, έτσι; - για να σκεφτούν μερικοί, για πρώτη φορά στη ζωή τους ίσως, πως όταν κάνουν ότι δεν τα βλέπουν τα εγκαύματα, τα κομμένα χεριά, τα κουτσά πόδια, τα αναπηρικά καρότσια και τα φαλακρά κεφάλια, είναι για όλους εμάς μεγάλη ανακούφιση, μπορεί και ευτυχία. Αυτή η έστω ψευδαίσθηση ότι δεν διαφέρουμε, μας είναι απαραίτητη κι ας μην μας την γκρεμίζουν συνεχώς με την αδιακρισία τους.
Σε ευχαριστώ και πάλι και χάρηκα που τα είπαμε».
Ελπίζω να συμφωνήσατε με την απόφασή μου να βάλω ένα κείμενο που δεν είναι δικό μου. Καλό βράδυ.
Σας φιλώ πολύ.
Π.
«Μια στιγμή…»
Ρε σεις, τι γίνεται; Τα ‘χω παίξει μαζί σας!!! Έχετε κατακλύσει αυτή τη πόλη; Από τροχονόμους που με πιάνουν και μ’ αφήνουν μέχρι το ΙΚΑ που πήγα σήμερα να κάνω ρύθμιση και μ’ έσωσε καλή του ώρα ο άνθρωπος, παντού «παραμυθομεγαλωμένοι»! Άσε που εκεί όπου πήγαμε σήμερα με το «μάστορα» για να μιλήσουμε περί δημιουργίας paramithas.tv website ή διαφήμισης στο blog, είδα και συζήτησα με τέσσερις «παραμυθομεγαλωμένους»! Για να μην πω ότι μου την άναψε άσχημα το ένα από τα κορίτσια εκεί, γιατί μου είπε ότι γράφει στο blog, αλλά δεν μου είπε με τι όνομα γράφει και θα σκάσω από την περιέργειά μου… Αληθινά, τα έχω χάσει! Πόσοι είσαστε πια που βλέπατε αυτή την εκπομπή; Και πάλι αναρωτιέμαι, μα ήταν όντως τέτοια που να σας κάνει ακόμα και σήμερα να γεμίζουν τέτοια γλύκα και τρυφερότητα τα μάτια σας; Πραγματικά περνάω μερικές από τις πιο ωραίες στιγμές της ζωής μου – είναι σαν να ζω στην Παραμυθοχώρα!!! Τι να πω!!! Τέλος πάντων…
Τι έγινε στη σημερινή συνάντηση θα σας το πω αύριο γιατί θέλω πρώτα να το σκεφτώ όλο αυτό που συζητήθηκε. (Σκάω τώρα που σκέφτομαι ότι ένα από σας τα κορίτσια που το διαβάζετε αυτό τώρα, ξέρει τι έγινε κι εγώ δεν ξέρω ποια είναι. Αααααχ, θα με φάει η περιέργειά μου, όπως έλεγε κι η μάνα μου).
Λοιπόν, επειδή στο τελευταίο post, στην ουσία έλεγα ότι ψάχνω για χρήματα, θα σας πω μια ιστορία με το Θεό που μ’ αρέσει πολύ κι έχει σχέση με χρήματα.
Μια φορά ήταν ένας άνθρωπος που γονάτισε να προσευχηθεί στο Θεό και άρχισε λέγοντας: «Θεέ μου…».
«Ορίστε…» απάντησε αμέσως ο Θεός. Και ο τύπος, χωρίς να τα χάσει τον ρωτάει:
«Μπορώ, Θεέ μου, να σου κάνω μια ερώτηση;»
«Παρακαλώ…», λέει ο Θεός.
«Πες μου, Θεέ μου, πόσο είναι για σένα ένα εκατομμύριο χρόνια;» Κι ο Θεός του απαντάει:
«Ένα εκατομμύριο χρόνια ανθρώπινα, για μένα είναι μόλις μια στιγμή».
«Μμμμ…» έκανε ο τύπος καθώς σκεφτόταν κι ύστερα ξαναρώτησε: «Και για πες μου Θεέ μου, πόσο είναι για σένα ένα εκατομμύριο ευρώ;» Και ο Θεός του απαντάει:
«Ένα εκατομμύριο ευρώ, αφού το ένα ευρώ έχει εκατό λεπτά, το ένα εκατομμύριο ευρώ για μένα είναι μόνο ένα λεπτό». Οπότε ο τύπος τού λέει:
«Μπορείς σε παρακαλώ, Θεέ μου να κάνεις να μου πέσει μια κληρονομιά μόνο ένα λεπτό;» Και ο Θεός του απαντάει:
«Βεβαίως… Περίμενε μια στιγμή».
Καλό βράδυ.
Π.
