Η Πάρνηθα

Όσοι μπαίνετε συχνά στο blog, ίσως να προσέξατε ότι ενώ εδώ και μια εβδομάδα βάζω κάθε μέρα ένα post, χτες, Παρασκευή που πάντα βάζω κάτι, δεν έβαλα τίποτα. Ούτε σήμερα είχα κέφι να βάλω. Αλλά το σχόλιο που έκανε το «elafini» σήμερα στο «Φάε το φαί σου αλλιώς…» μ’ έκανε να θέλω να σας βάλω εδώ ένα link για το blog της για να δείτε μία έκληση που έχει για τα ελάφια τής Πάρνηθας. Και να σας πω ότι ο λόγος που δεν έβαλα τίποτα χτες και δεν είχα κέφι να το κάνω ούτε και σήμερα, είναι αυτή η πυρκαγιά στην Πάρνηθα. Έχω γεννηθεί στην Αθήνα κι από μικρό παιδί, είχα αδυναμία σ’ αυτό το βουνό. Κάθε φορά που ανέβαινα στο Λυκαβητό γύρναγα πρώτα προς αυτήν. Έχω περπατήσει μέσα στο δάσος της, έχω δει ελάφια κι αλεπούδες, έχω ανέβει στην κορφή με αυτοκίνητο, με τελεφερίκ, με τα πόδια κι ένας από τους βασικούς λόγους που μ’ άρεσε το οικόπεδο που πήραμε πριν χρόνια για να χτίσουμε, είναι ότι βλέπει στην Πάρνηθα. Εκεί γίνονται τα ηλιοβασιλέματα που παρακολουθούμε τον περισσότερο χρόνο.

parnitha.jpg

Και την Πέμπτη παρακολούθησα την Πάρνηθα να καίγεται! Ξέρετε, γενικά νομίζουμε ότι άλλη είναι η αγάπη για τη φύση, άλλη για τα παιδιά μας, άλλη για τους γονείς μας, άλλη η πνευματική αγάπη, άλλη η σαρκική αγάπη, άλλη για τη δουλειά μας, άλλη… Νομίζω, όμως, ότι η αγάπη είναι μία. Και δεν είναι συναίσθημα, είναι κατάσταση. Και ή είσαι μέσα σε αυτή την κατάσταση ή δεν είσαι. Μπορεί να έχεις προσωπικά συναισθήματα, αδυναμίες, αντιπάθειες, αλλά αν μέσα σου υπάρχει αγάπη δεν μπορείς να βλάψεις ποτέ τίποτα και κανένα – απλώς να βλάψεις, το να σκοτώσεις δεν συζητιέται για κανένα λόγο… Θυμάμαι κάποτε σε μια ταβέρνα τη γελοιότητα ενός ημερολογίου στον τοίχο που έγραφε: «ΑΓΑΠΑΤΕ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΨΤΕ ΤΟ ΔΑΣΟΣ – Σύλλογος κυνηγών Αττικής». Καταλαβαίνετε; Αγαπάτε το δάσος και προστατέψτε το για να υπάρχουν ζώα που να μπορούν να τα σκοτώνουν οι κυνηγοί!
Άρχισα – πριν λίγο – να γράφω μια ιστορία για ένα έλατο, που θα την τελειώσω και θα τη διαβάσετε αύριο.

Σας φιλώ.
Καληνύχτα.
Π.

«Φάε όλο σου το φαΐ, αλλιώς δεν έχει… ‘SEX AND THE CITY’ «

Επειδή όπως θα έχετε καταλάβει από το προηγούμενο POST, αλλά και γενικότερα, εξαιτίας αυτού εδώ του BLOG, έχω μπει στην πρίζα και το ψάχνω γενικώς για τα παιδικά στην τηλεόραση και τις παλιές εκπομπές της ΕΡΤ, ζήτησα και μου έδωσαν τις θεαματικότητες όλων των καναλιών για ένα μήνα, για να δω τι γίνεται από θεαματικότητες των παιδιών, των μεγάλων, τα Σαββατοκύριακα κ.λπ. Έπαθα την πλάκα μου, γιατί εξακολουθεί να συμβαίνει κάτι παρόμοιο με πριν από είκοσι χρόνια ακριβώς! Είχα γράψει κι ένα σχετικό άρθρο τότε σ’ ένα τηλεπεριοδικό που μετά μπήκε στο βιβλίο μου, «Τώρα που τα παιδιά κοιμούνται» και που κομμάτια του βάζω κατά καιρούς εδώ, ξαναγράφοντάς τα με τον τρόπο που γράφω σήμερα. Το κομμάτι που θ’ ακολουθήσει είναι κάτι τέτοιο, μόνο που είχα αποφασίσει να μην το βάλω εδώ, γιατί πίστευα ότι δεν είναι πια επίκαιρο. Αμ δε…

Αρχίζοντας, θα ήθελα να συμφωνήσουμε ότι όσοι έχουμε παιδιά ανήκουμε σε άλλη φυλή από εκείνους που δεν έχουν. nervous_baby.jpg(Δεν έχει σημασία που τα δικά μου μεγάλωσαν). Παραδείγματος χάρη: ποιος κανονικός άνθρωπος θα έκλαιγε από χαρά, επειδή κάποιος άλλος, που ήταν για μέρες δυσκοίλιος, έκανε, επιτέλους… κακά του; Κανείς. Ούτε η Αδελφή Τερέζα δεν είχε τέτοιο αλτρουισμό! Κι όμως. Κι ο πιο σκληρός άνθρωπος -της φυλής των γονιών- κλαίει από χαρά, όταν το παιδάκι του, ύστερα από μερικές μέρες δυσκοιλιότητας, καταφέρνει, επιτέλους, να ενεργηθεί! Αυτό το έχω ζήσει από πρώτο χέρι με ένα από τα παιδιά μου.

Επίσης, μόνο όσοι έχουν παιδιά ζούνε τη γοητεία του να ‘χεις… παράνομο δεσμό με τη γυναίκα σου -ή τον άντρα σου, αdivorce-1.jpgντίστοιχα- όταν κάθε φορά που είσαι στην κουζίνα και θέλεις να δώσεις ένα φιλί, κοιτάς πρώτα γύρω σου μπας και σας βλέπει κανένας! Μόνο όσοι έχουν παιδιά μπορούν να ζουν με τη γλυκιά αγωνία μήπως «πιαστούν στα πράσα» μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, αφού μπορεί, οποιαδήποτε στιγμή, όταν βρίσκονται στην κρεβατοκάμαρά τους και είναι πάνω που… μπορεί να ξεπεταχτεί κάποιο κεφάλι από την πόρτα φωνάζοντας: «Μαμά, πονάει η κοιλιά μου» ή κάτι ανάλογο! Θυμάμαι ότι κάτι τέτοιες στιγμές που έχω ζήσει κάμποσα χρόνια πριν, νοιώθαμε με τη γυναίκα μου πολύ καταπίεση. Δεν ξέρω πώς νοιώθετε εσείς που έχετε παιδιά τώρα, αλλά αναρωτήθηκα αν τα παιδιά είναι πράγματι τόσο καταπιεστικά, όσο ένοιωθα τότε. Και «καπάκι» πάνω σ’ αυτό ήρθε και η σφυγμομέτρηση της τηλεθέασης των καναλιών και η υψηλή θεαματικότητα, στις ηλικίες 5 με 12, της εκπομπής «SEX AND THE CITY»!!! Κι έτσι έγινε ξαφνικά επίκαιρο, το άρθρο που έχω γράψει 20 χρόνια πριν.

 

Τότε, τα τελευταία χρόνια που δούλευα στην τηλεόραση, ’85 με ’87, δεν υπήρχε AGB – ούτε άλλωστε άλλα κανάλια εκτός αυτών της ΕΡΤ- αλλά παίρναμε κάθε εβδομάδα μια «ΕΡΕΥΝΑ ΘΕΑΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ», όπου βλέπαμε σε τι ποσοστό παρακολουθούσαν τις εκπομπές, όλες τις εκπομπές, τόσο οι μεγάλοι, όσο και τα παιδιά από 5 έως 12 χρονών. Δύο πράγματα ήταν αληθινά εντυπωσιακά. Το ένα ότι κάθε Κυριακή μεσημέρι, στην ώρα της ελληνικής ταινίας ή κάποιου ελληνικού σήριαλ ενώ από τις 2 και μετά έπεφτε η θεαματικότητα στους μεγάλους (όπου, θεωρητικά τουλάχιστον, σ’ αυτούς απευθύνονταν και τα δύο προγράμματα), ανέβαινε εντυπωσιακά στα παιδιά! Και το δεύτερο και χειρότερο: στις 11 τη νύχτα, την ώρα που παιζόταν η «ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ», η θεαματικότητα στα παιδιά κυμαινόταν ανάμεσα στα 32% με 45%! (Ίσως κάποιες ή κάποιοι από σας να είστε ανάμεσα στα παιδιά που τα άφηναν να τη βλέπουν). Τι σημαίνουν, τώρα, αυτά τα νούμερα;
Για την μεσημεριανή ώρα της Κυριακής, σημαίνει ότι οι γονείς πάνε για ύπνο ή κάνουν κάτι άλλο και τα παιδιά βλέπουν τηλεόραση. (Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει ευκολότερος τρόπος να ξεφορτωθείς ένα παιδί, απ’ το να το στήσεις μπροστά σε μια τηλεόραση και να το αφήσεις εκεί «παρκαρισμένο» να βλέπει ό,τι θέλει.)
Για την ώρα της «ΔΥΝΑΣΤΕΙΑΣ» τώρα, η υψηλή αυτή θεαματικότητα σημαίνει: ή ότι οι γονείς δεν έχουν επίγνωση πόσο χαμηλής και βλαβερής ποιότητας πνευματική τροφή είναι η κάθε «ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ» ή σήμερα το SEX AND THE CITY για τα παιδιά τους -πράγμα που μου φαίνεται απίθανο- ή συνειδητά τα αφήνουν να βλέπουν τέτοιες εκπομπές! Αλλά γιατί;
Πρώτ’ από όλα, είναι ή δεν είναι παράλογο παιδιά αυτής της ηλικίας να μην έχουν πέσει στο κρεβάτι τους μετά τις 11; Είναι εξίσου παράλογο σαν να έλεγε – και ας έρθουμε στις μέρες μας – κάποιος γονιός στο δεκάχρονο -ή εκεί γύρω- κοριτσάκι του: «Φάε όλο το φαΐ σου, αλλιώς δεν έχει… SEX AND THE CITY!»
Δεν θέλω να περάσω σε κανένα σχόλιο. Θέλω, όμως, να βάλω κάποια ερωτήματα:
Έχουμε αναρωτηθεί σε κάποιο άλλο post, «γιατί κάνουμε παιδιά» και για το αν έχουμε άλλους λόγους, εκτός από εγωιστικούς, μηχανικούς ή κοινωνικούς; Ε, λοιπόν, άντε και κάναμε. Νοιαζόμαστε στ’ αλήθεια γι’ αυτά;
Τι είμαστε έτοιμοι ν’ απαρνηθούμε για χάρη τους; Ας πούμε το πιο απλό: Αν δεν μπορούμε να τους επιβληθούμε να μην δουν το SEX AND THE CITY και ό,τι άλλο παρόμοιο, ελληνικό ή ξένο, κλείνουμε τότε την τηλεόραση κι ας μην το δούμε ούτε εμείς;
Ό,τι ζητάμε από τα παιδιά μας, το κάνουμε πρώτα εμείς οι ίδιοι;
Κάθε φορά που σηκώνουμε το χέρι μας να τα χτυπήσουμε -αν το κάνουμε- μπαίνουμε στη θέση τους;
Μήπως ξεπληρώνουμε πάνω τους ό,τι πάθαμε εμείς, σαν παιδιά;
Μήπως τους παρέχουμε ανεξέλεγκτα, χωρίς λόγο, ό,τι στερηθήκαμε εμείς, σαν παιδιά;
Μήπως κατά βάθος δεν τ’ αγαπάμε ─ και ας μην το θεωρούμε δεδομένο;
Μήπως, αν τ’ αγαπούσαμε, όσοι καπνίζουμε θα κόβαμε το τσιγάρο που τον καπνό του τον αναπνέουν στο ίδιο τους το σπίτι τα παιδιά ακόμα κι όταν κοιμούνται;
Μήπως, αν τ’ αγαπούσαμε, δεν θα λέγαμε ψέματα· δεν θα ήμασταν βίαιοι· θα είμαστε έντιμοι, δηλαδή θα σκεφτόμαστε, θα λέγαμε και θα κάναμε το ίδιο πράγμα;
Μήπως όσοι έχουμε παιδιά ανήκουμε σε άλλη φυλή από εκείνους που δεν έχουν, άρα και άλλο τρόπο ζωής;
Μήπως θα πρέπει ν’ αλλάξουμε τρόπο ζωής;
Μήπως αυτό σημαίνει
αυταπάρνηση, αλλά ταυτοχρόνως και να μην xρησιμοποιούμε τα παιδιά σαν φυγή από μια άδεια δική μας ζωή, όπως και να έχουμε τη διάκριση που χρειάζεται για να εξακολουθήσουμε να ζούμε και τη δική μας προσωπική -κυρίως εσωτερική- ζωή;
Βάλτε το χέρι στην καρδιά κι απαντήστε.
Εγώ καθάρισα πια. Ό,τι ήταν να πάθουν τα παιδιά μου το πάθανε. Χα, χα, χα…
Φιλιά
Π.
Υ.Γ. Με το που άρχισε να δροσίζει, να και τα «σεντόνια».

Κινέζα… Μαγιονέζα… Πινέζα… Ανέζα.

Σήμερα παρ’ όλη τη ζέστη, επειδή μ’ έχετε βάλει στην πρίζα, πήγα στην ΕΡΤ να δω τι υπάρχει στην ταινιοθήκη από τα nikohiliopodarousa.jpgπαλιά παιδικά προγράμματα. Λοιπόν… Και για ν’ αρχίσουμε από τον ΠΑΡΑΜΥΘΑ: υπάρχουν τα 27 έγχρωμα επεισόδια, αλλά μάλλον κατεστραμμένα, χωρίς πολλές πιθανότητες να φτιάχνονται. Όλα τα σήριαλ, επειδή είχα μανία να τα κάνω σε φιλμ, είναι άψογα διατηρημένα. Ξέρετε: «Κήπος με τα’ αγάλματα», «Ο θησαυρός της Βαγίας», κ.λπ. Η Φρουτοπία είναι στη θέση της ολόκληρη, και οι δύο κύκλοι, αλλά από τη ΧΙΛΙΟΠΟΔΑΡΟΥΣΑ δεν έχει μείνει τίποτα, μόνο τα θέματα της γιατί κι αυτά – τα περισσότερα – τα έκανα σε φιλμ. Στη μνήμη, λοιπόν, της ΧΙΛΙΟΠΟΔΑΡΟΥΣΑΣ, ένα τραγούδι από εκεί με την Ορχήστρα των Ζώων, που έχει τίτλο, «Χτύπα τα πόδια σου Κινέζα». Το αφιερώνω με όλη μου την καρδιά σε ένα – τότε – γλυκό κοριτσάκι, που το λένε Ανέζα, και μικρή την φωνάζανε «πινέζα».Σας φιλώ γλυκά.
Π.

Μπορείτε να κατεβάσετε το βίντεο από εδώ.

Το πιο χρήσιμο

Κι επειδή μπορεί να μην κοιμάστε από τη ζέστη, πιάστε κι έναν… δροσερό Χότζα. Όσο για το κρυφό νόημα της ιστορίας που υπάρχει κάτω από το αστείο, δεν έχω ιδέα και κάνει πολύ ζέστη για ν’ αρχίσω να ψάξω να το βρω.

Πάρτε κι ένα δροσερό φιλί
εδώ από το Μετόχι-ΡΗ,
που ‘ναι μια βουνοκορφή
πεντακόσια μετρά πιο ψηλά
από της θάλασσας τα ζεστά νερά
και μόλις έπιασε δροσιά.

Ναι, καλά το καταλαβάτε, έχω «λαλήσει» από τη ζέστη.
Καληνύχτα.
Π.

xotzas-08.jpgΜια μέρα ο Νασρεντίν μπήκε στο καφενείο του χωριού του και στάθηκε στη μέση των τραπεζιών όρθιος. Όλοι σώπασαν για ν’ ακούσουν τι έχει να τους πει. Κι εκείνος φώναξε:
«Το φεγγάρι είναι πιο χρήσιμο από τον ήλιο».
«Γιατί, Δάσκαλε;» τον ρώτησε κάποιος.
«Επειδή χρειαζόμαστε το φως πιο πολύ τη νύχτα, παρά την ημέρα».

Ιστορία με μια γλάστρα

Μια φορά είχα πάει σ’ ένα ανθοπωλείο. Εκεί που χάζευα τις γλάστρες, ακούω μια φωνή. «Ε, κύριε… γλάστρα θέλετε;». «Ναι»flowerpod.jpg, λέω στη γλάστρα που ήταν δίπλα μου, γιατί από εκεί έβγαινε η φωνή. «Ε, τότε, πάρτε εμένα, γιατί βαρέθηκα ένα μήνα στην ίδια θέση». «Και δε σε παίρνω», της λέω, «είσαι ό,τι πρέπει για το παράθυρό μου».
Ένα πρωί, ύστερα από κανένα μήνα, καθώς την πλησίασα -όπως κάθε πρωί- για να της πω «καλημέρα», τη βλέπω κατσουφιασμένη. «Τι έχεις γλαστρούλα μου;» τη ρωτάω. «Βαρέθηκα», μου απαντάει. «Γιατί», της λέω, «εδώ έχεις ένα σωρό φίλους. Τα πρωινά έρχεται πάντα το ποτιστήρι και σε δροσίζει· το ψαράκι είναι πάντα στη γυάλα του δίπλα σου και σου λέει ιστορίες για τη θάλασσα και η γάτα σου κρατάει συντροφιά». «Εγώ πάντως θέλω να φύγω», μου είπε η γλάστρα και κοίταξε μακριά, όλο μελαγχολία. Την άλλη μέρα, μόλις ξύπνησα, κοιτάζω στο παράθυρο, αλλά έλειπε η γλάστρα. Παρακολούθησα μια λεπτή γραμμή από χώμα που άφηνε πίσω της και την πρόλαβα πιο κάτω. «Δεν ξαναγυρίζω σπίτι», μου λέει. «Καλά, έλα να πάμε μια βόλτα και τα ξαναλέμε». Αφού διασκέδασε η γλάστρα με τις βόλτες που κάναμε, μου είπε ότι κουράστηκε και την πήγα σ’ ένα καφενείο όπου ζήτησε ένα ποτήρι νερό. Ύστερα από το καφενείο, παίρνω τη γλάστρα και την πάω στο δάσος. Και μόλις φτάνουμε εκεί, δίνει μια… τσουπ κι ανεβαίνει σ’ ένα δέντρο. «Αχ, εδώ μ’ αρέσει πολύ! Καλά θα ‘ταν να έμενα εδώ, αλλά ποιος θα με ποτίζει;». Πριν προλάβω να της απαντήσω, άρχισε να βρέχει κι η γλάστρα φώναξε χαρούμενη: «Αυτό είναι καταπληκτικό! Θα με ποτίζει η βροχή. Εδώ θα μείνω».
Έτσι η γλάστρα έμεινε στο δάσος, κι ήταν πολύ ευτυχισμένη γιατί απόχτησε πολλούς φίλους. Δέντρα, θάμνους, χελώνες, σαύρες, φίδια, αλεπούδες, μέλισσες, πεταλούδες κι ένα σωρό άλλους καλούς φίλους. Βλέπετε, όλα έχουν το φυσικό χώρο τους στη ζωή και μόνο σ’ αυτόν ζούνε σε αρμονία. Γι’ αυτό είναι καλό από μικρούς να μας βοηθάνε να ανακαλύπτουμε ποιος είναι «ο φυσικός μας χώρος». Επαγγελματικά, κοινωνικά, σεξουαλικά, αλλά κυρίως ψυχολογικά. Έτσι, δεν θα νοιώθαμε κάποιες φορές, «σαν το ψάρι έξω απ’ το νερό», δηλαδή δυστυχισμένοι.

Σας φιλώ γλυκά. Καληνύχτα.
Π.

Υ.Γ. Ξέρω, έχω καιρό να γράψω κανένα… «σεντόνι» – που από την ανταπόκρισή σας με σχόλια, έχω καταλάβει ότι σας αρέσουν. Και μάλιστα σας είπα πριν μέρες ότι είχα ιδέες για κάμποσα και δεν ήξερα τι να διαλέξω. Ναι, αλλά σήμερα κάνει πολύ ζέστη, και δεν αντέχεται το σεντόνι ούτε στο κρεβάτι ούτε… πριν.

Η ιστορία με τον διάβολο και την Αλήθεια

Σήμερα θα σας πω – ελαφρώς μεταλλαγμένη γιατί επινοήθηκε περίπου το 1950 – μια ιστορία που δεν είναι δική μου, αλλά που μ’ αρέσει πολύ.

Μια φορά που ο διάολος και  δουλειά δεν είχε και είχε βαρεθεί και να γ…. τα παιδιά του, αποφάσισε να κατέβει στη γη. devil-1.jpgΠήρε παρέα ένα φίλο του, έγιναν και οι δύο πολύ high γκόμενοι – τύπου «life style» κι έτσι – και … «μπραφ» βρέθηκαν σ’ ένα πολυσύχναστο δρόμο κάποιας μεγάλης πόλης, κι άρχισαν να κόβουν βόλτες για να δούνε πόσοι δικοί τους κυκλοφορούσαν και πόσοι επιρρεπείς  να γίνουν δικοί τους.  Κάποια, στιγμή, βλέπουν έναν άνθρωπο μπροστά τους να σταματάει, να σκύβει και να μαζεύει κάτι λαμπερό σαν κόσμημα από το δρόμο. Το πήρε προσεκτικά μέσα στη φούχτα του και καθώς το κοίταζε το πρόσωπό του φωτίστηκε.
«Τι είναι αυτό που βρήκε ο τύπος;» ρώτησε το διάβολο ο φίλος του.
«Α, ένα κομμάτι Αλήθειας».
«Ένα κομμάτι Αλήθειας! Καλά και δεν ανησυχείς  που ένας άνθρωπος ανακάλυψε την Αλήθεια;» ρώτησε απορημένος το διάβολο ο φίλος του.
«Όχι. Γιατί, χωρίς να το καταλάβει, θα τον βοηθήσω να την… οργανώσει».
«Κι αν σε καταλάβει;» επέμενε ο άλλος.
«Δύσκολο, πολύ δύσκολο… Χα, χα, χα…», απάντησε ο διάβολος γελώντας.

Καληνύχτα και πολλά φιλιά.
Π.

Το ρολόι μου

Προχθές το πρωί, το ρολόι μου δεν χτύπησε για να ξυπνήσω, κι όταν σηκώθηκα είχε βγει πια ο ήλιος.
«Τι έπαθες σήμερα; Ξεχάστηκες;» λέω στο ρολόι μου κι εκείνο μου απαντάει:
«Όχι, δεν βλέπεις; Οι αριθμοί μου, φύγανε».
clock-without-numbers.jpg « Α, ναι! Δεν έχεις αριθμούς! Και γιατί»;
«Μέρες τώρα μου έλεγαν ότι βαρέθηκαν και θα φύγουν, αλλά εγώ δεν τους έδινα και πολύ σημασία. Θα τους περάσει, σκεφτόμουνα. Αλλά χτες βράδυ είπα να κοιμηθώ λιγάκι, κι αυτοί βρήκαν την ευκαιρία και τό ‘σκασαν περπατώντας στις μύτες. Τι θ’ απογίνω τώρα… Έχεις ξαναδεί ρολόι δίχως αριθμούς; Πριν λίγο ήρθε κι ο κόκορας να με κοροϊδέψει που δεν θα μπορώ να σε ξυπνάω πια τα πρωινά. Αχ, σε παρακαλώ, Παραμυθά, μην με πετάξεις στα σκουπίδια, μού ‘ρχεται να κλαίω».
«Έλα, μην κάνεις έτσι», είπα στο ρολόι μου, «δεν πρόκειται να σε πετάξω. Και να μην σε νοιάζει. Θα τους βρούμε τους αριθμούς σου».
Σκέφτηκα ότι οι αριθμοί του ρολογιού μου θα έπρεπε να έχουν πάει σε κανένα ρολογάδικο για να δούνε φίλους τους, και σε λίγο βρέθηκα σ’ ένα δρόμο με πολλά ρολογάδικα. Έγινα μικρός σαν καρφίτσα κι άρχισα να χώνομαι στις βιτρίνες και να ψάχνω. Κοίταζα να δω μήπως κανένα από τα ρολόγια είχε διπλούς αριθμούς, αλλά τίποτα. Είχα απογοητευθεί πια από το ψάξιμο, όταν περπατώντας μπροστά από μια εκκλησία, σήκωσα το κεφάλι μου για να δω τι ώρα είναι… και τι βλέπω; Οι αριθμοί του ρολογιού μου, ήταν στο ρολόι της εκκλησίας. Πέταξα έως εκεί πάνω και φώναξα: «Τι κάνετε εδώ; Δεν ντρέπεστε; Γιατί φύγατε από το ρολόι; Πώς βρεθήκατε εδώ»; «Βαρεθήκαμε να βλέπουμε όλο τα ίδια και τα ίδια μέσα σε μια κρεβατοκάμαρα, κι είπαμε να έρθουμε εδώ που έχει και ωραία θέα». «Λοιπόν, φτάνουν οι διακοπές. Πάμε γρήγορα σπίτι», είπα εγώ, έβαλα τους δώδεκα αριθμούς στη τσέπη του γιλέκου μου και φύγαμε πετώντας.
Σε λίγο οι αριθμοί, ήταν πάνω στο ρολόι μου κι εκείνο ευτυχισμένο έδειχνε και πάλι την ώρα.

Καλό Σαββατοκύριακο.
Π.
Υ.Γ. «Σουρεάλλα», ο παππούς, ε;…

Ο κλέφτης

Να και μια αστραπιαία ιστορία του Χότζα. Το κρυμμένο νόημα; Χα… Πολλές φορές στις σχέσεις μας με ανθρώπους που δεν είναι «κάποιοι», που δεν είναι «επώνυμοι», όπως λένε – λες και οι υπόλοιποι δεν έχουν επώνυμο, αλλά μόνο το βαφτιστικό τους – στις συναντήσεις μας με ανθρώπους που δεν μας γεμίζουν το μάτι, είμαστε κουμπωμένοι και καχύποπτοι, λες κι έχουμε να χάσουμε κάτι αν είμαστε ανοιχτοί και φυσιολογικοί μαζί τους, ενώ πολλές φορές, κι ο πιο απλός κι απίθανος άνθρωπος ίσως έχει να μας «δώσει κάτι», ίσως πει μια κουβέντα που να μας κάνει να σκεφτούμε κάτι που δεν φανταζόμαστε.
Καλό βράδυ – ή μάλλον, καλό ξημέρωμα γιατί είναι δωδεκάμιση το βράδυ.
Π.

tief-a.jpgΜια νύχτα, εκεί που κοιμόταν ο Νασρεντίν, νοιώθει τη γυναίκα του να του σκουντάει τον ώμο και να τον ξυπνάει λέγοντάς του ψιθυριστά στο αυτί: «Κάποιος κλέφτης μπήκε στο σπίτι».
«Μην βγάζεις άχνα», της λέει το ίδιο ψιθυριστά ο Νασρεντίν, «δεν έχουμε τίποτα για να μας κλέψει κι αν είμαστε και λίγο τυχεροί, μπορεί να μας αφήσει και κάτι αυτός».

Διάλειμμα

Λοιπόν, οφείλω να σας ομολογήσω ότι πάλι μ’ εντυπωσιάσατε! Αυτό το κείμενο για την «αγάπη του πατέρα», όταν το nikohiliopodarousa.jpgδιάβασα τοποθετημένο ως post στο blog, μου φάνηκε πολύ βαρύ με αυτά τα περί θανάτου και είπα να μην το βάλω. Τελικά, όμως, λέω: «άσ’ το, και το πολύ πολύ να μην γράψει κανείς τίποτα ή να ‘στην πούνε‘ με αυτά που βάζεις». Κι εσείς… Με συγκινήσατε πάλι! Αλλά σας τρώει κι ο κώλος σας… Μου δίνετε θάρρος και θα βάλω κι άλλα τέτοια… «βαριά». Έχω μία ιστορία για το φόβο, μμμ!!!… «Βγαλμένη από τη ζωή» που λένε. Θα τη βάλω αύριο ή το πολύ μεθαύριο. Για σήμερα, όμως, «διάλειμμα» με κάτι … πανάλαφρο. Ένα σκίτσο του «κυρίου Νίκου«, του ενός από τους τέσσερις (Ροζαλία, Τιμολέων, Χιλιοποδαρούσα) παρουσιαστές της γνωστής τηλεοπτικής εκπομπής «ΧΙΛΙΟΠΟΔΑΡΟΥΣΑ» (Οκτώβριος 1983 – Ιούνιος 1987). Το φοβερό αυτό σκίτσο (δυστυχώς δεν ξέρουμε ποιανού είναι, γιατί βρέθηκε το σκίτσο έτσι «ξεγυρισμένο» σε άλμπουμ ενός… τοτινού παιδιού), είναι από συνέντευξη σε τηλεπεριοδικό, που πήρε η νεαρή δημοσιογράφος της εποχής Ντέπυ Γκολεμά από τον … «κύριο Νίκο». Ελπίζω να σας αρέσει.paramithas-heretaei.jpg

Καλό βράδυ.
Ο Παραμυθάς.
Υ.Γ. Ολόκληρο το όνομά μου αυτή τη φορά για να μην με… μπερδεύετε με τον «κύριο Νίκο».

Η αγάπη του πατέρα

Διαβαζοντας πριν λίγο τα σημερινά σας σχόλια έμαθα ότι σήμερα είναι η «Ημέρα του πατέρα». Όπως λέμε, «η ημέρα της γυναίκας», «η ημέρα του παιδιού», «η ημέρα των ζώων», «η ημέρα του περιβάλλοντος» κ.λπ. Είναι επειδή τις υπόλοιπες μέρες, ασχολούμαστε με σοβαρότερα πράγματα. Η ιστορία που θα διαβάσετε είναι κάτι που συνέβη στ’ αλήθεια, πριν δέκα μέρες περίπου, σε μια φίλη μου. Η επεξεργασία είναι δική μου, για χάρη σας και για … χάρη της ημέρας. Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ.
Π.

Δεν φανταζόταν ποτέ ότι η αγάπη που ένοιωθε για τον πατέρα της και το γιο της θα της δημιουργούσε κάποτε μέσα της τόσο μεγάλη σύγκρουση. Ο πατέρας της, πατημένα ογδόντα, εδώ και δυο εβδομάδες είχε πια καταρρεύσει. Η υγεία του, που τα τελευταία χρόνια δεν ήταν καλή εξαιτίας της καρδιάς του, χειροτέρευσε και δεν σηκωνόταν πια από το κρεβάτι. «Έχει ακόμα ζωή από δέκα μέρες μέχρι ένα μήνα», είπε ο γιατρός πριν μερικές ώρες, που τον είδε για τελευταία φορά. Σε έξι μέρες, την Κυριακή που ερχόταν, ήταν ο γάμος του γιου της στην Αγγλία, όπου ζούσε τα τελευταία χρόνια. Ήταν το μοναχοπαίδι της, που το μεγάλωσε από πολύ νωρίς μόνη της, αφού με τον πατέρα του είχε χωρίσει στα πρώτα χρόνια του γάμου. Ήταν αδύνατο να μην είναι στο γάμο του γιου της. Αλλά ήταν και αδύνατο  να αφήσει τον πατέρα της ετοιμοθάνατο και να φύγει. Η μάνα της δεν ζούσε εδώ και χρόνια, κι ο πατέρας της δεν είχε άλλη απ’ αυτήν. Δεν άντεχε στη σκέψη ότι μπορεί να πέθαινε όσο εκείνη θα έλειπε. Ήταν σε τέλειο αδιέξοδο.
Πήγε όπως κάθε πρωί γύρω στις δέκα στο σπίτι του. Της άνοιξε η γυναίκα που έμενε μαζί του για να τον φροντίζει. Μόλις την είδε χαμογέλασε. «Σήμερα είναι πολύ καλύτερα ο πατέρας σου. Αν συνεχίσει έτσι, θα σηκωθεί κι από το κρεβάτι»! Αυτό την μπέρδεψε πια εντελώς.
Τον φίλησε και κάθισε δίπλα του στην άκρη του κρεβατιού. Το μάτι της έπεσε σ’ ένα μαραμένο φύλλο, που ήταν ακουμπισμένο στο κομοδίνο δίπλα του. Εκείνος πρόσεξε το βλέμμα της. Άπλωσε το χέρι του και της έπιασε το δικό της. Ύστερα άρχισε να μιλάει, μ’ ένα τρόπο όπως της έλεγε μικρή παραμύθια.
«Αυτό το φύλλο το μάζεψα λίγες μέρες πριν πέσω στο κρεβάτι… Μου έκανε εντύπωση αυτό το νεκρό φύλλο, έτσι απλό όπως ήταν στο θάνατό του, γεμάτο από την ομορφιά ολόκληρου του δέντρου! Γιατί εμείς τ’ ανθρώπινα πλάσματα πεθαίνουμε τόσο μίζερα, τόσο δυστυχισμένα από αρρώστια, από μεγάλη ηλικία, γερατειά, με ζαρωμένο το κορμί, άσχημο; Γιατί δεν μπορούμε να πεθάνουμε το ίδιο όμορφα όπως αυτό το φύλλο; Τι κάνουμε λάθος; Γιατροί, φάρμακα, νοσοκομεία, εγχειρήσεις… Δεν φαίνεται να μπορούμε να πεθάνουμε με αξιοπρέπεια, με απλότητα, μ’ ένα χαμόγελο. Θα ‘πρεπε από όταν είμαστε παιδιά να μας μαθαίνουν στο σχολείο τη μεγάλη ομορφιά και αξιοπρέπεια του θανάτου, όχι σαν κάτι καταθλιπτικό, όχι σαν μια θλιβερή κατάληξη που κάποτε κανείς θα αντιμετωπίσει, αλλά σαν μέρος της καθημερινής ζωής. Θα ‘πρεπε να μας εξηγούν από παιδιά, χωρίς κανένα φόβο, ότι η ζωή και ο θάνατος είναι ένα. Το τέλος είναι η αρχή που έχει τέλος που είναι η αρχή… Το τέλος κάθε μέρας θα έπρεπε να είναι το τέλος του εγώ, αυτού του εγώ που σπαταλά κανείς τη ζωή του θρέφοντάς το με συγκρούσεις μέσα μας, με χαρές, με δυστυχίες, πίνοντας, καπνίζοντας, ξενυχτώντας, περνώντας από τη μία σχέση στην άλλη, χρησιμοποιώντας το σεξ  για φυγή και με δουλειά, δουλειά, δουλειά… Και κάποια στιγμή αντιμετωπίζει κανείς αυτό το πράγμα που ονομάζεται θάνατος και το φοβάται. Ο θάνατος δεν είναι κάποια μακρινή φθορά του σώματος από γερατειά ή οποτεδήποτε από ξαφνικό ατύχημα, θα έπρεπε να είναι το τέλος του εγώ κάθε μέρα. Αυτό σημαίνει το, «μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι» κι όχι μακάριοι οι ηλίθιοι. Είναι δυνατόν ένα τόσο μεγάλο πνεύμα, να ήρθε στην ανθρωπότητα για να μας πει ότι πρέπει να είμαστε βλάκες; Μας είπε να μη θρέφουμε το εγώ μας, να μην είμαστε τίποτα ψυχολογικά μέσα μας, τότε μπορεί να αγαπά ο ένας τον άλλον στην πράξη κι όχι στα λόγια, όχι θεωρητικά,κυνηγώντας ένα ιδανικό που κάποτε στο μέλλον θα το φτάσεις…»
Η γυναίκα κοίταξε τα μάτια του πατέρα της που ξαφνικά είχαν γίνει τρομερά ζωηρά και η φωνή του είχε ένα νεανικό πάθος. Για λίγο είχε ξεχάσει το άγχος της για το γάμο του γιου της. Να, όμως που το ξαναθυμήθηκε. Το πρόσωπό της σκοτείνιασε.
«Τι έχεις;» τη ρώτησε ο πατέρας της που κατάλαβε ότι κάτι την ανησυχούσε.
Πήρε την απόφαση και του μίλησε. Του είπε όλη τη σύγκρουση που είχε μέσα της, ανάμεσα στην επιθυμία της να είναι στο γάμο του γιου της, αλλά και να είναι κοντά σ’ εκείνον όσο θα χρειαζόταν. Ο πατέρας της σήκωσε αργά το χέρι του και της χάιδεψε τρυφερά το πρόσωπο.
«Ούτε να το σκέφτεσαι, μωρό μου», της είπε. «Θα πας στο γάμο του γιου σου. Είναι χαζό να περιμένεις εδώ πότε θα πεθάνω».
«Μα μπαμπά…», διαμαρτυρήθηκε εκείνη σαν παιδάκι αυτή φορά.
«Ούτε να το συζητάς. Ο γάμος είναι την Κυριακή και θα είσαι εκεί. Αύριο να βγάλεις εισιτήριο για το Σάββατο. Θα φύγεις, όπως κι αν είμαι εγώ».
Εκείνη έβαλε τα κλάματα και τον  πήρε στην αγκαλιά της, ενώ εκείνος της χάιδευε τα μαλλιά, όπως όταν ήταν μικρό κοριτσάκι και την έβαζε για ύπνο.
Το ίδιο απόγευμα, από το σπίτι της, παρήγγειλε το εισιτήριό της με βαριά καρδιά. Έκανε ένα μπάνιο κι ετοιμάστηκε να ξαναπάει στον πατέρα της. Χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η γυναίκα που φρόντιζε τον πατέρα της και την άκουσε σαν χαμένη να της λέει, πως μόλις πριν λίγο είχε πεθάνει ο πατέρας της μ’ ένα χαμόγελο στο πρόσωπό του. Λίγο πριν πεθάνει, της είχε πει πόσο χαρούμενος ήταν που η κόρη του θα πήγαινε στο γάμο του γιου της.

divorce-2.jpg