Πώς γνώρισα τη μάγισσα Άιναφετς.

Με έχετε προβληματίσει με τα σχόλιά σας, όταν γράφω είτε παραμύθι είτε σκέψεις μου που έχουν σχέση με κάτι ψυχολογικό. Μου έκανε πολύ εντύπωση η συναισθηματική σας αντίδραση στο χθεσινό παραμύθι. (Ευχαριστώ πολύ για το σχόλιο που υπονοεί ότι στην ιστορία δεν θα έπρεπε να έχει περάσει η Χαλιμά αλλά ο Παραμυθάς! Είναι το αμέσως καλύτερο σχόλιο που έχω ακούσει στη ζωή μου μετά της κόρης μου που έχει πει ότι έχω “μητρικό ένστικτο”. Ίσως κάποτε σας πω γιατί.) Τα χθεσινά σχόλια, λοιπόν, για το παραμύθι “ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ;” μου έφεραν διάφορες σκέψεις που ήθελα να γράψω, αλλά τελικά κατέληξα να σας βάλω κάτι που ανακάλυψα το Σαββατοκύριακο και που δεν θυμόμουν καν ότι υπήρχε! Είναι μία ηχογραφημένη ιστορία του Παραμυθά, με τίτλο, “Πώς γνώρισα τη Μάγισσα Άιναφετς”. Στο μεγαλύτερο μέρος της είναι αληθινή – όπως όλες οι περιπέτειές μου άλλωστε – αφού και το όνομα της μάγισσας είναι το όνομα της κυρίας Παραμυθά, αλλά ανάποδα. Η μουσική είναι του Σταμάτη Σπανουδάκη. Δεν το θυμόμουν, λοιπόν, ότι υπήρχε αυτή η ιστορία ηχογραφημένη! Συγκινήθηκα που την ξανάκουσα μετά από τόσα χρόνια. Πρέπει να είναι του ’87.

[audio:http://www.paramithas.gr/qt/ainafets.mp3]

Σας φιλώ.
Π.

“Τι είναι αυτό;”

spourgiti.jpgΈνας πατέρας, γύρω στα ογδόντα, καθόταν στη βεράντα τού εξοχικού του σπιτιού μαζί με τον σαρανταπεντάρη γιο του, που είχε έρθει για να τον δει και διάβαζε εφημερίδα. Ξαφνικά, στην άλλη άκρη της βεράντας ήρθε και κούρνιασε ένα σπουργίτι.
«Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο πατέρας το γιο.
«Ένα σπουργίτι», απάντησε ο γιος.
Μετά από λίγα λεπτά, ξαναρωτάει ο πατέρας το γιο του για δεύτερη φορά: «Τι είναι αυτό»;
Κι ο γιος του τού απαντάει: «Μόλις σου το είπα πατέρα, ένα σπουργίτι».
Ύστερα από λίγο, ο γερο-πατέρας ξαναρωτάει το γιο του για τρίτη φορά: «Τι είναι αυτό»;
Αυτή τη φορά υπήρχε ένας εκνευρισμός στη φωνή του γιου καθώς απάντησε στον πατέρα του περιφρονητικά: «Ένα σπουργίτι πατέρα, ένα σπουργίτι, ένα σπου-ργί-τι».
Και λίγο μετά, ο πατέρας ξαναρωτάει το γιο του για τέταρτη φορά: «Τι είναι αυτό»;
Αυτή τη φορά ο γιος έβαλε τις φωνές στον πατέρα του: «Γιατί με ρωτάς και με ξαναρωτάς το ίδιο πράγμα, αφού σου έχω ήδη απαντήσει τόσες φορές; ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΣΠΟΥΡΓΙΤΙ. Δεν μπορείς να το καταλάβεις»;
Λίγο αργότερα, ο πατέρας πήγε στο δωμάτιό του και γύρισε κρατώντας ένα παλιό τετράδιο με ένα ξεφτισμένο χοντρό εξώφυλλο. Ήταν ένα ημερολόγιο που είχε αρχίσει να κρατάει τη μέρα που γεννήθηκε ο γιος του. Το άνοιξε σε μια σελίδα και ζήτησε από το γιο του να τη διαβάσει δυνατά. Εκείνος, δυσφορώντας, άρχισε να διαβάζει εκείνη τη σελίδα από το ημερολόγιο του πατέρα του:
«Σήμερα, ο μικρός μου γιος, που πριν λίγες μέρες έκλεισε τα τρία, καθόταν μαζί μου έξω στη βεράντα όταν ένα σπουργίτι ήρθε και κάθισε στα κάγκελα. Ο γιος μου με ρώτησε 21 φορές τι ήταν αυτό και του απάντησα και τις 21 φορές ότι ήταν ένα σπουργίτι. Τον αγκάλιασα τρυφερά και τις 21 φορές που μου έκανε την ίδια ερώτηση ξανά και ξανά χωρίς να εκνευριστώ, νοιώθοντας στοργή για το αθώο μου αγοράκι».
Ο γιος σκέφτηκε ότι ενώ ο πατέρας του, του είχε απαντήσει και τις 21 φορές στην ίδια ερώτηση, «τι είναι αυτό» που του είχε κάνει εκείνος όταν ήταν τριών χρονών χωρίς να εκνευριστεί, αυτός σήμερα, όταν ο πατέρας του τον ρώτησε μόλις τέσσερις φορές την ίδια ερώτηση, εκνευρίστηκε και ενοχλήθηκε.
Δάκρυα κύλησαν στα μάτια του γιου κι έσφιξε τον γέρο πατέρα του στην αγκαλιά του.

Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ γλυκά.
Π.

Ο φίλος μου ο ελέφαντας

Και για να μην ξεχνιόμαστε, ας δούμε και καμιά από τις “περιπέτειές μου”. Σήμερα έχει να κάνει με τον φίλο μου τον ελέφαντα. Καλό Σαββατοκύριακο, αν και πιστεύω ότι θα τα πούμε μέσα στο διήμερο, γιατί κάποια από τα σχόλιά σας μου ‘χουν βάλει ιδέες για μπλα μπλα.

Σας φιλώ.
Παραμυθάς

Το βίντεο θα είναι διαθέσιμο για κατέβασμα αύριο.

Το “Τριατρί”

triatri.jpgΛίγο πριν πάω για ύπνο, συνειδητοποίησα ότι σήμερα κλείνουν τρεις μήνες από τότε που άρχισε αυτό το blog, δηλαδή στις 9 Φεβρουαρίου, κι είπα να βάλω κι ένα δεύτερο post σήμερα. Πήρα για δώρο ένα εξαιρετικό παραμύθι που έγραψε ένα από τα κορίτσια, με τίτλο, “Το μοναδικό Τριαντάφυλλο”, ενώ τα στατιστικά στοιχεία αυτών των τριών μηνών λένε ότι μπήκαν εδώ για πρώτη φορά 16.491 computers, τα οποία επέστρεψαν 74.219 φορές και γράφτηκαν 1045 σχόλια. Σας στέλνω μια αγκαλιά και σας χαρίζω την αγαπημένη μου ζωγραφιά που την έχουμε μόνο ο ζωγράφος της κι εγώ. Είναι το καράβι “Τριατρί” (δηλαδή 3 Χ 3 = 9), που ελπίζω κάποια μέρα να το δείτε να ταξιδεύει στην ταινία μεγάλου μήκους “Ο Παραμυθάς” που θέλω να κάνω.
Σας φιλώ πολύ.
Παραμυθάς

Το παλικάρι με τη μεγάλη τύχη

Πρώτα ήταν η Πρωτομαγιά, όπου ανάμεσα στ’ άλλα που κάναμε ξεφυλλίσαμε και καμιά δεκαριά άλμπουμ με τα τρία παιδιά μας όταν ήταν μικρά. Ύστερα μου ήρθε η ιδέα να σας πω – σε όσους έχετε μικρά παιδιά – για τα παραμύθια που έλεγα στα δικά μου. Όταν αρχίζεις να λες παραμύθια στα δυο χρόνια περίπου του παιδιού, όταν αυτό το κάνεις κάθε βράδυ για 365 βράδια το χρόνο, όταν το συνεχίζεις έως τα οχτώ και για πάνω από ένα παιδιά, τι να σου κάνουν οι αδελφοί Γκριμ, ο Άντερσεν, ο Αίσωπος κ.λπ. Δεν φτάνουν ούτε για ζήτω. Έτσι είχα σκεφτεί το εξής: Έφτιαχνα κάθε βράδυ ένα παραμύθι με ήρωα το παιδί στο οποίο έλεγα το παραμύθι. Για παράδειγμα στην κόρη μου έλεγα, «μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Μαρία…» και μετά η ιστορία δεν ήταν τίποτ’ άλλο από μία περιγραφή της μέρας που είχε περάσει. Έτσι: και παραμύθι καινούργιο έλεγα, και τους άρεσε που ήταν ήρωες παραμυθιού και εγώ πέρναγα κι ό,τι «μήνυμα» ήθελα. Όσο για τις μέρες που ήταν ίδιες με άλλες, τότε επιστράτευα κάποιο παλιό κλασσικό παραμύθι κι έτσι «φτούρησαν» κι αυτά που έλεγε κι η μάνα μου. Καπάκι σ’ αυτό που είχα αποφασίσει να σας γράψω και τις παλιές φωτογραφίες που είχα σκαλίσει, διαβάζω σε κάποιο χθεσινό σχόλιο το εξής: «Κοίτα τώρα να δεις, άμα ο άνθρωπος έχει φαντασία μπορεί να φτιάξει παραμύθι, από ό,τι να ‘ναι!». Ε, δεν ήθελα και πολύ. Έφτιαξα ένα παραμύθι με ήρωες τα παιδιά μου – ε, λίγο κι εμένα με τη γυναίκα μου – βασισμένο σε κάποιες από τις φωτογραφίες που είδα. Ελπίζω να το διασκεδάσετε.

***

Μια φορά κι έναν καιρο, ήταν ένα παλικαράκι…

 

kotsos-1-final.jpg

… που το λέγανε – ας πούμε – Κωνσταντίνο, που είχε μια αδελφή που τη λέγανε – ας πούμε – Μαρία κι ένα μεγαλύτερο αδελφό που είχε το αυτοκρατορικό όνομα, Φρειδερίκος. Η ζωή του φύλαγε μια πολύ μεγάλη τύχη, αλλά πριν έπρεπε να περάσει πολλές ταλαιπωρίες και βάσανα.

 

 

 

mom-final.jpg

Από μικρός αναγκάστηκε να βγει στη βιοπάλη, γιατί οι γονείς του ήταν «τρία πουλάκια κάθονται». Από τη μια μεριά η μάνα του ήταν «κούκου» και νόμιζε ότι ήταν η Μαντόνα, και δεν είχε αφήσει «talent show» για «talent show», τι «Fame», τι «Dream Show», τι «So you can dance» και άλλα πολλά… Όλη μέρα γύριζε στις τηλεοράσεις και δεν φρόντιζε κανείς το σπίτι τον άντρα της και τα παιδιά της.

dad-final.jpg

Από την άλλη και ο πατέρας του, που τον έκανε πολύ μεγάλος – ας πούμε όταν ήταν γέρος με κάτασπρα μαλλιά – είχε γίνει πια «γκα-γκα» που λένε, κι όλη μέρα έλεγε παραμύθια σε παιδιά, κι όταν δεν έβρισκε παιδιά τα έλεγε σε παπαγάλους. Έτσι, τα τρία μικρά παιδιά έπρεπε να δουλέψουν για να ζήσουν κι αυτά, αλλά και να ζήσουν τους γέρους και ημίτρελλους γονείς τους.

sister-final.jpg

Έλα, όμως που η κόρη – που είχε πάρει από τον πατέρα της – ήταν κι αυτή λίγο «λαλημένη» από μικρή και καθόταν ώρες, φευγάτη κοιτώντας στο πουθενά.

m-apple-final.jpg

Κι όταν μεγάλωσε πέρναγε τη μέρα της φυσώντας μήλα, για να γίνει – όπως έλεγε – κάποιο από αυτά πρίγκιπας και να τον παντρευτεί! Αλλά μια, δυο, τρεις, απογοητεύτηκε και σταμάτησε.

m-animals-final.jpg

Τέλος πάντων, για να μην τα πολυλογώ, όταν είδε κι απόειδε με τα μήλα, άρχισε να περιποιείται γάτους και σκύλους, μπας κι εκεί φανεί πιο τυχερή και γίνει κανένα από τα ζώα πρίγκιπας! Αλλά δεν βαριέσαι. Τα ίδια κι εκεί.

m-teacher-final.jpg

Κι έτσι, αποφάσισε ότι θα μείνει μόνη και πήγε στο Πανεπιστήμιο όπου σπούδασε «Μηλολογία». Έγινε μία επιτυχημένη Δόκτωρ Μηλολογίας, και μάλιστα λένε ότι αυτή έβγαλε το γνωστό ρητό, «ένα μήλο την ημέρα το γιατρό τον κάνει πέρα».

fred-1-final.jpg

Και ο Φρειδερίκος, ο μεγάλος αδελφός, είχε βίδα με τον αθλητισμό. Πού τον έχανες πού τον έβρισκες, το χειμώνα έκανε φιγούρες με ποδήλατα…

fred-serf-final.jpg

… ενώ τα καλοκαίρια, έτρεχε στις παραλίες για να κάνει φιγούρες με σερφ …

fred-ski-final.jpg

… και σκι που, η αλήθεια είναι, ότι ήταν πολύ καλός σε όλα αυτά. Έτσι, ο κλήρος έπεσε στο φτωχό παλικαράκι, τον Κωνσταντίνο, που αναγκάστηκε αυτός να δουλεύει από μικρός για να ζήσει τους γονείς του, να σπουδάσει την αδελφή του και ν’ αγοράζει ποδήλατα, σερφ και σκι για τον αδελφό του.

vasilis-final.jpg

Όταν αποφάσισε να δουλέψει για πρώτη φορά, ήταν γύρω στις γιορτές, κι έτσι έπιασε προσωρινά δουλειά στο Σούπερ Μάρκετ της γειτονιάς του, όπου ντύθηκε Άη-Βασίλης, και φωτογραφιζόταν με τα παιδιά που πήγαιναν μαζί με τις μαμάδες τους για ψώνια.

tracteur-final.jpg

Μετά τις γιορτές, έπιασε δουλειά σε ένα γεωργό, γιατί μένανε στην εξοχή, σε ένα χωριό που το λέγανε – ας πούμε – Καπανδρίτι. Ο γεωργός τον έμαθε να οδηγεί και του έδωσε το τρακτέρ για να οργώνει τα χωράφια του. Στην αρχή, η δουλειά αυτή του άρεσε πολύ, αλλά τα λεφτά ήταν λίγα κι αναγκάστηκε να αλλάξει δουλειά.

odostro-final.jpg

Μια κι ήξερε να οδηγεί, έπιασε δουλειά σε μια τοπική τεχνική εταιρία που ασφαλτόστρωνε δρόμους και οδηγούσε τον οδοστρωτήρα της. Έλα όμως, που ήταν νευρικό παιδί και δεν άντεχε αυτό το πήγαινε – έλα σαν χελώνα. Αυτός ήταν άνθρωπος της δράσης, δεν μπορούσε να κάθεται σε ένα κάθισμα και να κάνει μισή ώρα τα πέντε μέτρα!

pirate-final.jpg

Και τότε είναι που συνάντησε ένα παλιό του φίλο που είχε γίνει πειρατής. «Έλα μαζί μου, χαζέ», του είπε ο φίλος του ο πειρατής, «και θα γίνει πάμπλουτος ώσπου να πεις κύμινο». Κι έτσι ο Κωνσταντίνος, από φουκαράς βιοπαλαιστής, έγινε φοβερός και τρομερός πειρατής! Αυτό του άρεσε πολύ! «Αυτή είναι δουλειά, για μένα», έλεγε και ξανάλεγε.

dad-lion-final.jpg

Έλα, όμως, που αυτό το επάγγελμα, έκανε τον πατέρα του να του σαλέψει εντελώς επειδή έχασε το γιο του, και τον έκανε να φύγει στη ζούγκλα για να λέει παραμύθια σε λιοντάρια κι όχι σε παπαγάλους και παιδάκια.

exerevnitis-final.jpg

Κι όταν ο Κωνσταντίνος πήρε το γράμμα της μητέρας του, που του έλεγε ότι του είχε σαλέψει του πατέρα του και πήγε στη ζούγκλα για να λέει παραμύθια σε λιοντάρια, τι να κάνει ο καημένος, παράτησε το πειρατηλίκι και έγινε εξερευνητής στη ζούγκλα για να βρει τον πατέρα του. Εκεί, επειδή έσκαγε από τη ζέστη γύρναγε γυμνός φορώντας μόνο ένα καπέλο. Κι έψαξε, έψαξε, έψαξε, λοιπόν, αλλά στο τέλος τον βρήκε τον πατέρα του!

ski-final.jpg

Γύρισαν μαζί σπίτι, αλλά ούτε κουβέντα πια για να ξαναγίνει πειρατής. Έτσι, επειδή ήταν καλοκαίρι και του άρεσε κι η θάλασσα, έγινε δάσκαλος του σκι. Κατέβαινε στην παραλία πρωί πρωί κάθε μέρα κι έκανε τον κόσμο σκι. Όταν, όμως, φθινοπώριασε, έφυγαν όλοι οι παραθεριστές και το φτωχό παλικαράκι ο Κωνσταντίνος, έμεινε χωρίς δουλειά!

sailor-final.jpg

Τι να κάνει… τι να κάνει… Ε, μια και του άρεσε η θάλασσα, μπήκε στα καράβια κι έγινε ναύτης! Βέβαια στενοχωρήθηκαν ο πατέρας του κι η μάνα του που θα τους έλειπε συχνά, αλλά τι να κάνουν; Έπρεπε να ζήσουν κι έπρεπε να σπουδάσει την αδελφή του και να αγοράζει ποδήλατα σερφ και σκι για τον αδελφό.

in-sea-final.jpg

Να, όμως, που για καλή του τύχη – πώς λένε «όλα είναι για καλό» – βούλιαξε το καράβι όπου δούλευε ναύτης! Την ώρα, όμως, που βούλιαζε το καράβι εκείνος έκανε μπάνιο στην καμπίνα του, κι έτσι όπως ήταν γυμνός, ανέβηκε γρήγορα στην επιφάνεια και τον περιμάζεψε ένα περαστικό καΐκι!

horse-final.jpg

«Τέρμα η θάλασσα», του είπαν η μητέρα του και ο πατέρας του. Κι έτσι αναγκάστηκε να μείνει πια για πάντα στη στεριά. Κι ευτυχώς που από μικρός είχε τρομερή αγάπη στα άλογα κι ήξερε τρομερή ιππασία. Δεν χρειάστηκε να ψάξει και πολύ για να βρει δουλειά. Τον ήξεραν όλοι στο χωριό, που είχε δύο σχολές ιππασίας, και τσακωνόντουσαν ποια σχολή θα τον πρωτοπάρει. Κι έτσι – είδες, άμα υπάρχει κέφι για δουλειά, κανείς δεν χάνεται – ο Κωνσταντίνος έγινε δάσκαλος ιππασίας!

singer-final.jpg

Οι μέρες περνούσαν, κι όλα ήταν τόσο ήσυχα και τακτοποιημένα που ο Κωνσταντίνος άρχισε να βαριέται- γιατί το ‘χε κληρονομήσει κι αυτό από τον πατέρα του: όταν δεν τον ενδιέφερε κάτι πολύ – κορίτσι ή δουλειά – το βαριόταν γρήγορα. Κάτι τον έτρωγε μέσα του. Κι ήταν ένα βράδυ σε μια ταβέρνα, που ανακάλυψε τι ήθελε να κάνει: Εκεί που τρώγανε, είδε στον τοίχο κρεμασμένη μια κιθάρα και θυμήθηκε πως όταν ήτανε μικρός, είχε μάθει να παίζει και να τραγουδάει. Ο καλλιτέχνης ξύπνησε μέσα του, παράτησε τη σχολή ιππασίας κι άρχισε να τραγουδάει τα βράδια στις ταβέρνες.

actor-final.jpg

Τώρα πια, όμως, το καλλιτεχνικό του πνεύμα είχε ξυπνήσει μέσα του για καλά και τίποτα δεν μπορούσε να το σταματήσει. Πριν κλείσει χρόνο στην καινούργια του δουλειά, αποφάσισε να γίνει ηθοποιός. Δεν χρειάστηκε καν να πάει στη Δραματική Σχολή. Από μικρός ήταν τόσο καλός στο να λέει ψέματα, που με την πρώτη audition που δοκίμασε την τύχη του για να παίξει σε μια ταινία, ενθουσιάστηκαν τόσο πολύ ο σκηνοθέτης κι ο παραγωγός, που του έδωσαν αμέσως τον πρώτο ρόλο, στο πλάι μιας γνωστής πρωταγωνίστριας – ας την πούμε Αλεξάνδρα – που και οι δυο μαζί έκαναν έναν πολύ επιτυχημένο καλλιτεχνικό κινηματογραφικό και τηλεοπτικό ζευγάρι για χρόνια. Εδώ, όμως, έμελλε πια να βρει το καλό παλικαράκι το δρόμο του. Κι αυτή ήταν η μεγάλη τύχη που του φύλαγε η ζωή: να βγάζει το ψωμί του κάνοντας εκείνο που αγαπάει αληθινά να κάνει. Επειδή ήταν νευρικούλης, αυταρχικούλης, αλλά είχε και φαντασία και γούστο κι έλεγε πολύ ωραία και πειστικά διάφορα ψέματα σαν να λέει αληθινές ιστορίς, είπε μια μέρα: «Γιατί να κάθομαι να μου λέει εμένα ο κάθε σκηνοθέτης τι να κάνω, χαζός είμαι; Θα γίνω σκηνοθέτης ο ίδιος.

director-final.jpg

Κι έτσι, μετά από αυτή την περιπλάνηση που κράτησε χρόνια, βρήκε αυτό που αγαπούσε πραγματικά και βαθιά να κάνει. Έγινε σκηνοθέτης.
Κι ήταν πολύ καλός σ’ αυτό, αλλά και πολύ αυστηρός. Αφού να φανταστείτε, σκηνοθετούσε πάντα κρατώντας μια βίτσα, κι άμα οι ηθοποιοί δεν παίζανε καλά, τους έδινε μια στον κώλο! Κι έτσι ήταν ευχαριστημένοι κι οι γονείς του, κι η αδελφή του κι ο αδελφός του και ο ίδιος φυσικά, κι έζησαν αυτοί καλά κι εσείς καλύτερα…

***

Ελπίζω να σας άρεσε η ιστορία που σας έφτιαξα και, κυρίως, να σας έδωσε ιδέες για να φτιάξετε κι εσείς τις ιστορίες σας – από φωτογραφίες – με ήρωες τα παιδάκια σας.
Σας φιλώ πολύ.
Καληνύχτα.
Π.

Ο Θανάσης ο γάιδαρος

Καιρός να σας πω και καμιά από τις ιστορίες μου. Λοιπόοοοον…

Πριν λίγdonkey-final.jpgο καιρό είχα πάει εκδρομή σ’ ένα χωριό, για να δω ένα παλιό υπέροχο κάστρο που υπήρχε εκεί, πάνω σε ένα λόφο. Καθώς το χάζευα από κάτω, άκουσα ένα χωρικό να μου λέει: «Ε, κύριος… Αν είσαι για το κάστρο εκεί ψηλά, θα πας με το γάιδαρό μου. Μόνο δέκα ευρώ. Να στον συστήσω: Από δω ο Θανάσης. Πάρ’ τον και τράβα μόνος σου, ξέρει το δρόμο».
Σκέφτηκα ότι θα ‘χε πλάκα να μην πάω πετώντας, αλλά με το γαϊδουράκι όπως όλοι οι άνθρωποι και συμφώνησα. Πλησίασα τον Θανάση, αλλά μου φάνηκε σαν να με αγριοκοίταγε! «Θα τον ρωτήσω στο δρόμο αν έχει τίποτα μαζί μου και με αγριοκοιτάζει», σκέφτηκα.
Και με το που ανέβηκα στην πλάτη του εκείνος ξεκίνησε αμέσως και παραλίγο να πέσω.

Πάνω που ‘χαμε πάρει την πρώτη στροφή της ανηφόρας κι ετοιμαζόμουν να τον ρωτήσω τι έχει, τέντωσε τα πόδια του και καρφώθηκε στο χώμα. «Ντεεε…» του λέω. «Δεν πάει άλλο, κύριος», μου λέει, «κατέβα».
«Τι είπες;», τον ρωτάω.
«Αυτό που άκουσες, κατέβα. Κουράστηκα. Δέκα φορές έχω κάνει σήμερα αυτή τη διαδρομή».
«Και τι γάιδαρος είσαι εσύ που δεν μπορείς ν’ ανέβεις μια ανηφορίτσα”;
Δεν πρόλαβα να το πω και βρέθηκα φαρδύς πλατύς στο χώμα. «Θανάση δεν είσαι καθόλου εντάξει», του φώναξα, «είσαι γαϊδούρι».
«Μπα, μην μου πεις ότι μου φαίνεται!» μου λέει. Είχε και χιούμορ το γαϊδούρι!
«Και δεν μου λες κύριος», συνέχισε ο Θανάσης ενώ σηκωνόμουν τινάζοντας το παντελόν μου, «εσύ νομίζεις ότι τα γαϊδούρια πρέπει να δουλεύουν σαν γαϊδούρια; Δεν λέω να τεμπελιάζουμε, αλλά να μας ρωτάνε και καμιά φορά. Όχι να μας φορτώνουν όσο τους γουστάρει και μετά να μας δέρνουν κι από πάνω για να προχωράμε γρήγορα! Και δεν μου λες, κύριος…»
«Λέγε με Παραμυθά» τον έκοψα.
«Χαίρω πολύ Θανάσης. Και δεν μου λες, λοιπόν, Παραμυθά, θα σ’ άρεσε να μ’ έπαιρνες τώρα στην πλάτη σου και να μ’ ανεβάσεις στο κάστρο»;
«Ε, όχι, βέβαια!» του απάντησα.
«Ε, γι’ αυτό κι εγώ εκνευρίζομαι κι αρχίζω τις κλωτσιές. Δεν μπορώ δηλαδή βρε αδελφέ, να πιω κι εγώ έναν καφέ σαν άνθρωπος και να μην δουλεύω συνέχεια σαν γάιδαρος;».
«Έχω μια ιδέα, Θανάση», του λέω. «Μόνος σου μπορείς ν’ ανέβεις στο κάστρο»;
«Μπορώ», μου λέει. «Ε, τότε, κι εγώ θα γίνω μικρός και δεν θα σου είμαι καθόλου βάρος. Θα μπορούσα να πάω και πετώντας, αλλά μ’ αρέσει η γαϊδουροκαβαλαρία».
O Θανάσης συμφώνησε, κι έτσι έγινα μικρός σαν καρφίτσα κι ελαφρύς σαν πούπουλο, ανέβηκα στην πλάτη του και ξεκινήσαμε πάλι για το κάστρο.
Κι σε λίγη ώρα, από ‘κει ψηλά, είδαμε μαζί σαν δυο παλιοί καλοί φίλοι το ηλιοβασίλεμα που ήταν πανέμορφο,.

Σας φιλώ πολύ.
Π.

1001

Δώδεκα κ1001.jpgαι τέταρτο και πριν πάω για ύπνο, είπα να ρίξω μια ματιά για να δω τι σχόλια κάνατε στο post για τα παιδιά, επειδή ειδικά γι’ αυτό είμαι πολύ περίεργος. Δεν λέω να μην κάνετε παιδιά, ούτε να αλλάζετε συντρόφους για να κάνετε… Δεν έχει όμως καμιά σημασία τι λέω εγώ, αλλά τι λέτε εσείς… Και να που πριν κλείσω τη σύνδεση πέφτει το μάτι μου στον αριθμό των σχολίων σας: 1001 !!! Χα, χα, χα… Κάτι σαν το “Χίλιες και μία νύχτες”, δηλαδή κάτι σαν παραμύθι! Και να μου το λέγανε δεν θα το πίστευα! Δύο ημέρες πριν αυτό το blog κλείσει τρεις μήνες, έχουν έρθει 1001 σχόλια! Τόσο πολύ σας είχε κάνει εντύπωση ο “ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ”, ρε γαμώτο!!! Καλά που δεν το ήξερα τότε γιατί μπορεί να ήμουν “προσεκτικός“, όπως μου είχε συστήσει εκείνη την εποχή που πρωτάρχισε η εκπομπή κάποιος που τον ξέρετε, επειδή, “είναι μεγάλη η ευθύνη απέναντι στα μικρά παιδιά…” Πω, πω τι θυμήθηκα ύστερα από 29 χρόνια!… Το είχα ξεχάσει εντελώς!
Μεγάλο πράγμα ξέρετε να διατηρεί μια καρδιά την παιδική της (όχι παιδαριώδη) ανευθυνότητα…
Σας στέλνω 1001 φιλιά αγαπημένες μου και αγαπημένοι μου.
Π.

“Τέρμα τα παιδιά, μπαμπά”.

Αυτό ή μάλλον ένα παρόμοιο κείμενο με τον τίτλο , “ΓΙΑΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΠΑΙΔΙΑ;” υπάρχει και ανάμεσα στα άρθρα, «ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ», αλλά δεν ήταν από εκείνα που είχα σκοπό να βάλω εδώ, γιατί γραμμένο είκοσι χρόνια πριν μου έμοιαζε το θέμα ξεπερασμένο, με όλες αυτές τις μονογαμικές οικογένειες που υπάρχουν, την ευκολία στο διαζύγιο, τη σημερινή αντιμετώπιση του θέματος από την κοινωνία κ.λπ. Μια συζήτηση, όμως, που έγινε την Πρωτομαγιά μ’ έπεισε να βάλω τελικά αυτό το κείμενο εδώ.   Μεσημέρι Πρωτομαγιάς, λοιπόν, κι είμαστε όλη η οικογένεια και μερικοί φίλοι έξω στη βεράντα κι απολαμβάνουμε τους πράσινους λόφους γύρω μας. Χαλαροί χαζοκουβεντιάζουμε ευχάριστα. Είμαστε όλοι μαζί καμιά δεκαπενταριά και από όλες τις ηλικίες. Τα μικρά παιδιά βλέπουν τηλεόραση μέσα στο σπίτι, και τα δύο πολύ μικρά – μωρά σχεδόν –  εκπέμποντας γύρω τους άπειρη τρυφερότητα και γλύκα, κάνουν πιπίλα στην αγκαλιά των μανάδων τους μισοκοιμισμένα, όντας «με το ένα πόδι» εδώ και με το άλλο – μακάρια – για πολύ λίγο καιρό ακόμα, στον «κόσμο» απ’ όπου ήρθανε.
Κάποιος, λοιπόν, στην παρέα είπε ένα σχόλιο για τα δύο μωρά που μισοκοιμόντουσαν στις αγκαλιές των μανάδων τους και η συζήτηση της παρέας γύρισε σε παιδικές αναμνήσεις για να καταλήξει στον τρόπο που μεγαλώνουν τα παιδιά σήμερα. Τότε ήταν που είπα ότι θα ήθελα πάρα πολύ να αποκτήσω ένα παιδί τώρα που ξέρω πια τι πρέπει να κάνω και τι δεν πρέπει, ύστερα από δύο γάμους και τρία παιδιά. Και τότε είπε η κόρη μου: «Τι λες ρε μπαμπά! Φάγαμε εμείς όλη τη μαλακία στη μάπα, για να ‘ρθει τώρα αυτό να μεγαλώσει σωστά; Τέρμα τα παιδιά μπαμπά. Μόνο εγγονάκια τώρα». Γελάσαμε όλοι με αυτή την χιουμοριστική δήλωση, που όμως έκρυβε κάποια αλήθεια. Κι η αλήθεια είναι ότι όταν παντρεύτηκα στα 25 και τότε έμεινε έγκυος η πρώτη μου γυναίκα – άσχετα αν εκείνο το παιδί δεν γεννήθηκε τελικά – δεν είχαμε και οι δυο μας καμιά αίσθηση ευθύνης του τι σημαίνει να φέρνεις ένα παιδί στον κόσμο. Ναι, η φύση έχει δημιουργήσει τη σεξουαλική πράξη για την αναπαραγωγή  του είδους, κι όχι για να μας δώσει την μεγαλύτερη ευχαρίστηση – και φυγή – που όντως είναι. Αλλά ο σημερινός κόσμος όπου πια ζούμε έχει κάνει τη γέννηση ενός παιδιού να είναι όχι μόνο μια απλή φυσική πράξη, αλλά και μια βαθιά ευθύνη. Αν κοιτάξουμε έντιμα και ειλικρινά βαθιά μέσα μας, ο λόγος που κάνουμε παιδιά είναι όντως απλός, καθαρός και φυσικός ή έχει μπλεχτεί με τα ψυχολογικά μας; Έχω ρωτήσει φίλες που έκαναν παιδιά κι έχω πάρει απαντήσεις όπως: «Ήθελα  να ‘χω κάτι δικό μου, επιτέλους», «με πίεζε ο άντρας μου και οι γονείς μου», «από πάντα ήθελα ένα παιδί για να του δώσω ό,τι στερήθηκα εγώ σαν παιδί», «ε, μια γυναίκα δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένη αν δεν έχει γεννήσει» και άλλα τέτοια παρόμοιας λογικής.
Οπότε αναρωτιέται κανείς: Γιατί κάνουμε παιδιά;
Έχω δει ζευγάρια που δεν κάνουν παιδιά, επειδή υπάρχει κάποιο πρόβλημα, να περνάνε από δεκάδες εξετάσεις και να χαλούν ένα σωρό λεφτά για να κάνουν παιδί. Έχω ακούσει διάφορες απαντήσεις. Από… θρησκευόμενες: «ο Θεός μας το ‘στειλε», έως πατριωτικές: «αν δεν κάνουμε παιδιά, θα εξαφανιστούμε σαν λαός». Επιτρέψτε μου να παρατηρήσω ότι μου είναι λίγο δύσκολο να πιστέψω ότι ήρθε σε κάποιον η επιθυμία να κοιμηθεί με τη γυναίκα του καθώς διάβαζε για την υπογεννητικότητα στην Ελλάδα ή για την αύξηση των γεννήσεων στην Τουρκία ή, ακόμα, ακούγοντας τη λειτουργία στο ραδιόφωνο!
  Γιατί κάνουμε παιδιά;
  Για να ‘χουμε κάτι δικό μας; Για να βρούμε μια απασχόληση ; Για να “παίξουμε” όπως όταν παίζαμε με κούκλες; Επειδή θέλουν εγγονάκια οι γονείς μας; Επειδή όλοι στην παρέα μας έχουν παιδιά; Για να μην πάψει να υπάρχει το όνομά μας; Επειδή μας έχουν πληγώσει οι άνθρωποι και νιώθουμε σιγουριά στη σχέση μας μ’ ένα παιδί; Για να ολοκληρωθούμε σαν άνθρωποι; Για να εκδικηθούμε κάποιον; Για «να έχουμε κάτι δικό του»; Για να αναγκάσουμε έναν άλλον άνθρωπο να μας παντρευτεί; Για να υπάρχει απόδειξη του “ανδρισμού” μας; Για να στριμώξουμε τη γυναίκα μας στο σπίτι και «να’ χουμε το κεφάλι μας ήσυχο»; Επειδή έτσι κάνουν όλοι; Για… «ένα ποτήρι νερό στα γηρατειά μας»; Επειδή έτυχε; Επειδή ο γιατρός είπε ότι δεν πρέπει να γίνει άλλη έκτρωση; Για φυγή από τη μοναξιά μας; Για την ικανοποίηση να δώσουμε σ’ ένα παιδί ό,τι στερηθήκαμε εμείς σαν παιδιά; Για παρηγοριά επειδή φοβόμαστε το θάνατο κι έτσι βλέπουμε μια συνέχεια της ύπαρξής μας; Είναι αυτοί λόγοι για να κάνουμε παιδιά;

Και στο κάτω κάτω γιατί πρέπει να κάνουμε όλοι παιδιά; Υπάρχουν γυναίκες – έχω γνωρίσει αρκετές και πολύ αξιόλογες – που δεν έχουν κανένα αίσθημα μητρότητας, και πολλούς αληθινούς και σοβαρούς άντρες που  η πατρότητα δεν τους λέει τίποτα. Ε, μια χαρά! Κι αν θέλουμε αληθινά και βαθιά να έχουμε ένα παιδί, που δεν είναι υποχρεωτικό, έχουμε δει τι είναι εκείνο που θα κάνει σίγουρη την ψυχολογική ισορροπία του παιδιού που πρόκειται να γεννηθεί; Κι αν έχουμε ήδη αποκτήσει παιδί για κάποιο ανεύθυνο ή επιπόλαιο λόγο, μπορούμε να το δούμε αυτό έστω εκ των υστέρων και να το μεγαλώσουμε με αληθινή φροντίδα κι ανιδιοτέλεια, επειδή νιώθουμε αγάπη γι’ αυτό χωρίς ιδιοκτησιακές απαιτήσεις, χωρίς καμιά επιβολή εξουσίας που την αντλούμε από την αυθεντία μας τού, «εγώ ξέρω», χωρίς να αποφασίσουμε εμείς από πριν γι’ αυτό τι θα κάνει στη ζωή του – πράγμα που είναι ο χειρότερος σύμβουλος για να μεγαλώσεις ένα παιδί; Υπάρχει τρόπος να φέρεις ένα παιδί στον κόσμο και να το μεγαλώσεις με βαθύ αίσθημα ευθύνης απέναντί του;
Υπάρχει, αλλά δυστυχώς η κόρη μου δεν μ’ αφήνει να κάνω άλλο κι η γυναίκα μου μού λέει να πάω να βρω άλλη να μου το κάνει.

Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ γλυκά, κι εσάς και τα παιδάκια σας.
Π.

Η μέρα που η Χιλιοποδαρούσα έγινε κακιά

Ε, αρκετά τα μπλα- μπλα και τα “σεντόνια”, ας δούμε και καμιά “ΧΙΛΙΟΠΟΔΑΡΟΥΣΑ” που έχουμε καιρό.

Σας ευχαριστώ πολύ για τις απαντήσεις σας και τις ιδέες σας γι’ αυτό που σας ρώτησα.
Καλό Σαββατοκύριακο.
Σας φιλώ πολύ.
Π.

Μπορείτε να κατεβάσετε το βίντεο από εδώ.

Ο φίλος μου ο κροκόδειλος και περί δούρειου ίππου

Έτσι γι’ αλλαγή λέω να σας πω σήμερα μια από τις περιπέτειές μου. Είναι για τη γνωριμία μου με το φίλο μου τον κροκέδειλο. Πριν σας την πω, όμως, θα ήθελα να σας πω ότι αν δεν είδατε το χθεσινό post που σας ζητάω τη γνώμη σας ρίξτε του ματιά. Όσοι το είδατε και κάνατε τον κόπο να μου γράψετε με βοηθάτε πολύ με τα σχόλιά σας – και μου δίνετε κουράγιο – και σας ευχαριστώ πολύ. Να ξεκαθαρίσω όμως κάτι για το χρηματικό που λέτε κάποιοι από σας: Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο, είναι να κερδίζει το ψωμί του κάνοντας αυτό που αγαπάει να κάνει και μόνο. Κι εγώ αγαπάω να γράφω (σενάρια, βιβλία, άρθρα και τελευταία εδώ), καθώς και να φτιάχνω εκπομπές – για παιδά, νέους και την οικογένεια γενικότερα – για την τηλεόραση. Έτσι, όταν λέω ότι δεν θέλω να βγάλω χρήματα από το blog εννοώ αυτό και μόνο. Δεν είναι ιδεαλιστικό το θέμα είναι ζήτημα εντιμότητας. Ελληνικό είναι το σύμβολο της ανεντιμότητας: ο δούρειος ίππος. Ο πολυμήχανος Οδυσσέας που στο σχολείο μας έμαθαν να τον θαυμάζουμε, είναι η αποθέωση της ελληνικής κουφαλιάς (της ανεντιμότητας δηλαδή) από αρχαιοτάτων χρόνων. Για σκεφτείτε το: τι είναι ανεντιμότητα; Δεν είναι, “άλλα σκέφτομαι, άλλα λέω, κι άλλα κάνω”; Για παράδειγμα, λοιπόν, δεν μπορούσα να χρησιμοποιήσω αυτό εδώ το blog (σαν δούρειο ίππο) για να σας στείλω στον Ιανό να αγοράσετε τα βιβλία μου. Μόνοι σας το ανακαλύψατε και κάποιοι από σας – παρ’ όλο που σας απέτρεψα απ’ αυτό – ήρθατε. (Άσχετο αν το χάρηκα που σας είδα). Αλλά μακάρι να βρεθεί ένας ξεκάθαρος και άμεσος τρόπος να βγάζω το ψωμί μου κάνοντας αυτά που αγαπάω να κάνω.
Άντε… πάλι έπιασα το μπλα μπλά!! Με εμπνέετε!!! Ας πούμε τώρα για τον φίλο μου τον κροκόδειλο.

Μια φορά που είχα πάει ταξίδι στη ζούγκλα μ’ ένα φίλο μου, εκεί που κάναμε βόλτα στο ποτάμι, ακούμε ξαφνικά ένα «ωχ, ωχ, ωχ». Ο φίλος μου, παίρνοντας μία τρομαγμένη έκφραση, άρχισε να τραβάει σαν τρελλός κουπί κι ώσπου να πεις κύμινο βρεθήκαμε στην παραλία, πετάχτηκε έξω από τη βάρκα και το έβαλε στα πόδια. Κοιτάζω στο ποτάμι και τότε βλέπω εκείνο που είχε τρομάξει το φίλο μου: έναν κροκόδειλο! Τον πλησίαζω κι εγώ, χωρίς να φοβηθώ και βλέποντας το γουρλωμένο βλέμμα του τον ρωτάω: «Τι έπαθες»; «Με πονάει το δόντι μου», μου λέει, «έχω τρεις νύχτες να κοιμηθώ». Ευτυχώς φορούσα το μαγικό γιλέκο που με βοηθούσε να γίνομαι μικρός και να πετάω και του λέω: «Στάσου να γίνω μικρός, ναcrocodile-1.jpg μπω στο στόμα σου να δω τι τρέχει». Μπήκα μέσα στο στόμα του κι άρχισα να ψάχνω τα δόντια του. Κάποια στιγμή πάτησα κάποιο και λίγο έλειψε να κλείσει το στόμα του. «Ωχ, με πέθανες», φώναξε. «Αυτό είναι το χαλασμένο», του είπα, «μήπως τρως πολλά γλυκά;». «Ναι» μου απάντησε χαμηλώνοντας το κεφάλι. «Και μήπως δεν πλένεις τα δόντια σου;», ξαναρώτησα. «Ναι», είπε κι έγινε από πράσινος, κόκκινος σαν καρπούζι από ντροπή. «Πρέπει να πας σε οδοντογιατρό», του πρότεινα. «Φοβάμαι τους οδοντογιατρούς», μου λέει. «Έλα, τώρα! Ούτε τα μικρά παιδιά δεν φοβούνται πια τους οδοντογιατρούς». Τον έφερα στο φιλότιμο κι έτσι σε λίγο είμαστε στον οδοντογιατρό κι ο φίλος μου ο κροκόδειλος, κάθισε στην καρέκλα και είπε: «Μην με πονέσετε, γιατρέ μου». «Μη μιλάς», του λέει ο οδοντογιατρός και του κάνει μια ένεση. «Τώρα θα μουδιάσει το δόντι σου και δε θα καταλάβεις τίποτα». Περίμενε λίγο κι ύστερα του είπε αυστηρά: «Άνοιξε καλά το στόμα σου, κύριε κροκόδειλε», και αμέσως του το στερεώνει με ένα γρύλο απ’ αυτούς που σηκώνουν τ’ αυτοκίνητα. Ύστερα του σφραγίζει στο πι και φι τη δοντάρα του κι ο φίλος μου ο κροκόδειλος, τόσο πολύ ανακουφίστηκε που άρχισε να κάνει τούμπες από τη χαρά του. Ύστερα με πήρε στην πλάτη του και με πήγε μια υπέροχη βόλτα στο ποτάμι, που διέσχιζε τη ζούγκλα από τη μια άκρη στην άλλη. Κι από τότε, ο φίλος μου ο κροκόδειλος κάθε πρωί, κάθε μεσημέρι και κάθε βράδυ, πλένει τα δόντια του.

Καληνύχτα και πολλά φιλιά
Π.