«Γκουρού»!!! Κούφια η ώρα που τ’ ακούει…

storyteller-himself.jpgΈνα από τα καλύτερα που έχει κάνει ο «μάστορας» σ’ αυτό το blog, είναι το σύστημα που μου στέλενει στο OUTLOOK όλα τα σχόλιά σας ως μηνύματα. Έτσι δεν κινδυνεύω να χάσω κάτι που έχει γραφτεί σε ένα πολύ παλιό post. Έτσι έγινε και απόλαυσα όλα τα σχόλια του «Χρήστου» που μπήκε τελευταία στο blog και ανάμεσα στ’ άλλα έγραψε: «Ποπο, κύριε Παραμυθά, το blog σας μπαίνει αυτή τη στιγμή στα Αγαπημένα μου! Θα το ξεκοκκαλίσω!» Και πραγματικά το «ξεκοκκάλισε», αφήνοντας από ένα σχόλιο στο κάθε post! Διαβάζοντας τα σχόλιά του, ξανάζησα μαζεμένα όλα τα συναισθήματα που ένοιωσα από όσα μου έχετε γράψει αυτούς τους τέσσερις, σχεδόν, μήνες! Με την ευκαιρία, λοιπόν, θα ήθελα να σας πω και πάλι ένα «ευχαριστώ πολύ» για όλη την αγάπη μου στέλνετε.
Παρακολουθώ αυτά που γράφετε για το θέμα του διαζυγίου. Θα είχε πλάκα να το γυρίσουμε στο chat, αλλά ο «μάστορας» λέει ότι χρειάζονται πολλά χρήματα και το forum (που επίσης έχετε προτείνει), πολύ δουλειά για τους δύο, που είμαστε. Όμως, εξαιτίας αυτού του blog ή μάλλον εξαιτίας της δικής σας ανταπόκρισης σε αυτό, παίζονται διάφορα πράγματα που μέσα στην εβδομάδα θα σας τα πω. Έχουν σχέση με τηλεόραση, web tv και εκδόσεις.
Θέλω να ξέρετε ότι δεν απαντάω στα σχόλια σας όχι γιατί δεν μ’ ενδιαφέρουν, αλλά επειδή δεν θεωρώ ότι έχει καμιά σημασία να υποστηρίζω τις απόψεις μου. Ο λόγος που γράφω αυτά τα «σεντόνια» είναι για να μπαίνουν κάποια ερωτήματα και είναι δικό σας θέμα το πώς θ’ απαντήσετε. Ο «Χρήστος» έγραψε στο πρώτο του σχόλιο: «Να είστε πάντα καλά, γκουρού της παιδικότητάς μας». Χα, χα, χα… Καλά «γκουρού» της «παιδικότητάς σας», αλλά όχι και γκουρού της ωριμότητάς σας! Κούφια η ώρα που τ’ ακούει… Το διαδίκτυο, αλλά κι αυτή η πόλη έχουν πολλούς γκουρού και γκουρούδικα, που σαν δράκουλες ρουφάνε κάθε εσωτερική ελευθερία, κάθε αμφισβήτηση και την μόνη αληθινή επανάσταση: την ψυχολογική, την εσωτερική επανάσταση ενάντια σε κάθε υπακοή, κάθε φόβο, σε κάθε κοινωνική, θρησκευτική, οικογενειακή, διαμόρφωση υποταγής και συμόρφωσης σε πρότυπα, στερεότυπα και μοντέλλα, και όπου ενώ κηρύσσουν την αγάπη, η αγάπη έχει φύγει από το παράθυρο και δεν το έχουν πάρει χαμπάρι.
Κι ένα σχετικό σχόλιο για το θέμα της επιροής από τους γονείς στη σχέση των ζευγαριών, που διάβασα σε κάποια από τα δικά σας σχόλια: Τελειώνετε με τους γονείς σας – αν δεν έχετε τελειώσει από νωρίς – που δεν σημαίνει να πάψετε να τους αγαπάτε. Και αφήστε και τα παιδιά σας ήσυχα. Αλλά να τα νοιάζεστε αληθινά και βαθιά, όντας πάντα έτοιμοι να τα βοηθήσετε όταν και όποτε αυτά θέλουν και για ό,τι εκείνα θελήσουν. Ο άνθρωπος που σας γράφει αυτά – ξέρω θα σοκαριστεί κόσμος με αυτό που θα γράψω και κυρίως από τους δικούς μου, αλλά ξαφνικά ένοιωσα ότι πρέπει να σας το πω – ο άνθρωπος, λοιπόν, που σας τα γράφει αυτά αγάπησε βαθιά τη μάνα του και της στάθηκε ως το τέλος της με αληθινή φροντίδα, αλλά στα 22 του έφυγε για πάντα από το πατρικό του, λέγοντάς της εντελώς στην ψύχρα: «Επειδή δεν σε γα… ο πατέρας μου, δεν θα μου πρήζεις εμένα κάθε μέρα τ’ αρ…..».
Αν νομίζατε ότι ο Παραμυθάς είναι μόνο ένας γλυκός και καλός παππούς, λυπάμαι. Ο Παραμυθάς είναι αλήθεια, όπως λέτε, ότι έχει μέσα του αγάπη, αλλά επίσης, «δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο».
Σας φιλώ πολύ.
Π.
Υ.Γ.
Σκέφτηκα να το σβήσω αυτό το πολύ προσωπικό που έγραψα, αλλά αποφάσισα να το αφήσω γιατί θα το έσβηνα για λόγους καθωσπρεπίστικης αυτολογοκρισίας. Άλλο όμως καθωσπρεπισμός και άλλο αξιοπρέπεια. Σας εύχομαι να μην φέρετε ποτέ τα παιδιά σας στη θέση να σας πούνε κάτι τέτοιο ή – το χειρότερο – να το σκεφτούν και να μην το πούνε θάβοντάς το μέσα τους για πάντα, αφήνοντάς σας να νομίζετε ότι σας σέβονται.

«Αν φύγεις μπαμπά, θ’ αυτοκτονήσω»

Παρακολουθώντας τα σχόλιά σας διαπίστωσα ότι ανταποκρίνεστε περισσότερο όταν βάζω κείμενα – «σεντόνια», όπως τα λέει ο ¨μάστορας» – της κατηγορίας, «ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ». Έτσι – αφού είστε «μαζόχες» – ενώ έλεγα ν’ αρχίσουμε την εβδομάδα με κανένα παραμύθι, σκέφτηκα να βάλω κάτι που να ανήκει σε αυτήν την κατηγορία – «σεντονάρα» – και μάλιστα με λίγο ζόρικο θέμα: το διαζύγιο. Εύχομαι κανένας από σας που είστε παντρεμένοι να μην αντιμετωπίζει τέτοιο θέμα, αλλά αν υπάρχει έστω και ένας που αυτό το κείμενο μπορεί να έχει κάποιο ενδιαφέρον για τον προβληματισμό του, νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να το βάλω εδώ.

Όπως, ίσως, θα έχετε καταλάβει το τετράμηνο, σχεδόν, που υπάρχει το blog, ό,τι γράφω είναι από προσωπικές μου εμπειρίες και όχι θεωρητικές απόψεις. Σας έχω πει παλιότερα ότι έχω παντρευτεί δυο φορές, έτσι η περίπτωση του διαζυγίου που θα σας πω είναι δική μου, είναι κάτι που το αντιμετώπισα ο ίδιος, πριν κάμποσα χρόνια, μετά από 14 χρόνια γάμου και με ένα παιδί επτά χρονών. Όταν αποφασίστηκε το διαζύγιο το πρώτο πρόβλημα που αντιμετωπίστηκε ήταν της κόρης μου που τότε ήταν έξι χρονών. Έχοντας ακούσει ότι τα παιδιά πληγώνονται λιγότερο από ένα διαζύγιο, αν αυτό συμβεί όταν είναι μεταξύ 6 και 9 χρονών και κατόπιν μετά τα 16, έκανα υπομονή για ένα χρόνο προσπαθώντας να προετοιμάσω την κόρη μου για ό,τι επρόκειτο να συμβεί. Της το πρωτοπαρουσίασα σαν να ήταν παιχνίδι, λέγοντας ότι πια θα είχε δύο σπίτια, της εξήγησα ότι θα βλεπόμαστε το ίδιο όπως πάντα και, γενικά, προσπάθησα να της δώσω την εντύπωση ότι δεν ήταν κάτι τραγικό ούτε σπάνιο. Δεν έδειξε να την στενοχωρεί το θέμα κι αυτό μου έδωσε θάρρος. Λίγες μέρες αργότερα η δασκάλα της του Δημοτικού, μου είπε ότι έμαθε πως θα χωρίσω, κι όταν τη ρώτησα πώς το ξέρει αφού δεν το είχαμε πει σε κανέναν, μου είπε ότι σ’ ένα διάλειμμα η κόρη μου είχε μαζέψει τις φίλες της και τους έλεγε παιχνιδιάρικα – σε στυλ «ζήλια, ζήλια» – το εξής: «Εγώ θα ‘χω δυο σπίτια… εγώ θα ‘ χω δυο σπίτια…». Ε, μετά από αυτό ησύχασα εντελώς. Ώσπου έφτασε η στιγμή όπου μετά από τρεις μέρες θα μετακόμιζα. Βγήκαμε οι δυο μας με την κόρη μου έξω και της το είπα – ήταν επτά χρονών πια. Η απάντησή της μου έκοψε τα πόδια: «Αν φύγεις, μπαμπά, θ’ αυτοκτονήσω». Πήρα βαθιά ανάσα και της είπα, δείχνοντάς όλη την αγάπη μου που είχα μέσα γι’ αυτήν: «Όχι, δεν είσαι ηλίθια για ν’ αυτοκτονήσεις».
Ξέρετε; Τα παιδιά είναι ικανά να κάνουν τους μεγαλύτερους ψυχολογικούς εκβιασμούς και, κυρίως, σε περιπτώσεις χωρισμένων γονιών! Αυτό είναι κάτι που ένας γονιός δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να το ενθαρρύνει, ακόμα κι αν ο ίδιος βασανίζεται από τύψεις, γιατί στο τέλος αποδεικνύεται εξαιρετικά βλαβερό για το ίδιο το παιδί. Η κόρη μου, πάντως, δεν αυτοκτόνησε.
Και να τα ερωτήματα που με απασχόλησαν τότε – μαζί με μερικά που θα’ χα να προσθέσω σήμερα, αν βρισκόμουν και πάλι στην ίδια θέση: Ήταν εγωιστικό αυτό που πήγαινα να κάνω; Ήμουν αναίσθητος; Αδιαφορούσα για το παιδί μου; Μήπως έπρεπε να συμβιβαστώ με την κατάσταση και να μείνω σπίτι; Μήπως θα ήταν καλύτερα να μην χωρίσω; Μήπως αυτό έπρεπε να κάνω για το καλό του παιδιού μου; Όμως, μένοντας σπίτι μόνο γι’ αυτό το λόγο, δεν θα ζούσαμε, η μητέρα του κι εγώ, μέσα στο ψέμα; Μέσα στην ανεντιμότητα; Γιατί τι είναι ανεντιμότητα; Δεν είναι το: άλλο σκέφτομαι, άλλο λέω, κι άλλο κάνω; Και τι είναι προτιμότερο για ένα παιδί (εκτός, φυσικά, από το να μεγαλώσει σε μια οικογένεια χωρίς προβλήματα); Να ζει σε μια ατμόσφαιρα γεμάτη ψέματα, μια ατμόσφαιρα ανεντιμότητας, όπου οι γονείς του παίζουν μπροστά του το αγαπημένο ζευγάρι, ενώ στην ουσία δεν ανέχονται ο ένας τον άλλον, ή είναι καλύτερα να μάθει να ζει μέσα στην αλήθεια, στην εντιμότητα – δηλαδή, σκέφτομαι, λέω και κάνω το ίδιο πράγμα – έστω κι αν αυτό σημαίνει ότι μπορεί πρόσκαιρα να πληγωθεί;
Μήπως, τελικά, το παιδί είναι ένα άλλοθι που το χρησιμοποιεί κανείς για να μην ξεβολευφτεί και το μόνο που τον νοιάζει είναι ο εαυτός του και τίποτε άλλο; Κι όταν χρησιμοποιεί κανείς το παιδί για να εκβιάσει τον άλλον να μείνει, για ποιον ενδιαφέρεται; Και οι άθλιες σκηνές των δικαστηρίων, όπου οι δύο γονείς είναι αντίδικοι στο ποιος, πότε και αν θα βλέπει το παιδί, δείχνουν αγάπη κι ενδιαφέρον για το παιδί ή εκδικητικότητα του ενός γονιού προς τον άλλον; Μήπως, αν έχει αποτύχει ένας γάμος, θα πρέπει για χάρη του παιδιού να κάνουμε ένα… επιτυχημένο διαζύγιο; Ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα στη δυσάρεστη ατμόσφαιρα που αναπόφευκτα γεννάει ένας νεκρός γάμος, πιθανόν επιφανειακά να νιώθει κάποια σιγουριά που ζει και με τους δύο γονείς του, αλλά μήπως στο βάθος τού δημιουργείται σοβαρότερη ανασφάλεια και αβεβαιότητα και συνηθίζει στο ψέμα; Ένας γάμος που καταλήγει σε διαζύγιο πιθανόν να είναι αποτέλεσμα μιας αρχικά ανώριμης κι επιπόλαιης επιλογής και το παιδί που γεννήθηκε μετά, να είναι πάλι από επιπολαιότητα. Ο χωρισμός, όμως, τι είναι; Τι είναι επιπολαιότητα ύστερα απ’ όλα αυτά; Το να φύγεις ή το να μείνεις;
Είναι δυνατόν για κάποιον να χωρίσει ή να μη χωρίσει βλέποντας έντιμα κι αληθινά για ποιους λόγους παντρεύτηκε και για ποιους λόγους θέλει να χωρίσει ή να μείνει; Που σημαίνει ότι , βλέπει την ανασφάλειά του, τις φοβίες του, την ιδιοτέλειά του, τη μοναξιά του, τον εγωκεντρισμό του, την πλήξη του, τις σεξουαλικές του αδυναμίες, τις φυγές του, τις πληγές του, τα συμπλέγματά του, τις οικονομικές του εξαρτήσεις, το ενδιαφέρον του για το «τι θα πει ο κόσμος», κι ένα σωρό άλλα τέτοια; Κι αν τα δει αυτά πραγματικά, ίσως να μην χωρίσει ή αν χωρίσει, δεν θα’ ναι τότε πιο ικανός να μεταδώσει στο παιδί του, με αληθινή αγάπη, εκείνο που θα πρέπει ν’ αποφύγει πάνω απ’ όλα στη ζωή του: το κουκούλωμα τού τι πράγματι συμβαίνει την κάθε στιγμή; Δηλαδή, τα ψέματα στον ίδιο του τον εαυτό, την ανεντιμότητά του απέναντι στους άλλους και στον ίδιο; Και το σημαντικότερο: ότι εντιμότητα δεν είναι να ακολουθώ το κοινωνικό πρέπει, το οικογενειακό πρέπει, το θρησκευτικό πρέπει, το παραδοσιακό πρέπει, εντιμότητα είναι εκείνο που αναφέρθηκε πιο πάνω: αυτό που νοιώθω, αυτό σκέφτομαι, αυτό λέω, κι αυτό κάνω.
Κι ας ξαναγυρίσουμε στην προσωπική μου ιστορία. Χώρισα. Ήταν το πιο έντιμο που είχαμε να κάνουμε κι οι δυο μας, απέναντι και στους εαυτούς μας και στο παιδί μας. Δεν ήταν εύκολο για κανένα από τους δύο ύστερα από 22 χρόνια γνωριμίας, 14 χρόνια γάμου, και μία κόρη επτά χρονών. Πρέπει να πω ότι δεν γίνεται – ακόμα και στην καλύτερη περίπτωση διαζυγίου – να μην μείνει κάποια, έστω και πολύ μικρή, πληγή στο παιδί. Αλλά είναι προτιμότερη – το ξανάλεω – από το μεγάλωμά του μέσα σε ένταση, στην ατμόσφαιρα μιας διπλής ζωής, στο ψέμα, στην ανεντιμότητα. Αρκεί να υπάρξει μια ήσυχη συναίνεση του ζευγαριού, που μπορεί να οδηγήσει σε ένα πετυχημένο διαζύγιο. Στην περίπτωσή μου το καταφέραμε, αφού συνεχίσαμε να βλεπόμαστε και μετά το δεύτερο γάμο και των δυο μας, έως σήμερα. Στις αρχές μάλιστα, αμέσως μετά το δεύτερο γάμο μου, όταν γεννήθηκε o «μάστορας» αυτού του blog, εκείνη (η πρώτη μου γυναίκα) – καθώς του είχε από μωρό πολύ αδυναμία – του έκανε baby sitting για να βγαίνουμε καμιά φορά με τη δεύτερη γυναίκα μου, κι αυτός, όταν ήταν μικρός , την έλεγε «προμαμά», δηλαδή: «η μαμά πριν τη μαμά μου». Τα καλοκαίρια, η πρώτη μου γυναίκα, έμενε για κάποιες μέρες μαζί μας, και τότε ήταν που είπε η κόρη μου (ήταν έντεκα χρονών) τη φοβερή ατάκα βλέποντας τους τρεις μας στον καναπέ, αργά κάποιο βράδυ: «Α, η μαμά μου, ο μπαμπάς μου κι η γυναίκα του, βλέπουν ακόμα τηλεόραση!»
Στη φωτογραφία, που είναι από κάποιο καλοκαίρι, βλέπετε το «μάστορα» με τη μαμά του και την «προμαμά» του, που δυστυχώς έχει κοπεί λίγο το κεφάλι της στη φωτογραφία αυτή, και δεν έχω άλλη με αυτό το συνδυασμό.

promama.jpg

Και κάτι που έχει πολύ πλάκα. Προσέξτε την έκφραση αηδίας στο πρόσωπο της μάνας τού «μάστορα» καθώς εκείνος της πιάνει το πόδι με – προφανώς – φριχτά λερωμένο χέρι!

Σας φιλώ και σας εύχομαι να μη σας αφορά το θέμα.
Νίκος.

Το αυγό

Να και μια ιστορία μου, καθαρά και μόνο για τα παιδάκια σας.
egg-f.jpgΠροχθές, εκεί που πήγαινα βόλτα στο δάσος, βλέπω ένα μεγαλούτσικο αυγό! Ο καθαρός αέρας μου είχε ανοίξει την όρεξη κι έτρεξα σπίτι, έβαλα τ’ αυγό σ’ ένα μπρίκι κι ετοιμάστηκα να το βράσω. Εκείνη, όμως, τη στιγμή, ακούω μια φωνίτσα να βγαίνει από τ’ αυγό. «Θέλω να πάω στη μαμά μου». «Και ποια είναι η μαμά σου», ρωτάω. «Είμαι μέσα στ’ αυγό και δεν ξέρω», μου απαντάει. «Καλά, θα ψάξουμε να την βρούμε μαζί», είπα. Ξέρετε τι τρομερό είναι για μια μάνα να έχει χάσει το παιδί της – και μάλιστα πριν το δει! Πήρα, λοιπόν, τ’ αυγό αγκαλιά κι άρχισα να ψάχνω.

kota-f.jpgΈτρεξα πρώτα πρώτα στην κυρά κότα και της ζήτησα να κλωσήσει το αυγό για να βγει αυτό που ήταν μέσα, έξω και να μας πει ποια είναι η μαμά του. Κάθισε πάνω στο αυγό η κότα, κούνησε λίγο τον ποπό της για να βολευτεί και μου λέει: «Δεν μπορώ να στο κλωσήσω. Είναι πολύ μεγάλο για μένα. Δεν είναι πάντως δικό μου».

peristeri-f.jpg

Παίρνω το αυγό και φεύγω πετώντας. Σε λίγο έφτασα στον περιστερώνα. «Τέτοιο αυγό μόνο καμία αετίνα μπορεί να το ‘χει κάνει», μου είπε η κυρία περιστέρι.

aetos-f.jpg
Και να ‘μαι σε λίγο να δείχνω το αυγό σε μια αετίνα. «Δικό μου αυτό το αυγό!», μου λέει, «ας γελάσω! Για φίδι με πέρασες;».Τι να κάνω κι εγώ, πήρα το αυγουλάκι και πήγα να συναντήσω το φίδι.

snake-f.jpg«Μήπως κυρία φίδι είναι δικό σας αυτό το αυγό»; Η κυρία φίδι μου έβγαλε κοροϊδευτικά τη γλώσσα και μου είπε: «Αυτό το χοντροκομμένο αυγό δικό μου! Για ψάρι με πέρασες»;Απογοητευμένος πια, γύρισα στο δάσος, στο ίδιο σημείο όπου είχα βρει το αυγό.

Εκεί που περπατούσα, βλέπω μπροστά μου μια στρουθοκάμηstrutho-f.jpgλο να κλαίει. «Τι έχεις», της λέω. «Έχασα ένα από τ’ αυγά μου», κλαψούρισε. «Μη μου πεις ότι είναι αυτό;» τη ρωτάω και της δείχνω το αυγό που είχα βρει. «Αυτό είναι», φωνάζει σαν τρελή από τη χαρά της, «δώσ’ το να το κλωσήσω». Είχα βρει επιτέλους ποιανού ήταν τ’ αυγό. Και την άλλη μέρα, η στρουθοκάμηλος, για να μ’ ευχαριστήσει, μου έκανε επίσκεψη με όλη της την οικογένεια και μου έφερε ένα σωρό δώρα, αλλά για μένα το καλύτερο δώρο είναι ότι η στρουθοκάμηλος είχε βρει το παιδάκι της!

Σας φιλώ
Π.

«Δηλαδή, εσύ πόσο ψηλή είσαι»;

Ε, καιρός και για μια ΧΙΛΙΟΠΟΔΑΡΟΥΣΑ. Και για να μας συγχωρήσετε για το λάθος με την ιστορία του ΠΑΡΑΜΥΘΑ που μπήκε δύο φορές κατά λάθος, θα βάλουμε δύο στιγμιότυπα μαζί που, όμως, έχουν σχέση μεταξύ τους. Και τα δύο έχουν να κάνουν με το ύψος του «κυρίου Νίκου» — το δικό μου δηλαδή.
Λοιπόν: Κοριτσάκια και αγοράκια του 1983:
Το πρώτο στιγμιότυπο είναι από την πρώτη εκπομπή της ΧΙΛΙΟΠΟΔΑΡΟΥΣΑΣ, που μεταδόθηκε 24 χρόνια πριν, την πρώτη Κυριακή του Οκτωβρίου του 1983 – ο «μάστορας» του blog ήταν τότε 5 μηνών… έμβρυο, στην κοιλιά της μάνας του! Εσείς πόσο είσαστε, για θυμηθείτε…
Το δεύτερο στιγμιότυπο, είναι η αρχή ενός άλλου επεισόδιου, τρεις ή τέσσερις Κυριακές μετά.
Φιλιά
Ο Παραμυθάς… όχι, «ο κύριος Νίκος»

Κατεβάστε το βίντεο από εδώ.

Οι μπότες

Ο «μάστορας» το έριξε έξω χτες, στη γιορτή, του και το blog θα ξαναπάρει τη σειρά του σε βίντεο από αύριο. Για σήμερα λέω να σας πω κάποια από τις ιστορίες του Χότζα και μια και σας άρεσε και το σχόλιο για το δεύτερο επίπεδο – πέρα από το κωμικό – της κάθε ιστορίας, θα σας το πω μετά όπως έκανα την προηγούμενη φορά. Λοιπόοον…
boots-b.jpgΜια μέρα, μπήκε ο Χότζας σε ένα κατάστημα από αυτά της κατηγορίας «ΦΤΙΑΞ’ ΤΟ ΜΟΝΟΣ ΣΟΥ». Με το που μπαίνει, του λέει ο μαγαζάτορας:
«Ωχ, και πάνω που ήμουν έτοιμος να κλείσω για λίγο, Χότζα μου».
«Και για πού το ‘βαλες», τον ρωτάει ο Χότζας.
«Α, πάω ν’ αγοράσω ένα ζευγάρι μπότες», απαντάει ο μαγαζάτορας, οπότε άρχισε ο Χότζας την παρακάτω συζήτηση, ρωτώντας τον:
«Έχεις δέρμα για παπούτσια»;
«Βεβαίως κι έχω».
«Έχεις καρφιά και ρετσινόκολα»;
«Φυσικά και έχω»!
«Σόλες για παπούτσια, έχεις»;
«Αστειεύεσαι, Χότζα μου, σόλες δεν θα ‘χω»!
«Κι έχεις και βερνίκι παπουτσιών»;
«Αλίμονο! Βερνίκι δεν θα ‘χω»!
«Ωραίααα… Ε, τότε γιατί δεν φτιάχνεις μόνος σου ένα ζευγάρι μπότες»;

***

Η ιστορία αυτή έχει να κάνει με το δικό μας «γνώθι σ’ αυτόν» – αποφεύγω τη λέξη «αυτογνωσία» γιατί έχει φθαρεί τα τελευταία χρόνια από διάφορες αυτοαποκαλούμενες «Σχολές» που ισχυρίζονται ότι μπορούν να την διδάξουν! Ο Χότζας με την ιστορία του μας λέει ότι ο καθένας μας έχει μέσα του όλες τις πληροφορίες και τα «υλικά» για να γνωρίσει τον εαυτό του και την αλήθεια, αλλά έχουμε μάθει να περιμένουμε να κάνουν άλλοι τη δουλειά για μας, να μας καθοδηγούν και να μας λένε τι να κάνουμε, καταντώντας έτσι να είμαστε άνθρωποι από «δεύτερο χέρι». Κι όπως λέει κάποιος σοφός άνθρωπος, «μέσα μας υπάρχει το βιβλίο όλης της ψυχολογικής ιστορίας της ανθρωπότητας, αρκεί να ξέρουμε να το διαβάσουμε» και, «πρέπει κανείς να είναι ο ίδιος και ο μαθητής και ο δάσκαλος», όπως και ότι, «ο καθένας μπορεί και πρέπει να είναι φως του εαυτού του».
Καλό βράδυ.
Π.

Η πόλη χωρίς χρώματα

Τέλος της εβδομάδας κι έλεγα να δούμε καμιά ΧΙΛΙΟΠΟΔΑΡΟΥΣΑ, αλλά μια και όλο το Σαββατοκύριακο φαίνεται πως το καλοκαίρι πήγε για διακοπές κι έχει βαριά συννεφιά, ας δούμε μια από τις περιπέτειές μου με τίτλο: «Η πόλη χωρίς χρώματα».

Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ
Παραμυθάς
ΒΡΑΔΥΝΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Χα, χα,χα… Μόλις διάβασα το σχόλιο που άφησε το ΝΑΤΑΣΑΚΙ! Ναι, όντως, την έχουμε ξαναβάλει αυτή την ιστορία!!! Άρα, υπάρχει τελικά και «δαίμων του blog»  όπως υπάρχει και «δαίμων του τυπογραφείου», δηλαδή μαλακίες γίνονται και στις καλύτερες οικογένειες. Συγνώμη, αλλά με παρέσυρε ο ασπρόμαυρος καιρός και ένα … ελαφρό αλτσχάιμερ του «μάστορα» κι εμένα. Και καλά εμένα, αλλά αυτός, 23 χρονών παιδί!!! Αύριο θα το βγάλει. Φιλιά και συγνώμη.

Μπορείτε να κατεβάσετε το βίντεο από εδώ.

Ο φίλος μου ο σκαντζόχοιρος

Δυστυχώς, ο «μάστορας» βοηθάει ένα φίλο του στη μετακόμιση και δεν βλέπω ούτε σήμερα να μπαίνει το βίντεο. Οπότε λέω να σας πω την ιστορία με το φίλο μου το σκαντζόχοιρο.

hedgehog-2.jpgΕκεί που έβαφα χθες τα κάγκελα του κήπου μου, κουράστηκα κι είπα να κάτσω στο σκαμνάκι μου. «Ωωωχ!!!» φωνάζω και τινάζομαι! Γυρίζω στο σκαμνί και τι να δω! Ένας σκαντζόχοιρος! «Τι θες εδώ;» φωνάζω. «Δεν φτάνει που κάθισες επάνω μου, αγριεύεις κι όλας! Βγήκα να βρω φαΐ για τα παιδιά μου». «Με συγχωρείς», του λέω, «πάμε να σε κεράσω».
Καθίσαμε σ’ ένα ζαχαροπλαστείο κι εκεί που τρώγαμε το γλυκό μας, νά ‘σου ένας φίλος μου που πριν προλάβω να του πω ότι στην καρέκλα ήταν ο σκαντζόχοιρος, εκείνος κάθισε χωρίς να τον δει και, «ουάου», άφησε μια κραυγή και πετάχτηκε στον αέρα. Πήρα το σκαντζόχοιρο κι έτρεξα στο πάρκο. Εκεί που καθόμαστε στενοχωρημένοι σ’ ένα παγκάκι, να ‘σου ένα παιδάκι μ’ ένα μπαλόνι. «Πρόσεξε παιδί μου», του φωνάζω, «μην πλησιάσεις το σκαντζόχοιρο γιατί μπορεί να σκάσει το μπαλόνι σου και να τρυπηθείς!». Γυρνάω να πω στο σκαντζόχοιρο να προσέχει, αλλά το παγκάκι ήταν άδειο. Κοιτάζω καλύτερα και βλέπω το σκαντζόχοιρο, κάτω από το παγκάκι, να κλαίει. «Τι έχεις;», του λέω. «Δεν μ’ αρέσει να κάνω τον κόσμο να πονάει. Τρύπησα εσένα, τρύπησα τον κύριο και πριν λίγο παραλίγο να τρυπήσω το παιδάκι. Θέλω να κάνω κάτι καλό κι εγώ». «Έλα», του λέω, «θα πετάξουμε σε μια μακρινή χώρα όπου μπορείς να είσαι χρήσιμος».

fakir-a.jpgΠετάξαμε στις Ινδίες και βρίσκω ένα φακίρη που όλος ευχαρίστηση κάθισε πάνω στο σκαντζόχοιρο και οι άνθρωποι που τον κοίταζαν του έδιναν γελώντας περισσότερα χρήματα, απ’ όσα του έδιναν όταν καθόταν πάνω σε καρφιά. «Είδες που υπάρχουν άνθρωποι που δεν τους πονάς και τους είσαι χρήσιμος; Κάθε άνθρωπος είναι χρήσιμος για κάποιον άλλον, όπως και κάθε άνθρωπος έχει το ταίρι του».

hedgehog-b.jpg
Ο σκαντζόχοιρος ευχαριστήθηκε πολύ. Κι όταν γυρίσαμε πίσω, μου λέει: «Ωραία περάσαμε, μόνο που άργησα και δεν βρήκα φαΐ για τα παιδάκια μου». «Τους αρέσουν τα μήλα», τον ρωτάω. «Και βέβαια», μου λέει. Κι έτσι, τον πήγα στη μηλιά μου και τον φόρτωσα με μερικά μήλα για τα παιδάκια του.

Aπό τότε ο σκαντζόχοιρος κι εγώ είμαστε δύο καλοί φίλοι, και συναντιόμαστε συχνά.

Καλό βράδυ.
Π.

Το γεράκι

Καλημέρα. Χτες βράδυ, ήταν να μπει ένα βίντεο «ΠΑΡΑΜΥΘΑ», αλλά δεν το είδα σήμερα το πρωί και δεν μπορώ να βρω τον «μάστορα» ακόμα κι έτσι δεν ξέρω τι έγινε για να σας το πω! Γι΄αυτό σκέφτηκα να σας βάλω εδώ μια ιστορία του Χότζα που έχει και κάποια σχέση με το προηγούμενο παραμύθι, «ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΩΝ ΖΩΩΝ». Όπως σας έχω πει, οι ιστορίες του Χότζα πέρα από το πρώτο αστείο επίπεδό τους, έχουν κι άλλα επίπεδα ανάγνωσης. Το βαθύτερο επίπεδο της ιστορίας με το γεράκι που θα διαβάσετε, είναι ότι επειδή υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που δεν μπορούν οι άλλοι – οι περισσότεροι, ίσως – να τους καταλάβουν, χρησιμοποιώντας το φόβο – οι άλλοι – τούς αναγκάζουν να προσαρμοστούν στη δική τους ιδέα – την ιδέα των πολλών – τού τι είναι σωστό.

geraki-44.jpgΜια φορά ήρθε και κούρνιασε στο παράθυρο του Χότζα, ένα πανέμορφο γεράκι. Ο Χότζας το κοίταξε και επειδή δεν είχε ξαναδεί ποτέ γεράκι στη ζωή του, σκέφτηκε: «Μπα! Πρώτη μου φορά βλέπω ένα τόσο παράξενο περιστέρι! Για να το διορθώσω…» Έσφιξε το γεράκι κάτω από τη μασχάλη του, πήρε ένα μεγάλο ψαλίδι, κι αφού έκοψε το αριστοκρατικό ράμφος του γερακιού και τα δυνατά γαμψά του νύχια, το άφησε ελεύθερο να πετάξει, λέγοντάς του: «Τώρα μοιάζεις περισσότερο με περιστέρι. Ο κύριός σου, σε είχε παραμελήσει».

Θα τα ξαναπούμε μέσα στο Σαββατοκύριακο.
Π.

Η Τέχνη να Λες Παραμύθια και «Το σχολείο των ζώων».

Όπως θα διαβάσατε στο προηγούμενο post, σήμερα ήταν να κάνω μια ομιλία στο στους γονείς των παιδιών του 150υ Δημοτικού σχολείου της Κατερίνης, αλλά έχασα το τραίνο κι έτσι δεν πήγα. Τ’ απόγευμα, διαβάζοντας το ένα και μοναδικό σχόλιο της Marilia σε αυτό το POST, μου πέρασε η σκέψη να σας βάλω εδώ τα λίγα λόγια που θα έλεγα και το παραμύθι που είχα ετοιμάσει. Ξαναδιαβάζοντάς τα εδώ για να τα διορθώσω, σκέφτηκα πως καλύτερα που δεν πήγα. Αυτά που θα διαβάσετε δεν είναι για να τα λες έτσι με το «καλημέρα σας» σε ανθρώπους που δεν έχεις ξαναδεί. Εμείς, όμως, γνωριζόμαστε χρόνια και μ’ έχετε ενθαρρύνει να γράφω και παραμύθια και σεντόνια. Πάρτε, λοιπόν, ένα «παραμυθοσεντόνι». Η παραλίγο ομιλία έχει τίτλο, «Η Τέχνη να Λες Παραμύθια».

Η τέχνη να λες παραμύθια είναι συνδυασμός δύο τεχνών: Είναι η τέχνη του συγγραφέα – δηλαδή: καλή ιστορία, πλοκή με φαντασία, πλούτος λέξεων κ.λπ. και είναι και η τέχνη του ηθοποιού – δηλαδή: ζεις την ιστορία, μεταδίδεις τα συναισθήματά σου κ.λπ.
Η τέχνη να λες παραμύθια είναι η τέχνη του πατέρα ή της μάνας στα παιδιά τους, του παππού ή της γιαγιάς στα εγγόνια τους, αλλά και του άντρα που «πουλάει παραμύθι», όπως λένε, για να κερδίσει τη γυναίκα που θέλει. Αλλά εκτός από το τελευταίο, έχουμε χάσει, σήμερα την τέχνη να λέμε παραμύθια;
Όσοι είναι πάνω από πενήντα, θα θυμούνται ανθρώπους της γειτονιάς ή φίλους της οικογένειας, μπαμπάδες ή παππούδες, να διηγούνται – σαν να λένε παραμύθια – ιστορίες από τον πόλεμο του ‘40, ιστορίες από το αντάρτικο, ιστορίες για ναυάγια και καταστροφές, ιστορίες για βασιλιάδες και πολιτικούς, ιστορίες για παιδιά που χάθηκαν, ακόμα και ιστορίες για φαντάσματα. ‘Η να λένε κανονικά, κλασσικά παραμύθια, που εμείς – ως παιδιά τότε – ζητάγαμε ν’ ακούσουμε ξανά και ξανά, για να ζούμε τον ηδονικό φόβο όταν δυσκόλευαν τα πράγματα για τους ήρωες του παραμυθιού, ενώ αδημονούσαμε για την έκρηξη της χαρούμενης λύτρωσης που μας περίμενε στο τέλος της ιστορίας, γιατί δεν είχε σημασία που το ξέραμε, όπως δεν έχει σημασία που ξέρεις το τέλος στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες. Επειδή εκείνο που έχει σημασία είναι η αφήγηση της ιστορίας, είναι η μαστοριά εκείνου που τη λέει, είναι η τέχνη να λες την ιστορία, ως ηθοποιός, ως πατέρας, ως μάνα, ως παππούς, ως γιαγιά ή και ως εραστής.
Και έχουμε χάσει αυτή την τέχνη; Φαίνεται πως – οι περισσότεροι από μας στις μεγάλες πόλεις, τουλάχιστον – ναι. Εκτός από την τέχνη του άντρα να λέει ιστορίες ή καλύτερα παραμύθια, στη γυναίκα που θέλει να κατακτήσει, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις μοιάζει να έχει χαθεί. Γιατί; Μάλλον δεν είναι ένας ο λόγος: Οι πολλές ώρες που δουλεύουμε, ο θάνατος της γειτονιάς, ο «αποανθρωπισμός» των ανθρώπινων σχέσεων, το εγωκεντρικό κλείσιμο όλων στον εαυτό μας, ο εγκλωβισμός σε ένα συνεχές κυνήγι προσωπικής ευχαρίστησης, η πληθωρική προσφορά ψυχαγωγίας και – ο χειρότερος εχθρός του παραμυθιού – η τηλεόραση. Γι’ αυτό κι όταν το 1978 είχα τη δυνατότητα να επιλέγω το είδος των παιδικών προγραμμάτων για την τηλεόραση, αντικατέστησα τα δραματοποιημένα παραμύθια με ηθοποιούς που υπήρχαν τότε, με έναν παππού που έλεγε μόνος του παραμύθια, ενώ γίνονταν διάφορα απλά, σχεδόν παιδικά, σχέδια. Κι όταν μου έλεγαν ότι αυτό που κάνω είναι αντι-τηλεοπτικό, απαντούσα: «Ναι, αυτό ακριβώς θέλω να κάνω, για να περνάει το αίσθημα του παραμυθιού, όπως όταν στο λέει κάποιος ζωντανά». Κούναγαν το κεφάλι τους, αλλά δεν μ’ ένοιαζε γιατί είμαι ξεροκέφαλος. Πριν λίγους μήνες έκανα ένα blog με το όνομα «ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ» στο INTERNET – ξέρετε τι είναι – και η ανταπόκριση που έχει στα τότε μικρά κορίτσια κι αγόρια και σήμερα μεγάλους και γονείς πια, είναι η απόδειξη ότι είχα δίκιο και καλά έκανα και ήμουν ξεροκέφαλος. Γιατί ακόμα και η υψηλότερη τεχνολογία, δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη δύναμη του ανοίγματος της καρδιάς ενός ανθρώπου στους άλλους και αυτό νομίζω ότι είναι τέχνη, αυτό νομίζω ότι πρέπει να υπάρχει σαν φόντο στις τηλεοπτικές εκπομπές. Αυτό είναι η μαγεία του παραμυθιού που ακούγαμε όταν είμαστε μικροί. Ο παραμυθάς – είτε ήταν ο μπαμπάς ή ο παππούς είτε η μαμά ή η γιαγιά – όταν έλεγε το παραμύθι, ένοιωθες ότι άνοιγε την καρδιά του και πίσω από τα λόγια του παραμυθιού, ξεχυνόταν από εκεί η αγάπη του για σένα, το παιδί του ή το εγγόνι του. Η τέχνη του παραμυθιού, είναι η τέχνη ν’ ανοίγεις την καρδιά σου.

Και τώρα, θα ήθελα να σας πω ένα παραμύθι που ετοίμασα. Μια και βρισκόμαστε σε σχολείο σκέφτηκα να σας πω κάτι που να έχει σχέση με αυτό. Ο τίτλος του παραμυθιού είναι, «Το Σχολείο των Ζώων».

Μια φορά κι έναν καιρό, μαζεύτηκαν στο δάσος διάφορα ζώα κι αποφάσισαν να φτιάξουν ένα σχολείο. Τα ζώα αυτά ήταν: ένας λαγός, ένα σπουργίτι, ένας σκίουρος, ένα μπαρμπούνι κι ένα χέλι, και σχημάτισαν το Διοικητικό Συμβούλιο του σχολείου, που έκανε την πρώτη συνεδρίαση που θα έφτιαχνε το πρόγραμμα των μαθημάτων. Ο λαγός επέμενε ότι πρέπει να μπει στα μαθήματα το τρέξιμο. Το μπαρμπούνι επέμενε ότι έπρεπε να περιληφθεί στο πρόγραμμα το κολύμπι. Το σπουργίτι επέμενε ότι στο σχολείο έπρεπε να διδάσκεται το πέταγμα και ο σκίουρος επέμενε ότι ήταν απολύτως αναγκαίο να διδάσκεται στο σχολείο το σκαρφάλωμα στους κορμούς των ψηλών δέντρων. Το χέλι δεν είχε καμία άποψη γιατί πίστευε ότι μπορεί να κάνει τα πάντα. Τα έβαλαν, λοιπόν, όλα αυτά μαζί και έφτιαξαν το σχολικό πρόγραμμα. Κι ύστερααποφάσισαν ότι όλα τα ζώα έπρεπε να κάνουν όλα τα μαθήματα.
Και το σχολείο άνοιξε. Καθώς προχωρούσαν οι μέρες άρχισαν να φαίνονται τα πρώτα αποτελέσματα αυτής της εκπαίδευσης ευρείας βάσης.
Παρ’ όλο που οι λαγοί έπαιρναν ΑΡΙΣΤΑ στο τρέξιμο, είχαν πρόβλημα με το σκαρφάλωμα στους κορμούς των ψηλών δέντρων. Έπεφταν ξανά και ξανά προς τα πίσω, και αρκετά σύντομα από τα πολλά χτυπήματα στο κεφάλι, έπαθε κάποια ζημιά ο εγκέφαλός τους και δεν μπορούσαν πια ούτε να τρέξουν! Και τελικά αντί να παίρνουν ΑΡΙΣΤΑ στο τρέξιμο όπως στην αρχή, έπαιρναν με το ζόρι κανένα ΠΕΝΤΕ και φυσικά έπαιρναν πάντα ΜΗΔΕΝ στο σκαρφάλωμα στους κορμούς των ψηλών δέντρων και στο κολύμπι.
Τα πουλιά που ήταν πραγματικά υπέροχα στο πέταγμα, όταν ερχόταν η ώρα να τρέξουν στο έδαφος δεν τα κατάφερναν και τόσο καλά. Κάθε φορά που έτρεχαν, σκόνταφταν κι έσπαγαν κάποιο από τα φτερά τους ή τη μύτη τους. Όσο για το κολύμπι, μούσκευαν τα φτερά τους και με το ζόρι γλίτωναν το πνίξιμο. Έτσι πολύ σύντομα, άρχισαν να παίρνουν ΠΕΝΤΕ στο πέταγμα, ΜΗΔΕΝ στο τρέξιμο, ενώ ζούσαν τις δυσκολότερες ώρες της ζωής τους στο σκαρφάλωμα των κορμών των ψηλών δέντρων.
Τα ψάρια που ήταν χάρμα οφθαλμών να τα βλέπεις να κολυμπάνε κι έπαιρναν ΑΡΙΣΤΑ σ’ αυτό, πήραν ΜΗΔΕΝ σε όλα τ’ άλλα, γιατί κάθε φορά που πήγαιναν να βγουν στη στεριά δεν μπορούσαν ν’ αναπνεύσουν και ξανάπεφταν αμέσως στο νερό, χωρίς να προσπαθήσουν για τίποτα.
Κι οι σκίουροι, που βέβαια έπαιρναν ΑΡΙΣΤΑ στο σκαρφάλωμα των κορμών ψηλών δέντρων, έπιαναν κανένα ΕΞΑΡΙ στο τρέξιμο γιατί μπερδεύονταν στην ουρά τους, έπαιρναν με το ζόρι ΠΕΝΤΕ στο κολύμπι γιατί κόντευαν να πνιγούν, κι όταν δοκίμαζαν να πετάξουν έπαιρναν ΜΗΔΕΝ γιατί έπεφταν κι έσπαγαν τα μούτρα τους.
Τελικά, τα ζώα που κατάφεραν να αποφοιτήσουν με ΑΡΙΣΤΑ, ήταν τα διανοητικά καθυστερημένο χέλια, που κατάφερναν να μισοκάνουν τα πάντα. Ψιλοκολυμπούσαν, ψευτοπέταγαν καθώς πηδούσαν από δέντρα κι όταν έπεφταν δεν έσπαγαν τίποτα, σέρνονταν στο χώμα – πράγμα που θύμιζε τρέξιμο – και τα κουτσοκατάφερναν μετά από πολλή προσπάθεια, να σκαρφαλώνουν σε κορμούς ψηλών δέντρων. Οι δάσκαλοι του σχολείου των ζώων, όμως, ήταν πανευτυχείς επειδή όλα τα ζώα έκανα όλα τα μαθήματα, πράγμα που το ονόμαζαν, «εκπαίδευση ευρείας βάσης».
Μας φαίνεται αστείο το παραμύθι, αλλά αυτή είναι η κατάσταση και της δικής μας εκπαίδευσης. Μ’ αυτή μας προγραμματίζουν να προσπαθούμε να γίνουμε όλοι σαν όλους, κι έτσι σβήνει η δυνατότητα του καθένα μας να είναι ο εαυτός του. Έτσι, εκείνος που έχει γεννηθεί να είναι ποιητής αποδεικνύεται βλάκας στα μαθηματικά, κι εκείνος που θα μπορούσε να είναι ένας σπουδαίος μαθηματικός μπλέκεται στα δίχτυα της ιστορίας και νοιώθει χαμένος.
Η εκπαίδευσή μας δεν ακολουθεί τη φύση μας. Δεν δείχνει κανένα σεβασμό στη διαφορετικότητα του καθένα μας και μας σπρώχνει όλους να μπούμε στο ίδιο καλούπι. Ίσως κατά τύχη να ταιριάζουν μερικοί στο καλούπι, αλλά οι περισσότεροι χάνουν την ομορφιά της άνθισης αυτού που πραγματικά είναι. Όλοι είμαστε ένα, όπως ένα είναι ένα δέντρο στο σύνολό του, αλλά κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός και δεν μοιάζει με κανέναν άλλον, είναι μοναδικός όπως κάθε φύλλο του δέντρου είναι μοναδικό και δεν μοιάζει με κανένα άλλο φύλλο του ίδιου δέντρου. Γι’ αυτό κάθε είδους σύγκριση είναι άχρηστη, θρέφει το φόβο, τον ανταγωνισμό και τη βία, κι οδηγεί ανθρώπους στο μαρασμό, από μικρά παιδιά. Η κατανόηση της καταστροφικής φύσης της σύγκρισης φέρνει νοημοσύνη και διάκριση. Και αυτή η νοημοσύνη και η διάκριση φέρνουν μέσα σε όσους την έχουν μία βαθιά εσωτερική επανάσταση, τη μόνη αληθινή επανάσταση.

Σας ευχαριστώ που μ’ ακούσατε.

Υ.Γ. Το παραμύθι αυτό θα ήθελα να το αφιερώσω στον μικρότερο φίλο που έχω και πάει ακόμα σχολείο, στον Κωστή Σπ.
Π.

Κατερίνη

Για να μη βρεθεί κανείς από το Βορρά και παραπονεθεί ότι δεν το είπα – κι επειδή θα χαθώ έως την Παρασκευή – αύριο Τετάρτη στις 7 το απόγευμα, θα είμαι στην Κατερίνη και θα μιλήσω σε γονείς, στο 15ο Δημοτικό Σχολείο για την τέχνη του Παραμυθιού. Αν κανείς από σας είναι στην περιοχή, θα χαρώ πολύ να συναντηθούμε.

Καλό βράδυ
Π.
7.30 ΠΡΩΙ ΤΕΤΑΡΤΗ: ΑΚΥΡΟ. ΕΧΑΣΑ ΤΟ ΤΡΑΙΝΟ. ΣΥΓΝΩΜΗ.