Ε, ας κάνω κι εγώ καμιά αταξία.

 Να σας πω… Έχω περάσει δύο από τις δυσκολότερες – έως τώρα – μέρες της χρονιάς. Δεν αντέχω, θέλω να κάνω καμιά αταξία. Μ’ αφήνετε; Άμα δεν την κάνω εδώ πού θα την κάνω, ρε γαμώτο… Εκεί που είναι όλο μεγάλοι; Να κάνω αταξία, λοιπόν; Τι; Δεν άκουσα. Πιο δυνατά ρε, δεν έχετε φάει… Ωραίαααα… Είπατε, «ναι».  Χα, χα, χα… Πάρτε, λοιπόν, μια αταξία, που την έκρυψα μέσα σε ένα παραμύθι. Όχι πως την έχω κρύψει και πολύ, αλλά… τέλος πάντων. Ορίστε: Η αταξία μου όλη δική σας.

Αυτές τις μέρες πέρασα μία αγωνία, που δεν λέγεται! Την κρατούσα κρυφή, αλλά τώρα πια μπορώ να σας την πω. Ένα πρωί, πριν δυο εβδομάδες και πριν καλά καλά ξυπνήσω, μου έφερε ο ταχυδρόμος ένα γράμμα από το φίλο μου τον Άη Βασίλη, που μου έγραφε: «Φίλε μου Παραμυθά, γεια σου. Σου γράφω για να σου ευχηθώ καλή χρονιά, γιατί φέτος δεν πρόκειται να έρθω στη γη. Αν θέλεις έλα εσύ εδώ». Δεν θα ‘ρθει ο Άη Βασίλης, σκέφτηκα. Και ποιος θα δώσει δώρα στα παιδιά; Γρήγορα ,πρέπει να τον δω! Φόρεσα το μαγικό μου γιλέκο, κι έφυγα αμέσως πετώντας για τον  Άη Βασίλη. Σε λίγο έμπαινα από την ολάνοιχτη πόρτα του σπιτιού του Αη Βασίλη  – δεν την κλείνει ποτέ – και του φώναξα: «Ε… Βασίλη,  ξύπνα». «Καλώς τον Παραμυθά» μου λέει με ένα μεγάλο χασμουρητό  βγαίνοντας από την κρεβατοκάμαρα. Πήρες το γράμμα μου;» «Το πήρα», του λέω κι ήρθα να μου πεις γιατί αποφάσισες να μην έρθεις να μοιράσεις δώρα. «Αχ, Παραμυθά μου», μουρμούρισε, «πέρσι που ήρθα ταλαιπωρήθηκα πολύ. Με όλα αυτά τα αεροπλάνα, τους πυραύλους, τους δορυφόρους, τις κεραίες της τηλεόρασης και των κινητών, δεν μπορούσα να περάσω. Και σαν να μην έφτανε η ταλαιπωρία μου στο ταξίδι», συνέχισε ο Αη Βασίλης, «μόλις έφτασα στη γη, μπήκα σε μια καμινάδα κι έπεσα πάνω σ’ ένα λέβητα καλοριφέρ και χτύπησα. Αχ, δεν υπάρχουν πια κανονικές καμινάδες, και σε μια άλλη που μπήκα, μέσα στο τζάκι είχαν ένα μεγάλο ξεραμένο φυτό με αγκάθια και… καταλαβαίνεις τώρα…». «Καλά όλα αυτά βρε Βασίλη μου», του λέω μόλις τέλειωσε, «δεν σκέφτεσαι τη στενοχώρια των παιδιών που δεν θα πάρουν το πασχαλιάτικο δώρο τους;». «Έχεις δίκιο Παραμυθά», είπε ο Άη Βασίλης. «Τι φταίνε τα παιδιά γι’ αυτά που κάνουν οι μεγάλοι, αλλά και πάλι δεν προλαβαίνω». «Έχω μια ιδέα», φώναξα. Θα φτιάξεις παιχνίδια μόνο για τα παιδιά που βλέπουν «ΠΑΡΑΜΥΘΑ», την εκπομπή μου δηλαδή, στην τηλεόραση. Αυτά όταν γίνουν μεγάλοι, δεν θα κάνουν τα ίδια που έκαναν οι γονείς τους. Θα είναι καλύτερα και θα μεγαλώσουν ακόμα καλύτερα και τα παιδιά τους». «Έχεις δίκιο», συμφώνησε ο Άη Βασίλης και ανασήκωσε τα μανίκια του, «τουλάχιστον ας πάρουν δώρο αυτά τα παιδιά. Εμπρός, λοιπόν. Γρήγορα να πιάσουμε δουλειά, γιατί δεν έχω φτιάξει κανένα παιχνίδι ακόμα». Κι αμέσως, ο Αη Βασίλης άρχισε να φτιάχνει παιχνίδια κι εγώ τον βοήθησα όσο μπορούσα. Έτσι, ετοιμάσαμε όσο πιο πολλά παιχνίδια μπορούσαμε και τα φορτώσαμε στο έλκηθρο για να είναι έτοιμα για το βράδυ της Ανάστασης. Ήθελα, λοιπόν, να σας πω, να είστε ήσυχοι. Ο Άη Βασίλης, θα ‘ρθει και φέτος να σας μοιράσει σοκολατένια αυγά, λαγουδάκια και βεγγαλικά.
Γεια σας και … καλή χρονιά.
Σας φιλώ
Π.
Υ.Γ. 
Ααααχ… Το φχαριστήθηκα. Εκτονώθηκα μετά απ’ αυτήν τη πόζα, τη φιγούρα, τον ανταγωνισμό, την παπαριά που έφαγα στη μάπα δυο μέρες τώρα από ένα κάρο μεγάλους που θέλουν να είναι κάποιοι κι αναγκάστηκα να είμαι μαζί τους για δυο μέρες. Ουφ!

Μετενσάρκωση

Λοιπόοοοον… κατ’ αρχήν σας χρωστάω μια εξήγηση για να κλείσουμε την εκκρεμότητα με την εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο ΙΑΝΟΣ της Αθήνας. Ναι, όντως θα γίνει στις 12.30 στις 21 Απριλίου, στην επέτειο της Δικτατορίας του 1967 και του πρώτου γάμου μου! (Πω, πω… συμπληρώνονται 40 χρόνια φέτος από τη μέρα της δικτατορίας! Τυχεράκηδες… είτε δεν την γνωρίσατε καθόλου είτε είσαστε πολλοί μικροί…) Στην εκδήλωση, λοιπόν, του Ιανού, θα παρουσιάσω ένα βιβλίο μου που έγραψα πριν τρία χρόνια. Δεν φανταζόμουν ότι θα το ανακαλύπτατε μόνοι σας και δεν σας είπα τίποτα, γιατί όπως σημείωσα και σε προηγούμενο post αυτό εδώ το blog δεν έγινε για να πουλάω τίποτα – ούτε άμεσα ούτε έμμεσα. Και ο ΙΑΝΟΣ είναι βιβλιοπωλείο. Επίσης, για όλους όσους δήλωσαν ότι θα έρθουν, περιττό να πω ότι δεν χρειάζεται ν’ αγοράσουν τίποτα, κι ότι χωράνε 60 άτομα, εκεί που θα γίνει η εκδήλωση. Όμως, ένας από σας έδωσε την ιδέα να μαγνητοσκοπήσουμε την εκδήλωση για να σας μεταδώσουμε αποσπάσματα και θα το κάνουμε. Επίσης θα μαγνητοσκοπήσουμε το παραμύθι που θα πω ζωντανά, στην εκδήλωση που θα γίνει αυτό το Σάββατο στο Κλειστό Στάδιο του Φαλήρου, για τα 70 χρόνια που θα γιορτάσουν κάπου 3.000 Λυκόπουλα και η είσοδος δεν είναι, δυστυχώς, ελεύθερη για να σας πω να έρθετε, άλλωστε το θέμα είναι όπως έχετε ζητήσει να συναντηθούμε από κοντά, κι όχι να με βλέπετε με κιάλια. Τέλος, όποιοι ζούνε στα Σιάτιστα ή εκεί κοντά, την Παρασκευή 30 του μηνός, που είναι η Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου, το πρωί στις 9.15′ θα γίνει μια εκδήλωση, στη ΜΑΝΟΥΣΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΣΙΑΤΙΣΤΑΣ, όπου θα μιλήσω για το «ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΗΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ». Η είσοδος είναι ελεύθερη.
Τώρα: Επειδή, όπως σας είπα, φτιάχτηκε ένα σύστημα και το BLOG «στέλνει» τα σχόλιά σας σαν μηνύματα στο OUTLOOK, άρχισα να απαντάω σε όσους το ζητάνε ή αν κάπου μου ‘ρχεται να πω κάτι. Αλλά κάποιος μου ζήτησε ειδικά να μου μιλήσει και του έστειλα απάντηση – δεν θυμάμαι ποιος – και η απάντησή μου γύρισε πίσω όπως και των: vcandy_ και spahtoulas και κάποιων άλλων που τώρα δεν μπορώ να βρω γιατί τα έσβησα.
Ακόμα: Δεν έχω, «Τα ξύλινα σπαθιά», τον «Καπετάν Σβούρα» και «Το Καπλάνι της Βιτρίνας». Και δεν μπορώ να μην βάλω εδώ την ατάκα που μ’ έκανε να γελάσω πολύ: «Μωρέ μας αγαπάς, απλά… πρέπει κάποιος να στο πει!…». Μου θύμισε κάτι που λέει ένας άνθρωπος που εκτιμώ: «Το νερό δεν ξέρει ότι είναι νερό, απλώς κυλάει».
Και θα μου πείτε: «Τι σχέση έχουν όλα αυτά, με τον τίτλο ‘μετενσάρκωση’ που μας έβαλες;» Έχουν σχέση με το βίντεο που θα δείτε. Το έβαλα παρ’ όλο που δεν έχει σχέση με μένα, και κυκλοφορεί γενικώς στο ίντερνετ. Οι μπαμπάδες – κυρίως – κοριτσιών θα καταλάβουν αυτό που θα πω: Αν υπάρχει η μετενσάρκωση όπως λένε, ευχαρίστως θα ξαναγεννιόμουν Κινέζος για να έχω κόρη αυτό το τρομερό Κινεζάκι! Ααααχ…
Σας φιλώ.
Καληνύχτα.
Π.

«Ιόλη»

Τελικά, αυτό το blog όντως πάει όπου θέλετε εσείς κι αυτό μ’ αρέσει πολύ. Στην αρχή ήταν να μπαίνουν βίντεο με τις ιστορίες μου από τις εκπομπές του ’78 – ’83, «Ο ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ» και να γράφω κάποιες άλλες από τα βιβλία μου. Στο δρόμο ένοιωσα ότι πρέπει να λέμε και διάφορα εκτός παραμυθιών και πιάσαμε την κουβέντα. Μετά μπήκε η «Χιλιοποδαρούσα», ύστερα μου θυμίσατε τον «ΚΗΠΟ ΜΕ Τ’ ΑΓΑΛΜΑΤΑ», έπειτα ένοιωσα από αυτά που λέτε ότι έπρεπε να φτιάχνω και καινούργια παραμύθια για μεγάλα παιδιά, έβαλα αποσπάσματα από μία σειρά άρθρων μου με τίτλο, ‘ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ», και τώρα μου θυμίσατε την «ΙΟΛΗ». Να, λοιπόν, και η αρχή του πρώτου επεισοδίου της ΙΟΛΗΣ μαζί με τους τίτλους που έχει το ηλιοβασίλεμα που αναφέρει ένα παιδί στο σχόλιό του: «Την Ιόλη ποιος να την ξεχάσει με αυτή την ανεπανάληπτη εισαγωγή με τον ήλιο που δύει και την φιγούρα της να διαγράφεται κοιτώντας την θάλασσα.» Να, λοιπόν, αυτό το αληθινό ηλιοβασίλεμα σε… real time που λένε, με την υπέροχη μουσική του Σταμάτη Σπανουδάκη. Αμέσως μετά είναι η αρχή για την οποία σκέφτηκα να σας πω δυο λόγια για την παραγωγή της. Το βιβλίο της Ελένης Σαραντίτη έχει τίτλο, «Ιόλη» και υπότιτλο, «Την νύχτα που πλημμύρισε το ποτάμι». Η σκηνή δεν είχε προγραμματιστεί να γυριστεί έτσι εντυπωσιακά, από την αρχή. Αλλά όταν πλησίαζε η ώρα του γυρίσματος, συνειδητοποίησα ότι αν όλο το μυθιστόρημα είναι η ιστορία της φιλίας δύο κοριτσιών, που αρχίζει μια νύχτα με τρομερή καταιγίδα και πλημμυρισμένο ποτάμι, δεν μπορούμε να μην τα δείξουμε και τα δύο. Αυτό όμως ήθελε πολλά λεφτά. Ζήτησα ένα έξτρα κονδύλι με το επιχείρημα: « Ή θα πετάξουμε δυο τρία ποτήρια νερό στα μούτρα ενός ηθοποιού, που θα μπει στο πλάνο και θα μας πει ‘έξω χαλάει ο θεός τον κόσμο’ και θα στοιχίσει (τότε) 10.000 δραχμές ή θα ξοδέψουμε 500.000 δραχμές και θα χαλάσουμε στ’ αλήθεια τον κόσμο. Και τον χαλάσαμε όπως θα δείτε. Και να πώς: Είναι, κατ’ αρχήν, Μάιος του 1986 κι όχι χειμώνας όπως στο έργο. Μία εβδομάδα πριν από το γύρισμα της σκηνής, κλείσαμε το ξερό ποτάμι με έναν τσιμεντότοιχο στην έξοδο προς τη θάλασσα, και μετά από 200 μέτρα σε ένα άλλο σημείο προς το βουνό, με έναν άλλο τοίχο. Δύο αντλίες τράβαγαν νερό από τη θάλασσα όλη την εβδομάδα, μέρα νύχτα μέχρι να ξεχειλίσει αυτό το κομμάτι του δήθεν ποταμιού. Σε όλα τα σπίτια γύρω από την πλατεία του χωριού (Νεάπολη Λακωνίας) περάσαμε στα κεραμίδια τους – σε κάθε κεραμίδι χωριστά – σωληνάκια που έτρεχαν νερό για να δίνεται η εντύπωση ότι τρέχουν τα νερά της βροχής. Τη μέρα της βροχής τρεις πυροσβεστικές πέταγαν με ορμή νερό πολύ ψηλά, που μετά έπεφτε με δύναμη σαν βροχή, ενώ ο σωλήνας μίας τέταρτης πυροσβεστικής είχε χωθεί μέσα στο «ποτάμι» και πέταγε στο βυθό του νερό, κάνοντας το να μοιάζει με ορμητικό χείμαρρο που έχει πλημμυρίσει. Δύο τεράστιοι ανεμιστήρες έστελναν αέρα στα νερά που έπεφταν από ψηλά, ενώ άλλοι τρεις φύσαγαν προς την άκρη της θάλασσας για να κάνουν κύματα. Ένα προβολέας βολταϊκού τόξου έκανε τις αστραπές, ενώ άλλοι δέκα φώτιζαν τους χώρους. Αυτό είναι η χαρά του παραγωγού, όχι αστεία! Χαρείτε, λοιπόν, το υπέροχο αληθινό ηλιοβασίλεμα με τη μουσική του Σταμάτη και δείτε το «βροχερό» αποτέλεσμα όσων σας είπα, στις επόμενες σκηνές. Αύριο τα ξαναλέμε.
Καλό βράδυ. Φιλιά.
Π.

To βίντεο μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ.

«Το μωρό»

Μια και σήμερα, παρ’ όλο που είναι Κυριακή και γιορτή, εγώ εργάζομαι στο γραφείο μου, κι εδώ δεν υπάρχει το πρόβλημα της DIALUP σύνδεσης του σπιτιού μου, να κι ένα «μουσικό διάλειμα». Λέω να σας βάλω ένα τραγούδι με την  «Ορχήστρα των ζώων», από αυτά που έμπαιναν στη ΧΙΛΙΟΠΟΔΑΡΟΥΣΑ και που μου αρέσει ακόμα πάρα πολύ. Είναι «Το Μωρό», σε στίχους ενός σπουδαίου ποιητή, του Ραμπριντανάθ Ταγκόρ και μουσική του φίλου μου του Γιώργου Στεφανάκη. Το τραγουδάει, μικρό και γλυκό κοριτσάκι τότε αλλά με υπέροχη φωνή, η Άριελ Κωνσταντινίδη.
Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ.
Π.

Κατεβάστε το βίντεο από εδώ

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ

Εννιά η ώρα με το παλιό, δέκα με το καινούργιο και τρώω το πρωινό μου διαβάζοντας τα σχόλιά σας στο blog και «τα παίζω» πρωινιάτικα. Έως τώρα, δεν είχα πολυκαταλάβει ότι γίνονται ακόμα σχόλια στα παλιά posts, αλλά ευτυχώς το παιδάκι μου, έκανε ένα σύστημα που ό,τι σχόλιο γράφετε έρχεται σαν e-mail στο OUTLOOK, σε μια ειδική ομάδα που την ονόμασε – ε, τι άλλο; – «ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ».  Έτσι, τα διάβασα όλα!!!!! Τα ‘χω παίξει μωρά μου! Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, μα πάρα πολύ. Όχι, για τα καλά λόγια, όχι για το ότι είστε τόσοι πολλοί, αλλά γι’ αυτήν τη γλυκιά παιδική τρυφερότητα που ξεχύνεται ανάμεσα από τις γραμμές των κειμένων σας και πάει κατ’ ευθείαν στην καρδιά μου. Και το «ευχαριστώ» που σας λέω, δεν είναι γενικό και αόριστο, είναι εντελώς συγκεκριμένο: καθώς τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής μου είναι τα πιο ζόρικα και δύσκολα που έχω περάσει  ποτέ – έξω μου και μέσα μου, δηλαδή «Άουτς! Αυτό πόνεσε…», όπως λέει και η Marilia στο σχόλιό της για την «μικρή γιαπωνέζα» – σε αυτή τη ζόρικια στιγμή λοιπόν, έρχεται ετούτο το blog, που ούτε είχα σκεφτεί ποτέ να το κάνω και μου το έφτιαξε από μόνο του το παιδάκι μου, και τώρα κάθε φορά που το ανοίγω είναι σαν παίρνω όλες μαζί τις βιταμίνες που έχουν ανακαλυφτεί κι όσες πρόκειται να ανακαλυφτούν ακόμα και γίνονται turbo οι αντοχές μου. Γι’ αυτό, λοιπόν, σας ευχαριστώ πολύ, επειδή με κάνετε… «turbo». Το να πω «σας αγαπώ» μου φαίνεται κάπως μαλακοκαύλικο, γιατί, έτσι αόριστα και στον πληθυντικό και προς όλους, ακούγεται όπως όταν το έλεγε κάποια ηθοποιός, πριν πολλά χρόνια, κάθε φορά που τελείωνε η εκπομπή της. Όπως σας έχω ξαναπεί, θεωρώ ότι η αγάπη δεν είναι συναίσθημα· είναι κατάσταση στην οποία ή είσαι μέσα ή δεν είσαι, δεν την «νοιώθεις».  Η αγάπη είναι γεγονός που συμβαίνει, δεν είναι μελοδραματισμοί, κάτι για το οποίο κλαις σπαραχτικά από πόνο. Στην αγάπη δεν υπάρχει καθόλου συναισθηματισμός. Δεν είναι έρωτας.  Είναι απλώς εκεί και ή «μπαίνεις» ή δεν «μπαίνεις». Επίσης, όταν γράφω κάτι προσωπικό – όπως κι όταν διαβάζω τα σχόλιά σας –  δεν νοιώθω σαν να είμαι εγώ κι «εσείς», αλλά… πώς να το πω… να: σαν να το γράφω σε σένα που το διαβάζεις τώρα, όπως το γράφεις κι εσύ σε μένα όταν το διαβάζω. Δεν είναι λογοτεχνικό ευφυολόγημα αυτό που σας λέω. Είναι έτσι. Στα προσωπικά θέματα – κι εδώ προσωπικά θέματα είναι ακόμα και τα βίντεο γιατί απευθύνονται στην κρυμμένη παιδική σας καρδιά – σ’ αυτά τα θέματα, λοιπόν,  δεν μπορεί να γίνει αληθινή, βαθιά, ανοιχτή συζήτηση όταν είναι πάνω από δύο. Κι όπως έλεγε σε ένα παλιό τραγούδι ο αγαπημένος μου τραγουδιστής  Bob Dylan, «three are a crowd», δηλαδή, «οι τρεις είναι πλήθος». Οπότε…
Σε φιλώ πολύ…
Π.

Υ.Γ. Αχ, συγνώμη… Πήγα να κάνω μια ιδέα που είχα, αλλά δεν το άντεξα, γιατί θέλει μέρες! Ήθελα να πάω στα σχόλιά σας, ν’ αντιγράψω ένα – ένα τα ονόματά σας ή τα ψευδώνυμά σας και να τα κάνω paste μετά το «σε φιλώ πολύ», αλλά είναι φοβερή δουλειά. Η ώρα είναι 12.30, είμαι στο 48 σχόλιο ακόμα και όλα τα σχόλια είναι 575!!! Συγνώμη, αλλά δεν άντεξα. Ίσως… δεν σας αγαπώ τόσο πολύ! Χα, χα, χα… Ποιος ξέρει…

«Τα ξύλινα παπούτσια της μικρής γιαπωνέζας»

Πριν μερικούς μήνες έγραψα ένα κείμενο, κάτι σαν παραμύθι, για μια φίλη μου που είχε αρρωστήσει και ήθελα να της πω όσα σκεφτόμουν σαν παραμύθι, γιατί ήξερα ότι έτσι θα τα καταλάβαινε καλύτερα. Δεν θα σκεφτόμουν να το βάλω εδώ, αν δεν ένοιωθα ότι, λίγο πολύ, έχουμε μια κοινή γλώσσα μεταξύ μας και δεν είχα αρχίσει να ανακαλύπτω στα blog κάποιων από σας – που μόλις τελευταία κατάλαβα πώς μπορώ να πηγαίνω – μερικές σκέψεις που ταιριάζουν με αυτές που υπάρχουν πίσω από το «παραμύθι» που θα διαβάσετε. Η «κυρία Παραμυθά» που της είπα ότι θα το κάνω, μου είπε ότι δεν θα έπρεπε γιατί έτσι το «παραχοντραίνω» το πράμα, και ότι αυτό το blog θα έπρεπε να είναι για πιο γλυκά και τρυφερά πράγματα. Διαφωνώ. Σας βεβαιώνω ότι έχω τα πιο γλυκά, τρυφερά, και συμπονετικά αισθήματα για την «μικρή γιαπωνέζα μου. Και σας παρακαλώ πολύ μωρά μου, αν ξέρετε κι εσείς καμιά «γιαπωνέζα» σαν κι αυτή που λέει το παραμύθι μου, δώστε της το να το διαβάσει.
Σας φιλώ πολύ.

Π.

Μια φορά κι έναν καιρό, γεννήθηκε ένα κοριτσάκι, που από πολύ μικρό του είχαν βάλει εκείνα τα ξύλινα παπούτσια, που βάζουν πάντα στην Ιαπωνία στα κορίτσια όλων των καλών και καθώς πρέπει οικογενειών, ώστε να μένουν τα πόδια τους μικρά και – αργότερα, όταν μεγαλώσουν – αν απατήσουνε τον άντρα τους να μην μπορούν να τρέξουν, όταν αυτός τις κυνηγάει για να τις δείρει ή και να τις σκοτώσει.
Αλλά και από μικρό κορίτσι που ήταν και αργότερα όταν έγινε έφηβη, πάλι «χρησίμευαν» τα ξύλινα παπούτσια που κρατούσαν τα πόδια σαν μέσα σε κλουβί, γιατί αυτό το κοριτσάκι ήταν πολύ άτακτο και συχνά έπρεπε να τρώει ξύλο για να μάθει να είναι – αργότερα, όταν μεγαλώσει – καθώς πρέπει, υποταγμένο και υπάκουο και πάνω απ’ όλα «καθώς πρέπει».

Έτσι, φυτεύτηκε από πολύ μικρή μέσα της ο φόβος και η υποταγή. Ο φόβος της τιμωρίας («μην το μάθει ο πατέρας σου», «καλύτερα να μην δει η μάνα σου τι έκανες» κ.λπ.)· ο φόβος να μην την αγαπούν («όταν δεν είσαι καλό παιδί δεν σ’ αγαπάω»)· ο φόβος μην μείνει μόνη, ο φόβος της απόρριψης και ένα σωρό άλλοι φόβοι που -σαν κλουβί- την κρατούσαν φυλακισμένη μέσα τους, όπως τα ξύλινα παπούτσια τής κρατούσαν φυλακισμένα τα πόδια της.
Έλα, όμως, που το κοριτσάκι τρελαινόταν για αταξίες! Τίποτα δεν μπορούσε να την κάνει να τις σταματήσει εντελώς, να νεκρώσει μέσα της αυτή τη ζωντανή και όλο υγεία ορμητική διάθεση των παιδιών για αταξίες! Κι όπως ήταν και πολύ ξύπνια από μικρή, βρήκε τον τρόπο να τις κάνει κρυφά, χωρίς να την παίρνουνε σχεδόν ποτέ χαμπάρι. Κι έτσι άρχισε να ζει μία δεύτερη κρυφή ζωή μέσα της, που την βοήθαγε να αντέχει την άλλη, τόσο που μερικές φορές η άλλη ήταν σαν να μην υπάρχει.
Η πιο μεγάλη της «αταξία» ήταν εκείνη που άρχισε τη μέρα που έβαλε το χέρι της ανάμεσα στα πόδια της κι άρχισε να χαϊδεύεται μέχρι που ένα απίστευτο κύμα ευχαρίστησης πλημμύρισε ολόκληρο το σώμα της! Παρ’ όλο που κανένας δεν της το είχε πει ήξερε, σαν από ένστικτο, ότι για τη μάνα της και τον πατέρα της, αυτή ήταν η μεγαλύτερη αταξία που θα μπορούσε να κάνει ποτέ. Μάλιστα, η διαίσθησή της τής είπε ότι τα «ξύλινα παπούτσια» που της φορούσαν είχαν σχέση με αυτή την ευχαρίστηση. Ναι, σίγουρα, αυτή η ευχαρίστηση ήταν η μεγαλύτερη «αταξία» που μπορούσε να κάνει, αλλά ήταν και αυτό που την έκανε να νοιώθει μια τρομερή ελευθερία, μια ελευθερία που δεν υπήρχε στην υπόλοιπη – βαλμένη σε «ξύλινα παπούτσια» – μίζερη ζωή της. Κι άρχισε να το κάνει όποτε μπορούσε.
Όταν, μετά από κάποια χρόνια, η μάνα της υπέθεσε ότι η κόρη της έφτασε σε ηλικία που θα έπρεπε να έχει αρχίσει να αναρωτιέται γι’ αυτή «την ευχαρίστηση», φρόντισε με τον τρόπο της να φτιάξει άλλο ένα «κλουβί» για τα κοριτσάκι: την έκανε να νοιώσει ότι η ευχαρίστηση αυτή ήταν η μεγαλύτερη αμαρτία που μπορούσε να κάνει μια γυναίκα, ότι ήταν κάτι φοβερό και ανήθικο, κάτι που «δεν αρμόζει στα καλά κορίτσια», κάτι που το κάνεις μόνο όταν αγαπάς, κάτι που είναι μόνο για παντρεμένες, κάτι που δεν είναι για «καθώς πρέπει κοπέλλες». Το ίδιο, αλλά με τον δικό του τρόπο του, της το φύτεψε μέσα της και ο πατέρας της.
Έτσι συνέχισε και στην εφηβεία της αυτή η ευχαρίστηση να είναι η μεγαλύτερη αταξία της, που όμως έγινε σιγά σιγά και η πρώτη και βαθύτερη ενοχή της που – αργότερα, όταν μεγάλωσε – την έκανε να μην τολμά από ενοχή και φόβο τιμωρίας, να αντλήσει αυτή την ευχαρίστηση από μία κανονική ερωτική σχέση, και να συνεχίζει κρυφά να την προσφέρει μόνη της στο σώμα της, μέχρι που το σταμάτησε κι αυτό!
Ένας άλλος τρόπος που ανακάλυψε από μικρή ότι της έδινε ευχαρίστηση, καθώς της δημιουργούσε μία αίσθηση ελευθερίας, ήταν να «παίζει θέατρο». Έστησε μέσα της ένα θέατρο εικοσιτετράωρης λειτουργίας, όπου έπαιζε ασταμάτητα ένα έργο στο οποίο αυτή η ίδια ήταν η ηρωίδα – συνήθως κάποια που γινόταν θυσία για τους άλλους. Αυτό της άρεσε τόσο πολύ που όταν κάποτε ρίζωσε για τα καλά μέσα της, δηλαδή όταν της έγινε συνήθεια, ξεκίνησε δειλά δειλά στην αρχή και ακράτητα μετά, να το βγάζει προς τα έξω, και πια η μέσα «παράσταση» και η έξω έγιναν ένα, έτσι που κι ίδια κάποτε άρχισε να μην μπορεί μερικές φορές να ξεχωρίσει τι ήταν αλήθεια και τι θέατρο.
Κι έτσι, το κοριτσάκι μεγαλώνοντας ήταν κάπως σαν ανάπηρο. Τόσα χρόνια τα πόδια του μέσα στα ξύλινα παπούτσια έμειναν μικρά, αδύναμα, άτολμα, φοβισμένα, ανασφαλή, αβέβαια, καχύποπτα, λυπημένα – σαν πουλιά που είναι χρόνια σε κλουβί. Κι έτσι, μεγάλη γυναίκα πια, δεν μπορούσε να τρέξει ελεύθερα «γράφοντας όλους στα παλιά της τα παπούτσια» γιατί, βλέπετε, τα ξύλινα παπούτσια δεν παλιώνουν ποτέ!
Συνέχισε την κρυφή της ζωή, συνέχισε το θέατρο που το είχε κάνει πια επιστήμη έτσι που και η ίδια δεν μπορούσε να δει τι γίνεται στ’ αλήθεια και κορόιδευε τον ίδιο της τον εαυτό, θεωρώντας ότι είναι μία ηρωίδα που θυσιάζεται για τους άλλους – για τη μάνα της, για τον πατέρα της, για τον άντρα της… Και η «μεγάλη ευχαρίστηση», η «μεγάλη ελευθερία» που είχε νοιώσει από μικρή, γινόταν όλο και πιο σπάνια, και πάντως την κρατούσε πάντα ενοχικά μοναχική, καθώς φοβόταν να την αφήσει να εκραγεί φανερά και μαζί με κάποιον άλλον, με τον άντρα της ή…
Ώσπου μια μέρα η μικρή Γιαπωνέζα, ανακάλυψε ότι … δεν είναι γιαπωνέζα. Ήταν όλα ένα ψέμα. Ανακάλυψε ότι γεννήθηκε στην Ελλάδα, ότι ζει και δουλεύει στην Αθήνα, ότι έστησε γύρω της ένα κλουβί σχέσεων τέτοιων – στο σπίτι, στη δουλειά, στα ερωτικά, στο γάμο, στην αναζήτηση της αλήθειας – που να μην την αφήνουν να δει την αλήθεια. Και είδε ακόμα ότι η αλήθεια ήταν ότι είναι βαθιά δυστυχισμένη και ότι – τι περίεργο – γύρω της υπήρχαν χιλιάδες «μικρές γιαπωνέζες με ξύλινα παπούτσια» που δεν τις έβλεπε πριν.
Όλα τα είδε μέσα σε μια στιγμή, όσο κρατάει μια φλασιά της φωτογραφικής μηχανής. Και τότε θύμωσε. Θύμωσε γι’ αυτό που της είχαν κάνει. Θύμωσε με τον εαυτό της που το δέχτηκε. Θύμωσε γιατί κατάλαβε πως ό,τι μας συμβαίνει εμείς οι ίδιοι το έχουμε προκαλέσει ή απλώς επιτρέψει. Κι όταν της πέρασε ο θυμός, ανακάλυψε ότι είχαν εξαφανιστεί τα «ξύλινα παπούτσια»!
Στην αρχή τρόμαξε πολύ! Θα μπορούσε άραγε χωρίς αυτά «να σταθεί στα πόδια της»; Κάτι μέσα της φοβότανε πως όχι, αλλά και κάτι της έλεγε ότι μπορεί. Κι άρχισε να περπατάει δειλά δειλά μόνη της…
Κι έτσι τώρα πια, άλλοτε παραπατάει, άλλοτε πέφτει, άλλοτε απογοητεύεται, άλλοτε χρησιμοποιεί όλα τα παλιά της κόλπα, αλλά όλο και πιο πολύ ξεφοβάται, όλο και πιο πολύ φέρνει την κρυφή της ζωή στο φως, και γίνεται έντιμη – δηλαδή: αυτό που σκέφτεται, αυτό λέει, κι αυτό κάνει. Ξέρει πια πως ό,τι και να κάνει, τα «ξύλινα παπούτσια» τα έχει πετάξει για πάντα – και πάντως ξέρει ότι δεν είναι γιαπωνέζα.

***

Πώς φτιάχτηκαν τ’ αστέρια

Για να μην ξεχνιόμαστε μωρά μου ότι η βασική αιτία που είμαστε εδώ είναι ο «Παραμυθάς», σήμερα θα σας δείξω μια ιστορία – που της έχω αδυναμία – για το πώς φτιάχνονταν κάποτε τ’ αστέρια. Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι θα σας αρέσει. Δεν σας λέω τίποτ’ άλλο γιατί θέλω να ανεβάσω γρήγορα το βίντεο, αλλά θα τα πούμε αύριο.

Σας φιλώ πολύ
Π.

Μπορείτε να κατεβάσετε το βίντεο από εδώ.

Τέσσερις στιγμές από τη «Χιλιοποδαρούσα».

Γεια σας παιδιά. Έμπλεξα αυτές τις μέρες με κάτι δουλειές και δικαστήρια που είχα μέχρι σήμερα το πρωί κι απλώς διάβαζα αυτά που μου γράφατε. Τι να πω!… Ένας μήνας και κάτι, από τότε που «ανοίξαμε» ως blog κι ακόμα με συγκινείτε! Για σήμερα διάλεξα τέσσερα στιγμιότυπα από τη Χιλιοποδαρούσα που γελάω ακόμα και σήμερα όταν τα βλέπω. Το πρώτο έχει να κάνει με την τελευταία εφεύρεση του Τιμολέοντα και τα άλλα τρία είναι οι απόπειρες που έκαναν η Ροζαλία και ο Τιμολέων να πάρουν μέρος σε… διαφημιστικά spots της εποχής. Καλά!… Θα δείτε.

Πολλά φιλιά.
Π.

Κατεβάστε το βίντεο από εδώ.

Ιανός κ.λπ.

elefantas.jpg

Τι να πω ρε παιδί μου, τι να πω… Μ’ έχετε συγκινήσει, μ’ έχετε κάνει χαρούμενο, και τώρα μ’ έχετε εντυπωσιάσει. Τα ‘χω χάσει μαζί σας! Δεν βλέπετε που κάθησα πάνω στο φίλο μου τον ελέφαντα και σας κοιτάζω προβληματισμένος; Γιατί μ’ έχετε εντυπωσιάσει; Πρώτον, επειδή μάθατε πριν από μένα (!!!) τι ώρα και πού στον Ιανό θα γίνει η εκδήλωση (μόνο το 21 Απριλίου και το Βιβλιοπωλείο, γενικώς ως χώρο, ήξερα) και δεύτερο – και τρομερότερο – ένα παιδί λέει: «Αν και η εκδήλωση ισχύει, δεν είναι περίεργο που ο αγαπημένος μας Παραμυθάς δεν ανέφερε κάτι εδώ;» Ε, με αυτό κουφάθηκα! Γιατί ναι, υπάρχει κάτι περίεργο: Το βιβλίο κατ’ αρχήν έχει εκδοθεί αρχές του 2004, πριν τρία χρόνια δηλαδή, κι έπρεπε τότε να έχει γίνει παρουσίαση. Έπειτα, είναι κυρίως για «μεγάλα παιδιά» από 11 έως και 50 χρονών (από αυτό είναι ένα μεγάλο μέρος του πρώτου post που έβαλα, το «Γεια σας», εδώ στο blog). Ο λόγος που δεν λέω τίποτα εδώ και τρεις μέρες (ναι είναι περίεργο επειδή πάντα γράφω κάτι τα Σάββατα) είναι γιατί δεν θα μπορούσα να σας γράψω κάτι, αλλά να κάνω την πάπια για την εκδήλωση στον Ιανό, αφού την ανακαλύψατε. Ήθελα, όμως, πρώτα να βρω κάποιον από τον εκδοτικό οίκο που έχει βγάλει το βιβλίο μου και να συνεννοηθώ. Αλλά μέχρι τώρα που μιλάμε δεν βρήκα κανέναν. Ωστόσο, μπορώ να σας πω γιατί δεν είχα πει τίποτα μέχρι τώρα που το βρήκατε εσείς (diogenisa). Γιατί εγώ δεν είχα σκοπό να το κάνω. Για έναν πολύ απλό λόγο: η εκδήλωση δεν είναι του εκδοτικού οίκου με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου, σε ένα ουδέτερο χώρο. Είναι σε ένα βιβλιοπωλείο, όπου πουλιούνται όλα τα βιβλία μου, και δεν θα ήθελα να σας καλέσω κάπου όπου υπονοεί την πιθανότητα πώλησης και αγοράς. Το blog αυτό δεν έγινε για να πουλήσει – ούτε άμεσα ούτε έμμεσα – τίποτα. Είναι ό,τι είναι και τα δικά σας blogs: ένας τρόπος επικοινωνίας. Το ειδικό αυτού του blog είναι ότι κατά κάποιο τρόπο εκδηλώνει την «φιλικομπαμπαδοπαππουδίστικη» τρυφερότητα που ένοιωθα για σας όταν έκανα την εκπομπή στην τηλεόραση, μια εκδήλωση που μου είχε λείψει και που τώρα την ξαναβρήκα, και μου δίνει διπλάσια χαρά, γιατί τώρα ξέρω την αντίδρασή σας , ενώ τότε δεν την ήξερα. Πίσω από αυτή την εκδήλωση υπάρχει αγάπη, κι όπως ξέρετε η αγάπη δεν πουλιέται ούτε αγοράζεται – αν και πολλοί θα το ‘θελαν ή το προσπαθούν. Η αγάπη μόνο δίνεται, χωρίς να περιμένει αντάλλαγμα και χωρίς καν να ενδιαφέρεται για ανταπόκριση – αν υπάρχει ανταπόκριση υπάρχει, αλλιώς δεν αλλάζει τίποτα. Δεν πουλάω τίποτα λοιπόν – ούτε καν «μούρη», κυρίως αυτήν.

Ελπίζω αύριο να μάθω τι ακριβώς θα γίνει στον Ιανό, γιατί το βιβλίο δεν είναι για μικρά παιδιά, άρα ο παιδότοπος είναι ακατάλληλος και επίσης δεν θα «παίξω» τον ΠΑΡΑΜΥΘΑ, θα είμαι ο συγγραφέας του βιβλίου του. Ίσως έτσι να μη σας ενδιαφέρει να έρθετε. Ελπίζω, όμως, αύριο να μάθω και να σας πω τι ακριβώς θα γίνει, αλλά όποιος έρθει – αν έρθει – θα μου υποσχεθεί ότι δεν θα αγοράσει τίποτα δικό μου.
Συγνώμη που χρησιμοποίησα αυτό το χώρο για τέτοιο θέμα, αλλά με εντυπωσιάσατε με τα σχόλιά σας.
Σας φιλώ πολύ και καλή βδομάδα
Π.

Ο κήπος με τ’ αγάλματα

Νομίζω ότι πια έχουμε ξεφύγει από το να είναι το blog σκληροπυρηνικά «ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ» και είναι του Παραμυθά που γράφει και βάζει ό,τι θέλει, «κατά που φυσάει ο άνεμος» όπως είχα πει. Έτσι, μετά τη ΧΙΛΙΟΠΟΔΑΡΟΥΣΑ, να σήμερα κι ένα απόσπασμα από τον ΚΗΠΟ ΜΕ ΤΑ ΑΓΑΛΜΑΤΑ που είπατε. Θα δείτε την αρχή του πρώτου επεισοδίου και, καθώς υπάρχουν και οι τίτλοι του, δεν χρειάζεται να μπω σε λεπτομέρειες για το ποιοι το έκαναν. Να πω μόνο ότι γυρίστηκε το καλοκαίρι του 1979 και άρχιζε να παίζεται το χειμώνα της ίδιας χρονιάς. Επίσης, όσοι ακούτε ραδιόφωνο, το κοριτσάκι μετά τον τίτλο, «Μουσική Σταμάτης Σπανουδάκης», ναι: είναι η Κλεοπάτρα Φυντανίδου, παραγωγός του BEST RADIO σήμερα. Δυστυχώς, τότε δεν ήξερα και την άλλη αγαπημένη μου παραγωγό του BEST, Αφροδίτη Σημίτη, για να την δείτε κι αυτήν ως γλυκό μικρό κοριτσάκι.
Θα χαρώ πάρα πολύ αν κάποιο από τα παιδιά που έπαιζαν τότε στο σήριαλ, δει το blog και μου γράψει.
Καλό Σαββατοκύριακο – αν κι έχω στο νου μου να σας γράψω κάτι.
Σας φιλώ πολύ
Π

ΥΓ: Το βίντεο θα μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ.