Πέντε πράγματα για μένα

Λοιπόοοον… Ήρθε η ώρα – λίγο καθυστερημένα, αλλά ήρθε – να παίξω το παιχνίδι που σας υποσχέθηκα, με τα πέντε πράγματα για μένα που μου πρότεινε η sitronella. Δεν συμφωνείτε όλοι να το κάνω, αλλά τα επιχειρήματα εκείνων που θέλουν με ψήσανε. Λοιπόν:

1) Γιατί έχω άσπρα μαλλιά:bluebox2.jpg Ο Παραμυθάς πρωτοεμφανίστηκε στην τηλεόραση όταν ήταν ακόμη ασπρόμαυρη, τον Οκτώβριο του 1978. Στο πρώτο δοκιμαστικό που έγινε, ήταν με τα κανονικά του μαλλιά και μουστάκι, δηλαδή μαύρα, και χωρίς γυαλιά. Ήταν μόνος μέσα σε ένα μαύρο στούντιο, για το εφέ που υπήρχε τότε το CHROMA KEY εξαφάνιζε ότι ήταν μαύρο, κι έμενε ο άνθρωπος ακριβώς όπως όταν «ξεγυρίζουμε» με το ψαλίδι μια φωτογραφία και την κολλάμε πάνω σε κάτι άλλο, όπως όταν κάνουμε κολάζ. Έτσι και στην περίπτωσή μας, εξαφανιζόταν το μαύρο στούντιο κι έμενε ένας άνθρωπος στο κενό, που η κονσόλα με το ειδικό εφφέ, τον «έπαιρνε» και τον έβαζε πάνω στο σχέδιο που ζωγραφιζόταν σε ένα ειδικό τραπέζι, στην άκρη του στούντιο, και που μία δεύτερη κάμερα το έστελνε κι αυτό στην κονσόλα, που «πάντρευε» τις δύο εικόνες, φτιάχνοντας ένα ηλεκτρονικό κολάζ. Έτσι ο Παραμυθάς, θα μπορούσε να μπαίνει σε λιβάδια, δάση, σπίτια ή στον ουρανό. Έλα, όμως, που σε εκείνο το πρώτο δοκιμαστικό δεν είχε σκεφτεί κανείς ότι μαζί με το μαύρο στούντιο θα «εξαφανιζόταν» κι ό,τι μαύρο είχε πάνω του ο Παραμυθάς. Κι έτσι, η πρώτη εικόνα του Παραμυθά, είχε μια τρύπα στο κεφάλι εξαιτίας των μαύρων μαλλιών του, δύο τρύπες στα μάτια που ήταν σκούρα καστανά, άλλες δύο στα μαύρα φρύδια, και μια τρύπα κάτω από τη μύτη όπου ήταν το μαύρο μουστάκι! Έπεσε πανικός στο στούντιο. «Ψυχραιμία», τους είπα, θα τον κάνουμε παππού κι όχι μπαμπά όπως υπολογίζαμε. Έτσι, έγιναν άσπρα τα μαλλιά, τα φρύδια και το μουστάκι, και μπήκανε και γυαλιά που καθώς γυαλίζανε δεν άφηναν τα μάτια να γίνουν τρύπα. Ένα χρόνο αργότερα, η τηλεόραση έγινε έγχρωμη, και το chroma key αντικαταστάθηκε από το BLUE BOX. Δηλαδή εξαφανιζόταν ό,τι ήταν μπλε. Αλλά ήταν πια αργά: ο Παραμυθάς ήταν πια παππούς, κι έμειναν όλα όπως ήταν, μόνο που τώρα το στούντιο ήταν όλο μπλε, όπως βλέπετε.

studio.jpg

2) Γιατί φοράω γυαλιά: Αυτό εξηγήθηκε στο προηγούμενο.

gileko.jpg 3) Γιατί φοράω το μαγικό γιλέκο: Αυτό είναι πιο απλό. Όταν σχεδιαζόταν η εκπομπή, θυμήθηκα πως είχα διαβάσει παλιότερα ότι στην Αμερική είχαν τραυματιστεί σοβαρά και σκοτωθεί δεκάδες παιδάκια που, επηρεασμένα από τις ταινίες του SUPERMAN, δοκίμασαν να πετάξουν πηδώντας από ταράτσες, μπαλκόνια και δέντρα. Αν μάθαινα ποτέ ότι είχε γίνει κάτι τέτοιο εξαιτίας του Παραμυθά, θα τρελαινόμουν. Κι έτσι, για να πετάει ο Παραμυθάς, χρειαζόταν να φοράει πάντα το μαγικό γιλέκο που «χωρίς αυτό» όπως έλεγε πάντα «δεν γινόταν τίποτα». Ποτέ δεν μ’ άρεσαν τα γιλέκα, αλλά θυμήθηκα ότι κάποτε, σε μια γιορτή μου κάποιος μου χάρισε ένα γιλέκο που δεν είχα βάλει ποτέ. Είναι αυτό το ίδιο που θα φόραγα ακόμα και σήμερα αν ήθελα να… πετάξω.

sxedio.jpg 4) Πώς γίνεται να γράφει το μαγικό μολύβι χωρίς να φαίνεται: Αν η εκπομπή γυριζόταν σήμερα θα ήταν εξαιρετικά απλό γιατί θα γινόταν με κομπιούτερ. Τότε, όμως, δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα, κι έτσι όλη η δουλειά γινόταν με μια πατέντα που είχε σκεφτεί ο Αλέκος ο Κυριτσόπουλος που έκανε τα σχέδια. Η πατέντα είναι το σχέδιο που βλέπετε. Ένα τραπέζι, με ένα τζάμι στη μέση που πάνω του έμπαινε ένα φτηνό απορροφητικό χαρτί, που είχε φτιαγμένα από πριν με μολύβι τα σχέδια που γίνονταν την ώρα της μαγνητοσκόπησης με μαρκαδόρους , οι οποίοι πότιζαν το χαρτί και φαίνονταν σε ένα φωτισμένο με δύο προβολείς καθρέφτη που ήταν κάτω από το τζάμι, σαν γραμμή που κινείται μόνη της. Από τον καθρέφτη έπαιρνε το σχέδιο η κάμερα που ήταν μόνιμα στημένη εκεί για αυτή τη δουλειά αποκλειστικά, και το έστελνε κι αυτό στην κονσόλα με τα εφέ.

drawing.jpg

bluebox.jpg5) Πώς γίνεται και πετάω: Χα, χα, χα… Αυτό γινόταν έτσι ακριβώς όπως λέει στο σχόλιό του ότι το έκανε κι ένας από σας: ξάπλωνα σε ένα σκαμνί. Το σκαμνί ήταν μπλε (στην αρχή ήταν μαύρο όπως είπαμε) και γι ‘αυτό εξαφανιζόταν, αφήνοντάς με στο κενό, για να με βάλει η κονσόλα πάνω στο σχέδιο που γινόταν ή ήταν έτοιμο. Εγώ έμενα ακίνητος κουνώντας μόνο χέρια και πόδια, και κουνιόταν η κάμερα πάνω στο σχέδιο, δίνοντας την εντύπωση ότι πετάω.

Αυτάααα… Αλλά υπάρχει και κάποιο έκτο. (Δεν ξέρω αν αυτό που θα σας πω είναι κείνο που υπονοεί ένα παιδί στο σχόλιό του). Αυτό που – όσα κι αν σας πω- είναι εκείνο που δεν αφήνει να χαθεί η «μαγεία», δεν χάνεται ακόμα κι αν απομυθοποιηθεί τεχνικά ο Παραμυθάς.

6) Το «μυστικό» του «ΠΑΡΑΜΥΘΑ». Το μυστικό της εκπομπής είναι ότι όλοι όσοι κάναμε αυτή την εκπομπή, την ώρα που την κάναμε γινόμαστε παιδιά και την «καταβρίσκαμε». Είμαστε αθώοι και ανοικτοί. Με λίγα λόγια: αγαπούσαμε αληθινά αυτό που κάναμε, και αγαπούσαμε κι όλα τα παιδιά που φανταζόμασταν ότι θα βλέπανε αυτό που κάναμε. Αυτή η αγάπη είναι που νοιώθατε τότε μωρά μου, αυτή η αγάπη είναι που μπήκε τότε στην καρδιά σας και σας κάνει ακόμα και σήμερα να την νοιώθετε, και να με κάνετε με τα σχόλιά σας να δακρύζω, και να λέω: «Ναι, δεν έκανα λάθος τότε. Τα παιδιά ένοιωθαν την αγάπη, την τρυφερότητα, τη στοργή, την αλήθεια, που στέλναμε». Κι επιτρέψτε μου, με όλο το θάρρος, να σας πω: Αν έχετε νοιώσει την αγάπη παιδιά μην την κρύβετε τώρα που μεγαλώσατε. Μη φοβάστε. Ανοίξτε την καρδιά σας κι άστε την αγάπη να ξεχύνεται, κι ας πληγωθείτε. Μη σας νοιάζει. Μη φοβάστε να πληγώνεστε. Όλες οι αρρώστιες, όλοι οι καρκίνοι, τα εγκεφαλικά, τα εμφράγματα, όλες οι αρρώστιες, δεν είναι από πληγωμένη αγάπη, είναι από κρυμμένη, από θαμμένη, από τσιμεντωμένη αγάπη μέσα μας. Ξαμολάτε την λοιπόν… Μη φοβάστε τίποτα… Αρκεί αυτό που έχετε μέσα σας να είναι αληθινή αγάπη… Δεν εννοώ τα διάφορα συναισθήματα, αυτά είναι εύκολα, η αγάπη δεν είναι συναίσθημα, είναι κατάσταση που ζεις μέσα της χωρίς να τη νοιώθεις, απλώς είσαι μέσα. Δεν την νοιώθεις. Είναι σαν τα δόντια μας που δεν τα νοιώθουμε όταν είναι υγιή, είναι εκεί και κάνουν τη δουλειά τους. Τα νοιώθουμε μόνο όταν χαλάσουν, όταν αρρωστήσουν. Τον έρωτα τον νοιώθουμε (όχι ότι δεν έχει τη θέση του στη ζωή), επειδή είναι ψιλοχαλασμένη αγάπη, αγάπη που πήρε λάθος στροφή. Γι’ αυτό η ελληνική γλώσσα, χρησιμοποιεί για τον έρωτα την έκφραση, «σου πονάει το δοντάκι, ε;».
Αρκετά σας ζάλισα μωρά μου. Καληνύχτα.
Σας φιλώ πολύ.
Π

Η ιστορία της Γυαλένιας Τοίχου

storyteller-2.jpg
Σε ένα προηγούμενο post σάς είχα πει ότι τελικά το blog θα τ’ αφήσω να πηγαίνει όπου φυσάει ο άνεμος. Δεν μπόρεσα να κρατήσω την υπόσχεσή μου να απαντήσω στα πέντε πράγματα για μένα, γιατί δεν ετοιμάστηκαν οι φωτογραφίες που ήθελα να βάλω, κι αναβάλεται για αύριο, Τετάρτη. Κι έτσι για να εξιλεωθώ, θα σας βάλω εδώ την τελευταία ιστορία που έγραψα ποτέ, αρκετά προσωπική, πριν δύο μήνες. Δεν είναι για μένα ή μπορεί και να είναι… Ποιος ξέρει. Τέλος πάντων, κάθε ομοιότητα με πρόσωπα και καταστάσεις είναι εντελώς… επίτηδες. Είμαι περίεργος αν θα σας αρέσει. Λοιπόν…

Μια φορά κι ένα καιρό, σε ένα πολύ ωραίο σπίτι με κήπο, πολύ κοντά στην πόλη, ζούσε η οικογένεια του κυρίου και της κυρίας Γυάλινου Τοίχου. Ο κύριος και η κυρία Τοίχου, είχαν τρία παιδιά, δύο κορίτσια κι ένα αγόρι: την Γυαλένια, την Γυάλινη και τον Γυαλένιο.
Το ονοματεπώνυμο της οικογένειας του πατέρα Γυάλινου Τοίχου, χανόταν βαθιά μέσα στην ιστορία, στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η κυρία Γυάλινου Τοίχου που καταγόταν από άλλη χώρα και λεγόταν Ouvre Coeur, όταν ερωτεύτηκε τον νεαρό Γυάλινο Τοίχο, τον παντρεύτηκε και πήγε να ζήσει μαζί του σε ένα μεγάλο ωραίο σπίτι με πολλά δωμάτια και υπηρέτες, όπου εκεί έκανε ό,τι ήθελε η πεθερά της κι όχι ο πεθερός της, ένας καλός και ήσυχος άνθρωπος που τα είχε εγκαταλείψει όλα στη γυναίκα του, ακόμα και τον εαυτό του• και μάλιστα για να τον αφήσει ήσυχο δέχτηκε να πάρει αυτός το ονοματεπώνυμό της κι όχι εκείνη το δικό του. Έτσι από κύριος Ευγένιος Αδυνάμου, έγινε: κύριος Γυάλινος Τοίχος.

Read the rest of this entry »

Καταραμένο «dial up»

Λοιπόν, είχα μια ιδέα που θα σας αρέσει και μου την έδωσε αυτό το παιχνίδι «πες 5 πράγματα για σένα» που μου πρότεινε να παίξω η sitronella, αλλά δυστυχώς εδώ στο σπίτι μου, στο Καπανδρίτι, υπάρχει μόνο αυτό το καταραμένο dial up και δεν γίνεται να στείλω φωτογραφίες και τέτοια γρήγορα, οπότε για να ανεβάσω την ιδέα μου, θα πάρει όλο το Σαββατοκύριακο. Θα το κάνω, λοιπόν, τη Δευτέρα. Για να σας ανοίξω την όρεξη, όμως, σας λέω ότι τη Δευτέρα θα σας πω 5 πράγματα για μένα, τον Παραμυθά, που δεν ξέρετε και μάλλον απ’ ό,τι κατάλαβα από κάποια σχόλιά σας θα θέλατε να μάθετε. Θα σας πω λοιπόν: 1) γιατί έχω άσπρα μαλλιά, 2) γιατί φοράω γυαλιά 3) γιατί φοράω το μαγικό γιλέκο 4) πώς γίνεται να γράφει το μαγικό μολύβι χωρίς να φαίνεται 5) πώς γίνεται και πετάω. .. Τώρα, όμως που το ξανασκέφτομαι, δεν ξέρω… Τι λέτε κι εσείς; Ακούστε: Αν νομίζετε, ότι λέγοντάς σας όλα αυτά τα μυστικά θα απομυθοποιηθώ, τότε δεν θα το κάνω, θα τα κρατήσω και τα 5 μυστικά για πάντα. Τι λέτε; Θέλετε να σας τα μαρτυρήσω; Αλλά με μια συμφωνία: όπως σας έχω ξαναπεί, δεν θα τα μαρτυρήσετε στους μεγάλους. Έτσι;
Καλό βράδυ
Σας φιλώ πολύ.
Π
Υ.Γ. Καλό το βίντεο για το μαγικό μολύβι, ε;

Ο κλέφτης του μαγικού μολυβιού

Σήμερα κλείνουν δύο εβδομάδες από τότε που ξεκίνησε αυτό το blog κι ομολογώ ότι δεν έχει ακόμα καταλαγιάσει η συγκίνηση που μου δημιούργησαν οι αντιδράσεις σας, κι αυτό λίγο με μπερδεύει γιατί εκεί που λέω, «προς τα ‘δω θα το πάω», έρχεται κάποιο σχόλιό σας και λέω, «όχι προς τα ‘ κει θα είναι καλύτερα», ενώ ένα τρίτο αντρέπει τα δύο προηγούμενα. Ξεκίνησε για blog αποκλειστικό Παραμυθά, αλλά μπήκε κι η Χιλιοποδαρούσα. Έλεγα μόνο να γράφω παραμύθια και φωτογραφίες, αλλά τώρα βάζουμε και βίντεο. Ήθελα να κάνουμε γενικώς πλάκα, αλλά αρκετές φορές κάποια από τα σχόλιά σας μου το σπρώχνουν προς το σοβαρό – μέχρι κι ένα μελαγχολικοερωτικό τραγούδι σας έβαλα! Οπότε κι εγώ, λοιπόν, αποφάσισα να αφήσω το blog να πηγαίνει «όπου φυσάει ο άνεμος».
Σήμερα, έτσι για το καλό Σαββατοκύριακο, θα δείτε ένα βίντεο με εκείνη την περίπτωση τότε που μου είχαν κλέψει το μαγικό μολύβι μου. Το αφιερώνω στις θαυμάστριες του μαγικού μολυβιού που με ρώτησαν τι κάνει ή του έστειλαν χαιρετίσματα.
Σας φιλώ
Π.

ΥΓ: Μπορείτε να κατεβάσετε το βίντεο από εδώ.

Η φίλη μου η χελώνα

Ξέρετε την ιστορία του Αίσωπου με τον λαγό και την χελώνα; Ε, λοιπόν, δεν θα το πιστέψετε, αλλά τις προάλλες, έζησα μια ιστορία που μοιάζει μ’ αυτήν. Διαβάστε και θα δείτε.
Προχθές, λοιπόν, με το που ανέτειλε ο ήλιος βγήκα στα χωράφια. Εκεί που έτρεχα, μου φάνηκε πως πήρε το μάτι μου μια χελώνα και γύρισα πίσω για να δω.
«Καλημέρα», της λέω, «για πού το ‘βαλες»;
«Ποιος είσαι εσύ και πώς μπορείς να μιλάς τη γλώσσα μου;»
«Είμαι ο Παραμυθάς και μπορώ να μιλάω με όλα τα ζώα, τα φυτα και τα πράγματα. Γιατί τρέχεις, λοιπόν;»
«Τρέχω, γιατί κάποιος με κυνηγάει να με πιάσει».
«Αχα, χούχα… έτσι αργά που πας», της λέω, «σίγουρα θα σε πιάσουν. Κρύψου εδώ για λίγο και πάω εγώ να δω».
Δεν είχα προχωρήσει ούτε 100 μέτρα, κι είδα κάποιον που κοιμόταν. Μου φάνηκε ύποπτος και τον ρώτησα:
«Ε, κύριος, τι κάνεις εδώ»;
Εκείνος άνοιξε τα μάτια του και μου λέει:
«Δεν βλέπεις; Κυνηγάω χελώνες».
«Αν τις κυνηγάς έτσι, τότε η φίλη μου δεν έχει να φοβηθεί τίποτα», είπα μέσα μου κι έφυγα, λέγοντάς του: «Καλό κυνήγι».
«Ε, κυρά χελώνα, βγες. Αυτός που σε κυνηγάει το’ χει ρίξει στον ύπνο».
«Αχ, σ’ ευχαριστώ πολύ, Παραμυθά. Τι κρίμα να μην είσαι μικρός να σε πάω μια βόλτα».
«Χα, χα, και γι’ αυτό σκας, και δε γίνομαι αμέσως. Δεν ξέρω μόνο τη γλώσσα σου, αλλά μπορώ να γίνομαι κι όσο μικρός ή τεράστιος θέλω». Και … τσουπ, γίνομαι μικρός και καβαλλάω στην πλάτη της. Κι έτσι ξεκινήσαμε αργά-αργά να πάμε βόλτα. Ύστερα από πολύ ώρα, γιατί η χελώνα πήγαινε τόσο σιγά που ήταν σαν να στεκόμαστε, βγήκαμε από το δάσος και φτάσαμε στην άκρη της πόλης, που ήταν γεμάτη σπίτια κι αυτοκίνητα.
«Τι είναι αυτό», με ρωτάει.
«Πολυκατοικία», της απάντησα.
«Και τι είναι πολυκατοικία», με ξαναρώτησε.
«Πολυκατοικία», της απάντησα, «είναι ένα σπίτι με πολλά πατώματα για να μένουν πολλοί άνθρωποι μαζί». «Τσ,τσ,τσ…», έκανε η χελώνα. «Για σκέψου να υπήρχαν πολυκατοικίες και για χελώνες. Θα μας ερχόταν τρέλα.» «Και σε μάς έρχεται τρέλα, αλλά κάνουμε πως δεν μας έρχεται», είπα.
Η βόλτα κράτησε πολύ και μας βρήκε η νύχτα.
«Την άλλη φορά θα σε πάω εγώ βόλτα πετώντας».
«Μπα! Πετάς κι όλας;» με ρώτησε.
«Αμέ. Τι με πέρασες; Θες να σε πάω τώρα ένα γύρο πάνω από την πόλη;»
«Μπα, νύσταξα», μου λέει η χελώνα.
«Να σου πω την αλήθεια, κι εγώ νύσταξα», της είπα. «Κι επειδή είναι ωραία βραδιά, θα κοιμηθώ, εδώ μαζί σου».
«Θα σε φιλοξενήσω, έλα μπες», είπε η χελώνα και χώθηκε στο καβούκι της. Κι εγώ έγινα πάρα, πάρα, πάρα, μα πάρα πολύ μικρός και μπήκα μέσα στο καβούκι της. Ξάπλωσα δίπλα της και γρήγορα με πήρε ο ύπνος.
Από τότε, γίναμε για πάντα φίλοι. Όταν έχει κέφια, την κάνω βόλτες πετώντας. Κι όταν με βρει η νύχτα στο δάσος, μένω για ύπνο εκεί. Γίνομαι πολύ μικρός και η φίλη μου η χελώνα με φιλοξενεί στο καβούκι της.
Καληνύχτα. Σας φιλώ πολύ.
Π.

Χιλιοποδαρούσα

Ελπίζω να λύθηκε το πρόβλημα με το βίντεο για το πώς απόκτησα το μαγικό γιλέκο μου. Ο «μάστρο-Κώτσος» που γύρισε από το «τριήμερο», λέει ότι δεν έκανε τίποτα επειδή το βρήκε να λειτουργεί μια χαρά. Τι να πω! Άβυσσος η λειτουργία του κομπιούτερ.
Επειδή κάποια παιδιά από σας φαίνεται να ήταν μικρότερα και θυμόντουσαν περισσότερο τη «Χιλιοποδαρούσα», θα βάλουμε και κάποια λίγα πράγματα που έχω απ’ αυτήν, αρχίζοντας – όπως πρότεινε κι ένα παιδί – από τη μουσική της, δήλαδη το σήμα των τίτλων της. Το σχέδιο είναι της Ελένης Ταπτά και η μουσική του Σταμάτη Σπανουδάκη. (Χα, χα, χα… θα τον μαρτυρήσω εδώ: Μερικά χρόνια μετά που είχε σταματήσει η «Χιλιοποδαρούσα», έβαλε στη μουσική στίχους και το έκανε ένα πολύ ωραίο «ξεσηκωτικό» τραγούδι που το λέει η Πρωτοψάλτη, αλλά δεν θυμάμαι τον τίτλο του.)
Τέλος πρέπει να πω ότι εξακολουθούν να με συγκινούν τα σχόλιά σας, κι έτσι μου ‘ρχεται ώρες ώρες ν’ απαντήσω στον καθένα χωριστά, αλλά αυτό όταν… γεράσω πάρα πολύ και πάψω να δουλεύω – δεν μιλάω για σύνταξη, αυτή σε ενάμιση χρόνο βγαίνει, αλλά και δεν πάει να βγαίνει, εγώ δεν θα … βγω τόσο γρήγορα! Λέω, λοιπόν, να βγάλω ένα printout από όλα τα σχόλια – πάντα είναι καλύτερα να διαβάζεις κάτι που γράφτηκε στο κομπιούτερ τυπωμένο – να τα διαβάσω με την ησυχία μου και πολύ πιο προσεκτικά – ψύχραιμα κυρίως – και να σκεφτώ τι θα κάνω.
Άντε καλό βράδυ, κι ελπίζω να διασκεδάσετε με το σήμα της «Χιλιοποδαρούσας»

Σας φιλώ πολύ
Π.

Μια παλιά ιστορία μου

Λοιπόν, λέω σήμερα να σας πω την ιστορία για το πώς έγιvε κι άρχισα vα γράφω κάποια εποχή σε μια εφημερίδα. Έχει πολύ πλάκα, όταν τη θυμάμαι. αυτή την περίπτωση!
Μια φορά, λοιπόν, εκεί που καθόμουν μου ‘ρθε η ιδέα να γράψω τις ιστορίες μου – όπως ξέρετε είναι ιστορίες, δεν είναι παραμύθια – σε κάποια εφημερίδα. Παίρνω, λοιπόν, μια φίλη μου που δούλευε σε μιά από τις πιο γνωστές εφημερίδες, της λέω την ιδέα, ενθουσιάζεται και μου κλείνει ραντεβού με τον Διευθυντή.
Έτσι, την άλλη μέρα, πού με χάνεις πού με βρίσκεις, να’ μαι μπροστά στο μεγάλο κτίριο του εκδοτικού οίκου.
-Πώς λέγεστε, κύριε; με ρώτησε o θυρωρός στηv είσoδo της εφημερίδας.
-Καλά, δεv τov ξέρεις; ψιθύρισε o πλαϊvός τoυ, είvαι o Παραμυθάς πoυ έκαvε παλιά εκείvη τηv εκπoμπή στηv τηλεόραση.
– Α, ναι! είπε ο άλλος και με οδήγησε στο ασανσέρ, λέγοντας, «περάστε κύριε…»
– Καλώς τον, τov κύριo Παραμυθά, είπε o διευθυvτής μόλις με είδε vα μπαίvω στo γραφείo τoυ, καθήστε.
Κάθησα στην πολυθρόνα που μου έδειξε κι εκείνος συνέχισε.
– Ώστε, λoιπόv, θέλετε vα γράφετε στην εφημερίδα μας. Πέστε μoυ κάτι: Πώς γίνεται το κόλπο και πετάτε;
– Δεν είναι κόλπο. Πετάω.
– Δηλαδή, πετάτε στ’ αλήθεια;
– Φυσικά, τoυ απάvτησα. Χάρη σ’ αυτό τo μαγικό γιλέκo πoυ φoράω και πoυ μoυ τo ύφανε κάπoτε μια vεράιδα.
– Ελάτε, τώρα, κύριε Παραμυθά, δεv είμαι καvέvα παιδάκι.
– Αυτό είναι και το πρόβλημά σας, κύριε Διευθυντά, τoυ είπα και όρθιος πια – και με εκείνο το αυστηρό παππουδίστικο ύφος που με πιάνει καμιά φορά, – του λέω: «Αvoίξτε τo παράθυρό σας, κύριε Διευθυvτά.»
Εκείvoς σηκώθηκε γελώvτας ειρωνικά, μoυ άvoιξε τo παράθυρo κι εγώ… φρoυουουουπ… βγήκα έξω πετώvτας.
Αφoύ έκαvα μια βόλτα, περνώντας ξανά και ξανά μπροστά από το παράθυρό του, ξαvαμπήκα μέσα στo γραφείo τoύ Διευθυvτή, πoυ είχε πέσει στηv καρέκλα τoυ κι έκαvε αέρα και με τα δυο του χέρια.
– Μηv κάvετε έτσι κύριε διευθυvτά, τoυ είπα εγώ, δεv είvαι δα και τόσo σπoυδαίo!
– Σε λίγo θα μας πεις ότι δεv είvαι σπoυδαίo vα γίvεσαι μεγάλoς σαv ελέφαvτας και μικρός σαv καρφίτσα, μουρμούρισε.
Δεv πρόλλαβε vα τo πει και… τσoυπ: έγιvα τεράστιoς, αλλά δεv τo υπoλόγισα καλά και… μπαμ: χτυπάω τo κεφάλι μoυ στo ταβάvι.
– Καλύτερα vα γίvω πoλύ μικρός, είπα και… τσαφ: έγιvα τόσo δα μικρός και κάθησα στo πιατάκι τoυ καφέ τoυ.
– Πάρτε τov από δω, φώναξε ο Διευθυντής! Θα με τρελάvει! Στ’ αλήθεια μπoρεί και τα κάvει όλα αυτά! Εvτάξει, εντάξει, Παραμυθά, θα γράφεις στηv εφημερίδα μας.
– Σας ευχαριστώ πoλύ, είπα και ξαvάγιvα καvovικός.
Έτρεξα στo σπίτι μoυ για v’ αρχίσω vα γράφω διάφορες ιστορίες από τη ζωή μου σαν κι αυτήν.
Και ξέρω ότι εσείς που θα τις διαβάζετε ή θα τις βλέπετε εδώ, τις πιστεύετε, γιατί δεν χαζέψατε μεγαλώνοντας.
Σας φιλώ πολύ.
Π.
Υ.Γ. Ίσως αντί για το, «δεν χαζέψατε» καλύτερα θα ήταν το, «δεν στέγνωσε η καρδιά σας».

βίντεο: Πώς απόκτησα το μαγικό γιλέκο μου

Tο επεισόδιο που σας είπα…

Καλό τριήμερο
Σας φιλώ πολύ.
Π.
ΥΓ: Το βίντεο είναι διαθέσιμο για download εδώ.

«Αν έχει δύναμη η καρδιά – αν είναι καθαρή η ματιά»

Σήμερα κλείνει μία εβδομάδα από τότε που εμφανίστηκε αυτό το blog. Για όσους τους διασκεδάζει η στατιστική, σημειώνω ότι έως αυτή τη στιγμή (4.30 το απόγευμα) που γράφονται αυτές οι γραμμές το έχουν επισκεφτεί για πρώτη φορά (χωρίς τις επιστροφές) 5.273 «παιδιά», που έκαναν στα διάφορα posts του και σχόλια, 19.526 ΚΛΙΚ! Αργότερα σήμερα θα μπει άλλο ένα επεισόδιο από … τη ζωή μου, το: «ΠΩΣ ΑΠΟΚΤΗΣΑ ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΓΙΛΕΚΟ ΜΟΥ». Όσοι το είχαν χάσει όταν παίχτηκε, θα ενθουσιαστούν. Θα ήθελα, όμως τώρα να σας βάλω εδώ ένα τραγούδι (όχι παιδικό) που πήρα πριν λίγο με e-mail. Σε πρώτο επίπεδο είναι ερωτικό, αλλά σε βάθος είναι κάτι σαν σχόλιο στα ερωτηματικά που έχουμε για τις σχέσεις μας με τους συντρόφους μας. Το βάζω εδώ και σαν ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ ΣΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΖΩΡΤΖΙΝΑ Κ. Μόλις της είχα στείλει δυο λόγια ως απάντηση στο σχόλιό της, μου ήρθε ένα e-mail που είχε μία διεύθυνση για να ακούσω ένα τραγούδι με τίτιλο, «Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ» από ένα ελληνικό συγκρότημα στην Αγγλία. Ακούγοντάς το, μου ήρθε στο νου το ερωτηματικό της Τζωρτζίνας, » Τί γίνεται, όταν είναι τέτοιες οι συνθήκες που και τα ζευγάρια που είναι μαζί εντούτοις μοιάζουν σαν χωρισμένα γιατί δεν βρίσκονται παρά σπανίως μαζί;;; Τι μπορεί να γίνει;;;»
Νομίζω ότι οι στίχοι από το ρεφρέν αυτού του τραγουδιού είναι μία εξαιρετικά ευαίσθητη και σοφή απάντηση:

«για μας τους δυο αγάπη μου,
για μας τους δύο δάκρυ μου,
η απόσταση θα σβήσει,
αν έχει δύναμη η καρδιά
αν είναι καθαρή η ματιά
τους δρόμους μας θα σμίξει.»

 

Πηγαίνετε στη διεύθυνση που σας δίνω, περιμένετε λίγα δευτερόλεπτα σιωπής και μετά θα το ακούσετε. Πηγαίνετε εδώ: «Apostasi Acoustic«.
Σας ευχαριστώ που μου δώσατε μία από τις ωραιότερες εβδομάδες της ζωής μου.
Καλό τριήμερο
Σας φιλώ πολύ.
Π.

«Τώρα που τα παιδιά κοιμούνται»

Τα κείμενα που θα διαβάσετε πρωτοδημοσιεύτηκαν παλιά στο περιοδικό «ΤΗΛΕΡΑΜΑ», αργότερα βγήκαν σε βιβλίο και έχουν σαν θέμα τους τις σχέσεις μας, εμάς, των γονιών, με τα παιδιά μας και τον τρόπο που τα μεγαλώνουμε. Έδωσα τον γενικό τίτλο, «ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ» επειδή οι σκέψεις που περνάνε απ’ αυτά τα κείμενα πρωτοδιατυπώθηκαν σε συζητήσεις που έκανα με τη γυναίκα μου, όταν είχαν πάει πια τα παιδιά μας για ύπνο (και τα τρία), κι άρχιζε εκείνη η ευλογημένη ώρα που μόνο όσοι έχουν παιδιά μπορούν να με νιώσουν, κι όπου μπορείς να πεις μια κουβέντα, με τον σύντροφό σου ν’ αγκαλιαστείς, να διαβάσεις, να δεις τηλεόραση, να τσακωθείς, να μην πεις τίποτα ή ν’ αφεθείς για λίγο και να γίνεις κι εσύ παιδί – το σημαντικότερο όλων κατά τη γνώμη μου.
Αυτά τα κείμενα είναι σαν ημερολόγιο ενός καθημερινού ταξιδιού μέσα σ’ ένα χώρο γεμάτο μ’ ερωτηματικά για τον τρόπο που μας μεγάλωσαν και που κι εμείς σήμερα μεγαλώνουμε τα παιδιά μας.

Πρέπει απ’ την αρχή να δηλώσω ότι δεν είμαι καμιά αυθεντία στα παιδαγωγικά.Eίμαι ένας άνθρωπος στα 64, που έκανε δύο γάμους, τρία παιδιά και που μέσα στο χώρο της δουλειάς του στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο για 22 χρόνια, ήρθε σε επαφή με δεκάδες: παιδαγωγούς, νηπιαγωγούς, δάσκαλους, καθηγητές, ψυχολόγους, παιδοψυχολόγους, ψυχίατρους, κι εκατοντάδες γονείς και παιδιά και μπούχτισε να βλέπει να εφαρμόζεται, να επαναλαμβάνεται και να προστατεύεται το ίδιο, στην ουσία, μοντέλο ανατροφής των παιδιών που υπάρχει στη γη εδώ κι αιώνες τώρα. Ίσως υπάρχει και κάτι άλλο.

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΠΡΩΤΟ: «Η εκπαίδευση του εκπαιδευτή»

Σάββατο μεσημέρι βρεθήκαμε, η κόρη μου κι εγώ, να τρώμε οι δυο μας έξω, σε μια ταβέρνα κάτω από τις μουριές που άρχιζαν να φουντώνουν. Την κοιτάω και χαζεύω! Είναι πολύ όμορφο κορίτσι. Έχει μπει στα δώδεκα, με μια εφηβεία που άρχισε να έρχεται εδώ και μισό χρόνο, ενώ ταυτόχρονα υπάρχει ακόμα μια συγκινητική παιδικότητα. Αλήθεια τι ξέρω εγώ γι’ αυτό το παιδί; Τι ξέρω για όσα συμβαίνουν βαθιά μέσα στην ψυχούλα του; Μάλλον τίποτα! Και πώς θα το μεγαλώσω; Με το ίδιο μοντέλο που μεγάλωσαν κι εμένα οι γονείς μου και που μ’ αυτό τους είχαν μεγαλώσει κι εκείνους και πάει λέγοντας; Το «ψυχοφάγο» μοντέλο του «πρέπει να γίνεις κάτι – πρέπει να γίνεις κάποιος»: καλό παιδί, καλός μαθητής, καλός πατέρας, καλή μητέρα, καλός φαντάρος, καλή νοικοκυρά, καλός επιστήμονας, πλούσιος, να γίνεις σαν τον πατέρα σου, σαν τη μάνα σου, σαν ετούτον, σαν εκείνον, τέλος πάντων πρέπει να γίνεις επιτυχημένος κι ας χάσεις αυτό που πράγματι είσαι! Το ίδιο αυτό μοντέλο συνεχίζει να είναι η βάση του τρόπου ανατροφής κι εκπαίδευσης των ανθρώπων εδώ κι αιώνες τώρα. Μαθαίνουν κάποιο επάγγελμα κι όχι την τέχνη της ζωής που κατά τη γνώμη μου είναι η μεγαλύτερη από όλες τις τέχνες. Αναμφισβήτητα έχουμε προοδεύσει τεχνολογικά, αλλά ψυχολογικά βρισκόμαστε στο ίδιο σημείο: κάποτε σκοτώναμε με το ρόπαλο, ύστερα με το τόξο, έπειτα με το κανόνι, μετά με μία βόμβα και σε λίγο – αν όχι από τώρα – πατώντας ένα κουμπί καθισμένοι μπροστά στην οθόνη ενός κομπιούτερ. Η βία, όμως, το ψυχολογικό κίνητρο που κάνει το χέρι σ’ όλες τις περιπτώσεις να σηκωθεί, να πετάξει, να πατήσει, είναι εδώ κι αιώνες η ίδια -ραφιναρισμένη, καλυμένη, εξιδανικευμένη, αλλά ίδια! Και μ’ αυτόν το στόχο θ’ αναθρέψω το παιδί μου; Δηλαδή, πώς θα το κάνω να μπορέσει να προσαρμόσει τη βιαιότητά του στα σύγχρονα τεχνολογικά μέσα; Μήπως, λοιπόν, αυτό είναι το αποτέλεσμα της εκπαίδευσής του στο σχολείο, στο σπίτι, παντού; Και δεν υπάρχει κάποιος άλλος τρόπος εκπαίδευσης, ανατροφής, που μπορεί να κάνει το παιδί να δώσει ένα τέλος στη βιαιότητα; Που σημαίνει την κάθε είδους βιαιότητα: σωματική, λεκτική, ψυχολογική, νοητική. Αν υπάρχει, τότε θα πρέπει πρώτα να τη βρω και να την εφαρμόσω εγώ. Δεν γίνεται άλλα να σκέφτομαι, άλλα να λέω κι άλλα να κάνω! Ωραίο παράδειγμα θα είμαι για το παιδί μου! Παράδειγμα ανεντιμότητας, αφού εντιμότητα είναι ακριβώς το αντίθετο: σκέφτομαι, λέω και κάνω το ίδιο. Και, δηλαδή, πρέπει πρώτα να εκπαιδευτώ εγώ, ο εκπαιδευτής, για να εκπαιδεύσω το παιδί μου; Ναι αλλά έως τότε το παιδί μου θα ‘χει γεράσει!

Κάτι με ρωτάει η κόρη μου και «ξαναγυρνάω» στο τραπέζι όπου καθόμαστε. Απαντάω: » Άκου, Μαρία: δεν έχω ιδέα πώς να σε μεγαλώσω. Ούτε εγώ ούτε κανένας γονιός πρέπει να παίζει τον παντογνώστη και να ασκεί βίαιη εξουσία πάνω στα παιδιά του και ο λόγος του να είναι νόμος που το παιδί πρέπει να υπακούει, χωρίς εξηγήσεις. Τέρμα. Αρνούμαι να μεταχειριστώ το ίδιο μοντέλο που μ’ αυτό μεγάλωσαν κι εμένα. Το μοντέλο που χρησιμοποιούμε όλοι μας για ευκολία μας. Λοιπόν: είσαι ν’ ανακαλύψουμε μαζί, να μάθουμε κι δυο μας, ως δύο άνθρωποι, από μόνοι μας, χωρίς παιδοψυχολόγους, παιδαγωγούς ψυχαναλυτές και άλλους τέτοιους, με μόνο οδηγό το σεβασμό, την κατανόηση, τη φροντίδα, τη στοργή, την αγάπη που νιώθουμε ο ένας για τον άλλον: Είσαι να μάθουμε μαζί πώς μεγαλώνουν τα παιδιά; Οι άνθρωποι; Είσαι;»

Η διαίσθησή της τής λέει ότι η πρότασή μου κρύβει, βέβαια, περισσότερη ελευθερία γι’ αυτήν αλλά και περισσότερη ευθύνη. Την ευθύνη δεν την έχει συνειδητοποιήσει ακόμη, αλλά διψάει για την ελευθερία. Με κοιτάζει και συμφωνεί.
Άντε να δούμε τι θα βγει.

***

Αυτά σημείωνα πριν κάμποσα χρόνια. Σήμερα η κόρη μου είναι 32 χρόνων, αλλά νοιώθω ότι αυτά που έγραφα τότε, ισχύουν και σήμερα. Τι λέτε; Σας δήλωσα από την αρχή – από τη στιγμή που με συγκινήσατε τόσο πολύ – ότι αυτό το blog, θα πάει όπου θέλετε εσείς. Τα βίντεο, οι ιστορίες, είναι ο κορμός του. Θέλετε – όσοι είστε γονείς ή πρόκειται να γίνετε ή όποιος άλλος – να φτιάξουμε εδώ μια κατηγορία όπου θα μπαίνει κάθε εβδομάδα ένα από αυτά τα κείμενα; Θέλετε;

Καλό βράδυ. Σας φιλώ.

Π.