Πώς έκαναν το τραπέζι στο γιλέκο μου

Και όπως σας υποσχέθηκα χθες, να ένα παραμύθι για τα παιδάκια σας , αλλά και για όλους σας, που μιλάει για το «μαγικό γιλέκο μου». Για σήμερα, λοιπόν, αποφάσισα να… με κλέψω! Μάλιστα, να με κλέψω. Βούτηξα μια ιστορία από τstorytellers-coat-1.jpgο πρώτο μου βιβλίο μαζί με τις ζωγραφιές της και την βάζω εδώ. Τώρα, εδώ έχουμε μία περίπτωση «ο κλέψας του κλέψαντος», διότι την ιδέα αυτής της ιστορίας την έχω κλέψει από μια ιστορία του Χότζα. Βλέπετε, οι δάσκαλοί μου -ο Αιμίλιος Χουρμούζιος και ο Άγγελος Τερζάκης- στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, μας είχανε μάθει πως ούτε οι αρχαίοι έλληνες τραγικοί συγγραφείς είχαν γράψει καμιά ιστορία από το μυαλό τους ούτε κι ο Σαίξπηρ, που όλες σχεδόν είναι παρμένες από τους «Παράλληλους Βίους» του Πλούταρχου και από κάποιες άλλες γνωστές ιστορίες της εποχής του. Έτσι κι εγώ, όταν έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο το 1982, με έτρωγε να βάλω κάπως και μια ιστορία από το Χότζα που από τότε τον «πήγαινα» πολύ. Ο εκδότης, όμως, τότε δεν ήθελε να γράψω ότι την ιδέα την έχω πάρει από τον Χότζα, κι έσβησε την υποσημείωση που είχα βάλει. Επειδή, όμως, τίποτα δεν μένει κρυφό σ’ αυτή τη ζωή, ήρθε η ώρα να λάμψει η αλήθεια και για την ιστορία μου, «Πώς έκαναν το τραπέζι στο γιλέκο μου», που ελπίζω να σας αρέσει και να δικαιωθεί η κλοπή μου.
Σας φιλώ πολύ.

Π.

Το καλοκαίρι που μας πέρασε, είχα πάει εξοχή σ’ ένα πολύ όμορφο χωριό. Από την πρώτη μέρα κιόλας οι κάτοικοι του χωριού με γνώρισαν, από κείνη την εκπομπή που είχα στην τηλεόραση, κι έπιασα πολύ γρήγορα αρκετούς φίλους. Φυσικά, όλη μέρα έκανα παρέα με τα παιδιά που παραθέριζαν εκεί, αλλά τα βράδια, όταν εκείνα πήγαιναν για ύπνο, συναντιόμουν στο καφενείο του χωριού με τους μεγάλους και τα λέγαμε. Έτσι, ένα βράδυ με κάλεσαν, σε τραπέζι. Θα μαζεύονταν στο σπίτι ενός από τους χωριανούς, που τον θεωρούσα φίλο μου. Όταν έφτασε το βράδυ του τραπεζιού, αφού θα πήγαινα για διασκέδαση κι όχι για «δουλειά», έβγαλα το μαγικό γιλέκο που – όπως ξέρετε – αυτό είναι που με βοηθάει να πετάω, και ξεκίνησα για το σπίτι του φίλου μου, φορώντας το καλό μου το κοστούμι.

Από μακριά άeating-table.jpgκουσα τις φωνές των καλεσμένων, που είχαν κιόλας αρχίσει να διασκεδάζουν. Μπήκα χαρούμενος στην αυλή κι ανακατεύτηκα μ’ όλους τους άλλους. Γρήγορα όμως παρατήρησα κάτι πολύ παράξενο. Όσο κι αν προσπαθούσα να πιάσω κουβέντα, πότε με τον έναν και πότε με τον άλλον, δε μου έδινε κανείς τους σημασία. Με κοιτούσαν από πάνω ως κάτω κι απομακρύνονταν κουνώντας απογοητευμένα τα κεφάλια τους. Μα εκείνο που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν ότι δε μου έδωσε σημασία ούτε ο σπιτονοικοκύρης που με είχε καλέσει. Κι όταν κάθισαν όλοι στο τραπέζι για φαΐ, δεν έμεινε καμιά θέση για μένα. Ακούμπησα σ’ έναν τοίχο και είπα χαμογελώντας στο «φίλο μου» που με είχε καλέσει: «Πολύ ωραία τα φαγητά απόψε». Μα ούτε και μ’ αυτό έγινε τίποτε. Ο σπιτονοικοκύρης με κοίταξε απογοητευμένα κι άρχισε να τρώει. Πάγωσε το χαμόγελο στα χείλια μου εκεί που καθόμουν στην άκρη, φορώντας τα καλά μου ρούχα. Τότε κατάλαβα τι συνέβαινε και βγήκα έξω.
Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα στο σπίτι μου, γιατί βλέπετε δεν φορούσα το γιλέκο μου για να μπορώ να πετάξω.

Μόλις έφτασα λαχανιασμένος στο δωμάτιό μου, φόρεσα το γιλέκο μου και πετώντας τώρα πια γύρισα στο σπίτι που γινότανε το γλέντι.
– Καλώς το φίλο μου τον Παραμυθά, είπε ο σπιτονοικοκύρης, μόλις με είδε να μπαίνω πετώντας από το ανοιparamithas-petaei-1.jpgχτό παράθυρο και σηκώθηκε από το τραπέζι και – μαζί με τη γυναίκα του – αφού με έβαλαν σε μια θέση δίπλα τους, μου σερβίρισαν οι ίδιοι το φαγητό μου!
Όλοι οι καλεσμένοι τώρα μου χαμογελούσαν κι ήθελαν να πιάσουν κουβέντα μαζί μου. Κι όσο περνούσε η ώρα, όλοι ασχολιόνταν πια μόνο με μένα!
Όταν βεβαιώθηκα πως όλοι κοιτούσαν μόνο εμένα, έκοψα μια καλή μπουκιά ψωμί, τη βούτηξα στη σαλάτα κι αντί να τη βάλω στο στόμα μου την έβαλα μέσα σε ένα τσεπάκι που έχει το γιλέκο μου, λέγοντας του: «Έλα, γιλεκάκι μου, φάε το φαΐ σου».
Όλοι με κοίταζαν με ανοιχτό το στόμα. Δεν πίστευαν στα μάτια τους. Εγώ, όμως, συνέχισα να ταΐζω το γιλέκο μου σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
– Έλα, γιλεκάκι μου, φάε και λίγη σαλάτα, είπα και γέμισα το άλλο τσεπάκι με αγγουροντομάτες.
Οι άνθρωποι γύρω μου άρχισαν να με κοιτούν σαν τρελό, αλλά εγώ γελούσα μέσα μου. Ωσπου κάποια στιγμή, ο σπιτονοικοκύρης που με είχε καλέσει, μού φώναξε:
storyteller-gro.JPG Μα τι κάνεις εκεί, Παραμυθά μου; Δεν έχει ξαναγίνει να ταΐζει κανείς το γιλέκο του!
Και τότε εγώ, παίρνοντας το πιο αθώο μου ύφος, γύρισα και του είπα: «Μα εσύ είσαι εκείνος που ήθελες να ταΐσω το γιλέκο μου κι όχι να φάω εγώ. Όταν ήρθα πριν από λίγο με τα καλά μου ρούχα, αλλά χωρίς το γιλέκο μου και χωρίς να πετάω, ούτε καν γύρισες να με κοιτάξεις. Κι ούτε υπήρχε θέση για μένα στο τραπέζι. Τώρα, όμως, που ξανάρθα φορώντας το γιλέκο μου, με έβαλες στην καλύτερη θέση, μου έδωσες την καλύτερη μερίδα κι όλοι προσπαθούν να μου μιλήσουν. Ε, τι να σκεφτώ κι εγώ; Έβγαλα το συμπέρασμα ότι ήθελες να ‘ρθει το γιλέκο μου κι όχι εγώ. Γι’ αυτό, λοιπόν, τώρα κι εγώ το ταΐζω».

9 Σχόλια στο “Πώς έκαναν το τραπέζι στο γιλέκο μου”

      natassaki
      17 Νοεμβρίου 07 στις 21:13

      Χι χι χι!
      Ώστε το γιλέκο περίμεναν, όχι εσένα, ε;
      Δεν πειράζει – εμείς σε θέλουμε και χωρίς αυτό! 😉

      (Και βέβαια μια χαρά την έκανες την «κλοπή» – ευχαριστούμε )

      Καλό βράδυ – κι από μας φιλιά
      (πάνω στην ώρα, θα τη διαβάσουμε ξανά για «καληνυχτοϊστορία! )

      Νίνα
      18 Νοεμβρίου 07 στις 2:11

      Του Χότζα ή όχι, μια φορά να μια ακόμη ιστορία βγαλμένη από τις ανθρώπινες αδυναμίες. Μεγάλη αλήθεια.Ποια είναι τα πραγματικά κριτηρία βάσει των οποίων επιλέγει κάποιος τις συναναστροφές του;Κατά πόσον επηρεαζόμαστε από το «φαίνεσθαι» και πόσο μένουμε σε αυτό αγνοώντας το «είναι» των άλλων(αλλά και το δικό μας);Κι επειδή ως γνωστόν τα παιδιά συμπεριφέρονται όπως οι μεγάλοι, πράττουν δυστυχώς κι αυτά συχνά αναλόγως στην δική τους μικρή κοινωνία.

      Πάντως, αγαπημένε Παραμυθά μου, δεν πρέπει να έχεις παράπονο εσύ ειδικά, διότι τις δικές μας τουλάχιστον παιδικές τότε ψυχές τις κέρδισες με το «είναι» σου, που έκρυβες πολύ καλά πίσω από ‘φαίνεσθαι» της στολής του παππού-παραμυθά. Τώρα που σε γνωρίσαμε πια κ χωρίς το γιλέκο σου, μας κέρδισες για δεύτερη φορά. Το γιλέκο σου, το «φαίνεσθαι, είναι η αφορμή για να επισκεφθεί κάποιος αυτήν την σελίδα:η νοσταλγία της παιδικής μας αθωότητας. Το «είναι» σου όμως που αποκαλύπτεται μέσω των κειμένων σου και της επικοινωνίας μας είναι ο λόγος για να γίνει κανείς «θαμώνας» αυτής της διαδικτυακής ζεστής γωνιάς.

      Καληνύχτα

      unamama
      18 Νοεμβρίου 07 στις 11:12

      η λογικη της ‘παρεουλας’…

      η λογικη του ‘ειμαστε καποιοι και σαν ‘καποιον’ σε θελουμε!

      αυτη η λογικη αναιρει καθε ανθρωπινη συμπεριφορα…

      μια ομορφη κυριακη!

      Περιπετών
      19 Νοεμβρίου 07 στις 21:31

      Την ιστορία με τον Χότζα αυτή μου την έλεγε ο παππούς μου:_) Λέει πάρα πολλά για το πως οι άνθρωποι κρίνουν τον κόσμο από την εμφάνιση και βλέπουν μόνο την επιφάνεια και όχι το ποιοί πραγματικά είναι.

      katerina
      20 Νοεμβρίου 07 στις 11:30

      …φάε γούνα μου πιλάφι. Έλεγε και σε ‘μένα η γιαγιά μου καθώς οι ρίζες της ειναι απο την Σμύρνη και τον Χότζα τον <> καλά εκεί. Τα σχόλια των προήγουμενων <> θα με βρούνε σύνφωνη και ιδιαίτερα το σχόλιο της ΝΙΝΑΣ όσο αφορά τον ΠΑΡΑΜΥΘΑ μας.

      ΦΙΛΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΜΙΑ ΚΑΛΗ ΜΕΡΑ

      katerina
      20 Νοεμβρίου 07 στις 11:33

      ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ ΓΡΑΦΕΙ Α)ΞΕΡΟΥΝΕ Β) ΠΑΙΔΙΩΝ ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΜΕΤΑΦΕΡΘΗΚΑΝ ΣΩΣΤΑ

      ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΓΕΙΑ………

      Vanda
      7 Δεκεμβρίου 07 στις 14:15

      Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά, λέει μια παροιμία, αλλά λίγο πολύ, όλοι κρίνουμε σύμφωνα με το «φαίνεσθαι»…

      Neraida
      9 Δεκεμβρίου 07 στις 16:48

      Παραμυθά μας,
      Αυτό το «παραμύθι» σου το θυμάμαι ακόμη! Το είχα διαβάσει πριν πολλά χρόνια και τότε με σημάδεψε! Να είσαι καλά που μας το θύμισες πάλι!

      Ζήνα
      24 Ιανουαρίου 13 στις 13:26

      Το θέμα παραμένει ότι ο παραμυθάς μας έμεινε νηστικός! Και εντοπίζω αυτό κυρίως, μια και εγώ πεινάω αφάνταστα αυτή τη στιγμή, εν μέσω θαλάσσιας καταγίδας!

Σχολιάστε