Ο Παραμυθάς στο Γηροκομείο. (Γ’ Μέρος)

Κυριακή πρωί και διαβάζοντας ένα από τα σχόλιά σας – της unamama – σκέφτηκα ότι ίσως είχε δίκιο η υπεύθυνη του Εκδοτικού Οίκου που δεν ήθελε να βάλω αυτή την αρχή. Την θεωρούσε πολύ θλιβερή. Το ξανασκέφτηκα, αλλά νομίζω ότι δεν είναι έτσι γιατί στο βιβλίο θα υπήρχε και η συνέχεια που υπάρχει εδώ σήμερα και όπου αυτό που υπονοείται (βρείτε μόνοι σας, δεν το λέω) το κάνει να μην είναι θλιβερό. Για να μην μείνει, λοιπόν, λυπημένη η unamama, είπα να μην περιμένω να έρθει το βράδυ – που συνήθως ανεβάζω τα posts – για να βάλω το τρίτο και τελευταίο μέρος, αλλά να το βάλω τώρα. Για να δούμε, θα ανοίξει και η unamama το blog από διαίσθηση νωρίτερα…

Η μάγισσα Άιναφετς (συνέχεια)

Κρατούσα ακόμα και την αναπνοή μου για να μην την ενοχλήσω. Αλλά, πράγμα περίεργο για μένα τότε -γιατί αργότερα που έμαθα όλα εκείνα τα παράξενα για ‘κείνη τίποτα δε μου φαινόταν πια περίεργο- λες και κατάλαβε ότι ήμουν πίσω της και την παρακολουθούσα, γύρισε και με κοίταξε. Το κεφάλι της μου φάνηκε πως γύρισε πολύ αργά -όπως στις ταινίες στον κινηματογράφο όταν όλα γίνονται με αργή κίνηση- και είδα το πρόσωπό της! Ήταν σαν ζωγραφιά! Αλήθεια. Σαν πανέμορφη ζωγραφιά βιβλίου! Ολόκληρη ήταν μια ζωγραφιά αληθινή! Μου γέλασε σαν να με ήξερε και μου είπε: «Σας αρέσει κι εσάς να κάνετε βόλτα στον κήπο;» Ε, εκείνη τη στιγμή την αγάπησα. Κεραυνοβόλα!
– Ναι, μου… μου… αρέσει, είπα έχοντάς τα λίγο χαμένα.
– Εσείς δεν είστε ο Παραμυθάς, που κάνετε εκείνη την εκπομπή στην τηλεόραση;
– Ναι, αλλά το όνομά μου δεν είναι αυτό, αν και πρέπει να ομολογήσω πως έτσι με φωνάζουν όλοι.
– Κι εγώ θα σας φωνάζω έτσι, γιατί μ’ αρέσει αυτό το όνομα. Είναι τρυφερό. Ή, τουλάχιστον, εσείς το έχετε κάνει τρυφερό. Μα… για σταθείτε. Πώς βρεθήκατε εδώ στο γηροκομείο; Πριν λίγες μέρες είδα την εκπομπή σας;
– Είναι μεγάλη ιστορία, της απάντησα. Αλλά δεν μου είπατε, εσάς πώς σας λένε;
– Άιναφετς.
– Άιναφετς! Παράξενο όνομα!
– Όλες οι μάγισσες έχουμε παράξενα ονόματα. Κι εσείς, στην εκπομπής σας δεν είχατε μια μάγισσα που τη λέγανε Κλοκλό;
– Δηλαδή… δηλαδή, θέλετε να πείτε ότι εσείς… είσαστε….
– Μάγισσα.
«Σε τρελή έπεσα!» σκέφτηκα, αλλά είπα:
– Δηλαδή, είστε μάγισσα-μάγισσα ή….
– Είμαι κανονική μάγισσα, είπε γελώντας.
– Και δηλαδή, σαν τι είδους μάγια κάνετε, ρώτησα δύσπιστα για να την πιάσω.
– Μμμμ…. κατ’ αρχήν διαβάζω τη σκέψη των άλλων. Να, λίγο πριν σκεφτήκατε: «Σε τρελή έπεσα».
Κοκκίνισα μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών μου και παρακάλεσα μέσα μου να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Εκείνη έβαλε τα γέλια σαν παιδί που βλέπει κάποιον να παίρνει τούμπα στο δρόμο.
– Να, τώρα σκεφτήκατε ν’ ανοίξει η γη να σας καταπιεί.
Ε, όχι! Αυτό πήγαινε πολύ!
– Θα με τρελάνετε, της είπα.
– Έτσι, θα είμαστε δύο οι τρελοί, απάντησε με ένα χαμόγελο όλο καλοσύνη και συνέχισε αναστενάζοντας:
– Αχ, κύριε Παραμυθά, περίμενα ότι θα είσαστε πιο ανοιχτό μυαλό. Το βλέπω. Δεν μ’ έχετε πιστέψει ακόμα. Ορίστε, λοιπόν, είπε και εξαφανίστηκε!
Κοίταξα γύρω μου. Δεν ήταν πουθενά! Λες κι άνοιξε η γη και την κατάπιε! Τα ‘χασα! «Δεν μπορεί, ονειρεύομαι», είπα.
– Όχι, δεν ονειρεύεστε, ακούστηκε η φωνή της από το πουθενά.
Δεν πρόλαβα να συνέλθω και ξαφνικά, το παγκάκι μπροστά στα μάτια μου άρχισε να σηκώνεται στον αέρα!
– Σας πιστεύω, σας πιστεύω… Βγείτε να σας δω, φώναξα λες και παίζαμε κρυφτό και δεν την έβρισκα.
Την είδα ξαφνικά να κάθεται πάνω στο παγκάκι που κόντευε να πάει πάνω από τα δέντρα και σαν να μη συνέβαινε τίποτα… προσγειώθηκε μπροστά μου γελώντας.
– Μα πώς… δεν καταλαβαίνω… δεν είναι δυνατόν… ψέλλισα, χωρίς να πιστεύω ακόμα ούτε τα ίδια μου τα μάτια.
Ο ήχος μιας μικρής καμπάνας ακούστηκε από το βάθος του κήπου.
– Είναι ώρα για μεσημεριανό, μου είπε. Θέλετε να πάμε να φάμε παρέα;
-Ναι και βέβαια… απάντησα έχοντάς τα ακόμα χαμένα. Όλα τα περίμενα πια στη ζωή μου, αλλά και ότι θα συναντούσα μια αληθινή μάγισσα στο γηροκομείο, αυτό όποιος και να μου το έλεγε δεν θα τον πίστευα! Θα ‘πρεπε, όμως, γιατί σ’ αυτή την ηλικία πρέπει πια να έχει καταλάβει κανείς, ότι η ζωή έχει περισσότερη φαντασία και από την πιο απίθανη ταινία science fiction. Όπως καταλαβαίνετε, έπαψα να σκέφτομαι να φύγω αμέσως για να γλυτώσω το νερόβραστο μεσημεριανό φαγητό και το ανέβαλα γι’ αργότερα.

Καθίσαμε στο ίδιο τραπέζι και με είχε τόσο πολύ «μαγέψει» η Άιναφετς -κι όχι επειδή ήταν μάγισσα- που δεν πρόσεξα ούτε τι έτρωγα! Ούτε κι εγώ ξέρω για τι πράγμα μιλούσαμε. Σημασία είχε που νιώθαμε κι οι δυο πολύ ωραία που είμαστε μαζί, που τρώγαμε μαζί, που κουβεντιάζαμε. Κάναμε πολύ καλή παρέα και πολύ σύντομα νιώσαμε τέτοια οικειότητα που αρχίσαμε να μιλάμε στον ενικό ο ένας στον άλλον.
– Θες να πεις, δηλαδή, ότι οι μάγοι δε διαφέρουν σε τίποτα από του άλλους ανθρώπους, τη ρώτησα καθώς μου εξηγούσε πώς είναι οι αληθινοί μάγοι κι όχι εκείνοι που βγαίνουν στο τσίρκο ή την τηλεόραση.
– Οι αληθινοί μάγοι, εκείνοι που έχουν έρθει για να κάνουν το καλό, είναι φυσιολογικοί άνθρωποι και δεν τους ξέρει κανείς. Βοηθάνε χωρίς να τους παίρνουν οι άλλοι χαμπάρι, και ζούνε μια κανονική ζωή σαν όλους τους ανθρώπους. Δουλεύουν, παντρεύονται, κάνουν παιδιά, γελάνε, κλαίνε, χαίρονται, λυπούνται, συμπονούν, θυμώνουν… Το μόνο, ίσως, που δεν τους συμβαίνει είναι ότι δεν υποφέρουν και σίγουρα δεν βλάπτουν ποτέ κανένα και για κανένα λόγο. Δεν είναι ποτέ δυστυχισμένοι. Και, βέβαια, κι αυτοί κάποτε -όπως όλοι- πεθαίνουν.
Μου ήταν αδύνατο να πιστέψω όλα όσα μου συνέβαιναν. Έμοιαζε σαν να είμαι στο γύρισμα κάποιας εκπομπής μου στην τηλεόραση. Η Άιναφετς έπιασε και πάλι τις σκέψεις μου, καθώς είχαμε βγει από την τραπεζαρία και προχωρούσαμε προς τον κήπο.
– Το ξέρω ότι είναι δύσκολο να τα πιστέψει κανείς όλα αυτά. Αλλά έλεγα ότι ύστερα από όσα έχεις κάνει στην τηλεόραση, θα τα θεωρούσες όλα πολύ πιθανά.
– Τα θεωρώ…τα θεωρώ… είπα γρήγορα, αλλά να… μου έχει έρθει λίγο ξαφνικό. Δεν πιστεύω να σε στενοχωρώ;
– Καθόλου. Είσαι πολύ καλός άνθρωπος, Παραμυθά. Και ξέρεις κάτι; Νομίζω πως τώρα που το σκέφτομαι, ήρθε η ώρα να κάνω εκείνο που υποσχέθηκα στον μακαρίτη τον άντρα μου. Είμαι σίγουρη ότι είσαι αυτός που πρέπει.
– Τι θέλεις να πεις, ρώτησα καθώς δεν κατάλαβα τίποτα.
– Θα δεις, μου είπε και πιάνοντάς με από το χέρι πήγαμε γρήγορα στο δωμάτιό της.

paramithas-ainafets-2.jpg

Το μαγικό γιλέκο

Μόλις μπήκαμε στο δωμάτιό της, που ήταν πολύ ευχάριστο και άψογα τακτοποιημένο, χάιδεψε μια πανέμορφη φουντωτή γάτα που χουζούρευε στο κρεβάτι κι έβγαλε από κάτω ένα παλιό μικρό βαλιτσάκι. Κάθισε στην πολυθρόνα βάζοντάς το στα γόνατά της και κρατώντας το τρυφερά. Μόλις το άνοιξε, είδα μέσα ένα ωραίο αντρικό μάλλινο γιλέκο που ‘χε ένα γλυκό, σκούρο κόκκινο, χρώμα.
– Πάρ’ το, μου λέει απλώνοντας το χέρι της με το γιλέκο προς το μέρος μου. Είναι πολύτιμο κι εγώ δεν μπορώ να το κάνω τίποτα. Ήταν του άντρα μου. Μου είχε πει πεθαίνοντας ότι πρέπει να το χαρίσω μόνο σε όποιον θα ένιωθα ότι είναι πολύ καλός και θα ήμουν σίγουρη ότι δεν θα το χρησιμοποιούσε ποτέ για κακό. Δεν είχε σημασία αν θα ήταν μάγος ή όχι. Αρκεί να ήταν καλός.
Δεν καταλάβαινα τίποτα. Κοιτούσα το καλοραμμένο γιλέκο και δίσταζα να το πάρω στα χέρια μου.
– Μα τι… γιατί; Δεν καταλαβαίνω…
Φόρεσέ το και θα καταλάβεις, επέμενε.
Το πήρα στα χέρια μου και διστακτικά το φόρεσα. Μου ήρθε τέλεια! Τα είχα λίγο χαμένα. Μια κοιτούσα την Άιναφετς και μια το γιλέκο. Το άγγιξα κοιτάζοντάς το και μηχανικά κάθισα στην καρέκλα.
«Κάθεσαι, σε παρακαλώ, λίγο πιο μπροστά γιατί με κουράζεις έτσι»;
– Τι είπες, ρώτησα τη μάγισσα, χωρίς να σηκώσω τα μάτια μου από το γιλέκο, που μ’ έκανε να νιώθω περίεργα.
– Μα, δεν μίλησα εγώ, μου απαντάει εκείνη χαμογελώντας.
«Εγώ, μίλησα, η καρέκλα», ακούω μια φωνή να λέει κάτω από τον ποπό μου!
«Πάει τρελάθηκα», λέω μέσα μου, «νομίζω πως μιλάνε οι καρέκλες.»
«Και βέβαια μιλάνε», μου απαντάει νιαουρίζοντας η γάτα, αλλά εγώ την κατάλαβα μια χαρά σαν να είχε μιλήσει με ανθρώπινη φωνή!
«Τώρα είναι που θα τα παίξει τελείως ο παππούς,» μου φάνηκε ότι είπαν τα λουλούδια στο βάζο δίπλα μου.
Φαίνεται ότι το ύφος μου είχε πάρει κάποια πολύ αστεία έκφραση γιατί η Άιναφετς, που με παρακολουθούσε, άρχισε να γελάει χωρίς να μπορεί να κρατηθεί.
– Δεν είσαι τρελός, μου λέει, το γιλέκο είναι μαγικό. Όταν το φοράς μπορείς να μιλάς με τα ζώα, τα φυτά και τα πράγματα. Κι όχι μόνο αυτό. Να: πες ότι θες να γίνεις μικρός σαν καρφίτσα και θα δεις.
Χωρίς να το καλοσκεφτώ, το είπα και φσσστ… είδα να περνάει από πάνω μου ένα τεράστιο ζώο, που ήταν βέβαια ένα μικρό αθώο μυρμήγκι! Κατατρόμαξα!
– Τι να κάνω τώρα, τσίριξα με μια περίεργη φωνούλα που δεν έμοιαζε για δική μου.
– Σκέψου να γίνεις μεγάλος σαν ντουλάπα, είπε η Άιναφετς, που τώρα μπροστά μου έμοιαζε γίγαντας. Το σκέφτηκα και μπαμ, χτύπησε το κεφάλι μου στο ταβάνι.
– Οχ, βόγκηξα.
– Πες τώρα να γίνεις όπως ήσουν, μου είπε εκείνη και το έκανα.
– Απίστευτο, μουρμούρισα σαν χαμένος, καθώς ξανάγινα όπως ήμουν. Δεν καταλαβαίνω… Αυτά είναι όλα όσα έκανα στα ψέματα, όταν φορούσα ένα γιλέκο, στην τηλεόραση, στην εκπομπή που είχα! Υποτίθεται ότι μια νεράιδα μου είχε χαρίσει ένα μαγικό γιλέκο που όταν το φορούσα γινόμουν πολύ πολύ μικρός, πολύ πολύ μεγάλος, καταλάβαινα τη γλώσσα των φυτών, των ζώων και των πραγμάτων και… μπορούσα να πετάω… Δεν πιστεύω να… και σταμάτησα μένοντας με το στόμα ανοιχτό και τα μάτια γουρλωμένα.
– Πήγαινε μπροστά στο παράθυρο, άπλωσε τα χέρια σου και σκέψου να πετάξεις, μου είπε σοβαρά η Άιναφετς.
Την κοίταξα δύσπιστα. Ύστερα προχώρησα διστακτικά προς το παράθυρο. Την ξανακοίταξα σαν υπνωτισμένος και άπλωσα τα χέρια μου. «Να πετάξω», σκέφτηκα. Τα πόδια μου υψώθηκαν από το έδαφος, έσκυψα το κεφάλι μου και βρέθηκα να πετάω έξω στο δρόμο πάνω από τα σπίτια. Κόντεψα να τρακάρω στις κεραίες της τηλεόρασης κάποιας ταράτσας και πήρα κάνα δυο κολοτούμπες στον αέρα. «Θα κάνω ό,τι έκανα και στην τηλεόραση όταν γυρίζαμε την εκπομπή», σκέφτηκα κι άρχισα να κάνω τις γνώριμες κινήσεις που έκανα στο στούντιο την ώρα του γυρίσματος εδώ και είκοσι χρόνια. «Αυτό είναι», σκέφτηκα πετώντας πάνω από την Αθήνα, «κοιμάμαι κι ονειρεύομαι ότι πετάω. Έτσι εξηγείται. Ας το ευχαριστηθώ, λοιπόν.» Χαμογέλασα, κι είπα να κάνω μια βόλτα ως τον Πειραιά. Πέρασα πάνω από τον Λυκαβηττό, έκανα δυο βόλτες πάνω από την Ακρόπολη κι ύστερα γύρισα για λίγο πάνω από το λιμάνι του Πειραιά, χαζεύοντας τα καράβια. Τόσο ψηλά που πετούσα κι έτσι μικροκαμωμένος που ήμουν, σίγουρα από κάτω θα φαινόμουν σαν κανένα μεγάλο πουλί, γι’ αυτό δεν μου έδινε κανείς σημασία. «Μπορείς, σε παρακαλώ, να γυρίσεις πίσω;» άκουσα μέσα στο κεφάλι μου τη φωνή της Άιναφετς. «Χα, χα», γέλασα μέσα μου, «πολύ προχωρημένο όνειρο! Τώρα μου μεταδίδουν οι άλλοι και τη σκέψη τους. Ας γυρίσω πίσω».
Σε λίγο προσγειώθηκα μέσα στο δωμάτιο της μάγισσας. «Ωραίααα», είπα μέσα μου, «και τώρα όπου να ‘ναι θα ξυπνήσω κι όλα θα τελειώσουν».
– Ακόμα δεν το πιστεύεις; Τι άλλο θέλεις να γίνει για να καταλάβεις ότι δεν ονειρεύεσαι, επέμενε.
Καθώς ανασήκωνα τους ώμους μου, πήρε μια μεγάλη, παλιά καρφίτσα καπέλου και με τσίμπησε με δύναμη στο χέρι.
– Άου, φώναξα από πόνο. Κι αμέσως μετά τα ‘χασα.
– Δηλαδή… ψέλλισα.
– Είσαι ξύπνιος κι όλα αυτά σου συμβαίνουν στ’ αλήθεια.
– Μα πώς…. δεν…. δηλαδή…
– Δηλαδή μ’ αυτό το γιλέκο πετάς στ’ αλήθεια, όπως πετούσες στα ψέματα στην τηλεόραση. Τελεία και παύλα.
«Για να μην έχω ξυπνήσει ακόμα», σκέφτηκα, «θα πρέπει να είναι αλήθεια.»
– Είναι, μου απάντησε διαβάζοντας για άλλη μια φορά τη σκέψη μου.
– Μα τότε… αν έχω ένα γιλέκο που μπορεί να με κάνει να πετάω στ’ αλήθεια, τότε…. μπορώ να παίξω τον «Παραμυθά» και στο θέατρο που ήταν πάντα το όνειρό μου και δεν μπορούσε να γίνει.
– Μμμμ… δεν είμαι σίγουρη, είπε σκεφτική η Άιναφετς, όπως σου είπα…
– Όπως μου είπες, την έκοψα, δεν πρέπει να χρησιμοποιήσει κάνεις το γιλέκο για κακό. Εγώ θέλω να το χρησιμοποιήσω για να παίξω μια παράσταση στο θέατρο που θα διασκεδάζει τα παιδιά. Θέλω να διασκεδάσω τα παιδιά. Είναι κακό αυτό;
– Σίγουρα δεν είναι, αλλά πάλι… δεν ξέρω…
– Άκουσέ με: Έχουμε το γιλέκο, έχουμε συμπαθήσει ο ένας τον άλλον· μπορούμε να κάνουμε πολύ καλή παρέα· δεν είμαστε πια μόνοι μας, άρα γιατί να μείνουμε άλλο εδώ;
– Θέλεις να πεις…
– Ναι. Τώρα, δηλαδή, δεν έπιασες τη σκέψη μου;
Η Άιναφετς χαμογέλασε με ένα χαμόγελο που φώτισε το δωμάτιο και την ψυχή μου κι άξιζε πιο πολύ και από το μαγικό γιλέκο.
– Θέλεις να φύγουμε από ‘δω και να ζήσουμε μαζί. Αυτό σκέφτηκες.
– Ακριβώς.
– Να το συζητήσουμε λίγο;

– Όχι, είπα αποφασιστικά. Θα τηλεφωνήσω στα παιδιά μου να έρθουν να μας πάρουν.
– Μα τόσο γρήγορα;
– Τόσο. Θα ‘ρθεις Άιναφετς;
– Θα ‘ρθω, μου είπε χαμογελώντας και μου έδωσε ένα πολύ γλυκό φιλί στο μάγουλο που μ’ έκανε να πετάξω – από τη χαρά μου αυτή τη φορά.

Δεν πίστευαν στα μάτια τους στο Γηροκομείο εκείνο το απόγευμα όταν, ύστερα από κάποιες σύντομες τυπικές διατυπώσεις, είδαν την Άιναφετς κι εμένα να κατεβαίνουμε χεράκι χεράκι τη μεγάλη μαρμάρινη σκάλα που οδηγούσε στην έξοδο, ενώ πίσω μας έρχονταν χαρούμενα και τα δυο παιδιά μου με τις βαλίτσες μας.
– Χι…χι…. κεραυνοβόλος έρωτας, ψιθύρισε πονηρά μια γιαγιά με μπιρμπιλωτά μάτια στην πλαϊνή της.
Η Άιναφετς κι εγώ κοιταχτήκαμε και προχωρήσαμε χαμογελώντας ευχαριστημένοι προς την έξοδο όπου μας περίμενε ένα ταξί. Πίσω μας είχε μαζευτεί όλο το γηροκομείο. Σε πόρτες, σε παράθυρα, στις σκάλες παντού, στέκονταν ακίνητοι και μας παρακολουθούσαν σαν παράξενα όντα από άλλο πλανήτη. Πριν περάσουμε την μεγάλη καγκελόπορτα για πάντα γυρίσαμε και τους χαιρετήσαμε. Κάποιοι δάκρυσαν κι όλοι μαζί τότε ξέσπασαν σε ένα πολύ δυνατό χειροκρότημα καθώς η πόρτα του Γηροκομείου έκλεινε πίσω μας.

paramithas-ainafets-3.jpg

Αυτάααα… κορίτσια κι αγόρια που μεγαλώσατε με την εκπομπή «Ο Παραμυθάς¨. Κλείνοντας, πρέπει να πω ότι τα σχέδια που είδατε είναι του φίλου μου του Γιάννη του Βάμβουρα και είχαν γίνει σαν «σπουδή» για την ταινία με κινούμενα σχέδια πάνω στο βιβλίο μου, που δεν έγινε ποτέ.
Καλή εβδομάδα.
Σας φιλώ πολύ.
Ν.Π.

12 Σχόλια στο “Ο Παραμυθάς στο Γηροκομείο. (Γ’ Μέρος)”

      natassaki
      23 Σεπτεμβρίου 07 στις 19:37

      «- Χι…χι…. κεραυνοβόλος έρωτας…»

      9δεν λέω τίποτα, έχω διαβάσει και το βιβλίο και την ξέρω την Αιναφετς χι χι χι κι εγώ…)

      Φιλιά, καλή βδομάδα. 🙂

      lpanos
      24 Σεπτεμβρίου 07 στις 0:24

      Όντας από τους τυχερούς του Ιανού, και έχοντας διαβάσει το βιβλίο, πιστεύω όντως ότι η μη δημοσιευμένη εισαγωγή είναι πολύ καλύτερη από την επίσημη του βιβλίου, τουλάχιστον σε βιβλίο για μεγάλους.

      Κατά τα άλλα, η αντίθεση των συναισθημάτων ποδίδεται πολύ καλά και στη μία και στην άλλη εκδοχή. Πάντως η συνάντηση του Παραμυθά με την Αϊναφετς είναι πιο αληθοφανής (όσο αυτό μπορεί να ειπωθεί για μια μάγισσα) στην αρχική εκδοχή της εισαγωγής από την εκδοχή που υπάρχει στο βιβλίο.

      Σε κάθε περίπτωση το βιβλίο ήταν υπέροχο. Ευχαριστούμε και πάλι!

      LPanos

      unamama
      24 Σεπτεμβρίου 07 στις 1:16

      τελος καλο…ολα καλα! κι εγω αυτη την εισαγωγη θελω, με το γηροκομειο κι ας ενιωσα αυτα τα συναισθηματα λυπης. και τωρα που το σκεφτομαι καλο ειναι να τα νιωσουμε γιατι εχουμε την ψευδαισθηση πως θα ειμαστε δυνατοι και νεοι για παντα, η παιρνουμε πολυ ευκολα την αποφαση να απαλλαχθουμε απο ηλικιωμενους συγγενεις πηγαινοντας τους σε γηροκομεια. βεβαια δεν κρυβω πως για ενα τετοιο γηροκομειο που σε μια μερα μεσα θα συναντουσα τον ερωτα της ζωης μου δεν θα ελεγα οχι…

      η διαισθηση μπορει να μην ηρθε αλλα γενικα σημερα απο το πρωι ημουν χαρουμενη…καλο ξημερωμα! : )

      maria
      24 Σεπτεμβρίου 07 στις 13:51

      αλήθεια μπαμπά, τι θα κάναμε αν έπρεπε μια μέρα να σε πάμε στο γηροκομείο? δε μπορώ να το φανταστώ..όμως είναι μια περίπτωση. έχω μια ιδέα αντ αυτου αλλά δε ξέρω..έχω την αίσθηση πως θα είσαι πάντα όρθιος, ήρεμος και χαμογελαστός μέχρι την τελευταία στιγμή αλλα λέω «αν»..

      Θεοδώρα
      24 Σεπτεμβρίου 07 στις 16:53

      Απίστευτη ιστορία…μαγεύτηκα κι εγώ στ’αλήθεια.
      Αχ, βρε Παραμυθά μου, σκέπτομαι ότι κρετίνοι σαν τον τύπο στην ΕΡΤ δεν σε άφησαν όλα αυτά τα χρόνια να δημιουργήσεις. Είναι κρίμα…μάκαρι έστω και τώρα να άλλαζαν τα πράγματα. Κάποιοι θα αναγνώριζαν το μεγάλο λάθος τους, το ότι δεν πίστεψαν αρκετά σε σένα. Εγώ ελπίζω -με όλη τη δύναμη της ψυχής μου- ότι κάποια στιγμή θα σε ξαναδούμε στο γυαλί σε νέες περιπέτειες. Θέλω και ΠΡΕΠΕΙ να το ελπίζω.
      Μαράκι, όσο για αυτό το «αν», επειδή ο προβληματισμός σου σηκώνει μεγάλη κουβέντα, θα σου έλεγα να μην το σκέπτεσαι, καθότι ο μπαμπας μας(!) είναι νέος, πολύ νέος ακόμη. Να τον έχει καλά ο Θεός και όλα τα άλλα…one step at a time. Προς το παρόν ο Παραμυθάς μας αποτελεί σκέτη απόλαυση και αγαλλίαση ψυχής…ο γλυκός μου…

      Φιλάκια πολλά

      yianna
      25 Σεπτεμβρίου 07 στις 4:15

      Με καλυψαν η Θεοδωρα και η marilia …;)
      Σ’ ευχαριστουμε αγαπημενε Παραμυθα μας και γι αυτη την υπεροχη ιστορια σου…
      Να ‘σαι καλα…
      Φιλια σε ολους!
      :o)

      Vanda
      25 Σεπτεμβρίου 07 στις 12:38

      Τέλος καλό όλα καλά;;;

      Κανείς δεν σκέφτηκε το καημένο το γηροκομείο, που έχασε 2 πελάτες σε μία μέρα;;; 😀

      Tess
      25 Σεπτεμβρίου 07 στις 14:56

      ἀλλη μια πολύ ωραία ιστορία βεβαίως παραμυθά μου, αλλά δεν σου γράφω γι’αυτό, αλλά γιατί, παρόλο που διαβάζω το μπλογκ σου από τότε που τ’άρχισες, μόλις μ’αυτήν την ιστορία (που μιλάς με τα αντικείμενα κλπ. ως κανονικός άνθρωπος) συνειδητοποίησα από πού μου έχει μείνει (από πάντα νόμιζα, και είμαι 32) αυτή η συνήθεια να κάνω σε διάφορες στιγμές τις φωνές ζώων, φυτών, αντικειμένων (πρόσφατα μάλιστα ενός μπουφάν). Και ίσως γιατί, όταν χώρισα με τον πρώην φίλο μου, το μόνο πράγμα που μου έλειψε απ’αυτόν (δεν ήταν μια πάρα πολύ καλή σχέση ομολογουμένως) ήταν η φωνή του σκύλου μου (που τον έκανε να λέει μερικά πολύ ωραία πότε πότε).

      cghera
      25 Σεπτεμβρίου 07 στις 17:11

      Αγαπητέ παραμυθά η Στεφανία είναι κάποιο υπαρκτό προσωπο που σε ενέπνευσε για το γηροκομείο ή τυχαίο;

      Αλεξάνδρα
      26 Σεπτεμβρίου 07 στις 13:22

      Το καλύτερο τέλος: Η αγάπη έκανε πάλι το θαύμα της!

      Να ΄σαι πάντα καλά παραμυθά μας.

      Να ευχηθώ να σε δούμε στην Tv ούλα; Αντέχεις;

Σχολιάστε