Ο Παραμυθάς στο Γηροκομείο. (Β’ Μέρος)

Το Γηροκομείο (Συνέχεια)

Καθώς περπατούσα στο μακρύ διάδρομο ακολουθώντας την κυρία, ένιωσα πίσω απ’ την πλάτη μου τα δύο παιδιά μου να με κοιτούν θλιμμένα. Δεν γύρισα να τα κοιτάξω για να μη δουν στα μάτια μου πως κι εγώ ήμουν θλιμμένος. «Αύριο θα μου ‘χει περάσει», σκέφτηκα. Σήκωσα το χέρι μου ψηλά και τους χαιρέτησα πίσω από τη πλάτη μου, χωρίς να γυρίσω. Στρίψαμε στο διάδρομο και με ‘χασαν από τα μάτια τους. Διάδρομοι με δωμάτια, μπάνια, τουαλέτες, τραπεζαρία, σαλόνι, και πάλι διάδρομοι με δωμάτια, μια βιβλιοθήκη, ο κήπος και….
– Κουράστηκα, είπα στην ευγενική κυρία που μου έκανε την ξενάγηση. Θα ήθελα να πάω στο δωμάτιό μου να ξαπλώσω για λίγο.
– Έχετε δίκιο, σας κούρασα. Αλλά δεν μπορείτε να πάτε ακόμα στο δωμάτιό σας. Είναι ώρα για φαγητό. Εκτός αν δεν πεινάτε, οπότε δεν πειράζει και να μη φάτε για ένα βράδυ.
– Όχι, όχι, θα ‘θελα να τσιμπήσω κάτι, είπα και σκέφτηκα με απελπισία ότι θα ‘ταν όπως στο στρατό: θα έπρεπε τις ίδιες ώρες να τρώμε όλοι μαζί και, βέβαια, το ίδιο φαγητό. «Ας ελπίσουμε ότι θα ‘ναι καλό», σκέφτηκα κι ακολούθησα την ευγενική κυρία.
– Ελάτε. Θα σας οδηγήσω στην τραπεζαρία. Μπορείτε να ξαπλώσετε μετά το φαγητό. Όλο τ’ απόγευμα είναι δικό σας.
Η τραπεζαρία ήταν τεράστια. Θα είμαστε γύρω στα εξήντα άτομα. Άντρες και γυναίκες. Μεγαλύτεροί μου, αλλά -για μεγάλη μου έκπληξη- και μικρότεροί μου – ε, όχι και πολύ μικρότεροι βέβαια. Ένιωσα αμήχανα. Πάντα νιώθω αμήχανα όταν μπαίνω σε χώρο με κόσμο κι όλοι γυρίζουν και με κοιτάζουν. Ενώ γινόταν φασαρία, μόλις μπήκα όλοι σώπασαν και γύρισαν το βλέμμα τους επάνω μου. «Αυτός που κάνει τον Παραμυθά στην τηλεόραση», ακούστηκε κάποιος να ψιθυρίζει. Κάθισα στη θέση που μου έδειξε η κυρία.
– Αν με θελήσετε κάτι, ξέρετε πού θα με βρείτε. Καλή όρεξη.
– Ευχαριστώ, είπα και καθώς είχα αρχίσει να πεινάω γύρισα να δω τι είχε το πιάτο μου. Ένα «οχ» απογοήτευσης μου ξέφυγε, από το στόμα και κοίταξα ντροπιασμένος τους διπλανούς μου. Ευτυχώς δεν με είχαν ακούσει. Κολοκυθάκια βραστά, παντζάρια, πατάτες βραστές, φρυγανιές και κομπόστα βερίκοκο! Μπλιαχ!!! «Να ‘ταν τουλάχιστον οι πατάτες τηγανητές», σκέφτηκα με απελπισία. Έφαγα μια δυο μπουκιές απ’ όλα και προσπαθώντας να μη με προσέξουν, βγήκα από την τραπεζαρία.
Είχε αρχίσει να νυχτώνει. Τα πανύψηλα δέντρα του μεγάλου κήπου άρχισαν να αποσύρονται στον εαυτό τους για τη νύχτα, ρίχνοντας γύρω τις τελευταίες σκοτεινές σκιές τους. Περπάτησα στο πλακοστρωμένο μονοπάτι με σκυμμένο το κεφάλι. Ένα τραγούδι μπλουζ της δεκαετίας του πενήντα που ακουγόταν δυνατά από κάποια απ’ τις γύρω πολυκατοικίες, μου θύμισε τα νιάτα μου. Χωρίς να το καταλάβω, βρέθηκα να χορεύω το μελαγχολικό κομμάτι, έχοντας τυλίξει τα χέρια μου γύρω από το σώμα μου, σαν να χόρευα με κάποια κοπέλα. Καθώς στριφογύριζα, έφτασα στα σιδερένια κάγκελα της μάντρας του γηροκομείου. Απ’ έξω η ζωή συνεχιζόταν όπως πάντα. Στο απέναντι πεζοδρόμιο, ήταν ένα φασφουντάδικο γεμάτο λαμπερά φώτα κι η μυρωδιά από τις τηγανητές πατάτες έφτανε ως εμένα. Μμμμμ! … Πατάτες τηγανητές! Αχ και να μπορούσα να πετάω στ’ αλήθεια όπως ο Παραμυθάς… Θα πεταγόμουν στο πι και φι απέναντι να πάρω μία μεγάλη μερίδα τηγανητές πατάτες… Κοίταξα τα σιδερένια κάγκελα που υψώνονταν μπροστά μου. «Όχι, δεν πρέπει να το κάνω αυτό. Θα γίνω ρεζίλι», αλλά πριν προλάβω να το καλοσκεφτώ είχα αρχίσει να σκαρφαλώνω στα κάγκελα, από τη δεξιά μεριά, όπου καθώς μπήγονταν τα κάγκελα στην πέτρινη κολώνα έφτιαχναν μία καταπληκτική σκάλα.
Σε λίγο ήμουν στο πεζοδρόμιο. «Ουάου!» Μου ξέφυγε δυνατά. «Φοβερή ελευθερία!»
Ευτυχώς εκείνη τη στιγμή δεν περνούσε κανένας στο δρόμο, γιατί αν μ’ έβλεπαν ή θα φώναζαν την αστυνομία ή θα μ’ έπαιρναν για τρελό! Ξεσκονίστηκα και σαν κύριος ήμουν σε λίγο μπροστά στο φαστφουντάδικο.
– Μία πατάτες, παρακαλώ, είπα στην ευγενική κοπέλα που ρώτησε τι θα παραγγείλω.
– Μεγάλη ή μικρή, με ρώτησε.
– Μεγάλη, είπα κι ένιωσα να κοκκινίζω σαν να με έπιασαν να κάνω κάποια αταξία.
– Τέσσερα ευρώ, είπε η κοπέλα, χτυπώντας το ποσό στην ταμειακή μηχανή.
Έβαλα το χέρι στην τσέπη. Καταστροφή! Δεν είχα μία επάνω μου! Όλα τα χρήματά μου ήταν στο δωμάτιό μου. Αχ και να μπορούσα να πετάω στ’ αλήθεια, όπως στην τηλεόραση. Με σκέφτηκα να δίνω μία, να πετάω στο δωμάτιό μου και να ξαναγυρνάω σε ένα λεπτό εδώ.
– Ξέρετε, αφήστε καλύτερα, δεν… είπα ντροπιασμένα.
– Με συγχωρείτε, εσείς δεν κάνετε τον Παραμυθά στην τηλεόραση, ρώτησε μία συμπαθητική κυρία που περίμενε τη σειρά της πίσω μου.
– Ναι, ψέλλισα, ντροπιασμένος κι αμήχανος.
– Τα παιδιά μου μεγάλωσαν με τις εκπομπές σας – κι εγώ άλλωστε, γιατί παντρεύτηκα μικρή και τις έβλεπα μαζί τους.
– Μπορείτε σας παρακαλώ να με πληρώσετε για να κλείσω το ταμείο, είπε ευγενικά η κοπέλα πίσω από τον πάγκο.
Παρακάλεσα να ανοίξει η γη να με καταπιεί.
– Ξέρετε, όπως σας είπα, δεν… ψέλλισα.
– Με συγχωρείτε που γίνομαι αδιάκριτη, είπε η συμπαθητική κυρία πίσω μου, μήπως δεν έχετε χρήματα μαζί σας;
– Ναι, ξέρετε… άρχισα να λέω, αλλά άντε να εξηγείς τώρα.
– Σας παρακαλώ, άνθρωποι είμαστε, επιτρέψτε μου να σας τις προσφέρω εγώ τις πατάτες.
Μα τι λέτε, τώρα… άρχισα να λέω.
– Α, θα με προσβάλλετε, είπε η συμπαθητική κυρία, τιμή μου και χαρά μου να σας προσφέρω τις πατάτες, κι έδωσε τα χρήματα στην κοπέλα που τα πήρε αμέσως και μου έδωσε τη γεμάτη σακούλα.
– Ευχαριστώ πολύ, δεν έπρεπε, ψιθύρισα κατακόκκινος ως τ’ αυτιά.
– Σας παρακαλώ, τι λέτε, επέμενε εκείνη.
– Καληνύχτα σας, μουρμούρισα και βγήκα γρήγορα έξω.
Το πάθος μου για τις τηγανητές πατάτες με είχε κάνει ρεζίλι. Αλλά και πάλι, άμα το καλοσκεφτείς, δεν έκανα και τίποτα κακό. Δεν έκλεψα. Κατά κάποιο τρόπο, ζητιάνεψα. «Ε, δεν είναι κι έγκλημα», κατέληξα καθώς καταβρόχθιζα τις πατάτες τρεις τρεις, περιμένοντας ν’ ανάψει το φανάρι για να περάσω απέναντι.
Μέχρι να φτάσω στα κάγκελα του Γηροκομείου τις είχα φάει όλες. Η επιστροφή ήταν εύκολη. Ήξερα πια το δρόμο. Πρόσεξα να μην περνάει κανείς, σκαρφάλωσα στη μάντρα, πέρασα μέσα από τα κάγκελα και σε λίγο κοιμόμουν σαν πουλάκι στο κρεβάτι μου, χωρίς να πάρει χαμπάρι κανένας τι έκανα. «Χα, χα, χα….», γέλασα ευχαριστημένος πριν κλείσω τα μάτια μου.

***

Η μάγισσα Άιναφετς

Το χτύπημα στην πόρτα γινόταν όλο και ποιο δυνατό! «Και τώρα πώς θα του ξεφύγω;» αναρωτήθηκα έντρομος. «Το μαγικό γιλέκο μου το άφησα στο στούντιο την τελευταία μέρα του γυρίσματος. Δεν μπορώ να πετάξω πια. Τώρα ο μάγος του γαλάζιου βουνού θα μ’ εκδικηθεί που του πήρα το μαγικό δαχτυλίδι του.» «Παραμυθά….Παραμυθά…». «Πού μ’ ανακάλυψε εδώ;» αναρωτήθηκα και κοίταξα γύρω μου. Άνοιξα την μπαλκονόπορτα και κοίταξα κάτω. «Δεν μπορώ να πετάξω, αλλά μπορώ να πηδήξω», σκέφτηκα. Έδωσα μια και…«οχ!» βόγκηξα καθώς χτύπησα πέφτοντας από το κρεβάτι. «Μπα! Όνειρο ήταν», ψιθύρισα. «Κύριε Παραμυθά, κύριε Παραμυθά…» ακούστηκε η φωνή της υπεύθυνης του γηροκομείου ανήσυχη, καθώς χτυπούσε πολύ δυνατά πια την πόρτα του δωματίου μου. Έβαλα γρήγορα γρήγορα μια ρόμπα κι άνοιξα την πόρτα.
– Συγνώμη κύριε… Παραμυθά, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ το κανονικό σας όνομα… Συγνώμη που ενοχλώ, αλλά το πρωινό έχει σερβιριστεί εδώ και ώρα στην τραπεζαρία και θα το χάσετε, μου είπε μαλώνοντάς με γλυκά η ευγενική κυρία.
– Με συγχωρείτε, με πήρε ο ύπνος, απολογήθηκα. Σε λίγα λεπτά θα είμαι εκεί.
Πολύ κακός τρόπος για πρωινό ξύπνημα. Μόνο όταν ήμουν στο στρατό έπρεπε να ξυπνάω μαζί με όλους τους άλλους για πρωινό. Αχ… έχω κάνει μεγάλη βλακεία! Δεν καθόμουν σπιτάκι μου, να κοιμάμαι και να ξυπνάω όποτε θέλω, να τρώω όποτε θέλω κι ό,τι θέλω και να βλέπω όποιον, όπου κι όταν θέλω εγώ; Σαν να ξαναπανγτρεύτηκα είναι όλο αυτό εδώ! Σιγά μην πάθαινα τίποτα που θα έμενα μόνος μου! Τι βλακεία! Μου φαίνεται πως πρέπει να φύγω, τώρα που είναι ακόμα νωρίς.
Όταν μετά από λίγο έφτασα στην τραπεζαρία, είχαν μείνει μόνο κάτι γεροντάκια σε ένα τραπέζι. «Χα…χα… Κι εσύ τι είσαι;», είπα στον εαυτό μου. «Δεν είσαι γεροντάκι;» Ναι είμαι. Αλλά βρε παιδί μου, δεν ξέρω… να … μόνο όταν κοιτάζομαι στο καθρέφτη το θυμάμαι ή όταν προσπαθώ να κάνω κάτι κουραστικό. Όλες τις άλλες ώρες νιώθω σαν να είμαι δεκαπέντε για να μην πω δέκα χρονών! Το πρωινό δεν ήταν κακό· ό,τι θα έτρωγα και στο σπίτι μου: τσάι -καφέ δεν πίνω ποτέ- φρυγανιές, βούτυρο, τυρί και μαρμελάδα. Ήμουν ο τελευταίος που σηκώθηκε και βγήκε από την μεγάλη τραπεζαρία.
Χάθηκα ανάμεσα στα δέντρα του κήπου. Στο κεφάλι μου τριγύριζαν χιλιάδες σκέψεις. Όλο και περισσότερο ωρίμαζε μέσα μου η ιδέα να σηκωθώ και να φύγω. Έπρεπε να πάρω την απόφασή μου πριν έρθει η ώρα να φάω κανένα φριχτό μεσημεριανό. Και ξαφνικά την είδα! Καθόταν σε ένα παγκάκι του κήπου και διάβαζε ένα βιβλίο με την πλάτη της γυρισμένη προς τα μένα. Ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει γρήγορα και να κόβονται τα πόδια μου. Έτσι ακριβώς όπως γινόταν όταν έβλεπα κάποιο κορίτσι που μου άρεσε στα δεκαπέντε μου! Φαίνεται πως οι άνθρωποι όταν γερνάνε, ξαναγίνονται παιδιά. Εγώ πάντως, όπως σας είπα, έτσι νιώθω. Τα κάτασπρα μαλλιά της, που όταν ήταν νέα θα πρέπει να ήταν κατάξανθα, έπεφταν στην πλάτη της, πιασμένα με ένα φαρδύ κοκαλάκι πίσω, σε μια περίεργη αλογοουρά, για να μη σκορπίζουν στους ώμους της. Το φως του ήλιου, που πέρναγε ανάμεσα από τα δέντρα κι έπεφτε πάνω στα μαλλιά της, έκανε το κεφάλι της να λάμπει. Καθώς το σώμα της ήταν αδύνατο και καλοσχηματισμένο -αργότερα έμαθα ότι κάθε μέρα γυμναζόταν κάνοντας γιόγκα- έμοιαζε με μικρού κοριτσιού! Έμεινα ακίνητος.

paramithas-ainafets-1.jpg

Η συνέχεια και το τέλος, αύριο.
Καλό βράδυ.

Π.

4 Σχόλια στο “Ο Παραμυθάς στο Γηροκομείο. (Β’ Μέρος)”

      Νέος λύκος
      22 Σεπτεμβρίου 07 στις 22:46

      Άραγε να είναι απαραίτητο κάποιος ενήλικος να περνάει από αυτή την κατάσταση; Από αυτή την μελαγχολία; Μου θυμίζει τους 15χρόνους που ενώ βλέπουν τον κόσμο φοβούνται να το ζήσουν, λόγο ηλικίας, λες και είναι κάποια ταινία για 18χρόνους και άνω

      unamama
      23 Σεπτεμβρίου 07 στις 1:04

      παλι παρασυρθηκα και μου κακοφανηκε που δεν ειχε παρακατω…οι εικονες του γηροκομειου ενιωθα να ζωντανευουν μπροστα μου και ενα απιστευτο συναισθημα λυπης και κενου με κατεβαλε. γινεται να μην υπαρχουν πια γηροκομεια? γινεται να ειναι αχρειαστα? γινεται να μην ερθω ποτε σ’αυτη την θεση?

      καλο βραδυ!

      Αλεξάνδρα
      26 Σεπτεμβρίου 07 στις 11:41

      Χίλιες σκέψεις γυρνούν στο κεφάλι μου. Αντε βάλε τάξη. Πόσο μου λείπουν οι ελληνικές παιδικές εκπομπές , μόνο ο καραγκιόζης κυκλοφορεί ακόμα ανάμεσά μας.

      Πόσο νωρίς κατάλαβα ότι μόνο το κορμί μεγαλώνει…

      Πόσο λάθος έχουμε στήσει αυτή τη κοινωνία….

      …τρέχω στη συνέχεια (νιώθω τυχερή! έχω όλη την ιστορία εδω απλωμένη…)

Σχολιάστε